Πρώτη μου φορά μίλησα στην Παναγία!

Ἔδειχνε κουρασμένη ἡ κυρία Στέλλα. Τρεῖς μῆνες στὸ ἴδιο κρεβάτι τοῦ δίκλινου θαλάμου τοῦ μεγάλου Νοσοκομείου. Ἂν εἶχε στόμα νὰ μιλήσει τὸ κρεβάτι της, δὲν θά ’φταναν ὧρες νὰ διηγεῖται τοὺς πόνους καὶ τὰ βογγητά της…
 

–Ἄχ, Θέ μου, πότε θὰ πάρω κι ἐγὼ τὸ ἐξιτήριο νὰ πάω στὸ σπιτάκι μου, στοὺς δικούς μου! Ὅσες ἄρρωστες ἦρθαν στὸ διπλανὸ κρεβάτι δὲν ἔμειναν πάνω ἀπὸ μιὰ βδομάδα, κι ἐγὼ κλείνω σήμερα ἐδῶ μέσα τρεῖς μῆνες! Σχώρα με, Θέ μου, δὲ γογγύζω, μὰ κουράστηκα. Γι’ αὐτὸ τὰ λέω σὲ σένα ποὺ σὲ νιώθω πατέρα μου στοργικό.


Πρὶν ἀποσώσει καλά – καλὰ τὶς σκέψεις της, φέρνουν μ’ ἕνα φορεῖο στὸ θάλαμο μιὰ φρεσκοχειρουργημένη νεαρὴ κοπέλα, ποὺ τὴν συνόδευε ἕνας νεαρός. Καὶ οἱ δυό τους εἶναι κατατρυπημένοι μὲ σκουλαρίκια καὶ γεμάτοι μὲ ἀνατριχια­στικὰ τατουάζ. Ἀπὸ ὅ,τι δείχνουν φαίνεται ἀρκετὰ δύσκολο νὰ ἐπικοινωνήσει κανεὶς μαζί τους.

Τὸ πρῶτο εἰκοσιτετράωρο ἦταν πολὺ δύσκολο γιὰ τὴ νέα. Οἱ συνοδοὶ τῆς κυρίας Στέλλας πολὺ διακριτικὰ προσπαθοῦσαν νὰ τὴν βοηθήσουν σὲ κάθε της ἀνάγκη.

Τὸ δεύτερο βράδυ ὁ ἄπειρος καὶ κατάκοπος νεαρὸς συνοδός της βγῆκε ἀπὸ τὸν θάλαμο νὰ ξεκουραστεῖ, μὰ ἄργησε πολὺ νὰ ἐπιστρέψει. Τότε ἡ­ ­κοπέλα, ἡ Ναταλία, ξέσπασε. ­Ἐκνευρίστηκε κι ἄρ­χισε νὰ μονολογεῖ μὲ ἀναφιλητά:

–Εἶ­μαι μόνη! Εἶμαι δυστυχισμένη! Δὲν μὲ νοιάζεται κανείς! Τί τὴν θέλω τέτοια ζωή; Φο­βᾶμαι! Δὲν θέλω νὰ ζήσω! Καλύτερα νὰ πεθάνω! Δὲν μπορῶ νὰ ζήσω!

Κάποια στιγμὴ κουράστηκε καὶ ἡσύχασε ἀναστενάζοντας ποῦ καὶ ποῦ βαριά.

Ἡ ἀποκλειστικὴ νοσηλεύτρια τῆς Στέλλας πλησίασε προσεκτικὰ τὴν κοπέλα καὶ τῆς ἔπιασε τὸ χέρι. Ἡ κυρία Στέλλα, ποὺ τὴν ἄκουγε δακρυσμένη καὶ προσ­ευ­χόταν, πῆρε τὴν ἀπόφαση καὶ τῆς εἶ­­­­­πε ἁπαλά:

–Ναταλία μου, εἶμαι μάνα καὶ πονάω μαζί σου. Δὲν ἀντέχω νὰ σὲ βλέπω νὰ ὑ­­­­ποφέρεις, παιδί μου. Κάνε λίγη ὑπομονή, σὲ παρακαλῶ. Θὰ περάσουν τὰ δύσ­κολα! Θέλεις νὰ μ’ ἀκούσεις; Μπορεῖς;

Ἡ Ναταλία αἰφνιδιασμένη κάρφωσε τὰ ὀργισμένα μάτια της στὴν ἄλλη ἄρρωστη καὶ περίμενε…

–Ἐσύ, Ναταλία μου, φαίνεσαι δυναμι­κὸς ἄνθρωπος. Καὶ ξέρεις… οἱ ­δυνατοὶ μὲ τὶς δυσκολίες γίνονται δυνατότεροι. Ἔ­­­­­­­­­­χεις μέσα σου πολλὲς ­ἀνεξερεύνητες δυνάμεις. Ἀνακάλυψέ τες καὶ βγάλε ὠ­­­­φέλεια ἀπὸ τὴ μεγάλη δυσκολία σου στὴν ὁποία βρίσκεσαι τώρα. Μὴν ἀφήνεις ἀνεκμετάλλευτη αὐτὴν τὴν εὐκαιρία. Μὴν ἀφήνεσαι, παιδί μου. Ἐσὺ θὰ βοηθήσεις τὸν ἑαυτό σου. Μπορεῖς!…

Ὅση ὥρα μιλοῦσε ἡ Στέλλα, ὁ θυμὸς ὑποχωροῦσε ἀπὸ τὴ Ναταλία καὶ ἠρεμοῦσε τὸ πρόσωπό της. Ζήτησε μάλιστα ἀπὸ τὴν Ἀποκλειστικὴ νὰ τῆς ἀνασηκώσει τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ βλέπει καλύτερα τὴ Στέλλα. Καὶ ἡ Στέλλα, ξεθαρρεύοντας περισσότερο, συνέχισε:
–Ἂν δὲν σὲ κούρασα, παιδί μου, ἐπίτρεψέ μου νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἀκόμη. Δὲν εἶσαι μόνη! Οἱ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ νιώθουμε μόνοι, ἐκτὸς βέβαια ἐὰν ἐπιλέγουμε νὰ εἴμαστε μόνοι. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε Πατέρα τὸν πανάγαθο καὶ παν­τοδύναμο Θεό. Ἔχουμε Μητέρα γλυκύτατη τὴν Παναγία μας. Ζοῦμε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης.

Τόσες καὶ τόσες θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις αὐτῆς τῆς ἀγάπης γίνονται γνωστὲς καθημερινὰ καὶ γεμίζουν φῶς καὶ ἐλπίδα τὸν κόσμο. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις, Ναταλία μου, πῆγα στὸν ἄλλο κόσμο καὶ γύρισα. Δὲν θὰ ζοῦσα τώρα. Ἡ ἀγάπη ὅμως τῆς Παναγίας, τὴν ὁποία παρακάλεσαν γιὰ μένα πολλοὶ γνωστοί μου, μὲ ἔσωσε. Οἱ ἄρρωστοι βλέπουν συνέχεια ἐδῶ στὸ Νοσοκομεῖο αὐτὸ τὴν Παναγία μας νὰ θαυματουργεῖ. Νὰ μιλᾶς καὶ σὺ μὲ τὴν Παναγία, νὰ τῆς λὲς ὅλα τὰ προβλήματά σου. Θὰ σ’ ἀκούει μὲ στοργή.

Ἡ Ναταλία τὴν ἄκουγε σιωπηλὴ μὲ ὀρ­θάνοιχτα μάτια. Ἕνας νέος ψυχικὸς κόσμος, ἄγνωστος ὣς τότε, γεννήθηκε μέ­σα της.

Τὸ πρωὶ μὲ τὸ ἐξιτήριο στὸ χέρι ὁ συν­οδὸς τῆς Ναταλίας, χαρούμενος διότι ἔ­­­φευγαν καὶ προπάντων διότι τὴν ἔβλεπε ἤρεμη, στάθηκε μαζί της κι αὐτὸς δίπλα στὸ κρεβάτι τῆς κυρίας Στέλλας κι ἄκουγε τὴ Ναταλία:

–Ἀπόψε, κυρία Στέλλα, ἔζησα μαγικά! Ἀσχολήθηκες μαζί μου. Μοῦ εἶπες ὅτι ἔχω ἀξία καὶ δύναμη. Μοῦ ἔδειξες ἀγάπη. Μοῦ γνώρισες τὴν Παναγία. Ὅλη τὴ νύχτα μιλοῦσα μαζί της. Πρώτη μου φορὰ μίλησα στὴν Παναγία. Ξαλάφρωσα. Ξέρετε, δὲν ἔχουμε γονεῖς. Μεγαλώσαμε σὲ Ὀρφανοτροφεῖο. Δράμα ἡ ζωή. Ἐγὼ ποτέ μου δὲν πήγαινα στὴν ἐκκλησία. Τώρα βλέπω δρόμο μὲ φῶς. Τὴ νύχτα ἡ Ἀποκλειστικὴ μοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὸν καλὸ ἱερέα ποὺ ὑπάρχει ἐδῶ στὸ Νοσοκομεῖο καὶ μὲ παρακίνησε νὰ ἐξομολογηθῶ. Θὰ γίνει κι αὐτό, σᾶς τὸ ὑπόσχομαι. Τὸ τηλέφωνό μου τὸ ἔχει ἡ Ἀποκλειστική. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ ὅ,τι κάνατε γιὰ μένα, κυρία Στέλλα, πρόσθεσε δακρυσμένη.

–Εὐχαριστοῦμε πολύ, συμπλήρωσε σο­­βαρὰ κι ὁ νεαρὸς κι ἔφυγαν κι οἱ δυό τους ἤρεμοι.

Συγκινημένη ἡ κυρία Στέλλα μονολογεῖ στὴν ἡσυχία τοῦ θαλάμου της: «Ἂν ἔ­­­­φευγα νωρίτερα, πάνσοφε Κύριε, δὲν θὰ ἔνιωθα τὴν ἀγαλλίαση ποὺ πλημμυρίζει τώρα τὴν καρδιά μου. ­Δοξασμένο τὸ ἅγιο ὄνομά Σου. Φώτισε καὶ ­ὁδήγησε στὸ δρόμο Σου κι αὐτὰ τὰ παιδιά Σου. Θὰ κάνω κι ἐγὼ γι’ αὐτὰ ὅ,τι μπορῶ γιὰ νὰ Σὲ γνωρίσουν καλύτερα. Ἀνοίγει ὡ­­­ραῖος ἀγώνας ἐμπρός μου. Μὲ ­εὐχαριστεῖ πολὺ αὐτὸς ὁ ἱερὸς ἀγώνας γιὰ τὴν ψυχικὴ ­βοήθεια τῶν ­συνανθρώπων μου. Βοήθησέ με, Πανάγαθε καὶ ­Παντοδύνα­με! Θέλω νὰ γνωρίσουν κι ἄλλοι τὴν ἀγάπη Σου!».

Πηγή-xristianos.net

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Comments Off

Πετάξετε ἀπὸ πάνω σας τὴν ψευτιά.

 

 

γράφει ο Φώτης Κόντογλου

Τί μεγαλομανία σ᾿ ἔχει πιάσει, ἀδελφέ μου, καὶ δὲν βρίσκεις ἡσυχία καὶ χτίζεις πατώματα ἀπάνω στὰ πατώματα, κι᾿ ἔχεις δυὸ τρία αὐτοκίνητα καὶ κότερα καὶ κάθε λογὴς μάταια πράγματα! Γύρισε καὶ κύτταξε καὶ τὸν ἀδελφό σου, νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σου μὲ τὴν εὐλογημένη καλωσύνη, ποὺ τὴν ξεράνανε τὰ τσιμέντα, οἱ ψεύτικες κουβέντες, οἱ συμφεροντολογικὲς παρέες, οἱ συνοφρυωμένες ἀξιοπρέπειες.

 

Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις θυσίες, τουλάχιστον νὰ συχαθεῖς τὴν ἀδικία. Μὴν ἀδικεῖς. Ἡ ἀδικία εἶναι σιχαμερὴ στρίγγλα, χωρίστρα τῶν ἀνθρώπων, ἀνθρωποκτονία σὰν τὸν πατέρα τὸν σατανᾶ.

Τί θὰ δίνανε πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτούς, ποὺ κερδίσανε τὸν κόσμο καὶ χάσανε τὴν ψυχή τους, γιὰ νὰ νοιώσουνε ὅ,τι νοιώθουνε οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν χάσανε τὴν ψυχή τους! Ἂν τύχει νὰ ξεκόψει κανένας τέτοιος ἀπὸ ψεύτικη παρέα του καὶ βρεθεῖ στὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀχάλαστων, νοιώθει πὼς ζεῖ ἀληθινὰ καὶ σὰν ἀπογευθεῖ τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα ὕστερα ἀπὸ τὴ ψευτιά, καταλαβαίνει τέτοια χαρά, ποὺ κάνει σὰν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξαναγεννήθηκε, σὰν τυφλὸς ποὺ εἶδε τὸ φῶς του. Κάτι τέτοιοι δὲν ξεκολλᾶνε πιὰ οἱ κακόμοιροι ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ἁπλῶν, τῶν γκαρδιακῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεμακρύνει ἀπὸ τὰ ψεύτικα πρέπει νἄχει λίγη ψυχή. Ἀλλοιῶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς ψευτιά. Ὁ ἄμμος τῆς Σαχάρας, ὅση βροχὴ κι᾿ ἂν πέσει ἀπάνω του, δὲν φυτρώνει τίποτα.

Ἂν πεῖς πάλι σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τοὺς φτωχούς, νὰ περάσει μισὴ ὥρα μὲ τὴν παρέα τῶν κοσμικῶν, καλύτερα ἔχει νὰ τὸ βάλεις στὸ μπουντρούμι, παρὰ νὰ βλέπει καὶ ν᾿ ἀκούγει ἐκεῖνα τὰ ψεύτικα κομπλιμέντα, τὶς ἀνάλατες συζητήσεις, τὰ κρύα χωρατά. Στὴ συναναστροφὴ ποὺ κάνουνε αὐτοὶ οἱ ψευτισμένοι, θαρρεῖς πὼς τοὺς χωρίζει ἕνας τοῖχος τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ποὺ ζοῦνε μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, νοιώθουνε πὼς οἱ καρδιὲς τοὺς γίνονται ἕνα, πὼς ἀκουμπᾶ ὁ ἕνας ἀπάνω στὸν ἄλλον καὶ ξεκουράζεται. Ἀγαπᾶ καὶ ἀγαπιέται, χαίρεται καὶ δίνει χαρά. Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν σαρκικῶν ἀνθρώπων στέκεται ὁ διάβολος καὶ τοὺς κάνει νὰ μιλᾶνε ὁλοένα γιὰ λεφτὰ καὶ γιὰ τὰ ὅμοια, γιὰ νὰ μὴ γροικήσουνε οὔτε τὸ φαγὶ ποὺ τρῶνε. Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῶν ταπεινῶν στέκεται ὁ Θεός, κι᾿ ὅλα εἶνε εὐλογημένα.

Πετάξετε ἀπὸ πάνω σας τὴν ψευτιά. Ἀνοίξετε τὰ πανιά, νὰ τὰ φουσκώσει ὁ καθαρὸς ἀγέρας τοῦ πελάγου. Νὰ δροσισθεῖ ἡ ψυχή σας, νὰ νοιώσετε πὼς ζητᾶ ἀληθινὰ κι᾿ ὄχι ψεύτικα.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Comments Off

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ – ΠΟΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΖΗΤΗΤΟΙ ;

Όποιος στηρίζεται στην γνώση του και ανατρέπει την γνώμη του άλλου με επιπολαιότητα, όποιος επίσης είναι πρόθυμος να απαντήσει, να δικαιολογηθεί και να δικαιολογήσει, ή έχει θέλημα που είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή του, αυτός απολαμβάνει ως καρπό την έχθρα. Δεν μπορεί να συμφωνήσει με κανένα.
Έχετε παρατηρήσει ποιοι άνθρωποι είναι αγαπητοί και περιζήτητοι; Όσοι διακονούν, όσοι είναι πέρα για πέρα ήρεμοι και πρόθυμοι να αποδεχθούν την γνώμη του άλλου, την επιθυμία του, την σκέψη, την ενέργεια του, το αμάρτημα του, το πάθος του, την ευγένεια του, την αγένεια του, που η ευαισθησία τους είναι στραμμένη προς τον Θεόν και προς τους ανθρώπους.
Αντιθέτως, αυτοί που θέλουν να υπερασπίζουν τον εαυτό τους, που θέλουν να έχουν θέση, γνώμη, σκέψη, να διεκδικήσουν ένα δικαίωμα, να επιβάλλουν την γνώμη τους – άκουσε με, λένε, και μετά κάνε ότι θέλεις – γίνονται αντιπαθητικοί. Γιατί να σε ακούσω, βρε αδελφέ; Εγώ αυτό θέλω να κάνω. Βέβαια, από ταπείνωση ή εξυπνάδα – το ίδιο είναι – θα σε ακούσω, αλλά εσύ έχασες.
Όποιος αφήνει ανέγγιχτους τους άλλους από την παρουσία του, όποιος τους αφήνει ελεύθερους να κάνουν ότι θέλουν και η μόνη σχέση του μαζί τους είναι η σχέσης της διακονίας, της υπηρεσίας, του εσχάτου ανθρώπου, ο απλός, ο ταπεινός, ο ανεπιτήδευτος, αυτός είναι πάντοτε ο αγαπημένος. Όσοι ζητούν, απαιτούν, παρακαλούν, αυτούς, από μακριά τους βλέπεις και τους αποφεύγεις.
Όλα αυτά δεν έχουν θέση σε μια ψυχή η οποία αγνίζει αυτή και την ευτρεπίζει για το Θεόν. Όποιος δεν προσέχει και υποστηρίζει το θέλημα Του, την γνώση Του, αυτός κερδίζει την έχθρα, δεν τον αγαπάει κανείς. Όλοι σαν να δαιμονίζονται, έχουν απέναντι του ένα ένστικτο αντιδράσεως και θέλουν να του πουν όχι. Βέβαια, αυτός τα βάζει με τους άλλους. Προφανώς όμως ο ίδιος είναι υπαίτιος και άξιος της μοίρας του, του στρώματος το οποίο στρώνει. Αυτός εκ του πνεύματος ου δύναται είναι του φέροντος λύπην εν τη καρδία, δεν είναι δυνατόν να ενεργείται από το Άγιον Πνεύμα, το οποίο φέρνει συντριβή στην καρδιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι…!

 


Τὸ 1922 ἦρθε ἀπὸ τὴν Μικρασία μὲ τοὺς πρόσφυγες ἕνα ὀρφανὸ Ἑλληνόπουλο, ὀνόματι Συμεών. Ἐγκαταστάθηκε στὸν Πειραιᾶ σὲ μιὰ παραγκούλα καὶ ἐκεῖ μεγάλωσε μόνο του. Εἶχε ἕνα καροτσάκι καὶ ἔκανε τὸν ἀχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ. Γράμματα δὲν ἤξερε οὔτε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας. Εἶχε τὴν μακαρία ἁπλότητα καὶ πίστη ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργη.

Ὅταν ἦρθε σὲ ἡλικία γάμου νυμφεύθηκε, ἔκανε δυὸ παιδιὰ καὶ μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Νίκαια. Κάθε πρωὶ πήγαινε στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμάκι του. Περνοῦσε ὅμως κάθε μέρα τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστὰ στὸ τέμπλο,ἔβγαζε τὸ καπελάκι του καὶ  ἔλεγε:

«Καλημέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Βοήθησέ με νὰ βγάλω τὸ ψωμάκι μου».

Τὸ βράδυ ποὺ τελείωνε τὴ δουλειά του ξαναπερνοῦσε ἀπὸ τὴνἘκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστὰ στὸ τέμπλο καὶ ἔλεγε: «Καλησπέρα Χριστέ μου, ὁ Συμεὼν εἶμαι. Σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοήθησες καὶ σήμερα».

Καὶ ἔτσι περνοῦσαν τὰ χρόνια τοῦ εὐλογημένου Συμεών.

Περίπου τὸ ἔτος 1950 ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του ἀρρώστησαν ἀπὸ φυματίωση καὶ ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ.Ἔμεινε ὁλομόναχος ὁ Συμεὼν καὶ συνέχισε ἀγόγγυστα τὴ δουλειά του ἀλλὰ καὶ δὲν παρέλειπε νὰ περνᾷ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα νὰ καλημερίζει καὶ νὰ καλησπερίζει τὸν Χριστό, ζητώντας τὴν βοήθειά Του καὶ εὐχαριστώντας Τον.

Ὅταν γέρασε ὁ Συμεών, ἀρρώστησε. Μπῆκε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νοσηλεύτηκε περίπου γιὰ ἕνα μῆνα. Μιὰ προϊσταμένη ἀπὸ τὴν Πάτρα τὸν ρώτησε κάποτε:

-Παπποῦ, τόσες μέρες ἐδῶ μέσα δὲν ᾖρθε κανεὶς νὰ σὲ δεῖ. Δὲν ἔχεις κανένα δικό σου στὸν κόσμο;

-Ἔρχεται, παιδί μου, κάθε πρωὶ καὶ ἀπόγευμα ὁ Χριστὸς καὶ μὲ παρηγορεῖ.

-Καὶ τί σοῦ λέει, παπποῦ;«Καλησπέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι, κᾶνε ὑπομονή».

Ἡ Προϊσταμένη παραξενεύτηκε καὶ κάλεσε τὸν Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, νὰ ἔρθει νὰ δεῖ τὸν Συμεὼν μήπως πλανήθηκε. Ὁ π. Χριστόδουλος τὸν ἐπισκέφθηκε, τοῦ ἔπιασε κουβέντα, τοῦ ἔκανε τὴν ἐρώτηση τῆς Προϊσταμένης καὶ ὁ Συμεὼν τοῦ ἔδωσε τὴν ἴδια ἀπάντηση.

Τὶς ἴδιες ὧρες πρωὶ καὶ βράδυ, ποὺ ὁ Συμεὼν πήγαινε στὸ ναὸ καὶ χαιρετοῦσε τὸν Χριστό, τώρα καὶ ὁ Χριστὸς χαιρετοῦσε τὸν Συμεών. Τὸν ρώτησε ὁ Πνευματικός:

-Μήπως εἶναι φαντασία σου;

-Ὄχι, πάτερ, δὲν εἶμαι φαντασμένος, ὁ Χριστὸς εἶναι.

-Ἦρθε καὶ σήμερα;

-Ἦρθε.

-Καὶ τί σου εἶπε;

-Καλημέρα Συμεών, ὁ Χριστὸς εἶμαι. Κᾶνε ὑπομονή, σὲ τρεῖς μέρες θὰ σὲ πάρω κοντά μου πρωῒ-πρωΐ.

Ὁ Πνευματικός κάθε μέρα πήγαινε στό Νοσοκομεῖο, μιλοῦσε μαζί του και ἔμαθε γιά τήν ζωή του. Κατάλαβε ὅτι πρόκειται περί εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τήν τρίτη ἡμέρα πρωί-πρωί πάλι πῆγε νά δεῖ τόν Συμεών καί νά διαπιστώσει ἄν θά πραγματοποιηθεῖ ἡ πρόρρηση ὅτι θά πεθάνει. Πράγματι ἐκεῖ πού κουβέντιαζαν, ὁ Συμεών φώναξε ξαφνικά: «Ἦρθε Ὁ Χριστός», καί ἐκοιμήθη τόν ὕπνο τοῦ δικαίου…
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: , . Comments Off

Οικογενειακή ζωή απο τον γέροντα Παίσιο

427185_501486403198867_1205027239_nΟι νέοι μπροστά στους δύο δρόμους της ζωής. Και ή έγγαμη και ή άγαμη ζωή είναι ευλογημένες.

Γέροντα, τι πρέπει να απάντηση κανείς σε νέα παιδιά που ρωτούν αν ή μοναχική ζωή είναι ανώτερη από την έγγαμη;

Κατ’ αρχάς πρέπει να τους δώσει να καταλάβουν ποιος είναι ό προορισμός του ανθρώπου και ποιο είναι το νόημα της ζωής. Ύστερα να τους εξήγηση ότι και οι δύο δρόμοι που έχει χαράξει ή Εκκλησία μας είναι ευλογημένοι, γιατί και οι δύο μπορούν να τους οδηγήσουν στον Παράδεισο, αν ζήσουν κατά Θεόν.

Ας υποθέσουμε ότι δύο άνθρωποι ξεκινούν να πάνε σε ένα Προσκύνημα. Ό ένας πηγαίνει με το λεωφορείο από τον δημόσιο δρόμο και ό άλλος πηγαίνει με τα πόδια από κάποιο μονοπάτι. Και οι δύο όμως έχουν τον ίδιο σκοπό. Ό Θεός και το ένα το χαίρεται και το άλλο το θαυμάζει. Κακό είναι, όταν αυτός που πάει από το μονοπάτι κατακρίνει μέσα του τον άλλον, που πάει από τον δημόσιο δρόμο, ή και το αντίστροφο… (σ.19)

 

Ή ανησυχία των νέων για την αποκατάσταση τους.

Γέροντα, ή ανησυχία ενός νέου για την αποκατάσταση του οφείλεται σε απιστία;

Όχι πάντοτε. Συχνά οι νέοι που ενδιαφέρονται πώς να τακτοποιηθούν καλύτερα, αλλά και να βρίσκονται κοντά στον Θεό, ανησυχούν για την αποκατάστασή τους. Αυτό φανερώνει υγεία. Το να μη σκέφτεται ένας νέος και να μην ανησυχεί για την αποκατάσταση του φανερώνει αδιάφορο άνθρωπο και επόμενο είναι ο αδιάφορος να είναι ανεπρόκοπος. Μόνο χρειάζεται να προσέξουν αυτή ή ανησυχία να μην ξεπερνάει τα όρια, γιατί ο διάβολος προσπαθεί να την διαστρέψει, να την κάνη αγωνία και να κρατά τον νου τους σε διαρκή σύγχυση.

Οι νέοι πρέπει να εμπιστεύονται τον εαυτό τους στον Θεό, για να ειρηνεύουν. Γιατί ο Καλός Θεός σαν στοργικός Πατέρας ενεργεί εκεί όπου εμείς ανθρωπίνως δεν μπορούμε να ενεργήσουμε. Δεν χρειάζεται να βιάζονται και να παίρνουν ανώριμες αποφάσεις για την ζωή που θα ακολουθήσουν… Να φροντίσουν πρώτα να πάρουν το πτυχίο τους, υστέρα για την δουλειά τους – τα αγόρια να τελειώσουν και το στρατιωτικό – και στην συνέχεια, ώριμα πλέον και με την βοήθεια του Θεού, ή να κάνουν μια καλή οικογένεια, αν έχουν αποφασίσει την έγγαμη ζωή, ή να πάνε στο Μοναστήρι που θα διαλέξουν, αν έχουν αποφασίσει τον Μοναχισμό… (σ. 21-22).

 

Να βοηθούμε τους νέους να ακολουθήσουν την κλίση τους.

Κάθε άνθρωπος έχει την κλίση του. Ό Καλός Θεός έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο. Έχει αρχοντιά σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και αφήνει ελεύθερο τον καθέναν να ακολουθήσει τον δρόμο που τον αναπαύει. Δεν τους βάζει όλους στην ίδια γραμμή με μια στρατιωτική πειθαρχία. Γι’ αυτό οι νέοι ας αφήσουν τον εαυτό τους ελεύθερο στον πνευματικό χώρο της ελευθερίας του Θεού. Δεν βοηθιούνται, αν εξετάζουν ποια ζωή ακολούθησε ή θα ακολουθήσει ο τάδε ή, ή τάδε. Σ αυτό το θέμα δεν πρέπει να επηρεάζονται από κανέναν.

Οι γονείς πάλι, οι εκπαιδευτικοί και οι Πνευματικοί, πρέπει να βοηθούν τους νέους να διαλέγουν οποία ζωή είναι στα μέτρα τους και να ακολουθούν την πραγματική τους κλίση, χωρίς να τους επηρεάζουν ή να στραγγαλίζουν την κλίση τους. Ή απόφαση για την ζωή που θα ακολουθήσουν πρέπει να είναι δική τους. Όλοι οι άλλοι μόνον άπλες γνώμες μπορούμε να εκφράσουμε και το μόνο δικαίωμα που έχουμε είναι να βοηθούμε τις ψυχές να βρουν τον δρόμο τους…

Ειλικρινά, όποια ζωή κι αν ακολουθήσει ένας νέος που γνωρίζω, θα χαρώ και πάντα θα έχω το ίδιο ενδιαφέρον για την σωτηρία της ψυχής του, φθάνει να είναι κοντά στον Χριστό, μέσα στην Εκκλησία μας. Θα νιώθω αδελφός του, γιατί θα είναι παιδί της Μητέρας μας Εκκλησίας…

Εγώ μέχρι τώρα σε κανέναν νέο δεν είπα ούτε να παντρευτεί ούτε να γίνει καλόγερος. Αν κάποιος με ρωτήσει, του λέω: «Να κάνης αυτό που σε αναπαύει, φθάνει να είσαι κοντά στον Χριστό». Και αν μου πει ότι δεν αναπαύεται στον κόσμο, τότε του μιλάω για τον Μοναχισμό, για να τον βοηθήσω να βρει τον δρόμο του (σ. 22-24).

 

Η πνευματική ζωή είναι βασική προϋπόθεση για την καλή αποκατάσταση.

Γέροντα, ή τάδε, που σας είπε ότι σκέφτεται τον Μοναχισμό, μου είπε ότι ένας συμφοιτητής της την ρώτησε γιατί δεν πάει στον κινηματογράφο και δεν βγαίνει έξω με αγόρια. τι έπρεπε να του απάντηση;

Έπρεπε να του πει: «Τέτοια ερώτηση ούτε ό αδελφός μου ,μου έκανε ποτέ και μου την κάνεις εσύ;».

Μετά από λίγες μέρες την συνάντησε έξω από την Σχολή της – αυτή δεν τον είχε δει — και την έπιασε από τον ώμο. Εκείνη του είπε μόνον ένα «γεια σου» και μπήκε αμέσως μέσα.

Όχι, δεν έκανε καλά! Σ’ αυτήν την περίπτωση έπρεπε να αντίδραση, γιατί, έτσι όπως φέρθηκε, μπορεί να του έδωσε την εντύπωση ότι δέχθηκε αυτήν την εκδήλωση του, οπότε εκείνος θα το ξανακάνει. Ή ηλικία στην οποία βρίσκεται τώρα είναι λίγο δύσκολη και δεν την ωφελεί να κάνη συντροφιά με αγόρια. Ούτε χρειάζεται να μιλάει μαζί τους, τάχα για να τα βοηθήσει. Και αν αποφασίσει να δημιουργήσει οικογένεια, όταν γνωρίσει ένα καλό παιδί, πρέπει να το πει στους γονείς της. Αυτοί θα εξετάσουν αν έχει τις προϋποθέσεις να κάνουν μια καλή οικογένεια. Άλλα τώρα, που δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποια ζωή θα ακολουθήσει, δεν την βοηθάει να μιλάει με αγόρια, γιατί ζαλίζεται χωρίς λόγο και χάνει την γαλήνη της. Όσα παιδιά ασχολούνται με τέτοια είναι τα καημένα πολύ ζαλισμένα και συνέχεια ταραγμένα δεν έχουν γαλήνη. Το πρόσωπο τους και τα μάτια τους είναι αγριεμένα.

Η έλξη του γυναικείου φύλου από το ανδρικό, και το αντίθετο, υπάρχει στην φύση του ανθρώπου. Άλλα να της πεις ότι τώρα δεν είναι καιρός γι’ αυτό. Να κοιτάξει τις σπουδές της. Τα παιδιά που καλλιεργούν αυτήν την έλξη από μικρά, γυρίζουν εκεί το κουμπί πριν έρθει ή κατάλληλη ώρα, και ύστερα, όταν έρθει εκείνη ή ώρα, το κουμπί είναι ήδη γυρισμένο και δεν μπορούν να χαρούν, γιατί έζησαν αυτήν την χαρά τότε, που δεν ήταν κατάλληλος καιρός. Ενώ όσα παιδιά προσέχουν, χαίρονται περισσότερο, όταν έρθει ό κατάλληλος καιρός, και μέχρι τότε έχουν πολλή γαλήνη. Βλέπεις μερικές μητέρες που έχουν ζήσει αγνά πόσο ειρηνικές είναι, παρόλο που έχουν ένα σωρό σκοτούρες!

Εγώ πάντοτε τονίζω, ό νέος πριν από τον γάμο να προσπαθεί να ζει όσο πιο πνευματικά μπορεί, και να διατηρεί την αγνότητα του ή οποία του εξασφαλίζει την διπλή υγεία. Ή πνευματική ζωή είναι βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε ζωή ακολουθήσει κανείς. Ό κόσμος έχει γίνει σαν ένα χωράφι με σιτάρι που αρχίζει να ξεσταχυάζει και μπαίνουν μέσα γουρούνια και το τσαλαπατούν. Και τώρα φαίνονται ανακατεμένα χόρτα, λάσπες, στάχυα, και που και που, σε καμιά άκρη, υπάρχει και κανένα στάχυ όρθιο…

Σήμερα όμως, Γέροντα, στα Πανεπιστήμια κ.λπ. υπάρχουν πολλοί πειρασμοί για έναν νέο.

Να συνδεθεί με πνευματικά παιδιά, για να βοηθιέται και να κινείται σε μια πνευματική ατμόσφαιρα. Ας μην κάνουμε τα πράγμα τα δυσκολότερα από ό,τι είναι. Γνωρίζω πολλά παιδιά που πηγαίνουν στο Πανεπιστήμιο και ζουν αγνά, με την μικρή δική τους προσπάθεια

και με την μεγάλη βοήθεια του θεού. (σ. 32—34).

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΡΜΟΝΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ.

 

 

Η καλή αρχή της οικογενειακής ζωής.

… Αν ό νέος σκέφτεται κάποια κοπέλα σοβαρά για σύζυγο, νομίζω, καλύτερα είναι πρώτα να το κάνη γνωστό με κάποιο συγγενικό του πρόσωπο στους γονείς της και κατόπιν να το συζητήσει και ό ίδιος μαζί τους και με την κοπέλα. Στην συνέχεια, αν δώσουν λόγο και κάνουν αρραβώνες – καλό είναι ό αρραβώνας να μη διαρκή πολύ -, να προσπαθήσει, στο διάστημα που θα μεσολάβηση μέχρι τον γάμο, να βλέπει την κοπέλα σαν αδελφή του και να την σέβεται. Αν αγωνισθούν και οι δύο φιλότιμα να διατηρήσουν την παρθενία τους, τότε στο Μυστήριο του γάμου, όταν τους στεφάνωση ό Ιερέας, θα λάβουν πλούσια την Χάρη του Θεού. Γιατί, όπως λέει ό Άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, τα στέφανα είναι σύμβολα της νίκης κατά της ηδονής.. (ο. 37-38).

 

Στην διαφορά των χαρακτήρων κρύβεται ή αρμονία του θεού.

… Μου λένε μερικοί άνδρες: «Δεν συμφωνώ με την γυναίκα μου -είμαστε αντίθετοι χαρακτήρες. Άλλος χαρακτήρας εκείνη, άλλος εγώ! Πώς κάνει τέτοια παράξενα πράγματα ό Θεός; Δεν θα μπορούσε να οικονομήσει μερικές καταστάσεις έτσι, ώστε να ταιριάζουν τα ανδρόγυνα, για να μπορούν να ζουν πνευματικά;». «Δεν καταλαβαίνετε, τους λέω, ότι μέσα στην διαφορά των χαρακτήρων κρύβεται ή αρμονία του Θεού; Οι διαφορετικοί χαρακτήρες δημιουργούν αρμονία. Αλίμονο, αν ήσασταν ίδιοι χαρακτήρες! Σκεφθείτε τι θα γινόταν, αν λ.χ. και οι

δύο θυμώνατε εύκολα• θα γκρεμίζατε το σπίτι. Η, αν και οι δύο ήσασταν ήπιοι χαρακτήρες, θα κοιμόσασταν όρθιοι!…»…

Σε ένα ανδρόγυνο ξέρετε τι είπα; «Επειδή ταιριάζετε, γι’ αυτό δεν ταιριάζετε!». Είναι και οι δύο ευαίσθητοι. Αν συμβεί κάτι στο σπίτι, και οι δύο τα χάνουν και αρχίζουν: «Ωχ, τι πάθαμε!» ό ένας, «ωχ, τι πάθαμε!» ό άλλος. Ο ένας δηλαδή βοηθάει τον άλλον να απελπισθεί πιο πολύ. Δεν μπορεί να τον τόνωση λίγο «για στάσου, να του πει, δεν είναι και τόσο σοβαρό αυτό που μας συμβαίνει». Το έχω δει αυτό σε πολλά ανδρόγυνα.

Και στην αγωγή των παιδιών, όταν οι σύζυγοι είναι διαφορετικοί χαρακτήρες, μπορούν περισσότερο να βοηθήσουν. Ο ένας κρατάει λίγο φρένο, ό άλλος λέει: «Άφησε τα παιδιά λίγο ελεύθερα». Αν τα στριμώξουν και οι δύο, θα χάσουν τα παιδιά τους. Και αν τα αφήσουν και οι δύο ελεύθερα, πάλι θα τα χάσουν. Ενώ έτσι βρίσκουν και τα παιδιά μία ισορροπία.

Θέλω να πω ότι όλα χρειάζονται. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεπερνούν τα όρια, αλλά ό καθένας να βοηθάει τον άλλον με τον τρόπο του. Αν φας λ.χ. κάτι πολύ γλυκό, θέλεις να φας και κάτι που είναι λίγο αλμυρό… (σ. 39-40).

 

Ο σεβασμός μεταξύ των συζύγων.

Ο Θεός τα ρύθμισε όλα με σοφία. Με άλλα χαρίσματα προίκισε τον άνδρα, με άλλα την γυναίκα. Έδωσε στον άνδρα ανδρισμό, για να τα βγάζει πέρα στις δύσκολες υποθέσεις και για να υποτάσσεται σ’ αυτόν ή γυναίκα. Γιατί, αν έδινε και στην γυναίκα τον ίδιο ανδρισμό, δεν θα μπορούσε να σταθεί οικογένεια.

«Ο ανήρ, λέει ή Γραφή, εστί κεφαλή της γυναικός» (Έφεσ. 5, 23). Δηλαδή ό Θεός κανόνισε, ώστε ό άνδρας να αφεντεύει στην γυναίκα. Να αφεντεύει ή γυναίκα στον άνδρα είναι ύβρις στον Θεό. Ο Θεός έπλασε πρώτα τον Αδάμ και ό Αδάμ είπε για την γυναίκα: «Τούτο νυν όστούν εκ των όστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου» (Γενέσ. 2, 23). Η γυναίκα, λέει το Ευαγγέλιο, πρέπει να φοβάται τον άνδρα, δηλαδή να τον σέβεται, και ό άνδρας να αγαπάει την γυναίκα (Έφεσ. 5, 33). Μέσα στην αγάπη είναι ό σεβασμός. Μέσα στον σεβασμό είναι ή αγάπη. Αυτό το όποιο αγαπώ, το σέβομαι κιόλας. Και αυτό το όποιο σέβομαι, το αγαπώ. Δηλαδή δεν είναι άλλο το ένα και άλλο το άλλο• ένα πράγμα είναι και τα δύο… (σ. 41—42).

 

Η αγάπη μεταξύ των συζύγων.

- Έγραψες Γερόντισσα, ευχές στον Δημήτρη που παντρεύεται; Έγραψα, Γέροντα.

- Φέρε την κάρτα να συμπληρώσω κι εγώ: «Ο Χριστός και ή Παναγία μαζί σας. Σου δίνω ευλογία, Δημήτρη, να μαλώνεις με όλον τον κόσμο, εκτός από την Μαρία! Το ίδιο και στην Μαρία!».

Για να δω, θα καταλάβουν τι εννοώ; Με ρώτησε κάποιος: «Γέροντα, τι ενώνει περισσότερο τον άνδρα με την γυναίκα;». «Ή ευγνωμοσύνη», του λέω. Ό ένας αγαπάει τον άλλον γι’ αυτό που του χαρίζει. Ή γυναίκα δίνει στον άνδρα την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση, την υπακοή. Ό άνδρας δίνει στην γυναίκα την σιγουριά ότι μπορεί να την προστατέψει. Ή γυναίκα είναι ή αρχόντισσα του σπιτιού, αλλά και ή μεγάλη υπηρέτρια• ό άνδρας είναι ό κυβερνήτης του σπιτιού, αλλά και ό χαμάλης.

Μεταξύ τους τα ανδρόγυνα πρέπει να έχουν την εξαγνισμένη αγάπη, για να έχουν αλληλοπαρηγοριά και να μπορούν να κάνουν και τα πνευματικά τους καθήκοντα. Για να ζήσουν αρμονικά, χρειάζεται να βάλουν εξαρχής ως θεμέλιο της ζωής τους την αγάπη, την ακριβή αγάπη, που βρίσκεται μέσα στην πνευματική αρχοντιά, στην θυσία, και όχι την ψεύτικη, την κοσμική, την σαρκική. Αν υπάρχει αγάπη, θυσία, πάντα έρχεται ό ένας στην θέση του άλλου, τον καταλαβαίνει, τον πονάει. Και όταν παίρνει κανείς τον πλησίον του στην πονεμένη του καρδιά, παίρνει τότε μέσα του τον Χριστό, ό οποίος τον γεμίζει και πάλι με την ανέκφραστη αγαλλίαση Του.

Όταν υπάρχει αγάπη, και μακριά να βρεθεί ό ένας από τον άλλον, αν οι περιστάσεις το απαιτήσουν, κοντά θα βρίσκεται, γιατί την αγάπη του Χριστού δεν την χωρίζουν αποστάσεις. Όταν όμως, Θεός φυλάξει, τα ανδρόγυνα δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους, μπορεί να βρίσκονται κοντά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται μακριά. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν σε όλη την ζωή τους την αγάπη, να θυσιάζεται ό ένας για τον άλλον.

Η σαρκική αγάπη ενώνει εξωτερικά τους κοσμικούς ανθρώπους τόσο μόνον, όσο υπάρχουν κοσμικά προσόντα, και τους χωρίζει, όταν αυτά χαθούν, οπότε και αυτοί οδηγούνται στην απώλεια Ενώ, όταν υπάρχει ή πνευματική, ή ακριβή αγάπη, αν τυχόν ό ένας από τους συζύγους χάση τα κοσμικά του προσόντα, αυτό όχι μόνο δεν τους χωρίζει, αλλά τους ενώνει περισσότερο. Όταν υπάρχει μόνον ή σαρκική αγάπη, τότε, αν λ.χ. ή γυναίκα μάθη ότι ό σύντροφος της κοίταξε κάποια άλλη, του πετάει βιτριόλι και τον τυφλώνει. Ενώ, όταν υπάρχει ή αγνή αγάπη, τον πονάει πιο πολύ και κοιτάζει με τρόπο πώς να τον φέρει πάλι στον σωστό δρόμο. Έτσι έρχεται ή Χάρη του Θεού… (σ. 43-44).

 

Με την υπομονή σώζεται ή οικογένεια.

… Όταν δύο βόδια είναι στον ζυγό και το ένα είναι λίγο αδύνατο ή τεμπέλικο, τότε το άλλο βάζει περισσότερη δύναμη και τραβάει σβαρνίζει κατά κάποιον τρόπο και το άλλο… Σκέψου μια μητέρα να έχει τέσσερα παιδιά και το ένα να είναι καθυστερημένο, το άλλο να έχει ψυχοπάθεια, το άλλο μεσογειακή αναιμία, το άλλο να γυρνάει τα μεσάνυχτα. Και με τον σύζυγο, ανάλογα με το τι άνθρωπος είναι, να έχει ή καημένη άλλα βάσανα…

Και καλά, μερικές γυναίκες έχουν αμαρτίες και εξοφλούν έτσι, αλλά είναι και άλλες που δεν έχουν αμαρτίες. Αυτές έχουν καθαρό μισθό από την ταλαιπωρία που περνούν. Γνωρίζω μια μάνα που ήταν ένα αγγελούδι, πολύ καλή ψυχή, το πιο καλό, το πιο ήσυχο παιδί από την οικογένεια. Και σε τι στραβόξυλο έπεσε! Πώς ξεγελάστηκαν οι δικοί της! Παντρεύτηκε έναν μέθυσο, που από μικρός ήταν αλητάκι. Ο πατέρας του μεθούσε και πήρε και αυτός την ίδια συνήθεια. Να ξενοδουλεύει ή καημένη, να σκοτώνεται στην δουλειά, και εκείνος να την δέρνει και να την απειλή με το μαχαίρι. Πόσες φορές της λέει: «Θα σε σφάξω»! Και να φοβάται μην την σφάξει! Μαρτύριο περνάει! Έχει και τέσσερα παιδιά. Οι δικοί της έφθασαν σε σημείο να της λένε να τον χωρίσει, αλλά εκείνη τους απαντάει: «Λέω να κάνω ακόμη υπομονή», και κάνει υπομονή. Το καταλαβαίνετε; Ούτε Γεροντικά διάβασε ούτε Συναξάρια, και όμως κάνει υπομονή. «Καλά, της είπα μια φορά, τα παιδιά δεν επεμβαίνουν;». «Ακόμη είναι δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών, μου είπε. Ας πάνε στρατιώτες, και μετά θα τον περιλάβουν!». Δηλαδή, μέχρι να πάνε στρατιώτες τα παιδιά, να τρώει ξύλο!., (σ. 47-48).

 

Η υπομονή χαριτώνει τον άνθρωπο.

… Όταν ό άλλος είναι μπουρινιασμένος, ό,τι και να του πεις, δεν γίνεται τίποτε. Καλύτερα εκείνη την στιγμή να σιωπήσεις και να λες την Ευχή. Με την Ευχή θα καλμάρει ό άλλος, θα ηρέμηση και θα μπόρεσης μετά να συνεννοηθείς μαζί του. Βλέπεις, και οι ψαράδες δεν πάνε να ψαρέψουν, αν δεν έχει μπουνάτσα κάνουν υπομονή, ώσπου να καλοσυνέψει ό καιρός.

Που οφείλεται, Γέροντα, ή ανυπομονησία των ανθρώπων;

Στην πολλή… εσωτερική τους ειρήνη! Ο Θεός την σωτηρία των ανθρώπων την κρέμασε στην υπομονή. «Ο δε ύπομεινας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. 10, 22), λέει το Ευαγγέλιο. Γι’ αυτό δίνει δυσκολίες, διάφορες δοκιμασίες, για να ασκηθούν στην υπομονή οι άνθρωποι.

Η υπομονή ξεκινά από την αγάπη. Για να υπομείνεις τον άλλον, πρέπει να τον πόνεσης. Και βλέπω πώς με την υπομονή σώζεται ή οικογένεια. Είδα θηρία να γίνονται αρνιά. Με την εμπιστοσύνη στον Θεό τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά και πνευματικά. Μια φορά, όταν ήμουν στην Μονή Στομίου, είχα δει στην Κόνιτσα μια γυναίκα που έλαμπε το πρόσωπο της. Ήταν μητέρα πέντε παιδιών. Μετά θυμήθηκα ποια ήταν. Ο άνδρας της ήταν μαραγκός και έπαιρνε πολλές φορές δουλειές μαζί με τον μάστορά μου1. Μια κουβέντα να του έλεγαν οι νοικοκυραίοι, λ.χ. «μάστρο-Γιάννη, μήπως αυτό να το κάνουμε έτσι;», γινόταν θηρίο. «Έμενα θα μου κάνης τον δάσκαλο;», τους έλεγε. Έσπαζε τα εργαλεία του, τα πετούσε και έφευγε. Αφού παρατούσε την δουλειά του και τα έσπαζε όλα σε ξένα σπίτια, καταλαβαίνεις στο σπίτι του τι έκανε! Αυτή λοιπόν ήταν του μαστρο-Γιάννη ή γυναίκα. Με αυτόν τον άνθρωπο δεν μπορούσες μία μέρα να καθίσεις, και αυτή χρόνια ζούσε μαζί του. Κάθε μέρα περνούσε μαρτύριο, και όμως όλα τα αντιμετώπιζε με πολλή καλοσύνη και έκανε υπομονή. Επειδή ήξερα την κατάσταση στο σπίτι, όταν την συναντούσα, την ρωτούσα: «τι κάνει ό κυρ-Γιάννης; Δουλεύει;». «Ε, πότε δουλεύει, πότε κάθεται λιγάκι!». «Πώς τα περνάτε;». «Πολύ καλά, πάτερ!», μου έλεγε. Και το έλεγε με την καρδιά της. Δεν υπολόγιζε που έσπαζε τα εργαλεία του — και αξίας εργαλεία — ούτε που αναγκαζόταν ή καημένη να ξενοδουλεύει, για να τα βγάλουν πέρα. Βλέπετε με πόση υπομονή, με πόση καλοσύνη και με πόση αρχοντιά τα αντιμετώπιζε όλα! Ούτε τον κατηγορούσε καθόλου! Γι αυτό ό θεός την χαρίτωσε και έλαμπε το πρόσωπο της. Μεγάλωσε και τα πέντε παιδιά της και έγιναν πολύ καλά παιδιά. Μπόρεσε και κράτησε και τα παιδιά της… (σ. 49-50).

 

Η πιστή σύζυγος.

Γέροντα, μια γυναίκα την εγκατέλειψε ό άνδρας της, πήρε και το παιδί, και έχει σχέσεις με δύο άλλες γυναίκες. Με ρώτησε τι να κάνη.

Να της πεις, όσο μπορεί, να κάνη υπομονή, προσευχή και να φέρεται με καλοσύνη. Να περιμένει, να μη διάλυση τον γάμο ή ίδια. Κάποιος περιφρονούσε την γυναίκα του, την κακομεταχειριζόταν, και αυτή τα αντιμετώπιζε όλα με υπομονή και καλοσύνη, μέχρι που πέθανε σχετικά νέα Όταν έκαμαν την εκταφή της, βγήκε από τον τάφο μία ευωδία! Απόρησαν όσοι βρίσκονταν εκεί. Βλέπετε, αυτή αντιμετώπιζε τα πάντα με υπομονή σ’ αυτήν την ζωή, γι αυτό δικαιώθηκε στην άλλη ζωή… (σ. 51-52).

 

Τα παιδιά των διαλυμένων οικογενειών.

Σήμερα ό γάμος, όπως κατάντησε, έχει χάσει το νόημα του. Διαλύονται οικογένειες στα καλά καθούμενα. Ήρθε τις προάλλες στο Καλύβι κάποιος τελείως ζαλισμένος. Είχε δύο παιδιά από μία φιλενάδα. Παντρεύτηκε μια άλλη, έκανε ένα παιδί και την χώρισε. Μετά ξαναπαντρεύτηκε κάποια άλλη, ή οποία ήταν χωρισμένη και είχε δύο παιδιά από τον πρώτο γάμο της και ένα παιδί από έναν φίλο. Έκανε και μ’ αυτήν άλλα δύο. «Για βάστα, του λέω, από πόσες μανάδες είναι αυτά τα παιδιά και από πόσους πατεράδες;».

Έτσι καταστρέφονται τα ταλαίπωρα τα παιδιά. Όσα είναι ευαίσθητα και δεν μπορούν να ξεπεράσουν την στενοχώρια, απελπίζονται και μερικά αυτοκτονούν. Αλλά πίνουν, για να ξεχνούν, άλλα μπλέκονται με τα ναρκωτικά. Που τα βρίσκουν τα χρήματα; Ή πιο μικρή δόση ηρωίνης στοιχίζει τέσσερις χιλιάδες δραχμές. Ή μεγάλη έξι ή επτά χιλιάδες (το 1990). Και αυτά τα παιδιά είναι από τα ζωηρά της προηγούμενης γενιάς. Τα άλλα από το αυτόματο διαζύγιο, που είναι ακόμη μικρά, τι θα γίνουν; Φέτος το καλοκαίρι πόσα παιδιά πέρασαν από το Καλύβι που έπαιρναν ναρκωτικά! Τα περισσότερα, τα κακόμοιρα, ήσαν από διαλυμένες οικογένειες. Να βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση στην ηλικία των είκοσι επτά ετών και να ζητούν βοήθεια! Και να δεις, τα παιδιά από τις διαλυμένες οικογένειες φαίνονται από μακριά… (σ. 54-55).

 

Το «φταίξιμο» και το «δίκαιο» των συζύγων.

Μια φορά ήρθε στο Καλύβι κάποιος και μου είπε ότι είχε προβλήματα με την γυναίκα του. Πήγαιναν για χωρισμό. Δεν ήθελε να δη ο ένας τον άλλον. Ήσαν και οι δύο δάσκαλοι, είχαν και δύο παιδάκια. Δεν έτρωγαν ποτέ στο σπίτι. Σε άλλο εστιατόριο έτρωγε ό ένας μετά το Σχολείο, σε άλλο ό άλλος, και αγόραζαν και κάτι σάντουιτς, για να φάνε τα παιδιά. Τα καημένα, όταν οι γονείς γύριζαν στο σπίτι, πήγαιναν και έψαχναν στις τσέπες και στις τσάντες τους, για να δουν τι τους έφεραν απ’ έξω να φάνε. Περνούσαν μεγάλο δράμα! Αυτός έκανε και τον ψάλτη. Σε άλλη εκκλησία πήγαινε ή γυναίκα του, σε άλλη έψαλλε αυτός. Τόσο πολύ! «τι να κάνω, πάτερ, μου λέει, σηκώνω μεγάλο σταυρό, πολύ μεγάλο. Κάθε μέρα έχουμε φασαρίες στο σπίτι». «Πήγες στον Πνευματικό;», τον ρωτάω. «Ναι, πήγα, μου λέει, και μου είπε: Υπομονή να κάνης σηκώνεις μεγάλο σταυρό». «Για να δω, του λέω, ποιος σηκώνει μεγάλο σταυρό. Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όταν παντρευτήκατε, μαλώνατε έτσι;». «Όχι, μου λέει. Οκτώ χρόνια ήμασταν πολύ αγαπημένοι. Λάτρευα την γυναίκα μου περισσότερο από τον Θεό! Μετά εκείνη άλλαξε. Έγινε γκρινιάρα, ιδιότροπη…». Ακούς; Την λάτρευε περισσότερο από τον Θεό! «Έλα εδώ, του λέω. Λάτρευες την γυναίκα σου περισσότερο από τον Θεό! Ή γυναίκα σου φταίει τώρα ή εσύ, που φθάσατε σ’ αυτήν την κατάσταση; Εξ αιτίας σου πήρε την Χάρη Του ό Θεός από την γυναίκα σου. Και τι σκέφτεσαι να κάμεις τώρα;», τον ρωτάω. «Μάλλον να χωρίσουμε», μου λέει. «Μήπως έμπλεξες και με καμιά άλλη;». «Ναι, έχω ύπ’ όψιν μου κάποια», μου λέει. «Βρε, δεν καταλαβαίνεις ότι εσύ είσαι ό φταίχτης; Να ζήτησης πρώτα συγχώρεση από τον Θεό, γιατί λάτρευες την γυναίκα σου περισσότερο από Εκείνον. Μετά να πάς να ζήτησης συγχώρεση από την γυναίκα σου. Να με συγχώρεσης, να της πεις, εγώ έγινα αιτία να δημιουργηθεί αύτη ή κατάσταση στο σπίτι και να ταλαιπωρούνται και τα παιδιά. Έπειτα να πάς να εξομολογηθείς και να λατρεύεις τον Θεό σαν Θεό και να αγαπάς την γυναίκα σου σαν γυναίκα σου, και θα δεις, τα πράγματα θα πάνε καλά». Τον τράνταξα. Άρχισε να κλαίει. Μου υποσχέθηκε πώς θα με ακούσει. Ήρθε μετά από λίγο καιρό χαρούμενος. «Σ’ ευχαριστώ, πάτερ, μας έσωσες, μου λέει. Είμαστε μια χαρά, κι εμείς και τα παιδιά μας». Βλέπεις; Να είναι αυτός ό φταίχτης και να νομίζει κιόλας ότι σηκώνει πολύ μεγάλο σταυρό!…

Υπάρχουν και περιπτώσεις που μπορεί να έχει και ό ένας και ό άλλος δίκαιο. Κάποτε έλεγα σε μια συντροφιά πόσο αγνός ήταν ό Μακρυγιάννης. Είχε και σωματική και ψυχική αγνότητα. Όποτε πετάγεται κάποιος και μου λέει: «Όχι να θέλουν να παρουσιάσουν τον Μακρυγιάννη και για άγιο!». «Γιατί όχι;», τον ρωτάω. «Γιατί έδερνε την γυναίκα του», μου απαντάει. «Κοίταξε να σου πω τι συνέβαινε. Ο Μακρυγιάννης, όταν τύχαινε να έχει κανένα τάλιρο και ερχόταν καμιά χήρα που είχε παιδιά, της το έδινε. Η γυναίκα του, ή καημένη, γκρίνιαζε. Μα κι εσύ παιδιά έχεις, του έλεγε, γιατί το έδωσες;. Κι εκείνος της έδινε κανένα μπάτσο και της έλεγε• εσύ έχεις τον άνδρα σου, που θα σε οικονομήσει. Αυτή ή καημένη δεν έχει άνδρα, ποιος θα την οικονομήσει;». Δηλαδή και οι δύο είχαν δίκαιο.

 

Ύστερα, αν ό ένας από τους δύο συζύγους ζει πνευματικά, τότε και δίκαιο να έχει, δεν έχει κατά κάποιον τρόπο δίκαιο. Γιατί, σαν πνευματικός άνθρωπος που είναι, πρέπει να αντιμετώπιση μία αδικία πνευματικά. Να τα αντιμετωπίζει δηλαδή όλα με την θεία δικαιοσύνη, να βλέπει τι αναπαύει τον άλλον. Γιατί, αν μια ψυχή είναι αδύνατη και σφάλλει, έχει κατά κάποιον τρόπο ελαφρυντικά. Ο άλλος όμως, που είναι σε καλύτερη πνευματική κατάσταση και δεν δείχνει κατανόηση, σφάλλει πολύ περισσότερο. Όταν και οι πνευματικοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα πράγματα κοσμικά, με την κοσμική, την ανθρώπινη δικαιοσύνη, τι γίνεται μετά; Πρέπει να πηγαίνουν συνέχεια στα κοσμικά δικαστήρια. Γι’ αυτό και βασανίζονται οι άνθρωποι (σ. 55-58).

 

Η ΤΕΚΝΟΠΟΙΙΑ.

 

Οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα είναι το απαθέστερο ζευγάρι.

 

Γέροντα, πέστε μας για τον Άγιο Ιωακείμ και την Αγία Άννα, τους Θεοπάτορες. Κάποτε κάτι αρχίσατε να μας λέτε.

Από μικρός είχα σε μεγάλη ευλάβεια τους Αγίους Θεοπάτορες. Μάλιστα είχα πει σε κάποιον ότι, όταν με κάνουν καλόγερο, θα ήθελα να μου δώσουν το όνομα Ιωακείμ. Πόσα οφείλουμε σ’ αυτούς! Οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα είναι το απαθέστερο ανδρόγυνο που υπήρξε ποτέ. Δεν είχαν καθόλου σαρκικό φρόνημα.

Ο Θεός έτσι έπλασε τον άνθρωπο και έτσι ήθελε να γεννιούνται οι άνθρωποι, απαθώς. Άλλα μετά την πτώση μπήκε το πάθος στην σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στην γυναίκα. Μόλις βρέθηκε ένα απαθές ανδρόγυνο, όπως έπλασε ό Θεός τον άνθρωπο και όπως ήθελε να γεννιούνται οι άνθρωποι, γεννήθηκε ή Παναγία, αυτό το αγνό πλάσμα, και στην συνέχεια σαρκώθηκε ό Χριστός. Μου λέει ό λογισμός ότι θα κατέβαινε και νωρίτερα ό Χριστός στην γη, αν υπήρχε ένα αγνό ζευγάρι, όπως ήταν οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα.

Οι Ρωμαιοκαθολικοί φθάνουν στην πλάνη και πιστεύουν, δήθεν από ευλάβεια, ότι ή Παναγία γεννήθηκε χωρίς να έχει το προπατορικό αμάρτημα. Ενώ ή Παναγία δεν ήταν απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα, αλλά γεννήθηκε όπως ήθελε ό Θεός να γεννιούνται οι άνθρωποι μετά την δημιουργία. Ήταν πάναγνη, γιατί ή σύλληψη Της έγινε χωρίς ηδονή. Οι Άγιοι Θεοπάτορες, μετά από θερμή προσευχή στον Θεό να τους χαρίσει παιδί, συνήλθαν όχι από σαρκική επιθυμία, αλλά από υπακοή στον Θεό. Αυτό το γεγονός το είχα ζήσει στο Σινά.

 

Ή εγκράτεια στην έγγαμη ζωή.

 

Ο Θεός «εποίησε τα πάντα καλά λίαν» (Γενέσ 1, 31). Ό άνδρας νιώθει μια φυσική έλξη προς την γυναίκα και ή γυναίκα προς τον άνδρα. Αν δεν υπήρχε αυτή ή έλξη, ποτέ δεν θα ξεκινούσε κανείς να κάνη οικογένεια. Θα συλλογιζόταν τις δυσκολίες που θα είχε αργότερα στην οικογένεια με την ανατροφή των παιδιών κ.λπ. και δεν θα αποφάσιζε να ξεκινήσει.

Μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων το σαρκικό φρόνημα σε μερικούς ανθρώπους μπορεί να υπάρχει πέντε τοις εκατό, σε άλλους δέκα, τριάντα κ.λπ. Αλλά σήμερα που να βρεθούν άνθρωποι να έχουν πέντε τοις εκατό σαρκικό φρόνημα, να έχουν δηλαδή αγνό φρόνημα! Πάντως σε όλους τους ανθρώπους έχει δοθεί από τον Θεό ή δυνατότητα να φθάσουν στην απάθεια, αν αγωνισθούν με φιλότιμο.

Δεν δικαιολογούνται οι έγγαμοι, επειδή ακολούθησαν τον έγγαμο βίο, να ξεχνούν ότι ό άνθρωπος δεν είναι μόνο σάρκα, αλλά είναι και πνεύμα, και να αφήνουν τον εαυτό τους αχαλίνωτο. Πρέπει να αγωνίζονται να υποτάξουν την σάρκα στο πνεύμα. Αν προσπαθούν να ζουν πνευματικά, με την καθοδήγηση του Πνευματικού τους, θα αρχίσουν να γεύονται σιγά-σιγά και ανώτερες χαρές, πνευματικές, ουράνιες, και δεν θα αναζητούν τις σαρκικές. Έχουν υποχρέωση να αγωνίζονται και να εγκρατεύονται, για να μη μεταδώσουν το σαρκικό πάθος και στα παιδιά τους. Ένα παιδάκι, που οι γονείς του έχουν πολύ σαρκικό φρόνημα, έχει από μικρό τέτοιες τάσεις, γιατί παίρνει το σαρκικό φρόνημα από αυτούς. Στην αρχή αυτό είναι απαλό, όπως όλα τα κληρονομικά πάθη – σαν την τσουκνίδα που, μόλις φυτρώνει, είναι απαλή και μπορείς να την πιάσεις, ενώ, όταν μεγαλώσει, τσιμπάει — και μπορεί να θεραπευθεί από έναν καλό Πνευματικό, που έχει διάκριση. ‘Αν όμως δεν το κόψη στην μικρή ηλικία, θα χρειασθεί πολύ να αγωνισθεί, όταν μεγαλώσει, για να το κόψη (σ. 62-64).

 

Η ανθρώπινη λογική στο θέλημα του Θεού για την τεκνογονία.

 

Πολλές φορές ανδρόγυνα μου εκφράζουν την ανησυχία τους για το θέμα της τεκνοποιίας και ζητούν την γνώμη μου. Άλλα σκέφτονται να κάνουν ένα-δύο παιδιά και άλλα θέλουν να αποκτήσουν πολλά παιδιά. Αυτό όμως που τους συμφέρει είναι να αφήνουν το θέμα της τεκνοποιίας στον Θεό. Να εμπιστεύονται την ζωή τους στην θεία Πρόνοια και να μη βάζουν δικά τους προγράμματα. Πρέπει να πιστεύουν ότι ό Θεός, που φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για τα δικά τους παιδιά…

Μερικοί προσπαθούν πρώτα να τακτοποιήσουν όλα τα άλλα και υστέρα να σκεφθούν για παιδιά. Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους καθόλου τον Θεό. Άλλοι πάλι λένε: «σήμερα είναι δύσκολη ή ζωή• ένα παιδί φθάνει, γιατί και αυτό με δυσκολία το μεγαλώνεις», και δεν κάνουν άλλα παιδιά. Δεν καταλαβαίνουν πόσο αμαρτάνουν μ’ αυτήν την τοποθέτηση, γιατί δεν αφήνονται με εμπιστοσύνη στον Θεό. Ο Θεός έχει σπλάγχνα. Μόλις δη ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν, δεν Του είναι δύσκολο να μην τους δώσει άλλα παιδιά.

Ξεκινούν πολλοί να παντρευτούν, χωρίς να σκεφθούν ότι πρέπει να έχουν και ως σκοπό να κάνουν παιδιά και να τα αναθρέψουν χριστιανικά. Δεν θέλουν πολλά παιδιά, για να μην έχουν σκοτούρες, και έχουν στα διαμερίσματα σκυλιά, γατιά… Στην Αυστραλία έχουν γηροκομείο για σκύλους, για γάτες…, ακόμη και νεκροταφείο για τα ζώα! Οί άνθρωποι, έτσι όπως πάνε, θα μεγαλώνουν ποντίκια και θα τα κάνουν κονσέρβες, για να ταΐζουν τα γατιά• θα μεγαλώνουν λαγούς και κουνέλια και θα τα κάνουν κονσέρβες, για να ταΐζουν τα σκυλιά, και άλλοι άνθρωποι θα πεθαίνουν από την πείνα! Και βλέπεις, άμα σκοτώσει κανείς ένα σκυλί, μπορεί να πλήρωση περισσότερα απ’ όσα αν σκότωνε έναν άνθρωπο. Εξαρτάται φυσικά και από το τίνος θα είναι το σκυλί… Που φθάσαμε!… Ό άνθρωπος στην εποχή μας αξίζει λιγότερο και από ένα σκυλί!

Και μερικοί Πνευματικοί απορώ πώς λένε μερικά πράγματα. Μια φορά με ρώτησαν κάποιοι προσκυνητές που ήρθαν εκεί στο Καλύβι:

«Γέροντα, ό ιερός Χρυσόστομος γράφει πουθενά να μην κάνουν οι σύζυγοι παιδιά;». «τι είναι αυτά που λέτε; Που το ακούσατε αυτό;», τους λέω.

«Να, ό πατήρ τάδε μας το είπε», μου λένε.

Πιάνω τον πατέρα τάδε και τον ρωτάω. «Είπες τέτοιο πράγμα».

«Ναι», μου λέει. «Που το βρήκες αυτό γραμμένο;», τον ρωτάω.

«Ο ιερός Χρυσόστομος το αναφέρει στον Περί παρθενίας λόγο του», μου λέει! «Κοίταξε, του λέω, εγώ δεν διάβασα Άγιο Χρυσόστομο, αλλά δεν μπορεί ό Άγιος να λέει κάτι τέτοιο κάτι άλλο θα λέει.

Φέρε να δω τι γράφει».

Μου φέρνει το βιβλίο και μου δείχνει το χωρίο. Το διαβάζω και βλέπω ότι ό Άγιος γράφει: «Τώρα έχουν αυξηθεί οι άνθρωποι και σας δίνεται ή δυνατότητα να ζήσετε και εν παρθενία• δεν είναι όπως παλιά που έπρεπε να αφήσουν απογόνους» δεν λέει δηλαδή «μη γεννάτε παιδιά».

Και αυτός να επιμένει.

Να είναι κληρικός και θεολόγος, και να λέει τέτοια πράγματα!

Να δείχνει ότι διαβάζει Χρυσόστομο, ότι κάνει και διατριβές, και να τον έχουν για καλό Πνευματικό! Ξέρετε τι βλάβη κάνουν κάτι τέτοιες λανθασμένες ερμηνείες σε ανθρώπους που θέλουν να αναπαύσουν τον λογισμό τους;

Για πολλούς που ζουν κοσμικά ή οικογένεια σήμερα δεν έχει νόημα. Γι’ αυτό ή δεν παντρεύονται ή παντρεύονται και δεν κάνουν παιδιά ή σκοτώνουν τα παιδιά με τις εκτρώσεις, και έτσι μόνοι τους εξαφανίζουν το σόι τους. Δηλαδή μόνοι τους καταστρέφονται δεν τους καταστρέφει ό Θεός. Ενώ οι πιστοί, που τηρούν τις εντολές του Θεού, δέχονται την Θεία Χάρη, γιατί ό Θεός είναι υποχρεωμένος κατά κάποιον τρόπο να τους βοηθάει στα δύσκολα χρόνια που ζούμε.

Και βλέπουμε Χριστιανούς οικογενειάρχες, με όσα παιδάκια τους δίνει ό Θεός, να τα μεγαλώνουν με φόβο Θεού. Και όλα τα παιδιά να είναι ισορροπημένα, χαρούμενα, ευλογία Θεού, και να προκόβουν. Εκεί που λέμε: «τι θα γίνει ό κόσμος;», βλέπουμε τώρα να προχωράει, με την Χάρη του Θεού, μια γενιά καλή. Ό διάβολος καταστρέφει, αλλά και ό Καλός Θεός εργάζεται και δεν θα αφήσει να εξαφανισθεί το γένος μας (σ. 64—68).

 

Δυσκολίες στην τεκνοποιία.

Σε μερικές γυναίκες που δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδιά λειτουργούν και οι πνευματικοί νόμοι, γιατί δεν κάνουν οικογένεια εγκαίρως. Αρχίζουν να διαλέγουν. «Όχι, αυτός είναι έτσι, εκείνος είναι αλλιώς», δίνουν μια υπόσχεση σε κάποιον, κοιτάζουν συγχρόνως και άλλον, λένε μετά «όχι» σ’ εκείνον που έδωσαν την υπόσχεση – και αυτός, αντί να το θεώρηση ευλογία που τον αφήνει πριν παντρευτούν, πάει να αυτοκτονήσει. Ε, τι οικογένεια θα κάνη μια τέτοια κοπέλα; Άλλες γυναίκες δεν μπορούν να κάνουν παιδιά, γιατί στα νεανικά τους χρόνια έζησαν άτακτη ζωή. Μερικές πάλι επηρεάζονται από την διατροφή. Πολλές τροφές περιέχουν πολλά φάρμακα και ορμόνες.

Υπάρχουν και ανδρόγυνα που, μόλις παντρευτούν, θέλουν αμέσως να αποκτήσουν παιδί και, αν λίγο καθυστερήσουν, αρχίζουν να αγωνιούν. Άλλα πώς να κάνουν παιδί, ενώ είναι γεμάτοι αγωνία και άγχος; Αν διώξουν την αγωνία και το άγχος και βάλουν στην ζωή τους μια καλή πνευματική σειρά, τότε θα κάνουν παιδί.

Μερικές φορές ό Θεός σκόπιμα αργεί να δώσει παιδί σε κάποιο ανδρόγυνο. Είδατε, και στους Αγίους Ιωακείμ και Άννα, τους Θεοπάτορες, και στον Προφήτη Ζαχαρία και την Αγία Ελισάβετ, στα γεράματα έδωσε παιδί, για να εκπληρωθεί και στις δύο περιπτώσεις το προαιώνιο σχέδιο Του για την σωτηρία των ανθρώπων.

Οι σύζυγοι πρέπει να είναι πάντα έτοιμοι να δεχθούν το θέλημα του Θεού στην ζωή τους. Όποιος εμπιστεύεται τον εαυτό του στον Θεό, ό Θεός δεν τον αφήνει. Τίποτε δεν κάνουμε εμείς, και ό Θεός πόσα κάνει για μας! Με πόση αγάπη και απλοχεριά μας τα δίνει όλα! Υπάρχει τίποτε στον Θεό που να μην μπορεί να το κάνη;

Ένα ανδρόγυνο είχε πέντε παιδιά, αλλά, όταν τα παιδιά τους μεγάλωσαν, αποκαταστάθηκαν και έφυγαν από κοντά τους, έμειναν μόνοι.

Τότε αποφάσισαν να κάνουν ακόμη ένα παιδί, για να το έχουν στα γεράματα τους. Παρόλο που ή γυναίκα ήταν σε ηλικία που δεν μπορούσε να τεκνοποίηση και ανθρωπίνως αυτό ήταν αδύνατο, είχαν όμως μεγάλη πίστη στον Θεό και απέκτησαν ένα αγόρι. Έτσι είχαν μαζί τους στα γεράματα τους τον μικρότερο γιο τους, που τον μεγάλωσαν και τον τακτοποίησαν και αυτόν.

Το θέμα της τεκνοποιίας δεν εξαρτάται μόνον από τον άνθρωπο, εξαρτάται και από τον Θεό. Όταν ό Θεός βλέπει ταπείνωση στο ανδρόγυνο που έχει δυσκολία να απόκτηση παιδιά, τότε όχι μόνον ένα παιδί τους δίνει, αλλά και πολυτέκνους μπορεί να τους κάνη. Όταν όμως βλέπει πείσμα και εγωισμό, αν τους εκπλήρωση το αίτημα τους, θα τους ανάπαυση στο πείσμα τους και στον εγωισμό τους. Πρέπει να αφεθούν εν λευκώ στον Θεό. «Θεέ μου, να πουν, Εσύ για το καλό μας φροντίζεις• “γενηθήτω το θέλημα Σου” (Ματθ. 6, 10)». Τότε θα γίνει αυτό που ζητούν. Γιατί, όταν λέμε «γενηθήτω το θέλημα Σον» και αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στον Θεό, τότε γίνεται το θέλημα του Θεού. Άλλα εμείς από το ένα μέρος λέμε «γενηθήτω το θέλημα σου», και από το άλλο μέρος επιμένουμε στο θέλημα το δικό μας. Τότε τι να κάνη και ό Θεός; (σ. 68—70).

 

Περιπτώσεις ατεκνίας.

… Ό Θεός σε πολλούς δεν δίνει παιδιά, για να αγαπήσουν τα παιδιά όλου του κόσμου σαν δικά τους και να βοηθήσουν για την πνευματική τους αναγέννηση. Κάποιος δεν είχε παιδιά, αλλά, όταν έβγαινε από το σπίτι του, όλα τα παιδιά της γειτονιάς έτρεχαν κοντά του και τον περιτριγύριζαν με πολλή αγάπη. Δεν τον άφηναν να πάει στην δουλειά του. Βλέπετε, ό Θεός δεν του έδωσε δικά του παιδιά, αλλά του χάρισε την ευλογία να τον αγαπούν σαν πατέρα όλα τα παιδιά της γειτονιάς του και με τον τρόπο του να τα βοηθάει πνευματικά. Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.

Άλλοτε πάλι ό Θεός δεν δίνει παιδιά, για να βολεύεται και κανένα ορφανό. Είχα γνωρίσει κάποτε έναν καλό Χριστιανό, που εξασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Όταν πέρασα μια φορά από την πόλη που έμενε, τον επισκέφτηκα και ή πολλή καλοσύνη του με έκαμψε να παραμείνω και να φιλοξενηθώ μια μέρα στο σπίτι του. Γνώρισα και την σύζυγο του, που του έμοιαζε και αυτή στις αρετές. Και από μεν την σύζυγο έμαθα για την πνευματική ζωή του συζύγου, από δε τον σύζυγο για την πνευματική κατάσταση της συζύγου. Αργότερα έμαθα γι’ αυτούς και από πολλούς Χριστιανούς, που τους γνώριζαν, γιατι τους είχαν ευεργετήσει. Ο άνθρωπος αυτός του Θεού εξασκούσε τίμια το επάγγελμα του δικηγόρου. Εάν έβλεπε ότι κάποιος ήταν απατεώνας, όχι μόνο δεν αναλάμβανε την υπόθεση, αλλά και τον ήλεγχε αυστηρά, για να συνέλθει. Εάν έβλεπε ένοχο, αλλά μετανοιωμένο, προσπαθούσε να συμβιβάσει κάπως τα πράγματα ή να ελαττωθεί ή ποινή. Εάν έβλεπε φτωχό αδικημένο, δεν έπαιρνε καθόλου χρήματα και προσπαθούσε στην δίκη να δικαιωθεί. Ζούσε πολύ απλά, και έτσι τα λίγα χρήματα που έβγαζε του έφθαναν, ακόμη και για να βοηθάει φτωχές οικογένειες. Το σπίτι του πιστού δικηγόρου ήταν μια πραγματική πνευματική όαση μέσα στην Σαχάρα της πόλεως. Εκεί μαζεύονταν άνθρωποι πονεμένοι, φτωχοί, άνεργοι, με οικογενειακά προβλήματα, στους οποίους συμπαραστεκόταν σαν καλός πατέρας. Είχε και γνωστούς σε διάφορες θέσεις και, όποιον έπαιρνε τηλέφωνο, για να εξυπηρέτηση κάποιον για καμιά δουλειά, για αρρώστιες κλπ., κανείς δεν του έλεγε «όχι», γιατί όλοι τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν.

Με τον ίδιο τρόπο εργαζόταν και ή γυναίκα του. Βοηθούσε φτωχά παιδιά ή νέους που είχαν δυσκολίες στις σπουδές τους. Σαν μάνα την είχαν. Κάποια στιγμή όμως μου εξέφρασε ένα παράπονο. «Όταν παντρεύτηκα, πάτερ, μου είπε, αμέσως παραιτήθηκα από καθηγήτρια, γιατί είπα να γίνω μια καλή μητέρα. Ζητούσα από τον Χριστό να μου δώσει ακόμη και είκοσι παιδιά, αλλά δυστυχώς ούτε ένα δεν μου έδωσε». Τότε της είπα: «Εσύ, αδελφή, έχεις περισσότερα από πεντακόσια παιδιά, και ακόμη παραπονιέσαι; Ο Χριστός είδε την αγαθή σου προαίρεση και θα σε ανταμείψει γι’ αυτήν. Τώρα που βοηθάς για την πνευματική αναγέννηση τόσων παιδιών, γίνεσαι καλύτερη μητέρα από πολλές μητέρες και ξεπερνάς και όλες τις πολύτεκνες μητέρες. Θα έχεις και μεγαλύτερο μισθό, γιατί με την πνευματική αναγέννηση εξασφαλίζονται τα παιδιά πνευματικά στην αιώνια ζωή». Είχαν εν τω μεταξύ υιοθετήσει μια κοπέλα και της είχαν γράψει την περιουσία τους. Αυτή τους γηροκόμησε και, όταν αναπαύτηκαν, πήγε σε Μοναστήρι – αν και το σπίτι τους ήταν σαν Μοναστήρι, γιατί διαβάζονταν όλες οι Ακολουθίες. Στον Εσπερινό και στο Απόδειπνο είχαν και άλλους εν Χριστώ αδελφούς• Μεσονυκτικό και Όρθρο τα διάβαζαν οι τρεις. Οι ευλογημένες αυτές ψυχές πολλές ψυχές πονεμένων ανέπαυσαν. Ό Θεός να αναπαύσει και αυτούς.

Γι’ αυτό λέω ότι ό μεγαλύτερος και καλύτερος πολύτεκνος είναι ό άνθρωπος που αναγεννήθηκε πνευματικά και βοηθάει για την πνευματική αναγέννηση των παιδιών όλου του κόσμου, για να εξασφαλίσουν τις ψυχές τους στον Παράδεισο.

Μερικοί, Γέροντα, που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά, σκέφτονται να υιοθετήσουν κάποιο παιδάκι.

Ναι, καλύτερα να υιοθετήσουν. Δεν πρέπει όμως να επιμένουν. Αυτό που θέλει ό άνθρωπος δεν είναι πάντοτε και το θέλημα του Θεού.

Γέροντα, οι θετοί γονείς πρέπει σε κάποια ηλικία να πουν στο παιδί ότι το έχουν υιοθετήσει;

Ε, το καλύτερο είναι να το πουν στο παιδί σε κάποια ηλικία. Άλλα αυτό που έχει σημασία είναι να αγαπούν πολύ και σωστά το παιδί. Υπάρχουν παιδιά που ζουν με τους πραγματικούς γονείς τους και αγαπούν άλλους ανθρώπους πιο πολύ, γιατί οι γονείς τους δεν έχουν αγάπη (σ. 70-73).

 

Οι πολύτεκνες οικογένειες.

Ο Θεός αγαπάει και φροντίζει ιδιαίτερα τους πολυτέκνους. Σε μια μεγάλη οικογένεια δίνονται πολλές ευκαιρίες στα παιδιά να αναπτυχθούν κανονικά, εφόσον οι γονείς τους δίνουν σωστή αγωγή. Το ένα παιδί βοηθάει το άλλο. Ή μεγαλύτερη κόρη βοηθάει την μητέρα, το δεύτερο παιδί φροντίζει το μικρότερο κ.λπ. Υπάρχει αυτό το δόσιμο και ζουν μέσα σε μια ατμόσφαιρα θυσίας και αγάπης. Ο μικρός τον μεγάλο και τον αγαπά και τον σέβεται. Αυτό φυσιολογικά καλλιεργείται σε μια πολύτεκνη οικογένεια.

Γι’ αυτό, όταν στην οικογένεια είναι μόνον ένα ή δυο παιδιά, οι γονείς χρειάζεται πολύ να προσέξουν πώς θα τα μεγαλώσουν. Συνήθως κοιτάζουν να μην τους λείψει τίποτε, οπότε τα παιδιά τα έχουν όλα δικά τους και αχρηστεύονται τελείως. Πάρε μια κοπέλα μοναχοκόρη που τα έχει όλα. Έχει την υπηρέτρια, που θα της φέρει το φαγητό στην ώρα του, που θα της νοικοκυρέψει το δωμάτιο της κ.λπ. Ή υπηρέτρια πληρώνεται, αλλά καλλιεργείται κιόλας, γιατί δίνεται, προσφέρει, ενώ αυτή, αν δεν κάνη καμιά θυσία, μένει κούτσουρο, ακαλλιέργητη. Εγώ συνιστώ στους νέους να πάρουν σύζυγο από πολύτεκνη οικογένεια, γιατί τα παιδιά που μεγαλώνουν με οικονομική δυσκολία συνηθίζουν στην θυσία, επειδή σκέφτονται πώς να βοηθήσουν τους γονείς. Αυτό σπάνια το συναντάς στα καλομαθημένα παιδιά.

Αλλά και οι πολύτεκνοι γονείς έχουν πλούσια καρδιά. Θυμάμαι στην Κατοχή ήταν στην γειτονιά μας ένα παιδάκι ορφανό, που είχε μείνει τελείως μόνο του. Ένας πολύτεκνος οικογενειάρχης, με δέκα παιδιά, το λυπήθηκε, το πήρε στο σπίτι του και το μεγάλωσε και αυτό μαζί με τα δικά του παιδιά. Και ξέρετε έπειτα τι ευλογίες είχε από τον Θεό! Θα τον άφηνε ό Θεός αβοήθητο με τέτοιο φιλότιμο που, είχε;

Ένας πολύτεκνος μπορεί στις αρχές να αντιμετώπιση δυσκολίες, αλλά ό Θεός δεν θα τον αφήσει. Να σας πω και για μια άλλη περίπτωση: Ένας πολύτεκνος, που είχε έξι παιδιά, μου είπε μια φορά να κάνω προσευχή να φωτίζει ό Θεός τους νοικοκυραίους να μην τον βγάζουν από το σπίτι. Δυστυχώς, πολλοί ιδιοκτήτες, ενώ νοικιάζουν το σπίτι τους σε οικογένειες με δύο ανθρώπους και πέντε σκύλους ή γατιά, που το μουρνταρεύουν, δεν θέλουν οικογένειες με πολλά παιδιά, για να μην τους χαλάσουν δήθεν το σπίτι τους. Αυτό λοιπόν ο οικογενειάρχης είχε κουραστεί ο καημένος να τον διώχνει ο ένας ιδιοκτήτης, να μην του νοικιάζει το σπίτι του ο άλλος και να μεταφέρει τα παιδάκια του και τα πράγματα του από σπίτι σε σπίτι με πολλή αγωνία. Εργαζόταν σκληρά, οικονομούσε τα απαραίτητα για την οικογένεια του και δεν έκανε παζάρια για το ενοίκιο, αρκεί να τον άφηναν οι ιδιοκτήτες να μείνει λίγα χρόνια, για να μην ταλαιπωρούνται με τις μετακομίσεις. Όταν τα άκουσα αυτά, τον πόνεσα και του είπα: «Μη στενοχωριέσαι ο Θεός έχει στον λογαριασμό Του και τα δικά σου παιδιά. Αυτός είναι ο Δημιουργός που δίνει στα παιδιά το κυριότερο, την ψυχή, ενώ εσύ με την σύζυγο, σαν συνδημιουργοί, δίνετε το σώμα. Επομένως ο Θεός ενδιαφέρεται πιο πολύ από σας για τα παιδιά σας». Δεν πέρασαν δύο-τρεις μήνες, έρχεται χαρούμενος και μου λέει: «Δόξα τω Θεώ, ό Θεός μου οικονόμησε και σπίτι και μου περισσεύουν και αρκετά χρήματα». Τον ρώτησα τι συνέβη και μου διηγήθηκε το εξής περιστατικό:

«Πηγαίνοντας για το χωριό μου, κάθισα λίγο στο πρακτορείο, μέχρι να έρθει ή ώρα να φυγή το λεωφορείο. Με πλησιάζει λοιπόν ένας λαχειοπώλης και μου λέει να πάρω λαχεία. Εγώ, επειδή είχα την αρχή ως Χριστιανός να μην παίρνω λαχεία, του είπα ότι δεν ήθελα. Όταν όμως είδα τον λαχειοπώλη να φεύγει, σκέφτηκα μήπως είχε μεγάλη ανάγκη, γι’ αυτό τον φώναξα πάλι και έβγαλα χρήματα να του πληρώσω ένα λαχείο, χωρίς να το πάρω. Μα ο λαχειοπώλης ήταν φιλότιμος και δεν το δέχθηκε αυτό. Πάλι στενοχωρήθηκα και, επειδή ήθελα να τον βοηθήσω, του είπα: «Δώσ’ μου ένα λαχείο• ίσως μου χρειασθεί». Και αγόρασα ένα λαχείο με σκοπό να χάρη ο άλλος και εγώ να στενοχωρηθώ και λίγο, που παρέβηκα το τυπικό μου. Εκείνο λοιπόν το λαχείο κέρδισε ένα μεγάλο ποσό, αγόρασα σπίτι και μου περίσσεψαν και χρήματα, για να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Έμαθα και που έμενε ο λαχειοπώλης και πήγα αθόρυβα και του άφησα στην θυρίδα του έναν φάκελο με αρκετά χρήματα, επειδή ήξερα πώς δεν θα τα δεχόταν, εάν του τα έδινα στα χέρια». Είναι φοβερό πώς ενεργεί στους φιλότιμους ή αγάπη του Θεού! (σ. 73-76).

 

Οι εκτρώσεις είναι φοβερή αμαρτία.

Γέροντα, κάποια κυρία σαράντα χρόνων, που έχει μεγάλα παιδιά, είναι έγκυος τριών μηνών. Ό άνδρας της την απειλεί πώς, αν δεν κάνη έκτρωση, θα την χωρίσει.

Αν κάμει έκτρωση, θα την πληρώσουν τα άλλα παιδιά τους με αρρώστιες και ατυχήματα. Σήμερα οι γονείς σκοτώνουν τα παιδιά με τις εκτρώσεις και δεν έχουν την ευλογία του Θεού. Παλιά, αν γεννιόταν ένα παιδάκι άρρωστο, το βάπτιζαν, πέθαινε αγγελούδι, και ήταν πιο ασφαλισμένο.

Είχαν οι γονείς και άλλα γερά παιδιά, είχαν και την ευλογία του Θεού. Τώρα γερά παιδιά τα σκοτώνουν με τις εκτρώσεις και διατηρούν στην ζωή άλλα που είναι αρρωστημένα. Τρέχουν οι γονείς στην Αγγλία, στην Αμερική να τα θεραπεύσουν. Και συνεχίζεται μετά να γεννιούνται πιο άρρωστα, γιατί και αυτά, αν ζήσουν και κάνουν οικογένεια, μπορεί να γεννήσουν πάλι άρρωστα παιδιά, οπότε τι βγαίνει; Ενώ, αν γεννούσαν μερικά παιδιά, δεν θα έτρεχαν τόσο πολύ για το ένα, το άρρωστο. Θα πέθαινε και θα πήγαινε αγγελούδι.

- Γέροντα, διάβασα κάπου ότι κάθε χρόνο γίνονται σε όλο , τον κόσμο πενήντα εκατομμύρια εκτρώσεις και διακόσιες χιλιάδες γυναίκες πεθαίνουν από τις αμβλώσεις που κάνουν.

- Σκοτώνουν τα παιδιά, γιατί λένε ότι, αν πληθύνει ό κόσμος, δεν θα έχουν να φάνε, να συντηρηθούν οι άνθρωποι. Τόσες ακαλλιέργητες εκτάσεις υπάρχουν, τόσα δάση, που σε λίγο χρόνο, με τα μέσα που υπάρχουν σήμερα, μπορούν να τα κάνουν λ.χ. ελαιώνες και να τα δώσουν στους ακτήμονες. Δεν είναι ότι θα κοπούν τα δένδρα και δεν θα υπάρχει οξυγόνο, γιατί πάλι δένδρα θα μπουν. Στην Αμερική καινε το σιτάρι και εδώ στην Ελλάδα πετούν τα φρούτα κ.λπ. στην χωματερή, και εκεί στην Αφρική οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Όταν στην Αβησσυνία πέθαιναν οι άνθρωποι από πείνα, γιατί είχε πολλή ανομβρία, είχα πει σε κάποιον γνωστό μου εφοπλιστή, που βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις, να πάει στην χωματερή και να παρακάλεση να φόρτωση κανένα πλοίο να τα πάει εκεί δωρεάν. Με κανέναν τρόπο δεν του έδωσαν.

Πόσες χιλιάδες έμβρυα σκοτώνονται κάθε μέρα!

- Η έκτρωση είναι φοβερή αμαρτία. Είναι φόνος, και μάλιστα πολύ μεγάλος φόνος, για τι σκοτώνονται αβάπτιστα παιδιά. Πρέπει να καταλάβουν οι γονείς ότι ή ζωή αρχίζει από την στιγμή της συλλήψεως.

Μια νύχτα ό Θεός επέτρεψε να δω ένα φοβερό όραμα, που με πληροφόρησε γι αυτό το θέμα! Ήταν βράδυ, Τρίτη της Διακαινησίμου το 1984. Είχα ανάψει δυο κεράκια μέσα σε δυο τενεκεδάκια, όπως συνηθίζω να κάνω, ακόμη και όταν κοιμάμαι, για όλους όσους πάσχουν ψυχικά και σωματικά. Σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνω ζώντες και κεκοιμημένους. στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, εκεί που έλεγα την Ευχή, βλέπω ένα μεγάλο χωράφι περιφραγμένο με μια μάνδρα, σπαρμένο με σιτάρι που μόλις άρχιζε να ψηλώνει. Εγώ στεκόμουν έξω από το χωράφι, άναβα κεριά για τους κεκοιμημένους και τα στερέωνα πάνω στον τοίχο της μάνδρας. Αριστερά ήταν ένας ξερότοπος, γεμάτος βράχους και κρημνούς, που σειόταν συνέχεια από μία δυνατή βοή από χιλιάδες σπαραχτικές φωνές, που σου σπάραζαν την καρδιά. Και ό πιο σκληρός άνθρωπος, αν τις άκουγε, ήταν αδύνατο να μη συγκλονισθεί. Ενώ υπέφερα από τις σπαραχτικές φωνές και αναρωτιόμουν από που προέρχονται και τι σημαίνουν όλα αυτά που έβλεπα, άκουσα μια φωνή να μου λέει: «Το χωράφι με το σπαρμένο σιτάρι, που δεν έχει ακόμη ξεσταχυάσει, είναι το Κοιμητήρι με τις ψυχές των νεκρών που θα αναστηθούν. Στον τόπο δε που σείεται από τις σπαραχτικές φωνές βρίσκονται οι ψυχές των παιδιών που έχουν σκοτωθεί με τις εκτρώσεις»! Έπειτα από αυτό το όραμα μου ήταν αδύνατο να συνέλθω από τον μεγάλο πόνο που δοκίμασα για τις ψυχές εκείνων των παιδιών. Ούτε να ξαπλώσω μπορούσα, για να ξεκουραστώ, παρόλο που ήμουν κατάκοπος εκείνη την ήμερα

- Γέροντα, μπορεί να γίνει κάτι, ώστε να αρθεί ο νόμος για τις εκτρώσεις;

Μπορεί, αλλά χρειάζεται να κινηθεί ή Πολιτεία, ή Εκκλησία κλπ., ώστε να ενημερωθεί ο κόσμος για τις συνέπειες που θα έχει ή υπογεννητικότητα. Οι Ιερείς να εξηγήσουν στον κόσμο ότι ο νόμος για τις εκτρώσεις είναι αντίθετος προς τις εντολές του Ευαγγελίου. Οι γιατροί πάλι από την δική τους πλευρά να μιλήσουν για τους κινδύνους που διατρέχει ή γυναίκα που κάνει έκτρωση. Βλέπεις, οι Ευρωπαίοι είχαν την ευγένεια και την άφησαν κληρονομιά και στα παιδιά τους.

‘Εμείς είχαμε τον φόβο του Θεού, αλλά τον χάσαμε και δεν τον αφήσαμε κληρονομιά στην επόμενη γενιά, γι’ αυτό τώρα νομιμοποιούμε τις εκτρώσεις, τον πολιτικό γάμο…Όταν παραβαίνει ένας άνθρωπος μια εντολή του Ευαγγελίου, ευθύνεται μόνον αυτός. Όταν όμως κάτι που αντίκειται στις εντολές του Ευαγγελίου γίνεται από το κράτος νόμος, τότε έρχεται ή οργή του θεού σε όλο το έθνος, για να παιδαγωγηθεί (σ. 76—78).

 

 

Εγκυμοσύνη και θηλασμός.

Ή ανατροφή του παιδιού αρχίζει από την εγκυμοσύνη. ‘Αν ή μητέρα που κυοφορεί συγχύζεται και στενοχωριέται, το έμβρυο μέσα στην κοιλιά της ταράζεται. Ενώ, όταν ή μάνα προσεύχεται και ζει πνευματικά, το παιδάκι στην κοιλιά της μάνας αγιάζεται. Γι’ αυτό ή γυναίκα, όταν είναι έγκυος, πρέπει να λέει την Ευχή, να μελετάει λίγο από το Ευαγγέλιο, να ψάλει, να μην έχει άγχος, αλλά και οι άλλοι να προσέχουν να μην την στενοχωρούν. Τότε το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι αγιασμένο και οι γονείς δεν θα έχουν πρόβλημα μαζί του, ούτε όταν είναι μικρό, ούτε όταν μεγαλώσει.

Ύστερα, όταν γεννηθεί το παιδί, πρέπει να το θηλάσει, όσο πιο πολύ μπορεί. Το μητρικό γάλα δίνει υγεία στα παιδιά. Με τον θηλασμό τα παιδιά δεν θηλάζουν μόνο γάλα• θηλάζουν και αγάπη, στοργή, παρηγοριά, ασφάλεια, και αποκτούν έτσι δυνατό χαρακτήρα. Άλλα και την ίδια την μητέρα την βοηθάει ό θηλασμός. Όταν οι μητέρες δεν θηλάζουν τα παιδιά, δημιουργούνται ανωμαλίες στον οργανισμό τους, που μπορεί να οδηγήσουν σε μαστεκτομές.

Παλιά μια μητέρα μπορεί να θήλαζε και το παιδί της γειτόνισσας, αν δεν είχε γάλα. Τώρα πολλές μητέρες βαριούνται να θηλάσουν ακόμη και τα δικά τους παιδιά. Ή μάνα που τεμπελιάζει και δεν θηλάζει το παιδί, μεταδίδει τεμπελιά και στο παιδί. Παλιά τα κουτιά με το συμπυκνωμένο γάλα είχαν απ’ έξω μια μάνα που κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδάκι. Τώρα έχουν μια μάνα που κρατάει κάτι λουλούδια! Δεν θηλάζουν οι μάνες τα παιδιά, οπότε τα παιδιά μεγαλώνουν απαρηγόρητα Ποιος θα τους δώσει στοργή και αγάπη; Το κουτί με το γάλα της αγελάδας; Θηλάζουν από το «παγωμένο» μπουκάλι και παγώνει ή καρδιά τους. “Ύστερα, όταν μεγαλώσουν, ζητούν παρηγοριά στο μπουκάλι, στις ταβέρνες. Πίνουν, για να ξεχάσουν το άγχος, και γίνονται αλκοολικά. Αν δεν πάρουν στοργή τα παιδιά, δεν θα έχουν να δώσουν στοργή, και πάει σχοινί-κορδόνι. Έρχονται μετά οι μανάδες: «Κάνε προσευχή, πάτερ! Χάνω το παιδί μου» (σ. 84-85).

 

Η ευθύνη των γονέων για την ανατροφή των παιδιών.

Να εμπιστευθούν οι γονείς τα παιδιά τους Στον Θεό.

… Ο Θεός έδωσε στους Πρωτοπλάστους, στον Αδάμ και την Εύα, την μεγάλη ευλογία να γίνονται συνδημιουργοί Του. Στην συνέχεια οι γονείς, οι παππούδες κλπ. είναι και αυτοί συνδημιουργοί με τον Θεό, γιατί δίνουν το σώμα, ενώ ό Θεός δίνει την ψυχή.

Ο Θεός είναι κατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένος να νοιαστεί για τα παιδιά. Όταν βαπτιστή το παιδάκι, ό Θεός διαθέτει και έναν Άγγελο, για να το προστατεύει, οπότε το παιδί προστατεύεται από τον Θεό, από τον Φύλακα Άγγελο και από τους γονείς. Ό Φύλακας Άγγελος είναι συνέχεια κοντά του και το βοηθάει. Όσο μεγαλώνει το παιδί, τόσο οι γονείς απαλλάσσονται από τις ευθύνες. Αν οι γονείς πεθάνουν, ό Θεός, και από ψηλά και από κοντά, αλλά και ό Φύλακας Άγγελος από κοντά, συνεχίζουν για πάντα να προστατεύουν το παιδί.

Οι γονείς πρέπει να βοηθούν πνευματικά τα παιδιά, όταν είναι μικρά, γιατί τότε και τα ελαττώματα τους είναι μικρά και εύκολα μπορούν να κοπούν. Είναι όπως ή φρέσκια πατάτα λίγο αν την ξύσης, ξεφλουδίζεται. Αν όμως παλιώσει, πρέπει να πάρεις μαχαίρι να την καθαρίσεις και, αν έχει και κανένα μαυράκι, πρέπει να προχώρησης και πιο βαθιά.

 

Αν τα παιδιά βοηθηθούν από μικρά και γεμίσουν Χριστό, θα είναι κοντά Του για πάντα. Και να ξεφύγουν λίγο, όταν μεγαλώσουν, λόγω της ηλικίας ή μιας κακής συναναστροφής, πάλι θα συνέλθουν. Γιατί ό φόβος του Θεού και ή ευλάβεια, που πότισαν τις καρδιές τους στην μικρή ηλικία, δεν είναι δυνατόν ποτέ να εξαλειφθούν.

Ύστερα, στην εφηβεία, που είναι ή πιο δύσκολη ηλικία, ή αγωνία των γονέων είναι μεγαλύτερη για τα παιδιά τους, μέχρι να τα μορφώσουν και να τα αποκαταστήσουν. Οι γονείς τότε ας κάνουν ό,τι μπορούν, για να τα βοηθήσουν, και ό,τι δεν μπορούν να κάνουν, γιατί ξεπερνάει τις δυνάμεις τους, ας το αναθέτουν στον Παντοδύναμο Θεό. Όταν εμπιστευθούν τα παιδιά τους στον Θεό, τότε ό Θεός είναι υποχρεωμένος να βοηθήσει για πράγματα που δεν γίνονται ανθρωπίνως. Αν λ.χ. τα παιδιά δεν ακούν, να τα εμπιστευθούν στον Θεό, και όχι να βρίσκουν διαφόρους τρόπους να τα ζορίζουν. Να πει ή μητέρα στον Θεό: «Θεέ μου, δεν μ’ ακούν τα παιδιά μου. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Φρόντισε τα Εσύ».

Μου έκανε εντύπωση προχθές στην Αγρυπνία μια μητέρα που την γνώριζα από παλιά. Ήρθε να με χαιρετήσει. Βλέπω να έχει μαζί της μόνον τα μεγαλύτερα παιδιά. «Που είναι τα μικρά;», την ρωτάω. «Στο σπίτι, Γέροντα, μου λέει. Τέτοια μέρα θέλαμε να ‘έρθουμε στην Αγρυπνία και είπαμε με τον σύζυγο: Αφού σε Αγρυπνία πάμε, δεν πάμε κάπου για διασκέδαση, ό Θεός θα διάθεση έναν Άγγελο να φύλαξη τα μικρά μας». Σπάνια συναντάς σήμερα τέτοια εμπιστοσύνη, γιατί τώρα, όπως έλειψε ή εμπιστοσύνη των παιδιών στους γονείς, έλειψε και ή εμπιστοσύνη των γονέων στον Θεό. Και ακούς συχνά πολλούς γονείς να λένε: «Γιατί το δικό μας παιδί να πάρει κακό δρόμο; Εμείς εκκλησιαζόμαστε». Δεν δίνουν το κατσαβίδι στον Χριστό να σφίξη στα παιδιά λίγο καμιά …βίδα Θέλουν να τα κάνουν όλα μόνοι τους. Και ενώ υπάρχει ό Θεός, που προστατεύει τα παιδιά, και ό Φύλακας Άγγελος είναι συνέχεια κοντά τους και τα προστατεύει και αυτός, αυτοί αγωνιούν, μέχρι που αρρωσταίνουν. Και παρόλο που είναι πιστοί άνθρωποι, φέρονται σαν να μην υπάρχει Θεός, σαν να μην υπάρχει Φύλακας Άγγελος, οπότε εμποδίζουν την θεία επέμβαση. Ενώ πρέπει να ταπεινώνονται και να ζητούν βοήθεια από τον Θεό και ό Καλός Θεός θα προστατέψει τα παιδιά (σ. 91-93).

 

Η πνευματική αναγέννηση των παιδιών.

- Γέροντα, για την ανατροφή των παιδιών ευθύνονται μόνον οι γονείς;

Κυρίως οι γονείς ευθύνονται, γιατί, ανάλογα με την ανατροφή που θα δώσουν στα παιδιά, θα γίνουν καλοί κληρικοί, καλοί εκπαιδευτικοί κλπ., και θα βοηθούν και αυτά με την σειρά τους τα παιδιά και τα δικά τους και του κόσμου. Ή μητέρα μάλιστα έχει περισσότερη ευθύνη από τον πατέρα για την ανατροφή των παιδιών.

Αν οι γονείς κατά το διάστημα που το παιδάκι είναι ακόμη στην κοιλιά της μητέρας προσεύχονται, ζουν πνευματικά, το παιδάκι θα γεννηθεί αγιασμένο. Και στην συνέχεια, αν το βοηθήσουν πνευματικά, θα γίνει αγιασμένος άνθρωπος και θα βοηθάει την κοινωνία, είτε στην Εκκλησία θα διακονεί είτε στην εξουσία θα ανέβει κ.λπ. Πρέπει όλοι να βοηθούμε τα παιδιά, ώστε να γίνουν σωστοί άνθρωποι και να μείνει λίγο προζύμι για τις επόμενες γενιές. Γιατί τώρα, όπως πάνε τα πράγματα, πάει να χαθεί και το προζύμι. Και αν χαθεί το προζύμι, μετά τι θα γίνει;

Οι γονείς που γεννούν τα παιδιά και τους δίνουν το σώμα πρέπει να συντελέσουν, όσο μπορούν, και στην πνευματική αναγέννησή τους. Γιατί ό άνθρωπος, εάν δεν αναγεννηθεί πνευματικά, είναι για την κόλαση. Ύστερα οι γονείς, ό,τι δεν μπορούν να κάνουν οι ίδιοι για τα παιδιά τους, θα το αναθέσουν σε δασκάλους. Γι’ αυτό λέει και ή Εκκλησία μας «τους γονείς ημών και διδασκάλους». Υπάρχουν όμως και οι πνευματικοί Πατέρες, που μπορεί να μην έχουν παιδιά, αλλά βοηθούν πιο θετικά στην αγωγή των παιδιών, γιατί εργάζονται για την πνευματική τους αναγέννηση.

Θέλω να πω, όλοι πρέπει να βοηθούν, καθένας με τον τρόπο του, με το παράδειγμα του, για να αναγεννηθούν τα παιδιά, ώστε να ζήσουν ειρηνικά σ’ αυτήν την ζωή και να πάνε στον Παράδεισο. Όταν τα παιδιά γίνουν πνευματικοί άνθρωποι, ούτε νόμους χρειάζονται ούτε τίποτε. «Δικαίω νόμος ου κείται (Α’ Τιμοθ. 1, 9). Ό νόμος είναι για τους παρανόμους. Ή πνευματική εξουσία είναι ανώτερη από τις ανθρώπινες εξουσίες (σ. 93-94).

 

Το παράδειγμα των γονέων.

- Γέροντα, όταν το παιδί δεν υπακούει και αντιδρά, πώς πρέπει να φερθούν οι γονείς;

- Για να μην υπάκουη το παιδί και να φέρεται άσχημα, κάτι θα φταίει. Μπορεί να βλέπει άσχημες σκηνές ή να ακούει άσχημα λόγια μέσα στο σπίτι ή έξω από αυτό. Πάντως τα παιδιά στα πνευματικά θέματα τα βοηθούμε κυρίως με το παράδειγμα μας, όχι με το ζόρισμα. Περισσότερο μάλιστα τα βοηθάει ή μητέρα με το παράδειγμα της, με την υπακοή της και τον σεβασμό της προς τον σύζυγο. Αν σε κάποιο θέμα έχει διαφορετική γνώμη από εκείνον, ποτέ να μην την εκφράζει μπροστά στα παιδιά, για να μην το εκμεταλλεύεται ο πονηρός. Ποτέ να μη χαλάει τον λογισμό των παιδιών για τον πατέρα. Ακόμη και αν φταίει ο πατέρας, να τον δικαιολογεί. Αν λ.χ. φερθεί άσχημα, να πει στα παιδιά: «ο μπαμπάς είναι κουρασμένος, γιατί ξενύχτησε, για να τελειώσει μια επείγουσα δουλειά. Και αυτό για σας το κάνει».

Πολλοί γονείς μαλώνουν μπροστά στα παιδιά και τους δίνουν άσχημα μαθήματα. Τα καημένα τα παιδιά θλίβονται. Αρχίζουν μετά οι γονείς, για να τα παρηγορήσουν, να τους κάνουν όλα τα χατίρια. Πηγαίνει ο πατέρας και καλοπιάνει το παιδί: «τι θέλεις, χρυσό μου, να σου πάρω;». Πηγαίνει και ή μάνα, το καλοπιάνει κι εκείνη και τελικά τα παιδιά μεγαλώνουν με νάζια και καμώματα και ύστερα, αν δεν μπορούν οι γονείς να τους δώσουν ότι τους ζητούν, τους απειλούν ότι θα αυτοκτονήσουν…

Όταν τα παιδιά βλέπουν τους γονείς τους να έχουν αγάπη μεταξύ τους, να έχουν σεβασμό, να φέρονται με σύνεση, να προσεύχονται κ.λπ., τότε αυτά τα τυπώνουν στην ψυχή τους. Γι’ αυτό λέω ότι ή καλύτερη κληρονομιά, που μπορούν να αφήσουν οι γονείς στα παιδιά τους, είναι να τους μεταδώσουν την δική τους ευλάβεια… (σ. 94-96).

 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ – ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΕΙΔΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π.Ε.Φ.Ι .ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ

ΤΕΥΧΟΣ 102-2004

Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Comments Off

Σχόλια στα δραματικά γεγονότα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας

 

του Πρωτ. Θεμιστοκλέους Μουρτζανού, Φιλολόγου – Θεολόγου.

ΙΩΣΗΦ ΠΑΓΚΑΛΟΣ 24

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ – ΜΙΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η Μεγάλη Δευτέρα είναι για την Εκκλησία αφορμή να θυμηθούμε τον πάγκαλο Ιωσήφ. Είναι γνωστή η ιστορία του από την Παλαιά Διαθήκη. Τον πουλάνε τα αδέρφια του δούλο, βρίσκεται στην Αίγυπτο, η γυναίκα του κυρίου του Πετεφρή του επιτίθεται ερωτικά, αυτός την αποπέμπει, κλείνεται στη φυλακή, ερμηνεύει τα όνειρα του Φαραώ για τις παχιές και τις ισχνές αγελάδες, γίνεται στη συνέχεια ουσιαστικά πρωθυπουργός της Αιγύπτου, σώζει τον πατέρα του Ιακώβ, τ’ αδέρφια του και όλο το λαό του Ισραήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Γιατί σε μένα, Θεέ μου;

giati-se-mena-thee-mouΟμιλία στο «3 Σεμινάριο ψυχοκοινωνικής στήριξης του παιδιού με καρκίνο και της οικογένειας του» – Ογκολογικό Τμήμα Νοσοκομείου Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού»,8-9 Νοεμβρίου 2002.

Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να εκφράσω την ειλικρινή και πηγαία ευγνωμοσύνη μου στην κ. Κοσμίδη, πού με τόση ευγένεια πήρε την πρωτοβουλία να με καλέσει σ’ αυτή τη συνάντηση πού σκοπό της έχει την ψυχοκοινωνική στήριξη του παιδιού με καρκίνο και της οικογένειας του.
Παράλληλα όμως, θα επιθυμούσα να εκφράσω και τη σαφή αμηχανία μου για το ότι συμφώνησα να μιλήσω για κάτι τόσο αληθινό, τόσο ανθρώπινο, τόσο απαιτητικό, πού όμως από τη φύση του δεν αντέχει στο λόγο, δεν εκφράζεται με το στόμα , δεν μπαίνει σε λέξεις, δεν δημοσιοποιείται σε ακροατήριο, πολύ δε περισσότερο, δεν προσδιορίζεται ως απάντηση κάποιου πού δήθεν γνωρίζει στο ερώτημα κάποιων άλλων πού σίγουρα πονούν. Ίσως είναι το κατ’ εξοχήν θέμα για το όποιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνουν ομιλίες. Είναι πολύ βαθύ για να έλθει στην επιφάνεια της συνειδητοποίησης. Είναι πολύ επώδυνο για να χωρέσει στον ορίζοντα των αντοχών μας. Είναι πολύ προσωπικό για να εντοπισθεί στο στερέωμα του δημόσιου λόγου. Ίσως αυτό το ερώτημα να πονάει πιο πολύ και από την αίτια πού το δημιουργεί. Διότι όλοι ξέρουμε πώς δεν έχει εύκολη απάντηση. Και όμως είναι τόσο επίμονο και αληθινό. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: , . Comments Off
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 261 other followers