αμοιβαία σωτηρία μνήμη


Πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

Όταν μόναζε ό Γέροντας στο Στόμιο, το μονοπάτι πού έφτανε ως εκεί ήταν πολύ δύσκολο. Απότομες ανηφόρες καί κατηφόρες, στενή διάβαση, επικίνδυνα σημεία καί συνεχείς καταπτώσεις. Ό Γέροντας κατέβαινε κατά αραιά διαστήματα στην Κόνιτσα για ν’ αγοράζει τροφές καί διάφορα υλικά καί κανόνιζε πάντα το βράδυ να είναι στο Μοναστήρι. Στην πόλη συνήθως ήταν βιαστικός, όπως κι όταν ανηφόριζε για το Στόμιο. Πίστευε ότι ή πολύωρη παραμονή του στον κόσμο θα του σκόρπιζε το νου σε πολλές ξένες υποθέσεις καί θα έχανε το ησυχαστικό του πρόγραμμα. Ήταν νέος μοναχός τότε καί αντιμετώπιζε πολλούς πειρασμούς.
Μια φορά ό Γέροντας, φορτωμένος διάφορα πράγματα, ανηφόριζε προς το Μοναστήρι. Ήταν απόγευμα καί ήθελε να φτάσει προτού να δύσει ό ήλιος. Πέρασε τα περισσότερα κλώσματα, χωρίς να σταματήσει. Στο δρόμο συνάντησε έναν γνωστό του, πρόσφυγα άπ’ την Καππαδοκία, ό όποιος κουβαλούσε με τα δυο του μουλάρια ξύλα. Εκείνη τη μέρα όμως είχε μια περιπέτεια. Τα μουλάρια του σε μια απότομη κατηφόρα είχαν χάσει την ισορροπία τους καί είχαν πέσει, ενώ τα ξύλα είχαν σκορπιστεί Ό Γέροντας τον είδε πού παιδευόταν να ξαναφορτώσει τα ζώα του καί σταμάτησε να τον βοηθήσει. Το μονοπάτι ήταν πολύ στενό καί δεν βόλευε. Χρειάστηκε να κουβαλήσουν τα ξύλα με τα χέρια λίγο πιο κάτω καί στη συνέχεια να τα φορτώσουν. Όταν ολοκληρώθηκε ή προσπάθεια, ό αγωγιάτης είπε στο Γέροντα:
– Μ’ έσωσες, μ’ έσωσες, π. Παΐσιε. Κινδύνεψα κι εγώ καί τα ζώα.
– Να ‘σαι καλά, ευλογημένε, του είπε. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements
Αναρτήθηκε στις αμοιβαία σωτηρία μνήμη. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο αμοιβαία σωτηρία μνήμη