ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ


Ο Θεός έκτισε καταρχάς τον άνθρωπο, στεφανώνοντας τον με δόξα και τιμή. Χάρισε σε αυτόν την άρρητη θεωρία του Προσώπου Του, ώστε να γνωρίζει τον Δημιουργό Του, να Τον μιμείται και να αυξάνει σε αγάπη και ευγνωμοσύνη προς Αυτόν. Και ενώ ο Αδάμ και η Εύα ήσαν γυμνοί, έφεραν άφθαρτη πνευματική περιβολή «και ουκ ήσχύνοντο» (Γεν. 2,25).
Με την πτώση όμως στο αμάρτημα της αχαριστίας και της παρακοής, αν και ο άνθρωπος δεν έρπει στη γη όπως ο όφις, ωστόσο έφθάρη ο νους του και έγινε ανίκανος να κατοπτεύει τα «μη βλεπόμενα» και τα «αιώνια» (Β’ Κορ. 4,18). Ντροπιάσθηκε το κατ» εικόνα πλάσμα, γιατί βυθίσθηκε στην άβυσσο των «βλεπομένων» και των «πρόσκαιρων» (Β’ Κορ. 4,18) και έγινε το μεγαλύτερο τραύμα της ορατής κτίσεως. Τότε οι πρωτόπλαστοι «έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν, και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν έαυτοίς περιζώματα» (Γεν. 3,7). Δηλαδή, φόρεσαν χιτώνα αισχύνης και «έκρύβησαν… από προσώπου Κυρίου του Θεού» (Γεν. 3,8). Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος πλανήθηκε και έχασε την οδό του Θεού.
Τελικά, για να μη ματαιωθεί η προαιώνια πρόθεση του Θεού για το λογικό ποίημα των χειρών Του, ο Κύριος, από άφατη εύσπραγχνία και ανεξιχνίαστη σοφία, επινόησε τρόπο σωτηρίας. Ήλθε ταπεινά ως άνθρωπος καί πήρε πάνω Του τη δική μας αισχύνη και με την ανάσταση Του μας ένέδυσε πάλι με το άγιο και άμωμο ιμάτιο της δόξης Του, πού δεν έχει πλέον «σπίλον ή ρυτίδα» (Έφεσ. 5,27). Δεν άφησε σε μυς ούτε ίχνος αισχύνης, γιατί, όλοι «οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων Αυτόν έπεσον έπ’ Αυτόν», όπως λέγει η Γραφή (Ρωμ. 15,3). Ό Χριστός, επιθυμώντας τη θεραπεία καί σωτηρία μας, δεν λογάριασε τον Εαυτό Του. Αντί της προκειμένης αυτώ χαράς ύπέμεινε σταυρόν, αισχύνης καταφρονήσας» (Έβρ. 12,2). Με άλλα λόγια, ο Χριστός, υπομένοντας την αισχύνη του σταυρού, εξάλειψε τη δική μας αισχύνη και μας έσωσε. Χάραξε την ταπεινή οδό Του πάνω στη γη, ώστε όποιος την ακολουθήσει να θεραπεύεται όλοτελώς. Ό ίδιος βεβαίως ό Κύριος καλεί σε μετάνοια όλους τους αμαρτωλούς και τους «κακώς έχοντας» (Ματθ. 9,12). Άλλα η μετάνοια προς θεραπεία και σωτηρία συνδέεται αναπόσπαστα με την αισχύνη.
Ό Χριστός προσφέρεται ως ιατρός και θεραπευτής των ψυχών και των σωμάτων ημών και εμείς δεχόμαστε τη θεραπεία Του κατ’ εξοχήν στο μυστήριο της μετανοίας και Ιεράς έξομολογήσεως.
Για ποιόν όμως λόγο δίνεται η θεραπευτική χάρη του Θεού στο μυστήριο της έξομολογήσεως, με την οποία χάρη ο πιστός νικά τα πάθη και την αμαρτία; Για δύο λόγους, νομίζω, χάρη στους οποίους γίνεται ο άνθρωπος αληθινός και τοποθετείται στην οδό του Κυρίου.
Πρώτον, κάνουμε έμπρακτη ομολογία της αλήθειας.
Ό Απόστολος λέγει ότι «εάν είπωμεν ότι άμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ εστίν εν ημίν. Εάν όμολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός εστί και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τάς αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α’Ίωάν. 1,8-9).
Όταν λοιπόν εξομολογούμαστε ενώπιον του Θεού, ομολογούμε κυρίως τη μεγάλη και παγκόσμια αλήθεια της πτώσεως όλου του γένους του Αδάμ. Θα μπορούσαμε να πούμε πώς αν υπάρχει μια περίπτωση, κατά την οποία ό άνθρωπος γίνεται αλάθητος και μάλιστα ενώπιον των οφθαλμών του Κυρίου, είναι εκείνη κατά την οποία ομολογεί την άμαρτωλότητά του. Τότε πράγματι γίνεται αληθινός. Όταν όμως αληθεύει, ελκύει το Πνεύμα της «Αλήθειας, το οποίο φέρει τον πιστό σε βαθιά συναίσθηση της πνευματικής του πτώχειας και στη συνέχεια τον οδηγεί σε μετάνοια. Το ίδιο «Αγιο Πνεύμα παρέχει ταυτόχρονα τη θεραπεία και τη δικαίωση.
Δεύτερον, ύπομένομε ταπεινά την αισχύνη της πτώσεως μας.
Ή μετάνοια και εξομολόγηση είναι απάντηση στην κλήση του Θεού. Συνεπώς, όταν εξομολογούμαστε τις αμαρτίες μας, βαστάζουμε ταπεινά το σταυρό μας και ακολουθούμε τον Κύριο. Ομολογούμε τον Χριστό ως Θεό καί Σωτήρα. Ή ομολογία όμως του Χριστού, και μάλιστα σε ένα κόσμο, που «εν τω πονηρώ κείται» (Α’ Ίωάν. 5,19), συνεπάγεται αισχύνη. Γι’ αυτό και ό Κύριος προειδοποιεί: «Ός εάν επαισχυνθή με και τους έμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ), και ο υιός του ανθρώπου έπαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού» (Μάρκ. 8, 38). Με άλλα λόγια, όποιος αποστραφεί την αισχύνη για χάρη του Κυρίου, αυτός δεν σώζεται. Και σε άλλο πάλι μέρος ο Κύριος βεβαιώνει: «Πάς ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ούρανοίς» (Ματθ. 10,32). Είναι φανερό πώς όποιος ομολογεί, και μάλιστα υπομένοντας αισχύνη, αυτός έχει προσαγωγή στον Ουράνιο Πατέρα και σώζεται. Ή αισχύνη και το όνειδος που δοκιμάζουμε στη ζωή αυτή, σηκώνοντας το σταυρό του Χριστού, οδηγεί στην αναγνώριση μας από τον Κύριο και μεταβάλλεται σε δύναμη σωτηρίας.
Γιατί όμως η αισχύνη της έξομολογήσεως μεταβάλλεται σε πνευματική δύναμη και πώς η άσκηση της τοποθετεί τον άνθρωπο στην οδό της ζωής;
Ή εξομολόγηση τοποθετεί τον πιστό στην ταπεινή οδό του Κυρίου. Ό Χριστός μας έσωσε υπομένοντας τον σταυρό της αισχύνης. Ό σταυρός είναι η έκφραση της «μείζονος αγάπης» Του, για χάρη της οποίας θυσιάσθηκε «υπέρ των φίλων αυτού» (Ίωάν. 15,14). Αλλά και ό πιστός, από αγάπη καί πόθο να συμμορφώσει τη ζωή του προς το Πνεύμα του Κυρίου, εξομολογείται ταπεινά και εκούσια. Υπομένει σταυρό αισχύνης, φανερώνοντας τις αμαρτίες του ένώπον του Θεού και του λειτουργού της «Εκκλησίας. Τοποθετεί τον εαυτό του στην οδό του Κυρίου. Τη μικρή ή μεγάλη αισχύνη της έξομολογήσεώς του ο Θεός αποδέχεται ως θυσία και γι’ αυτό του ανταποδίδει τη χάρη Του, που τον ανακαινίζει. Συνεπώς, δποιος τοποθετείται με την εκούσια αισχύνη στην οδό του Κυρίου, ευρίσκει τον Κύριο ως συνοδοιπόρο, γιατί Αυτός είναι και η οδός, όπως είπε. Ή οδός όμως αυτή είναι ταυτόχρονα οδός αλήθειας και ζωής. Γι’ αυτό τότε στον πιστό, που συμπορεύεται ταπεινά με τον Κύριο, μεταδίδεται η χάρη και η κατάσταση του Μεγάλου Συνοδοιπόρου. Κοντολογής, με την εκούσια αισχύνη της εξομολογήσεώς αποφεύγουμε την ακούσια αισχύνη της έσχατης κρίσεως και δεχόμαστε τον αιώνιο έπαινο του Θεού.
Ή ευαγγελική αυτή αλήθεια γίνεται σαφέστερη, όταν εξετάσουμε την περίπτωση του Ζακχαίου. Ό επίσημος αυτός άνθρωπος, υπομένοντας κάποια αισχύνη για να δει τον Χριστό, αφομοιώθηκε προφητικά στο μυστήριο της οδού του Κυρίου, που κατευθυνόταν τη στιγμή εκείνη προς τον σταυρό της αιχύνης. Γι΄ αυτό και ο Κύριος τον πρόσεξε, τον επισκέφθηκε, τον θεράπευσε, τον πλάτυνε στο «τετραπλούν» και τον έσωσε αυθημερόν. Ή λέξη «τετραπλούν» υπαινίσσεται το μυστήριο του σταυρού του Κυρίου, από τον όποιο πηγάζει κάθε πλατυσμός χάριτος σε βάθος και σε ύψος, σε μήκος και σε πλάτος. Ό Ζακχαίος βρέθηκε προφητικά στην οδό του Κυρίου. Βλέπουμε λοιπόν πώς η αισχύνη του Ζακχαίου μετατράπηκε σε δύναμη, και τον οδήγησε στο περισσόν της ζωής και τον πλατυσμό της χάριτος.
Ή οδός αυτή του Κυρίου είναι επισκιασμένη από το Πνεύμα Κυρίου. Είναι επίσης αποκαλυπτική, γιατί διανοίγει τον νου και την καρδιά, ώστε να δει ό άνθρωπος την αμαρτία του στη μεταφυσική της διάσταση, ως έγκλημα εναντίον της θείας και Πατρικής αγάπης. Ή όραση αυτή, όπως μας λένε οι Πατέρες μας, είναι πολυτιμότερη από την όραση αγγέλων. Αποκτά τότε ο άνθρωπος προφητική αυτογνωσία καί ταπείνωση. Ή χάρη που αποκομίζει εμπνέει σε αυτό την τέλεια τόλμη να βαστάσει την πνευματική του πτώχεια και με υίική παρρησία να αποδίδει ακατάπαυστα δικαιοσύνη και δόξα στον Θεό, καί μομφή μόνο στον εαυτό του. Γίνεται τότε όχι μόνο μαθητής σταυρού αλλά και μακαριότητος. Στέκεται στην άγια παρουσία του Θεού. Φθάνει σε αυτόν το αιώνιο «σήμερον» της ερχόμενης Βασιλείας. «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω έγένετο….. ήλθε γαρ ό υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Λουκ. 19,9-10).
Στήν έσχατολογική αυτή πορεία του, όταν εξομολογείται, ο πιστός έχει με το μέρος του όλο τον ουρανό των αγίων. Όπως ο Κύριος διαβεβαίωσε, «χαρά έσται εν τω ουρανώ) επί ενί αμαρτωλώ) μετανοούντι» (Λουκ. 15,7). Γι’αυτό και ο έξομολόγος Ιερέας δέχεται την εξομολόγηση του μετανοούντος με άκρα προσοχή, σεβασμό και φόβο. Αγωνίζεται με την προσευχή του να συλλάβει την ένταση της μετανοίας του προσερχόμενου, ώστε να μη παρεμποδίσει το έργο της χάριτος, αλλά, ως καλός οικονόμος μυστηρίου Θεού, να συνεργήσει έστω και λίγο στην αναγέννηση του άνθρωπου. Ό πνευματικός οφείλει να θυμάται ότι δεν πρέπει να φέρεται ως ο έχων κάποια εξουσία, αλλά «ως ο διακόνων» (Λουκ. 22,27), έτοιμος να βάλει τον εαυτό του κάτω από υπηρετήσει. Ή καρποφορία της διακονίας του θα είναι πάντοτε κατά το μέτρο της ταπεινώσεως, της προσευχής και της αγάπης πού προσφέρει στους αδελφούς του.
Ό Θεός μπορεί να συναντήσει τον άνθρωπο «εν πάσαις ταις οδοίς αυτού». Το γεγονός αυτό και μόνο εμπνέει μετάνοια και την αλλαγή του ανθρώπου. Ωστόσο όμως την τελική πιστοποίηση και επιβεβαίωση του πράγματος αυτού θα δώσει η Εκκλησία. Επαλήθευση του φαινομένου αυτού αποτελεί η μεταστροφή του Μεγάλου Αποστόλου Παύλου. Ενώ ο Απόστολος είδε τον Χριστό καθ’ όδόν προς Δαμασκόν και φρόντιζε σε όλη τη ζωή του να είναι «πιστός τη ουρανιά οπτασία» (Πράξ. 26,19), έπρεπε ωστόσο να επισκεφθεί τους Αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, για να σφραγίσουν την αλήθεια της εμπειρίας του. Συνεπώς, ο λόγος του Κυρίου «είπε τη Έκκλησία» (Ματθ. 18,17), έχει επίσης υψίστη σημασία στο μυστήριο της Ιεράς εξομολογήσεως.
Ό όρος «εξομολόγηση», στην Αγία Γραφή και την Εκκλησιαστική υμνολογία, έχει διπλό νόημα. Πρωτίστως σημαίνει δοξολογία, λατρεία, ευχαριστία. Επειτα σημαίνει ομολογία, μετάνοια και δέηση.
Ή εξομολόγηση λοιπόν είναι μια συνεχής πράξη και στάση της ζωής. Μας μαθαίνει να πορευόμαστε ενώπιον του Θεού με ευχαριστία και δέηση καί να επιτελούμε «αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β’ Κορ. 7,1· πρβλ. Α» Τιμ. 4,4-5). Έξομολογούμενοι, αναγνωρίζουμε τον Θεό ως αρχηγό της σωτηρίας μας και τον ευχαριστούμε. Καταγγέλλοντας επίσης την αμαρτία μας, ομολογούμε ταπεινά ότι εμείς μόνο είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτή και ο Θεός μένει για μας πάντοτε ο ευεργέτης και εύλογητός εις τους αιώνας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το Πνεύμα το «Αγιο, μόλις κατέρχεται την ήμερα της Πεντηκοστής, διδάσκει στους μαθητές του Χρίστου το ορθό ήθος, πώς πρέπει δηλαδή να ζουν ταυτόχρονα με τη δέηση καί την ευχαριστία, με τη μετάνοια και τη λατρεία. Εξομολογείται ή Εκκλησία : «Σοί άμαρτάνομεν, Χριστέ ό Θεός ημών, καί Σέ μόνον λατρεύομεν».
Την ήμερα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου όλοι θα παρασταθούμε «τω βήματι του Χριστού» και «πάσα γλώσσα εξομολογήσεται τω Θεώ» (Ρωμ. 14, 10-11). Με άλλα λόγια, εκείνη την ήμερα θα φανερωθεί η αλήθεια του κάθε ανθρώπου. Ό Θεός θα κρίνει «τα κρυπτά των ανθρώπων» σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Υιού Του (Ρωμ. 2,16), καί δεν θα μείνει τίποτε «άπόκρυφον» ή «συγκεκαλυμμένον» (Λουκ 8,17 καί 12,2), πού δε θα γίνει γνωστό και δεν θα έλθει στο φως. Ακόμη και οι κρύφιες βουλές των καρδιών μας θα φανερωθούν (βλ. Α’ Κορ. 4,5). Τότε, δηλαδή, θα γίνει η γενική και τελική κρίση. Ό Θεός όμως δεν κρίνει δύο φορές. Αν εμείς τώρα με την εξομολόγηση υποβάλλουμε τον εαυτό μας συνεχώς στην κρίση των εντολών Του, τότε, κατά την αδιάψευστο υπόσχεση Του, θα μας δώσει «στόμα καί σοφίαν» (Λουκ. 21,15), στα όποια κανένας αντικείμενος δεν θα μπορεί να αντιλέγει. Αυτό σημαίνει ότι με την εκούσια κρίση στην εξομολόγηση της μετάνοιας γινόμαστε διαφανείς καί αληθινοί. Μας δίνεται το Πνεύμα το «Αγιο καί έτσι έχουμε τη δυνατότητα να προλάβουμε την ακούσια και υποχρεωτική κρίση της φοβέρας εκείνης ημέρας και να δικαιωθούμε,

Υπό του Πανοσ. Άρχιμανδρίτου Ζαχαρία, Δρος Θεολογίας, της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Εσσεξ Αγγλίας.

Από το περιοδικό «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΗΡΥΞ», της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, Μάιος-Ιούνιος 2002, Αριθ. τεύχους 164-165

 

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ
Αρέσει σε %d bloggers: