Πνευματικό ημερολόγιο πιστής και ταπεινής ψυχής των ημερών μας, με θαυμαστές εμπειρίες γύρω από την νοερά προσευχή του Ιησού.

 

«Πάντοτε χαίρετε, αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε» τούτο γαρ θέλημα Θεού εν Χριστώ Ιησού εις υμάς» (Α’ Θεσ. 5,17-18).

Τα όσα αγαπητέ αναγνώστη ή αναγνώστρια θα διαβά­σεις ή καλύτερα θα μελετήσεις είναι καρποί βιωματικής κα­τά Θεόν εργασίας πιστής καί απλής ψυχής, καθοδηγούμε­νης από έμπειρο πνευματικό οδηγό. Καίτοι είχε πολλές δυ­σκολίες, εργασίας, οικογενείας, πτώχειας καί εχθρικό κομ­μουνιστικό περιβάλλον (έζησε στο Βουκουρέστι της Ρουμα­νίας), εν τούτοις την φώτισε, σόφισε καί χαρίτωσε ή χά­ρις του Αγίου Πνεύματος καί απέβη σκεύος εκλεκτόν καί όργανον εύχρηστον προς σωτηρίαν ψυχών. Όντως μεγάλα τα της πίστεως, υπακοής καί αγάπης κατορθώματα. Τα αδύ­νατα από τους ανθρώπους είναι δυνατά από τον Θεόν.

Μεταφέρουμε ολίγα μόνον από το πνευματικό της ημε­ρολόγιο του έτους 1971 προς στηριγμό όλων μας Θεού δε βοηθούντος θα κυκλοφορήσουν προσεχώς τα χαριτωμένα πρόχειρα αυτά σημειώματα της ευλογημένης αυτής ψυχής καί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Όρθόδοξος Κυψέλη». Εύχεσθε.

Πριν από τα σημειώματα του πνευματικού ημερολογίου παραθέτουμε μέρος από ερωταποκρίσεις στις όποιες άπαντα ή ηλικιωμένη εργάτρια της νοερας προσευχής, δανεισμένα από την έκδοση του βιβλίου της στα Ρουμανικά.

 

Έρώτησις:

«Ή είσοδος του νου στην καρδιά μπορεί να δυσκολευτεί ή ακόμη καί να εμποδιστεί εντελώς για ένα χρονικό διάστη­μα οπό τον Θεό εξαιτίας κάποιων συναισθημάτων, λογι­σμών, λόγων ή πράξεων του προσευχόμενου αγωνιστή;»

Απάντησης:

– Οποιαδήποτε αμαρτία, τροφοδοσία κάποιου πάθους, όσο ασήμαντα καί αν μας φαίνονται, απομακρύνουν τον άν­θρωπο καί τότε ή καρδιά παγώνει αισθανόμαστε εσωτερικά γυμνοί, παραλελλημένοι. Πρέπει να προφυλασόμεθα από κάθε λογισμό, αίσθηση, λόγο ή πράξη πού μπορεί να βαρύ­νει τη συνείδηση μας. Κάθε αγωνιστής της προσευχής θα αισθανθεί στην προσωπική του εμπειρία πώς για κάποια α­μαρτία, όσο μικρή καί αν είναι αυτή, χάνει την ειρήνη καί τη χαρά καί σκορπίζεται ή ζεστασιά της καρδίας.

Οί πιο σημαντικές αιτίες πού οδηγούν στο πάγωμα της καρδιάς καί στην απώλεια της νοερας προσευχής με το νου προσηλωμένο στην καρδιά είναι:

Οί λογισμοί, οί λόγοι καί τα έργα του εγωισμού καί της ματαιοδοξίας καθώς καί τα τέκνα αυτών, από τα όποια, ή υπεροψία, ή υπερηφάνεια, ή αυταρέσκεια καί ή εμπιστο­σύνη στους κόπους μας, είναι τα χειρότερα.

Οί αμαρτίες πού αφορούν την αγάπη στον πλησίον, ό­πως είναι οί λογισμοί κρίσης, κατάκρισης, μίσους, θύμου καί ή ενθύμηση κάποιου κακού πού μας έγινε έπειτα οποιοσδήποτε λόγος πικρός για τα έργα στη ζωή του πλη­σίον μας, ακόμη καί αν είναι αληθινός πράξεις ανελεημοσύνης, μίσους καί άλλα.

Έλλειψη προσοχής στις αισθήσεις μας ιδιαίτερα στην δράση, στην ακοή καί στην γλώσσα. Εδώ πρέπει να ση­μειώσουμε ότι ό άνθρωπος της προσευχής πρέπει να απο­φεύγει με οποιοδήποτε τρόπο τίς εκτεταμένες συζητήσεις α­κόμη καί πάνω σε πνευματικά θέματα, την αργολογία, τα χωρίς αιτία γέλια καί αστεία.

Οί σαρκικές σκέψεις, αισθήσεις καί πράξεις.

Ή προσκόλληση καί ή μέριμνα για τα εγκόσμια.

Ό ασύδοτος ύπνος, ή ραθυμία καί όλες οί άλλες αμαρ­τίες, τα πάθη καί τα έργα αυτών.

Υπάρχουν καί άλλες αιτίες πού προέρχονται από την εξάσκηση χωρίς διάκριση της προσευχής όπως είναι: ό α­λόγιστος ζήλος, ή έλλειψη υπομονής, ή λανθασμένη καί ά­μετρη χρήση εξωτερικών μέσων καί τεχνητών μεθόδων για την απόκτηση της προσευχής, ή υπερηφάνεια καί ή παρα­πλάνηση εξαιτίας της φυσικής θερμάνσεως της καρδιάς.

Μπορεί καί ή ασθένεια να αποτελέσει καμιά φορά ε­μπόδιο στην εξάσκηση της προσευχής.

Έρώτησις:

«Πόσες περίπου προσευχές κάνατε ημερησίως την πε­ρίοδο πού ή προσευχή είχε γίνει ήδη νοερά ή όταν ό νους εί­χε προσηλωθεί στην καρδιά;»

Απάντησης:

-Στην αρχή μετρούσα με το κομποσχοίνι 1.000 κό­μπους. Αργότερα τους αύξησα στους 2.000 καί μετά από κάποιο χρονικό διάστημα 3.000, ενώ την υπόλοιπη ήμερα έλεγα την προσευχή χωρίς να μετράω, έτσι έφτανα περίπου τίς 10.000 προσευχές. Ό π. Β. έλεγε ότι «όποιος κατορθώνει κάνοντας την προσευχή του Ιησού να μετρήσει 3.000 προσευχές, αυτός έχει τελέσει μια Θεία Λειτουργία στην καρδιά του, στην οποία συμμετέχουν ή Θεοτόκος καί ό χο­ρός των Αγίων καί των Αγγέλων».

Έρώτησις:

Πώς αποκτήσατε την νοερά προσευχή;

Απάντησης:

-Μετά από οχτώ μήνες ακατάπαυστης προσευχής, ξύ­πνησα ένα πρωινό από τους χτύπους της καρδιάς καί άρχι­σα να προφέρω την προσευχή στο ρυθμό των χτύπων της καρδιάς. Αισθάνθηκα τότε στην καρδιά μου την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος σαν ένα γλυκό, βελουδένιο χάδι, σαν τα φτερά μιας πεταλούδας πού πετάριζε στην ψυχή μου λέ­γοντας: «Είμαι εδώ. Εγώ είμαι ό Ενεργών. Εσύ προσεύχου». Κράτησα για λίγο την αναπνοή μου για να νιώσω την γλυκύτητα καί την αγαθότητα του Αγίου Πνεύματος. Έλαβα στην ψυχή μου μια ειρήνη αγία, θεϊκή.

Δόξα στην μακροθυμία καί την αγαθότητα Σου, Κύριε!

Έρώτησις:

«Γιατί οί Άγιοι πατέρες ονομάζουν αυτήν την προσευχή καρδιακή καί αυτενεργό; Πώς λειτουργεί ή καρδιά ενός ερ­γάτου της νοερός προσευχής;»

Απάντησης:

Ή καρδιακή προσευχή ονομάζεται «αυτενεργός» από τους Αγίους πατέρες διότι, όπως λένε οί ίδιοι, το άγιο Πνεύμα εγκαθίσταται καί ενοικεί στην ψυχή του ανθρώπου, στην καρδιά και την κινεί κάνοντας αισθητή την παρουσία του με την γλυκύτητα καί την θέρμη. Αυτή ή γλυκύτητα α­νεβαίνει προς τον λαιμό καί προκαλεί μια τέτοια ουράνια ευτυχία, όπως δεν μπορεί να γίνει ποτέ αισθητή στη ζωή. Ό νους τότε πρέπει να σιωπήσει καί να προσηλωθεί για να α­κούσει την προσευχή και τους χτύπους της καρδιάς. Όταν οί χτύποι της καρδιάς δεν ακούγονται πια, τότε ό αγωνιστής πρέπει να αρχίσει να λέει την προσευχή νοερά ώσπου το ά­γιο Πνεύμα να κινήσει ξανά την καρδιά. Έτσι ό νους δια­τηρεί καί προστατεύει την καρδιακή προσευχή.

Έρώτησις:

«Σάς εγκατέλειψε ποτέ ή καρδιακή προσευχή;»

Απάντησης:

-Μου έτυχε να χάσω την προσευχή εξαιτίας της μείω­σης της προσοχής καί ίσως της θερμής αγάπης στο Θεό.

Έρώτησις:

«Ή νοερά προσευχή είναι αδιάλειπτος;»

Απάντησης:

-Ή νοερά προσευχή δεν είναι αδιάλειπτος για όλους, τουλάχιστον στην αρχή, όταν μας δίνεται αυτό το δώρο. Το πάν στηρίζεται στο θέλημα του Θεού, αλλά ό αγωνιστής πρέπει να προσέχει καί να εξασκεί την προσευχή. Για τους λαϊκούς ή νοερά προσευχή γίνεται τίς περισσότερες φορές με διακοπές εξαιτίας της αδυναμίας του νου να παραμείνει προσηλωμένος. Την αδιάλειπτη προσευχή την είχαν άγιοι καί ίσως την έχουν καί τώρα κάποιοι μοναχοί.

Μόνον ή καρδιακή προσευχή μπορεί να είναι αδιάλει­πτος διότι ή καρδιά κινείται από το άγιο Πνεύμα καί έτσι προσεύχεται ενώ εμείς εργαζόμαστε ή κοιμόμαστε.

Έρώτησις:

«Ή καρδιακή προσευχή είναι καθαρά προσευχή; Πα­ρουσιάζονται καί τότε πόλεμοι με τους λογισμούς;»

Απάντησης:

-Ή καθαρά προσευχή είναι τέλεια προσευχή καί είναι μεγάλο δώρο από τον Θεό. Αυτή δίνεται στον αγωνιστή της αδιάλειπτης προσευχής πού καί πού. Κατά τη διάρκεια της καθαρός προσευχής δεν παρουσιάζονται ούτε καν αθώ­οι λογισμοί, ικανοί να ταράξουν την τέλεια ηρεμία του νου μπροστά στο Θεό.

Συνήθως όμως κατά την διάρκεια της καρδιακής προ­σευχής παρουσιάζονται αθώοι λογισμοί ή πολύ σπάνια α­μαρτωλοί λογισμοί με τους οποίους όμως πρέπει να παλέ­ψουμε από την πρώτη τους εμφάνιση ακόμη.

Έρώτησις:

«Τι είναι ή θεωρητική προσευχή;»

Απάντησης:

-Το να συλλογίζεσαι τον Κύριο στην προσευχή, ση­μαίνει ότι Τον γνωρίζεις, Τον αισθάνεσαι, Τον βλέπεις ζω­ντανό, με τα μάτια του νου, στην καρδιά του. Ό άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει σε ούτε αυτήν την κατάσταση ούτε στην νοερά προσευχή με τίς δικές του δυνάμεις. Όλα είναι ενέργεια καί δωρεά του Θεού.

Έρώτησις:

«Ποια είναι τα συχνότερα εμπόδια πού συναντά ό αγω­νιστής στην άσκηση της νοεράς προσευχής;»

Απάντησης:

-Τα εμπόδια πού συναντά ό αγωνιστής είναι: ή λήθη, ή άγνοια, τα σφάλματα καί ό έλεγχος της συνειδήσεως, πού δεν σου επιτρέπουν να πλησιάσεις την προσευχή καθώς καί ή ελλιπής εκτέλεση του θελήματος του Θεού.

Υπάρχουν πάρα πολλά εμπόδια πού προέρχονται από εμάς, μέσω των αμαρτιών και των παθών μας, από την έλ­λειψη αγάπης, από τον διάβολο, από τον κόσμο, από τα πράγματα κ.τ.λ.

Έρώτησις:

«Με ποιους τρόπους μπορεί κανείς να επιταχύνει αυτό το έργο; Ποιες αρχές πρέπει να καλλιεργηθούν ιδιαίτερα;»

Απάντησης:

-Τα μέσα για μια σύντομη πρόοδο στην νοερά προσευ­χή είναι: ό εξαγνισμός δια της μετανοίας, της εξομολογήσεως καί της τελέσεως του κανόνος μας, ή πορεία σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, καί ή εκπλήρωση των εντολών του Θεού.

Από τίς. Αρετές πρέπει να καλλιεργηθούν ιδιαίτερα, ή αγάπη στο Θεό καί στον πλησίον καί οί άλλες θεολογικές αρετές – πίστη, ελπίδα, ταπείνωση, διάκριση, θάρρος, ε­γκράτεια, δικαιοσύνη καί οί υπόλοιπες.

Έρώτησις:

«Τι είδος προστασία του νου, των αισθήσεων καί της γλώσσας πρέπει να καλλιεργεί μόνιμα ό αγωνιστής της προ­σευχής;»

Απάντησης:

-Ό αγωνιστής της προσευχής πρέπει να φυλάγεται με κάθε δύναμη από κάθε λογισμό, αίσθηση, λόγο ή πράξη α­μαρτωλή, οπού εναντιώνεται στις ευαγγελικές εντολές, αλ­λά καί από ό,τιδήποτε μάταιο, χωρίς ωφέλεια, όπως μά­ταιες πράξεις, λόγια καί σκέψεις.

Έρώτησις:

«Πώς πρέπει να αγωνιζόμαστε στον πόλεμο των λογι­σμών;»

Απάντησης:

 

-Ό πόλεμος με την αμαρτία καί τα πάθη πρέπει να γί­νεται μέσω της επαγρύπνησης διότι ή εξωτερική άσκηση δεν μπορεί να εμποδίσει παρά μόνο την έμπρακτη αμαρτία. Ό π. Β. έλεγε ότι «ή επαγρύπνηση καί ή φύλαξη του νοός είναι μια βαθμίδα ψηλότερη πού αντιστέκεται στην αμαρτία δια των λογισμών, εξαγνίζοντας τον εσωτερικό άνθρωπο».

Οί κανόνες του εσωτερικού πολέμου πού διεξάγει ή ε­παγρύπνηση είναι:

1. Ή απώθηση των λογισμών καί των φαντασιών από την πρώτη τους ακόμη εμφάνιση, ή απαλλαγή του νοός α­πό αυτούς.

  1. 2.     Ή αντίσταση σ’ αυτούς.

3. Ή ακατάπαυστη επίκληση του ονόματος του Κυρίου ημών Ίησοΰ Χρίστου με αγάπη καί χαρά.

Έρώτησις:

«Επειδή αναφερθήκατε στον π. Β. εκτός από την οσιότητά του με ποιους άλλους πνευματικούς πατέρες, πιο γνω­στούς σε μας, συζητήσατε για τίς πνευματικές σας καταστά­σεις καί τον αγώνα σας;»

Απάντησης:

-Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στην καθοδήγηση πού λάμβανα από τον π. Β., αλλά επειδή ό ίδιος ήταν διάκονος έπρεπε να συζητήσω, μερικώς τουλάχιστον, όταν εξομολογούμην καί με άλλους πατέρες.

Για την νοερά προσευχή συζήτησα περισσότερο με τον π. Αρσένιο Μπόκα καί τον π. Κωνσταντίνο Γαλέριο. Αυ­τοί διάβασαν καί ένα μέρος από το ημερολόγιο μου. Είχα καί πιο σύντομες συζητήσεις σχετικά με την προσευχή καί με τον π. Σοφιάν Μπογκίου.

Έρώτησις:

«Σας παρακαλούμε σαν επίλογο να απευθύνετε δυο λό­για στους αναγνώστες».

Απάντησης:

-Ή προσευχή του Ίησοΰ ονομάζεται από τους αγίους Πατέρες «πνευματική τέχνη» καί «επιστήμη επιστημών». Μπορεί να καλλιεργηθεί σωστά και χωρίς παραπλανήσεις μόνον μέσα στους κόλπους της εκκλησίας με την εξομολό­γηση, την ευλογία καί την καθοδήγηση ενός πνευματικού.

Οί καρποί της προσευχής είναι δωρεές του Θεού καί έρχονται ανάλογα με το μέτρο της αγάπης πού έχουμε προς Εκείνον καί τον ζήλο στο έργο της προσευχής.

Ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ό αληθινός διδάσκα­λος της προσευχής να χαρίσει σε όλους πνεύμα προσευχής καί την σωτηρία των ψυχών μας.

ΑΜΗΝ

 

20/1/1971

Νωρίς το πρωί ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν στον Ιερό Ναό «Αμζεί» οπού προσευχόμουν κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Εκεί βλέπω τον γέροντα μας λαμπροφορεμένο με ωραία άμφια να διαβάζει το Ιερό Ευαγγέλιο, όμως στεκόταν ψηλά στον αέρα, κοντά στον άμβωνα, χωρίς να στηρίζεται πουθενά. Τον συγκρατούσε κάτι σαν λευκό πέπλο, πού τον κάλυπτε. Σαν να καθόταν πάνω σ’ ένα λευ­κό σύννεφο καί διάβαζε το Ιερό Ευαγγέλιο, ενώ εγώ καθό­μουν στο στασίδι δίπλα σε μια αδελφή, πού μου έλεγε: «Βλέπεις ποσό ψηλά είναι ό γέροντας μας;» Εγώ στεκόμουν σαστισμένη καί παρασυρμένη από τη χαρά βλέποντας πόσο ψηλά βρισκόταν καί πώς μετεωριζό­ταν στον αέρα!

Ξαφνικά μας έκανε ένα νεύμα να ανεβούμε καί μείς εκεί ψηλά. Τότε πιαστήκαμε από το χέρι καί αρχίσαμε να πετά­με με μεγάλη χαρά προς εκείνον καί τότε ξύπνησα από τον ύπνο ευτυχισμένη, σε μια θαυμαστή κατάσταση ψυχικής α­νάτασης καί αμέσως κοιμήθηκα ξανά.

Καί βλέπω πάλι ότι βρίσκομαι στο δρόμο καί ό γέρο­ντας είχε βγει από την εκκλησία, γιατί είχε τελειώσει ή Θ. Λειτουργία. Τότε έτρεξα κοντά του γεμάτη εμπιστοσύνη καί με ταπείνωση τον ρώτησα: «Γέροντα πείτε μου, Τι πρέ­πει να κάνω για να είναι ό Θεός ευχαριστημένος μαζί μου;».

Ό γέροντας έμοιαζε τεράστιος καί σαν λειτουργός φωτι­σμένος σήκωσε το δεξί του χέρι ψηλά καί μου είπε:

-«Εσένα, ό προορισμός σου είναι να κάνεις το καλό».

 Αύτη τη φορά ξύπνησα εντελώς.

Πριν αρχίσω την προσευχή του Ιησού, παρακάλεσα τον Θεό να μου δώσει την ευκαιρία, τουλάχιστον μια φορά την ήμερα, να μπορώ να κάνω ένα καλό έργο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Στο δρόμο μου συνάντησα ένα αγοράκι 6-7 χρόνων, πού έκλαιγε γοερά καί τα δάκρυα του κυλούσαν ποτάμι στα μαγουλά του.

Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί γύρω του, έτσι έμαθα ότι είχε χάσει 25 λέϊ (ρουμανική χρηματική μονάδα) καί φοβό­ταν να γυρίσει στο σπίτι διότι θα τον έδερναν οί γονείς του.

Δεν είχα μαζί μου παρά μόνον 25 λέϊ ακριβώς με τα ό­ποια έπρεπε να αγοράσω κάτι φαγώσιμο για την κόρη μου καί τον σύζυγο της, πού θα γύριζαν από την δουλειά.

Ήταν τα τελευταία μου χρήματα, στο σπίτι δεν είχα α­πολύτως τίποτε, ούτε ένα λέϊ. Βλέποντας ότι κανείς από τους γύρω δεν του έδινε τίποτε, του δίνω τα 25 λέϊ, τον χαϊ­δεύω στο κεφαλάκι του καί του λέω:

«Μην κλαις πια, σκούπισε τα ματάκια σου, πάρε αυτά τα χρήματα καί αγόρασε ότι σου είπαν οί γονείς σου καί πήγαινε στο σπίτι».

Το παιδάκι δεν είπε τίποτε, σκούπισε τα μάτια του με το μανίκι του παλτού του, πήρε τα χρήματα καί άρχισε να τρέχει.

Γύρισα στο σπίτι χωρίς να έχω πια με Τι να αγοράσω κάτι για φαγητό, χωρίς κανένα λογισμό, ήρεμη καί ευτυχι­σμένη, για τη χαρά αυτού του παιδιού καί για το ότι είχα α­κριβώς οσα χρήματα είχε χάσει.

Γνώριζα ότι μια καλή πράξη γίνεται με θυσία, δίχως κα­νένα φόβο, με πίστη καί εμπιστοσύνη καί με απόλυτη εναπόθεση στην έγνοια του Θεού – Πατέρα, ό όποιος τα βλέπει όλα καί θα με βοηθήσει με κάποιο τρόπο, άγνωστο σε μένα. Να δανειστώ αδύνατον, έχοντας σύνταξη ασθενείας 200 λέϊ, καί μη έχοντας πώς να τα επιστρέψω, κανείς δεν με δα­νείζει.

Καί ω του θαύματος! Σωτήρα μου, μόλις έφθασα στο σπίτι βρίσκω την μοναδική μου κατά σάρκα αδελφή να με περιμένει φορτωμένη με μια σακούλα γεμάτη τρόφιμα.

Πλησίαζε ή γιορτή μου, 27 Ιανουαρίου καί μου λέει:

-Δεν θα μπορέσω να έρθω στη γιορτή σου γιατί θα πάω στα παιδιά μου, σου έφερα μερικά τρόφιμα καί σου δί­νω καί 100 λέϊ να αγοράσεις ότι θέλεις για την γιορτή σου.

Κύριε πόσο ζωντανός είσαι!!! όλα τα προετοίμασες από Πριν καί τώρα σκέφτομαι, Τι τύψεις θα με κατελάμβαναν αν δεν έδινα όλα τα χρήματα στο τρομαγμένο παιδάκι. Σε ευ­χαριστώ, Κύριε, πού μου έδωσες την ευκαιρία να κάνω ένα μικρό καλό σήμερα καί με παρότρυνες φανερά να εργάζο­μαι σύμφωνα με το θέλημα Σου, χωρίς φόβο, χωρίς να σκέ­φτομαι τίς συνέπειες, με απόλυτη εμπιστοσύνη σε Σένα, πού είσαι ό Παντογνώστης Πατέρας μας καί πού θα με συντρέχεις πάντοτε καί θα με σώζεις!

Σε ευχαριστώ, Σωτήρα μου, πού μου έδωσες την δυνα­τότητα να Σε διακονήσω, γεμάτη από αγάπη καί έλεος, με όλη μου την καρδιά. Εσένα πού κρύβεσαι πίσω από τους κατατρεγμένους, από τα δοκιμαζόμενα παιδιά Σου.

Είμαι έτοιμη να Σε διακρίνω σε όλους τους πικραμέ­νους, τους ταπεινωμένους, τους μικρούς καί αδύνατους, τους θλιμμένους ή τρομαγμένους, διότι Εσύ κλαις δι’ αυτών καί πάσχεις για όλους.

Περιμένω ένα δείγμα της χαράς Σου, της αγάπης Σου, δίνοντας μου την δωρεά της επίγνωσης της αληθείας στη ζωή μας, για να χαίρομαι ακατάπαυστα, κάνοντας το καλό χωρίς κανένα συμφέρον, εκτός αυτού του να Σε υπηρετώ σε όλη μου τη ζωή, σαν πιστή δούλη.

Έτσι επιθυμώ να υπηρετώ καί όσους δεν με αγαπούν καί να τους αγαπώ με την δική Σου αγάπη φυτεμένη στην ψυχή μου από Σένα, διότι όλοι είναι αδελφοί μου καί παιδιά Σου, αλλά αυτοί πού κάνουν το κακό δεν γνωρίζουν Τι κάνουν.

Αισθάνομαι την ψυχή μου γεμάτη από την αγάπη Σου καί ήρεμη προσεύχομαι με χαρά, πλαισιωμένη από την α­γία Ειρήνη Σου.

Λέω την «προσευχή του Ιησού» αργά καί γαλήνια με την λαχτάρα να αισθανθώ ότι ζω στην Βασιλεία του ουρά­νιου Πατέρα, ευτυχισμένη από τώρα, από εδώ!

 

23/1/1971

«Συγχώρεσέ με, Κύριε, καί ελέησε με»

Χθες το βράδυ προσευχήθηκα με πίστη καί με λαχτάρα μεγάλη να μπορέσω να δουλέψω την «προσευχή του Ιησού» για να με αγαπήσει ό Ιησούς καί μένα, καί είπα: «Κύριε Ιησού Χριστέ επιθυμώ να σε αγαπήσω όπως σε α­γάπησε ό αγ. Ιωάννης ό Ευαγγελιστής ό αγαπημένος Σου μαθητής, για να μπορώ καί εγώ να σου είμαι τόσο αγαπητή όσο Σου ήταν καί εκείνος». Καί το πρωί ακούω:

-«Δεν πρέπει να μπερδεύουμε την δική μας πίστη με αυτή του αγίου Ιωάννου του μαθητού του Κυρίου»!

Ναι, αλήθεια είναι, Κύριε μου Ιησού. Από πού έρχομαι εγώ καί με Τι φορτίο βαρύ αμαρτιών στην πλάτη, ενώ ό μα­θητής Σου ό καί ονομαζόμενος απόστολος της αγάπης Σου, άμωμος, παρθένος, διαλεγμένος από Σένα. Πώς τολμώ εγώ ή ανάξια να ζητώ, πράγματα για τα όποια δεν είμαι άξια!!! «Συγχώρεσέ με, Κύριε, καί ελέησε με». Εγώ πρέπει να σε αγαπώ χωρίς ορούς, με όλη μου την ψυχή για το μεγάλο Σου έλεος στους αμαρτωλούς, σαν εμένα.

 

29/1/1971

«Δεν γνώριζα πώς να Σε αγαπώ Κύριε»

Προσευχήθηκα καί ό αγαθός Θεός καί Σωτήρας μου άκουσε την προσευχή μου καί μεγάλη χαρά αισθάνθηκα μέσα στην ψυχή μου, όταν έμαθα πώς πρέπει να προσεύχομαι καί να αγωνίζομαι για την σωτηρία μου.

Γνώρισα, ότι το πάν έρχεται από Σένα, Κύριε Ιησού, όταν ό π. Β. με επισκέφτηκε σε δύσκολες στιγμές, όταν ή ψυχή μου ποθούσε περισσότερο να γνωρίσει πώς να προ­σεύχεται.

Για να μπορώ να ελέγχω καθημερινά την ψυχική μου κατάσταση καί να αντιλαμβάνομαι αν αγωνίζομαι ή όχι ό­πως πρέπει, να αρχίσω να γράφω αυτό το ημερολόγιο καθη­μερινά. Θα μπορώ να βλέπω έτσι πόσο καί πώς αγωνίστηκα.

Κύριε Ιησού, άφ’ ότου άκουσα τον λόγο Σου, δια της φωνής του π. Β., ήξερα πια ότι ό μόνος δρόμος πού θα ακο­λουθώ από δω καί πέρα θα ‘ναι ό δρόμος της προσευχής.

Χρόνια ολόκληρα τρέχω καί σε ψάχνω, Κύριε Ιησού, αλλά τώρα σε αισθάνομαι στην ψυχή μου, στο σώμα μου ε­νίοτε παρών. Κύριε τώρα ξέρω ότι όταν θα Σε καλώ, θα γί­νεσαι καταφυγή μου, καί με την αγία προσευχή Σου θα νι­κώ κάθε κακό καί τίποτε· δεν θα μπορεί πια να με αγγίξει.

Δεν γνώριζα πώς να Σε αγαπώ Κύριε. Τώρα έχω ειρήνη στην ψυχή μου καί χαίρομαι από καρδιάς καί δεν ξέρω πώς να Σε ευχαριστήσω για την μεγάλη Σου αγαθότητα καί για όλα όσα έκανες για μένα καί για όσα μου αποκάλυψες.

Μια μόνον επίκληση καί Σε νιώθω στην καρδιά μου καί σ’ όλο μου το σώμα! Κύριε Ιησού, αγαθέ μου Ιησού, Θεέ καί Σωτήρα της ψυχής μου, δέομαι Σου όπως μου δώσεις πνεύμα δυνάμεως καί ελπίδος για να μην πέφτω σε απόγνω­ση εξαιτίας κακόβουλων ανθρώπων. Μην αφήσεις τον πονη­ρό καί κάνει κακό σε μένα ή σε αγαπημένα μου πρόσωπα, καί να γελάει μαζί μας για τη νίκη του, έτσι ώστε να είμαστε ελεύθεροι καί να αγαλλώμεθα, καί μαζί με όλα τα παιδιά Σου να Σου προσφέρουμε ύμνους δοξολογίας καί αίνους.

Παρατηρήσεις πνευματικού οδηγού.

1: Ή δωρεά της προσευχής μας απαλλάσσει από κάθε κακό. Αυτός ό όποιος δεν προσεύχεται μένει στην κόλαση.

2: Το ημερολόγιο να γίνει ό πνευματικός σου. Να κατα­γράφεις με ειλικρίνεια κάθε καλό καί κάθε πτώση προς την αμαρτία. Να το ξαναδιαβάζεις, να κλαις για κάθε αμαρτία καί να δοξολογείς το Θεό για κάθε Τι καλό.

 

11/9/1971

«Στην εκκλησία νοιώθω, ότι βρίσκομαι στον ουρανό»

Ξύπνησα με χαρά στην ψυχή μου. Προσευχήθηκα με δάκρυα μετανοίας καί ταυτόχρονα με ευγνωμοσύνη για την αγαθότητα του Κυρίου, πού από την μεγάλη Του αγάπη, ε­πιτρέπει σε μένα την ανάξια να Τον πλησιάζω καί αποθέτω στα πόδια Του τα δάκρυα μου. Ευχαριστώ για τίς χαρές τίς όποιες μου προσέφερες καί για την συναίσθηση των πραγ­μάτων πού μου δώρισες, Κύριε!

Το αισθάνομαι πώς αόρατα με περιβάλλεις από παντού. Προσεύχομαι με προσοχή καί νοιώθω προστατευμένη καί ευτυχισμένη. Θα μπορούσα να κλαίω ακατάπαυστα με δά­κρυα χαράς γι’ αυτό το συναίσθημα. Θα μπορούσα να ψάλ­λω αιώνια καί να προσεύχομαι αιώνια γιατί αισθάνομαι την ψυχή μου πλήρη από τη θεϊκή παρουσία Του καί ξε­χνώ όλα όσα βρίσκονται γύρω μου.

 

Στην εκκλησία νοιώθω ότι βρίσκομαι στον ουρανό. Ή εκκλησία με ένωσε με το Θεό. Εκεί παιδάκι ακόμα σε συ­νάντησα Ιησού μου, εσταυρωμένο καί από τότε όλη μου τη ζωή τρέχω γύρω από τα πόδια Σου καί γονατιστή δακρύζω, με μετάνοια καί αγάπη. Κανείς σ’ αυτή την γη δεν υπέφερε σαν Εσένα, για την αγάπη των ανθρώπων. Υποφέρουμε καί εμείς για τίς αμαρτίες μας, Εσύ όμως ό Κάλλιστος, ό πραότατος, ό πιο αθώος υπέφερες αγόγγυστα για τίς δικές μας αμαρτίες. Εμείς δεν κάνουμε παρά ελάχιστα. Ό χρό­νος μας δαπανάται ασυναίσθητα για τίς ανάγκες του σώμα­τος, ενώ για την ψυχή δεν μένουν παρά λίγα ψίχουλα. Βοή­θησε μας Ίησοΰ μου, ώθησε την ψυχή μας να αναλάβει να οδηγήσει αυτό το αδύναμο σώμα καί να το σηκώσει από την λάσπη των αμαρτιών καί δια Σου να πετύχουμε την έ­νωση με τον Ουράνιο Πατέρα.

Στο δρόμο είδα έναν τυφλό, με ένα μπαστουνάκι έλεγχε

τον δρόμο του, καί συλλογίστηκα: Ευτυχισμένος είσαι εσύ ω τυφλέ, ή ζωή σου είναι εξασφαλισμένη στα χέρια του Θεού καί συ βαδίζεις ασφαλής πλάι στο Χριστό.

Συγχώρεσέ με Ιησού μου για την αγνοία μου. Δίδαξε με Εσύ τον τρόπο να αναγνωρίζω την αλήθεια οπού αυτή βρίσκεται. Ξέρω ότι ή ζωή κοντά Σου είναι ευτυχισμένη καί δω στην γη ακόμη. Δοκίμασα καί γώ μια σταγόνα της, αισθάνθηκα την γλυκύτητα της, Κύριε, καί ή λαχτάρα μου να βρίσκομαι κοντά Σου τρανώθηκε.

 

16/9/1971

«Ή παρουσία  Σου, Κύριε, σκεπάζει ολόκληρο το σύμπαν»

Ή μέρα μου ξεκίνησε με προσευχή. Ακούω τους χτύ­πους της καρδίας καί συνεχίζω να προσεύχομαι στο ρυθμό της. Ή ψυχή μου αναγνωρίζει τον Κύριο της πλάσης σε κάθε Τι πού βρίσκεται στον ουρανό ή στην γη. Σε οποίο αντικείμενο καί αν αφήσω την ματιά μου να πέσει, εκεί βλέ­πω το χέρι καί την παρουσία Εκείνου πού το φιλοτέχνησε, μέσω του άνθρωπου, για να κάνει την ζωή πιο εύκολη, δί­νοντας του την επιθυμία να δημιουργεί κάτι καλύτερο, κάτι ωραιότερο προς βοήθεια του.

Εσύ Κύριε καί Πατέρα Ουράνιε γνώστη των πάντων φωτίζεις τον νου των ανθρώπων του πνεύματος καί των γραμμάτων, όλων αυτών πού δημιουργούν για το καλό του κόσμου καί έτσι μας έρχεσαι αρωγός στην ζωή μας εδώ στην γη. Ή παρουσία Σου, Κύριε, σκεπάζει ολόκληρο το σύμπαν…

Έξω βρέχει. Περπατώ στην βροχή με χαρά, κάνοντας προσευχή καί αναπνέοντας καθαρό αέρα. Πού είναι εκείνα τα χρόνια, πού δεν άντεχα την βροχή; Αυτήν την ευεργετι­κή βροχή εγώ δεν μπορούσα να την αποδεχτώ, γιατί έπνιγε την ψυχή μου με την γενική ατμόσφαιρα πού δημιουργού­σε. Τώρα παρατηρώ με ευχαρίστηση τίς σταγόνες, πού πέ­φτουν στην γη με θόρυβο.

Εσύ Κύριε μας χαρίζεις τόσα αγαθά καί μείς είμαστε δυσαρεστημένοι αντί να χαιρόμαστε: αέρας, νερό, ήλιος καί πόσα ακόμη αγγίζει το βλέμμα μας, όλα για να ζούμε σ’ αυ­τήν την ζωή καί να την φέρουμε σε πέρας εκτελώντας το ά­γιο θέλημα Σου. Εμείς ούτε πού αντιλαμβανόμαστε ότι δίχως αυτά δεν θα μπορούσαμε να υπάρχουμε. Τα θαύματα Σου, Κύ­ριε, βρίσκονται παντού, περιβάλλουν το στερέωμα καί Σε θω­ρούμε μέσα από όλα όσα έπλασες. Θαυμάζουμε την μεγαλοσύνη, την δύναμη, το φως, την αγαθότητα Σου, Κύριε.

Διαβάζω ένα βιβλίο του Paul Claudel-βαπτίστηκε το 1886- ό όποιος δια της ελλάμψεως καί του φωτισμού ολό­κληρης της ύπαρξης του μπόρεσε καί αισθάνθηκε το θεϊκό φως στο άγιο Βήμα. Για μια στιγμή ένοιωσε σαν να πετά­χτηκε στο μέσο ενός αγνώστου κόσμου. «Ό Θεός είναι ε­δώ, παρών, διηγείται, είναι προσωπική ύπαρξη σαν καί μέ­να καί με καλεί με αγάπη. Δάκρυα ευτυχίας τον έπνιξαν, μια γλυκιά συγκίνηση δυνατή καί ταυτόχρονα γεμάτη φόβο τον κατέκλυσε.

Ακριβώς ότι μέχρι τότε του προκαλούσε αποστροφή καί περιφρόνηση ήταν αληθινό. Μελετάει την Αγία Γραφή καί γυρίζει τον κόσμο. Γράφει στο έργο του: «Ό Θεός απευθύνεται στους ανθρώπους έμμεσα, δια του συνόλου των ορατών πραγμάτων, τα όποια μας μιλούν για Κείνον, τον Κτίστη τους, αλλά από τα όποια πρέπει μόνον να περάσου­με για να Τον αγγίξουμε».

Ό Κύριος μας γνωρίζει ότι αυτός ό επιφανειακός κό­σμος κρύβει έναν άλλον κόσμο, τον αληθινό, τον πραγματι­κό, τον αιώνιο κόσμο, τον όποιο μόνο μέσω της προσευχής μπορούμε να τον νοιώσουμε καί να τον βιώσουμε…

17/9/1971

«Ήρθες; Ο Κύριος σ’ έστειλε, πεθαίνουμε εδώ καί 10 μέρες»

Σήμερα μου συνέβη κάτι ιδιαίτερο καί θαυμαστό πού ποτέ άλλοτε δεν μου είχε ξανασυμβεί, τρεις φορές έπεσα σε όνειρο, σαν σε μια αληθινή οπτασία, σαν να βρισκόμουν σε έκσταση.

Γύρω στις 3 μ.μ. γύρισα στο σπίτι υπερβολικά κουρα­σμένη, από μια άρρωστη πολύ σοβαρά με σκλήρυνση κατά πλάκας καί μεγάλες πληγές. Περίμενα πώς καί πώς να γυρί­σω σπίτι να βγάλω το στενό παλτό μου καί τίς μπότες πού με στένευαν άσχημα.

Έξω έκανε κρύο καί ίσα ίσα πού άντεξα να φτάσω ως το σπίτι. Ανάπνευσα ανακουφισμένη καί έκανα με ευγνωμοσύνη στον Κύριο το σταυρό μου, γιατί έφτασα καλά. Κάθισα στο κρεβάτι καί ξεκίνησα να ξεκουμπώνω το παλτό μου όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα καί άκουσα μια παιδική φωνή να μου λέει. «Με έστειλε ή κ. Βαλεάνου να σας τηλεφω­νήσω καί να σας παρακαλέσω να πάτε εκεί γιατί είναι βαριά άρρωστη καί αυτή καί ή κ. Ροζίνα καί δεν έχουν φάει τίποτε 10 ημέρες, θα πεθάνουν καί οι δύο μόνες τους στο σπίτι».

Στην κατάσταση στην όποια βρισκόμουν δεν μπόρεσα να απαντήσω τίποτε, ή φωνή μου πνίγηκε καί σιώπησα. Το παιδάκι σε λίγο με ρώτησε: «Τι να τους πω; Θα πάτε;»

Εντελώς αδύναμα καί με σβησμένη φωνή είπα:

«Πες τους ότι θα έρθω αλλά δεν ξέρω Τι ώρα θα φτάσω».

Ήταν αργά, έκανε κρύο καί κατοικούσαν μακριά. Έπρεπε να αλλάξω συγκοινωνίες καί ήμουν πολύ πολύ κουρασμέ­νη, όμως όλα αυτά δεν είχαν καμιά σημασία μπροστά στο γεγονός ότι δεν είχα παρά μόνον χρήματα, για ένα μόνον εισιτήριο. Δεν μπορούσα να δανειστώ από κανέναν, διότι ήδη είχα δανειστεί μια φορά καί ή σύνταξη ασθενείας πού παίρ­νω δεν μου επιτρέπει να επιστρέψω περισσότερα χρήματα.

Στη σκέψη ότι αυτές οί ψυχές με περιμένουν, δεν έχουν φάει 10 ημέρες καί είναι βαριά άρρωστες, κι εγώ δεν έχω ούτε μια δραχμή να τίς αγοράσω κάτι φαγώσιμο, με κατέ­βαλε ένας δυνατός πόνος στο στήθος, από τη μεγάλη μου λύπη καί έγνοια γι’ αυτές τίς ψυχές.

Τότε έστρεψα τα μάτια μου στις εικόνες καί είπα με πό­νο: «Κύριε Εσύ ξέρεις, ότι δεν έχω ούτε μια δραχμούλα να αγοράσω κάτι Τι.

 Τι μπορώ να κάνω, Κύριε;»

Ό πόνος δυνάμωσε καί ένοιωσα την ανάγκη να ξαπλώ­σω λίγο κρατώντας το σημείο πού με πονούσε με τα χέρια λες καί θα περνούσε έτσι. Πίεζα έντονα, πιστεύοντας ότι θα εμπόδιζα τον πόνο όσο μπορούσα, έπειτα έχασα κάθε επα­φή με το περιβάλλον. Σε λίγο βλέπω τον ανατολικό τοίχο του δωματίου μου να χάνεται καί από το κρεβάτι μου καί μέχρι τον ορίζοντα φαινόταν ένας κήπος με δέντρα, πρασι­νάδα καί λευκά σπάνια λουλούδια. Έπειτα βλέπω ανάμεσα από τα δέντρα μια νεαρά σαν να μην άγγιζε την γη να πλη­σιάζει το δωματιάκι μου.

Όταν έφτασε αρκετά κοντά μου ακούμπησε σε ένα δέ­ντρο καί με παρατηρούσε πώς στεκόμουν ξαπλωμένη. Την κοιτώ καί προσπαθώ να την αναγνωρίσω. Ήταν ψηλή καί λεπτή, ντυμένη σαν μια μοναχή καί με το κεφάλι καλυμμένο, όπως οι μοναχές. Το πρόσωπο της ήταν τόσο λεπτό καν ό­μορφο, πού αμέσως με γοήτευσε, όμως δεν μπορούσα να την αναγνωρίσω. Τη στιγμή πού σκεφτόμουν, ποια είναι ά­ραγε, την βλέπω να ακουμπά στο στήθος της ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό (σημ. Μεταφραστού: έτσι απεικονίζεται στην Ρουμανική αγιογραφία ή αγία Παρασκευή της Ρουμανίας ή προστάτιδα των φτωχών). Αμέσως συνειδητοποίησα ότι εί­ναι ή Όσία μητερούλα Παρασκευή καί ευτυχισμένη αναφώνησα: «Οσία μητέρα μου Παρασκευή!». Την ίδια στιγμή ξύπνησα, σαν από όνειρο, στην πραγματικότητα καί άρχι­σα να σκέφτομαι «Τι ήθελε άραγε από μένα ή αγία Παρα­σκευή;» Τι άλλο μπορούσε να θέλει ή μητέρα της ελεημοσύνης παρά να μου θυμίσει ότι πρέπει να κάνω ελεημοσύ­νη. Αμέσως θυμήθηκα τίς άρρωστες μου, το ότι με περιμέ­νουν πεινασμένες, καί εγώ δεν έχω χρήματα να αγοράσω φαγητό. Στράφηκα ξανά στα εικονίσματα χωρίς να μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι.

«Κύριε, δεν έχω χρήματα, Εσύ το γνωρίζεις», καί ξανά με κατέβαλε ό πόνος καί έχασα τίς αισθήσεις μου.

Αυτήν τη φορά βλέπω πώς ανέβαινα τα σκαλοπάτια της εκκλησίας «Αμζεί» καί μπαίνοντας μέσα βλέπω τίς αδελ­φές μου Τι πνευματικές, καί ευτυχισμένη υπέρμετρα τίς λέω: «Αγαπημένες μου αδελφές, ξέρετε ότι με επισκέφθηκε ό οσία Παρασκευή καί ήταν ψηλή καί όμορφη καί όχι όπως νομίζουμε εμείς κοντή και αδύνατη! Εσείς Τι λέτε να ήθελε από μένα ή Όσία;

Εκείνη την στιγμή συνήλθα σαν από ένα όνειρο καί δεν είχα χρόνο να σκεφτώ ξανά τίς άρρωστες πεινασμένες ψυχές πού με περίμεναν, γιατί βλέπω να μπαίνει από το τζά­μι του παραθύρου μου στο δωμάτιο ένα χαρτονόμισμα το ό­ποιο το παρατηρώ μέχρι πού φτάνει καί ακουμπά το μέσα του δωματίου.

Για ένα λεπτό προσπάθησα να σηκωθώ μα δεν είχα κα­θόλου δυνάμεις, έτσι σύρθηκα σχεδόν κάτω μέχρι να φτά­σω το χαρτονόμισμα, νομίζοντας ότι είναι ένα των 5 λέϊ καί Τι να ‘κανα με ένα τόσο μηδαμινό ποσό. Όταν όμως ε­πιτέλους έφτασα καί άγγιξα τα χρήματα συνειδητοποίησα ότι ήταν ένα χαρτονόμισμα αξίας 25 λέϊ (σημ. Μεταφραστού: πολύ μικρής αξίας).

Ω Κύριε Τι αξία μπορεί να έχει ακόμη και ένα τόσο ευ­τελές ποσό για ένα φτωχό άνθρωπο! Κάτι τόσο μικρό σε α­ξία μπορεί να κάνει ένα μεγάλο καλό. Τι σημαίνουν 25 λέϊ στις χιλιάδες των ανθρώπων πού έχουν χιλιάδες λέϊ καί δεν σκέφτονται καθόλου ότι υπάρχουν καί κάποιοι άνθρωποι πού δεν έχουν Τι να φανέ, για να τους βοηθήσουν καί να βοηθηθούν καί οί ίδιοι, για την σωτηρία της ψυχής τους; Με 25 λέϊ μόνον δίνουν ένα χέρι βοηθείας σε αυτούς τους ανθρώπους, πού τους λείπει ένα κομμάτι ψωμί ή λίγα ξύλα για θέρμανση.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή ένοιωσα μεγάλη αγαλλίαση καί μια δύναμη διαπέρασε όλο μου το σώμα, πού είχε σχε­δόν νεκρωθεί. Δεν αισθάνομαι πια πώς με στενεύουν οί μπό­τες, πού δεν είχα προλάβει να τίς βγάλω, ούτε το παλτό, πού δεν είχα προλάβει να ξεκουμπώσω, ό πόνος είχε εξαφανιστεί καί έτσι ξεκίνησα να αγοράσω κάτι φαγώσιμο, για να σώσω τίς αδελφές μου πού με περίμεναν στο όνομα του Θεού.

Τίς γνώριζα εδώ καί μερικά χρόνια. Ζούσαν από την βοήθεια 4 άλλων αδελφών από την εκκλησία. Τώρα είχαν περάσει 2 εβδομάδες καί κανείς δεν τους είχε ανοίξει την πόρτα. Δεν είχαν σύνταξη, εξαιτίας μιας άτυχους συγκυρίας είχε χαθεί ό φάκελος, πού είχαν καταθέσει καί βάση του οποίου θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια οικονομι­κή βοήθεια: Δεν είχε εργαστεί στο κράτος, για να έχει μια κάποια σύνταξη. Παρέδιδε ξένες γλώσσες σε φοιτήτριες. Κάποια μέρα έπεσε, καί από το πέσιμο έμεινε ακίνητη στο κρεβάτι. Όντας στο νοσοκομείο γνώρισε μια άλλη κυρία τη Ροζίνα, πού την πήρε στο σπίτι της να την φροντίσει.

Ή κ. Βαλεάνου προερχόταν από μια οικογένεια ευγε­νών καί τώρα πεθαίνουν της πείνας καί οί δύο. Εγώ πάλι συνέβη να είμαι απασχολημένη με άλλες υποθέσεις καί ή­μουν ήσυχη, ότι κάποιος θα πήγαινε να τίς επισκεφτεί. Τίς είχα ειδοποιήσει την τελευταία φορά, πού τις είδα, ότι θα τίς επισκεπτόμουν ξανά όταν θα έπαιρνα την επόμενη σύντα­ξη. Σήμερα όμως αφού έλαβα το τηλεφώνημα συνειδητο­ποίησα ότι ήταν παραμελημένες καί ότι τους συνέβη όπως «του αλόγου με τους τρεις αφέντες». (Σημ. Μεταφραστού: Ρουμάνικη ιστορία στην οποία ό καθένας τους πίστευε ότι ό άλλος φρόντιζε το άλογο, μέχρι πού πέθανε).

Μόνον ό ουράνιος Πατέρας γνώριζε την κατάσταση στην οποία βρισκόντουσαν και έστειλε την Όσία μητερούλα μου Παρασκευή σε μένα καί με θαύμα, μου έστειλε τα α­παραίτητα χρήματα.

Αγόρασα ψωμί, τσουρέκι, ζάχαρη, τσάι, 2 αυγά καί λί­γο ψάρι, λάδι είχα εγώ στο σπίτι καί μου έμειναν καί 10 λέϊ να αγοράσω γκάζι.

Ανοίγοντας την πόρτα τους με έπνιξε ή βαριά μυρωδιά πού ανέδιδε το δωμάτιο με τίς κατάκοιτες. Ή κ. Βαλεάνου εί­χε πολύ πυρετό, το πρόσωπο της ήταν αναμμένο καί ήταν λε­ρωμένη πολύ, γιατί ήταν παράλυτη καί δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Στο κρεβάτι, στο βάθος του δωματίου, βρισκόταν ή Ροζίνα με υψηλό πυρετό καί βλέποντας με φώναξε κλαίοντας.

«Ήρθες; ό Κύριος σ’ έστειλε. Πεθαίνουμε εδώ καί 10 μέρες καί κανείς δεν μας άνοιξε την πόρτα».

Γρήγορα τους ετοίμασα φαγητό, έκανα καθαριότητα καί έφυγα ευτυχισμένη, σχεδόν πετώντας, για το σπίτι. Ό­λα είχαν λυθεί.

Κύριε κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει εκτός από Σένα. Πόσο είσαι ζωντανός, πόσο αληθινός! Κατάλαβα το θαύμα Σου!

Μου είπαν ότι αυτές τίς 10 μέρες υπέφεραν περισσότε­ρο από δίψα. Δίψα, Κύριε, για το άγιο Σου νερό πού πλού­σια μας το πρόσφερες δωρεάν. Δεν υπήρχε ένας άνθρωπος να τους δώσει ένα ποτήρι από το δικό Σου νερό!!

 

Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, για όλα. Εσύ έχεις άπειρο έλεος για τα παιδιά Σου. Δόξα Σοι Αγία Τριάς! Σ’ ευχαριστώ, Κύ­ριε, για τους Αγίους Σου από τους ουρανούς πού τους στέλ­νεις στη γη να μας βοηθήσουν. Σ’ ευχαριστώ Όσία μητερούλα μου Παρασκευή, και… να ξανάρθεις…!!!

 

17/10/1971

«Κάθαρση ψυχής – απομάκρυνση λογισμών»

Ξυπνώντας άκουσα: «κάθαρση ψυχής – απομάκρυνση λογισμών».

Γνωρίζω, Κύριε, πώς αν ή ψυχή μου δεν εξαγνιστεί καί ό νους δεν απελευθερωθεί από τους λογισμούς, δεν έχω ελ­πίδα σωτηρίας. Στην πορεία μου προς την νοερά προσευχή έμαθα καί γι’ αυτούς τους λογισμούς πού εργάζονται με κα­κία στο νου μου καί στους οποίους αρχικά δεν έδινα σημα­σία. Τώρα τους αναγνωρίζω καί συνειδητοποιώντας πώς θα απολογηθώ ενώπιον του Δικαίου Κριτού, καί για τους λογι­σμούς μου, αγωνίζομαι με κόπο να μην επιτρέψω να εισχω­ρήσει τίποτε κακό στο νου μου’ καί αν κάτι παρόλα αυτά εισχωρήσει, με τη δύναμη της προσευχής καί κάπως πιο εύ­κολα τώρα, το απομακρύνω. Προσπαθώ όσο μπορώ να ε­λέγχω με καθαρή καρδιά καί ήσυχη συνείδηση, ώστε ότι κάνω να γίνεται προς ωφέλεια καί μόνον, ακόμη καί αν στους ανθρώπους γύρω μου φαίνεται σαν κάτι το αρνητικό. Πολλές φορές στη διάρκεια της προσευχής αποσπώμαι από λογισμούς άνευ σημασίας, εγώ όμως αγωνίζομαι με ε­τοιμότητα και εγρήγορση καί τους διώχνω, ζητώντας συγ­χώρηση από τον Σωτήρα Χριστό. Τον παρακαλώ να διατηρεί άγρυπνο το νου μου με την νοσταλγία της γλυκύτατης καί θεϊκής Του μορφής.

Στην εκκλησία προσεύχομαι κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Ή ψυχική μου διάθεση καθρεφτίζεται σε μια βαθιά ειρήνη. Αισθάνθηκα μια δύναμη κάτι σαν μια ευχάριστη δόνηση στο σώμα μου πού δυνάμωνε όλο καί πε­ρισσότερο ενώ ή ψυχή μου είχε καταληφθεί από ανείπωτη ουράνια αγαλλίαση.

Ώ Ιησού μου, μόλις τώρα εξετάζοντας την ψυχή μου μπορώ να δω τα απύθμενα βάθη της. Ως τώρα δεν μπορού­σα να αντιληφθώ ότι ή ψυχή μου είναι κάτι το τόσο ακριβό καί ανεκτίμητο. Δεν γνώριζα ότι για την ευτυχία της πρέπει να αγωνιστώ σ’ αυτήν την ζωή. Στεκόταν κρυμμένη, σκεπασμένη από το πλήθος των αμαρτιών μου, καί δεν φαινόταν καθόλου. Ίσα ,ίσα μια φορά το χρόνο, το άγιο Πάσχα, θυ­μόμουν την ύπαρξη της καί εξομολογούμην καί μεταλάμβανα, καί ήταν σαν ένα βάλσαμο. Τότε αισθανόμουν κάτι θεϊ­κό στην καρδιά μου καί χαιρόμουν αληθινά, όμως το υπό­λοιπο των ήμερων μου βυθιζόμουν ξανά στο σκοτάδι.

Χρόνια ολόκληρα ακολούθησα αυτήν την τακτική. Διέ­θεσα τη ζωή, πού ό Θεός μου έδωσε, έτσι όπως νόμιζα από συνήθεια. Πίστη είχα, το φως το μάντευα, το υποψιαζόμουν αλλά δεν το έβλεπα. Εξαντλούμουν δουλεύοντας σκληρά, για την οικογένεια μου, καί όταν έβλεπα πώς δεν άντεχα άλλο έτρεχα σε καμιά εκκλησία καί προσευχόμουν γονατι­στή με δάκρυα μπροστά στην εικόνα Σου, Ιησού μου, καί το θαύμα γινόταν με έσωζες. Ό ελάχιστος χρόνος πού α­φιέρωνα τότε για την σωτηρία της ψυχής μου δεν με βοη­θούσε να δω την αληθινή ζωή.

Έτσι 30 καί κάτι χρόνια κύλησαν με αυτόν το τρόπο. Μόνο στην ανάγκη μου έτρεχα στον Κύριο, πού όμως, στην άγνοια μου, Τον έβλεπα κάπου πολύ μακριά, ψηλά στον ου­ρανό. Δεν ήξερα αν με ακούει πάντοτε, γιατί δεν ήξερα πώς Εκείνος βρισκόταν πλάι μου, για την ακρίβεια, στην καρδιά μου, στην ψυχή μου. Δειλά δειλά φέτος το 1971 πέρασα από ένα νέο φως της αγάπης Σου, Ιησού μου, πού είναι τόσο μεγάλη για μας τους αμαρτωλούς. Μόνο τώρα καταλαβαίνω πόσο μας αγαπάς. Εσύ μας ελκύεις προς Εσένα.

Μου δώρισες όλα όσα επιθυμούσε ή ψυχή μου. Μου α­ποκάλυψες την αγία Σου καί θαυματουργή προσευχή, με την οποία οι Άγιοι Σου έζησαν ευτυχισμένοι μέσα σε σπη­λιές, έρημους καί μνήματα ακόμη, προστατευμένοι από Σένα. Μου έδωσες τόσους πνευματικούς θησαυρούς πού τρέ­φουν την διψασμένη για μάθηση ψυχή μου.- Τους βίους των Αγίων για παράδειγμα- καί πόσα αλλά δεν μου αποκά­λυψες Κύριε! Πώς να Σε ευχαριστήσω, καλέ μου Ιησού και Κύριε, για όλα αυτά; Μου έδωσες γέροντα οδηγό, σαν πραγματικό απόστολο, πού μου δίδαξε τα πάντα για την α­ληθινή ζωή. Εγώ υπάκουσα, προσευχήθηκα καί σε μικρό χρονικό διάστημα αισθάνθηκα κάτι θεϊκό στην ψυχή μου. Ανακάλυψα χαρές καί συναισθήματα μοναδικά στην ψυχή, την καρδιά καί το νου μου, όπου Εσύ είσαι παρών. Δεν γνώριζα πώς να εξετάζω τους λογισμούς μου καί ίσως όλη μου τη ζωή την έζησα άσχημα, νομίζοντας πώς έτσι είναι καλά καί πίκραινα τίς ήμερες μου.

Τώρα όταν μου έρχονται λογισμοί ξέρω να τους διακρί­νω καί να τους διώχνω, αν είναι κακής προελεύσεως. Για ότι το αρνητικό, ανακάλυψα ισχυρά όπλα καί το πιο ισχυρό από όλα είναι ή προσευχή του Ιησού. Με την βοήθεια της καί με την προσοχή μου προσηλωμένη στην καρδιά καί απερίσπαστη, οί λογισμοί δεν έχουν πια δύναμη καί φεύγουν, όπως τα άγρια ζώα απομακρύνονται με βιασύνη α­πό τη φωτιά!

25-10-1971

«Δώσε μου, Κύριε , το Δώρο της ταπεινώσεως…»

Καθώς προσευχόμουν σήμερα βρέθηκα σε μια κατά­σταση ξεχωριστή, θαυμαστή. Αισθανόμουν σαν να πετούσα σιγά προς μια κατεύθυνση από την οποία δεν ήθελα καθό­λου να επιστρέψω. Ατένιζα με το νου μου το άπειρο καί ξαφνικά βρέθηκα πλημμυρισμένη από ένα λευκό φως, σαν μέσα σ’ ένα σύννεφο πού συνεχώς μεγάλωνε. Όμως ξαφνι­κά καί εντελώς απρόσμενα χάθηκε με τον ‘ίδιο τρόπο, πού παρουσιάστηκε, καί δεν φαινόταν τίποτε.

Είμαι ευτυχισμένη όταν λέω την ευχή. Κύριε Ιησού μου, πόση χαρά έχω. Δεν μπορώ να εκφράσω τα συναισθή­ματα μου, όταν ή καρδιά μου θερμαίνεται καί χτυπά σ’ ένα ρυθμό τόσο μα τόσο γλυκό. Αισθάνθηκα την ενέργεια της προσευχής σαν μια απαλή μουσική στην καρδιά μου. Έπειτα μια ακατονόμαστη ευτυχία, μια χαρά, μια γλυκύτητα α­συνήθιστη σε μας’ απλώνονται πρώτα στην καρδιά μου καί έπειτα πλαισιώνουν, ολόκληρη την ύπαρξη μου. Ένας ή­συχος, ευχάριστος κλονισμός με καταβάλει καί ακολουθεί μια ελαφρώσει του σώματος πού συνοδεύεται από την συναίσθηση ενός είδους δυνάμεως είμαι τόσο ελαφριά πού νομίζω πώς δεν πατώ πια στη γη, καί σαν να θέλω να ανέ­βω να πετάξω ψηλά προς τα πάνω… όμως το συναίσθημα χάνεται γρήγορα.

Ώ αγία ευχή, ξέρω ότι μόνο δια σου μπορώ να πλησιά­σω τον Σωτήρα των ψυχών μας. Κύριε Ιησού Χριστέ καί Θεέ μου, πώς να Σε ευχαριστήσω γι’ αυτήν την θεϊκή αγαλ­λίαση; Προσεύχομαι μόνο για όλους τους ευεργέτες μου για τους ασθενείς, τους φτωχούς, για όλους όσους βρίσκο­νται στο μέσω πολλών προβλημάτων καί πικριών, για να τους στείλεις πλούσια την δωρεά Σου, για να Σε γνωρί­σουν, έτσι ώστε όλες οί πίκρες να μεταβληθούν σε χαρές.

«Ένωσε μας Κύριε όλα τα πιστά τέκνα Σου, μαζί Σου, ώστε οί σκέψεις μας, οί αισθήσεις μας, οί πράξεις μας να γίνουν ένα καί το αυτό, δια της αγίας ευχής, καί εδώ καί στην αιώνιο ζωή.

Κατεύθυνε Κύριε την ματιά Σου πάνω από όλους τους ανθρώπους καί κάνε μας άξιους της αγίας Σου αγάπης, για να μπορούμε να ψάλλουμε ύμνους δοξολογίας στην Βασι­λεία Σου.

Δώσε μου, Κύριε, το δώρο της ταπεινώσεως ώστε να αι­σθάνομαι σαν την ανταξιότερη των ανθρώπων πού βρίσκεται στην τελευταία – τελευταία βαθμίδα. Προσεύχομαι καί ξαφνικά συνειδητοποιώ πώς οί λέξεις δεν έχουν καμιά αξία, ή ψυχή είναι πλήρης Πνεύματος, πού την διαπερνά σαν ένα σπαθί αφήνοντας ένα παράξενο ήχο, σαν αυτόν του αργύ­ρου, λίγα λεπτά μόνο, πού όμως δεν μπορώ να τα παρατείνω.

Ή ψυχή μου είναι ευτυχισμένη, το σώμα μου δυναμώ­νει καί παροτρύνεται να αγωνιστεί ακόμη περισσότερο για την σωτηρία του…

Ή επιθυμία μου είναι να προσεύχομαι αδιάλειπτα εκτε­λώντας το θέλημα Του. Καμιά φορά φοβάμαι ότι πλανιέ­μαι, νομίζοντας ότι βρίσκομαι κοντά στην αλήθεια. Στην α­γνοία μου ποιος ξέρει πάνω από ποια άκρη της αβύσσου μετεωρίζομαι!!! Όμως καταφεύγω στο μεγάλο Σου έλεος, Κύριε, με την ελπίδα ότι ποτέ δεν απομακρύνεσαι από εκεί­νον, πού λαχταρά να αγωνίζεται μόνο για όσα Σου είναι ευάρεστα…

 

8/11/1971

«Η μεγαλύτερη φτώχεια της ανθρωπότητας είναι ή έλλειψη της αγάπης, καί κανείς δεν είναι φτωχός, αν έχει τον Θεόν».

Μετά από τέσσερις μέρες με πυρετό 40° C σήμερα εί­μαι κάπως καλλίτερα. Έμεινα πίσω στην ευχή γιατί από την αδυναμία του σώματος ό νους έχανε την προσευχή καί σκορπιζόταν. Όμως ευχαριστώ τον Κύριο για όλα.

Το έτος 1971 ήταν για την ψυχή μου μια αληθινή απο­κάλυψη. Τα μάτια μου άνοιξαν καί ό ουρανός καί ή γη καί όλα όσα έπλασε ό Θεός για μας μου φαίνονταν διαφορετικά ανακαινισμένα, καί μέχρι τώρα τα ίδια ήταν, μόνο πού εγώ δεν είχα μάτια να τα ατενίσω. Μόλις τώρα, μετά από δεκάδες χρόνια σκοτάδι μπορώ να ατενίζω τον ουρανό καί τη γη καί συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει τίποτε ωραιότερο σ’ αυτόν τον κόσμο από τον ουρανό. Στο άπειρο του ουρανού αντικατοπτρίζονται άπειρα χρώματα καί Ιριδισμοί, πού όμοια τους δεν υπάρχουν σε ολόκληρη τη γη.

Βλέπω καί αισθάνομαι τη δύναμη Σου, Κύριε, σε όλα. Στο νερό, τον αέρα, στην ζεστασιά, στο κρύο, στα φυτά, στον κόσμο πού τον στηρίζει ή κραταιά Σου χείρα, στον ουρανό καί στη γη πάντοτε θα βλέπω την δύναμη, την αγά­πη καί την σοφία με την οποία εργάζεσαι ακατάπαυστα.

Ακούγονται οί καμπάνες του Πατριαρχείου, σήμερα εί­ναι μεγάλη γιορτή, γιορτάζουν οί άγιοι αρχάγγελοι Γαβρι­ήλ καί Μιχαήλ.

Κύριε μου Ιησού δέχομαι σαν τιμωρία, για τίς αμαρ­τίες μου, το γεγονός ότι δεν μπορώ να πάω στην Θεία Λει­τουργία σήμερα. Αυτές τίς μέρες του πόνου καί της ασθέ­νειας δεν είχα δύναμη, να σκεφτώ, να προσευχηθώ, γιατί ό πυρετός εξασθενούσε την καρδιά μου, πού σαν αδύναμο πουλάκι ίσα,  ίσα κινούσε τα ζεματισμένα από τον πυρετό φτερά της. Όμως εσύ Κύριε ήσουν καί τότε παρών καί εγώ το γνώριζα.

Έχω ακόμη αμαρτίες να ξεχρεώσω, δεν είμαι ακόμη ε­ξαγνισμένη για να μπορώ να πετάξω προς το φως σου, καί γώ είχα την εντύπωση πώς βρίσκομαι πολύ κοντά στο άπει­ρο, καί ποιος ξέρει σε Τι κατάσταση βρίσκεται ή ψυχή μου;

Ξυπνώντας άκουσα αύτη τη φράση την οποία διάβαζα

με δυνατή φωνή:

«Ή μεγαλύτερη φτώχεια της ανθρωπότητας είναι ή έλ­λειψη αγάπης».

Ναι έτσι είναι Κύριε, γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε να μου πει κάτι τέτοιο εκτός από Σένα Ιησού μου; Αν στην θέση κάθε όπλου τοποθετούσαμε την αγάπη, πού ό Θεός φύτευσε στις καρδιές μας, τότε θα υπήρχε μεγά­λη ευτυχία στην γη. Κανείς δεν θα θεωρούσε τον εαυτό του ενδεή, γιατί ή αγάπη θα γέμιζε κάθε κενό. Έτσι όπως οί α­κτίνες του ηλίου θερμαίνουν ολόκληρη τη γη καί θερμαίνει με τίς ευεργετικές ακτίνες της τίς ψυχές όλων όσων την με­ταδίδουν καί όσων βρίσκονται γύρω άπ’ αυτές.

Από αγάπη για τον πλησίον καί από πίστη μπορείς να δώσεις τα πάντα. Χωρίς φόβο δίνεις καί τελικά συνειδητο­ποιείς ότι εκείνος πού έλαβε τα πάντα είσαι εσύ. Κανείς δεν είναι φτωχός αν έχει τον Θεόν. Ή χαρά της θεϊκής αγάπης ακτινοβολεί αυτόματα μέσα από μια ακτίνα φωτός πού εκπέμπει ή καθαρή συνείδηση. Μόλις τώρα ή ψυχή μου αρχίζει να αναγνωρίζει το γεγονός ότι βρίσκεται περικυκλωμέ­νη από τόσες χαρές καί ελλάμψεις, που ούτε τίς φαντάζο­νταν, ούτε τίς γνώριζε. Ώ πόσο ευφραίνεσαι τώρα ψυχή μου, ευτυχισμένη από τις τόσες ομορφιές, μετά από τόσα χρόνια σκοτάδι!

Θα πρέπει να εργάζεσαι με πολλή ησυχία, ειρήνη, και όσο μπορείς καλλίτερα ελέγχοντας καί μελετώντας αυτό το σώμα που δεν ήξερε παρά μόνο να σε κρατά φυλακισμένη στο σκοτάδι καί στην αγνοία.

Γίνε εσύ κυβερνήτης του!

 

15/8/1971

«Πρόσεχε να μη σε ελέγχει ή συνείδηση σου, για τίποτε»

Ξύπνησα από τον ύπνο έχοντας στο νου μου αυτές τις λέξεις: «Πρόσεχε να μην σε ελέγχει ή συνείδηση σου για τίποτε». Α λοιπόν, με σένα πρέπει να ασχοληθώ. Πρώτα άπ’ όλα δεν πρέπει να επιτρέψω σε κανένα πονηρό λογισμό να εισχωρήσει στο νου ή’ στην καρδιά μου για να μην με τύπτει ή συνείδηση μου. Πρέπει να είμαι προσεκτική σε ό,τιδήποτε κάνω ή σκέφτομαι για τους αδελφούς καί τίς α­δελφές μου, διότι όπως λέει καί ό γέροντας μας, καί οί σκέψεις μπορούν να σκοτώσουν τον αδελφό σου καί έτσι γίνε­σαι ανθρωποκτόνος. Ότι καί αν σου κάνει ό πλησίον σου εσύ δεν πρέπει να τον κρατάς κακία.

Ή πρώτη έγνοια, όταν ξυπνώ κάθε πρωί, είναι να προ­σευχηθώ καί να δοξάζω τον Θεό για την αγαθότητα καί την μεγαλοσύνη Του. Με ταπείνωση προσεύχομαι για την άφε­ση των αμαρτιών μου καί για τίς όποιες σίγουρα θα δώσω λόγο, καί αν δεν μετανοήσω, θα τιμωρηθώ, αν όχι εδώ, σί­γουρα στην άλλη ζωή.

Αγωνίζομαι να αισθάνομαι την παρουσία του Κυρίου μόνιμα γύρω μου καί εντός μου και να αποδιώχνω κάθε Τι, πού θα μπορούσε να με απομακρύνει από Εκείνον. Οί σκέ­ψεις μου καί οί πράξεις μου να είναι σύμφωνες με την πί­στη καί την ελπίδα μου, ότι Εκείνος με παρακολουθεί ακατάπαυστα και αν κάνω κάτι κακό θλίβεται καί πικραίνεται. Αν ή συνείδηση μου δεν είναι καθαρή άδικα πιστεύω πώς έχω ειρήνη, γιατί δεν μπορεί να είναι παρά ψέμα.

Όταν ησυχάζω, εξετάζω την συνείδηση μου καί διαπι­στώνω πόσο ανάξια είμαι καί σε Τι άγνοια βρίσκομαι. Γνω­ρίζω την αδυναμία καί τα σφάλματα μου καί παρόλα αυτά συνεχίζω να ζω ανάμεσα στους ανθρώπους χωρίς να δίνω σημασία στις αμαρτίες μου. Μόνον ό Ιησούς πού γνωρίζει καλά την αδυναμία της ψυχής μου καί την αγνοία μου, μου προσφέρει χέρι βοηθείας από το ύψος του ελέους Του για μας τους αμαρτωλούς.

Όμως ούτε την συνείδηση μου δεν ξέρω καλά καλά να εξετάζω. Παραδείγματος χάριν Τι θα μπορούσα να πω σήμε­ρα γι’ αυτήν την συνείδηση;

Ίσως πίκρανα κάποιον με το βλέμμα μου, με τον λόγο μου ή με την συμπεριφορά μου, κι όμως δεν μπορώ να γνω­ρίζω το μέγεθος του σφάλματος μου. Ή πλάστιγγα βρίσκε­ται στα χέρια του Κυρίου μου. Εγώ δεν μπορώ να γνωρίσω τον εαυτό μου. Τότε Τι αγώνα κάνω εγώ με τίς σκέψεις καί τους λογισμούς μου; Τι τηρώ από όλα όσα λέω; Κάνω άρα­γε το θέλημα του Θεού;

Οί συναντήσεις μου με τους ανθρώπους μπορούν να με­ταβληθούν σε πειρασμούς στους οποίους υποβάλλομαι. Δεν είναι αρκετό να μην κρίνω κανένα, να μην υπερασπίζω αυ­τόν πού έχει άδικο, αλλά δεν μου επιτρέπεται ούτε καί ό λογισμός μου να κατακρίνει κάποιον από τους συνανθρώ­πους μου, από τους αδελφούς μου.

Ακολουθεί επεξήγησης του πνευματικού οδηγού.

«Σου είπα καί άλλη φορά καί τώρα στο γράφω: έλεγ­ξε αν ή μορφή σου είναι σύμφωνη με την μορφή του Θεού. Ποια είναι ή μορφή του Θεού σε σένα;

Ιδού: αγάπη, ελευθερία, αυτονομία, δικαιοσύνη,

               λογική, αγιότητα,

                αλήθεια, δύναμις.

Παρακολούθησε πώς λειτουργούν αυτές οί καταστά­σεις στην ύπαρξη σου καί θα γνωρίσεις ποια είσαι, Τι εί­σαι. Θέλεις να γνωρίσεις τον πλησίον σου; παρακολούθησε πώς λειτουργούν αυτά τα αγαθά καί θα τον γνωρίσεις. Έτσι θα έχεις την αγιασμένη ευκαιρία να κλάψεις για σένα καί για τον πλησίον σου, αδελφό ή αδελφή. Θα κλάψεις με χα­ρά καί με συντριβή καί πόνο.

Θέλεις να ξέρεις αν ανέβηκες ακόμη και ένα σκαλοπατάκι; Παρακολούθησε τίς δωρεές του αγίου Πνεύματος.

Αγάπη,

χαρά,

ειρήνη, 

μακροθυμία,

χρηστότητα,

αγαθοσύνη,

πίστης,

πραότητα,

εγκράτεια. (Προς Γαλατάς κεφ. ε’ στίχ. 22-23).

Εάν τίποτε καί κανείς δεν ταράζει αυτές τίς δωρεές, τό­τε πέτυχες το καθ’ όμοίωσιν. Μην τρέχεις με το νου στα σύννεφα, μην ακούς τίς φωνές των ανθρώπων, διότι ή οδός, ή αλήθεια καί ή ζωή είναι ΕΚΕΙΝΟΣ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

ΤΕΥΧΟΣ Ν.74 1998

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: , . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πνευματικό ημερολόγιο πιστής και ταπεινής ψυχής των ημερών μας, με θαυμαστές εμπειρίες γύρω από την νοερά προσευχή του Ιησού.
Αρέσει σε %d bloggers: