ΕΚ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ ΟΥΡΑΝΙΑ ΟΠΤΑΣΙΑ


Είπε κάποιος από τους αγίους Πατέρας, ότι μίαν φοράν όταν ήμουν εις το κελλίον μου, μου ήλθε ακηδία, λύπη καί κακή καρδία καί επήγα προς τίνα γέρο­ντα οπού ήτο άγιος άνθρωπος καί τον προσκύνησα παρακαλώντας αυτόν να μου ειπεί τινά λόγον ωφε­λείας, δια να μπορέσει ή αθλία μου ψυχή να στραφεί από την αμέλεια καί ακηδία εκείνη προς τα αγαθά καί σωτήρια έργα της αρετής. Ό δε γέρων ό άγιος καί θαυμαστός, με το να ήτο θεοφόρος καί υπό της θείας χάριτος οδηγημένος, διηγήθηκέ μοι πολλά σοφά καί σωτήρια οπού ήταν άξια να στηρίξουν καί να οικοδο­μήσουν ψυχήν. Ρώτησα δε αυτόν να μου ειπεί καί περί καθαράς καί ατάραχου προσευχής καί αποκρι­θείς ό άγιος είπε, (πλην, πρέπει μετά φόβου καί πόθου να ακούσωμεν την διήγησιν).

Έλεγε, λοιπόν, ό άγιος ότι μίαν φοράν εις τον καιρόν της αγίας καί μεγάλης Τεσσαρακοστής, έτυχε καί ηγέρθηκα από τον ύπνον πρωτύτερα από το μεσονύκτιο. Καί πρώτον μεν ήγγισα το πρόσωπον μου προς την γήν προσκυνώντας τον παρά πάντων των ευσεβών χριστιανών προσκυνούμενον Θεόν, έπειτα ση­κώνοντας εις τον ουρανόν τα χέρια μου καί τα ομμά­τια μου, προσευχόμην επί πολλάς ώρας καί όσο  η δύναμη με πολλήν κατάνυξιν. Έφαίνετό μοι δε, κα­θώς είναι καί ή αλήθεια, πώς συνομιλούν νοερός καί χωρίς λάλημα της φωνής μετά του αγαπητού καί πο­λυπόθητου ημών Θεού.

Έτυχε λοιπόν τότε εις τον καιρόν της προσευχής εκείνης, καθώς μου εφάνη, ότι ηρπάγη ό νους μου καί πέρασε τον φαινόμενο τούτον ουρανόν καί ευρέθη­κα εις μίαν πολυάνθρωπο καί υπέρλαμπρο πόλιν, της οποίας το κάλλος καί την ωραιότητα δεν δύναται γλώσσα να διηγηθεί. Πλην όσον δύναμαι καί ενθυμού­μαι θα διηγηθώ δια την ευπρέπεια καί ευμορφίαν ό­που είχον τα τείχη της, τον πολύτιμο καί μεγαλοπρε­πή στολισμό πού είχον αί θύραι της, την λαμπράν καί χρυσοειδή θεωρίαν πού είχον οί δρόμοι της καί την άλλην όλην σύνθεσιν καί τεχνουργία, της ο­ποίας τεχνίτης καί δημιουργός τυγχάνει ό πάνσοφος καί πανάγαθος Θεός. Το δε άπειρον πλήθος των αν­θρώπων οπού ήσαν εκεί, δεν είχον μέτρον, ουδέ λογαριασμό καί ήσαν όλοι εστολισμένοι καί στεφανωμέ­νοι τάς κεφάλας με κάλλος καί λαμπράς φορεσιάς. Το δε είδος καί ή στολή δεν ήσαν όμοια εις όλους, αμή ήτο πολλών λογιών. Τινών μεν οί στέφανοι ήσαν ηλιοειδείς καί λαμπροί ως κρύσταλλο, ετέρων δε αργυροειδείς, άλλων χρυσοειδείς καί εκ λίθων πολυτί­μων καί άλλοι μαργαροειδείς καί εις την φορεσιά τα όμοια των στεφάνων έβλεπα πολλών λογιών με διάφο­ρα καί πολύτροπα χρώματα. Φορούσαν δε οί εν τη πόλει εκείνη στολάς και στεφάνους όχι μόνον από τάς τετιμημένας ύλας του χρυσίου καί του αργύρου καί των πολυτελών λίθων, αλλά καί από σίδηρο καί χαλκό καί μόλυβδο είχαν μερικοί την στολή αυ­τών καί τους στεφάνους.

Ταύτα βλέποντας εγώ θαύμασα καί εφάνη μοι να ερωτήσω τινά από εκείνους τους φορούντες τους στε­φάνους, τι λογής άρετήν είχαν εις τον κόσμον με το πολύπαθες τούτο καί κακότροπο κορμί, και ποία ήτο ή θεάρεστος εργασία καί κατηξιώθησαν να έλθουν εις εκείνη την θαυμάσια καί πολυπόθητο πόλιν, να έ­χουν τόση τιμή καί δόξα.

Ταύτα διαλογιζόμενος, πλησίασα εις ένα άπ’ ε­κείνους τους ευτυχισμένους ανθρώπους όπου έβλεπα, ό όποιος ήτο ηλιοειδής καί ή στολή του καί ό στέφα­νος έλαμπον ως ό ήλιος, καί προς τούτον είπα:

Αφέντη μου, τιμημένε περισσότερον από τους άλ­λους ανθρώπους καί υπέρλαμπρε, είπε μου εις την δό­ξαν ταύτην καί την λαμπρότητα, ποίον ήτο το ύψος της κατά Θεόν αρετής σου εις την πρόσκαιρο ζωήν, δια το όποιον τόσον υπέρλαμπρο ετιμήθης;

Καί αποκριθείς εκείνος είπεν. Εγώ αδελφέ ήμουν πτωχός από πτωχούς καί ταλαίπωρος καί λεπρός ή­μουν από μικρόθεν καί ασθενής καί αδύνατος και ε­πειδή υπέμεινα μετά ευχαριστίας την σιδηρά κάμινων της πενίας καί την πολυχρόνιο της ασθενείας ταλαιπωρία, δια τούτο εδόθη μοι παρά του φιλάνθρω­που Θεού μετά θάνατον, αφότου χωρίσθηκα από το σώμα, να έχω ταύτην την δόξαν καί την λαμπρότητα οπού βλέπεις.

Τότε αφήκα τούτον καί ήλθα προς άλλον του ο­ποίου ή μεν όψεις ήτο ωσάν τον λαμπρόν αυγερινό, ή δε φορεσιά του καί ό στέφανος από μαργαριτάρια καί χρυσάφι καί από λίθους τίμιους στολισμένα. Ρώτησα λοιπόν καί τούτον ωσάν καί τον πρώτον καί απεκρίθη καί είπε μου εγώ αδελφέ ήμουν καλόγηρος εις την πρόσκαιρο ζωήν καί αφότου άρχισα την μοναχικήν πολιτείαν έως τέλους εκοπίασα πολύ καί υπέμει­να τους κόπους καί τα θλιβερά της ασκήσεως και ύ­στερον αμέλησα ολίγον καί παρεσύρθη από τον λογισμόν καί χειροτονήθηκα Επίσκοπος. Όμως πάλιν φοβηθείς τον Θεόν οικονόμησα καί κυβέρνησα καλά με ευσέβειαν τα πράγματα της αρχιεροσύνης καί δια τούτο, αφού χωρίσθηκα από το κορμί, έλαβα παρά του φιλάνθρωπου Θεού ταύτην την δόξαν όπου βλέ­πεις. Αμή αν απέφευγα την αρχιερωσύνην καί την πρόσκαιρο εκείνη δόξαν του κόσμου, θα ήμουν εις πολύ καλύτερα κατάστασιν όπου είμαι τώρα.

Αφήνοντας δε καί τούτων, επήγα προς έτερον, ό ό­ποιος εφόρει στέφανον αργυρούν, καί το πρόσωπον του ήτο λαμπρόν καί χαριέστατον καί ή φορεσιά του λευκή ωσάν το χιόνι καί στιλβωμένη. Ρώτησα δε καί τούτων ποίαν άρετήν ειχεν εν τω κοσμώ καί απο­κριθείς είπεν. Εγώ αδελφέ ήμουν άνθρωπος κοσμικός καί κατά τον νόμον έλαβον γυναίκα, καί εις όλην μου την ζωήν άλλην τινά δεν γνώρισα καί με την χάριν καί με την πίστιν του Χριστού πορευόμενος, κανένα δεν πείραξα, κανένα δεν αδίκησα, δεν έθλιψα, έκα­μνα ελεημοσύνην όση ηδυνάμην, από την Εκκλησίαν δεν έλειψα ποτέ. Δια τούτο καί όταν χωρίσθηκα από το κορμί δια του φυσικού θανάτου, Θεού βούληση, ήλθα εις τον τόπον τούτων οπού με βλέπεις καί απέλαβα παρ’ αυτού την απόλαυσιν ταύτην καί ανάπαυσιν.

Είτα Αφήνοντας καί τούτων, επήγα πλησίον εις δύο τινάς οπού έστεκαν μαζί, καί είχεν ό μεν ένας τον στέφανον αυτού από σίδερο, ό δε έτερος από χάλκωμα καί ή όψεις των ήτο εις το κατά φύσιν, ωσάν πάντες οι άνθρωποι, τα δε φορέματα τους ήσαν μέτρια, δηλ. ούτε πολύ παλαιά καί φθαρμένα, ούτε πολύ καινούργια καί λαμπρά. Ρώτησα δε καί τούτους, τι έκαμναν εις την ζωήν τους, καί αποκριθέντες είπον. Ημείς α­δελφέ εις την ζωήν μας ήμασταν άτυχοι άνθρωποι καί αμαρτωλοί κατά πολλά, καί δεν έλειψε καμία αμαρ­τία από λόγου μας οπού δεν την τελειώσαμε. Και ε­πειδή δεν παύσαμε από το πλήθος των πονηρών μας πράξεων, προστάξει Θεού, ήλθε ό θάνατος να μας κόψη ως τα άκαρπα δένδρα, καί να μας παραπέμψει εις το πυρ το αίώνιον. Όμως βάλαμε εις τον νουν μας το πλήθος καί τον πολύν πλούτο της ευσπλα­χνίας του Θεού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του ειπόντος, καί μετά Ταύτα πάντα επίστρεψον προς με. Δια τούτο καί ημείς πέσαμε εις μετάνοιαν καί εις την ιατρείαν της εξομολογήσεως καί εδώκαμεν λόγον τω Θεώ να παύσωμεν από τάς αμαρτίας, να μη κάμωμεν τα κακά μας θελήματα καί να μη πλησιάσωμεν πλέον εις ακάθαρτους πράξεις, καί με τοιαύτας υπο­σχέσεις μετά οκτώ ημέρας της μετανοίας μας, ήλθε ό θάνατος καί μας σήκωσε από τον κόσμον καί γλιτώσαμε από τάς μιαράς χείρας των πονηρών δαιμό­νων καί μας έβαλαν οί άγιοι Άγγελοι εδώ οπού βλέ­πεις καί δοξάζομε και ημείς μετά πάντων τον φιλάνθρωπον Θεόν.

Εκ του ύπ’ αριθ. Λ181 κωδικός της Λαυριωτικής Βιβλιοθήκης.  Γ.Π.Λ.

(Από παλαιόν τεύχος της ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗΣ  ΒΙ­ΒΛΙΟΘΗΚΗΣ του Βόλου).

 

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΕΚ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ ΟΥΡΑΝΙΑ ΟΠΤΑΣΙΑ
Αρέσει σε %d bloggers: