Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΖΩΗ ΜΟΥ & ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΖΩΗ ΜΟΥ

ΑΡΧΙΜ. ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΤΟΥ ΕΣΣΕΞ
ΤΟΜΟΣ 1

ΕΚΔ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ 1983.
Μετάφραση Rosemary Edmonds
ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ
ΕΚΔ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ 1992.
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου.
2
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΖΩΗ ΜΟΥ………………………………………………………………….5
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ………………………………………………………………………………………………… 5
1. Η γνώση του Θεού………………………………………………………………………………………….. 5
2. Το αίνιγμα του «ΕΓΩ ΕΙΜΙ»……………………………………………………………………………. 6
3. Ο κίνδυνος στη Δημιουργία……………………………………………………………………………. 7
4. Η τραγωδία του ανθρώπου……………………………………………………………………………..8
5. Θεωρία…………………………………………………………………………………………………………….. 9
6. Η προσευχή του Πνεύματος…………………………………………………………………………. 10
7. Η μακαριότητα της γνώσεως της οδού………………………………………………………… 12
8. Ο αγώνας στην προσευχή……………………………………………………………………………..13
9. Περί μετανοίας και πνευματικού πολέμου…………………………………………………..14
10. Από το σκοτάδι στο φως……………………………………………………………………………… 16
11. Η πείρα της αιωνιότητας με την προσευχή……………………………………………….. 16
12. Λειτουργική προσευχή…………………………………………………………………………………17
13. Η Προσευχή της Γεθσημανής………………………………………………………………………18
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ…………………………………………………………………………………………… 20
1. Η προσευχή του Ιησού………………………………………………………………………………….. 20
2. Η προσευχή του Ιησού: Μέθοδος…………………………………………………………………..23
3. Ο καθολικός χαρακτήρας της προσευχής του Ιησού…………………………………… 26
ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ……………………………………… 29
ΠΡΟΛΟΓΟΣ…………………………………………………………………………………………………….. 29
Α’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ……………………………. 31
Β’ ΠΕΡΙ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ……………………………………………………………………………………. 32
Γ’ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ……………………………………………………………………………………… 34
Δ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ……………………………………………………. 39
Ε’ ΣΑΛΕΥΟΜΕΝΟΙ ΕΝ ΤΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙ ΤΟΥ ΑΣΑΛΕΥΤΟΥ……………………. 40
ΣΤ’ ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟΝ ΤΟ ΓΝΩΝΑΙ ΤΗΝ ΟΔΟΝ……………………………………………41
Ζ’ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΗΜΩΝ…………….49
Η’ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ……………………………………………………….. 53
Θ’ ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΩΣ………………………………………………………………………55
Ι’ ΠΕΡΙ ΚΕΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΩΣ…………………………………………..56
ΑΙ ΟΔΟΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ………………………………………………………………………………… 57
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ……………………………………………………..60
ΙΑ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟΜΙΣΟΥΣ…………………………………….62
ΙΒ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ………………………………………………………………….. 64
ΙΓ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ………………………………………………………….. 73
ΙΔ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ…………………………………………………91
ΙΕ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ…………………………………………………….. 99
ΙΣΤ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΘΣΗΜΑΝΙΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ……………………………………………100
ΙΖ’ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΕΝ ΤΗ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ-ΑΛΗΘΕΙΑ………………………………………………………………………………………………………. 105
ΕΠΙΛΟΓΟΣ…………………………………………………………………………………………………….. 113
3
4
Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΖΩΗ ΜΟΥ
ΕΚΔ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ 1983. Μετάφραση Rosemary Edmonds
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
1. Η γνώση του Θεού
Γνώρισε σ’ εμάς το πιο σπάνιο μυστήριο απ’ όλα, ότι ο Θεός είναι μια υποστατική ύπαρξη, όχι όμως ένα πρόσωπο αλλά τρία σε ένα: Η Αγία Τριάδα. [… στο παρόν κείμενο οι όροι υπόσταση και πρόσωπο είναι ταυτόσημοι. Σημ. }029}] }026}
Η πείρα αποδείχνει σ’ όλους πολύ καθαρά ότι όταν οι Χριστιανοί αρχίσουν να ελαττώνουν τον ορίζοντα της αποκαλύψεως που δόθηκε σ’ εμάς από τον Ιησού Χριστό και το Άγιο Πνεύμα, σιγά-σιγά παύουμε να ελκυόμαστε από το αποκαλυμμένο σ’ εμάς Φως. Αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ελπίδα σωτηρίας πρέπει να είμαστε θαρραλέοι. }027}
5
2. Το αίνιγμα του «ΕΓΩ ΕΙΜΙ»
Όταν εμείς οι γιοί της Καινής Διαθήκης μελετούμε την Παλαιά Διαθήκη, παρατηρούμε ότι ο Θεός προσπάθησε να δώσει ν’ αντιληφθούν οι προγενέστεροι από μας ότι αυτό το ΕΓΩ ΕΙΜΙ είναι μια ύπαρξη αλλά συγχρόνως τρία πρόσωπα. Και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Θεός μιλούσε για τον εαυτό του χρησιμοποιούσε το «ημείς». … }030} Ακόμα πιο εμφανής έγινε στον Αβραάμ· του εμφανίστηκαν τρεις άνθρωποι, αλλ’ απευθύνθηκε σ’ αυτούς σαν να ήταν ένα πρόσωπο.
Είδαμε ότι ο Χριστός σταδιακά άρχισε να ομιλεί για τον Πατέρα, και κατά το τέλος της επίγειας ζωής του μίλησε για το Άγιο Πνεύμα. Αρχικά οι μαθητές δεν εννόησαν γιατί μιλούσε, αλλά και αυτός καμιά προσπάθεια δεν έκανε να τους εξηγήσει για την εικόνα αυτού του Θείου Όντος. … Αντί γι’ αυτό υπέδειξε πώς μπορούν ν’ αποχτήσουν ακριβή γνώση «εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ … γνώσεσθε την αλήθειαν». }031}
Η γνώση του προσωπικού Θεού δημιουργεί χωρίς αμφιβολία ένα προσωπικό χαρακτήρα. Το όμοιο αναγνωρίζει το όμοιο. Υπάρχει ένα τέλος στην θανατηφόρα ανιαρότητα του απρόσωπου.
Στις καρδιές μας υποκειμενικά φαίνεται ότι αυτή η πείρα δεν επιδέχεται καμιά αμφιβολία καθ’ όσον ελέγχεται από την αγάπη, της οποίας το άγγιγμα αισθανόμαστε. Αλλά παρά το γεγονός του εναγκαλισμού όλων απ’ την αγάπη, παρά το γεγονός του Φωτός, μέσα στο οποίο εμφανίζεται η αγάπη, δεν είναι }033} μόνο σφάλμα αλλά και επικίνδυνο να βασιζόμαστε αποκλειστικά και μόνο σ’ αυτό. … Η ιστορία της Εκκλησίας μπορεί να μας δώσει πολλά τέτοια παραδείγματα, ώστε να διδαχθούμε να ρωτάμε αυτούς που έχουν μεγαλύτερη πείρα να κρίνουν αν η περίπτωσή μας δεν είναι απλώς φαντασία αλλά χάρη που προέρχεται εκ των άνω. }034}
Και σε κάθε βήμα μας είναι αναγκαίο να θυμόμαστε ότι η μόνωση δια της αυτοεμπιστοσύνης είναι φορτωμένη με την πιθανότητα ν’ αμαρτήσουμε απέναντι στην Αλήθεια. }035}
Η Εκκλησία αντιμετώπισε την ανεπάρκεια της γλώσσας επιστράτευσε αρνητικούς τύπους διδάσκοντας μας να θεωρούμε τα πρόσωπα της Τριάδος χωρίς να συγχέομε τα πρόσωπα ούτε να διαιρούμε την υπόσταση. … Έτσι ο νους που λειτουργεί ορθολογικά χειραγωγείται σταθερά χωρίς να μπορεί να κινηθεί προς την μια ή την άλλη πλευρά σαν ένα σώμα καρφωμένο σε σταυρό.
Η θεωρία είναι υπόθεση όχι λεκτικών τύπων αλλά ζωντανής πείρας· στην καθαρή προσευχή ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα φαίνονται στην συνυποστατική τους ενότητα.
Το Άγιο Πνεύμα μας εισάγει στο βασίλειο της Θείας αγάπης, και όχι μόνο ζούμε αυτή την αγάπη, αλλ’ αρχίζομε ν’ αντιλαμβανόμαστε ότι αν ο Θεός ο πρώτος και ο Έσχατος, ήταν Μονοϋπόστατος (δηλαδή ένα πρόσωπο), δεν θα μπορούσε να είναι αγάπη. Ο Μωϋσής που ερμήνευσε την αποκάλυψη ΕΓΩ ΕΙΜΙ σαν έννοια μιάς υποστάσεως έδωσε στο λαό το Νόμο. }036}
6
Ο Μονοϋπόστατος Θεός της Παλαιάς Διαθήκης και (αρκετά μετά την Καινή Διαθήκη) ο Θεός του Κορανίου δεν γνωρίζει την αγάπη.
Η αγάπη οδηγεί στην μοναδικότητα του Όντος. … Αυτή η αγάπη κάνει το σύνολο του Θείου Όντος μονάδα αιώνια. Κατά τον τύπο αυτής της ενότητας το ανθρώπινο γένος πρέπει να γίνει ένας άνθρωπος.
Η εντολή του Χριστού είναι η προέκταση της ουράνιας αγάπης στα γήινα όρια. Αναλογιζόμενος το περιεχόμενό της εξομοιώνει τη ζωή του ανθρώπινου γένους με τη ζωή του Τριαδικού Θεού. Η χαραυγή της κατανοήσεως αυτού του μυστηρίου έρχεται με την προσευχή για όλο }037} τον κόσμο σαν ένα άνθρωπο. Σ’ αυτή την προσευχή ζει κανείς την συνυποστατικότητα του ανθρωπίνου γένους. Είναι αναγκαίο να προχωρούμε από αφηρημένες ιδέες σε υπαρκτές δηλαδή οντολογικές κατηγορίες.
Μέσα στη ζωή της Τριάδας, κάθε υπόσταση είναι φορέας της πληρότητας του Θείου Όντος. Και επομένως δυνάμει ίση με την Τριάδα σαν σύνολο. Για να πετύχουμε την πληρότητα του Θεού-ανθρώπου πρέπει να γίνουμε δυνάμει ίσοι με την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αληθινή έννοια της δευτέρας εντολής που είναι πραγματικά «ομοία της πρώτης».
Αυτή η ακεραιότητα της αποκαλύψεως που δόθηκε σ’ εμάς είναι ανεξάντλητη.
Στην ιστορία του χριστιανικού κόσμου παρατηρούμε δύο θεολογικές τάσεις: Την πρώτη, που διήρκησε επί αιώνες, να συμβιβάζει τις αποκαλύψεις τις αναφερόμενες στον Τριαδικό Θεό, με τον δικό μας τρόπο σκέψεως. Την άλλη που μας καλεί σε μετάνοια, σε μια ριζική μεταμόρφωση όλης της υπάρξεως μας, με μια ζωή σύμφωνη με το Ευαγγέλιο. Η πρώτη είναι αξιέπαινη και ιστορικά αναγκαία, αλλ’ αν χωριστεί από τη ζωή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. «Είπεν ο Ιησούς … εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα, και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Αυτός είναι ο χριστιανικός τρόπος γι’ απόκτηση της τέλειας γνώσεως. Η εντός ημών κατοίκηση του Πατρός και του Υιού και αδιαιρέτως από αυτούς }038} του Αγίου Πνεύματος, θα δώσει σ’ εμάς την αληθινή γνώση του Θεού. }039}
3. Ο κίνδυνος στη Δημιουργία
Ο άνθρωπος έχει πλήρη ελευθερία να καθορίσει τη στάση του αρνητικά έναντι του Θεού, και ακόμα να συγκρουστεί μαζί του. }041}
Ο Χριστός παντοκράτορας αλλά με τη δύναμη της ταπεινής αγάπης. … Μας αγαπά πνευματικά παρά την αναίσθητη συμπεριφορά μας. Μας καλεί είναι πάντοτε έτοιμος να απαντήσει στην κραυγή μας για βοήθεια, και να οδηγήσει τα διστακτικά και αβέβαια βήματά μας μέσα απ’ όλα τα εμπόδια που βρίσκονται στο δρόμο μας. Μας σέβεται ως ίσους του. Το ύψιστο ιδανικό του είναι να μας δει στην αιωνιόητα, αληθινά ως ίσους του, φίλους του και αδελφούς του, και γυιούς του Πατέρα. Αγωνίζεται γι’ αυτόν, το επιθυμεί διακαώς. Αυτός είναι ο Χριστός μας, και ως άνθρωπος κάθισε στα δεξιά του Πατέρα. }042}
Επειδή γεννηθήκαμε καθαρά δυνητικοί, το πνεύμα μας πρέπει να συνέχεια να καθιστά την ύπαρξη μας υπόσταση. Έχομε ανάγκη να αναπτυσσόμεθα. Αυτή η 7
ανάπτυξη συνδέεται με πόνους και βάσανα. Όμως όσο παράξενο και να φαίνεται τα βάσανα είναι επιτακτικά για την διατήρηση της ζωής που δημιουργήθηκε από το μηδέν. Εάν τα ζώα δεν αισθάνονταν πείνα δεν θα έκαναν καμιά προσπάθεια προς εύρεση τροφής αλλ’ απλώς θα παρέμεναν καταγής περιμένοντας τον θάνατο. }043}
Από το ένα μέρος αυτούς που άστοχα αποστρέφονται την ταλαιπωρία της ζωής στη γη και κατ’ επέκταση αποστρέφονται την ύπαρξη γενικά και αισθάνονται να βυθίζονται περίεργα σε μια ανάπαυση ανυπαρξίας που διαπερνά τα πάντα. Από το άλλο μέρος αυτούς που ακολουθούν το Χριστό και προσπαθούν να κυριαρχήσουν στις γήινες αδυναμίες τους να επιτύχουν τη θεία αιωνιότητα, επιστρατευόντας, στις }044} προσπάθειές τους να εισέλθουν πιο βαθειά στα μυστικά του Άναρχου Όντος μεθόδους που φαίνονται ανυπόφορα παράλογες. «Εφ’ ώ ου θέλομεν εκδύσασθαι, αλλ’ επενδύσασθαι, ίνα καταποθή το θνητόν υπό της ζωής» – το αντίθετο της φιλοσοφίας και της ασκητικής θεωρίας της απεκδύσεως της υπάρξεως.
Το είδος της προσωπικής υπάρξεως που λαμβάνουμε με τη γέννησή μας – ύπαρξη δυνητική την οποία μερικώς }045} ήδη σκεφθήκαμε – ποτέ δεν είναι δυνατό ν’ αναπτυχθεί από το άτομο του υδρογόνου οσεσδήποτε θαυμαστές και απρόβλεπτες «συμπτώσεις» συμβούν. Η οντολογική απόσταση είναι πάρα πολύ μεγάλη μεταξύ της καταστάσεως του ατόμου της ύλης και της καταστάσεως του όντος το οποίο πλέον είμαστε και για το οποίο είμαστε βέβαιοι ότι θα τελειοποιηθεί και θα συμπληρωθεί.
Όταν το Άγιο Πνεύμα κατοικήσει μέσα μας, μας οδηγεί να ζήσουμε την αγάπη που μας δόθηκε ως εντολή από το Χριστό· αισθανόμαστε μέχρι τα κατάβαθά μας ότι αυτή είναι η μόνη φυσική κατάσταση για το αθάνατο πνεύμα μας, και σ’ αυτή την κατάσταση αντιλαμβανόμαστε τη θεϊκή παγκοσμιότητα του Χριστού και των εντολών του.
4. Η τραγωδία του ανθρώπου
Ο ακριβής τρόπος κατά τον οποίο «εδοκίμασεν» ο Αδάμ τον καρπό της γνώσεως του καλού και του κακού δεν είναι ουσιώδης. Η αμαρτία του ήταν η αμφιβολία του για το Θεό, η επιθυμία του να καθορίσει τη ζωή του ανεξάρτητα }048} από το Θεό, ακόμα η απομάκρυνση από αυτόν κατά τον τύπο του Εωσφόρου. Αυτό ακριβώς είναι η ουσία του αμαρτήματος του Αδάμ. Ήταν μια κίνηση προς αυτοθεοποίηση. Ο Αδάμ μπορούσε να επιθυμεί φυσικά την θεοποίηση, άλλωστε είχε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα Θεού, αλλά αμάρτησε στον τρόπο θεοποιήσεως, γιατί αυτή δεν έγινε δια μέσου της ενώσεώς του με το Θεό αλλά με ρήξη.
Οι σπόροι της τραγωδίας – το διαπίστωσα στη νεαρή μου ηλικία – σπέρνονται όταν ο άνθρωπος συναρπάζεται από κάποιο ιδανικό. Για να πετύχει αυτό το ιδανικό, ο άνθρωπος είναι έτοιμος να διακινδυνεύσει κάθε θυσία, κάθε ταλαιπωρία, ακόμα κι αυτή τη ζωή του. Συμβαίνει όμως, όταν πετύχει το αντικείμενο των προσπαθειών του, ν’ αποδεικνύεται ότι αυτό είναι μια ανόητη χίμαιρα. Η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτό που είχε κατά νου. Αυτή η λυπηρή ανακάλυψη οδηγεί σε βαθειά απαγοήτευση, σ’ ένα τραυματισμένο πνεύμα, ένα τερατώδη θάνατο. }049}
8
Ζούσε την τραγωδία όλου του ανθρώπινου γένους αλλά αυτός ο ίδιος (ο Χριστός) δεν ήταν τραγωδία.
Έως ότου επιτύχουμε την υπέρτατη ελευθερία από τα γήινα πάθη, η ταλαιπωρία και η θλίψη μπορούν να καταβάλλουν το σώμα, αλλά μόνο το σώμα θα πεθάνει. }051}
Βγαίνοντας από το κελί της φυλακής του ατομισμού και μπαίνοντας στην ευρύτητα της ζωής της καθ’ ομοίωσιν του Χριστού, γινόμαστε μέτοχοι της φύσεως της προσωπικότητας σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. … το «εγώ» είναι το όπλο στη μάχη για την ύπαρξη του ατόμου που αρνείται την κλήση του Χριστού για το άνοιγμα της καρδιάς σε μια παγκόσμια καθολική αγάπη. }052}
5. Θεωρία
Όπως διδαχθήκαμε, η αληθινή θεωρία αρχίζει τη στιγμή που αρχίζομε να γνωρίζουμε την αμαρτία μέσα μας. Η Παλαιά Διαθήκη αντιλαμβάνεται την αμαρτία ως παράβαση των ηθικών και θρησκευτικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η Κ. Διαθήκη μετέφερε την ιδέα της αμαρτίας μέσα στον άνθρωπο. Το να αντιληφθούμε την αμαρτία μέσα μας είναι μια πνευματική πράξη, αδύνατη χωρίς τη θεία χάρη, }054}
Η αμαρτία δεν είναι παράβαση των ηθικών μέτρων της ανθρωπίνης κοινωνίας ή οποιασδήποτε άλλης νομικής διατάξεως. Η αμαρτία μας αποκόπτει από το Θεό της αγάπης }055}
Η ύπαρξη της ιδέας της αμαρτίας είναι δυνατή εκεί όπου ο Θεός υπολογίζεται ως απόλυτη Υπόσταση. Το ίδιο κι η μετάνοια για την αμαρτία είναι δυνατή και σωστή μόνον όπου υπάρχει προσωπική σχέση με το Θεό. Η συνάντηση με τον προσωπικό Θεό, είναι το γεγονός που την κάνει αντιληπτή. Ο αμαρτωλός άνθρωπος αμέσως αποκτά την πείρα της και συγχρόνως αισθάνεται φόβο και μεταρσίωση. Είναι μια εκ των άνω αναγέννηση. Ένα μοναδικό άνθος που αναπτύσσεται μέσα μας. Η υπόσταση-πρόσωπο. Όπως η Βασιλεία των Ουρανών έτσι και το πρόσωπο «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως». }056}
Η ψυχή έρχεται πρώτα σε γνώση του εαυτού της και κατόπιν πρόσωπο με πρόσωπο με τον Θεό. Και το γεγονός ότι η τέτοια προσευχή είναι δώρο του προσευχόμενου μέσα μας Θεού δείχνει ότι το πρόσωπο γεννιέται εκ των Άνω και έτσι δεν υπόκειται στους νόμους της φύσεως. Το πρόσωπο ξεπερνά τα γήινα όρια και κινείται σε άλλες σφαίρες. Αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί. Είναι ένα και μοναδικό.
Η Απόλυτη Ύπαρξη είναι υποστατική και ο άνθρωπος σαν εικόνα του Απολύτου, είναι υποστατικός. Πνεύμα ο Θεός, πνεύμα και ο άνθρωπος-υπόσταση. … Ο άνθρωπος σαν υπόσταση είναι μια αρχή που ενοποιεί την πολλαπλότητα του κοσμικού όντος, ικανός να περιλάβει την πληρότητα της θείας και ανθρωπίνης ζωής.
Το πρόσωπο δεν καθορίζει τον εαυτό του σαν αντίθεση. Είναι μια κατάσταση αγάπης. Η αγάπη είναι το πλέον βαθύ περιεχόμενο της υπάρξεώς του, η ευγενέστερη έκφραση της ουσίας του. Σ’ αυτή την αγάπη βρίσκεται το καθ’ ομοίωση 9
του Θεού ο οποίος είναι αγάπη. Καθ’ αυτό το πρόσωπο είναι μια τελειότητα που υπερβαίνει κάθε άλλη κοσμική αξία. Χαρούμενος για την ελευθερία που ανακάλυψε, ο άνθρωπος θεωρεί το Θείο κόσμο.
Η επιστημονική και φιλοσοφική γνώση μπορεί να διατυπωθεί με ορισμούς αλλά το πρόσωπο είναι πιο πάνω από κάθε ορισμό, και κατά συνέπεια άγνωστο }057} εξωτερικά· μόνο το ίδιο μπορεί ν’ αποκαλύψει τον εαυτό του.
Στο Θείο Όν η Υπόσταση αποτελεί την πιο εσωτερική αρχή του Όντος. Ομοίως στο ανθρώπινο όν η υπόσταση είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο. Πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος, εν τω αφθάρτω … του πνεύματος … ό εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές» – αυτό είναι ο πιο πολύτιμος πυρήνας ολόκληρης της ανθρωπίνης υπάρξεως, προικισμένος με την }058} ικανότητα της αυτογνωσίας και του αυτοπροορισμού, την κατοχή δημιουργικής ενέργειας και τη δυνατότητα της γνώσεως όχι μόνο του κόσμου της δημιουργίας αλλά και του Θείου κόσμου. Προικισμένος με αγάπη ο άνθρωπος αισθάνεται συνδεδεμένος με τον αγαπημένο του Θεό. Με αυτό το σύνδεσμο γνωρίζει το Θεό, και έτσι η αγάπη και γνώση γίνονται μια ενέργεια.
Ο Θεός αποκαλύπτεται κυρίως δια της καρδίας σαν αγάπη και φως.
Η προσωπική αποκάλυψη καθιστά τη γενική αποκάλυψη της Κ. Διαθήκης πνευματικά οικειότερη. Αυτή η προσωπική αποκάλυψη μπορεί να δοθεί αιφνιδιαστικά, αλλά και ο άνθρωπος που τη λαμβάνει μπορεί να την αφομοιώσει σιγά-σιγά ύστερα από μακροχρόνιο ασκητικό αγώνα. Από την πρώτη στιγμή το ζωντανό περιεχόμενο της αποκαλύψεως είναι φανερό και η ψυχή δεν αισθάνεται καμιά ώθηση να ερμηνεύσει με λογικές διεργασίες τη χάρη που δέχθηκε. Πάντα όμως η ψυχή ποθεί μια βαθύτερη γνώση.
… η γνώση την οποία προσφέρει έχει έναν ιδιότυπο αντικειμενικό χαρακτήρα, τον οποίο επανειλημμένα παρατηρούμε ανά τους αιώνες στους βίους πολλών ατόμων, ταυτόσημο σε μεγάλο βαθμό τόσο στην πείρα τους όσο και στον αυτοπροορισμό τους. }059}
Ως αγάπη η υπόσταση απαιτεί άλλη υπόσταση. Αυτό το βλέπομε στην αποκάλυψη της Αγίας Τριάδος. Το ίδιο και στην περίπτωση του ανθρώπου. … Όταν το ανθρώπινο πρόσωπο στέκεται μπροστά σε αυτόν ο οποίος αυτοαποκαλείται ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ, το πνεύμα του, ολόκληρη η ύπαρξή του όχι μόνο τον δοξάζει αλλά υποφέρει για την μικρότητά της, την άγνοιά της, τα σφάλματά της.
Όταν ψάχνομε }060} να δικαιολογήσομε μια αμαρτωλή πράξη, παραβαίνουμε έτσι εμπράκτως τη διαθήκη που μας ενώνει με το Θεό. Ο Θεός δεν μας αναγκάζει αλλ’ ούτε καταπιέζεται. Αποτραβιέται και μας εγκαταλείπει στερημένους της φωτεινής του παρουσίας. … Με τη μετάνοια και την κατά συνέπεια αυξανόμενη χάρη μέσα μας, η πραγματικότητα του θείου κόσμου υπερισχύει του ορατού κόσμου, και οδηγούμαστε στη θεωρία της ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. }061}
6. Η προσευχή του Πνεύματος
«…Όσο αφορά τη θρησκευτική ηθική είναι σε πολλά η ίδια στον Ιουδαϊσμό όπως και στον Χριστιανισμό. Οι εντολές που αφορούν την ηθική εκφράζονται σε 10
ιδανικούς τύπους. Στην πράξη όμως διαφέρουν ζωτικά. Η χριστιανική ηθική όμως δίνεται εκ των άνω, από το Άγιο Πνεύμα το οποίο κατέβηκε σε μας μόνο μετά την ανάσταση του Χριστού. Είναι το ίδιο Πνεύμα το οποίο οι ευσεβείς Ιουδαίοι επιζητούν, το αισθάνονται, το βλέπουν αλλά μόνον από μακριά. Όμως ο αληθινός χριστιανός ζει εν Αγίω Πνεύματι με την πίστη στον Ιησού Χριστό. Το Άγιο Πνεύμα αιχμαλωτίζει ακόμα και το σώμα μας με την γλυκύτατη αγάπη του ελευθερώνοντάς το από τη δουλεία των παθών, έως ότου το ίδιο το σώμα επιζητήσει την ανάλυσή του στο Πνεύμα …». (από ένα γράμμα κάποιου που διετέλεσε ραββίνος) }063}
Το Άγιο Πνεύμα έρχεται όταν είμαστε δεκτικοί. Δεν βιάζει. Μας πλησιάζει με τόση διάκριση, που πιθανόν να μην το αντιληφθούμε. … να ερευνήσομε μήπως υπάρχει καμιά άλλη παρουσία, που μπορεί να εμποδίσει την είσοδο του Αγίου Πνεύματος στις ψυχές μας. Δεν πρέπει να αναμένομε το Θεό να εισέλθει βίαια στις ψυχές μας χωρίς τη συγκατάθεσή μας. Ο Θεός σέβεται και δεν ασκεί πίεση πάνω στον άνθρωπο. Είναι καταπληκτικό πόσο ο Θεός ταπεινώνεται μπροστά μας. Μας αγαπά με μια τρυφερή αγάπη, όχι υπεροπτικά, όχι χωρίς τη συγκατάθεσή μας. Όταν του ανοίγουμε τις καρδιές μας, κυριαρχεί μέσα μας η πεποίθηση, ότι αυτός είναι πράγματι ο Πατέρας μας. Τότε η ψυχή λατρεύει με αγάπη. }065}
Μόνο όταν δεχόμαστε το Χριστό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, η πλήρης πνευματική πείρα, όπως περιγράφηκε από τους αποστόλους και τους πατέρες, γίνεται κατορθωτή. }066}
Τον παλιό καιρό όταν η ζωή για τους πολλούς κυλούσε στους ευρείς διαύλους μιας σταθερής παραδόσεως, ο λόγος του Χριστού εμφανιζόταν αδιατάρακτος. Αλλά τώρα όταν όλη η γη είναι γεμάτη απάτη, οι άνθρωποι σε απελπισία, όταν οι συνειδήσεις διαμαρτύρονται υβριστικά, όταν η βία φοβερίζει να εξαφανίσει κάθε ζωή, πρέπει να προσπαθήσουμε ν’ ακουστεί η φωνή μας. Στον παρόντα κίνδυνο ευγενικές λέξεις που δεν οδηγούν πουθενά δεν φθάνουν. Είναι ζωτική ανάγκη όλοι σήμερα να στερεώσουμε την πίστη στην αιώνια νίκη του Χριστού, ώστε και εμείς οι ίδιοι να μπορέσουμε να γίνομε πνευματικά ανίκητοι. }067}
Αισθανόμαστε την ασθένειά μας – τη θανατηφόρα δύναμη της αμαρτίας – να ενεργεί μέσα μας και αναζητούμε γιατρό. … Αυτός θεραπεύει τις ψυχές μας από κάθε ασθένεια δίνοντας νέα δραστηριότητα και φωτίζοντάς τες με ανέσπερο φως. Από τα αρχαία χρόνια η πείρα της ζωής της Εκκλησίας έχει αποδείξει χωρίς αμφιβολία ότι για την προσευχή – δηλαδή για το Θεό – καμιά ασθένεια του πνεύματος δεν είναι αθεράπευτη. Μπορεί να έχομε γεννηθεί μέσα στις πιο ακατάλληλες καταστάσεις, να αναπτυχθήκαμε μέσα σε άγνοια, σκληρότητα, ακόμα και μέσα σε εγκληματικό περιβάλλον και να παρασυρθήκαμε από το παράδειγμά του. Μπορεί να υποφέρουμε κάθε είδους στερήσεις, απώλειες, τραύματα. Μπορεί να είμαστε παραμορφωμένοι από τη γέννησή μας και να γνωρίζουμε την περιφρόνηση, το τραύμα, την αποστροφή. Όλα αυτά στον πρόσκαιρο τούτο κόσμο δυστυχώς μπορούν να θέσουν τη σφραγίδα τους στον άνθρωπο, και να τον κατέχουν ακόμα. Όμως τη στιγμή της επιστροφής μας στο Θεό, όταν αποφασίσουμε να ακολουθήσουμε τις εντολές του, μια πορεία θεραπείας αρχίζει από τη βάση. Και δεν θεραπευόμαστε μόνο από τα τραύματά μας, τα πάθη μας αλλά ακόμα αλλάζει και η εξωτερική μας εμφάνιση. }068}
11
Με τον καιρό η προσευχή θα εισέλθει στη φύση μας, μέχρις ότου σιγά-σιγά ένας νέος άνθρωπος γεννηθεί από το Θεό. … Είναι σημαντικό για τις μέρες μας να μπορούμε να μην επηρεαζόμαστε από εκείνους με τους οποίους σχετιζόμαστε, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να χάσουμε και πίστη και προσευχή. }074}
Η πραγματική προσευχή βέβαια δεν έρχεται αμέσως. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να διατηρούμε την έμπνευση ενώ είμαστε περικυκλωμένοι από τα παγωμένα νερά του κόσμου, ο οποίος δεν προσεύχεται. Ο Χριστός έρριξε τη θεία φλόγα στη γη, και προσευχόμαστε σ’ αυτόν να φλογίσει τις ψυχές μας να μην υπερνικηθούμε από το κοσμικό ψύχος και να μην επισκιάσει κανένα μαύρο σύννεφο αυτήν την λαμπρή φλόγα.
Στην πράξη της προσευχής η ανθρώπινη διάνοια βρίσκει την ευγενέστερη έκφρασή της. Η πνευματική κατάσταση του επιστήμονα που ερευνά, του καλλιτέχνη που δημιουργεί έργα τέχνης, του διανοητή που φιλοσοφεί, ακόμα και του επαγγελματία θεολόγου που προβάλλει τις θεωρίες του, όλ’ αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν }075} με τα πνευματικά βιώματα ενός ανθρώπου της προσευχής που έρχεται πρόσωπο με Πρόσωπο με τον ζωντανό Θεό. Κάθε άνθρωπος και κάθε είδους πνευματική δραστηριότητα παρουσιάζει λιγότερη δύναμη από την προσευχή. Μπορούμε να εργαστούμε δέκα ή δώδεκα ώρες συνέχεια, αλλά λίγες στιγμές προσευχής είναι εξαντλητικές.
Η προσευχή γεμίζει τα πάντα. Είναι δυνατό όσοι από μας έχουν φυσική έλλειψη χαρίσματος ν’ αποκτήσουν με την προσευχή υπερφυσικά χαρίσματα. }076}
7. Η μακαριότητα της γνώσεως της οδού
Στις μέρες μας ο μη χριστιανικός μυστικισμός προσελκύει πολλούς που απελπίστηκαν από την παλαιότητα και κενότητα του σύγχρονου κόσμου. Αγνοούν την αληθινή ουσία του Χριστιανισμού. Ο Χριστιανισμός κληροδοτεί ταλαιπωρίες αλλά με τις ταλαιπωρίες εισερχόμαστε στα μυστήρια του Όντος. Ο καθένας κατανοεί με τον πόνο τις έννοιες του ανθρωπισμού και της ελευθερίας του. }079}
Η ουσία της ειρήνης του Χριστού βρίσκεται στην τέλεια γνώση του Πατέρα. … Αν γνωρίζομε την αιώνια αλήθεια, όλες οι ταλαιπωρίες αυτής της ζωής θ’ απομακρυνθούν στην περιφέρεια της υπάρξεως μας, ενώ το φως της ζωής που εκπορεύεται από τον Πατέρα θα βασιλέψει μέσα μας.
Δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με αρκετό πνευματικό θάρρος για να βγούνε από τον συνηθισμένο δρόμο που ακολουθεί η αγέλη. Το θάρρος γεννιέται από τη σταθερή πίστη στο Χριστό-Θεό.
Όταν αισθανόμαστε την αδυναμία μας και το πνεύμα μας απελπίζεται, τότε εμφανίζεται κατά κάποιο άγνωστο τρόπο ένα θαυμάσιο φως, που προβάλλει μια ζωή ατέλειωτη. Όταν το σκοτάδι μέσα μας είναι τόσο πυκνό ώστε να παραλύσουμε από τρόμο, }080} τότε το ίδιο φως μετατρέπει τη σκοτεινή νύχτα σε λαμπρή ημέρα. Όταν εμείς καταδικάζουμε τον εαυτό μας σε αιώνια κόλαση όπως το αξίζει και βρισκόμαστε στην αγωνία της πτώσεως μέσα στο σκοτεινό λάκκο, ξαφνικά μια δύναμη εκ των άνω ανυψώνει το πνεύμα μας στα ύψη. Όταν τέλος μας συνθλίβει το 12
συναίσθημα της μηδαμινότητάς μας, το άκτιστο φως μας μεταμορφώνει και μας φέρνει σαν γιούς στο σπίτι του Πατέρα.
Πώς η αυτοκαταδίκη μας μας δικαιώνει μπροστά στο Θεό; Αυτό γίνεται γιατί υπάρχει αλήθεια σ’ αυτή την αυτοκαταδίκη, κι έτσι το Πνεύμα της Αλήθειας βρίσκει τόπο για την κατοίκησή του μέσα μας. }081}
Αν κάποιος άλλος κάνει έργα προς δόξα Θεού που φέραν σ’ αυτόν παροδική αλλά και αιώνια φήμη, ο άνθρωπος της προσευχής δεν αισθάνεται γι’ αυτόν φθόνο αλλά χαρά για την κοινή σωτηρία μας. Η δόξα του αδελφού μου είναι }081} και δική μου δόξα. Τι ευλογία να βλέπεις τους συνανθρώπους σου να λάμπουν από Άγιο Πνεύμα.
Ας μη λησμονούμε όμως ότι αυτή η υπεραφθονία της αγάπης περνά από τα βάθη της κολάσεως. Δεν πρέπει να φοβόμαστε αυτή την κάθοδο, αφού χωρίς αυτήν η πληρότητα της γνώσεως είναι ακατόρθωτη.
Μερικές φορές οι δοκιμασίες και οι δυσκολίες που μας συμβαίνουν μας βάζουν στη θέση ενός ταξιδιώτη που ξαφνικά βρίσκει τον εαυτό του στο χείλος της αβύσσου, από το οποίο είναι αδύνατο να επιστρέψει. Η άβυσσος είναι το σκότος της άγνοιας και ο φόβος της αιχμαλωσίας από το θάνατο. Μόνο η ενέργεια της αγιασμένης απελπισίας θα μας κάνει ικανούς να τα υπερπηδήσουμε. Αφού πεισθούμε από κάποια μυστηριώδη δύναμη, ριχνόμαστε στο άγνωστο επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου. Και τι συμβαίνει; Αντί να σπάσουμε το κεφάλι μας στους βράχους, αισθανόμαστε ένα αόρατο χέρι να μας οδηγεί ευγενικά και να σωζόμαστε. Το να ριχτούμε στο άγνωστο σημαίνει εμπιστοσύνη στο Θεό. Απελπισμένοι από τους ισχυρούς της γης, αρχίζουμε να ερευνούμε για μια νέα ζωή, στην οποία η πρώτη θέση δίνεται στο Χριστό. }082}
8. Ο αγώνας στην προσευχή
Υπάρχουν στιγμές που αισθανόμαστε τον εαυτό μας σε κατάσταση παραφροσύνης. «Μου έδωσες Κύριε την εντολή της αγάπης, αλλά δεν υπάρχει μέσα μου δύναμη γι’ αγάπη. Έλα και κάνε πραγματικότητα σ’ εμένα όλα συ μου παρήγγειλες, γιατί η εντολή σου είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. …» }086}
Η προσευχή δεν μπορεί ν’ αποτύχει να αναζωογονήσει τη θεία πνοή που ο Θεός ενεφύσησε στον Αδάμ, με τη δύναμη της οποίας ο Αδάμ έγινε «ψυχή ζώσα». Τότε το αναγεννημένο πνεύμα μας θα θαυμάσει το ύψιστο μυστήριο του Όντος και οι καρδιές μας θα ηχήσουν τον ψαλμικό ύμνο των θαυμαστών έργων του Κυρίου.
Αν δεν περάσουμε μέσα απ’ αυτή τη φωτιά και δεν κατακαύσει τα πάθη που έχουμε ένεκα της πτώσεως της φύσεως μας, δε θα δούμε τη φωτιά να μεταμορφώνεται σε φως. Γιατί δεν έρχεται το φως πρώτο αλλά η φωτιά. Στην κατάσταση της πτώσεως, η φωτιά προηγείται από το φως. }087}
Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει τις θλίψεις αν θέλει να γεννηθεί σε μια νέα ζωή εν Θεώ, εάν θέλουμε να μεταμορφώσουμε το φυσικό μας σώμα σε πνευματικό σώμα. … Μόνο η δύναμη της προσευχής υπερνικά την αντίσταση της ύλης και ελευθερώνει το πνεύμα από αυτό τον περιορισμένο και αδρανή κόσμο σε ανοικτούς χώρους που λάμπουν στο φως. }088}
13
Ένα πράγμα όμως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι θα έλθει ώρα που όλες οι δοκιμασίες και οι ταραχές θα εξαφανιστούν στο παρελθόν. Τότε θα δούμε ότι οι πιο οδυνηρές περίοδοι της ζωής μας ήταν οι πιο καρποφόρες και θα μας συνοδεύουν πέρα από τα όρια αυτού του κόσμου και θα γίνουν θεμέλια της βασιλείας «μη σαλευόμενα».
Ο παντοδύναμος Θεός μας κάλεσε από την ανυπαρξία. Εκ φύσεως είμαστε άδειοι, }089}
Αλλά ο Θεός μπορεί να σώζει άτομα και έθνη, όταν αυτά βαδίζουν στο δρόμο του.
Ο Χριστός μας έδωσε την εντολή του πολέμου στο χώρο του πνεύματος και το όπλο μας είναι: «η μάχαιρα του Πνεύματος, ήτις είναι ο λόγος του Θεού». Ο αγώνας μας διεξάγεται με άκρως άνισες προϋποθέσεις. Είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα. Δεν τολμούμε να πολεμήσουμε ούτε με φωτιά ούτε με μαχαίρι. Το μόνο όπλο μας είναι η αγάπη, ακόμα και για τους εχθρούς. Ο μοναδικός πόλεμος στον οποίο εμπλεκόμαστε είναι πράγματι ιερός πόλεμος. Πολεμάμε με τον τελευταίο και μοναδικό εχθρό της ανθρωπότητας, το θάνατο. Η μάχη είναι μάχη για την ανάσταση του σύμπαντος. }092}
… αφού ανιστορήσουμε τη θεία εικόνα μέσα μας με γενική μετάνοια, και μ’ αυτή τη συμπεριφορά μπορούμε να βοηθήσουμε να δικαιωθούν και οι προπάτορες μας. Φέρομε μέσα μας την κληρονομιά των αμαρτιών των προγόνων μας και με την αρχή της οντολογικής ενότητας του ανθρωπίνου γένους θεραπεία δική μας σημαίνει και θεραπεία και αυτών. Είμαστε τόσο συνδεδεμένοι εσωτερικά ώστε ο άνθρωπος δεν σώζει μόνο τον εαυτό του.
Αν ένας μοναχός δεν επιτύχει τον αληθινό σκοπό του δηλαδή να ζει στη γη αλλά με το πνεύμα του να βρίσκεται ενωμένος με το Χριστό, η μοναχική ζωή του δεν είναι σύμφωνη με αυτό που πρέπει. Με άλλα λόγια αυτός ούτε βοηθά στην διαιώνιση του ανθρωπίνου γένους, ούτε προοδεύει κατά κυριολεξία στην αθανασία δια μέσου της αναστάσεως. Ένας τέτοιος μοναχός ξεπέφτει από το ιστορικό σχέδιο του Θεού με την άρνησή του ν’ αναλάβει θετική ιστορική (δεν εννοούμε πολιτική) δράση, ούτε μεταφέρει την ύπαρξη στο πνευματικό μεταϊστορικό πεδίο. Χωρίς κάποια νίκη στο οικουμενικό πεδίο του πνευματικού αγώνα δεν βοηθά τους συνανθρώπους του να επιτύχουν το Θείο σχέδιο. }093}
Όταν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος δίνεται σ’ ένα άνθρωπο «να καταστή … εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», ένα τέτοιο γεγονός αντανακλά αποφασιστικά όχι μόνο στη μοίρα της ανθρωπότητας, αλλά η επίδρασή του φτάνει πέρα από τα όρια της ιστορίας και φωτίζει ολόκληρη τη ζωή του κόσμου, γιατί ο κόσμος πλάστηκε για τον άνθρωπο. }094}
9. Περί μετανοίας και πνευματικού πολέμου
Το σύνολο της επίγειας ζωής μας, από τη γέννηση μέχρι την τελευταία αναπνοή μας, τελικά θα μοιάσει με μια περιεκτική πράξη. Το περιεχόμενο και η ποιότητα της θα φανεί σαν μια λάμψη. Φανταστείτε ένα ποτήρι από το καθαρότερο κρύσταλλο γεμάτο νερό. Μια ματιά είναι αρκετή να μας πει αν το νερό είναι 14
καθαρό ή όχι. Το ίδιο θα συμβεί και μ’ εμάς, όταν θα πάμε σε άλλη σφαίρα. Η πιο ταχύτερη αντίδραση της καρδιάς μας ή του νου μας αφήνει το στίγμα της στο σύνολο της ζωής μας. … Μέχρις ότου αποβάλω την ιδέα από την καρδιά μου με μια πράξη μετάνοιας αυτή θα μένει μαζύ μου σαν μια μαύρη κηλίδα, χωρίς να μπορεί να κρυφτεί·
Όταν μετανοούμε κατηγορώντας αποκλειστικά τον εαυτό μας μπροστά σε Θεό και ανθρώπους, καθαριζόμαστε εσωτερικά. Το νερό στο ποτήρι }095} καθαρίζεται αφού περάσει από πνευματικό φίλτρο τη μετάνοια. Έτσι όταν εξομολογούμαι κατηγορώ τον εαυτό μου για κάθε κακό, γιατί δεν υπάρχει αμαρτία σ’ όλο τον κόσμο για την οποία δεν είμαι ένοχος έστω και για δευτερόλεπτο. … Και αν για μια μόνο στιγμή κρατήθηκα από μια κακή σκέψη, ποιος εγγυάται ότι αυτή η στιγμή δεν θα μεταβληθεί σε αιωνιότητα;
Να γνωρίζουμε ότι πριν την δημιουργία του κόσμου προοριζόμαστε για την τελειότητα. Το να μειώνουμε το προσωπικό σχέδιο του Θεού για μας δεν είναι μόνο σφάλμα, αποτελεί αμαρτία. … Η ψυχή αγωνίζεται να προσευχηθεί για τον κόσμο, αλλά όμως η προσευχή ποτέ δεν θα επιτύχει σε όλη την έκταση το σκοπό της αφού τίποτα και κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τον άνθρωπο από την ελευθερία του να υποχωρήσει στο κακό να διαλέξει το σκοτάδι από το φως. }096}
Την επέμβαση του Θεού στην προσωπική μας ζωή την ονομάζουμε πρόνοια. Αυτή η πρόνοια δεν είναι σαν την ειδωλολατρική τύχη· πράγματι στις κρίσιμες στιγμές εμείς παίρνουμε την απόφαση, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο. … Βέβαια ότι και να διαλέξουμε ο πόνος είναι αναπόφευκτος. Όταν όμως ακολουθήσουμε τον δρόμο του Θεού η θυσία μας θα μοιάσει με την θυσία του Χριστού. }097}
Η κυριότητα πάνω στην επιθυμία μας να εξουσιάζουμε τους άλλους είναι ένα πολύ ενδιαφέρον στάδιο, που αμέσως ακολουθείται από την τάση να λυπόμαστε όταν μειώνουμε τον αδελφό μας. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατά την εικόνα του Θεού, ο οποίος είναι ταπεινός αλλά συγχρόνως και ελεύθερος. Επομένως είναι κανονικό και φυσικό ότι θα γίνει «καθ’ ομοίωσιν» του Δημιουργού του και θα παραιτηθεί από την άσκηση ελέγχου πάνω στους άλλους, ενώ ο ίδιος είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος με τη δύναμη της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα του. Εκείνοι που κατέχονται από δυνατή επιθυμία για να αποκτήσουν δύναμη, αμαυρώνουν την εικόνα του Θεού μέσα τους. Το φως της αληθινής ζωής τους εγκαταλείπει αφήνοντας ένα τρομερό κενό, μια απελπιστική ανία. Η ζωή χάνει κάθε νόημα. }098}
Είναι γεγονός ότι όσο ισχυρότερη είναι η επιθυμία μας για την αναζήτηση του ατελεύτητου, τόσο αργότερα φαίνεται ότι προχωρούμε. Η πολύ ισχυρή αντίθεση μεταξύ της δικής μας μηδαμινότητας και του απερίγραπτου μεγαλείου του Θεού τον οποίο αναζητούμε, καθιστά αδύνατο να κρίνουμε με κάθε βεβαιότητα αν προοδεύουμε ή οπισθοχωρούμε. Σ’ αυτή τη θεώρηση της αγιότητας και της ταπεινότητας του Θεού, η πνευματική κατανόηση του ανθρώπου αναπτύσσεται γρηγορότερα από την ικανότητά του να εναρμονίσει }099} τη συμπεριφορά του με το λόγο του Θεού. Από αυτό το λόγο προέρχεται η εντύπωση, ότι η απόσταση μεταξύ αυτού και του Θεού συνέχεια αυξάνεται. Η αναλογία δεν είναι ακριβής, αλλά αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό σε κάθε γνήσιο καλλιτέχνη ή επιστήμονα. Η σύλληψη απέχει πολύ από την ικανότητα για την πραγμάτωση. Είναι φυσικό για ένα καλλιτέχνη να αισθάνεται ότι το αντικείμενο του ξεφεύγει συνέχεια από τα χέρια 15
του. Και αν συμβαίνει αυτό στο χώρο της τέχνης, ακόμα περισσότερο συμβαίνει στο χώρο όπου αναζητείται η γνώση της άναρχης και ακατάληπτης θειότητας. }100}
Στο πέρασμα των αιώνων οι δάσκαλοι της Εκκλησίας ερεύνησαν τρόπους και έννοιες για να μεταδώσουν στον κόσμο τη γνώση που αφορούσε τη Θεία Ύπαρξη. Στις προσπάθειές τους βασανίζονταν συνέχεια μεταξύ της απροθυμίας να εγκαταλείψουν την απερίγραπτη θεωρία του μοναδικού και ουσιώδους μυστηρίου, και της αγάπης που τους ανάγκαζε να κάνουν τους αδελφούς τους μετόχους του μυστηρίου. Ο Θεός ανάγκασε και αναγκάζει πράγματι τους αγίους του να μιλούν για τα εξ ύψους δώρα. }101}
Αδύνατη η σιωπή αλλά αδύνατη και η ομιλία. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί αδυνατούν οι λέξεις να εκφράσουν το γεγονός, αλλά και γιατί το Θείο Πνεύμα αναγκάζει το νου σε βαθειά σιωπή μεταφέροντάς τον σε άλλο κόσμο. }102}
10. Από το σκοτάδι στο φως
Ο Δημιουργός του σύμπαντος χάρηκε περισσότερο για τον άνθρωπο παρά για τον ένδοξο χορό των ουράνιων σωμάτων.
Μεταξύ Θεού και ανθρώπου υπάρχει και πρέπει να υπάρχει ισοτιμία, παρά το γεγονός ότι αυτοί είναι ανισότιμοι. }103}
Το αξίωμα ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ισόθεος εξ ολοκλήρου και όχι μέχρις ενός βαθμού πηγάζει από τη χριστιανική ανθρωπολογία. … Η τελειότητα του «κατ’ εικόνα» δεν ανατρέπει την οντολογική απόσταση μεταξύ Θεού Δημιουργού και ανθρώπου δημιουργηθέντος.
Φυσικά ελκυόμαστε από τον Υπέρτατο, αλλά το προσκύνημά μας πρέπει ν’ αρχίσει από μια κάθοδο στο λάκκο της κολάσεως. }104}
Αυτή είναι η αρχή της μετάνοιας που δεν έχει τέλος στη γη, γιατί ένα τέλος θα σήμανε τέλεια θέωση ίση με το Χριστό-Θεό. }105}
11. Η πείρα της αιωνιότητας με την προσευχή
Η αγάπη ξεχειλίζει σαν ποταμός φωτός σε όλη την κτίση. Η φυσική καρδιά αισθάνεται αυτή την αγάπη σαν πνευματική, μεταφυσική.
Στη νεαρή μου ηλικία ήμουν ζωγράφος και η φυσική ικανότητά μου δεν με εγκατέλειπε. Μπορεί να είμαι κατάκοπος για να ζωγραφίσω, μπορεί να λείπει η έμπνευση, αλλά γνωρίζω ότι το χάρισμα υπάρχει σαν ένα αδιάσπαστο μέρος του εαυτού μου. Όμως είναι διαφορετικά με το Θεό. Όταν ο Θεός μας εγκαταλείπει υπάρχει ένα κενό }109} μέσα μας και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι αν θα επιστρέψει εκ νέου. Ο Θεός εξαφανίζεται. Εμείς εγκαταλειπόμαστε άδειοι και νεκροί. Όταν μας επισκέπτεται αισθανόμαστε κάτι που υπερβαίνει κάθε φαντασία. Και ξαφνικά επιστρέφω στην παλιά μου κατάσταση, η οποία πριν από την επίσκεψή του μου φαινόταν φυσική και ικανοποιητική. Τώρα με τρομάζει. Μεταφέρθηκα στο παλάτι του Μεγάλου Βασιλιά μόνο για να εξορισθώ πάλι; Όταν 16
ήμουν εκεί γνώριζα ότι ήμουν στο σπίτι του Πατέρα μου, τώρα όμως στέκομαι έξω λυπημένος.
Αυτές οι εναλλασσόμενες καταστάσεις με διδάσκουν πώς να διακρίνω μεταξύ των φυσικών χαρισμάτων και αυτών τα οποία έρχονται σαν καθαρή χάρη από ψηλά. }110}
Για να θεωρήσομε την δόξα πρέπει οπωσδήποτε να είμαστε στη δόξα, αλλιώς δεν μπορούμε να τη δούμε. Για να αντιληφθούμε και αμυδρά ακόμη «τις εστιν ούτος» πρέπει να γίνομε σαν αυτόν εφαρμόζοντας }113} το λόγο του. }114}
Η ταπείνωση εκφράζεται με την συνεχή γνώση της μηδαμινότητάς μας, σαν ριζική και περιεκτική αυτοκατάκριση. Και όσο βαθύτερα γνωρίζει κανείς τον εαυτό του και αυτοκατακρίνεται, τόσο ψηλότερα τον τοποθετεί ο Θεός. }116}
12. Λειτουργική προσευχή
Η βαθειά προσευχή έρχεται σιγά-σιγά. Η ψυχή και το σώμα την υιοθετούν με βραδύτητα. Είναι ιδιαίτερα βασικό στον ιερέα που τελεί την Θεία Λειτουργία να μεταβάλει όλη τη ζωή του σε προσευχή, αν θέλει να ζήσει το μεγάλο μυστήριο στην πληρότητά του. Γεμίζοντας τον εαυτό του φόβο και πλησιάζοντας με σεβασμό, με τη δύναμη του αξιώματός του ο ιερέας ανεβαίνει στην επικράτεια του Θείου. }117}
Μια διανοητική σύλληψη του νοήματος του μυστηρίου δεν είναι αρκετή. Ο κληρικός ολόκληρος – με την καρδιά, την ψυχή και το σώμα – πρέπει να συμμετέχει σ’ αυτή την οδυνηρή για τον κόσμο προσευχή. Και όσο περισσότερο πονά, τόσο περισσότερο διαχύνεται η θεραπευτική δύναμη του Άγιου Πνεύματος στον κόσμο, με την προσευχή του.
Ουσιαστικά δεν υπάρχει άλλη Ευχαριστία απ’ αυτή που τέλεσε ο ίδιος ο Κύριος. Με τη χάρη του η μοναδική αυτή Ευχαριστία επαναλαμβάνεται αιώνια.
Κατά την αρχαία θεολογική παράδοση της ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας το ανθρώπινο γένος είναι ένα όν αλλά σε πολλές υποστάσεις (πολυϋπόστατο), όπως ακριβώς ο Θεός είναι ένα Όν σε τρία πρόσωπα.
Η Λειτουργία είναι στην αιώνια πραγματικότητά }118} της το Πάσχα του Κυρίου, το πάντοτε παρόν σ’ εμάς. … Το Πάσχα μας, και συνεπώς η δική μας Ευχαριστία είναι μια μετάβαση από τα γήϊνα στα ουράνια, από το θάνατο της αμαρτίας στην άγια αιωνιότητα του Πατέρα.
Όταν κατεχόμαστε από λύπη, πόνο, πένθος, η καρδιά μας μεταφέρεται σε παγκόσμιες διαστάσεις και αισθανόμαστε πόνο όχι μόνο για τον εαυτό μας αλλά για όλη την ανθρωπότητα, σε σημείο που με την προσωπική μας πείρα μπορούμε να ζήσουμε την τραγική μοίρα, τον τρόμο και την απελπισία καθενός από τους ανθρώπους. Θυμόμαστε το πλήθος αυτών που πέθαναν και αυτών που πεθαίνουν. Μπορεί η θλίψη μέχρις ένα σημείο να ξεπερνά την αντοχή μας. Τότε, όταν ο νους και το σώμα δεν μπορούν να συμβαδίσουν με το πνεύμα, το πνεύμα μόνο συνεχίζει ν’ ακολουθεί το Χριστό στη σταύρωση }119}, τον τάφο, μέσα στο βάθος της αγωνίας του εξαιτίας της αγάπης του για το ανθρώπινο γένος.
17
Αυτή η ευγενική επιστήμη του πνεύματος δεν απαιτεί λίγα χρόνια ακαδημαϊκής εκπαιδεύσεως, απαιτεί ολόκληρη την ύπαρξή μας. Δεν υπάρχει τέλος σ’ αυτήν την μάθηση, αφού ποτέ δεν μπορούμε ν’ αποκτήσουμε την πληρότητα της αγάπης του Χριστού. … Κι όταν γίνουν αντιληπτά από εμάς τα λυτρωτικά Του πάθη, η αιώνια δόξα Του θα λάμψει σ’ εμάς. Δι’ Αυτού γινόμαστε παιδιά του Πατέρα. Τώρα γνωρίζομε ότι κανένας δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά μόνον μέσω Αυτού (του Χριστού). }120}
13. Η Προσευχή της Γεθσημανής
Ο Χριστός περιέλαβε σ’ αυτή την προσευχή ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, από τον πρώτο Αδάμ μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί από γυναίκα. … Κανένας δεν γνώρισε τόσο πόνο όπως τον αισθάνθηκε ο Χριστός.
Αυτοί που αγνοούν μια τέτοια αγάπη και αυτοί που δεν επιθυμούν να τη γνωρίσουν }123}, ας μην εκφράσουν γνώμη για το Χριστό. Κανένας μην τολμήσει στην ανοησία του να ταπεινώσει την εμφάνιση του Χριστού ανάμεσά μας,
Γνωρίζομε από την πείρα ότι η ψυχή μπορεί να τραυματιστεί πιο τρομερά παρά το σώμα.
Για να γνωρίσουμε μόνο «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» το δρόμο που πέρασε ο ίδιος ο Χριστός, για να μετασχηματίσουμε την γήϊνη φύση μας σε προσευχή που να αντικατοπτρίζει αμυδρά τουλάχιστον την προσευχή στη Γεθσημανή κατά την πιο τραγική νύχτα της ιστορίας της ανθρωπότητας, πρέπει να δεχθούμε θλίψη. Η 18
δυστυχία ανοίγει την καρδιά στους πόνους όλου του κόσμου. Ο τελευταίος σταθμός αυτής της μεγάλης επιστήμης της παγκόσμιας αγάπης έρχεται όταν φτάνουμε στο κατώφλι μιάς άλλης ζωής, όταν πεθαίνουμε. }124}
Στο πρόσωπο του πρώτου Αδάμ όλο το ανθρώπινο γένος υπέφερε μια φοβερή καταστροφή, μιάν αλλοτρίωση που είναι η ρίζα όλων των αλλοτριώσεων. Το σώμα τραυματίστηκε, ο σκελετός τσακίστηκε, η όψη – το κατ’ εικόνα Θεού – καταστράφηκε. Οι διαδοχικές γενιές πρόσθεσαν πολλά άλλα τραύματα και τσάκισμα οστών στα τραύματα του πρώτου δημιουργημένου ανθρώπου. Ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα ασθενεί. … Η ελαφρότερη επαφή αποτελεί βάσανο. … στην πνευματική ασθένεια είμαστε μνησίκακοι και αποδίδομε τον πόνο μας σε εξωτερική επίδραση. Έτσι και με το Χριστό. Αυτός ο μόνος αληθινός γιατρός ενδιαφέρεται για τις πληγές των αμαρτιών μας που προξενούν τον πιο οξύ πόνο σ’ όλο το ανθρώπινο γένος. … Είναι αδύνατο να απεικονίσουμε τον πόνο του Χριστού. Τελικά κανένας δεν μπορεί να τον εννοήσει. }125}
Ο καθένας μας θα φτάσει κάποια στιγμή στα όρια χρόνου και αιωνιότητας. Φθάνοντας σ’ αυτό το πνευματικό ορόσημο, θα καθορίσουμε το μέλλον μας στον κόσμο και ή θα αποφασίσουμε να είμαστε με το Χριστό ή θα αποχωριστούμε απ’ αυτόν. Αφού γίνει όμως η εκλογή – μαζί ή χωρίς το Χριστό – με την ελεύθερη βούλησή μας για όλη την αιωνιότητα, ο χρόνος πια δεν λειτουργεί. }126}
Μπορεί να υποστηριχθεί με κάποια βεβαιότητα ότι σχεδόν πουθενά δεν κηρύσσεται γνήσιος Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός τόσο πολύ υπερέχει από τη συνηθισμένη αντίληψη, ώστε η προσευχόμενη καρδιά δεν αποτολμά να κηρύξει ευαγγελικό λόγο. Ο κόσμος αναζητά την αλήθεια. Αγαπά τον Χριστό. Αλλά – κυρίως στις μέρες μας – προσπαθεί να τον μειώσει στις δικές του διαστάσεις, πράγμα που μειώνει το Ευαγγέλιο, σε σημείο να παρουσιάζεται σαν ηθικό δόγμα.
Η επίτευξη της γνώσης της Αλήθειας απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια απ’ ότι απαιτεί οποιαδήποτε άλλη επιστημονική μόρφωση. Ούτε η μελέτη μεγάλου πλήθους βιβλίων, ούτε η εξοικείωση με την ιστορία του Χριστιανισμού, ούτε η μελέτη διαφόρων θεολογικών συστημάτων μπορεί να μας φέρει στο σκοπό, εκτός αν εμείς συνεχώς και με όλες τις δυνάμεις μας υπακούσομε στις εντολές του Χριστού.
Όταν όμως προείπαμε μας χαρισθεί μια σκιά έστω ομοιότητας με την προσευχή στη Γεθσημανή τότε ο άνθρωπος ξεπερνά τα όρια της ατομικότητάς του και μπαίνει σ’ ένα νέο τύπο υπάρξεως – προσωπικής υπάρξεως καθ’ ομοίωση Χριστού. }128}
Κάθε άνθρωπος στον οποίο ο Θεός κληροδότησε το σπάνιο και φοβερό προνόμιο να γνωρίσει για λίγα λεπτά την αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανής, θα «σκοντάψει», αργά και οδυνηρά, σε μια πειστική γνώση της αναστάσεως της ψυχής του και σε μια αντίληψη της βεβαίας και αληθινής νίκης του Χριστού. … ώ Χριστέ με τη δωρεά της αγάπης Σου, που είναι ανώτερη από κάθε γνώση, έχω περάσει κι εγώ από το θάνατο στη ζωή … Τώρα – Υπάρχω. }129}
19
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
1. Η προσευχή του Ιησού
Η επίγεια ζωή μας είναι σύντομη. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάθε ώρα της για την πρόοδό μας στη γνώση του Θεού. Και όταν μέσα μας, στην καρδιά μας η μακαριότητα συνδιάζεται με το φως της γνώσεως, τότε, και μόνο τότε, πράγμαται πλησιάζομε την τελειότητα. }135}
Και γεννιέται τώρα η ερώτηση: Η πνευματική κρίση που γνωρίζει ο κόσμος σήμερα δεν μπορεί να είναι ένα προανάκρουσμα για μια τεράστια αναγέννηση; Γιατί αυτό που γίνεται στις ψυχές των λίγων μπορεί να συμβεί σ’ ένα πλήρος ψυχών, μπορεί να μεταβληθεί σε μια πανίσχυρη πλημμύρα (ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ).
Η τωρινή κατάστασή μας – στην ιστορία, στο τμήμα της που ανήκει σ’ εμάς – μπορεί και πρέπει να είναι μια περίοδος αφομοιώσεως του όντος σ’ όλες του τις διαστάσεις.
Στο φως αυτής της ελπίδας ο μεγαλύτερος πόνος μας αποτελεί ένα αποκαλυπτόμενο μεγαλειώδες σκηνικό. }144}
Αυτός ο οποίος είναι πάνω από κάθε όνομα ως προς την ουσία Του, αποκαλύπτει τον εαυτό του με πλήθος ονόματα στα λογικά όντα … Με καθένα από αυτά ο Θεός ο Ένας και αόρατος έρχεται πιο κοντά μας. Παράλληλα όμως κανένα από τα ονόματά του δεν μας επιτρέπει να τον γνωρίσουμε «ως ούτός εστι», αλλά συνεχίζει να αποκαλύπτει τον εαυτό του με τα ονόματα. }145}
Η διάνοια που εμμένει στις φιλοσοφικές κατηγορίες δεν μπορεί να δεχθεί το ευαγγελικό κήρυγμα. Γι’ αυτήν είναι τρέλα. Το Απόλυτο των φιλοσόφων δεν πήρε την άδεια από τους δημιουργούς του να ταπεινωθεί μέχρι σημείου να πάρει μορφή δούλου. Το Απόλυτο που κατανοήθηκε απ’ αυτούς δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτ’ άλλο από την ανυπαρξία στην καταλέξη αρνητική έννοια του όρου. Πριν από τον ερχομό του Χριστού υπήρχαν πολλά πνεύματα που καλλιέργησαν παραπλανητικές θεωρίες σχετικά μ’ ένα τέτοιο αφηρημένο Απόλυτο. }147}
Κάτω από το Όνομα ΕΓΩ ΕΙΜΙ, ο Μωϋσής αντιλαμβανόταν ένα μόνο Πρόσωπο. Αυτός έβλεπε το Λόγο και το Πνεύμα σαν ενέργειες του ενός Όντος. … Το όνομα ΕΓΩ ΕΙΜΙ (ο ΩΝ), δυνάμει της μοναδικότητας του Θεού, εφαρμόζεται όμοια και στην Τριάδα σαν σύνολο, αλλά και σε κάθε μια Υπόσταση χωριστά. Όπως και πολλά άλλα ονόματα και αυτό επίσης μπορούμε και πρέπει να το εκλάβουμε διπλά, σαν όνομα κοινό όλης της Τριάδας και σαν ιδιαίτερο όνομα κάθε Προσώπου. Ακριβώς όπως το όνομα «Κύριος» αρμόζει και στα τρία πρόσωπα και συγχρόνως μπορεί ν’ αποδοθεί σαν προσωπικό όνομα σε καθένα από τα τρία Πρόσωπα, έτσι το όνομα ΙΗΣΟΥΣ μπορεί να ερμηνευτεί σαν Θεός Σωτήρας. Αλλά χρησιμοποιούμε τούτο το όνομα σαν αποκλειστικά κατάλληλο για το Χριστό, το δεύτερο πρόσωπο της αγίας Τριάδος. Στην αρχαιότητα η γνώση που αφορούσε το Θείο μεταδόθηκε στον ανθρώπινο νου μέσω }148} ονομάτων που αποκάλυπταν κυρίως τις ιδιότητες του Θεού, τα γνωρίσματά του: τη δύναμή του, την πανταχού παρουσία του, την 20
πανσοφία του, τη θεία πρόνοιά του, τη δόξα του κλπ. Αλλά στο Μωϋσή το όνομα του «Εγώ ειμί» δόθηκε σαν το όνομα του ίδιου του Θεού.
Με την ενσάρκωση του Λόγου του Πατρός ερχόμαστε σε επαφή με το Θεό σε τέτοιο σημείο ώστε ν’ αποκλείουμε κάθε περαιτέρω αποκάλυψη.
Μεγάλο είναι το όνομα ΕΓΩ ΕΙΜΙ (ο ΩΝ). Μεγάλο είναι το όνομα της Αγίας Τριάδος. Μεγάλο επίσης είναι το όνομα του Ιησού, του οποίου το περιεχόμενο είναι ανεξάντλητο. Ανήκει σ’ αυτόν στον οποίο όλη η δημιουργία χρωστά την ύπαρξή της }149}
Το όνομα Ιησούς ως κύριο όνομά του συνδέεται οντολογικά μαζί του.
Για μας αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτόν· αποτελεί το κανάλι με το οποίο η Θεία Δύναμη έρχεται σ’ εμάς, πηγάζει από τον Πανάγιο, είναι αγία και αγιαζόμαστε και εμείς όταν την επικαλούμαστε. Με αυτό το όνομα και μέσα από αυτό το όνομα η προσευχή μας αποκτά μια συγκεκριμένη αντικειμενική μορφή ή μεγαλείο. Μας συνδέει με το Θεό κατά την προσευχή, όταν επικαλούμαστε αυτό το όνομα, ο Θεός είναι παρών, όπως σ’ ένα δοχείο γεμάτο άρωμα η γλυκύτητα της οσμής. Με αυτή την οσμή γίνεται κατανοητή η παρουσία του Θεού στον κόσμο. Σαν πνευματική οντότητα εκπορεύεται από την ουσία του Θείου και είναι θεία από τη φύση της. Σαν ενέργεια του Θεού το όνομα ξεπερνά τις κοσμικές ενέργειες. Προερχόμενη από την αιώνια θεία σφαίρα, η ενέργεια αυτή δεν αποτελεί ανακάλυψη του ανθρώπινου νου, αν και ο άνθρωπος σχεδίασε τις λέξεις της. Αποτελεί ανεκτίμητο δώρο για μας από ψηλά, δωρεά υπερκόσμια στην υπερφυσική της δόξα. }150}
Μια σωστή επίκληση αυτού του ονόματος γεμίζει ολόκληρη την ύπαρξη με την παρουσία του Θεού. Μεταφέρει το νου σ’ άλλα βασίλεια. Δίνει εξαιρετική δύναμη και ζωή. Το Θείο φως για το οποίο δεν είναι εύκολο να μιλήσουμε έρχεται με την επίκληση αυτού του ονόματος.
Γνωρίζουμε ότι όχι μόνον το όνομα του «Ιησού» αλλά και όλα τα άλλα ονόματα που αποκαλύφθηκαν σ’ εμάς από το Θεό, είναι στενά συνδεδεμένα με αυτόν. Διδαχτήκαμε να αποκτούμε πείρα αυτού χάρη στον μονογενή Υιό ο οποίος πρόσταξε να ζητάμε όλα τα πράγματα από τον Πατέρα δια του ονόματος του. Γνωρίζουμε ότι όλες οι αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας μας κατακλείονται με την επίκληση των θείων ονομάτων και πρώτα απ’ όλα της Τριάδας, του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Το σύνολο της θείας λατρείας μας βασίζεται στην επίκληση των ονομάτων του Θεού. Δεν αποδίδομε μαγική δύναμη στις λέξεις αυτές, αλλά όταν εκφέρονται σαν μια αληθινή εξομολόγηση πίστεως, και με φόβο, σεβασμό και αγάπη προς το Θεό, τότε πράγματι έχουμε το Θεό συνδεδεμένο στενά με τα ονόματά του.
Αποκλείοντας τον οντολογικό χαρακτήρα των θείων ονομάτων, μαζί με την έλλειψη πείρας στην προσευχή και στα θεία Μυστήρια, αδειάζει η ζωή πολλών. }151}
Αυτοί που αγαπούν το Χριστό και το όνομα του ευφραίνονται στην ανάγνωση των Ευαγγελίων και της Αγίας Γραφής. Τα Θεία ονόματα, το περιεχόμενό τους, και το φως που εκπορεύεται από αυτά φέρνουν το πνεύμα του ανθρώπου κοντά τους, 21
και τίποτα άλλο δεν τους προσελκύει. Το σύνολο της Γραφής, από την αρχή ως το τέλος αποτελεί μια πλήρη μαρτυρία του Θεού με το όνομά του. }152}
Κατά την ουσία του ο Θεός υπερέχει των πάντων και κατά συνέπεια βρίσκεται πέρα από κάθε όνομα και κάθε έννοια, αλλά όταν αποκαλύπτεται, μας δίνει μια ζωντανή εμπειρία της παρουσίας του και αυτή εκδηλώνεται με ονόματα.
Ο άνθρωπος γίνεται η συνδετική αρχή μεταξύ του Θεού και της υπόλοιπης δημιουργίας, αφού σ’ αυτό το κτίσμα ενώθηκε το Άκτιστο. Η ουσία του Θείου Όντος δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο. Αλλά η θεία ζωή μεταδίδεται σ’ αυτόν με τη Θεία ενέργεια. Η πράξη της θεώσεως του ανθρώπου ενεργείται με την άκτιστη χάρη. }153}
Δεν υπάρχει τίποτα το αυτόματο ή «μαγικό» στην προσευχή του Ιησού. Αν δεν κοπιάζομε να φυλάμε τις εντολές του, μάταια επικαλούμαστε το όνομά του. … Είναι σημαντικό για μας να μοιάσουμε στο Μωϋσή που στάθηκε αμετακίνητος και υπομονετικός στις δυσκολίες, σαν να έβλεπε τον αόρατο Θεό, και να τον επικαλούμαστε με την πεποίθηση του οντολογικού συνδέσμου που ενώνει το όνομα με τον ονομαζόμενο, με το πρόσωπο του Χριστού. Η αγάπη μας γι’ αυτόν θα μεγαλώνει και θα εμβαθύνει μέσα μας η σχετική γνώση της ζωής αγαπημένου Θεού.
Οι πατέρες μας φυσικά γνώριζαν την «οντολογική» σχέση μεταξύ του ονόματος και του ονομαζομένου – μεταξύ του ονόματος και του προσώπου του Χριστού. Δεν είναι αρκετό να απαγγέλουμε τον ήχο της ανθρωπίνης }154} λέξεως που διαφέρει σε κάθε γλώσσα. Το σημαντικό είναι ν’ αγαπάμε αυτόν που επικαλούμαστε.
Όταν προφέρουμε το όνομα του Ιησού, ζητώντας του να έρθει σ’ επικοινωνία μ’ εμάς, εκείνος που πληρεί τα πάντα ακούει τα λόγια μας και ερχόμαστε σε ζωντανή επικοινωνία μαζί του. }155}
Σ’ αυτόν βρίσκεται όχι μόνο ο Θεός αλλά και όλο το ανθρώπινο γένος. Προσευχόμενοι δια του ονόματος του Ιησού-Χριστού, τοποθετούμεθα μπροστά στην απόλυτη πληρότητα του αδημιούργητου πρωτογενούς Όντος και του δημιουργημένου όντος. Για να μπορέσουμε να εισχωρήσουμε στον κόσμο αυτής της πληρότητας του Όντος, πρέπει να τον δεχθούμε μέσα μας με τέτοιο τρόπο, ώστε η ζωή του να γίνει και δική μας – κι αυτό με την επίκληση του ονόματός του σύμφωνα με τις εντολές του. }156}
Αυτό που ξεχωρίζει ριζικά το Χριστιανισμό από τις άλλες μορφές πνευματικότητας, είναι το ότι στη βάση της δικής μας ζωής βρίσκεται η αποκάλυψη του προσωπικού Θεού: Εγώ ειμί.
Όλες οι άλλες οδοί παραπλανούν το ανθρώπινο πνεύμα από προσωπικές σχέσεις με το Θεό, και τον οδηγούν στον τομέα ενός αφηρημένου απροσωπικού Απόλυτου και προς μια απροσωπικοποιημένη άσκηση.
Μια θεωρητική ενατένιση φαίνεται ν’ απογυμνώνει το πνεύμα μας από κάθε είδωλο· μπορεί ακόμα να μας δώσει μια αίσθηση ηρεμίας και ειρήνης και να μας βγάλει έξω από τον τόπο και το χρόνο· μ’ όλα αυτά όμως ξεγελά τη συνείδηση και δεν την οδηγεί αληθινά ενώπιον του προσωπικού Θεού. Σ’ αυτή τη θεωρητική ενατένιση δεν μπορούμε να μιλήσουμε καθαρά για προσευχή, δηλ. συνάντηση 22
πρόσωπο με Πρόσωπο. Μια τέτοια θεωρία μπορεί να καταλήξει στο να αρέσκειται εκείνος που κάνει ζήλο αυτή την προσευχή στις ψυχικές καταστάσεις στις οποίες παραδίδεται, και το χειρότερο του γίνεται ξένη κι η ιδέα ακόμα του Θεού του ζώντος, του προσωπικού Απόλυτου. Αρκετά πρόσφατες είναι οι εντατικές απόπειρες να πετύχουν σ’ ένα σύντομο διάστημα την «κοσμική συνείδηση» και ακόμα ν’ αποκτήσουν εμπειρία μιάς ολοκληρωτικής εισόδου μέσα στο υπερπροσωπικό Απόλυτο. Στην πραγματικότητα μια τέτοια άσκηση αποστρέφεται τον μόνο αληθινό Θεό, αυτόν που πραγματικά υπάρχει. }157}
Τι είναι η απώλεια; Είναι η εγκατάλειψη από τους ανθρώπους του Θεού του ζώντος, που αποκαλύφθηκε σ’ εμάς· είναι το να κατευθύνονται οι άνθρωποι αποφασιστικά προς το «μηδέν», από το οποίο εκλήθησαν στην ζωή με την υπόσχεση να λάβουν μέρος στην αιώνια μακαριότητα του Πατρός εξ υιοθεσίας δια του Υιού, με την εγκατοίκηση σ’ αυτούς της Αγίας Τριάδος.
Στη χριστιανική εμπειρία αποκτούμε μια γνώση του κόσμου δια της προσευχής, που είναι όμοια με την προσευχή του Κυρίου στη Γεθσημανή, και όχι μέσα σ’ ένα ενθουσιασμό φιλοσοφικού τύπου προς την υπερβατικότητα· }158}
2. Η προσευχή του Ιησού: Μέθοδος
Εδώ και πολλά χρόνια συνεχώς οι μοναχοί επαναλαμβάνουν την ευχή με τα χείλη τους, χωρίς να χρησιμοποιούν τεχνητά μέσα στη σύνδεση νου και καρδιάς. Η προσοχή τους είναι συγκεντρωμένη στην αρμονική σχέση της ζωής τους με τις εντολές του Χριστού. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση ο νους ενώνεται με την καρδιά με τη θεία ενέργεια, όταν ο μοναχός συνεχίζει το ασκητικό κατόρθωμα της υπακοής και της εγκράτειας, και ακόμα όταν ο νους, η καρδιά και κυρίως τοκυρίως τοκυρίως τοκυρίως τοκυρίως τοκυρίως τοκυρίως τοκυρίως τοκυρίως το σώμα σώμασώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν σε ικανοποιητικό βαθμό από την κυριαρχία της αμαρτίας πάνω τους, όταν το σώμα γίνει άξιο όταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιο όταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιο όταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιοόταν το σώμα γίνει άξιο να είναι «ναός του Αγίου Πνεύματος». Όμως και οι παλαιοί και οι νέοι διδάσκαλοι επιτρέπουν πότε-πότε την προσφυγή σε τεχνική μέθοδο, για να κατεβάσουν το νου μέσα στην καρδιά. Για να το κατορθώσει αυτό ο μοναχός, αφού καθίσει κατάλληλα, απαγγέλλει την ευχή με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος του, εισπνέει στις λέξεις «Κύριε Ιησού Χριστέ (Υιέ του Θεού)» και εκπνέει στις λέξεις «ελέησόν με (τον αμαρτωλόν)». Κατά την αναπνοή η προσοχή αρχικά ακολουθεί την κίνηση του αναπνεόμενου αέρα μέχρι το επάνω μέρος του στήθους.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η συγκέντρωση κατορθώνεται }160} σύντομα, χωρίς περιπλανήσεις, και ο νους βρίσκεται κοντά στη καρδιά ή ακόμα εισέρχεται σ’ αυτήν. Αυτή η μέθοδος σιγά-σιγά κάνει το νου ικανό να δει όχι την φυσική καρδιά αλλά τι συμβαίνει σ’ αυτήν, δηλαδή τα συναισθήματα που γεννιούνται και τις πνευματικές παραστάσεις που πλησιάζουν απ’ έξω. Με αυτή την πείρα ο μοναχός αποκτά την ικανότητα να αισθάνεται την καρδιά του και να συνεχίζει να κρατά την προσοχή του συγκεντρωμένη στην καρδιά χωρίς στη συνέχεια να καταφύγει σε οποιαδήποτε ψυχοσωματική τεχνική.
Αυτή η πορεία μπορεί να βοηθήσει τον αρχάριο ν’ αντιληφθεί που πρέπει να βρίσκεται ο τόπος, όπου πρέπει να είναι συγκεντρωμένη η προσοχή του κατά την διάρκεια της προσευχής και κατά κανόνα ολόκληρο τον υπόλοιπο καιρό. Όμως η 23
αληθινή προσευχή δεν κατορθώνεται έτσι. Η αληθινή προσευχή έρχεται αποκλειστικά με την πίστη και την μετάνοια, οι οποίες δεχόμαστε ότι είναι η μοναδική και πραγματική βάση της. Η πείρα έχει αποδείξει ότι ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής βρίσκεται στο γεγονός ότι αρκετοί αποδίδουν μεγάλη σπουδαιότητα στη μέθοδο καθ’ αυτή. Για ν’ αποφύγει μια τέτοια παραμόρφωση ο αρχάριος πρέπει να ακολουθήσει άλλη άσκηση, η οποία αν και είναι σημαντικά βραδύτερη, είναι ασύγκριτα καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη, την προσήλωση της προσοχής στο όνομα του Χριστού και στις λέξεις της ευχής. Όταν η συντριβή για την αμαρτία φτάνει σ’ ένα συγκεκριμένο βαθμό, ο νους φυσικά τείνει να ενωθεί με την καρδιά. }161}
Τέταρτον, η προσευχή γίνεται αυθόρμητη. Αυτό συμβαίνει όταν η ευχή σταθεροποιείται στην καρδιά και χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια της θελήσεως συνεχίζει εκεί όπου και ο νους βρίσκεται συγκεντρωμένος. Τελικά η προσευχή, γεμάτη ευλογία, αρχίζει να ενεργεί σαν απαλή φλόγα μέσα μας, σαν να εμπνέεται από ψηλά, ευχαριστώντας την καρδιά με ένα αίσθημα θείας αγάπης, και ευφραίνοντας τον νου σε πνευματική θεωρία. Τούτο το τελευταίο στάδιο μερικές φορές συνοδεύεται από μια όραση Φωτός. }162}
Το όνομα δεν πρέπει να αποσπάται από το πρόσωπο του Θεού, εκτός αν η ευχή καταντήσει μια τεχνική άσκηση και πολύ αντίθετη με την εντολή: «Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω».
Όταν η προσευχή του νου είναι προσηλωμένη στην καρδιά, είναι δυνατόν να ελέγχουμε τι συμβαίνει στην καρδιά και ο αγώνας ενάντια στα πάθη παίρνει ένα λογικό χαρακτήρα. Ο εχθρός γίνεται αντιληπτός και μπορεί να διωχθεί με τη δύναμη του ονόματος του Χριστού. Με αυτό το ασκητικό κατόρθωμα η καρδιά γίνεται πολύ ευαίσθητη, τόσο οξυδερκής, ώστε μερικές φορές όταν προσεύχεται για κάποιον η καρδιά μπορεί να πει σχεδόν αμέσως την κατάσταση του προσώπου για το οποίο προσευχόμαστε. Έτσι πραγματοποιείται η μετάβαση από την νοερή προσευχή στην προσευχή του νου και της καρδιάς, πράγμα που μπορεί να ακολουθηθεί από τη δωρεά της προσευχής που πηγάζει από την ίδια. }163}
Αποτελέσματα που κατορθώνονται με τεχνητά μέσα δεν διαρκούν για πολύ και το σπουδαιότερο, δεν συνενώνουν το πνεύμα μας με το πνεύμα του ζωντανού Θεού.
Στην ατμόσφαιρα του παρόντος κόσμου η προσευχή απαιτεί υπεράνθρωπο θάρρος. Το σύνολο των φυσικών ενεργειών βρίσκεται σε αντίθεση. }164}
Η πρώτη αυτή που ήταν γιατρός κατάλαβε γρήγορα όλους τους μηχανισμούς αυτής της μεθόδου (ανώδυνου τοκετού) και μετά από δυο τρεις συναντήσεις μιας ειδικής γυμναστικής εγκατέλειψε τις ασκήσεις, πεπεισμένη ότι τα είχε όλα μάθει και τη δεδομένη στιγμή θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις της. Η άλλη δεν γνώριζε πολλά για την ανατομική σύνθεση του σώματός της αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να μελετήσει την θεωρητική πλευρά αυτής της μεθόδου. Άρχισε λοιπόν να επαναλαμβάνει με ζήλο το }167} σύνολο των καθορισμένων ασκήσεων τόσο καλά που όταν ήρθε η ώρα του τοκετού είχε αρκετά εξοικειωθεί μ’ αυτές. Και τι νομίζετε ότι συνέβη; Την ώρα του τοκετού η πρώτη ξέχασε όλες τις θεωρίες με την εμφάνιση των πρώτων πόνων και γέννησε με μεγάλη δυσκολία, «εν λύπαις τέξη τέκνα». Η άλλη αντίθετα γέννησε χωρίς πόνους και σχεδόν χωρίς δυσκολίες. }168}
24
Κατά παράξενο τρόπο η πρακτική της προσευχής αυτής οδηγεί το πνεύμα του ανθρώπου να συναντήσει τις «δυνάμεις» που είναι κρυμμένες μέσα στον «κόσμο». Η προσευχή δια του ονόματος του Ιησού προκαλεί σε μάχη εναντίον του αυτές τις κοσμικές δυνάμεις που μπορούμε ν’ αποκαλύψουμε «ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα …» Όταν αρθεί ο άνθρωπος στις σφαίρες που βρίσκονται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης σοφίας αυτή η προσευχή απαιτεί μέσα σ’ αυτές τις υπέρτατες μορφές ένα «άγγελο και πιστό φύλακα». }169}
Η τραγωδία της υποθέσεως βρίσκεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος παθαίνει μια οφθαλμαπάτη που τον εξαπατά στην λαχτάρα του για την αιώνια ζωή παίρνοντας την σαν γνήσια όραση. Αυτός ο απρόσωπος ασκητικός τύπος οδηγεί τελικά σε μια διεκδίκηση θείας αρχής σ’ αυτή καθ’ εαυτή την φύση του ανθρώπου. Τότε ο άνθρωπος οδηγείται στην ιδέα της αυτοθεώσεώς του δηλαδή στην αιτία της αρχικής πτώσεως. }171}
Στην χριστιανική εμπειρία η κοσμική συναίσθηση έρχεται με την προσευχή όπως η προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή όχι σαν αποτέλεσμα ενός αφηρημένου φιλοσοφικού διαλογισμού.
Γνώση που είναι ποτισμένη με ζωή (η αντίθετη της αφηρημένης γνώσεως) με κανένα τρόπο δεν μπορεί να περιοριστέι στην διάνοια. Πρέπει να υπάρχει μια πραγματική ένωση με την ενέργεια του Όντος. Αυτό κατορθώνεται με την αγάπη. … Η εντολή μας προσκαλεί να αγαπάμε. Επομένως η αγάπη δεν είναι κάτι που μας δίνεται, αλλά που πρέπει ν’ αποκτάται με μια προσπάθεια της ελεύθερης βούλησεώς μας. Η εντολή απευθύνεται πρώτα στην καρδιά που είναι πνευματικό κέντρο καθενός. Ο νους είναι μόνο μια από τις ενέργειες του ανθρώπινου Εγώ. Η αγάπη αρχίζει από την καρδιά, και η διάνοια αντιμετωπίζει ένα νέο εσωτερικό γεγονός και βλέπει το Όν στο φως της θείας αγάπης. }173}
Στον άνθρωπο Ιησού Χριστό «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς». Σ’ Αυτόν δεν υπάρχει μόνον ο Θεός, αλλά και όλη η ανθρώπινη φύση. Όταν αναφέρουμε το όνομα του Ιησού Χριστού, τοποθετούμαστε μπροστά στο πλήρωμα τόσο του Θείου Όντος όσο και του κτίσματος. Επιθυμούμε να κάνουμε τη ζωή Του ζωή μας και να λάβουμε το Χριστό να κατοικήσει μέσα μας. Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται η έννοια της θεώσεως. Αλλά ο Αδάμ επιθυμώντας φυσικά την θέωση, στο κρίσιμο σημείο έκανε μιαν εσφαλμένη στροφή που οδήγησε στην πλάνη. Η πνευματική του όραση στράφηκε με ανεπάρκεια προς την Αλήθεια. }174}
Εάν αναγνωρίσουμε ότι οντολογικά όλη η ανθρώπινη φύση είναι ένα τότε χάρη σ’ αυτή την ενότητα της φύσεως, θα στραφούμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας σαν τμήμα της υπάρξεως μας.
Η πυραμίδα της ανισότητας είναι αντίθετη με την αποκάλυψη που αφορά την Αγία Τριάδα, στην οποία δεν υπάρχει ούτε μεγαλύτερος ούτε μικρότερος, αλλά καθένα πρόσωπο κατέχει την πληρότητα του Θείου Όντος.
Στον αγώνα μας για προσευχή πρέπει να καθαρίσουμε τον εαυτό μας, το νου και την καρδιά από κάθε επιθυμία να επικρατήσουμε πάνω στον αδελφό μας. Επιθυμία για δύναμη είναι θάνατος για την ψυχή. Ο κόσμος ξεγελιέται από το μεγαολείο της δυνάμεως, λησμονώντας ότι όποιος εκτιμάται υπερβολικά ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτόν τον αποστρέφεται ο Κύριος. Η υπερηφάνεια μας παρακινεί να κρίνουμε ή και να περιφρονούμε τους αδύνατους αδελφούς μας, … 25
Εάν παρασυρθούμε στην υπερηφάνεια όλη η άσκησή μας στην ευχή του Χριστού καταντά βεβήλωση του ονόματός Του. }175}
Εκείνος που αληθινά αγαπά το Χριστό αφιερώνει όλες τις δυνάμεις του στην υπακοή των λόγων του. Αυτό το τονίζω γιατί είναι στ’ αλήθεια η πραγματική μας «μέθοδος» για να μάθουμε να προσευχώμαστε. Αυτή και όχι καμιά άλλη ψυχοσωματική τεχνική είναι ο ορθός δρόμος.
Με την προσευχή στο όνομα του Ιησού στην τελική }176} της πραγματικότητα, ο άνθρωπος ενώνεται σε πλήρη βαθμό με το Χριστό, η ανθρώπινη υπόσταση δεν εξαλείφεται, δεν χάνεται μέσα στο Θείο Όν σαν σταγόνα νερού στον ωκεανό. }177}
3. Ο καθολικός χαρακτήρας της προσευχής του Ιησού
Η προσευχή στο όνομα του Ιησού σιγά-σιγά μας ενώνει μαζί του. Αρχικά είναι δυνατόν να μη γνωρίζουμε «τις εστιν ούτος» και αντιλαμβανόμαστε απλά μια δύναμη να «εξέρχεται απ’ αυτού». Εν συνεχεία }179} όμως η πρόοδος εξαρτάται από μια συνεχώς αυξανόμενη αναγνώριση της αμαρτωλότητάς μας. Και όταν γινόμαστε σε συντριβή τόσο ευαίσθητοι για την απόσταση που μας χωρίζει από το Θεό, πράγμα το οποίο είναι γεμάτο πόνο και απελπισία, τότε και μόνο αρχίζουμε σοβαρά να επικαλούμαστε το όνομα του Θεού, του σωτήρα μας: «Ιησού σώσον με». Η ομόφωνη μαρτυρία των Πατέρων ανά τους αιώνες για το χριστιανικό ασκητισμό επιμένει στο σπουδαιότατο αυτό σημείο της αναγνωρίσεως του εαυτού μας σαν αμαρτωλού.
Χωρίς αυτή την αναγνώριση δεν υπάρχει αλήθεια στην προσευχή μας. }180}
Όσο περισσότερο ταπεινή γνώμη έχουμε για τον εαυτό μας, τόσο γρηγορότερα ανεβαίνει η προσευχή μας στο Θεό.
Όσο το ταχύτερο χάνουμε την ταπεινότητά μας, τόσο γρηγορότερα κάθε ασκητική προσπάθειά μας, μηδενίζεται. Εάν η υπερηφάνεια ενεργεί πάνω μας ή βρίσκουμε τα σφάλματα των άλλων ή ακόμα έχουμε εχθρότητα, τότε ο Κύριος στέκεται μακριά μας.
Πλησιάζουμε το Θεό σαν οι ελεεινότεροι από τους αμαρτωλούς. Κατηγορούμε τον εαυτό μας για όλα τα πράγματα. Δεν σκεφτόμαστε τίποτα. Δεν αναζητούμε τίποτα, παρά συγχώρηση και έλεος. Καταδικάζουμε τον εαυτό μας σαν άξιο της κολάσεως. Και σ’ αυτή την κατάσταση συνεχίζουμε. }181}
Άνθρωποι που προσβλήθηκαν από πολύ σοβαρή ασθένεια, π.χ. καρκίνο, τελειώνουν τη ζωή τους σε οξεία υπερένταση· όμως εκείνοι που αντιλαμβάνονται την παρουσία της αμαρτίας μέσα τους να τους απομακρύνει από το Θεό, μετρούν τη ζωή τους κάτω από ασύγκριτα μεγαλύτερη ένταση. Αυτοί πραγματικά θεωρούν τον εαυτό τους σαν «χείριστον πάντων ανθρώπων». Και τότε μια νέα ενέργεια αποκαλύπτεται μέσα τους, η οποία γεννά προσευχή μετανοίας και η οποία μπορεί ν’ ανυψωθεί σε τέτοιο ύψος εντάσεως, ώστε η διάνοια σταματά και δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουν και δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουν και δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουνκαι δεν βγαίνουν λέξειςλέξεις παρά μόνο η μοναδική κραυγή: «Σώσον με, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». }182}
26
Πολλές φορές όταν λέμε την ευχή του Ιησού, ο νους μας κυριεύεται από κάθε είδους άκαιρες σκέψεις, που αφαιρούν την προσοχή από την καρδιά. … Η προσευχή μας γίνεται σαν να ήταν μια φωτεινή δεσμίδα που συγκεντρώνει τις ακτίνες στα σκοτεινά σημεία της ζωής μας και που μας αποκαλύπτει τα πάθη ή τις επιθυμίες που κατέχουν την ψυχή. Μαθαίνουμε με τί έχουμε να αντιπαλαίψουμε. }183}
Ύστερα από μακροχρόνιο ασκητικό αγώνα στην εφαρμογή των εντολών του Χριστού στην πράξη της προσευχής, ο νους και η καρδιά ενώνονται και ζουν μαζί την αποκάλυψη που δωρήθηκε από το Θεό. Η πρωταρχική αθωότητα και ακεραιότητα του ανθρώπου αποκαθίστανται. Η αγάπη και η γνώση ενώνονται σε μια οντολογική ενώση. Αρχικά βέβαια κυριαρχεί το συναίσθημα της αγάπης. Όσο περνά ο χρόνος η αγάπη διαχέεται διαποτίζει τα πάντα και δεν αισθάνεται κανείς την ανάγκη για περισσότερη γνώση. Η γλυκύτητα της αγάπης φέρνει το νου μέσα στην καρδιά, για να θεωρήσει θαμπωμένος τι συμβαίνει εκεί. … Η πρόοδος επίσης αργεί. Κατά ανάλογο τρόπο όπως το φως της γνώσεως γεμίζει το νου, έτσι κι αυτός με τη σειρά του αιχμαλωτίζεται από την αγάπη προς το Θεό. Η σύνθεση της αγάπης που στερεώνεται στην καρδιά με το φως της νοερής γνώσεως θεωρείται από τους Πατέρες σαν τελειότητα. Αλλά ποτέ δεν πρέπει ν’ αναπαυόμαστε ευχαριστημένοι, δεν πρέπει να λησμονάμε την διαρκή πιθανότητα των πανούργων επιθέσεων του Εωσφόρου, που η διάνοιά του κατέχει κοσμικές διαστάσεις. Μόνο εκείνοι που πλησίασαν την ουράνια φλόγα με φόβο και τρόμο έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τα θεία δώρα του Θεού μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια μονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μιαμονο εκείνοι που σταθερά διατηρούν μια ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές ταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τουςταπεινή γνώμη για τον εαυτό τους στις καρδιές τους. }184}
Προσευχή που προσφέρεται με ταπείνωση, ενώνει νου και καρδιά ακόμα και το σώμα αισθάνεται τη θερμότητα και την αγιασμένη ενέργεια που προέρχεται από το όνομα του Ιησού. Ύστερα από ένα χρονικό διάστημα – κι αυτό διαφέρει για καθένα μας – η προσευχή μπορεί να γίνει σε μας μια διαρκής κατάσταση, που μας συνοδεύει σε κάθε απασχόλησή μας. Θα προσευχόμαστε ενώ θα μιλάμε και ενώ θα σιωπούμε. Δεν θα μας εγκαταλείπει κατά τη διάρκεια της εργασίας μας, και πολλοί (ίσως όχι πάρα πολλοί) προσεύχονται και όταν κοιμούνται. Όταν με αυτή την προσευχή η Θεία παρουσία γίνεται τόσο ισχυρή, ώστε ο νους να οδηγείται στην θεωρία, το σύνολο όλων όσων λαβαίνουμε πείρα μας εμπνέει λέξεις συγγενικές προς αυτές της Αγίας Γραφής. … Αλλά ο αγωνιστής της προσευχής όσο υπάρχει πάνω στη γη διατηρεί την ταπεινότητα στην καρδιά του με την αυτοκαταδίκη του: «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του ζώντος Θεού ελέησόν με».
Υπάρχουν δύο είδη ταπεινώσεως, η ανθρώπινη και η Θεία. Η πρώτη εκφράζεται με την ασκητική πεποίθηση «είμαι ο χείριστος πάντων των ανθρώπων» και βασίζεται στη ρίζα της ζωής που συνοδεύεται με προσευχή στο όνομα του Ιησού. Χωρίς αυτή την ταπείνωση το δεύτερο είδος αυτό του Χριστού και ταιριαστό στο Θεό, θα παραμείνει απλησίαστο. Γι’ αυτή τη θεία ταπείνωση ο Γέροντας Σιλουανός γράφει: « Ο Κύριος με δίδαξε να διατηρώ το νου μου στην κόλαση και όχι στην απελπισία. Και έτσι η ψυχή μου ταπεινώνεται μόνη της. Αλλά ακόμα αυτή δεν είναι η αληθινή ταπείνωση, την οποία δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψω. Όταν η ψυχή πλησιάζει τον Κύριο, }185} είναι φοβισμένη. Αλλά όταν βλέπει τον Κύριο την ωραιότητα της δόξας του, γεμίζει με χαρά που δεν εκφράζεται με λόγια και μέσα στην γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος και την αγάπη του Θεού λησμονεί εξ ολοκλήρου τα γήϊνα. Αυτός είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα ζουν με αγάπη 27
και η χριστοειδής ταπείνωσή τους θα κάνει κάθε άνθρωπο ευτυχισμένο, βλέποντας τους άλλους σε μεγαλύτερη δόξα. Η ταπεινότητα του Χριστού κατοικεί στους ελάχιστους που ευχαριστούνται να είναι οι ελάχιστοι των ανθρώπων. Ο Κύριος μου έδωσε εμπειρία από αυτό».
Οι Γραφές διακηρύττουν ότι ο Θεός είναι αγάπη. Μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι ταπείνωση. }186}
Το θείο Πνεύμα οδηγεί την καρδιά να ευσπλαχνιστεί όλη την κτίση και τότε η προσευχή γίνεται ένα «βασίλειον ιεράτευμα».
Έλαχε στον κλήρο μας να γεννηθούμε στον κόσμο κατά μια τρομακτικά ταραγμένη περίοδο. Δεν είμαστε μόνο παθητικά θεατές, αλλά μέχρι ένα σημείο συμμέτοχοι στον ισχυρό αγώνα ανάμεσα στην πίστη και στην απιστία, ανάμεσα στην ελπίδα και την απελπισία, ανάμεσα στο όνειρο της αναπτύξεως του ανθρωπίνου γένους σ’ ένα μοναδικό παγκόσμιο σύνολο και στην τυφλή ροπή προς τη διάλυση σε χιλιάδες αδιάλλακτες εθνικές, φυλετικές, ταξικές, ή πολιτικές ιδεολογίες. Ο Χριστός μας διακήρυξε το θείο μεγαλείο του ανθρώπου, υιού του Θεού και εμείς ακόμα καταπνιγόμαστε από το θέαμα της αξιοπρέπειας του ανθρώπου που σαδιστικά εμπαίζεται και ποδοπατείται. Η πιο αποτελεσματική συνεισφορά μας στη νίκη του καλού είναι να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας και όλο τον κόσμο. Δεν το πιστεύουμε μόνο, γνωρίζουμε τη δύναμη της αληθινής προσευχής. Δεν αγνοούμε όμως την προφητεία της αποκαλύψεως, ότι θα επιτραπεί }187} στο κακό να βρει την πλήρη έκφρασή του και έτσι να φέρει ένα τέλος στην ιστορία αυτής της γης. Τότε θα ‘ρθει η τελική κρίση, που θα γίνει στα όρια του χρόνου κατά τον οποίο «ο άγγελος ώμοσεν … ότι χρόνος ουκέτι έσται».
Στο μεταξύ εμείς ποτέ δεν πρέπει να πάψουμε να επικαλούμαστε τον Υιό του Θεού να ελεήσει εμάς και τον κόσμο του. }188}
28
ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ
ΕΚΔ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ 1992.
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η προσευχή της μετανοίας ενώπιον του Υψίστου συνιστά τον πλέον ενδόμυχον χώρον του πνεύματος ημών. Εκ τούτου γεννάται η επιθυμία να παραμείνωμεν κεκρυμμένοι είς τι μέρος, υπό την γην, ούτως ώστε ουδείς να βλέπη ή να ακούη ημάς, αλλά το παν να διαμείβηται μόνον μεταξύ του Θεού και της ψυχής.
Εκ της πικράς μου πείρας πολλάκις εδιδάχθην ότι είναι απαραίτητον να αποφεύγωμεν και αυτήν εισέτι την επιστροφήν προς ημάς αυτούς, άλλως αποβαίνωμεν θύματα του πνεύματος της κενοδοξίας ή της αυταρεσκείας. Δια }011} τας κινήσεις αυτάς της καρδίας ημών υφιστάμεθα την υπό του Θεού εγκατάλειψιν. }012}
Αι εμπειρίαι μου δεν αφωμοιούντο παρευθύς υπό του λογικού μου. Παρήλθον δεκαετίαι, πριν ή λάβουν αύται μορφήν δογματικής συνειδήσεως. Προ της υπό του Θεού επισκέψεως, αναγινώσκων το Ευαγγέλιον ή τας επιστολάς των Αποστόλων, δεν κατενόουν αληθώς οποία οντολογική πραγματικότης εγκρύπτεται εντός
εκάστου λόγου της Αγίας Γραφής. Αυτή αύτη η ζωή κατέδειξεν εις εμέ ότι άνευ της ζώσης πείρας του Θεού και της συναντήσεως μετά των αρχών και κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευμάτων της πονηρίας «εν τοις επουρανίους», μόνη η διανοητική μάθησις δεν οδηγεί προς την οντολογικήν έννοιαν της πίστεως ημών: την γνώσιν του Θεού του ποιήσαντος πάντα τα όντα· «γνώσιν» εννοουμένην ως είσοδον εις αυτήν ταύτην την Ενέργειαν της Αυτού Αιωνιότητος:
Κατόπιν των Άνωθεν επισκέψεων ανεγίνωσκον το Ευαγγέλιον μετά νέας, εν συγκρίσει προς το παρελθόν, συνειδήσεως. Βαθέως και ευγνωμόνως έχαιρον ανακαλύπτων εν αυτώ την επιβεβαίωσιν }013} της προσωπικής μου εμπειρίας. (ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ) Αι θαυμασταί αύται συμπτώσεις των ουσιωδεστέρων στιγμών της περί του Θεού συνειδήσεώς μου μετά των δεδομένων της Αποκαλύψεως της Καινής Διαθήκης υπήρξαν απείρως πολύτιμοι δια την ψυχήν μου. Ήσαν δι’ εμέ δώρον του Ουρανού: Ο Θεός ο Ίδιος προσηύχετο εντός εμού. Ταυτοχρόνως όμως έζων το γεγονός τούτο ως «προσωπικήν» μου κατάστασιν.
Εβαπτίσθην … εναπετέθη εις άπαντα τα μέλη του σώματος μου «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου». Δεν είναι άραγε η «Σφραγίς» αύτη, ήτις διέσωσεν εμέ από των παραπλανήσεών μου εις άλλοτρίας οδούς; Δεν είναι μήπως αύτη η αιτία των πολλών «θαυμαστών συμπτώσεων» των βιωμάτων μου προς το πνεύμα της Ευαγγελικής Αποκαλύψεως;
… εκάστη παρέκκλισις της νοεράς ημών συνειδήσεως από της ορθής κατανοήσεως της αποκαλύψεως αντανακλά αναποφεύκτως επί των εκδηλώσεων του πνεύματος ημών εις την πράξιν της καθ’ ημέραν ημών υπάρξεως. Άλλαις λέξεσιν: Η αληθώς δικαία ζωή προϋποθέτει ορθήν αντίληψιν περί του Θεού, περί της Αγίας Τριάδος. }014}
30
Α’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
… είς τινας εξ εκείνων των καταστάσεων οδύνης και απογνώσεως, αίτινες βραδύτερον απεδείχθησαν δι’ εμέ αιτία πολυτίμου γνώσεως και πηγή δυνάμεων δια την επιτέλεσιν του αγώνος, εις όν πάντες ημείς εκλήθημεν. Όσα έπασχον τότε εχαράχθησαν επί του σώματος της ζωής μου, ως χαράσσεται η πέτρα υπό της σμίλης, και τούτο παρέχει εις εμέ την δυνατότητα να ομιλώ περί εκείνου, όπερ εποίησε μετ’ εμού η δεξιά του Θεού. }015}
… ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1914-1918} … εάν δια της αυθαιρεσίας διεστραμμένων τινών εξουσιαστών δημιουργούνται παρόμοιαι καταστάσεις, πού ευρίσκεται το νόημα της εμφανίσεως ημών εν τω κόσμω τούτω; }016}
Είμαι άραγε αιώνιος, … ή μήπως πάντες ημείς θα καταλήξωμεν εις το σκότος της ανυπαρξίας; Το ερώτημα τούτο, ενώ πρότερον ήτο ήσυχος μελέτη του νου, ταχέως απέβη καυστόν ως άμορφος μάζα πεπυρακτωμένου μετάλλου. Παράδοξον αίσθημα εσκήνωσεν εν τη βαθεία καρδία: η ματαιότης πασών των επί γης κτήσεων.
Εξωτερικώς, εν τούτοις, διετήρουν την ηρεμίαν μου. Συχνάκις εγέλων ευθύμως και έζων ως πάντες εν γένει ζουν. Δι’ ενός ειρηνικού τρόπου εν τη καρδία μου ετελείτο τι, και ο νους, απεκδυόμενος παντός πράγματος, συνήγε την προσοχήν αυτού εις τα έσω.
… Εάν όντως αποθνήσκω, τουτέστι βυθίζωμαι }017} εις το «μηδέν», τότε και πάντες οι άλλοι, οι όμοιοι προς εμέ άνθρωποι, αφανίζονται ωσαύτως ολοσχερώς. Επομένως, τα πάντα είναι ματαιότης· δεν εδόθη εις ημάς αυθεντική ζωή. Τα παγκόσμια γεγονότα ουδέν άλλο είναι, ει μη κακός τις εμπαιγμός του ανθρώπου.
… Εντός μου και μετ’ εμού απέθνησκε παν ό,τι συνέλαβεν η συνείδησίς μου: οι πλησίον μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη αυτών, όλη η εξέλιξις της ιστορίας, σύμπασα η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρον διάστημα· έτι δε και ο Ποιητής του κόσμου, και Αυτός απέθνησκεν εντός εμού· ολόκληρον εν γένει το είναι κατεβροχθίζετο υπό του σκότους της λήθης. Ούτως εξελάμβανον τότε τον θάνατόν μου.
Η αιώνια λήθη ως κατάσβεσις του φωτός της συνειδήσεως, εβύθιζεν εμέ εις την φρίκην. Η κατάστασις αύτη συνέτριβεν εμέ· εκυρίευεν εμού παρά την θέλησίν μου. }018}
Η μνήμη του θανάτου, αυξανομένη βαθμηδόν απέκτησε τοιαύτην έντασιν ώστε εθεώρουν τον κόσμον, ολόκληρον το σύμπαν, ως ένα αντικατοπτρισμόν, πάντοτε έτοιμον να εξαφανισθή εις την αιώνιον άβυσσον του μηδενός.
Εάν ο άνθρωπος δύναται να πάσχη τοσούτον βαθέως, τότε είναι μέγας ως προς την φύσιν αυτού. Το γεγονός ότι δια του θανάτου αυτού αποθνήσκει όλος ο κόσμος, έτι δε και ο Θεός, είναι δυνατόν μόνον, εάν αυτός ο άνθρωπος καθ’ εαυτόν, υπό τινα έννοιαν, είναι το κέντρον του σύμπαντος. }019}
… πολλάκις επειράσθην υπό φρικτών λογισμών οργής κατά του Πλαστουργού μου. Καταπεπονημένος εκ της αδυναμίας μου να κατανοήσω τα εν εμοί διαδραματιζόμενα, κατηρχόμην εις πάλην μετά του Θεού. Εθεώρουν Αυτόν ως Εχθρικόν Δυνάστην, …
31
… όλοι οι άνθρωποι έχουν μίαν και την αυτήν οντολογικήν ρίζαν … }021}
… Ήτο σκληρός ο τρόπος, αλλ’ απεκάλυψεν εις εμέ ορίζοντας άλλου Είναι. … }022}
… η αιωνιότης … κατ’ εκείνον τον καιρόν ίστατο ενώπιον μου δια της «αρνητικής» αυτής όψεως: Ο θάνατος περιέβαλλε το παν.
… Έβλεπον τους ανθρώπους … υπό το κράτος του θανάτου, αποθνήσκοντας, και η καρδία μου επληρούτο ευσπλαχνίας προς αυτούς. Δεν επεθύμουν ούτε δόξαν εκ των «θνητών», ούτε εξουσίαν επ’ αυτών· δεν ανέμενον την αγάπην αυτών. Κατεφρόνουν τον υλικόν }024} πλούτον και δεν εξετίμων ιδιαιτέρως την διανόησιν … Εάν προσέφερον εις εμέ αιώνας ευδαίμονος ζωής, δεν θα εδεχόμην αυτούς. Το πνεύμα μου απήτει αιωνίαν ζωήν …
… ουδαμού υπήρχεν άλλη διέξοδος, ει μη εν τη αναγεννηθείση εν εμοί προσευχή· προσευχή προς τον Άγνωστον εισέτι, μάλλον Επιλελησμένον υπ’ εμού. Πυρίνη προσευχή περιέπτυξεν εμέ εις τους κόλπους αυτής και εν τη ροή πολλών ετών δεν εγκατέλειπεν εμέ ούτε εν εγρηγόρσει ούτε καθ’ ύπνον. Το μαρτύριόν μου ήτο παρατεταμένον. Έφθασα μέχρις εξαντλήσεως όλων των δυνάμεων μου, ότε, εντελώς απροσδοκήτως δι’ εμέ, λεπτόν τι ως ραφίς διεπέρασε το πάχος του μολυβδίνου τείχους και, δια της δημιουργηθείσης τριχοειδούς σχισμής, εισέδυσεν ακτίς Φωτός.
… Η μνήμη του θανάτου είναι ιδιαιτέρα κατάστασις του πνεύματος ημών, εντελώς διάφορος της φυσικής γνώσεως ότι ημέραν τινά θα αποθάνωμεν. Η θαυμαστή αύτη μνήμη εξάγει το πνεύμα ημών εκ της γηίνης έλξεως. }025}
… Το γεγονός ότι αύτη (Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ) επιτρέπει εις ημάς να ζήσωμεν τον θάνατον ημών ως το τέλος πάσης της κτίσεως, επαληθεύει την δοθείσαν ημίν αποκάλυψιν, κατά την οποίαν ο άνθρωπος είναι εικών του Θεού, και ως τοιούτος είναι ικανός να περιλάβη εν εαυτώ και τον Θεόν και τον κτιστόν κόσμον. Και τούτο αποτελεί ωσαύτως την αρχήν της συγκεκριμενοποιήσεως εν ημίν της υποστατικής αρχής. }026}
Β’ ΠΕΡΙ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ
Υπάρχουν πολλοί βαθμοί και μορφαί φόβου του Θεού, αλλ’ ημείς νυν θα ομιλήσωμεν περί μιας εξ αυτών, της πλέον ουσιώδους δια την σωτηρίαν ημών· της «φρίκης» να αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού, του αποκαλυφθέντος εις ημάς εν τω ανεσπέρω Φωτί. Όσοι διακατέχονται υπό του αγίου τούτου φόβου, ελευθερούνται από παντός άλλου γηίνου φόβου. }029}
Οι αναχωρηταί πενθούν επί τω θεάματι της εντός αυτών ζοφώδους αβύσσου: Είναι βαθείαι αι ρίζαι της «γνώσεως του κακού» (ΕΠΑΡΣΗΣ) και είναι αδύνατον να αποσπασθούν αύται δια μόνης της δυνάμεως ημών.
Εκ της αγάπης του Θεού γεννάται η αγία παρρησία. Ούτω, μικρά τις ομάς Αποστόλων, πρότερον μεν ολιγοψυχούντων, μετά δε την κάθοδον του Αγίου Πνεύματος πεπληρωμένων ανδρείας, εξήλθεν εις πνευματικήν πάλην προς άπαντα 32
τον λοιπόν κόσμον. … Απόστολος Ανδρέας: «Εάν εφοβούμην τον σταυρόν, δεν θα εκήρυττον αυτόν». }030}
Όσοι ζουν εν σαρκική ανέσει ατροφούν πνευματικώς και παραμένουν κλειστοί εις την αγάπην του Χριστού, την θεοπρεπώς περιπτυσσομένην τον κόσμον. Οι τοιούτοι ζουν και αποθνήσκουν μη δυνάμενοι να ανυψώσουν το πνεύμα αυτών εις τον ουρανόν. … Πάντες οι πορευόμενοι δια της οδού των εντολών του Χριστού αναγεννώνται εξ αυτού του γεγονότος ότι ακολουθούν Αυτόν, ο είς πλείον, οι άλλοι ολιγώτερον, αναλόγως του επιδεικνυομένου ζήλου αυτών. Δια της σταυρώσεως του πιστού μετά του σαρκωθέντος Θεού-Λόγου κατέρχεται επ’ αυτόν η χάρις, η εξομοιούσα τον άνθρωπον προς τον Θεάνθρωπον. Το μέγα τούτο δώρον περικλείει εντός αυτού την ζωηφόρον Θεολογίαν, δια της αληθούς διαμονής εν τω Φωτί της αγάπης.
Η χάρις της μετανοίας παρέχεται εις εκείνους, οίτινες δι’ ολοκληρωτικής πίστεως αποδέχονται τον λόγον του Χριστού, Όστις λέγει ότι, εάν δεν πιστεύσωμεν εις την Θεότητα Αυτού και την απόλυτον αλήθειαν παντός εντελλομένου υπ’ Αυτού, το μυστήριον της αμαρτίας δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς εν τω οντολογικώ αυτού βάθει, και ημείς «αποθανούμεθα εν ταις αμαρτίαις ημών».
Η αμαρτία είναι πάντοτε έγκλημα κατά της αγάπης του Πατρός. Εκδηλούται ως απομάκρυνσις από του Θεού και ως στροφή της θελήσεως }031} ημών προς τα πάθη. Η μετάνοια συνδέεται πάντοτε μετά της εγκρατείας από των αμαρτωλών έλξεων. Και εκτός του Χριστιανισμού διεξάγεται αγών κατά τινων παθών … Εφ΄ όσον όμως απουσιάζει η επίγνωσις της βαθυτέρας ουσίας της αμαρτίας, ήτοι της υπερηφανίας, και εφ’ όσον η ρίζα αύτη του κακού παραμένει ακατάβλητος η τραγικότης της ιστορίας δεν θα παύση να αυξάνη.
Οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι μόνη η ταπείνωσις δύναται να σώση τον άνθρωπον, και ότι μόνη η υπερηφανία είναι ικανή να κρημνίση αυτόν εις το σκότος του άδου. Η δε νίκη εφ’ όλου του συμπλέγματος των παθών μαρτυρεί την απόκτησιν της θεοειδούς ζωής. Πάντα τα πάθη ενδύονται αναποφεύκτως μορφήν τινα ορατήν, ή νοητήν-φαντασιώδη. Το πνεύμα του χριστιανού, ευρισκόμενον εν φλογερά προσευχή μετανοίας, απεκδύεται τας εικόνας των ορατών πραγμάτων και τας λογικάς εννοίας. (ΜΗΔΕΝ-ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ) Η απέκδυσις του νου από πασών των οπτικών και νοερών παραστάσεων καλλιεργείται και εις άλλας ασκητικάς παραδόσεις. Παρά ταύτα, εν αυτώ τούτω τω «γνόφω της απεκδύσεως» η ψυχή δεν θα συναντήση τον Ζώντα Θεόν, εάν η προσευχή τελήται άνευ της οφειλομένης συνειδήσεως της αμαρτίας και της ειλικρινούς μετανοίας.
Εκ της μεγάλης θλίψεως δια τον απολεσθέντα Θεόν η ψυχή, φυσικώ τω τρόπω, απογυμνούται από των υλικών και νοερών εικόνων, και ο νους-πνεύμα προσεγγίζει εκείνο το όριον, πέραν του οποίου είναι δυνατόν να φανή το Φως. Αλλά και τούτο το όριον δύναται να παραμείνη απρόσβατον, εάν ο νους επιστρέψη εις εαυτόν. Δεν αποκλείονται }032} περιπτώσεις κατά τας οποίας ο νους, εν τη προς εαυτόν στροφή, ορά εαυτόν όμοιον προς φως. Είναι σημαντικόν να γνωρίσωμεν ότι το φως τούτο είναι φυσικόν ιδίωμα του νοός ημών, εφ’ όσον ούτος εκτίσθη κατ’ εικόνα Θεού, του αποκαλυφθέντος εις ημάς ως Φως «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία». Ούτω συντελείται η μετάβασις προς άλλην μορφήν νοήσεως, προς άλλο είδος συνέσεως, ανωτέρας της επιστημονικής εμπειρικής γνώσεως. Το πνεύμα ημών εν τη ορμή της μετανοίας, απεκδυόμενον παν παρερχόμενον, εποπτεύει ως εξ υψηλής τινος 33
κορυφής τον σχετικόν και συμβατικόν χαρακτήρα πάσης ανθρωπίνης γνώσεως. … Ο Θεός γνωρίζεται εν αληθεία είτε ως πυρ καθαίρον, είτε ως Φως καταυγάζον.
Τοιαύτη είναι η ενέργεια του φόβου τούτου (ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ): Θέτει ημάς ενώπιον του Προσώπου του Θεού, ίνα κριθώμεν υπ’ Αυτού· αλλ’ η πτώσις ημών είναι τοιαύτη, ώστε η θλίψις δια την κατάστασιν ημών γίνεται βαθεία οδύνη, βαρυτέρα της βασάνου του οράν εαυτούς εν τη σκοτία της αγνοίας, εν τη παραλυσία της αναισθησίας ή εν τη δουλεία των παθών. Ο φόβος ούτος είναι η ανάνηψις ημών εκ του μακραίωνος ύπνου της αμαρτίας. … Άνευ της καθαρτικής αυτού }033} ενεργείας δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς η οδός προς την τελείαν αγάπην του Θεού. Δεν είναι ούτο μόνον η αρχή της σοφίας, αλλά και της αγάπης. }034}
Γ’ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
… η ζώσα αύτη γνώσις ηλευθέρωσεν ημάς από του παραλογισμού της διανοητικής πτήσεως προς το Υπερπροσωπικόν Απόλυτον, την Καθαράν Ύπαρξιν, την υπερβαίνουσαν πάντα τα όντα, ήτις κατ’ ουσίαν αποτελεί το μη είναι. }038}
Οι Πατέρες λέγουν ότι η συναίσθησις της αμαρτίας ημών είναι μέγα δώρον του Ουρανού, μεγαλύτερον και της οράσεως αγγέλων. }040}
Εις τον άνθρωπον, ως πρόσωπον μη ετεραρχούμενον, ως πνεύμα πεπροικισμένον δια της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού, δυνάμεθα να διακρίνωμέν τι το απόλυτον, το «θεοειδές», το μη επιδεόμενον, θα έλεγε τις, άλλου Θεού. Δύναται ο άνθρωπος να θεωρήση εαυτόν ως όντα εκ του ιδίου γένους, έτι δε και εκ της αυτής ουσίας του πρωταρχικού Είναι, και ως εκ τούτου να αποφασίση την πράξιν της αυτοθεώσεως ως επιστροφήν εις το πρωταρχικόν αυτού είναι.
Πάντοτε είναι δυνατόν να υψωθή ενώπιον ημών το επιχείρημα, ότι δήθεν η από παντός σχετικού εν τω κοσμικώ είναι απέκδυσις δεν είναι εισέτι ικανοποιητική· ότι εν τη εφέσι ημών προς την τελειότητα οφείλομεν να υπερβώμεν την εν ημίν υποστατικήν αρχήν ως πρόσκαιρον μορφήν υπάρξεως, εισάγουσαν περιορισμούς εις πάσας τας εκδηλώσεις ημών. Εν ενί λόγω, ότι πρέπει να φθάσωμεν εκουσίως εις την διάλυσιν ή την νέκρωσιν της ανθρωπίνης υποστάσεως εν τω ανονομάστω ωκεανώ του Καθαρού Είναι, του Υπερ-προσωπικού Απολύτου. }041}
«Εγώ ειμί ο Ών». Το Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι Εγώ Το Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι ΕγώΤο Είναι είμαι Εγώ. Ο Θεός, ο Απόλυτος Δεσπότης όλων των αστρικών κόσμων, είναι προσωπικός. Εγώ ειμί. }043}
Η μακραίων πείρα των αγίων ασκητών κατέδειξε δι’ ακαταμαχήτου αξιοπιστίας ότι η υπερηφανία είναι το κύριον πρόσκομμα δια τον φωτισμόν ημών υπό του Αγίου Πνεύματος. … Η ταπείνωσις του Θεού είναι ασύλληπτος, απόλυτος, και εν αυτή δεν υπάρχει στοιχείόν τι συγκρίσεως προς ο,τιδήποτε. Αποτελεί αύτη κατηγόρημα της Θείας αγάπης, της παρεχομένης άνευ μέτρου. }045}
Η υπερηφανία είναι εκείνο το «σκότος το εξώτερον», εν τω οποίω διαμένων ο άνθρωπος αποχωρίζεται από του Θεού της αγάπης. … Η σωτηρία εξ αυτού του άδου είναι δυνατή μόνον δια της μετανοίας.
34
Η υπερηφανία είναι η ζοφώδης εκείνη άβυσσος εν τη οποία εβυθίσθη ο άνθρωπος δια της πτώσεως. Υποκύψας εις αυτήν εκουσίως, κατέστη πνευματικώς τυφλός και ανίκανος να διακρίνη την παρουσίαν αυτής εις τας κινήσεις της καρδίας και του νοός. Μόνον το συγκαταβαίνον εις ημάς δια της πίστεως εις την θεότητα του Ιησού Χριστού άκτιστον Φως παρέχει την δυνατότητα να διακρίνωμεν την μεταφυσικήν ουσίαν της υπερηφανίας. Η χάρις του Αγίου Πνεύματος φωτίζει την καρδίαν του ανθρώπου και ανακαλύπτει ούτος εν εαυτώ την παρουσίαν ενός κακοήθους όγκου, }046} όστις επιφέρει θάνατον.
Ο υπερήφανος –και ο πλέον διανοητικός πεπροικισμένος- θα παραμένη πάντοτε εκτός της τα πάντα περιπτυσσομένης αγάπης του Χριστού. Εν τω παραδείσω ο άνθρωπος, μεμεθυσμένος εκ της θανατηφόρου ηδονής της εωσφορικής αυτο-θεώσεως, εγένετο παράφρων και δέσμιος του άδου. Εστραμμένος προς εαυτόν ως προς κέντρον, θάττον ή βράδιον θα προσκρούση εις το καταθλιπτικόν κενόν, εκ του οποίου εκάλεσεν ημάς ο Δημιουργός εις την ζωήν.
Αναρίθμητοι είναι αι μορφαί εμφανίσεως της υπερηφανίας, αλλ’ άπασαι αλλοιώνουν την εικόνα του Θεού εν τω ανθρώπω. }047}
Το νόημα της υπό του Θεού εγκαταλείψεως είναι να καταδείξη ότι είμεθα εισέτι ανώριμοι· ότι η οδός δεν έχει εισέτι διανυθή έως τέλους· ότι οφείλομεν να διέλθωμεν δι’ αγώνος πληρεστέρας κενώσεως, να πίωμεν έως τέλους το ποτήριον, όπερ Εκείνος έπιε.
Ο επιρρεπής εις την φαντασίαν νους είναι ακατάληλος δια την θεολογίαν. }048}
Η προσευχή δια καθαρού νοός είναι φαινόμενον σπάνιον. Η προσέγγισις εις αυτήν συντελείται προ παντός δια της βαθείας θλίψεως του πνεύματος ημών, το οποίον συνειδητοποιεί τον χωρισμόν από του Θεού ως στέρησιν υπ’ ουδενός αναπληρουμένην. Η λύπη αύτη ομοιάζει προς αγωνίαν· η εξ αυτής οδύνη είναι οξυτέρα μαχαίρας.
Δια τοιαύτης προσευχής θεραπεύεται το πνεύμα ημών από της γοητείας των «φαντασμάτων της αληθείας», από του πλήθους των εν τω σκότει της αγνοίας δυσδιακρίτων έλξεων. }049}
… είδον την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως, ουχί ισχυρόν. Το φως τούτο ευρίσκετο εντός της κρανιακής κοιλότητος και πέριξ αυτής· η καρδία όμως δεν συμμετείχεν εις αυτό, ζώσα κεχωρισμένως από του εγκεφάλου. }050}
Αφ’ ής στιγμής εδόθη εις εμέ η χάρις της μετανοίας, ησθάνθην εαυτόν εν τω άδη. Όσον και εάν είναι οδυνηρά κατά καιρούς η οδός αύτη, εν τούτοις, δια τα πεπτωκότα τέκνα του Αδάμ δεν υπάρχει άλλη, ήτις οδηγεί εις τας θύρας της Θείας Αιωνιότητος. … Εδιδάχθην να αποφεύγω την στομφώδη γλώσσαν. }054}
Ελάχιστοι εκ των ανθρώπων θα γνωρίσουν θα γνωρίσουν τον άδην τούτον (της αγάπης προς τον πλησίον), διότι μικρά είναι η εν ημίν αγάπη προς τον πλησίον, τουτέστι προς πάντα συν-άνθρωπον, προς άπαν το απ’ αιώνος πλήρος των ανθρώπων. Η Θεία Αγάπη του Χριστού κενούται ακριβώς εν τη διακονία προς πάσαν την ανθρωπότητα, από του Αδάμ έως και του εσχάτου, όστις μέλλει να γεννηθή εκ γυναικός. Τέθηκε την ψυχήν Αυτού υπέρ φίλων και εχθρών.
35
Η σάρξ πάντοτε καλύπτει ημάς διά τινος πέπλου ατελείας και }055} αγνοίας.
… Έμενον άναυδος. Προσηυχόμην δια των αλαλήτων στεναγμών της καρδίας μου.
… Το πνεύμα μου εισήρχετο τότε εις τινα νοεράν σφαίραν, τα όρια της οποίας έμενον απρόσιτα, ίσως και επειδή δεν υπάρχουν όρια. Εν τη πνευματική αυτή αβύσσω η ψυχή μου εζήτει μόνον τον Θεόν. Ήμην μόνος: Δεν υπήρχον «εκεί» μετ’ εμού ούτε αντικείμενα, ούτε άλλου είδους προσωπική ύπαρξις.
Να ονομάσω άρα γε την προσευχήν ταύτην «καθαράν», επειδή το πνεύμα μου απεξεδύετο παν κτιστόν; }058}
Άπασα η επίγειος ημών ζωή, από της γεννήσεως μέχρι και της τελευταίας αναπνοής, θα φανή εν τη υστάτη αυτής τελειώσει ως ενιαία τις άχρονος πράξις. Θα είναι δυνατόν να ίδωμεν το περιεχόμενον και την ποιότητα αυτής εν ριπή οφθαλμού. Αναλογισθήτε καθαρόν τι σκεύος ιδεώδους κρυστάλλου, πλήρες ύδατος. Ευθύς εξ αρχής δυνάμεθα να είπωμεν, εάν το ύδωρ είναι διαυγές ή ουχί, και μέχρι τίνος βαθμού. … Εκάστη κίνησις, και η πλέον παροδική, της καρδίας ή του νοός αφίνει ίχνος τι επί του όλου σώματος της ζωής ημών. … έστω ότι … εισέβαλεν εις την καρδίαν μου πονηρός τις λογισμός … Και η μοναδική αύτη σκέψις θα παραμείνη ως μελανή τις κηλίς επί του συνόλου της ζωής μου, εάν δεν αποβάλω αυτήν δια της μετανοίας και αυτομεμψίας. }059}
Δια της ειλικρινούς μετανοίας και της αποφασιστικής αυτοκατακρίσεως ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων καθαίρεται ο έσω άνθρωπος, και το ύδωρ εν τω σκεύει, διελθόν δια του πνευματικού φίλτρου της μετανοίας, αποκαθίσταται εν τη καθαρότητι αυτού.
Και πού είναι η εγγύησις, ότι η στιγμιαία επαφή μετά του πονηρού λογισμού δεν θα μετατραπή εις αιωνιότητα;
… εάν μάζα τις δεχθή επαρκώς ισχυράν ώθησιν, δύναται –θεωρητικώς- εκφυγούσα την σφαίραν έλξεως της γης να κινήται αενάως μετά μεγάλης ταχύτητος εις τα αχανή κοσμικά διαστήματα. Δεν θα συμβή άρα γε το αυτό και εις την ψυχήν; Ελκυσθείσα αύτη υπό της Θείας αγάπης, εγκαταλιπούσα το σώμα, θα πορεύηται προς τον Θεόν· ή και αντιθέτως: Απωθήσασα αύτη τον Θεόν, θα βυθίζηται «εις το σκότος το εξώτερον», εις τας ατελευτήτους βασάνους της εναντίας προς την αγάπην καταστάσεως. }060}
Η άμεσος αντιπαράθεσις προς τους πονηρούς, ή έστω και ματαίους λογισμούς, δεν είναι πάντοτε η καταλληλοτέρα μέθοδος υπερνικήσεως αυτών. Συχνάκις ο καλύτερος τρόπος είναι η μνήμη του μεγαλείου της προαιωνίου περί ημών βουλής του Πατρός.
Να υποβαθμίση τις την πρωταρχικήν περί ημών ιδέαν του Θεού αποτελεί ουχί μόνον σφάλμα, αλλά και μέγα όντως αμάρτημα.
Η ψυχή παραδίδεται εις την υπέρ του κόσμου προσευχήν, αλλ’ η προσευχή αύτη ουδέποτε επιτυγχάνει το έσχατον αυτής τέλος, εφ’ όσον ουδείς και ουδέν δύναται να στερήση τους ανθρώπους της ελευθερίας να κλίνουν προς το κακόν, να προτιμούν το σκότος αντί του φωτός.
36
Η θεοπρεπώς προσφερομένη προσευχή εις τον Κύριον, «εν πνεύματι και αληθεία», είναι ενέργεια άφθαρτος και ακατάλυτος. Ψυχολογικώς είναι δυνατόν, εν μέσω της βιοτικής ματαιότητος, να επιλησθώμεν }061} αυτής αλλ’ Αυτός ο Θεός φυλάττει αυτήν αιωνίως.
Τα αρνητικά εφ’ ημών αποτελέσματα της αμαρτίας θεραπεύονται και αφανίζεται η φθοροποιός ενέργεια των διαπραχθεισών υφ’ ημών πράξεων εναντίον του πλησίον· θεία δυνάμει αποκαθίσταται το πλήρωμα της ζωής, ουχί όμως δια της μονομερούς επεμβάσεως του Θεού, αλλά πάντοτε δια της συνεργίας της μετανοίας και της προαιρέσεως των ανθρώπων, διότι ο Θεός ουδέν ποιεί μετά του ανθρώπου άνευ της συγκαταθέσεως αυτού.
Την συμμετοχήν του Θεού εις την προσωπικήν ημών ζωήν ονομάζομεν Πρόνοιαν. Η Πρόνοια αύτη ουδόλως ομοιάζει προς την ειδωλολατρικήν ειμαρμένην. Εις κρισίμους στιγμάς της ζωής ημών, τω όντι, ημείς οι ίδιοι επιλέγομεν τινα εκ των προτεινομένων δυνατοτήτων.
Η εκλογή αύτη συνδέεται αναποφεύκτως μετά της ετοιμότητος προς θυσίας. … Συχνότατα, δυστυχώς, οι άνθρωποι υποκινούμενοι υπό προσκαίρων παρορμήσεων }062} εκτρέπονται της υπό του Θεού υποδειχθείσης οδού, ήτις οδηγεί εις την Βασιλείαν του Φωτός. Ούτως εμπίπτει ο άνθρωπος εις την δίνην των αποπλανώντων αυτόν παθών, άτινα κωλύουν να ίδωμεν την ποθεινήν αυγήν. Παρά ταύτα, τα παθήματα και αι θυσίαι είναι αναπόφευκτα εις πάσαν εκλογήν.
Είναι ανάγκη δια πάντας ημάς, όπως διέλθωμεν δια του μυστηρίου του θανάτου χάριν τελειοτέρας εξομοιώσεως προς τον Χριστόν. Όπισθεν του ορίου τούτου, αγνώστου εισέτι, ο Θεός και Πατήρ ημών εισάγει ημάς εις την σφαίραν της ανεσπέρου ημέρας.
Το Ευαγγέλιον, η Καλή Αγγελία, και άρχεται και καταλήγει δια της κλήσεως προς μετάνοιαν. … οσάκις ο άνθρωπος προσφέρει προσευχήν εις τον Θεόν ουχί ως αμαρτωλός, η προσευχή αυτού δεν φθάνει εις τον θρόνον του Υψίστου, διότι ο Υιός του Θεού ήλθε να καλέση ουχί τους «πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι» και συνεπώς ευρισκομένους εκτός της αληθείας …
«Την θάλασσαν την οζομένην, την τεθείσαν μεταξύ ημών και του νοερού παραδείσου, δια καράβου της μετανοίας }063} παρελθείν δυνάμεθα, της εχούσης τους κωπηλάτας του φόβου. … Η μετάνοια εστι το πλοίον· ο φόβος δε, ο κυβερνήτης αυτού· η αγάπη, ο λιμήν ο θεϊκός …» (Ισαάκ Σύρου, Λόγος οβ’).
Να ίδη τις την αμαρτίαν αυτού … η πράξις αύτη είναι η εν ημίν ενέργεια του Ιδίου του Θεού, Όστις είναι Φως.
Κατά την επί δεκαετίας διακονίαν μου ως πνευματικού παρετηρησα μετά λύπης ότι σπάνιοι είναι οι άνθρωποι οι κατανοούντες εν αισθήσει καρδίας την αληθινήν φύσιν της αμαρτίας. Συνήθως οι πλείστοι παραμένουν επί του επιπέδου της ανθρωπίνης ηθικής, και εάν ποτε αρθούν υπεράνω αυτής, πράττουν και τούτο πάλιν ανεπαρκώς.
Εκ των οδών, αίτινες οδηγούν προς την επίγνωσιν των αμαρτιών ημών, ασφαλεστέρα είναι η πίστις εις την Θεότητα του Χριστού, χάριν της οποίας κατέρχεται επί του ανθρώπου η αγάπη του Αγίου Πνεύματος. … εάν διαπράξη ο,τιδήποτε, είτε }064} εν έργω είτε μόνον δι’ εσωτερικής κινήσεως αυτού, όπερ 37
συνεπάγηται εξασθένησιν της αισθήσεως της Θείας Αγάπης, τότε αυτή αύτη η μείωσις της χάριτος, άνευ ουδεμιάς λογικής ψυχαναλύσεως, αποτελεί ένδειξιν παρεκκλίσεως εκ της δικαιοσύνης του Θεού. Τότε το πνεύμα ημών στρέφεται ορμητικώς προς τον Θεόν εν προσευχή μετανοίας, δια της οποίας έρχεται η άφεσις ως αποκατάστασις εν τη αγάπη. … Ο τοιούτος άνθρωπος ζη ενώπιον του Θεού εν απλότητι και τρόπον τινά άνευ ορθολογισμού, αγόμενος υπό της αγάπης και του φόβου του Θεού. Ο τοιούτος δύναται να ανέλθη εις ύψη αγιότητος έτι και εις την τελειότητα, μη υποπτευόμενος ο ίδιος το γεγονός τούτο.
Ετέραν οδόν προς επίγνωσιν της αμαρτίας συνιστά η υποβολή του πνεύματος του ανθρώπου εις την κρίσιν του λόγου του Θεού. Δια συνετού ελέγχου της εσωτερικής αυτού καταστάσεως, ο άνθρωπος πείθεται ότι δεν τηρεί τας εντολάς, και ένεκα τούτου έρχεται εις μετάνοιαν.
Είναι αναγκαίον προς επίτευξιν του πληρώματος της μετανοίας να ακολουθήσωμεν τας δύο ταύτας οδούς, της καρδίας και του }065} νοός, αίτινες βραδύτερον εν τη πράξει της γνησίας αιωνίου ζωής συνενούνται εις έν. … ο άνθρωπος οφείλει … να εισχωρήση εις την προαιώνιον βουλήν του Θεού περί του ανθρώπου.
Η συνένωσις βιώματος και γνώσεως εισάγει εις την ζωήν ημών την αξιοπιστίαν και την σταθερότητα.
Μέγα και άρρητον το δώρον της μετανοίας: Μετ’ αυτού συνδέεται η διείσδησις του πνεύματος ημών εις τα Μυστήρια του Ανάρχου Θεού, του Πατρός ημών. Ουχί }066} άλλως, ει μη δια μετανοίας αφομοιούμεν υπαρκτικώς την Αποκάλυψιν, τίνι τρόπω συνελήφθη ο Άνθρωπος εν τη προαινίω Βουλή του Τριαδικού Θεού προ καταβολής κόσμου.
Η γνώσις του πανταχού παρόντος Θεού είναι εφικτή υπό των λογικών κτισμάτων εν παντί τόπω. Προς απόκτησιν όμως ταύτης δεν επαρκεί η προσφορά των θεολογικών σχολών και συγγραμμάτων. Η αληθής γνώσις εισδύει ανερμηνεύτω τρόπω εις αυτήν ταύτην την ύπαρξιν ημών, όταν Ούτος ευρίσκηται μεθ’ ημών. … Το ασφαλέστερον μέσον προς απόκτησιν του αγαθού τούτου είναι η προσευχή της μετανοίας, ήτις παρέχεται εις ημάς κατά το μέτρον της εις Χριστόν πίστεως.
Εάν δεν εμβαθύνωμεν εις την πρωταρχικήν ιδέαν του Θεού περί της δημιουργίας του Ανθρώπου, εάν δεν βιώσωμεν την αγιότητα του Θεού, δεν θα έλθη εις ημάς μετά της οφειλομένης ισχύος η μεταμέλεια δια την απώλειαν, την οποίαν υπέστημεν εκ της πτώσεως. … εντελώς άλλη μετάνοια, ολοκληρωτική πλέον, καταλαμβάνει ισχυρώς άπασαν την ύπαρξιν ημών, όταν το άκτιστον Φως επιτρέψη εις ημάς να ίδωμεν τον εν ημίν άδην και εν ταυτώ να αισθανθώμεν την Αγιότητα του Ζώντος Θεού. }067}
Η αφόρητος δίψα δια τον Ζώντα Θεόν, όταν υπερβή τα μέτρα των δυνάμεων της αντοχής ημών, αποσπά το πνεύμα ημών από παντός κτιστού και εισάγει αυτό εις τινα ανείκαστον άβυσσον πνευματικού χώρου, όπου ουδέν και ουδείς υπάρχει, }068} ει μη μόνον ο Θεός της αγάπης και η θέα της Αυτού απειρότητος. Εκεί το Φως δεν οράται ως τοιούτον, αλλ’ εκεί ούτε και σκότος υπάρχει, διότι η άβυσσος αύτη είναι παραδόξως διαφεγγής, και ο νοερός οφθαλμός ακωλύτως διαπερνά το αχανές και ουδαμού συναντά τα όρια αυτής.
38
Η μετάνοια δεν είναι απλώς νοητική πράξις, ως αλλαγή της διανοητικής ημών προσεγγίσεως προς παν το τελούμενον εν τω κόσμω. Η αλλαγή αύτη, η στροφή του νοός, συνοδεύεται κατά φυσικόν τρόπον υπό αισθήσεως πικρίας δια την αχρειότητα ημών και υπό θλίψεως καρδίας δια τον χωρισμόν ημών από του Αγίου Θεού. Δεν υπάρχει οδύνη μεγαλυτέρα της επιγνώσεως ότι είμεθα όντως χείριστοι πάντων. … Ερριμένοι εις τας εκτάσεις του αιωνίου Πνεύματος δια προσευχής, ήτις πηγάζει εκ του αυτομίσους, προσευχόμεθα άνευ επιστροφής της προσοχής ημών προς εαυτούς.
Πάσα θεωρία θείων πραγματικοτήτων είναι δυνατή μόνον, όταν το πνεύμα του ανθρώπου έλθη εις κατάστασιν αντιστοιχούσαν, εν τινι μέτρω, προς το θεωρούμενον. Όντως πως θα ηδύνατο ο δέσμιος της υπερηφανίας να είναι κατοικητήριον του Ταπεινού Αγίου Πνεύματος; }069}
… δια τον απλούν παρατηρητήν, όστις δεν εγνώρισεν εμπειρικώς την χριστιανικήν ζωήν, ουδέν υπάρχει άξιον προσοχής εις τον τοιούτον φορέα του αύλου Φωτός. Ο πιστός άνθρωπος είναι δυνατόν να φαίνηται κατά την εξωτερικήν αυτού εμφάνισιν αξιολύπητος, πτωχός, ρακένδυτος, ανυπεράσπιστος ενώπιον του Άρχοντος του κόσμου τούτου, αλλ’ όμως είναι αληθώς μέγας κατά το ενοικούν εν αυτώ πνεύμα. }070}
Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψις, συντόμως όμως διαπιστούμεν ότι διεισδύει εντός ημών ενέργεια νέας ζωής, επιφέρουσα θαυμαστήν αλλοίωσιν του νου. … Ενώπιον του πνεύματος ημών διαγράφεται ευκρινέστερον η απεριγράπτως μεγαλοπρεπής εικών του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντες εις το κάλλος τούτο ανακαλύπτομεν οποίαν φοβεράν διαστροφήν υπέστη εν ημίν η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού περί ημών. … Η χάρις της μετανοίας αποκαλύπτει εν ημίν την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ώ, πόσον οδυνηρά είναι η πορεία αύτη! … Η εικών του Μονογενούς και ομοουσίου τω Πατρί Υιού και Λόγου ανάπτει εν ημίν σφοδρόν πόθον να ομοιωθώμεν προς Αυτόν εν πάσι. … Η οδύνη αύτη εμπνέει ημάς, δεν φονεύει. }071}
Πολλάκις εμνήσθην του Προφήτου Μωϋσέως, όστις, μετά την Αποκάλυψιν … απεστάλη εις Αίγυπτον και επί τεσσαράκοντα έτη κατεπονείτο εν τω βορβόρω ευτελών παθών ανθρώπων, τους οποίους ώφειλε να σώση, καίτοι οι ίδιοι δεν επεζήτουν την εαυτών σωτηρίαν. }073}
… ουχί άνευ πάλης μετ’ Αυτού, ουχί άνευ πολυαρίθμων αποπειρών να παρεκκλίνω από του σταυρού Αυτού … }074}
Δ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ
Είναι αφελής όστις νομίζει ότι είναι δυνατόν να ακολουθήση τα ίχνη του Χριστού άνευ δακρύων. … Απελιθώθη η καρδία ημών εν τω κτηνώδει αυτής εγωισμώ και, όπερ χείριστον, εν τω υπερηφάνω αυτής σπασμώ. Αλλ’ υπάρχει αληθώς τοιούτον πυρ ικανόν να τήξη έτι και τα πλέον ισχυρά μέταλλα και τους λίθους. }076}
Το πνευματικόν πένθος είναι κατά την φύσιν αυτού διάφορον του ψυχικού πένθους. Συνδέεται μετά της αδιαλείπτου σκέψεως περί του Θεού, εν τη οδυνηρά 39
θλίψει δια τον απ’ Αυτού χωρισμόν. Το εμπαθές, το ψυχικόν, πένθος φονεύει το σώμα, σβεννύει την ζωηρότητα αυτού, εν αντιθέσει προς το πνευματικόν, όπερ καθαίρει τον άνθρωπον εκ των θανατηφόρων παθών, και ούτω ζωοποιεί αυτόν όλον. Δια ζεόντων δακρύων απαλλάσεται ο νους ημών από των εμπαθών εικόνων. Δια του πένθους κατέρχεται επί την ψυχήν ημών η πνευματική ανδρεία, και ο άνθρωπος τίθεται υπεράνω αγωνιών και φόβων.
Μόνον εκείνος, όστις ουδέποτε ησθάνθη την φονικήν εξουσίαν της αμαρτίας επ’ αυτού, δύναται να νομίση ότι η εντελλομένη υπό του Ευαγγελίου μεταμόρφωσις της φύσεως ημών είναι δυνατή άνευ δακρύων. }077}
«Η ψυχή βλέπει εαυτήν ερριμμένην εις το σκότος του θανάτου. Ο φόβος εκ του σκότους τούτου είναι μαρτυρικός, διότι τούτο δεν υπάρχει μόνον πέριξ εμού, αλλ’ εδρεύει εν εμοί. Όταν όμως το άκτιστον Φώς αποδεσμεύη εμέ εκ του εσωτερικού μου άδου, τότε απέρχεται απ’ εμού πάν πάθος». }078}
Το πλήρωμα της κενώσεως προεργάζεται το πλήρωμα της τελειότητος. }081}
… δια παρακλήσεως ουχί ψυχολογικής ή φυσικής τάξεως, αλλά οντολογικής, αναφερομένης εις την Θείαν αιωνιότητα. }082}
Η απουσία δακρύων αποτελεί κατά την διδασκαλίαν των Πατέρων ημών, ένδειξιν ότι η προσευχή ημών δεν έφθασεν εισέτι την πρώτην βαθμίδα της αναβάσεως }083} αυτής προς τον Θεόν. Ενδέχεται όμως εξαντληθέντων των φυσικών δακρύων, να δοθή άλλη προσευχή άνευ λόγων, ως τρυφερά αίσθησις της χάριτος του Αγίου Πνεύματος εντός ημών, οπότε η ειρήνη, «η πάντα νουν υπερέχουσα» πληροί την καρδίαν.
Ο πνευματικός κλαυθμός είναι το «περισσόν ζωής» εν αντιθέσει προς τον «ψυχικόν» κλαυθμόν, όστις αποκτείνει τους γηγενείς. }084}
Είναι αδύνατον όμως να «καλλιεργήσωμεν» το δώρον τούτο (πνευματικό πένθος) διότι δεν περικλείεται εν τοις ορίοις της κτιστής ημών φύσεως. Τούτο είναι χάρις, και η Θεία χάρις δεν υπόκειται εις την εξουσίαν ημών. }085}
Ε’ ΣΑΛΕΥΟΜΕΝΟΙ ΕΝ ΤΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙ ΤΟΥ ΑΣΑΛΕΥΤΟΥ
Την περίοδον εκείνην της ζωής μου θα ηδύνατο τις να θεωρήση πλήρη εμπνεύσεως, αλλ’ εγώ ουδόλως ενθυμούμαι αυτήν μετ’ αγάπης: Κατενόησα ότι παρεδιδόμην είς τινα ιδιότυπον «ηρεμίαν», ήτις κατ’ ουσίαν δεν ήτο ει μη αυτοκτονία επί μεταφυσικού επιπέδου. }090}
Η οντολογική ένωσις πραγματοποιείται εν τη ενεργεία της αγάπης. }091}
Να αναμιχθώ δια νόθου ταπεινώσεως μετά της περιβαλλούσης εμέ πραγματικότητος και να καταδικάσω εμαυτόν εις φθοράν, ή να αποδεχθώ την φοβεράν κλήσιν του Χριστού.
Οφείλω να ίδω τον Χριστόν «καθώς εστιν», ίνα παραβάλω εμαυτόν προς Εκείνον και εξ αυτής της συγκρίσεως αισθανθώ την α-μορφίαν μου. Δεν δύναμαι να γνωρίσω εμαυτόν, εάν δεν έχω ενώπιόν μου την Αγίαν Αυτού Μορφήν. }092}
40
Διά μέσου του άδου της απελπισίας μου ήλθεν η ουράνιος λύτρωσις. Ανεδύθησαν εντός μου νέαι δυνάμεις, ετέρα όρασις, άλλη ακοή. Ηδυνήθην να γνωρίσω απερίγραπτον ωραιότητα. Εν τούτοις τούτο δεν ήτο «εμόν».
… η «αιώνιος κόλασις» δεν έγκειται εις το ότι εν τω άδη σκοτειναί υπάρξεις θα υποβάλλουν ημάς εις βασανιστήρια επί πυράς, αλλ’ εις το ότι θα αποδειχθώμεν ανάξιοι να }093} εισέλθωμεν εις την Αγίαν Βασιλείαν της Αγάπης του Θεού.
… ως μοναχός εδιδάχθην να καταδικάζω εμαυτόν εις πάντα, «να κρατώ τον νουν μου εις τον άδην». }094}
Το Πνεύμα το Άγιον, απομακρυνθέν αφ’ ημών, εγκαταλείπει τον οίκον ημών έρημον. }095}
Είμεθα μακάριοι, όταν εκ του σκότους της αγνοίας και του θανάτου μεταφερώμεθα εις το θαυμαστόν Φως· όταν όμως εκπίπτωμεν εκ του Φωτός εις το πρότερον σκότος ημών, τότε βιούμεν αυτό το σκότος μετ’ εντονωτέρας οδύνης. }096}
Αι εσωτερικαί συγκρούσεις εις τας οποίας ευρισκόμην θα ηδύναντο ίσως να φανούν εις πολλούς ως φαινόμενον μικρόν απέχον της παραφροσύνης. Εμέ όμως, κατά τινα τρόπον, επληροφόρει η διαίσθησις ότι η περίπτωσίς μου εξήρχετο της αρμοδιότητος της κοινής ψυχιατρικής επιστήμης. Θα ήτο δε ασυγχώρητος βεβήλωσις εάν απετεινόμην προς επαγγελματίας ιατρούς. }098}
ΣΤ’ ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟΝ ΤΟ ΓΝΩΝΑΙ ΤΗΝ ΟΔΟΝ
… εν τη αρχή της ζωής μου εν τω Άθω, παρεκάλεσα ένα ερημίτην να ομιλήση εις εμέ περί της προσευχής. … «Ας ομιλήσωμεν δι’ ό,τι κείται εντός των ορίων των μέτρων ημών….» Ησθάνθην συστολήν εκ των λόγων αυτού, αλλ’ εν τούτοις ετόλμησα να είπω: «Επιθυμώ όντως να γνωρίσω περί του τελείου, περί εκείνου όπερ υπερέχει του μέτρου μου. Αλλά τούτο, ουχί διότι έχω αξιώσεις πέραν των δυνατοτήτων μου. Ουχί· αλλ’ επειδή θεωρώ αναγκαίον να ίδω τον πλοηγόν αστέρα, ώστε να ελέγχω εαυτόν κατά πόσον ευρίσκομαι εν τη ορθή οδώ. …». Ο άγιος ούτος ανήρ συνεφώνησε μετ’ εμού ότι ο τρόπος ούτος σκέψεως ουχί μόνον επιτρέπεται, αλλά και επιβάλλεται. }099}
Η έλξις προς το ύψιστον αγαθόν είναι φυσική, αλλ’ η πορεία προς αυτό άρχεται δια της καθόδου ημών εις τα καταχθόνια.
Ενσυνειδήτως κατερχόμεθα εις τον άδην, διότι, αφ’ ής στιγμής αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του προαιωνίου Ανθρώπου, ζώμεν οξύτερον το βάθος του σκοτασμού ημών. Μεγάλη θλίψις πλήττει όλον το είναι ημών. Τα εξωχρονικά παθήματα του πνεύματος υπερβαίνουν πάντα φυσικόν πόνον. … Ελθέ και ίασαί με εκ του συνέχοντός με θανάτου … }102}
Η υπερηφανία είναι και κακία και σκότος· εν αυτή η ρίζα πασών των αμαρτιών. … Μετάνοια που σημαίνει ριζικήν αλλαγήν της νοεράς ημών προσεγγίσεως προς την ζωήν εν γένει, μετάβασιν εκ της παλαιάς κοσμοθεωρίας εις την όρασιν της «αντιστρόφου» εικονογραφικής προοπτικής. Επειδή δια της υπερηφανίας εκρημνίσθημεν εις το σκότος το εξώτερον, μόνον δια της ταπεινώσεως αναβαίνομεν προς τον Ύψιστον.
41
Έρχεται εκείνο, όπερ ούτε εσκέφθημεν, ούτε ηκούσαμεν, ούτε επί την καρδίαν ημών ανέβη· εις την άβυσσον του σκότους ημών διεισδύει ακτίς του ακτίστου Ηλίου. … Η έως τότε τεθανατωμένη ψυχή προσλαμβάνει άφθαρτον ζωήν. }103}
Ένιοι δε, απερροφημένοι υπό της προσευχής, ουδέν παρατηρούν, και δι’ ακατανοήτου εις αυτούς τρόπου «αρπάζονται» εις άλλην σφαίραν του Είναι, επιλανθανόμενοι της γης. Η χείρ του Θεού ποιεί τούτο μετά τοιαύτης λεπτότητος, ώστε ο άνθρωπος ουδόλως αντιλαμβάνεται την στιγμήν καθ’ εαυτήν, όπως ακριβώς συμβαίνει κατά την φυσιολογικήν επέλευσιν του ύπνου. Μόνον μετά την επιστροφήν εις την συνήθη αίσθησιν του κόσμου ανακαλύπτει ότι το πνεύμα αυτού εξήλθε της συνήθους μορφής υπάρξεως και ηνώθη μετά του Θεού. Μετά το γεγονός τούτο, πάντα τα επίγεια κατανοούνται ως παροδικά και εύθραυστα. Η ψυχή σε συνειδητοποιεί ως νόημα της υπάρξεως αυτής την διαμονήν μετά του Θεού, εν Αυτώ, και εν τη αιωνιότητι Αυτού. }104}
Παρόμοιόν τι παρατηρείται εις τον άνθρωπον, όστις εκζητεί την προσευχήν. Ούτος δύναται ωσαύτως να αρπαγή υπό της ορμής αυτής και να αποσπασθή εκ του κόσμου τούτου. Όταν επιστρέψη εκ της αρπαγής ταύτης, είναι πλέον «νεκρός» δια τα εμπαθή ενδιαφέροντα και τας υλικάς κτήσεις: Δεν θα επιδιώξη πλέον ουδεμίαν σταδιοδρομίαν· δεν θα λυπηθή καθ’ υπερβολήν δια την απόρριψιν αυτού υπό των άλλων, ούτε θα επαρθή επαινούμενος· επιλανθάνεται του παρελθόντος, δεν προσκολλάται εις το παρόν, ούτε μεριμνά δια το επίγειον μέλλον. Καινή ζωή, έμπλεος Φωτός, απεκαλύφθη εις αυτόν και εν αυτώ· (ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ) αι αφελείς διασκεδάσεις, αίτινες απασχολούν την μεγίστην πλειονότητα των ανθρώπων, παύουν να ενδιαφέρουν αυτόν. Και εάν κρίνωμεν περί της ποιότητος της ζωής, ουχί κατά την ποσότητα των ευχαρίστων ψυχοφυσικών συναισθημάτων, αλλά κατά το βάθος της γνώσεως ημών περί των κοσμικών πραγματικοτήτων και προ παντός περί της Πρώτης και Εσχάτου Αληθείας … Η ουσία της ειρήνης του Χριστού έγκειται εις την τελείαν γνώσιν του Πατρός. }105}
Ουδεμία πρόσκαιρος ευδαιμονία θα δυνηθή να δώση εις ημάς την αληθινήν ειρήνην, εάν ημείς διαμένωμεν εν τη αγνοία της Αρχής πασών των αρχών.
Τινές εκ των πιστευόντων εις τον Κύριον, ακολουθούντες Αυτόν, οδηγούνται μέχρι του χείλους της αβύσσου, ήτις απροσδοκήτως διανοίγεται έμπροσθεν αυτών, άνευ δυνατότητος οπισθοχωρήσεως. … άβυσσος = το βαθύ βάραθρον της αγνοίας, την άκραν έντασιν της απογνώσεως των εις θάνατον καταδεδικασμένων, την εξουσίαν εφ’ ημών του σκότους του αιώνος τούτου. Δια την πτήσιν επάνω της αβύσσου ταύτης έχομεν χρείαν της δυνάμεως της ευλογημένης απογνώσεως· η ενέργεια της εν ημίν χάριτος λαμβάνει μορφήν «αποφασιστικότητος». Το Φως διαφαίνεται μακρόθεν. Ελκυόμενοι προς αυτό υπό μυστηριώδους δυνάμεως, αποφασίζομεν να ριφθώμεν εις το άγνωστον, επικαλούμενοι το Άγιον Όνομα του Ιησού Χριστού, του Θεού Σωτήρος. Και τί συμβαίνει τότε; Αντί να συντριβή η κεφαλή ημών επί των κεκρυμμένων εις τον γνόφον υφάλων, αόρατός }106} τις χειρ εμφανίζεται, στοργικώς κρατούσα ημάς επάνω της αβύσσου. Άνευ αυτής της φιλικής χειρός του Ζώντος Θεού ουδείς άνθρωπος δύναται να ανταπεξέλθη εις τας συνθήκας εκείνων των θυελλών και αντιξόων περιστάσεων, αίτινες εις παρομοίας περιόδους περικυκλούν την ψυχήν.
42
Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού … Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως …(Δευτ. ε’ 18} }107}
Ως απάντησις εις την απεγνωσμένην προσευχήν μου ενεφανίσθη εις εμέ το κρεμάμενον επί του σταυρού σώμα του Κυρίου, ως θαυμαστή γέφυρα μεταξύ ουρανού και γης. Οδός του χριστιανού είναι η σταύρωσις: … Ούτω συγκεράννυνται εν τη ψυχή και η λεπτή χαρά «του γνώναι την οδόν», και ο μέγας φόβος δια το υπέρμετρον της εντολής.
Είναι αδύνατον να διηγηθώμεν δια λόγων περί του φοβερού προνομίου της μυστηριώδους αυτής σχοινοβασίας (υπεράνω της αβύσσου, εκ του «ζην» κατά τας ευαγγελικάς εντολάς). Παρομοίως, όσοι απήλθον αφ’ ημών εις τον άλλον κόσμον δεν αποπειρώνται δια των εμφανίσεων αυτών να διηγηθούν εις τους εν σαρκί οικούντας περί εκείνου του }108} μεγαλείου, όπερ διανοίγεται έμπροσθεν αυτών εν τη νέα ζωή.
Ενώσας εν Εαυτώ και τον Θεόν και τον Άνθρωπον, ο Κύριος καλεί ημάς να ακολουθήσωμεν Αυτόν. … (όπως ένα σώμα στο διάστημα) το πνεύμα ημών εισάγεται εις το ατελεύτητον του «νοερού» διαστήματος, εμπλέου Φωτός, … }109}
Ως εκ τούτου δυνάμεθα ασφαλώς να κρίνωμεν πότε ακριβώς ενεργεί εν ημίν Αυτό, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον Πνεύμα, η Τρίτη Υπόστασις, και ουχί άλλο τι πνεύμα δυνάμενον εισέτι να φανή εις τους αδοκίμους ως το ηγεμονικόν. Δια του Χριστού και εν Αυτώ, μετ’ άκρως θετικού τρόπου, εφανερώθη εις ημάς ο Άνρθωπος εν τη πρωταρχική αυτού εικόνι και ομοιώσει προς τον Θεόν. Και ουδένα έχομεν πλέον εκτός Αυτού, όστις θα απεδεικνύετο δι’ ημάς θεμέλιον του είναι, … }110}
Η αυθεντική σωτηρία έγκειται εις το να παραμείνωμεν σταθεροί εν τη αγάπη Αυτού υπό οιασδήποτε συνθήκας, …
Ο αγών του χριστιανού κατ’ αρχάς συγκεντρούται }111} εντός αυτού· ούτος εν τη τελειώσει αυτού γίνεται προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ του όλου Αδάμ. Η πρώτη κίνησις της αγάπης κατευθύνεται προς τον Θεόν, η δευτέρα προς τον πλησίον.
Αι εντολαί του Χριστού είναι κατά την ουσίαν αυτών αυτοαποκάλυψις Θεού· … Η εκπλήρωσις των προσταγμάτων τούτων, άτινα δεν ασκούν βίαν εφ’ ημών, υπερβαίνει καθ’ υπερβολήν τας κτιστάς ημών δυνάμεις. … « … χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν».
Η θεία προέλευσις των ευαγγελικών προσταγμάτων φανερούται εισέτι και εκ του ότι οι τηρούντες ταύτα, ανεξαρτήτως του επιπέδου της εξωτερικής αυτών μορφώσεως, προσλαμβάνουν τον Άναρχον εν ταις καρδίαις αυτών: }112}
Είναι αδύνατον να ζήση τις χριστιανικώς. Χριστιανικώς δύναταί τις μόνον να αποθάνη, δια θανάτου όμως κατά την γηίνην μορφήν της υπάρξεως ημών. … ο θάνατος ούτος … Είναι η «στενή πύλη», η «τεθλιμμένη οδός η απάγουσα εις την ζωήν», την οποίαν όμως «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες».
Το Ευαγγέλιον του Χριστού υπερβαίνει εις απίστευτον βαθμόν παν ό,τι γνωρίζει η γη. Πώς να θεραπευθή η φοβερά εκείνη νόσος, δια της οποίας εμόλυνεν ο εχθρός τον Άνθρωπον εν τη αυγή της εμφανίσεως αυτού εις τον κόσμον;
43
… ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγελίων, είναι αληθώς ο Άναρχος Θεός, ο Δημιουργός πάντων των όντων, ο αποκαλυφθείς εις τον Μωϋσήν δια του ονόματος Εγώ ειμί … }113}
Πιστεύουν εις τον Χριστόν εκείνοι, οίτινες πιστεύουν εις την θέωσιν αυτών. Η πίστις ή η απιστία εξαρτάται εκ της υψηλής ή ταπεινής περί του Ανθρώπου αντιλήψεως. Δια τον πιστεύοντα ο σταυρικός θάνατος του Ιησού, τουτέστι πώς και δια τί Ούτος εσταυρώθη, είναι η ισχυροτέρα μαρτυρία υπέρ Αυτού. }114}
… έκαστος πιστεύων εις Αυτόν, νικών εν τω αγώνι της μετανοίας τον ενεργούντα εν ημίν «νόμον της αμαρτίας» καθίσταται, ομοίως προς τον Χριστόν, υπερκόσμιος.
Ίνα εννοήση τις έστω και εν μέρει, «Τις εστιν Ούτος;» πρέπει απαραιτήτως να ομοιωθή προς Αυτόν δια της παραμονής εν τω πνεύματι των εντολών Αυτού. Όστις δεν ηκολούθησεν Αυτόν … Ας τηρήση έντιμον σιωπήν … }115}
Όστις όμως ωκοδόμησε την ζωήν αυτού επί την πέτραν της διδαχής Αυτού, ούτος θα έλθη βαθμηδόν εις την κατανόησιν του «Τίς εστιν Ούτος».
Καθώς ο Θεός υπερέχει παντός πράγματος εν τη κοσμική πραγματικότητι, ούτω και ο άνθρωπος, θεούμενος δια της ενοικήσεως εν αυτώ του Αγίου Πνεύματος, είναι πολυτιμότερος πάντων των γαλαξιών. Αυτή ακριβώς είναι η συνείδησις, ήτις χαρακτηρίζει τον χριστιανόν, και άνευ αυτής δεν δύναται ούτος «αξίως περιπατήσαι της κλήσεως, ής εκλήθη». }117}
Ίνα σώση τις αιωνίως την ψυχήν αυτού εν τη Βασιλεία, πρέπει να απολέση αυτήν επί του επιπέδου των επιγείων ενδιαφερόντων.
Ο Χριστός οικοδομεί την Εκκλησίαν Αυτού, }118} της οποίας «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν», επί την ομολογίαν της Θεότητος Αυτού. Εάν αρνηθώμεν το εν Αυτώ πλήρωμα της Θεότητος, τότε ούτε η Εκκλησία, ούτε άλλος τις, εν γένει, δύναται να νικήση τον κόσμον ή τον καταχθόνιον άδην.
Μεταμόφρωση-Σταύρωση.
Εν βραχυτάτω χρόνω και η άπειρος δόξα και η κατάβασις εις τον άδην. Και αύτη είναι η οδός δια τον χριστιανόν: Καταδικάζει εαυτόν εις την κόλασιν, και ως απάντησιν δέχεται την απερίγραπτον δωρεάν της Πατρικής ευσπλαχνίας. … Η ζωή του Χριστού περιβάλλει και τον άδην και την Βασιλείαν· χωρεί εντός αυτής και το έσχατον πάθος και την υψίστην μακαριότητα (ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ). Απεργάζεται τον μικρόν άνθρωπον μέγαν, παγκόσμιον, θεοειδή κατά πάντα … Δυστυχώς, «ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες (την οδόν) αυτήν». }119}
Εάν αι ρίζαι δεν εισέδυον εις τα σκοτεινά έγκατα της γης -ίσως τοσούτον βαθέως, όσον υψούται και η κορυφή-, εάν ο όγκος των ριζών και η ισχύς αυτών δεν ανταπεκρίνοντο εις τον όγκον και το βάρος του ορατού τμήματος του δένδρου, τότε δεν θα ηδύναντο αύται ούτε να τρέφουν, ούτε να στηρίζουν το δένδρο· και ασθενής τις άνεμος θα ανέτρεπεν αυτό. Το αυτό ισχύει και δια την πνευματικήν ζωήν του ανθρώπου. Εάν έχωμεν επίγνωσιν του μεγαλείου της εν Χριστώ κλήσεως ημών, … δεν υπεραιρόμεθα ένεκα τούτου, αλλ’ όντως ταπεινούμεν εαυτούς. Η κίνησις προς τα κάτω, προς το σκότος το εξώτερον, είναι απαραίτητος εις πάντας ημάς, ίνα παραμείνωμεν σταθεροί εν τω πνεύματι της αυθεντικής χριστιανικής ζωής. 44
Τούτο εκφράζεται εν τη συνεχεί μνήμη της εξ αρχής μηδαμινότητος ημών δια }120} της πλέον αυστηράς αυτομεμψίας εις πάντα. Και όσον βαθύτερον ταπεινούται ο άνθρωπος δια της αυτοκαταδίκης, τοσούτον μάλλον υψούται υπό του Θεού».
Πλείστοι όσοι, μη γνωρίσαντες δια πείρας τας αγαθοποιούς ενεργείας της προσευχής, αγνοούν ότι δι’ αυτής διανοίγεται εις το πνεύμα του ανθρώπου κόσμος απεριγράπτου μεγαλείου: και τα ζοφώδη βάθη του άδου και αι φωτοφόροι σφαίραι των ουρανών. Άνευ της πίστεως εις την ανάστασιν πάσα δοκιμασία αποβαίνει σχεδόν παράλογος: εστερημένη νοήματος· ικανή να δαμάση την δύστροπον ψυχήν, αλλ’ ουχί να θεραπεύση αυτήν εκ της κεκρυμμένης εν τω βάθει αυτής υπερηφανίας. Πλουτεί αύτη την πείραν της ζωής, αλλά άνευ προσευχής δεν ανάγει την ψυχήν εις την απάθειαν· βαθμηδόν αποκτείνει και σώμα και καρδίαν και νουν, πριν ή ταύτα τελειωθούν εν τη γνώσει του Θεού. Όταν το Φως του άνω κόσμου εγγίση την ψυχήν, τότε … Ο άνθρωπος, πεπροικισμένος δια της ευλογίας ταύτης, θεωρεί πάσαν γηίνην κατάστασιν ως πρόσκαιρόν τι «μέσον», και ουδόλως μεριμνά περί της επιγείου αυτού σταδιοδρομίας. Και εάν ούτος επιμείνη εις την ταπεινήν περί εαυτού συνείδησιν, θα δοθή εις αυτόν μεγαλυτέρα εισέτι γνώσις περί των μυστηρίων του μέλλοντος αιώνος.
Ο άνθρωπος ενούμενος δια της προσευχής μετά του Χριστού, λαμβάνει έσωθεν, εν τη καρδία και τω νοί }121} αυτού, την πληροφορίαν ότι εν τη αιωνιότητι θα δοθή εις αυτόν άπαν το περιεχόμενον του Θεανθρωπίνου Είναι, ως αναφαίρετον κτήμα. … Η δόξα του αδελφού θα είναι και δόξα αυτού του ιδίου, η δε θέα προσώπων δεδοξασμένων υπό του Θείου Φωτός, αγαλλίασις· και όσον εντονωτέρα η λάμψις αυτών, τοσούτον θεσπεσιωτέρα η θεωρία. Η ερχομένη Βασιλεία των αγίων συνίσταται εις το περισσόν αγάπης, πρόγευσις της οποίας δίδεται υπό του Θεού ήδη εντεύθεν. Η αγάπη του Θεού περιβάλλει και τον άδην. Και ημείς νυν γνωρίζομεν ότι η κάθοδος ημών εις τον άδην, κατά την διάρκειαν της ζωής ταύτης, είναι η ασφαλής οδός προς την τελειότητα.
Η νίκη επί του άδου διέρχεται δύο στάδια: Το πρώτον συνίσταται εις την υπέρβασιν του εν ημίν σκότους· το δεύτερον, εις την συμπάσχουσαν προς πάσαν την κτίσιν αγάπην, την ιδιάζουσαν εις την Θεότητα. }122}
Η γνώσις της οδού διατηρεί ημάς ζώντας έτι και εν τω άδη, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι τα παθήματα ημών είναι «κατά φαντασίαν»: … Δεν πρέπει να πτοή ημάς καθ’ υπερβολήν η κατάδυσις αύτη εις το σκότος, εφ’ όσον άνευ αυτής, μετά την πτώσιν, το πλήρωμα της γνώσεως είναι ανέφικτον.
… όσω παραμένομεν εν τω σώματι τούτω, κρατούμεν σταθερώς την μέθοδον εκείνην, την οποίαν εδίδαξαν εις ημάς και οι Πατέρες ημών και η εν ημίν ενέργεια του Πνεύματος του Θεού: Μη όντες ελεύθεροι εκ των καταλοίπων του εν ημίν ενεργούντος νόμου της αμαρτίας, αυτοκαταδικαζόμεθα μετ’ οργής και αυτομίσους να κατακαυθώμεν εις το σκότος το εξώτερον· διότι δεν υπάρχει άλλο πύρ, όπερ }123} θα εσβέννυε την εν ημίν ενέργειαν των παθών. Και ιδού: Όταν πυρίνη προσευχή φλέγη τα σπλάγχνα ημών και η καρδία αποκάμνη υπομένουσα, τότε έρχεται απροσδοκήτως δρόσος ουρανίου παραμυθίας.
Δια τι η μετ’ οργής αυτομεμψία ημών δικαιοί ημάς ενώπιον του Θεού; Δεν συμβαίνει άρα γε τούτο, επειδή εις την συνέχουσαν ημάς συναίσθησιν της παγκαταλυτικής δυνάμεως της αμαρτίας περιέχεται κατά τρόπον υπαρξιακόν 45
αυθεντική τις αλήθεια; Τοιαύτη μετάνοια, αφικνουμένη μέχρι των πηγών της παγκοσμίου τραγωδίας διανοίγει εν ημίν «χώρον» δια την έλευσιν του Πνεύματος του Αγίου, του Πνεύματος της Αληθείας, …
… θαυμάσιαι αι οδοί του Θεού! Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν δύναται να ανακαλύψη αυτάς, αλλά το Πνεύμα, το εκ του Θεού εκπορευόμενον, δια της εμφανίσεως Αυτού φωτίζει προ ημών την θαυμαστήν ταύτην είσοδον προς την αιώνιον σωτηρίαν. }124}
Δεν είναι δυνατόν να μη αναμέλψωμεν ύμνον προς τον Θεόν, όταν εξερχώμεθα εκ της φλογός της μετανοίας, ήτις αθεάτως μετεποίησεν ημάς εις νέαν μορφήν του είναι, καταφλέξασα παν ό,τι ήτο εν ημίν φθαρτόν, καταθλιπτικόν δι’ ημάς ως βαρύ φορτίον. … Είναι φυσικόν να ευχώμεθα εις πάντας και εις έκαστον άνθρωπον την ανάβασιν εις το Θείον Είναι· τις όμως θα υπομείνη τας βασάνους του άδου εκφυγών την εσχάτην απόγνωσιν; … τείνω να πεισθώ ότι δια πλείστους εκ των συγχρόνων μου ενδέχεται να μη υπάρχη άλλη οδός. }125}
Εν τη Αγία Γραφή συχνάκις ο «ουρανός» υποδηλοί την Θείαν σφαίραν, ενώ το «υπ’ ουρανόν», τον κτιστόν κόσμον. … εις όλας τας βαθμίδας της αναβάσεως ημών προς τον Θεόν ο εχθρός θα ακολουθή και θα πειράζη ημάς. Και όταν ημείς ασθενώμεν σοβαρώς εφ’ όλων των επιπέδων της υπάρξεως ημών, ή παραδιδώμεθα εις υπερήφανον λογισμόν περί ημών των ιδίων, επιχειρεί ούτος να αποτρέψη ημάς από του Θεού. }126}
Ουχί κατά φαντασίαν, αλλά εν αληθεία βυθίζεται εις την σκιάν του θανάτου και μη ευρίσκουσα μετ’ αυτής τον Θεόν, τον Οποίον επικαλείται ημέρας και νυκτός, η ψυχή οδυνάται φρικτώς.
Τον καιρόν της δοκιμασίας η ψυχή δεν δύναται να }127} δεχθή τούτο ως εκδήλωσιν του μεγαλείου της αγάπης ή της εκτιμήσεως του Θεού προς αυτήν, ως επιθυμίαν Αυτού να καταστήση τον ασκητήν κατ’ εικόνα Αυτού κύριον και βασιλέα, να μεταδώση εις αυτόν την αγιότητα και το πλήρωμα της θείας υπάρξεως. Η ψυχή γνωρίζει μόνον έν: Ο Θεός εγκατέλειψεν αυτήν, … Και όταν εξηντλημένη έως τέλους δεν βλέπη τον Θεόν να κλίνη προς αυτήν εν τη ευσπλαγχνία Αυτού, τότε επιπίπτουν επ’ αυτής τοιαύται σκέψεις και αισθήματα, περί ών τηρείται σιωπή».
Ο εχθρός εις παρομοίας περιπτώσεις παρωθεί την ψυχήν μέχρις ανταρσίας κατά του Θεού. Από της στιγμής της πτώσεως ο εχθρός έλαβεν εξουσίαν να εισδύη εις τα εσώτερα βάθη του είναι ημών και εκεί να αιτιάται τον Θεόν δι’ όλα τα παθήματα του κόσμου, διότι Ούτος εδημιούργησεν αυτόν. Η μη κατανόησις τούτων αποβαίνει ομοία προς δεσμά φυλακής· και η καρδία και ο νους ταράσσονται. }128}
Τα πνεύματα ταύτα εισβάλλουν μετά θρασύτητος εντός ημών και ενεργούν δια τοιούτου τρόπου, ώστε να εκλαμβάνωμεν τους υποβληθέντας εις ημάς υπό του εχθρού λογισμούς και τα αισθήματα ως προερχόμενα εξ ημών των ιδίων. }129}
Προσευχόμενος ανέμενον απάντησιν και συγχρόνως δεν είχον το θάρρος να ελπίσω περί αυτής. Παρά πάσαν προσδοκίαν, Ούτος ήλθεν. Όλως ανέλπιστος ήτο ο τρόπος της εμφανείας Αυτού. Οι εχθροί απεχώρησαν. Ούτος ενίκησε και αυτούς και εμέ. Παράδοξον! Δια πρώτην φοράν ησθάνθην ανεκλάλητον χαράν δια την ήτταν μου.
46
Νυν γνωρίζω εκ πείρας ότι Ούτος διψά την τελείωσιν ημών. Παραχωρών εις ημάς τον βαρύν πόλεμον εναντίον του εχθρού και ημών των ιδίων εν τη πτώσει ημών, επιθυμεί να ίδη ημάς νικητάς. Εάν δεν εγκαταλείψωμεν Αυτόν, έτι και εν τη άκρα εξουδενώσει ημών υπό των εχθρών, τότε Ούτος οπωσδήποτε θα έλθη. Νικά Ούτος, ουχί ημείς. Την νίκην όμως θα αποδώση εις ημάς, διότι ημείς υπεμείναμεν τον πόνον. }132}
Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσει εκάστη υπόστασις θα λάβη το οριστικόν δι’ όλην την αιωνίοτητα όνομα, γνωστόν μόνον εις τον Θεόν και εις εκείνον τον άνθρωπον, όστις θα φέρει το όνομα τούτο. Ούτως, καίτοι η ζωή πάντων των σεσωσμένων θα είναι μία, καθώς Μία είναι η Βασιλεία της Αγίας Τριάδος, όμως η υποστατική αρχή εις έκαστον θα παραμείνη αναλλοίωτος.
Εάν τα δεδομένα αυτά της Αποκαλύψεως είναι αξιόπιστα, τότε κατανοείται και εκείνη η άποψις ότι δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη έν σύστημα ή πρόγραμμα ή πορεία αναπτύξεως κοινή δι’ όλους. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ουδαμώς υπάρχουν και γενικαί αρχαί. Ούτω παρατηρούμεν έν σχεδόν απαραλλάκτως επαναλαμβανόμενον φαινόμενον εις την τάξιν της πνευματικής ημών ζωής, ουχί εν ταις λεπτομερείαις, αλλ’ ως προς την γενικήν αρχήν: Ο άνθρωπος, άμα τη επιστροφή αυτού προς τον Θεόν, λαμβάνει την χάριν, ήτις συνοδεύει και φωτίζει αυτόν, διδάσκουσα αυτόν πολλά μυστήρια της μυστικής εν τω Θεώ ζωής. Ύστερον όμως η χάρις αναποφεύκτως θα αποχωρήση απ’ αυτού, τουλάχιστον κατά την αισθητήν αυτής δύναμιν, και ο Θεός θα αναμένη την απάντησιν ημών εις την εκχυθείσαν υπ’ Αυτού δωρεάν. Η δοκιμασία αύτη της πιστότητος ημών έχει διπλούν νόημα: Πρώτον μεν, είναι απαραίτητον δι’ ημάς να δείξωμεν την ελευθερίαν και την σύνεσιν ημών· να αναπτύξωμεν και να αναγάγωμεν, ει δυνατόν, μέχρι τελειότητος το προνόμιον της ελευθερίας δια τον αυτοπροσδιορισμόν ημών εν τη σφαίρα της αιωνιότητος. Δεύτερον δε, είναι αναγκαίον να δώσωμεν εις τον Πατέρα ημών τον Ουράνιον την δυνατότητα να παραδώση εις }133} ημάς, εις αιώνιον κληρονομίαν, παν ό,τι Ούτος έχει, διότι πάσα εξ ύψους δωρεά αφομοιούται υφ’ ημών μόνον δια παθημάτων. Μετά τούτο, εάν επιδείξωμεν ασάλευτον πιστότητα, ο Θεός έρχεται εκ νέου και ενοικεί δια παντός εν τω ανθρώπω, όστις κατέστη ικανός να περιλάβη το Πυρ της Πατρικής Αγάπης.
Ούτως, καίτοι δεν υπάρχουν γενικαί αρχαί ως πρότυπα της εν Θεώ ημών ζωής, υπάρχουν όμως θεμελιώδεις αρχαί, τας οποίας οφείλομεν να φέρωμεν εν τη συνειδήσει ημών, ώστε να τελέσωμεν τον δρόμον ημών εν συνέσει και μη γίνωμεν θύματα της αγοίας ημών περί των οδών της σωτηρίας.
Δια τον χριστιανόν, ως ημείς εννοούμεν αυτόν, η οδός προς τον Πατέρα διέρχεται μόνον δια του Υιού. … Εν τη προαιωνίω γεννήσει του Υιού ο Πατήρ εξέχεεν επ’ Αυτόν άπαν το πλήρωμα του Είναι Αυτού, ως εκ τούτου δε ο Υιός είναι εν παντί ίσος προς τον Πατέρα:
Δια του Αγίου Πνεύματος, του εκ του Θεού εκπορευομένου και εν τω Υιώ αναπαυομένου, γνωρίζεται ο }134} Υιός εν τη Θεότητι Αυτού και τη υπ’ Αυτού προσληφθείση ανθρωπότητι. Εν τω Αυτώ δε Πνεύματι ζώμεν και τον Πατέρα. }135}
Ο Θεός, Όστις εν τη ουσία Αυτού είναι επέκεινα πάσης εννοίας, παντός ονόματος ή εικόνος, γνωρίζεται εν τη αιωνοβίω πείρα της Εκκλησίας του Χριστού. Και οι Πατέρες ημών δια της υπερτάτης εφικτής εις τον άνθρωπον εμπειρίας 47
εγένοντο μέτοχοι αυτής της γνώσεως, την οποίαν παρέδωκαν εις ημάς ως πολύτιμον και αναφαίρετον κληρονομίαν.
Η οδός ημών προς την γνώσιν του Θεού δεν διέρχεται δια των βιβλίων, αλλά δια της πίστεως εις τον λόγον του Χριστού· δια της πίστεως ταύτης, εισάγεται ο νους }136} ημών εις την καρδίαν, ήτις συνέχεται υπό της φλογός της αγάπης προς τον Χριστόν. ΚατερχόμεθαΚατερχόμεθαΚατερχόμεθαΚατερχόμεθαΚατερχόμεθαΚατερχόμεθαΚατερχόμεθα ΚατερχόμεθαΚατερχόμεθαΚατερχόμεθα εις την άβυσσον του ωκεανού τούτου, εις την καρδίαν του ανθρώπου. Γνωρίζομεν το επίπονον της καταδύσεως ταύτης: Προϋποθέτει πλήθος παθημάτων. Εκεί, εις τα βάθη, η χείρ του Θεού εναγκαλίζεται ημάς τρυφερώς και ανάγειανάγει ανάγειανάγειανάγει ημάς εις τον ουρανόν. Εν τούτοις, η έως του ουρανού ανύψωσις είναι δυνατή, εάν υπάρχη προς τούτο η ενέργεια του πόνου της αγάπης.
Ο πόνος ούτος ουδόλως ομοιάζει προς τον φυσικόν ή τον ψυχικόν, καίτοι, ουχί σπανίως, περιλαμβάνει και τας κατωτέρας ταύτας μορφάς του πόνου. Είναι πόνος Θείας αγάπης, όστις αποσπά τον προσευχόμενον εκ του κόσμου τούτου και εισάγει αυτόν εις έτερον κόσμον. Όσον βαθύτερος είναι ο πνευματικός πόνος, τοσούτον ισχυροτέρα και η έλξις προς τον Θεόν· όσον δυναμική η κατάστασις ημών εις τα βάθη του ατέρμονος ωκεανού των παθημάτων, τοσούτον ασφαλής και η ανάβασις του πνεύματος ημών εις τον ουρανόν. }137}
Αλλ’ όμως όσον }141} παράδοξον και εάν φαίνηται τούτο, αι ακτίνες της φωτοφόρου Βασιλείας των ουρανών φθάνουν μέχρις ημών, ήδη εξ αυτής ταύτης της αρχής της πίστεως εις τον Χριστόν-Θεόν. }142}
Εκείνο όπερ αναζητούν οι οπαδοί άλλων διδασκαλιών, προς το οποίον ελκύονται, το οποίον ούτοι αποδέχονται ως αλήθειαν, τούτο ζη ο χριστιανός ως πτώσιν εκ της αυθεντικής ζωής. Το εμφανισθέν Θείον Φως καθιστά αυτόν ικανόν να βλέπη τας αβύσσους του άδου, αλλά δια τοιούτου τρόπου, ώστε να διακρίνη τα φάσματα της αληθείας, τα οποία έλκουν προς εαυτά τον άπειρον ασκητήν.
Ενίοτε ο πόνος της αγάπης προς τον Θεόν γίνεται προς στιγμήν όμοιος προς τον πόνον της καρδίας, την οποίαν διαπερά πεπυρακτωμένος σίδηρος, αλλά –πάλιν αλλά- ο πόνος ούτος είναι αναμεμιγμένος μετ’ αφάτου γλυκύτητος και αγάπης περιπτυσσομένης αληθώς τα πάντα. Έπεται ότι και ο πόνος μόνος καθ’ εαυτόν και η χαρά άνευ πόνου θα ήσαν θανατηφόροι δια τον ψυχοσωματικόν ημών οργανισμόν οργανισμόνοργανισμόνοργανισμόν οργανισμόν οργανισμόν . }143}
Τα παθήματα του μετανοούντος δεν είναι ούτε νευρική διαταραχή, ούτε αποτέλεσμα ψυχολογικών συγκρούσεων, ή απωλείας του λογικού ελέγχου· ουδέν το νοσηρόν υπάρχει εν αυτοίς. Απολύτως ουδέν. Τα παθήματα ταύτα, κατά την φύσιν αυτών, ανήκουν εις άλλο επίπεδον του είναι. … Τα πνευματικά κατά Θεόν παθήματα δεν φονεύουν τον άνθρωπον, αλλά ζωοποιούν αυτόν. Δια της οδού ταύτης υπερνικά ο άνθρωπος τας συνεπείας της πτώσεως, ελευθερούται εκ του εν αυτώ ζώντος «νόμου της αμαρτίας». }144}
Έν εκ των δύο είναι αναπόφευκτον: Ή να απομακρυνθώμεν του Θεού, επιδιώκοντες ψυχοφυσικάς απολάυσεις και ανέσεις, και επομένως να αποθάνωμεν πνευματικώς, ή φερόμενοι προς την υπερφυσικήν μορφήν υπάρξεως να νεκρωθώμεν δια τον κόσμον τούτον. Εις την «νέκρωσιν» ταύτην έγκειται ο σταυρός ημών, η σταύρωσις ημών. }145}
48
Το αγαπάν τον Θεόν μέχρι μίσους προς εαυτόν συνιστά την τελειότητα της αγάπης:
Έκαστος εξ ημών οφείλει να ενθυμήται ότι προς απόκτησιν της Βασιλείας ταύτης παν κτιστόν κατ’ εικόνα Θεού πνεύμα μέλλει να διαβή το κατώφλιον των παθημάτων· παθημάτων εκουσίων χάριν της αγίας αγάπης. Άνευ της δοκιμασίας της ελευθερίας ημών, ούτε ημείς οι ίδιοι θα δυνηθώμεν να συνειδητοποιήσωμεν εαυτούς ως αληθώς ελεύθερα πρόσωπα.
«Να διαβώμεν το κατώφλιον» σημαίνει να αναγεννηθώμεν ριζικώς, να γίνωμεν «καινή κτίσις», να λάβωμεν την δωρεάν της Θείας αιωνιότητος, ούτως ώστε η Θεία ζωή να αποβή αναφαίρετον κτήμα ημών. Η άναρχος χάρις τοσούτον συνενούται μετά της κτιστής φύσεως ημών, ώστε αι δύο αύται γίνονται έν: Και τούτο είναι η θέωσις. }146}
Νίκα πάσαν επίγειον οδύνην βυθιζόμενος εκουσίως εις μεγαλυτέραν οδύνην: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην»· καταδίκασον σεαυτόν εις τον άδην, ως ανάξιον του Θεού, αλλά «μη απελπίζου». }147}
Ζ’ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΗΜΩΝ
Η αυθεντική χριστιανική ζωή ρέει «εν πνεύματι και αληθεία». Ως εκ τούτου είναι αύτη δυνατή εν παντί τόπω, εν παντί καιρώ, εν οιαδήποτε ιστορική εποχή. Αι θείαι εντολαί του Χριστού φέρουν απόλυτον χαρακτήρα. Δεν υπάρχουν και δεν δύνανται να υπάρξουν εν όλω τω κόσμω συνθήκαι υπό τας οποίας η τήρησις των εντολών θα ήτο εντελώς αδύνατος.
… το Πνεύμα οικοδομεί δι’ Εαυτό κατοικητήριον, }149} όπερ εν τοις ορίοις της γης έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, άτινα αποτελούν έκφρασιν του Πνεύματος και σκεύος διαφυλάξεως των χαρισμάτων Αυτού. Το θαυμαστόν τούτο σκήνωμα του Αγίου Πνεύματος είναι η Εκκλησία, ήτις δια μέσου πολυταράχων αιώνων διέσωσε τον πολύτιμον θησαυρόν της υπό του Θεού αποκαλυφθείσης Αληθείας. Ας αντιπαρέλθωμεν εκείνους οίτινες, λόγω ανεπαρκούς συνέσεως, αποβαίνουν υπέρθερμοι οπαδοί των εξωτερικών «σχημάτων», παραθεωρούντες κατά συνέπειαν την εν αυτοίς πνευματικήν ουσίαν. … Η αποστολή της Εκκλησίας συνίσταται εις την χειραγώγησιν των τέκνων αυτής προς την σφαίραν του Θείου Είναι. Η Εκκλησία αποτελεί το πνευματικόν κέντρον του κόσμου, το συγκεφαλαιούν άπασαν την ιστορίαν της ανθρωπότητος από της κτίσεως του πρώτου ανθρώπου έως του εσχάτου, όστις μέλλει να γεννηθή εκ γυναικός. … Όσοι ανετράφησαν εν τοις κόλποις Αυτής, δια μακρού αγώνος παραμονής εν τω πνεύματι των ευαγγελικών εντολών, συνειδητοποιούν την ελευθερίαν των υιών του Θεού και δεν δεσμεύονται πλέον ούτε υπό γεωγραφικού τόπου, ούτε υπό εξωτερικών παραδόσεων· καθιερωμένα έθιμα και θεσμοί δεν περιορίζουν, ούτε ζημιούν αυτούς. Έχουν ως πρότυπον τον Ίδιον τον Χριστόν, Όστις εξεπλήρωσε την εντολήν του Πατρός, μη «καταλύσας» το «δυσβάστακτον φορτίον» των ενταλμάτων του Μωσαϊκού Νόμου. }150}
Ο Θεός της αγάπης είναι Τριάς ομοούσιος και αδιαίρετος· το Απόλυτον Όν είναι Υποστατικόν, και αι σχέσεις ημών μετά του Υποστατικού Θεού είναι ωσαύτως 49
κατ’ εξοχήν υποστατικαί· η αμαρτία είναι πάντοτε έγκλημα ή απόκλισις από της Πατρικής αγάπης … }153}
… ο μόνος πόλεμος ημών, τον οποίον ημείς εξελέξαμεν, είναι η αγία πάλη προς τον κοινόν εχθρόν εις πάντας ανθρώπους, εις πάσαν την ανθρωπότητα: τον θάνατον. Κατ’ ουσίαν ο άνθρωπος δεν έχει άλλον εχθρόν. Παλαίομεν δια την ανάστασιν, την προσωπικήν και παντός άλλου συν-ανθρώπου. }155}
Εν τη κατωτέρα βαθμίδι της κλίμακος των πνευματικών καταστάσεων του χριστιανού κείται το «σκότος το εξώτερον»· εν δε τη ανωτέρα, η «βασιλεία του Θεού εληλυθυία εν δυνάμει». Δυστυχώς, η αυτάρκης στενότης του πνεύματος πλείστων όσων ουχί μόνον είναι ανίκανος να προσλάβη τον αυθεντικόν Χριστιανισμόν, αλλά και αποστρέφεται αυτόν. Εν τούτοις είναι δυνατόν, και επί των ημερών ημών, να συναντήσωμεν ασκητάς της ευσεβείας, η πείρα των οποίων προσεγγίζει εκείνην την πληρότητα, ήτις περιπτύσσεται τα πάντα. … Εγνώρισαν καταστάσεις βασάνων του άδου, το βαρύ σκότος της απογνώσεως, την απερίγραπτον αθυμίαν και την πικρίαν της Θεο-εγκαταλήψεως. }155}
Η εκλεπτυνθείσα δια της νηστείας και της προσευχής καρδία ευκόλως αποβαίνει διορατική κατά χάριν, και τότε αποκαλύπτονται εις αυτήν τα βάθη των ψυχών και αι οδοί προς θεραπείαν αυτών δια της μετανοίας. Τα άλλα είδη διορατικότητος δεν ελκύουν την προσοχήν ημών. Εν αρχή κατέρχεται συνήθως η χάρις της «μνήμης του θανάτου»: Είναι ιδιαιτέρα τις κατάστασις κατά την οποίαν η αιωνιότης κρούει την θύραν της καρδίας του διαμένοντος εν τω σκότει της αμαρτίας ανθρώπου. Τότε το Πνεύμα του Θεού μη γνωστόν εισέτι, ανεξιχνίαστον και κρυπτόμενον, μεταδίδει εις το πνεύμα του ανθρώπου την δυσερμήνευτον θεώρησιν του περιβάλλοντος κόσμου: Άπαν το κτιστόν είναι, εσφραγισμένον απ’ αρχής δια της φθοράς, παρουσιάζεται άνευ νοήματος, βεβυθισμένον εις τον γνόφον του θανάτου.
… Το πνεύμα του ανθρώπου εκτείνεται μεταξύ δύο ορίων: του άδου και της Βασιλείας, … }156}
… όταν η έλξις προς τον κόσμον (τόν οποίον δεν είναι δυνατόν να μη αγαπώμεν) υπερβαίνη την αγάπην ημών προς τον Θεόν, τότε οφείλομεν να ανεύρωμεν εν εαυτοίς δυνάμεις και να μιμηθώμεν τον Αβραάμ: Να λάβωμεν εις τας χείρας πυρ και μάχαιραν και να προσφέρωμεν ως θυσίαν πάν πολύτιμον εις ημάς, χάριν του θριάμβου της αγάπης του Θεού εν ημίν.
Γνωρίζομεν ότι ο Θεός εκάλεσεν ημάς, όπως συνεργήσωμεν μετ’ Αυτού εις την Πράξιν της υπ’ Αυτού δημιουργίας αθανάτων θεών. }159}
Είμεθα μηδαμινότης εκ του «μηδενός» ειλημμένη, αλλά και μεγαλείον εν τη χάριτι της σωτηρίας. Συνοικούν εν ημίν η εξάρτησις και η ελευθερία, η φθορά και η αθανασία, η δουλεία και η κυριότης. Εν τη πτώσει αυτών οι άνθρωποι εγένοντο θύματα ολεθρίου πλάνης: Θαυμάζουν ως μεγαλειώδες ό,τι είναι «βδέλυγμα» ενώπιον του Θεού, αποφεύγουν δε και καταφρονούν ό,τι είναι «πολυτελές» ενώπιον Αυτού. }160}
Όστις αποπειράται να ακολουθήση τον Χριστόν, «όπου αν υπάγη» εκείνος αναποφεύκτως θα κλονισθή πολλάκις: εν εκάστη αναβάσει αυτού εξ ελάσσονος προς κρείσσονα γνώσιν, εκ του ήσσονος προς το μείζον μέτρον αγάπης.
50
Ποσάκις παραιτούμεθα εν εξαντλήσει, ανίκανοι να εννοήσωμεν το θέλημα Αυτού, την πρωταρχικήν και εσχάτην περί ημών βουλήν Αυτού! Δυσκόλως εγκαταλείπομεν τας «οδούς ημών», και μετά μεγάλουξ κόπου ευρίσκομεν τας «οδούς Αυτού». }161}
Ως κτισθέντες εκ του «μη όντος», και επομένως υπάρχοντες μόνον «εν δυνάμει», οφείλωμεν δια της βαθμιαίας γνώσεως των μυστηρίων να διέλθωμεν την διαδικασίαν της ωριμάνσεως και του γίγνεσθαι ημών εν τη αληθεία. Τοιαύτη είναι η οδός: Πάντα τα χαρίσματα του Δημιουργού είναι καθαραί δωρεαί, διότι ημείς ουδέν έχομεν προ της εμφανίσεως ημών εν τω κόσμω τούτω, … Η αφομοίωσις όμως των δωρεών συνδέεται μετ’ οδυνηράς εντάσεως όλης της υπάρξεως ημών. Μόνον υπ’ αυτάς τας συνθήκας δίδεται εις τον Θεόν η δυνατότης να αποδώση εις ημάς την επίτευξιν αυτών, να θέση υπό την πλήρη κατοχήν ημών την εξ Αυτού εκπορευομένην ζωήν καθ’ όλην την αιωνιότητα: Η ζωή Αυτού γίνεται ζωή ημών. }162}
Το άναρχον Απόλυτον –ο Θεός- εφανερώθη εις ημάς ως Υποστατικόν Όν. Ημείς όμως δημιουργούμεθα ως υποστάσις μόνον εν δυνάμει. Η γνώσις του Θεού υφ’ ημών των κτιστών υποστάσεων είναι διμερής πράξις: του Παρέχοντος και του αποδεχομένου. Η γνώσις αύτη φέρει πάντοτε προσωπικόν και ουχί ουχίουχί αντικειμενικόναντικειμενικόν αντικειμενικόναντικειμενικόναντικειμενικόναντικειμενικόναντικειμενικόναντικειμενικόναντικειμενικόν αντικειμενικόναντικειμενικόν χαρακτήρα. Ημείς, η εικών του Θεού, φέρομεν εν εαυτοίς την ακατάβλητον ορμήν προς μύησιν εις το αποκαλυπτόμενον εις ημάς Αυτούσιον Θείον Είναι.
… Δίδεται εις ημάς κατά τον βαθμόν καθ’ όν είμεθα έτοιμοι εν τη ελευθερία ημών να δεχθώμεν Αυτόν.
Ο Θεός ούτως ενούται μετά του ανθρώπου, ώστε ο τελευταίος ουδόλως βιοί Αυτόν ως «αντικείμενον» γνώσεως }163}, αλλά ως την εαυτού ζωήν. Η επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να επιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται ναεπιστημονική, η αντικειμενική μέθοδος γνώσεως, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να εφαρμοσθή επ’ Αυτού εφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτού εφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτού εφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτούεφαρμοσθή επ’ Αυτού. … Ούτος λέγει περί Εαυτού: «Εγώ ζω»· ονομάζει Εαυτόν «Εγώ ειμί», και μεταδίδει εις ημάς την ζωήν ταύτην ούτως, ώστε και ημείς δυνάμεθα να είπωμεν εν αισθήσει περί ημών αυτών: «εγώ ειμί». }164}
Η αγία εκείνη αγάπη, της οποίας η πνοή δύναται τότε να επισκεφθή ημάς, εμφανίζεται εις ημάς εσωτερικώς –υποκειμενικώς- ως μη επιδεχομένη αμφιβολίαν περί της Θείας προελεύεσεως αυτής. Εν τούτοις όμως, παρά την ορμήν της τα πάντα περιπτυσσομένης θαυμαστής αγάπης, της φανερουμένης εν τω Φωτί, θα ήτο ουχί μόνον σφαλερόν, αλλά και επικίνδυνον να εμπιστευθώμεν εις εαυτούς. (ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ) Εκ των Γραφών γνωρίζομεν ότι η Υπέραγνος Παρθένος Μαρία έσπευσε προς την δικαίαν Ελισάβετ, όπως μάθη εξ αυτής εάν ήτο αληθής η εις Αυτήν γενομένη αποκάλυψις περί της εξ Αυτής γεννήσεως Υιού, … }165} … Εκκλησίας ημών, ήτις εθέσπισεν ως υποχρεωτικόν κανόνα να θέτωμεν εαυτούς υπό την κρίσιν άλλων, εμπειροτέρων, πρεσβυτέρων, αποδεκτών υπό των πιστών.
Εν τη βάσει της υπάρξεως ημών κείται η σφραγίς της εκ του «μη όντος» δημιουργίας ημών, ήτις αποστερεί ημάς της δυνατότητος να εκφέρωμεν οιανδήποτε υποκειμενικήν κρίσιν περί του Είναι καθ’ Εαυτό της Απολύτου Υπάρξεως. Εκτός τούτου φέρομεν εν εαυτοίς τας συνεπείας της «πτώσεως του Αδάμ», εν ή εκφράζεται η τάσις προς αυτοθέωσιν. Η πείρα της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού ημών μαρτυρεί, βεβαίως, περί του απολύτου ημών, αλλ’ ημείς 51
ευκόλως είναι δυνατόν να απολέσωμεν την συνείδησιν ότι είμεθα κτίσματα, … και ότι το «απόλυτον» ημών δεν είναι ει μη αντανάκλασις του Πρώτου Απολύτου. Η παραπλάνησις εις το σημείον τούτο είναι δυνατή δι’ ημάς και επί του διανοητικού και επί του ψυχολογικού επιπέδου. Δυνάμεθα να αποβώμεν θύματα της «φαντασίας» ημών και να εκπέσωμεν εκ της αυθεντικής πραγματικότητος, ήτις δεν είναι ατομική αλλά «καθολική». Εκλήθημεν να περιλάβωμεν εν εαυτοίς άπαν το πλήρωμα του ανθρωπίνου και Θείου έτι Είναι, αλλ’ οφείλομεν να αναγνωρίζωμεν ότι είμεθα μακράν }166} «τούτου». Και ούτως είναι απολύτως απαραίτητον δι’ έκαστον εξ ημών, οιονδήποτε προφητικόν χάρισμα και εάν κατέχωμεν, να βεβαιούμεθα δια της μαρτυρίας άλλων προσώπων ότι περικλειόμεθα εις το καθολικόν είναι, το κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού.
Πιστεύομεν ότι εις εκάστην δεδομένην ιστορικήν στιγμήν υπάρχουν εν τη Εκκλησία ζώντες μάρτυρες· ότι έως της συντελείας των ημερών του κόσμου τούτου δεν θα εκλείψη εκ της ανθρωπότητος η αυθεντική Θεογνωσία.
Μόνον μετά την ανεύρεσιν αυθεντικής επιβεβαιώσεως της ατομικής εμπειρίας ημών δυνάμεθα να εμπιστευθώμεν εαυτούς, και πάλιν ουχί υπερμέτρως. … εις έκαστον νέον βήμα είναι απαραίτητον να ενθυμώμεθα ότι η μετά αυτοπεποιθήσεως απομόνωσις ημών εγκυμονεί την δυνατότητα να αμαρτήσωμεν κατά της αληθείας. }167}
Η ψυχή αυτού (Γέροντος Σιλουανού) ήτο προσηλωμένη εις την θέαν του άδου, πέραν των ορίων της γης. Εθεώρει τον άδην τούτον δυνάμει της δοθείσης εις αυτόν πείρας της πραγματικότητος της πνευματικής καταστάσεως }169} του ανθρωπίνου πνεύματος. … Εμέ όμως προσωπικώς κατείχεν η θεωρία του άδου εν τω κόσμω τούτω, εν τη ιστορία. Ζων εν τη ερήμω, ουχί μόνον δεν απηλλάγην της καταστάσεως ταύτης, αλλά τουναντίον ηυξήθη το μαρτύριον μου υπέρ του κόσμου, ως συνέπεια των γεγονότων, εν γένει, της εποχής ημών, και προ παντός της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Η έρημος έδιδεν εις εμέ την ελευθερίαν να παραδοθώ εις την προσευχήν υπέρ της ανθρωπότητος, ιδιαιτέρως τας νυκτερινάς ώρας. Συνείχεν εμέ, κατά τινα τρόπον, η αίσθησις των παθημάτων της οικουμένης. Προς τούτο συνέβαλλεν η εμπειρία μου εκ του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και της μετ’ αυτόν Ρωσικής Επαναστάσεως. Έζων επί έτη εν πνιγηρά ατμοσφαίρα αδελφοκτόνου μίσους, … Έκτοτε θα προετίμων μάλλον να ακούω περί χιλιάδων ίσως θυμάτων εκ σεισμών, πλημμυρών, επιδημιών και άλλων θεομηνιών και καταστροφών, αίτινες προκαλούν συνήθως την συμπάθειαν πάντων, ή περί πολέμων, οίτινες σχεδόν ανεξαιρέτως παρασύρουν πάντας εις ηθικήν συμμετοχήν εις τους φόνους. Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα αμαρτία εκείνης του πολέμου. }170}
«Τετέλεσται» … εάν υποθέσωμεν ότι εν τη σφαιρική οράσει Αυτού εισήρχετο ουχί μόνον η έως και της εις άδου καθόδου άκρα κένωσις Αυτού, αλλ’ ωσαύτως και η όρασις της νίκης Αυτού επί του θανάτου. Διέβλεπε το πλήθος των υπ’ Αυτού σεσωσμένων εν τω Φωτί της Βασιλείας του Πατρός. Ό,τι ο δημιουργικός νους του Θεού συνέλαβε δια τον Άνθρωπον «προ καταβολής κόσμου» νυν αποβαίνει δυνατόν, πραγματοποιείται. Ο Χριστός εξεπλήρωσε το έργον, το οποίον ανέθεσεν εις Αυτόν ο Πατήρ.
Φόβος και φρίκη κυριεύουν ημών, όταν διανοίγωνται προ ημών τα έσχατα όρια των παθημάτων. Η ιδιομορφία όμως της χριστιανικής οδού έγκειται εις το ότι, 52
παραλλήλως προς την κατάβασιν εις την χώραν των βασάνων, γίνεται δυνατή και η ανάβασις του ανθρωπίνου πνεύματος εις την σφαίραν του ακτίστου Φωτός. Όταν εμπίπτουν εις ημάς αφόρητοι, ως φαίνονται, οδύναι, τότε απροσδοκήτως ανοίγεται η είσοδος προς το όντως άπειρον «περισσόν» ζωής· τότε αρχόμεθα να γνωρίζωμεν βαθύτερον τον Χριστόν και εν τη Ανθρωπότητι και εν τη Θεότητι Αυτού. Το πνεύμα ημών πανηγυρίζει και εκπλήττεται προ του θαύματος, όπερ εποίησε μεθ’ ημών ο Θεός. }171}
Εις τον πιστεύοντα δίδονται καταστάσεις, αίτινες εξομοιούν αυτόν προς τον Σαρκωθέντα Θεόν· δεν ομιλούμεν περί πλήρους ταυτότητος, αλλ’ ούτε αρνούμεθα αναλογίαν τινά. Το πρώτον θα ήτο αφροσύνη· ασέβεια και αγνωμοσύνη θα ήτο το δεύτερον.
Η ορμή του νοός ημών στρέφεται προς τον Όντα, την Αρχήν του παντός, τον Πρώτον και τον Έσχατον. Και πως θα ηδυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τον «ιστορικόν» Χριστόν παρόμοια κατηγορήματα, εάν η τήρησις των εντολών Αυτού δεν προσέφερεν εκείνους τους καρπούς, περί ών μετά τοιαύτης ευλαβείας και εμπνεύσεως ομιλούν οι Πατέρες ημών από γενεάς εις γενεάν; }172}
Εν αυτή τη ανεξιχνιάστω αιωνία στιγμή, και ημείς, κατά την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, θα περιλάβωμεν εν αγάπη την πληρότητα της απ’ αιώνος κτίσεως δια μιάς στιγμιαίας, αθανάτου, πράξεως όλης ημών της υπάρξεως. Και τότε ο Θεός θα είναι τα πάντα εν πάσι.
Το είναι της λογικής κτίσεως οφείλει να τελειωθή κατ’ εικόνα της Τριαδικής Θεότητος. Εις τούτο έγκειται το νόημα, ο προορισμός και το έργον της Εκκλησίας του Χριστού: «Ίνα πάντες έν ώσι καθώς Συ, Πάτερ, εν Εμοί καγώ εν Σοί, ίνα και αυτοί εν Ημίν έν ώσιν». Είναι φανερόν ότι έκαστον μέλος της Εκκλησίας οφείλει να φθάση εις το πλήρωμα της ομοιώσεως προς τον Χριστόν, μέχρι και της ταυτότητος μετ’ Αυτού (κατ’ ενέργειαν βεβαίως, ουχί κατ’ ουσίαν), άλλως δεν θα πραγματοποιηθή η ενότης της Εκκλησίας καθ’ ομοίωσιν της ενότητος της Αγίας Τριάδος. }174}
Η’ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Το πνεύμα του ανθρώπου, ως εικών του Πνεύματος του Θεού, κτισθέν ακαταλήπτως υπ’ Αυτού, γεννάται, κατά τινα τρόπον, εντός του υλικού σώματος ημών, ενώ κατά την φύσιν αυτού ίσταται υπεράνω της κοσμικής ύλης. Εκ της συναντήσεως αυτού μετά του Χριστού, αυξάνει κατά την υποστατικήν αυτού συνείδησιν έως εκείνης της ωριμότητος, καθ’ ήν καταργείται η εξάρτησις αυτού εκ των φυσικών νόμων της γης, και άρχεται να προσλαμβάνη ενεργώς την πνοήν της Θείας αιωνιότητος. }175}
Καίτοι είναι κτίσμα του Θεού, εν τούτοις ο Δημιουργός απευθύνεται προς αυτόν ουχί ως προς «ενέργημα» Αυτού, αλλ’ ως προς καθωρισμένον γεγονός, έτι και δι’ Αυτόν τον Ίδιον. … Ούτως, η Εκκλησία απορρίπτει έτι και την Θείαν αιτιοκρατίαν, τουτέστι την «ωριγενιστικήν», κατά την οποίαν η Θεία αγαθότης θα ανεύρη οδούς να σώση τους πάντας, άνευ παραβιάσεως της αρχής της ελευθερίας.
53
Η ελευθερία αύτη, της οποίας η εμπειρία δίδεται εις τον χριστιανόν, ανήκει εις την ενυπάρχουσαν εν τω ανθρώπω προσωπικήν αρχήν. Τα δύο ταύτα, το Πρόσωπον και η ελευθερία, είναι αρρήκτως ηνωμένα: Όπου δεν υπάρχει ελευθερία, εκεί δεν υπάρχει Πρόσωπον. … Αυτός ο τρόπος αιωνίου υπάρξεως χαρακτηρίζει αποκλειστικώς το Πρόσωπον και ουδόλως το άτομον. }176}
Ως προς τον έσχατον αυτοπροσδιορισμόν ημών, εν αναφορά προς τον Θεόν, είμεθα αυτεξούσια πρόσωπα. … το μοιραίον τούτο αυτεξούσιον αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν δια το κτιστόν πρόσωπον, προς ανάβασιν δια την πρόσληψιν της Θείας Ζωής.
Ημείς κτισθέντες εκ του «μηδενός», δεν έχομεν το είναι εν εαυτοίς:
Ο χριστιανός εκλήθη να έχη την τόλμην να πιστεύη ότι δυνάμεθα να οικειοποιηθώμεν το Θείον Είναι. Τούτο δεν ανήκει εις ημάς, ούτε διαθέτομεν δυνάμεις να δημιουργήσωμεν αυτό, διότι είμεθα κτίσματα. }177}
Θεωρεί εαυτόν ως πληρότητα, ως ολοκληρωμένην προσωπικότητα. Εν ενί λόγω λέγει: «Ζω εγώ». … Έχει μόνον την συνείδησιν ότι εκείνη η ζωή, την οποίαν είχον οι γονείς αυτού, μετεδόθη εις αυτόν, εχύθη εις τας φλέβας αυτού, εγένετο ιδική του, εύρε την ιδίαν αυτής πορείαν. }178}
Όταν η άναρχος αύτη ζωή μεταδίδηται υπαρκτικώς εις ημάς, αισθανόμεθα αυτήν ως ιδίαν ημών ζωήν. Γνωρίζομεν εκ προγενεστέρας πείρας ότι η ζωή αύτη εδόθη υπό του Θεού· δεν ανήκει εις ημάς κατά την ουσίαν αυτής, χαρίζεται όμως εις τους σωζομένους ως αναφαίρετος κληρονομία, γίνεται όντως η ζωή ημών. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής δια των λόγων του αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Επαναλαμβάνω εκ νέου: Γνωρίζω ότι Εκείνος ζη εν εμοί, αλλ’ η ζωή Αυτού εγένετο ο εσώτατος πυρήν όλης της υπάρξεώς μου, ώστε δύναμαι να ομιλώ περί αυτής ως περί ιδίας ζωής: Ζη Κύριος, ζω και εγώ.
Η είσοδος ημών προς κατοχήν της αθανάτου ταύτης ζωής προϋποθέτει την τήρησιν των εντολών του Κυρίου.
Η ομοίωσις της φύσεως ημών προς τον Θεόν γεννά εν ημίν φυσιολογικώς την δίψαν προς γνώσιν της Αληθείας, προς αγώνα δια την Θείαν τελειότητα. Η τελειότητα }179} αύτη δεν υπάρχει εν ημίν, αλλ’ εν τω Πατρί, Όστις είναι Πηγή παντός υπάρχοντος.
Η βουλή αύτη είναι οικεία εις το πνεύμα ημών, καίτοι υπερβαίνει την κτιστήν ημών φύσιν. Η υπερβατικότης του Πατρός εξηγεί το απαραίτητον της πάλης δια την πλήρη αφομοίωσιν αυτής υφ’ ημών· και ημείς πορευόμεθα ελευθέρως προς τον αγώνα τούτον τον μαρτυρικόν και ταυτοχρόνως πλήρη εμπνεύσεως. }180}
… επικαλούμενοι τον Πατέρα ημών, υπό την λέξιν «ημών» εννοούμεν όλην την ανθρωπότητα, και δια της αυτής καρδίας εκζητούμεν την χάριν δια πάντας ανθρώπους, ως και δι’ ημάς αυτούς:
Κατά την χριστιανικήν αντίληψιν το κακόν, ως και το αγαθόν, είναι παρόν μόνον εκεί, όπου υπάρχει υποστατική μορφή του είναι. Εκτός του είδους αυτού της ζωής δεν υφίσταται το κακόν, αλλά μόνον καθωρισμέναι φυσικαί διαδικασίαι. }182}
… ο Κτίστης περιφρουρεί την ανθρωπίνην ελευθερίαν ως την θεμελιώδη αρχήν εν τη δημιουργία θεοειδών υπάρξεων. Η επέμβασις του Θεού εις την ζωήν 54
των ανθρώπων, οσάκις η θέλησις αυτών θα έκλινε προς τας οδούς των ανοσιουργημάτων, θα ισοδυνάμει προς στέρησιν της δυνατότητος του αυτοπροσδιορισμού·
Ο Θεός βεβαίως σώζει και μεμονωμένα πάσχοντα άτομα και ολοκλήρους λαούς, όταν ούτοι κατευθύνουν τα διαβήματα αυτών εις τας οδούς Αυτού, επικαλούμενοι την παρ’ Αυτού βοήθειαν. }183}
Η προσευχή υπερέχει κατ’ αξίαν πάσης άλλης δραστηριότητος εις τον κοινωνικόν, πολιτικόν, επιστημονικόν ή και καλλιτεχνικόν τομέα.
Το πρώτον γνώρισμα της ελευθερίας είναι η απροθυμία ημών να εξουσιάζωμεν οιουδήποτε. Η επομένη βαθμίς αυτής είναι η εσωτερική ημών χειραφέτησις από της εξουσίας των άλλων εφ’ ημών· }184}
Μέγας και θαυμαστός ο κόσμος της αγίας ελευθερίας! Άνευ αυτής είναι αδύνατος η σωτηρία ως θέωσις του ανθρώπου. Είναι ανάγκη ο ίδιος ο άνθρωπος να διατεθή ελευθέρως δια την αιωνιότητα. }185}
… το πάθος της κυριαρχίας επί του αδελφού έχει ως άμεσον συνέπειαν την απώλειαν της ημετέρας ανεξαρτησίας, και επί πλέον, πράγμα φοβερόν, τον χωρισμόν από του Θεού της αγάπης, την στέρησιν της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Εν τω βάθει της ψυχής του «κατακτητού» ετοιμάζεται πτώσις εις το κενόν της ανυπαρξίας. }186}
Η ασκητική έννοια «έρημος» δεν αναφέρεται εις γεωγραφικόν τόπον, αλλά εις τρόπον ζωής: Είναι η απομάκρυνσις από των ανθρώπων, κατά την οποίαν ουδείς βλέπει ή ακούει τον ασκητήν, ουδεμία ανθρωπίνη εξουσία ασκείται επ’ αυτού, και ο ίδιος ουδένα εξουσιάζει. Η ελευθερία αύτη είναι απαραίτητος δια την πλήρη κατάδυσιν του πνεύματος, αλλά και όλης της υπάρξεως ημών, εις την Θείαν σφαίραν. Τότε είναι δυνατόν να μεταδοθή εις ημάς η υπερτέρα πασών των αξιών της γης Θεία απάθεια. Εν αυτή ο άνθρωπος ουδόλως διανοείται υπεροχήν έναντι του αδελφού αυτού. Ουδόλως επιδιώκει τιμήν, δόξαν, έτι μάλλον, υλικόν πλούτον. … η ελευθερία των τέκνων του Θεού … όταν ο άνθρωπος αληθώς κατανικά την επ’ αυτού εξουσίαν της αμαρτίας και του θανάτου. … Δεν λέω ότι προσέλαβον την δωρεάν ταύτην … Κατά καιρούς όμως διέμενον εν τω μεθορίω εκείνω, εν τω οποίω κατενόουν ότι το πλήρωμα της ελευθερίας έρχεται, όταν καταλυθή ο θάνατος.
Όστις δεν πτοείται υπό του θανάτου, ούτος βαδίζει επί της οδού προς την ελευθερίαν. Ο άνθρωπος κρατείται }187} εν δουλεία, εάν εν αυτώ υπερισχύη η «προσπάθεια» εις τα γήινα. }188}
Θ’ ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΩΣ
Η αυθεντικώς αγία έμπνευσις, η Άνωθεν εκ του Πατρός εκπορευομένη, εις ουδένα επιβάλλεται δια της βίας, αλλ’ αποκτάται, ως και παν άλλο δώρον του Θεού, δι’ εντατικού αγώνος προσευχής. Τούτο δεν σημαίνει ότι ο Θεός, τρόπον τινά, αμείβει δια τους κόπους, αλλ’ ότι παν το δια συνέσεως και δια παθημάτων αποκτώμενον γίνεται αναφαίρετον κτήμα του ανθρώπου δια την αιωνιότητα. Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς, όπως αναγεννηθώμεν πλήρως δια της ενεργείας της χάριτος 55
και αποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητα αποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητα αποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητα αποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητα αποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητααποκαταστήσωμεν εν ημίν την ικανότητα να προσλάβωμεν να προσλάβωμεννα προσλάβωμεννα προσλάβωμεννα προσλάβωμεν να προσλάβωμεννα προσλάβωμεννα προσλάβωμεννα προσλάβωμεννα προσλάβωμεννα προσλάβωμεν την θέωσιν. … Ο Θεός παραδίδει όντως εις ημάς την ζωήν Αυτού, ως προσωπικόν ημών κτήμα, υπό την πλήρη έννοιαν της λέξεως. Η προαιώνιος Θεία δόξα κατοικεί εντός των λελυτρωμένων υπ’ Αυτού, και τούτο, ουχί ως τι επιπρόσθετον –αλλότριον της φύσεως ημών-, ουχί ως παρουσία εν ημίν πράγματος «ξένου» και «αδίκου». Ουχί. Η αληθής θέωσις έγκειται εις το ότι η λογική φύσις μετέχει της ανάρχου ζωής του Ιδίου του Θεού κατά τρόπον ενεργόν και αναφαίρετον εις τους αιώνας. Εν άλλαις λέξεσιν, η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω η ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπωη ζωή του Θεού «υποστασιούται» εν τω ανθρώπω δια του αυτού τρόπου, δι’ ου σαρκωθείς ο Θεός ενυποστασίασε –προσέλαβεν εν τη υποστάσει Αυτού- την κτισθείσαν υπ’ Αυτού μορφήν της υπάρξεως ημών. Εν τω μέλλοντι αιώνι η ενότης του Θεού μετά του ανθρώπου θα καταστή πλήρης εν παντί τω περιεχομένω του Είναι Αυτού, εκτός, εννοείται, της ταυτότητος κατά την Ουσίαν. Η τελευταία αύτη είναι αμέθεκτος υπό των κτισμάτων και παραμένει }190} πάντοτε απρόσιτος εις πάσαν κτισθείσαν ύπαρξιν: Αγγέλους και ανθρώπους.
Δια της συνεπούς διαμονής εν τη σφαίρα των εντολών του Χριστού θεραπεύεται ο εκ της αμαρτίας ημών θάνατος, και η ζωή ημών άπασα διαπεράται υπό του Ακτίστου Φωτός της Θείας Αιωνιότητος.
Όταν η ψυχή κατά τρόπον υπαρκτικόν άπτηται της αιωνιότητος ταύτης, τότε εκπίπτουν αφ’ ημών τα χαμερπή πάθη. Απαλλασόμεθα της αδελφοκτόνου πάλης προς απόκτησιν επιγείων προνομίων, κατέρχεται εφ’ ημάς η «ειρήνη του Χριστού» και λαμβάνομεν την δύναμιν «να αγαπώμεν τους εχθρούς». … Η ειρήνη του Χριστού είναι πολυτιμοτέρα παντός θησαυρού, πάσης χαράς και απολαύσεως επί της γης. }191}
Είναι αρκετόν εις ημάς να έχωμεν ολίγην τροφήν, να είμεθα υπό στέγην και το σώμα ημών να είναι κεκαλυμμένον ένεκα του ψύχους και της αιδούς, προκειμένου ο νους ημών –το πνεύμα ημών- να είναι ελεύθερος να βυθίζηται εν τη μελέτη του Θείου Είναι, του υπό του Χριστού αποκαλυφθέντος εις ημάς. }192}
Ι’ ΠΕΡΙ ΚΕΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΩΣ
Δια της υπερηφανίας η ανθρωπότης υπετάγη εις την φθοράν. Είναι απαραίτητον όπως χειραγωγηθώμεν υπό της Ευαγγελικής διδαχής, ίνα αναγεννηθώμεν εν τω Θεώ και επανέλθωμεν εις το πρωτόκτιστον πνευματικόν κάλλος. }193}
Η πίστις ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Σωτήρ του ανθρώπου δεν θα επιτρέψη να εκπέσωμεν απ’ Αυτού κατά την διάρκειαν της απροβλέπτου και ακαταλήπτου διαδικασίας της καθάρσεως ημών εκ του «πλούτου» της αμαρτίας. … Χάριν αυτών, των Αποστόλων και των Πατέρων, κατέχομεν την γνώσιν του μυστηρίου των οδών της σωτηρίας. Αι αδιόρατοι αύται οδοί κρέμανται υπεράνω αβύσσων. Επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει άλλη δύναμις, άλλη σύνεσις, ικανή να αποτρέψη την εκτροπήν ημών εκ των οδών τούτων και τον καταποντισμόν εις τας ζοφώδεις αβύσσους, ει μη η ακατάλυτος πίστις εις τον Χριστόν-Θεόν. «Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών».
56
ΑΙ ΟΔΟΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
Αι εντολαί θέτουν ημάς πρόσωπον προς Πρόσωπον ενώπιον του Απολύτου Είναι. Πάσαι αι προσπάθειαι ημών, όπως τηρήσωμεν αυτάς, αναποφεύκτως αποτυγχάνουν. Ανακαλύπτομεν την πλήρη ανικανότητα ημών δια την πορείαν ταύτην. Παρατηρούμεν εν ημίν δολιότητα πνεύματος-νου και πάθη καρδίας, άτινα φονεύουν ημάς. Ο φόβος εκ της εκπτώσεως από του Θεού, εις τον Οποίον επιστεύσαμεν, είναι μέγας. Εκ του φόβου τούτου ερχόμεθα εις συντριβήν }194} καρδίας δια την κατάστασιν ημών. Απορρίπτομεν εκείνα, τα οποία εθεωρούμεν κατά το παρελθόν ως πλούτον ημών. Απογυμνούμεθα από πασών των γηίνων προσκολλήσεων και γνώσεων, έτι δε και από του ιδίου θελήματος. Πτωχεύομεν και «κενούμεθα». Βεβαίως η πλέον βαρεία δοκιμασία έγκειται εις το ότι, παρά την άκραν έντασιν όπως παραμείνωμεν πιστοί εις τον Θεόν, υπομένομεν περιόδους εγκαταλείψεως υπό του Θεού. Η πνευματική πτωχεία, ομού μετά της οδύνης της Θεοεγκαταλείψεως, βυθίζει ημάς εις απόγνωσιν. Αισθανόμεθα ως να βαρύνη εφ’ ημών φοβερά τις κατάρα. Είναι δυνατόν να πάσχωμεν εις πάντα τα επίπεδα του είναι ημών: το πνεύμα, τον νουν, την καρδίαν, το σώμα. Εις παρομοίας ακριβώς στιγμάς το πνεύμα ημών συλλαμβάνει την βιβλικήν αποκάλυψιν περί της αυθεντικής τραγωδίας της πτώσεως του Ανθρώπου, και η πίστις εις την αγάπην του Χριστού παροτρύνει ημάς, όπως παραδοθώμεν εις πλήρη κατά το δυνατόν μετάνοιαν. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια ημών, τοσούτον ευρύτερον διανοίγονται ενώπιον ημών τα έως τότε κεκαλυμμένα βάθη του είναι ημών. Συνειδητοποιούντες εναργώς το άπελπι της καταστάσεως ημών, αρχόμεθα να μισώμεν εαυτούς ως είμεθα.
Αύτη η μορφή κενώσεως ή ταπεινώσεως δεν επιτυγχάνεται δι’ ανθρωπίνων προσπαθειών. Είναι δώρον του Θεού Σωτήρος. Είναι η χάρις της μετανοίας «εις άφεσιν αμαρτιών». Δεν κατανοούμεν την εν ημίν ενέργειαν Αυτού, αλλ’ εν τούτοις δια της δυνάμεως Αυτού σμικρυνόμεθα μέχρι του μηδενός· και τούτο είναι δι’ ημάς φρικτόν: Ούτος εγκατέλιπεν ημάς. Αυτός, η μόνη αναζήτησις ημών και αγάπη, εκρύβη αφ’ ημών.
Δι’ αυτού του τρόπου επιτελείται η κάθαρσις ημών εκ της «κατηραμένης» κληρονομίας. }195} Δι’ αυτής της οδού εισδύει βαθμηδόν εντός ημών ήδη νέα άκτιστος ενέργεια: Μετέχομεν του Θείου Είναι. Τότε έρχεται το Θείον Φως και περιπτύσσεται ημάς.
Επιστρέφοντες εις το μηδέν γινόμεθα «ύλη», εξ ής ίδιον εις τον Θεόν ημών είναι να δημιουργή. Ούτος, και ουδείς άλλος, εφανέρωσεν εις ημάς το μυστήριον τούτο. … Αναζητώ λόγους ίνα εκφράσω μυστήριον απολεσθέν υπό των ανθρώπων (ΚΑΙ ΣΤΗΝ 211}. … Δεν είμαι εγώ όστις επενόησε την διδαχήν ταύτην, αλλ’ εμυήθην εις αυτήν, Θεία συγκαταβάσει, υπό του εκλεκτού (αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου) Αυτού. }196}
Ο Κύριος, Όστις ευδόκησε κατά τους νηπιακούς μου χρόνους να ίδω το Φως Αυτού μετά παιδικής απλότητος, παρεχώρησε να ζήσω πτώσιν, ομοίαν προς εκείνην του Αδάμ. }197}
Ο άνθρωπος, αποκεκομμένος εκ της Παραδόσεως, δεν είναι εις θέσιν να πορευθή μόνος την οδόν του Χριστού. … Ο έχων σώας τας φρένας θα αποφύγη την αυτάρκειαν και θα αναζητήση αξιοπίστους μάρτυρας, ίνα μάθη «μήπως εις κενόν 57
τρέχει». … η γνωριμία μετά των έργων των Ασκητών ανταπεκρίνετο όντως εις τας ανάγκας μου. }198}
Ανακαλύπτων εν τοις συγγράμασιν αυτών ομοιότητα προς την εμπειρίαν μου, συνέβαινε να αισθάνωμαι κύμα ικανοποιήσεως, όπερ ως ελώδης ιλύς εκάλυπτε την καρδίαν μου. Τότε απεχώρει, ενίοτε επί μακρόν, η όρασις του ουρανίου Φωτός. Περιέπιπτον εις μεγάλην λύπην εξ αιτίας του φαινομένου τούτου. Εφαίνετο εις εμέ ότι ευρισκόμην προ αδιεξόδου: Δεν ηδυνάμην να είμαι αυτάρκης. Οσάκις όμως κατενόουν εκείνο, όπερ η δεξιά του Θεού απέστελλεν εις εμέ, τότε η «αριστερά» μου κατέστρεφε το παν. «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;». Προσηυχόμην κατακλυζόμενος υπό δακρύων συντριβής, και ευθύς, ως ενεφανίζετο πλησίον που εν τω αέρι λογισμός κενοδοξίας, ανιστάμην πάραυτα από της γης απεστερημένος πάντων: Δεν υπήρχον δάκρυα, η ψυχή ήτο ηρημωμένη· το σώμα ήτο υγιές, η πνευματική όμως ζωή αφίστατο απ’ εμού.
«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών». Οι λόγοι ούτοι του Χριστού κείνται εις θεμέλιον της ασκητικής ζωής, ήτις οδηγεί προς την σωτηρίαν, εννοουμένην ως θέωσιν. }199}
Είναι θλιβερόν να πειθώμεθα εις έκαστον βήμα περί της αδυναμίας ημών. Ο νους ημών είναι στενός, ίνα συλλάβη τα άγια προστάγματα Αυτού. }200}
Γνωρίζομεν εκ πείρας ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος προς απαλλαγήν εκ του κληρονομηθέντος εν τη πτώσει ειδεχθούς πάθους της υπερηφανίας.
Η μετάβασις εκ της φθοράς, της κληρονομηθείσης παρά του Αδάμ, εις την περιοχήν του ανεσπέρου Φωτός του Χριστού είναι γεγονός σημαντικώτερον πάντων των άλλων γεγονότων της γης. Σημείον της προσεγγίσεως εις το μέγα τούτο μυστήριον αποτελεί η εν ημίν εμφάνισις του αγίου μίσους προς ημάς αυτούς. … Αυστηρώς ελέγχομεν και άνευ οίκτου καταδικάζομεν εαυτούς εις τον άδην ως αναξίους του Θεού. Ούτως υπερνικώμεν την τάσιν να συγκαταβαίνωμεν εις τας αδυναμίας ημών, να συγχωρώμεν ευκόλως τας παραβάσεις ημών, ιδιαιτέρως όταν αύται διαπράττωνται μόνον κατά διάνοιαν. Ο αγών ημών είναι μεγαλειώδης. Εν αυτώ επιστρατεύεται πάσα η ύπαρξις ημών. Εάν κερδήσωμεν, κατακτώμεν την αθανασίαν εν τω ανάρχω Φωτί. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν».
Η διδαχή του Χριστού πηγάζει «από του Πατρός των Φώτων»· συμφυής μετ’ αυτής είναι η Θεία τελειότης. Ανήκει εις άλλο επίπεδον του είναι. Ουδείς }201} εκ των ανθρώπων δύναται να συμμορφώση την ζωήν αυτού προς το Ευαγγέλιον δια μόνης της δυνάμεως αυτού. Όσον και εάν εντείνωμεν την προσπάθειαν ημών, η εντολή παραμένει ανέφικτος εν τη τελειότητι αυτής.
Η απόλυτος τελειότης δεν είναι εφικτή εν τοις ορίοις της επιγείου ζωής, και είναι επικίνδυνον να αισθανώμεθα ικανοποιημένοι δια τα ήδη κεκτημένα. Όσοι δεν πιστεύουν εις τον Θεόν, δεν γνωρίζουν την Θεοεγκατάλειψιν. Την εξ αυτής θλίψιν διέρχονται μόνον εκείνοι, οίτινες εγνώρισαν ήδη την αγαθότητα του Θεού και αγωνίζονται δι’ όλων των δυνάμεων αυτών, όπως παραμείνουν εν Αυτώ και συν Αυτώ. Όσον εντονώτερον εγεύθη ο άνθρωπος της χαράς της μετά του Θεού ενώσεως, τοσούτον βαθύτερον πάσχει εκ του χωρισμού απ’ Αυτού. … «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί Με εγκατέλιπες;». Η τοιαύτη τελεία κένωσις του «ανθρώπου Χριστού 58
Ιησού» μετετράπη εις εξ ίσου τελείαν θέωσιν της φύσεως ημών, την οποίαν προσέλαβε δια της σαρκώσεως Αυτού. }202}
Οφείλει ο χριστιανός να προσεγγίση, εν τινι μέτρω, εις την κατάστασιν της κενώσεως, όπως αξιωθή να προσλάβη την σωτηρίαν, ήτις είναι πάντοτε ανάλογος προς το βάθος της προσωπικής αυτού κενώσεως. Τοιαύτη είναι η αγάπη του Θεού: Εν τη αιωνιότητι χαρακτηρίζεται υπό της άκρας εντάσεως του Είναι, ουδέποτε ελαττουμένης εν τη πλήρει αυταπαρνήσει αυτής. Η αγάπη αύτη είναι ταπεινή, και είναι φυσικόν εις την Θείαν ταπείνωσιν να προσφέρηται προς πάντας τους ερχομένους προς αυτήν. Εν τη Βασιλεία του Θεού Πατρός ουδείς απομονούται εγωιστικώς εν εαυτώ. Η αγία αγάπη μεταφέρει όλον τον πόθον αυτής εις τους ηγαπημένους. Εναγκαλίζεται εν ταπεινώσει όλον τον κόσμον, τον Θείον και τον κτιστόν. Κατ’ αυτόν τον τρόπον άπαν το Είναι αποβαίνει το περιεχόμενον αυτής(ΣΥΜΒΟΛΟ). Εις τούτο έγκειται το μεγαλείον της αγάπης, ο άμετρος πλούτος και η άφατος μακαριότης αυτής.
Τουναντίον, ο εν αυταρεσκεία εγκλεισμός του ανθρώπου εν εαυτώ αποτελεί την άκραν στέρησιν και το σκότος του άδου. Ο έσχατος βαθμός εγωκεντρικότητος εκφράζεται ως μίσος προς τον Θεόν.
Η Θεία αγάπη αποκτάται δια μακράς πείρας αυτοκενώσεως. }203}
Η χριστιανική τελειότης υπερβαίνει τον άνθρωπον: Είναι Θεία. Ο Κύριος εφανέρωσεν αυτήν εις ημάς δια της σαρκώσεως Αυτού. Ουδείς απεχώρησεν εκ του κόσμου τούτου φθάσας εις ίσον προς Αυτόν μέτρον τελειότητος. … Το ουράνιον πυρ, όπερ διατρέχει την ζωήν της Εκκλησίας και τα Μυστήρια αυτής, συγκρατεί δια μέσου των αιώνων την πίστιν εις το Ευαγγέλιον, «ό ουκ έστι κατ’ άνθρωπον, ουδέ … παρά ανθρώπου…, αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού». }206}
Πολλοί θα σωθούν και θα ευφρανθούν εν τω ωκεανώ της αγάπης του Χριστού. Ολίγοι όμως θα είναι εκείνοι οίτινες, ουχί άνευ φόβου, θα δεχθούν την φλόγα ταύτην, φέροντες εισέτι την γηίνην σάρκα. … Ενθυμούμαι ότι ο μακάριος Γέρων Σιλουανός, εκ συγκαταβάσεως προς εμέ, τον πένητα, είπέ ποτε: «Η φθαρτή φύσις ημών δεν δύναται να βαστάση το πλήρωμα της χάριτος· ένεκα τούτου η εμφάνισις του Θεού εν τη προαιωνίω δόξη Αυτού είναι δυνατή μόνον εν βραχυτάτη στιγμή· και τούτο ουχί άλλως, ει μη δια της πρότερον ενισχύσεως του σώματος και του ψυχισμού υπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος … Είναι ευκολώτερον να μεταφέρη τις δια γυμνών χειρών ανημμένους άνθρακας εις απόστασιν, λόγου χάριν, εκατόν μέτρων, ή να ανθέξη την χάριν ταύτην και να παραμείνη εν ζωή».
Οι φορείς τοιαύτης γνώσεως θέτουν την σφραγίδα αυτών επί πλήθους πιστών. Χάριν αυτών διατηρείται η ζώσα παράδοσις του πνεύματος της ζωής ανά τους αιώνας της ιστορικής πραγματικότητος.
Ούτος (ο Χριστός) είναι ο «λίθος» ο αποδοκιμασθείς υπό των αρχόντων του κόσμου τούτου, αλλά κείμενος εν τω πραγματικώ είναι εις θεμέλιον παντός υπαρκτού. Όταν το υπ’ Αυτού ριφθέν }207} επί της Γης Πυρ εγγίση την καρδίαν του ανθρώπου, τότε μόνον ευρίσκει ούτος την δύναμιν να ακολουθήση Αυτόν εις την Γεσθημανή και τον Γολγοθάν. Να ακολουθήση βεβαίως Αυτόν πνεύματι, εν βαθεία οδύνη της συνόλου υπάρξεως αυτού. Τοιούτου είδους γνώσις του Κυρίου, του «κατελθόντος εκ των ουρανών» εις την Γην, έτι δε και εις τον άδην, οδηγεί εις την εν μέρει πρόγευσιν της αναστάσεως.
59
Δίδεται εις αυτούς (τους χριστιανούς) η δια πείρας γνώσις των ζοφερών αβύσσων, αλλά και η ευφρόσυνος θεωρία του Φωτός της Βασιλείας. Η Βασιλεία αύτη είναι πανταχού παρούσα. Η είσοδος όμως εις αυτήν εξαρτάται μόνον εκ του Θεού, διότι αύτη δεν είναί τι το «αντικειμενικώς» υπάρχον, αλλ’ είναι Αυτός Ούτος ο έχων την εξουσίαν να προσλάβη ημάς προς Εαυτόν ή, όπερ και ταυτόσημον, να σκηνώση εν ημίν σκηνώματι αιωνίω. Τότε μένομεν εν Αυτώ και Αυτός εν ημίν· και η Ζωή Αυτού γίνεται ζωή ημών αναφαίρετος.
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ
… Κατ’ εκείνην την Θεοεγκατάλειψιν, την οποίαν εξέφρασεν ούτος δια των λόγων «Θεόν εκδυσωπήσαι αδύνατον», ήτο φανερά η Πρόνοια του Θεού, ήτις έδωκεν εις τον Σιλουανόν να }208} βυθισθή εις το σκότος της απογνώσεως, να γευθή την φρικαλέαν δια την ψυχήν νέκρωσιν, να σμικρυνθή μέχρι του μηδενός ένεκα της απ’ αυτού απομακρύνσεως του Θεού. Αλλ’ αυτή η κάθοδος εις τον άδην ητο η προετοιμασία της ψυχής αυτού, ίνα δεχθή τον εν μεγάλη δυνάμει εμφανισθέντα εις αυτόν Χριστόν.
«Ο Κύριος εδίδαξεν εμέ να κρατώ τον νουν μου εις τον άδην και να μη απελπίζωμαι, και κατ’ αυτόν τον τρόπον ταπεινούται η ψυχή μου, αλλά τούτο δεν είναι εισέτι εκείνη η αληθινή κατά Χριστόν ταπείνωσις, ήτις είναι απερίγραπτος …
Η ταπείνωσις του Χριστού ενοικεί εις τους ελαχίστους, και ούτοι χαίρουν, διότι είναι ελάχιστοι. … Η ταπείνωσις είναι Φως, εν ώ δυνάμεθα να ίδωμεν τον Θεόν-Φως». }209}
… είναι απαραίτητος, ως έδειξεν εις εμέ η πείρα μου ως πνευματικού, η υπόμνησις περί της απολεσθείσης υπό των πολλών γνώσεως των οδών της σωτηρίας (ΚΑΙ ΣΤΗΝ 196}. }211}
«Θεόν εκδυσωπήσαι αδύνατον», εσκέφθη ο Άγιος. Επέπεσεν επ’ αυτόν πνεύμα απογνώσεως. Είχε την αίσθησιν ότι ο Θεός απεστράφη αυτόν έως τέλους και ότι δεν υπάρχει πλέον σωτηρία δι’ αυτόν. Η ψυχή αυτού ενατένιζεν εναργώς εις την αιωνίαν απώλειαν. Γράφει ούτος: «Το πνεύμα τούτο είναι τοσούτον απαίσιον και βασανιστικόν, ώστε είναι φοβερόν και να επαναφέρης αυτό εις την μνήμην. Είναι αδύνατον να βαστάση τούτο η ψυχή επί πολύ … μετέβην εις τον ναόν … και ατενίσας εις την εικόνα του Σωτήρος είπον: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν”. Και ευθύς είδον εις την θέσιν της εικόνος τον Ζώντα Κύριον, και η χάρις του Αγίου Πνεύματος επλήρωσε την ψυχήν και όλον το σώμα μου. Και ούτως εν Πνεύματι Αγίω εγνώρισα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός· και ηδέως επόθουν όπως πάσχω δια τον Χριστόν».
Το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό της εμφανίσεως του Ζώντος Κυρίου εις τον Σιλουανόν, μετά την δοκιμασίαν αυτού, μαρτυρεί περί του ότι εν εκείνη τη ώρα η κατάστασις }212} του Αγίου Γέροντος δεν απείχε πολύ της καταστάσεως του Χριστού επί του Γολγοθά: «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες». Γνωρίζομεν ότι ο ορών ο,τιδήποτε Θείον οφείλει να ευρίσκηται και ο ίδιος εις κατάστασιν ανάλογον του ορωμένου.
60
… Εν θανασίμω θλίψει μετέβη (ο Σιλουανός) εις τον ναόν, και ευθύς ως προέφερε την προσευχήν «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», είδεν Αυτόν Ζώντα· και πάσα η ύπαρξις αυτού επληρώθη του πυρός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος μέχρι των ορίων των δυνάμεων αυτού. Εκ της οράσεως περιήλθεν ούτος εις πλήρη εξάντλησιν, και ο Κύριος εγένετο άφαντος. Δια του Πνεύματος όμως του Θεού ο Σιλουανός ηρπάγη εις τον ουρανόν, όπου ήκουσεν άρρητα ρήματα.
Η ζωή του χριστιανού είναι παράδοξος και εξαιρετικώς ιδιόμορφος. Η Θεοεγκατάλειψις και το σκότος της αιωνίου απωλείας συνυφαίνονται μετά της εμφανείας του Θεού εν τω ακτίστω Φωτί. Ως συμβαίνει και κατά την χάριν της μνήμης του θανάτου, η αιωνιότης παρουσιάζεται κατ’ αρχήν υπό αρνητικήν μορφήν, τουτέστιν ως γενική απόσβεσις της υπάρξεως, ύστερον όμως μεταβάλλεται εις θεωρίαν του Φωτός της αναστάσεως. }213}
Σπανίως, καθ’ όλην την διάρκειαν της ιστορίας της Εκκλησίας, εδόθη εις άνθρωπον να βιώση την κατά παραχώρησιν Θεού εγκατάλειψιν εις τοιούτον μέτρον, ως ο δούλος του Θεού του Υψίστου Σιλουανός. Ότε, κατά την εμφάνισιν του Χριστού, περιέλαμψεν αυτόν το μέγα }215} Φως, τότε, ό,τι εφαίνετο ως θανάσιμος εκ της Θεοεγκαταλείψεως πόνος, μετετράπη εις «ταπείνωσιν Χριστού, ήτις είναι απερίγραπτος». Αύτη είναι η οντολογική πλευρά της ανάρχου αγάπης του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός, ο απόλυτος εν τη απείρω Αυτού παντοδυναμία, είναι απόλυτος δι’ ακαταλήπτου τρόπου και εις την «κένωσιν-ταπείνωσιν», Αυτού.
Όστις ηγάπησε φλογερώς τον Ιησούν Χριστόν, τον Θεόν-Δημιουργόν ημών και Θεόν-Σωτήρα, αφεύκτως ζη δύο εκ διαμέτρου αντιθέτους φαινομενικώς καταστάσεις: την εις άδου κάθοδον και την εις ουρανούς ανάβασιν.
Η «διαπασών» της χριστιανικής ζωής υπερβαίνει αμέτρως την συνήθη ακοήν των ανθρώπων. «Υπερβαίνει» αυτήν και κατά το βάθος και κατά το ύψος. Δυστυχώς πλείστοι είναι εκείνοι, οίτινες δεν συλλαμβάνουν τα θαυμαστά κύματα του θείου ύμνου, τα εκπεμπόμενα εκ του ανεξιχνιάστου βάθους του προαιωνίου Είναι. Εις τον πιστεύοντα εις την Θεότητα του Χριστού, και δυνάμει της πίστεως ταύτης οικοδομούντα την ζωήν αυτού επί την πέτραν του λόγου-διδαχής Αυτού, αποκαλύπτονται απόκρυφοι άβυσσοι, ανυποψίαστοι δια τους μη αποδεχθέντας τον Χριστόν ως τον Αληθινόν Θεόν, ως την παναγίαν και απόλυτον Αυθεντίαν· την (άνευ βίας) Αυθεντίαν πρώτον της Αληθείας του Ανάρχου Γεγονότος και δεύτερον της Τελείας Αγάπης.
Ο μακάριος Γέρων διέκρινε δύο είδη ταπεινώσεως: Την ασκητικήν και την Θείαν. Ολίγας στιγμάς προ της τελευτής αυτού, εις ερώτησίν μου: «Γέροντα, θέλετε να αποθάνητε;», απεκρίθη: «Δεν εταπεινώθην εισέτι». Ουδεμίαν αμφιβολίαν έχω ότι ούτος είχεν υπ’ όψιν την απερίγραπτον (Θείαν) ταπείνωσιν του Χριστού, της οποίας ουδέποτε ηδύνατο να επιλησθή. }217}
Αύτη (η Απόλυτος Θεότης) ελκύει προς Εαυτήν την ψυχήν, και η ψυχή πάσχει, διότι δεν είναι εις θέσιν να περιλάβη την ζωήν ταύτην, και ούτω διέρχεται εσταυρωμένη τους χρόνους αυτής επί της γης. Και δεν δύναται να κατέλθη από του αοράτου τούτου σταυρού, διότι, οσάκις «κατέρχεται», έστω και εκ μέρους, ατονεί εν αυτή το ρεύμα της αληθούς αιωνιότητος.
Δυνάμερα να είπωμεν ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι φιλοσοφική τις διδαχή, αλλά κατ’ εξοχήν ζωή. Ζωή και }218} αγάπη «εις τέλος», μέχρι του αυτομίσους.
61
Εν τη Εκκλησία διδασκόμεθα να ζώμεν την γέννησιν του Υιού εν τη Αγία Τριάδι ως κένωσιν του Πατρός, Όστις προσφέρει Εαυτόν όλον εις τον Υιόν, εν παντί τω πληρώματι του ανάρχου Αυτού Είναι. Και ούτως, ο Υιός είναι ίσος προς τον Πατέρα εν τω απολύτω πληρώματι του Θείου Είναι. Ύστερον βλέπομεν την αντίστροφον κίνησιν: Ο Υιός εν τω αυτώ πληρώματι αυτοκενωτικής αγάπης, παραδίδει Εαυτόν εις τον Πατέρα και κατά την Θείαν και κατά την ανθρωπίνην φύσιν Αυτού. }219}
ΙΑ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟΜΙΣΟΥΣ
Ο Ιησούς Χριστός, ο άναρχος Θεός, έδωκεν εις ημάς εντολάς, αίτινες έχουν την ιδιότητα να ευρύνουν τον νουν και την καρδίαν του ανθρώπου μέχρι απειρότητος. Κατ’ αρχήν, εν τούτοις, ο πιστεύων εις την αιώνιαν αξίαν του ευαγγελικού λόγου εισάγεται εις τον εσώτερον χώρον της ψυχής θέτων εαυτόν απαύστως υπό την κρίσιν του Θεού. … Η ένθεος προσπάθεια ημών, όπως διαφυλάξωμεν τας εντολάς, θα έχη ως φυσικήν συνέπειαν την πλήρη επίγνωσιν της αδυναμίας ημών. }221}
Όσον εντονώτερος είναι ο τρόμος ημών μη τυχόν αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού, τοσούτον μάλλον «απογυμνούται» όλος ο έσω ημών κόσμος και ενώπιον ημών αυτών και βεβαίως ενώπιον του Προσώπου του Θεού: … ο χριστιανός ανακαλύπτει εν εαυτώ την παρουσίαν παντός είδους κακίας, είτε εκδήλου είτε τουλάχιστον εν δυνάμει, και ούτω θεωρεί εαυτόν όντως χείριστον πάντων.
Προ της εμφανίσεως εις ημάς του Θείου Φωτός ζώμεν ως τυφλοί. Άνευ του Φωτός τούτου δεν αναγνωρίζομεν την αμαρτίαν. Άνευ της ελλάμψεως Αυτού δεν αποκαλύπτεται εις ημάς η πτώσις του Ανθρώπου εν ταις πραγματικαίς αυτής διαστάσεσι. Μόνον το Πνεύμα το Άγιον εμπνέον ημάς καθιστά ικανούς να ίδωμεν κατ’ αρχήν την τραγικότητα της ιδίας ημών καταστάσεως, και κατόπιν μέσω αυτής να βιώσωμεν το μέγα δράμα της παγκοσμίου ιστορίας της ανθρωπότητος. Αι συνέπειαι της πτώσεως είναι νόσος ήτις δεν θεραπεύεται υπό των ιατρών της γης. }222}
Δεν ήτο γήινος ο φόβος: Δεν επεδίωκον ατελεύτητον παράτασιν της ζωής ταύτης. Η φρίκη μου προήρχετο εκ του ότι, μετά το γεγονός της συγκαταβάσεως του Θεού εις εμέ, έβλεπον υπό ποίων πληγών ήμην όλος ηλκωμένος. Ανεγνώριζον εαυτόν έως τέλους ανίκανον δια την Βασιλείαν του Αγίου Θεού. … «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού Ζώντος». Τούτο ήτο αφορήτως βαρύ δι’ εμέ, και πολλάκις απεπειράθην να εκφύγω των αγίων Αυτού χειρών, αλλά πάσαι αι προσπάθειαι απετύγχανον, διότι δεν είχον που να καταφύγω: Ουδέν εν τω κόσμω είλκυεν εμέ, ουδέν ηδύνατο να ικανοποιήση το πνεύμα μου. }223}
Ευθύς ως ο φόβος ούτος εξησθένει, ησθανόμην να αποχωρή απ’ εμού η ζώσα δύναμις· απεδυναμούτο η προσευχή, ο νους διεχέετο, η αίσθησις του Θείου απήρχετο εις την ομίχλην –απέθνησκον πνεύματι. … Ο τρόμος προ της αιωνίου απωλείας και ο θρήνος της μετανοίας δια τινος μυστηριώδους τρόπου, μετέβαλλον εμέ όλον εις «προσευχήν».
62
Ενώπιον του πνεύματος μου απεκαλύπτετο η αγαθή }224} αιωνιότης, ούσα εισέτι μακράν απ’ εμού, ωσαύτως όμως και το άχρονον σκότος, όπερ εγένετο γνωστόν δια της παρουσίας αυτού εντός μου. }225}
Εν αυτή ταύτη τη καταστάσει της προσευχής ο άνθρωπος αισθάνεται εαυτόν εκτός των γηίνων κατηγοριών: Είναι έξω πάσης ιεραρχίας κοινωνικής, έτι δε και εκκλησιαστικής. Περί ουδενός άλλου λογίζεται, ει μη μόνον περί του Θεού, και παρίσταται Αυτώ μόνος Μόνω. }226}
Φυσική συνέπεια της τηρήσεως των εντολών του Κυρίου είναι η άκρα σμίκρυνσις ημών, τουτέστιν η κένωσις. Άνευ της βαθείας επιγνώσεως ότι είμεθα αληθώς γεννήματα του άδου εν τη πτώσει ημών, ουδέποτε θα επιτύχωμεν του πληρώματος της μετανοίας. Η ολοκληρωτική μετάνοια αποσπά ημάς από του θανασίμου εναγκαλισμού του εγωκεντρικού ατομισμού και εισάγει εις την θεωρίαν της θείας παγκοσμιότητος του Χριστού, «του αγαπήσαντος ημάς εις τέλος». Όταν μισήσωμεν εαυτούς ένεκα της εν ημίν ζώσης κακίας, τότε διανοίγονται εις ημάς οι ατέρμονες ορίζοντες της εντεταλμένης αγάπης. Άνευ του ΧριστούΆνευ του Χριστού Άνευ του ΧριστούΆνευ του ΧριστούΆνευ του ΧριστούΆνευ του Χριστού Άνευ του ΧριστούΆνευ του ΧριστούΆνευ του ΧριστούΆνευ του ΧριστούΆνευ του Χριστού Άνευ του Χριστού ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν ουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθενουδέποτε θα περιβάλωμεν τον κόσμον δια της ζωηφόρου φλογός Άνωθεν κατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτος κατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτος κατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτοςκατερχομένης χάριτος , ούτε θα συλλάβωμεν την οντολογικήν διάστασιν της «δευτέρας εντολής»: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Εις τον μακάριον Γέροντα Σιλουανόν εδόθη η προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, ως και περί αυτού του ιδίου. … δι’ αυτής αποκαθίσταται η πρωτόκτιστος εικών του Ανθρώπου. Όστις δεν προσήγγισε τα όρια των καταστάσεων αυτών, ας μη τολμά να ονομάζη εαυτόν χριστιανόν άνευ φόβου και αισχύνης, αλλ’ ας συνειδητοποιή μετά πόνου ότι είναι ανάξιος της κλήσεως ταύτης. }228}
Η αγάπη του Χριστού κατά την φύσιν αυτής είναι Πυρ ζωοποιούν, ερριμμένον από των ουρανών επί της Γης δια της ελεύσεως του Υιού του Θεού. Η αγάπη αύτη είναι η άκτιστος ζωή Αυτού του Θεού. Εντός των ορίων της επιγείου υπάρξεως ημών κατακαίει αύτη εν ημίν παν αλλότριον αυτής και εν ταυτώ πληροί ημάς ενεργείας άλλου είναι, ακαταλήπτου έως τότε. Είναι απαραίτητον να επισκιάση ημάς δύναμις εξ ύψους, καταξιούσα ημάς να γνωρίσωμεν υπαρκτικώς την αγάπην ταύτην. }229}
Η Θεία Αγάπη συνιστά τον πυρήνα του προαιωνίου Είναι· εν αυτή τη Αγάπη ευρίσκουν την υψηλοτέραν αυτών έκφρασιν πάντα τα λοιπά κατηγορήματα της Θεότητος: Σοφία, Βασιλεία, Δύναμις, Φως. Εν αυτή συνίσταται το κάλλος της ανάρχου και ασαλεύτου Βασιλείας.
Όταν η Αγάπη του Χριστού εύρη καρδίαν ετοίμην να αποδεχθή την φλόγα αυτής, σκηνοί εν αυτή. Η εξαίρετος όμως αύτη ευλογία δεν δίδει ανάπαυσιν εις τον διάκονον αυτής εν τω κόσμω τούτω, έως ότου επιτελέση ούτος το έργον αυτού.
Επώδυνος είναι η οδός η άγουσα εις την απόκτησιν της αγίας Αγάπης. Δεν είναι άραγε αυτός ο λόγος ένεκα του οποίου πολλοί εκπίπτουν του Χριστιανισμού …, αποκλίνουν από της σταυρικής οδού της αγάπης ταύτης προς άλλας οδούς;
Εις προνομιακάς στιγμάς είναι δυνατόν να εγγίση την γηίνην καρδίαν το άκτιστον Φως της αγάπης του Χριστού. Εν αυτή ευρίσκεται η Θεία αιωνιότης, }230} εν αυτή και ο μόνος και έσχατος σκοπός της ασκήσεως ημών.
63
Ο βαθύς θρήνος της συνόλου ημών υπάρξεως, όστις γεννάται εκ της καιομένης εν ημίν αγάπης κατά την ώραν της υπέρ του κόσμου προσευχής, δύναται να φθάση εις έντασιν υπερβαίνουσαν την αντοχήν ημών. Τότε το πνεύμα ημών εξέρχεται προς την Θείαν αιωνιότητα και η προσευχή παύει.
Όταν ο άνθρωπος ακολουθή τον Χριστόν δι’ όλων των δυνάμεων της υπάρξεως αυτού, το πνεύμα αυτού αισθάνεται τον ορατόν τούτον κόσμον ως στενόν κελλίον φυλακής. Πάσα αγαθή κίνησις του πνεύματος αυτού προσκρούει εις την αγρίαν αντίστασιν των δυνάμεων του σκότους.
«Ο Θεός ημών αγάπη εστίν … Ούτος Πυρ εστι καταναλίσκον». Ουδόλως είναι εύκολον να πλησιάση τις το Πυρ τούτο. Ουδόλως είναι ακίνδυνον να επεκταθή τις }231} ομιλών περί του αγίου τούτου Πυρός. Ο φόβος συνθλίβει την ψυχήν, μη τυχόν αποδειχθή αναξία τούτου, κατά την εντεύθεν έξοδον αυτής. }232}
ΙΒ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ
Ως θεμέλιον της χριστιανικής ζωής κείται το γεγονός της Σαρκώσεως του Θεού. Εν τη σαρκί ημών, τη υπ’ Αυτού κτισθείση, εφανέρωσεν Ούτος εις ημάς την άναρχον τελειότητα Αυτού. }235}
Προ της Άνωθεν όμως ελλάμψεως, παραμένοντες εν τω σκότει της αγνοίας, διερχόμεθα μετά καταθλιπτικής απορίας την οδυνηράν οδόν της αυξήσεως ημών εν τω Είναι: Δια ποίον λόγον ήτο αναγκαία η πολύπλοκος αύτη διαδικασία δια την «εκ του μηδενός» δημιουργίαν των υιών του Θεού, τουτέστιν η γέννησις του πνεύματος ημών εν σώματι αποτελουμένω εκ των στοιχείων της γης; Πώς είναι δυνατόν να συζευχθή το πνεύμα, το ομοίωμα τούτο του Απολύτου, μετά της γης; Το πνεύμα ημών συσφίγγεται ως εν μαγγάνω: Είναι αθάνατον κατά την φύσιν αυτού, το δε σώμα ημών υπόκειται εις την αποσύνθεσιν και τον θάνατον. Ως εκ τούτου άρχεται έντονος πάλη: Το πνεύμα ορμά προς τον Θεόν, θέλει να ίδη και το σώμα αυτού άφθαρτον και ικανόν να ακολουθήση αυτό εις την ανάβασιν. Το σώμα όμως έλκειται προς τα κάτω, προς την γην «εξ ής ελήφθη», και μεταδίδει εις το πνεύμα την θνητότητα αυτού. }236}
… δυσωπούμεν Αυτόν (τον Θεόν) να θεραπεύση ημάς εκ του πλήξαντος ημάς θανάτου. Είμαθα έτοιμοι να διαρρήξωμεν τον στενόν κλοιόν της ατομικής ημών θελήσεως και να παραδοθώμεν εν πάσιν εις το άγιον και τέλειον Αυτού θέλημα. Ω, πόσον επώδυνος είναι η άσκησις αύτη, ιδιαιτέρως εν τη αρχή, αλλά εν αυτή δίδεται εις ημάς η δυνατότης να ενταχθώμεν εις το ρεύμα της αιωνιότητος Αυτού! Ελπίζοντες επί τον Θεόν κατά τας ώρας του κινδύνου, έχοντες το πνεύμα προσηλωμένον προς Αυτόν, θα δυνηθώμεν και ημείς να αισθανθώμεν εν ημίν την επαφήν της αθανάτου Αυτού πνοής. Το μέγα τούτο δώρον έρχεται δια της ταπεινής, αλλά πυρίνης μετανοίας. Παράδοξον θαύμα: Όσον εναργέστερον βλέπω τον Θεόν, τοσούτον φλογερωτέρα γίνεται η μετάνοιά μου, διότι τότε συνειδητοποιώ σαφέστερον την αναξιότητά μου, διότι τότε συνειδητοποιώ σαφέστερον την αναξιότητά μου ενώπιον Αυτού. Και το θαύμα τούτο επαναλαμβάνεται απαραλλάκτως ανά τους αιώνας. }239}
64
… ό,τι πρότερον έζη (ο απόστολος Παύλος) ως φως και δικαιοσύνην Θεού, παρουσιάσθη εις την πνευματικήν αυτού όρασιν ως σκοτία και έχθρα εναντίον του Θεού. Και μετ’ οξέος πόνου ωμολόγησεν εαυτόν αμαρτωλόν πλείον πάντων: }240}
Η θέα της ατελευτήτου αγιότητος του ταπεινού Θεού αφ’ ενός, και η συναίσθησις του εν ημίν ζώντος εωσφορικού σκότους αφ’ ετέρου, οδηγούν τον άνθρωπον εις τοιαύτην κατάστασιν, ώστε όλη η ύπαρξις αυτού συνθλίβεται εκ της ακράτου οδυνηράς ορμής προς τον Άγιον Θεόν. Εν ταυτώ κατέχεται υπό ισχυράς προς εαυτόν αποστροφής, και βαθύς κλαυθμός κυριεύει της ψυχής. Ο πόνος ούτος είναι πνευματικός, μεταφυσικός, αφόρητος. Ο πόθος προς συγχώρησιν-συμφιλίωσιν μετά του Θεού ομοιάζει προς θανατηφόρον δίψαν. Τούτο δυσκόλως ερμηνεύεται εις τους μη έχοντας πείραν. Ο κλαυθμός ούτος κατά την φύσιν αυτού είναι φαινόμενον εντελώς διάφορον του ψυχικού κλαυθμού, όστις συνδέεται μετά συμφορών εν τοις ορίοις της επιγείου ζωής.
… ο γήινος }241} ούτος κόσμος περιέρχεται εις λήθην· και αυτό τούτο το σώμα παύει πλέον να είναι αισθητόν. Οι Πατέρες ημών ωνόμασαν την κατάστασιν ταύτην «άδην μετανοίας». Δι’ αυτής γινόμεθα όμοιοι προς τον Χριστόν, τον κατελθόντα εις τον Αυτού «άδην της Αγάπης». Όσον βαρεία και εάν φαίνηται αύτη «βάσανος του Αδάμ», όσον μεγάλα και εάν είναι τα παθήματα, συνοδεύονται εν τούτοις υπό της χαράς της κλήσεως του Θεού και του Φωτός της νέας ζωής.
Οι Πατέρες ημών, δια της δωρεάς της χάριτος εν τη αιωνοβίω πείρα ήτις επαναλαμβάνεται από γενεάς εις γενεάν, βεβαιούν κατηγορηματικώς ότι δεν υπάρχει άλλη οδός προς τον Πατέρα των φώτων. Η χάρις της τοιαύτης μετανοίας εδόθη εις τον κόσμον δια της εν Γεθσημανή προσευχής, δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού επί του Γολγοθά και δια της Αναστάσεως Αυτού.
Δεν είναι ακίνδυνον να ομιλή τις ανεπιφυλάκτως περί του θέματος τούτου μεταξύ των απίστων, επειδή δεν είναι ούτοι ικανοί να συλλάβουν την ουσίαν αυτού, ως ώφειλον. Οι «ψυχικοί» άνθρωποι αναποφεύκτως θα εκλάβουν τον λόγον τούτον κατά τρόπον εσφαλμένον, ανταποκρινόμενον εις την κατάστασιν αυτών (ΜΟΡΦΗ ΖΩΗΣ). }242}
Κατά τους χρόνους της ωρίμου νεότητος συνέβαινε ενίοτε, εν καταστάσει εντόνου στοχασμού περί των μυστηρίων του Είναι, να αισθάνωμαι-να βλέπω την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως. Ο κόσμος των νοερών διαλογισμών είναι φωτεινός κατά ιδιάζοντα τρόπον. Αλλά και ο νους ημών είναι ωσαύτως «εικών του Νοός του Πρώτου», όστις είναι Φως. Όταν η διάνοια συγκεντρωθή επί των μεταφυσικών προβλημάτων, είναι δυνατόν να απολέση την αντίληψιν του χρόνου και του υλικού χώρου, να εξέλθη, τρόπον τινα, των ορίων αυτών. Εν τοιαύτη ακριβώς καταστάσει είδον τον νουν μου ως φως. Αυτού του είδους η κατάστασις είναι φυσικώς προσιτή εις τον άνθρωπον. (ΑΥΤΟΘΕΩΣΗ-ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ) }243}
Έτυχε να βιώσω είδη τινά φωτός και φώτων: το «φως» της καλλιτεχνικής εμπνεύσεως, όπερ προκαλείται υπό της ωραιότητος του ορατού κόσμου· το «φως» του φιλοσοφικού στοχασμού, όπερ ανάγεται εις μυστικήν θεωρίαν· ας προσθέσωμεν εις αυτά και το «φως» της επιστημονικής γνώσεως, όπερ έχει πάντοτε και αναποφεύκτως σχετικήν αξίαν. Επειράσθην ωσαύτως υπό φωτοειδών εμφανίσεων προερχομένων εκ των εναντίων πνευμάτων. Αλλ’ ότε εις ώριμον ήδη ηλικίαν επέστρεψα εις τον Χριστόν ως τον τέλειον Θεόν, περιέλαμψεν εμέ το άναρχον Φως. 65
Το θαυμαστόν τούτο Φως, έστω και εν τω μέτρω εν τω οποίω εδόθη εις εμέ να γνωρίσω δια της Άνωθεν ευδοκίας, επεσκίασε πάντα τα άλλα, ως ο ανατέλλων ήλιος δεν επιτρέπει να ίδωμεν εισέτι και τους πλέον λαμπρούς αστέρας.
Η Εκκλησία είναι τεθεμελιωμένη επί την πέτραν της ομολογίας ομολογίας ομολογίας ομολογίαςομολογίαςομολογίας της Θεότητος του Ιησού Χριστού. }244}
Το γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Θεού κατέχει κεντρικήν θέσιν εν όλη τη ιστορία του γένους ημών και εν πάση τη κτίσει. Το γεγονός τούτο ανατρέπει πάσαν ανθρωπίνην απόπειραν γνώσεως της Ανάρχου Αρχής τη βοηθεία δυνάμεων προερχομένων εκ των κάτω, όσον και εάν αύται φαίνωνται ενίοτε ότι φέρουν πνοήν μεγαλοφυίας. Νυν εδιδάχθημεν ότι δεν πρέπει να αποδίδωμεν εις τον Θεόν τα αποκυήματα της γηίνης διανοίας ημών και της νοσηράς φαντασίας. Πάσαι αι ιδέαι ημών, πάσα αναγνώρισις ή απόρριψις ημών, ουδόλως δύνανται να αλλοιώσουν τον Θεόν εν τω ανάρχω Αυτού Είναι. Όταν αγωνιζώμεθα να γνωρίσωμεν την αλήθειαν, οφείλομεν να απαντήσωμεν εις το ερώτημα: Είμεθα άρα γε διατεθειμμένοι να δεχθώμεν ως αλήθειαν Εκείνο ή Εκείνον, Όστις ή Ό,τι αποτελεί όντως το Πρωταρχικόν Είναι, την Αρχήν παντός υπαρκτού, ανεξαρτήτως εάν τούτο συμπίπτη ή ουχί μετά των ιδεών ημών, ή αποκλείομεν εκ των προτέρων παν ό,τι δεν ανταποκρίνεται εις την περί «Αληθείας» αντίληψιν ή εις τας επιθυμίας ημών; }245}
Τα προστάγματα Αυτού προς ημάς είναι τελείως ανέφικτα·
Επίστευσα εις Αυτόν ολοτελώς. Και τούτο ουχί διότι Εκείνος προσηρμόσθη εις τον ιδικόν μου τρόπον σκέψεως, ή διότι αι εντολαί Αυτού εφάνησαν εις εμέ εύκολοι· ή διότι εδέχθην επιπολαίως να εξομοιωθώ προς Αυτόν εν τοις παθήμασιν. Ουχί. … Εις το πλέον ενδόμυχον βάθος της καρδίας μου ηγέρθη μυστηριώδες τι, οικείον εν τούτοις εμοί εκ της τρυφεράς παιδικής μου ηλικίας. Η διαδικασία αύτη ήτο ιδιόμορφος: Άλλοτε ελάμβανε μορφήν βραδείας και οδυνηράς πορείας, άλλοτε δε δι’ αιφνιδίων αναλαμπών εχώριζεν εμέ από παντός, ό,τι δεν ήτο Εκείνος. Υποθέτω ότι τούτο δεν ήτο άλλο τι, ει μη η Αυτό-αποκάλυψις του Θεού εντός του πνεύματός μου.
«Ουδείς δύναται ελθείν προς Με, εάν μη ο Πατήρ ο }246} πέμψας Με ελκύση αυτόν …» … Όπως και εάν είχε το πράγμα, ότε αδιστάκτως επίστευσα εις την Θεότητα του Χριστού, περιέλαμψεν εμέ Φως ουχί εκ του κόσμου τούτου. … Πρώτον επίστευσα δια ζώσης πίστεως και κατόπιν απεκαλύφθη εις εμέ το Φως. … τολμώ να είπω ότι η όρασις τυ ακτίστου Φωτός συνδέεται αρρήκτως μετά της πίστεως εις την Θεότητα του Χριστού. Ουχί δε μόνον συνδέεται, αλλά και κατά παράδοξον τρόπον εξαρτάται το έν εκ του άλλου. … Το Φως τούτο μαρτυρεί περί της Θεότητος του Χριστού, διότι είναι αδύνατον να μη αναγνωρίσωμεν τον Θεόν εν τω Φωτί εκείνω περί του οποίου γίνεται λόγος. Αι ενέργειαι αυτού είναι απερίγραπτοι· }247} εν αυτώ η αιωνιότης, εν αυτώ και η ανεκλάλητος μακαριότης της αγάπης. Εν αυτώ το πνεύμα ημών βλέπει απεράντους ορίζοντας. Και ουχί αιφνιδίως, αλλά βαθμηδόν, το πνεύμα ανακαλύπτει συνεχώς και νέα βάθη εν εκείνω τω φωτοφόρω ρήγματι του Ουρανού, «ου εστίν ο Θεός».
Κατ’ ουσίαν ο Θεός παραμένει πάντοτε ο αυτός εν πάση φανερώσει Αυτού εις τον άνθρωπον, ημείς όμως δεν δεχόμεθα Αυτόν κατά τον οφειλόμενον τρόπον. Δεν δυνάμεθα να προσλάβωμεν Αυτόν εις το απόλυτον πλήρωμα Αυτού εντός των ορίων της γης, εν τούτοις όμως «βλέπομεν» Αυτόν, έστω και «δι’ εσόπτρου εν 66
αινίγματι». Και το «έσοπτρον» τούτο δεν είναι πάντοτε εις τον αυτόν βαθμόν «αινιγματώδες». Εξαρτάται εκ του μέτρου της τηρήσεως των εντολών του Χριστού, …
Η αποδοχή της αληθείας συντελείται μόνον εν ελευθερία. Ουδείς και ουδέν δύναται να επιβάλη αυτήν εις τον άνθρωπον-πρόσωπον. Να άρη δε τις ταύτην δια της βίας είναι αδύνατον. }248}
Η ένωσις μετ’ Αυτού μεταδίδει και εις ημάς την Θείαν μορφήν του Είναι, αμετάθετον εις τους αιώνας. Ο Ευαγγελικός λόγος δια της εν αυτώ παραμονής γίνεται διαφανής ως κρύσταλλος και αφομοιούται υφ’ ημών τοσούτον, ώστε να κατέχωμεν αυτόν, ως κατέχομεν την μητρικήν ημών γλώσσαν.
Όταν ο Ευαγγελικός λόγος ουδόλως εφαρμόζηται εν τη πράξει της ζωής ημών, τότε παραμένει κατά την αιωνίαν αυτού φύσιν ακατανόητος υπό του ανθρώπου και αποβαίνει αδιαφανές τι προπέτασμα ανά μέσον του Θεού και ημών.
Δεν επιτυγχάνομεν το πλήρωμα της τελειότητος του Χριστού· ως εκ τούτου όλαι αι κρίσεις ημών περί Αυτού παραμένουν ατελείς. }249}
… ο Δημιουργός του κόσμου … συγκατέβη μέχρις ημών και υπέδειξεν εις ημάς τας οδούς προς απόκτησιν της αιωνιότητος Αυτού· εφανέρωσε εις ημάς το μυστήριον του θανάτου, τουτέστι της αμαρτίας· απεκάλυψεν εις ημάς το νόημα του είναι, την αγάπην.
Εάν δια του όρου «άσκησις» εννοώμεν τον εκούσιον αγώνα προς υπερνίκησιν εκείνων ή των άλλων εμπαθών τάσεων ημών, τότε εν τη αυθεντικώς χαρισματική ζωή άσκησις δεν υπάρχει. Η έλευσις εν ημίν της Θείας δυνάμεως έχει ως αποτέλεσμα να λαμβάνουν πάσαι αι εκδηλώσεις της ζωής ημών θετικόν χαρακτήρα, ελεύθερον εσωτερικών αντιφάσεων.
«όσον μεγαλυτέρα η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα η οδύνη της ψυχής» (άγιος Σιλουανός) }250}
Πάσαι αι εμφανίσεις (του ακτίστου Φωτός) συγκλίνουν εις έν: εις την Αποκάλυψιν της Θεότητος του Ιησού Χριστού. }251}
Η πτώσις του ανθρώπου ήτο βαρεία, ουχί όμως και απόλυτος. Ένεκα τούτου υπάρχει δυνατότης μετανοίας και σωτηρίας. … δεν υπάρχει άνθρωπος εντελώς ξένος του Φωτός.
Είναι γνωστόν ότι όστις ομιλεί πρεπόντως περί Θεού λαμβάνει χάριν, εκείνος όμως όστις κηρύττει ψευδή κρημνίζεται εις την άβυσσον του σκότους. }252}
Ο Θεός ημών είναι ο Βασιλεύς της ταπεινής αγάπης.
Η μακραίωνη πείρα του Χριστιανισμού έδειξεν ότι, ευθύς ως ο άνθρωπος αισθανθή μετ’ οδυνηράς πικρίας απέχθειαν δια την εωσφορικήν αυτού αξίωσιν να υπερέχη των άλλων και αποστραφή το σκοτεινόν τούτο πνεύμα, η καρδία αυτού εισάγεται εις σφαίραν ελευθερίας, αγνώστου έως τότε, και το Θείον Φως φέρει αυτόν εις μακαρίαν εξάντλησιν εκ της θεωρίας της Θείας αγαθότητος. }253}
Ο άνθρωπος ως εικών του Απολύτου έλκεται κατά φυσικόν τρόπον προς την Αρχήν πασών των αρχών, το Πρωταρχικόν Όν. Εν τούτοις η πορεία αύτη άρχεται 67
δια της καθόδου ημών εις τα κατώτατα βάθη. … Αύτη ακριβώς είναι η οδός ημών μετά την πτώσιν, και δεν υπάρχει άλλη. Δια της αυτομεμψίας καταβαίνομεν εις ζοφώδη χάσματα, διότι, αφ’ ής στιγμής εν Χριστώ και δι’ Αυτού αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του Ανθρώπου, καθώς υπάρχει προαιωνίως εν τω δημιουργικώ νοΐ του Θεού, κατανοούμεν την άβυσσον του σκοτασμού ημών. Ως η αστραπή φωτίζει την νύκτα, όταν δε αύτη σβεσθή, το σκότος γίνεται πλέον αδιαπέραστον, κατά τον ίδιον τρόπον η εμφάνισις του Φωτός της Θεότητος επιτρέπει να ίδωμεν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαντο εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν απεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίας απεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίας απεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίας απεχθούς ακαθαρσίαςαπεχθούς ακαθαρσίας. }254}
Ούτω γεννάται εν ημίν η μετάνοια. Εν αρχή συνοδεύεται αύτη υπό βαθείας λύπης. Ύστερον δε μεταβαλλομένη κατά την έντασιν και την μορφήν αυτής, δεν εγκαταλείπει πλέον ημάς. Επί της γης η μετάνοια δεν γνωρίζει τέλος. Το τέλος αυτής θα εσήμαινε την τελείωσιν της θεώσεως ημών δια της πλήρους ομοιώσεως προς τον Αναληφθέντα Χριστόν.
Κατά καιρούς η ορμή της μετανοίας καταβροχθίζει το παν. Εν τω νοί και τη καρδία ουδέν άλλο υπάρχει, ει μη η πάσχουσα συνείδησις: «Είμαι αιχμάλωτος του πονηρού σκότους». Και ιδού, απροσδοκήτως το Φως του ακτίστου Ηλίου … εισδύει εις την σκοτεινήν φυλακήν της ψυχής. Τούτο εναγκαλίζεται εν αγάπη τον νουν και την καρδίαν ημών. }255}
Ότε κατά την Άνωθεν δωρεάν ηξιώθην να ίδω το άκτιστον Φως της Θεότητος, τότε εις τον κυανούν ουρανόν του «κυανού πλανήτου» ημών μετά χαράς ανεγνώρισα το σύμβολον της ακτινοβολίας της υπερκοσμίου δόξης. Η λάμψις αύτη πληροί τα πάντα, όλας τας αβύσσους του σύμπαντος (ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ), παραμένουσα αναλλοιώτως ασύλληπτος και απρόσιτος εις τα κτίσματα. Το κυανούν είναι το χρώμα του επέκεινα, της υπερβατικότητος. Πολλοί επί της γης εδέχθησαν την μακαριότητα της θέας του θαυμαστού τούτου Φωτός. }256}
Η φύσις του Φωτός τούτου είναι μυστηριώδης. Ακατάληπτον, αόρατον, ενίοτε γίνεται ορατόν και δι’ αυτών εισέτι των σωματικών οφθαλμών. Ιλαρόν και τρυφερόν, … Καίτοι είναι πράον, εν τούτοις είναι ισχυρότερον παντός ό,τι περιβάλλει ημάς. Περιπτύσσεται τον άνθρωπον κατά παράδοξον τρόπον εκ των έξω· βλέπομεν τούτο, αλλ’ η προσοχή στρέφεται εις τα ενδότερα του έσω ανθρώπου, εις την καρδίαν την φλεγομένην υπό της αγάπης, αγάπης άλλοτε ευσπλάγχνου και άλλοτε ευγνώμονος. Δύναται να συμβή ώστε να μη αισθάνεται τις την υλικότητα, ούτε την εαυτού ούτε την του περιβάλλοντος αυτόν κόσμου (ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ), και βλέπει εαυτόν ως φως.
Το άγιον τούτο Φως, όταν εμφανίζηται εν δυνάμει, φέρει την ταπεινήν αγάπην. }257} … Ο άνθρωπος γίνεται τρόπον τινά «ουδείς»: Δεν ίσταται επί της οδού των αδελφών αυτού· ουδεμίαν θέσιν επιδιώκει δι’ εαυτόν εν τω κόσμω τούτω. Το Φως τούτο είναι καθ’ εαυτό η ακήρατος ζωή, πεπληρωμένη υπό της ειρήνης της αγάπης. Δίδει εις το πνεύμα ημών την γνώσιν ενός άλλου, απεριγράπτου Είναι· ο νους σιγά καθιστάμενος υπεράνω της διανοήσεως εξ αιτίας αυτού τούτου του γεγονότος της εισόδου αυτού εις νέαν μορφήν ζωής. Το Φως;τούτο είναι ελαφρόν, λεπτότερον παντός ό,τι γνωρίζει η γη, απεργάζεται δε την ψυχήν άτρωτον και απρόσβλητον από παντός ό,τι συνέθλιβεν αυτήν πρότερον. Ο θάνατος τρέπεται εις φυγήν ενώπιον Αυτού» …
68
Σωστική δύναμις περικλείεται εντός της ανενδοιάστου πίστεως εις τον Χριστόν-Θεόν. }258}
Το Φως τούτο, φυσικόν ιδίωμα του «Πατρός των φώτων» αναγεννά και εισέτι ανα-δημιουργεί ημάς. }259}
Όταν περιβάλλη ημάς το ανονόμαστον και απαραβίαστον κατά την φύσιν αυτού Φως και εισδύη εις την ψυχήν ημών, τότε και ημείς γινόμεθα τρόπον τινάξ άχρονοι. … Η αγάπη συνενοί ημάς εν αυτώ τω Είναι, μετ’ αυτού τούτου του Είναι. }260}
Κατά παράδοξον τρόπον «η διήγησις», η μαρτυρία περί του Φωτός της Θείας αγάπης, διεγείρει εν ταις καρδίαις }261} πλείστων ανθρώπων την αντιπάθειαν. }262}
Η προσευχή αύτη συγγενειάζει την ψυχήν προς το Πνεύμα της Αληθείας. Όταν δε γνωρίση Αυτό, έκτοτε θα αναγνωρίζη Αυτό «εκ της γεύσεως», ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός, και θα παραδίδηται εις Αυτό.
Το Φως όπερ εμφανίζεται εις τον άνθρωπον δια της εις Χριστόν πίστεως, μαρτυρεί περί της Θεότητος Αυτού του Χριστού. … Δια της εμπειρίας ταύτης γνωρίζομεν το ομοούσιον των Τριών. Προσευχόμενοι εις αυτόν τον Θεόν, βιούμεν το έν είναι των Τριών. Εν αυτή ταύτη τη ενότητι ζώμεν όμως και }263} τας διακρίσεις: Άλλον χαρακτήρα φέρει η αναφορά μου προς τον Πατέρα, άλλως προσεύχομαι εις το Πνεύμα το Άγιον και κατά διάφορον τρόπον απευθύνομαι εις τον Χριστόν. Μεθ’ ενός εκάστου συνδέεται ιδιαίτερον τι πνευματικόν αίσθημα, ουδαμώς θραύον την Ενότητα του Είναι. Η σχέσις ημών προς εκάστην υπόστασιν της Αγίας Τριάδος διαφέρει κατά τινας αποχρώσεις.
Ενίοτε το Θείον Φως οράται δια τοιούτου τρόπου ώστε ο άνθρωπος ουδόλως πλέον αντιλαμβάνεται τι των αισθητών.
Συχνότερον συμβαίνει να διατηρήται η φυσική όρασις της υλικής πραγματικότητος· εν παρομοία καταστάσει ο άνθρωπος δύναται να έχη ανοικτούς τους οφθαλμούς και να βλέπη συγχρόνως δύο φώτα: το φυσικόν και το Θείον. Το τοιούτον φαινόμενον έχουν υπ’ όψιν οι Πατέρες, όταν ομιλούν περί της οράσεως του ακτίστου Φωτός δια των φυσικώ οφθαλμών. Όντως ορώνται δύο φώτα, αλλ’ ουχί κατά τον αυτόν τρόπον. Το άκτιστον }264} Φως, κατά την φύσιν αυτού είναι διάφορον και η θεωρία αυτού δεν είναι ομοία προς την φυσικήν όρασιν. Κατ’αυτήν το φως προκαλεί τον γνωστόν ερεθισμόν του οπτικού νεύρου και ακολουθεί ύστερον η ψυχοσωματική διαδικασία της οράσεως, ήτις δεν προξενεί εν ημίν πνευματικήν αντίδρασιν. Άλλως συμβαίνει μετά του Θείου Φωτός. Η έλευσις αυτού συνδέεται πάντοτε μετ’ ιδιαιτέρας καταστάσεως χάριτος, αισθητής εις την καρδίαν, τον νουν, έτι και εις το σώμα. Αόρατον κατά την φύσιν αυτού γίνεται ανερμηνεύτως ορατόν.
… εν αυτή ταύτη τη καταστάσει της θεωρίας ουδεμία διαδικασία σκέψεως γίνεται αντιληπτή, τουτέστιν ουδεμία εμφάνισις εννοιών ή παραστάσεων εν τω νοί … όμως μετά την λήξιν της καταστάσεως ταύτης, και ο νους και η καρδία έχουν την αίσθησιν ότι είναι πεπληρωμένοι νέας γνώσεως·(265}
Όταν το Φως τούτο έρχηται εν δυνάμει τότε ως έλεγεν ο Άγιος Σιλουανός είναι αδύνατον να μη αναγνωρίσωμεν ότι τούτο είναι ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, ο Ποιητής παντός υπαρκτού. … Ο άνθρωπος γίνεται όμοιος προς τον Θεόν. Η 69
ομοίωσις είναι κατά το περιεχόμενον και ουχί κατά το Άναρχον του Αυτο-Είναι. }266}
… ως το πλήρωμα της Θείας ζωής μετεδόθη εις τον Άνθρωπον-Χριστόν, ούτω το αυτό πλήρωμα μεταδίδεται και εις τους σεσωσμένους εν Χριστώ. … «Και Εγώ την δόξαν ήν δέδωκας Μοι δέδωκα αυτοίς ίνα ωσιν έν καθώς Ημείς έν εσμέν» }267}
Πολλάκις ανέφερον ότι παρόμοιαι διάνοιαι εν καταστάσει εντόνου αυτοσυγκεντρώσεως αισθάνονται εαυτάς ως φως· ασαφές μεν, αλλά φως. Και εάν η διάνοια εκλάβη εαυτήν ως την υψίστην εκδήλωσιν του ανθρώπου και παραδοθή εις αφηρημένας αναβάσεις προς το Απόλυτον Είναι, άνευ της καρδιακής αγάπης, τότε είς τινας περιπτώσεις δύναται να φθάση μέχρι εωσφορισμού· εωσφορισμού συνοδευομένου υπό του ανθρωποκτόνου αυτού ψυχρού φωτός και της αμειλίκτου καταφρονήσεως των παθημάτων εκατομμυρίων ανθρώπων. }268}
Ο νους ημών εκτίσθη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Νοός του Πρώτου, του Θεού. Το φως είναι ίδιον του νοός ημών, διότι εδημιουργήθη κατ’ εικόνα Εκείνου, Όστις είναι το άναρχον Φως. … ο άνθρωπος διατρέχει τον κίνδυνον να εκλάβη το φυσικόν τούτο φως του κτιστού νοός ως Άκτιστον, Θείον. Εν καταστάσει τοιούτων αποκλίσεων ο ανθρώπινος νους απεργάζεται μυστικάς θεωρίας, αίτινες είναι εφικταί εις αυτόν κατά την κτιστήν αυτού φύσιν, απομακρύνουν όμως αυτόν εκ της αυθεντικώς υπαρχούσης αιωνιότητος.
Είναι δυνατόν ο χριστιανός διαμένων υπαρκτικώς εν τη σφαίρα του Ακτίστου Φωτός, να μη κατανοή εισέτι τί είναι το Φως τούτο. … Η γνώσις του Θεού, η οντολογική γνώσις, συνδέεται αναποφεύκτως μετά της ελεύσεως του Θεού εντός του ανθρώπου. }269}
Είναι απαραίτητος η επιβεβαίωσις άλλου προσώπου της αυτής πίστεως, το οποίον όμως ηξιώθη προ ημών της Θείας επισκέψεως.
Αι εμφανίσεις του Ακτίστου Φωτός δεν είναι τοσούτον σπάνιαι ως τινες νομίζουν. }270}
Η εντολή καλεί ημάς «να αγαπήσωμεν». Επομένως η αγάπη δεν είναι ήδη δεδομένη εις ημάς. Οφείλομεν να αποκτήσωμεν αυτήν δια του αγώνος του προσωπικού ημών αυτοπροσδιορισμού. Η κλήσις του Κυρίου απευθύνεται πρωτίστως εις την καρδίαν, το πνευματικόν κέντρον του προσώπου. Ο νους-λογικόν είναι μία εκ των ενεργειών της ανθρωπίνης προσωπικότητος. … Η φλόξ της αγάπης ταύτης ελκύει ολοτελώς τον νουν }272} εις την καρδίαν· και τακείς ούτος δια της φλογός ταύτης, ενούται μετά της καρδίας εις έν και θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης. Ο άνθρωπος «ενοποιείται»: θεραπεύεται.
Δεν υπάρχει αγών πλέον δυσχερής, πλέον επώδυνος, της πάλης δια τον θρίαμβον της αγάπης του Χριστού. Άρχεται αύτη εν ημίν αυτοίς, ύστερον δε εκχέεται προς όλον τον κόσμον. Όντως, η αγάπη αύτη δεν είναι εκ της γής, αλλά εκ του Ουρανού. Η πνευματική ανάβασις εις την Βασιλείαν της Ακτίστου Αγάπης του Θεού απαιτεί λίαν παρατεταμένον ασκητικόν αγώνα. «Η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν»». }273}
Εν τη αρχή της περιόδου ταύτης το Φως ενεφανίζετο μάλλον ως Πυρ καταφλέγον, και επί της επιφανείας του σώματός μου και εντός της ψυχής μου, ό,τι ησθανόμην κατά την καύσιν ταύτην ως αλλότριον του Θεού. }274}
70
Ιλαρόν, πλήρες ειρήνης και αγάπης το Φως παρέμεινε μετ’ εμού επί τρεις ημέρας. Διέλυσε τον γνόφον της ανυπαρξίας, όστις ίστατο ενώπιόν μου. Ανέστην, και εντός μου μετ’ εμού ανέστη ο κόσμος όλος.
… το γεγονός παραμένει γεγονός: Ο Θεός Πατήρ ηυδόκισεν εν εμοί, ως εν γένει είναι ίδιον Αυτού να ευδοκή εν πάσι τοις συντετριμμένοις τη καρδία.
Νυν γνωρίζω ότι άνευ τοιαύτης πίστεως αι βιωθείσαι υπ’ εμού καταστάσεις θα απεκλείοντο. Η πίστις είναι δυνατόν να υπάρχη και εν ατελεί εισέτι εμπειρία. Αυξάνει εν συνεχεία δια των εκχύσεων της χάριτος επί τον άνθρωπον. Μαρτυρώ ότι όταν όλον το είναι του ανθρώπου εν εντόνω αποστροφή προς εαυτό, ως όντως είναι, βυθίζηται εις προσευχήν προς τον Χριστόν … τότε η αίσθησις της Θείας αιωνιότητος καθίσταται τοσούτον εναργής, ώστε ουδεμία λογική ή ψυχανάλυσις δύναται να κλονίση το οφθαλμοφανές. … η πρώτη (λογική) δεν επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι είς ιστορικός άνθρωπος, τον οποίον είναι δυνατόν να ίδωμεν, να ψηλαφήσωμεν, να φονεύσωμεν, κρεμώντες επί σταυρού ως ληστήν, είναι ο Δημιουργός σύμπαντος του απείρου κόσμου. Η δε δευτέρα (ψυχανάλυσις) πειράται να πείση ημάς ψυχολογικώς ότι είναι αναγκαίον να μη εμπιστευώμεθα εις τας εμπειρίας ημών. }276}
… ο Χριστός είναι το ύψιστον, το άναρχον γεγονός του Είναι. }277}
Άγιος Σιλουανός: «Λέγουν τινές ότι τούτο ήτο τω καιρώ εκείνω, νυν δε πάντα ταύτα απηρχαιώθησαν. Όμως παρά τω Κυρίω ουδέν μειούται, ούτε μεταβάλλεται ποτέ, και μόνον ημείς αλλοιούμεθα, γινόμεθα κακοί και ούτω στερούμεθα της χάριτος. Εις τους εκζητούντας όμως αυτήν, ο Κύριος δίδει το παν, ουχί διότι είμεθα άξιοι, αλλά }278} διότι ο Κύριος είναι ελεήμων και αγαπά ημάς».
… Από της στιγμής της ελλάμψεως των Αποστόλων υπό του Φωτός τούτου επί το Θαβώρ, το Φως εισήλθεν εις την ιστορίαν του κόσμου και εγένετο «αναφαίρετος κληρονομία» δια τας επερχομένας γενεάς }279} των πιστευόντων εις τον Χριστόν-Θεόν.
Δια της ελεύσεως του Φωτός τούτου το πνεύμα του ανθρώπου εισάγεται εις την σφαίραν όπου δεν υπάρχει θάνατος.
… το Θείον Φως αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. … Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. }280}
Μετά την αποχώρησιν του Φωτός, ήτις συντελείται τοσούτον ησύχως, ως και η έλευσις αυτού, η ψυχή επανέρχεται βραδέως εις την συνήθη αίσθησιν της υλικής πραγματικότητος.
Η διαμονή μετά του Κυρίου φονεύει τα πάθη. Τότε δεν ελκύει ημάς ούτε η δόξα, ούτε ο πλούτος, ούτε η εξουσία, ούτε ο,τιδήποτε γήινον, αναποφεύκτως εμπαθές και πάντοτε φέρον την σφραγίδα του τραγικού και του εφήμερου.
Επανειλημμέναι επισκέψεις της χάριτος εις την ψυχήν οδηγούν εις την παρατήρησιν ομοιότητος τινος μεταξύ της καταστάσεως της θεωρίας και της εντυπώσεως, ήτις προκαλείται εκ του Ευαγγελικού λόγου. Την τελευταίαν ταύτην αποδεχόμεθα ωσαύτως ως Φως, ως ζωοποιόν δύναμιν, ως νέαν πράξιν 71
δημιουργίας, ουχί πλέον υπό μορφήν της προσταγής «γενηθήτω», αλλά ως κλήσιν προς το λογικόν δημιούργημα. Ο Ουράνιος Πατήρ καλεί τα τέκνα Αυτού άνευ βίας προς θαυμαστήν }281} ανάβασιν προς την βασιλείαν της Πατρικής αγάπης, ένθα ούτε θάνατος, ούτε αρχή, ούτε τέλος υπάρχει. Το πνεύμα ημών κατανοεί ότι αληθώς ο λόγος του Χριστού εκπορεύεται «από του Πατρός των φώτων» … Ο λόγος του Χριστού περιέχει Θείαν ζωήν, και όστις ανοίγει εις αυτόν έως τέλους την εαυτού καρδίαν γίνεται θεοειδής. }282}
Εάν ο κόσμος ηγάπα τον Χριστόν και τας εντολάς Αυτού, τότε το παν θα μετεμορφούτο ριζηδόν και η γη θα μετεβάλλετο εις θαυμαστόν παράδεισον. }283}
… Οι Ευαγγελικοί λόγοι προήλθον εξ Αυτού του Αγίου των αγίων, και φέρουν τον απόλυτον χαρακτήρα της Θείας παγγνωσίας.
Κατ’ εκείνας τας ημέρας έβλεπον το εσπερινόν φως του ηλίου, και εν ταυτώ έν άλλο Φως, όπερ τρυφερώς περιέβαλλεν εμέ και ειρηνικώς εισεχώρει εις την καρδίαν μου κατά παράδοξον τρόπον, δίδον εις εμέ να αισθάνωμαι ευσπλαχνίαν και αγάπην προς τους ανθρώπους, οίτινες εφέροντο προς εμέ μετά τραχύτητος. Ησθανόμην ωσαύτως ανώδυνόν τινα συμπάθειαν προς πάσαν την κτίσιν εν γένει. }284}
Ούτως εγνώρισα επανειλημμένως, δια πικράς πείρας, ότι η καθαρά προσευχή διδεται τότε μόνον, όταν το πνεύμα ημών βυθίζηται ολοτελώς εν τω Θεώ, άνευ στροφής προς εαυτό. Παράδοξον! Συνομιλών μετά του π. Ιουβεναλίου δεν παρετήρησα κίνησιν κενοδοξίας εντός μου … Και όμως! }285}
Παλαιότερον ο ήλιος εφαίνετο εις εμέ ως άυλος, αλλά μετά την θεωρίαν του Ακτίστου Φωτός της Θεότητος και αυτός –το φυσικόν φως- εγένετο δι’ εμέ τραχύς και κατά καιρούς επιθετικός. }286}
… αναλογία κτιστού και ακτίστου φωτός … Τούτο παραμένει ωσαύτως αόρατον, εάν δεν εύρη το αντικείμενον, όπερ θα προσλάβη και θα αντικατοπτρίση αυτό. … Τα πλέον κοινά πρόσωπα, αχρειωθέντα υπό της αμαρτίας, φωτίζονται εν τη προσευχή της μετανοίας υπό του Φωτός και φαίνονται νέα και εύμορφα εισέτι.
… το απρόσιτον Φως της Θεότητος Αυτού, ζωοποιεί τα πάντα, εναγκαλίζεται πάσαν την κτίσιν. Δεν υπόκειται εις την έννοιαν του χώρου, ούτε και του όγκου, και όμως είναι αχωρήτως πανταχού παρόν. Η έλλαμψις υπό του Φωτός τούτου δίδει εις τον άνθρωπον την πείραν της αναστάσεως ως πρόγευσιν της μελλούσης μακαριότητος. … ο άνθρωπος … εν τη εσχάτη τελειώσει αυτού θα αποβή φορεύς του πληρώματος της θεανθρωπίνης ζωής, θα τελειωθή καθ’ ομοίωσιν του Χριστού, του Θεανθρώπου. Δια της ενεργείας του Φωτός τούτου εντός του μετανοούντος προβάλλει έν θαυμαστόν άνθος: το Πρόσωπον-Υπόστασιςτο Πρόσωπον-Υπόστασιςτο Πρόσωπον-Υπόστασιςτο Πρόσωπον-Υπόστασις το Πρόσωπον-Υπόστασις το Πρόσωπον-Υπόστασιςτο Πρόσωπον-Υπόστασις το Πρόσωπον-Υπόστασιςτο Πρόσωπον-Υπόστασιςτο Πρόσωπον-Υπόστασις το Πρόσωπον-Υπόστασιςτο Πρόσωπον-Υπόστασις το Πρόσωπον-Υπόστασις. Και γνωρίζομεν ότι ίδιον αυτής της εν ημίν υποστατικής αρχής είναι να περιλάβη δια αγάπης εν }287} τη αιωνιότητι ανεκφράστως μεγαλειώδη και αγίαν ζωήν.
Το Φως του Χριστού είναι «ενέργεια» της Θεότητος, άκτιστος, άναρχος ζωή του εν Τριάδι Θεού. Η ενέργεια αύτη είναι ίδιον και του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. … Όταν το Φως τούτο δια της ευδοκίας του Θεού επισκιάση ημάς, τότε η εν ημίν δυνάμει μόνον κατά την γέννησιν ημών υποστατική αρχή ενεργοποιείται και αξιούται να ίδη τον Θεόν, να προσλάβη τον οντολογικήν δύναμιν Αυτού, τον πλούτον της ζωής του Ιδίου του Θεού.
72
Μέγας είναι ο άνθρωπος όταν ευρίσκηται εν τω Μεγάλω Θεώ. Δια της δυνάμεως της Θείας αγάπης περιπτύσσεται τον κόσμον άπαντα και ο ίδιος, υπό τινα έννοιαν, αποβαίνει «κέντρον του κόσμου». }288}
«Εν εμοι» δια του θανάτου μου αποθνήσκει άπαν το γένος των ανθρώπων μετά πάντων των παθημάτων και της χαράς, των πόθων και των γνώσεων αυτού. Επί πλέον ο Ίδιος ο Θεός, άγνωστος εισέτι αλλ’ εν μέρει οικείος, αποθνήσκει και Αυτός εν εμοί και μετ’ εμού. Άπαν το κτιστόν και άκτιστον είναι εξαφανίζεται εις τον αβυσσώδη γνόφον της λήθης. Αι εμπειρίαι τοιαύτης καταστάσεως ήσαν κατ’ ουσίαν θεωρία του «απολύτου», της υποστατικής εν ημίν αρχής (εικών-αντανάκλασις του Απολύτου), αλλ’ υπό την αρνητικήν αυτής μορφήν.
Ότε όμως ήλθε το άκτιστον Φως μαρτυρούν εις το πνεύμα μου την υπέρβασιν του θανάτου, τότε, παν ό,τι πρότερον απέθνησκεν εν εμοί, δια της ενεργείας του Φωτός τούτου συνανίστατο μετ’ εμού. }289}
Δια πολλών παθημάτων ελευθερούμεθα από της εφ’ ημών εξουσίας παντός ό,τι πρότερον εβιώσαμεν. Πεπλουτισμένοι δια της πείρας της νίκης μέσω της μετανοίας, γινόμεθα όμοιοι προς τον Μονογενή Υιόν κατά την Κυριότητα Αυτού: Ο άδης ουκέτι ημών κυριεύει και ημείς ατενίζομεν εις αυτόν άνευ της προτέρας φρίκης. }290}
Σπανίως εν τη ιστορία της Εκκλησίας αι οράσεις του Φωτός φθάνουν εκείνο το πλήρωμα κατά το οποίον, εν τη ελλάμψει, το πνεύμα του ανθρώπου αξιούται εισέτι και της προσωπικής αποκαλύψεως του Θεού.
Έτι συχνότερον το Φως τούτο περιβάλλει τον άνθρωπον, όταν ούτος διαμένη εν καταστάσει προσευχής ολοκληρωτικής μετανοίας, επί των ορίων της απογνώσεως. }291}
… Εγώ ειμί ο Ων.
Έκαστος αντιλαμβάνεται τους αγιωτάτους τούτους λόγους κατά το μέτρον μόνον της πραγματικής αυτού πείρας. Και ουδείς εκ των βροτών δύναται να ισχυρισθή ότι εγνώρισεν «εις τέλος» οποίον Είναι κρύπτεται εν τοις λόγοις τούτοις. }292}
ΙΓ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ
Το πνεύμα ημών εκτείνεται μεταξύ δύο αντιθέτων πόλων: των σκοτεινών εγκάτων του άδου αφ’ ενός, και της κατηυγασμένης υπό του αδύτου Ηλίου Βασιλείας του Θεού, αφ’ ετέρου. Το περιεχόμενον του είναι ημών ευρύνεται αρρήτως(ΣΥΜΒΟΛΟ). }293}
Η Υπόστασις(προτιμώ τον όρον «υπόστασις» ως δηλούντα το όντως όν, το κείμενον εις θεμέλιον παντός του είναι)-Πρόσωπον εν τω Θείω Είναι δεν συνιστά αρχήν περιοριστικήν. Και εν τω κτιστώ ημών είναι η υπόστασις αποτελεί αρχήν προσλαμβάνουσαν εν εαυτή το άπειρον. Εν τοις ορίοις της γηίνης πραγματικότητος το υποστατικόν ημών πνεύμα έχει ως προορισμόν να υπερβή το τείχος του χρόνου και να διαρρήξη τα δεσμά του χώρου. … Ούτω το πνεύμα του ανθρώπου εισερχόμενον εις τον κόσμον της Θείας αιωνιότητος, συγκλονίζεται υπό του 73
μεγαλείου της αποκαλυφθείσης εις αυτό θεωρίας. Η οικουμένη ζη τότε αλλαγήν εις τα πεπρωμένα αυτής. «Εγεννήθη Άνθρωπος εις τον κόσμον» -γεγονός όπες αναγγέλλει εις όλην την κτίσιν καινήν, αμετάθετον αξίαν. Ο άνθρωπος ως υποστατικόν πνεύμα ανήκει εις την αιώνιον οντολογίαν. Οι εν Χριστώ σεσωσμένοι, οι άγιοι, είναι φορείς της Θείας αιωνιότητος. Προσλαμβάνουν την άναρχον και άκτιστον ζωήν ως αναφαίρετον αυτών κτήμα, κατά την φύσιν όμως αυτών παραμένουν αναλλοιώτως κτίσματα. }294}
Ο άνθρωπος αισθάνεται αυτήν (την εντολήν του Θεού) ως τινα έξωθεν επιβαλλόμενον περιορισμόν εν τη ορμή αυτού προς απόλυτον αυτοβεβαίωσιν, προς αυτοθέωσιν.
Άλλοι μεν επιδιώκουν να απεκδυθούν την γηίνην μορφήν της υπάρξεως: Εν τη φαντασία αυτών εικονίζεται η βαθεία ησυχία του μυστηριώδους πανυπερβατικού μη Όντος. Άλλοι δε εμπνεόμενοι εκ του λόγου του Χριστού, «η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», αναλαμβάνουν οδυνηρόν ασκητικόν αγώνα προς υπερνίκησιν του φθαρτού της κτιστής ημών φύσεως:
Χαρακτηριστικόν των πρώτων είναι ότι εκλαμβάνουν το Πρώτον Απόλυτον ως υπερ-προσωπικόν. Δι’ αυτούς η προσωπική αρχή εν τη καλυτέρα περιπτώσει είναι η πρώτη βαθμίς υποβιβασμού αυτοπεριορισμού του Απολύτου. Δια τους δευτέρους αυτό ακριβώς το Πρόσωπον-Υπόστασις κείται εις θεμέλιον παντός του είναι. }295}
Η Υπόστασις συνιστά την εσωτάτην αρχήν του Απολύτου Είναι, την αρχικήν και τελικήν Αυτού διάστασιν: «Εγώ ειμί το Α και το Ω, …».
Η Υπόστασις του Θεού εκφεύγει παντός ορισμού, διότι ευρίσκεται πέραν των ορίων παντός ό,τι φέρει σφραγίδα οιουδήποτε προσδιορισμού. Ακατάληπτος εις την διάνοιαν γνωρίζεται υπαρκτικώς και μόνον κατά το μέτρον της αυτοαποκαλύψεως του Θεού εις τον άνθρωπον.
Εν τω ανθρώπω ωσαύτως τη εικόνι του Υποστατικού Θεού, η αρχή της υποστάσεως είναι αυτός ο «κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου πνεύματος, ό εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές. Και η κτιστή αύτη υπόστασις υπέρκειται παντός ορισμού. Η επιστημονική και φιλοσοφική γνώσις εκφράζεται δι’ εννοιών και ορισμών. Η υπόστασις όμως είναι όν ασύλληπτον εις την φιλοσοφικήν ή την επιστημονικήν μορφήν γνώσεως. Ως ο Θεός ούτω και η ανθρωπίνη υπόστασις μένει έως τέλους αδιαφανής εκ των έξω, εκτός εάν η ιδία αποκαλυφθή εις ετέραν υπόστασιν. }296}
Ο τελευταίος (ο άνθρωπος) εκτίσθη εν δυνάμει ικανός να ιδιοποιηθή και να φέρη εν εαυτώ την άκτιστον Ζωήν της θεότητος.
Κατά την θέωσιν η ανθρωπίνη υπόστασις εκτείνεται από των διαστάσεων και των σχημάτων της γης εις διαστάσεις και μορφάς Θείας Ζωής. Εν άλλαις λέξεσι ο άνθρωπος υποστασιάζειυποστασιάζειυποστασιάζει υποστασιάζειυποστασιάζει υποστασιάζειυποστασιάζειυποστασιάζειυποστασιάζει εν εαυτώ τα θεία κατηγορήματα, ως είναι η αιωνιότης, η αγάπη, το φως, η σοφία, η αλήθεια. Η κτιστή υπόστασις γινομένη θεός κατά το περιεχόμενον του είναι αυτής ουδόλως αποβαίνει Θεός δια τα άλλα λογικά κτίσματα. }297}
Μεταξύ Θεού και Ανθρώπου παραμένει αιωνίως ανυπέρβλητο οντολογική απόστασις:
74
Κατά την «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Αυτού δημιουργίαν, ο Ποιητής ημών επαναλαμβάνει, κυρίως ειπείν, Εαυτόν, και υπ’ αυτήν την έννοιαν είναι «Πατήρ ημών». … Δια της ενσαρκώσεως Αυτού ο προαιώνιος Λόγος του Πατρός δίδει εις ημάς να κοινωνήσωμεν του Αίματος και της Σαρκός Αυτού, ώστε δια της οδού ταύτης να χύση εις τας φλέβας ημών την άναρχον Αυτού Ζωήν, και ούτω να γίνωμεν τέκνα Αυτού,
Ο Χριστός εφανέρωσεν εις ημάς την τελειότητα της εικόνος του Θεού εν τω ανθρώπω και την δυνατότητα της φύσεως ημών να προσλάβη το πλήρωμα της θεώσεως εις τοιούτον βαθμόν, ώστε ο Ίδιος, μετά την ανάληψιν Αυτού ενεθρόνισεν «εν δεξιά του Πατρός» την φύσιν ημών. Αλλ’ έτι και εν Αυτώ η φύσις ημών δεν εταυτίσθη μετά της Ουσίας του ακτίστου Θεού. Εν τω Χριστώ τω σαρκωθέντι Υιώ του Πατρός, θεωρούμεν την προαιώνιον ιδέαν του Θεού περί του Ανθρώπου.
Η αποκάλυψις «Εγώ ειμί ο Ών» δεικνύει ότι η υποστατική διάστασις εν τη Θεότητι έχει θεμελιώδη σημασίαν. Η αρχή της Υποστάσεως εν τω Θεώ δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλ’ ουσιώδης πραγματικότης κατέχουσα ιδίαν φύσιν και ενέργειαν ζωής.
Η ουσία δεν είναι το πρωτεύον ή έστω το υπερέχον }298} εν τω Θεώ, το καθορίζον τας υποστάσεις εις τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις. Εν τω Θείω Είναι ουδέν υπάρχει έξω της Υποστατικής Αρχής. Το βάθος του μυστηρίου των Θείων Υποστάσεων είναι ανεξερεύνητον. Ο αυτοπροσδιορισμός Αυτών εν τη αιωνιότητι αποτελεί άναρχον Γεγονός: Ουδέποτε υπήρξε τοιαύτη στιγμή κατά την οποίαν δεν είχεν ο Πατήρ τον Υιόν και δεν εξεπορεύετο απ’ Αυτού το Άγιον Πνεύμα. Η αρχή του παντός είναι ο Πατήρ, Όστις εν τη προαιωνίω γεννήσει του Υιού μεταδίδει εις Αυτόν άπαν το πλήρωμα της Φύσεως, της Ουσίας Αυτού. Το αυτό συμβαίνει και εις την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος.
Η γνώσις του Αγίου Πνεύματος ως Προσώπου έρχεται βραδύτερον. Τούτο ζωοποιεί απαύστως ουχί μόνον την Εκκλησίαν και τα τέκνα Αυτής, αλλά και πάντα τον κόσμον, άπασαν την κτίσιν. Θεραπεύει ημάς εκ των συνεπειών της πτώσεως· αναγεννά ημάς και αγιάζει. Τα πάντα όμως ποιεί αοράτως, ως τις κρυπτόμενος θαυμαστός Φίλος, μη θέλων να επιβαρύνη ημάς δια της ευγνωμοσύνης προς Αυτόν, διότι γνωρίζει ότι εν τη παρούση καταστάσει ημών το ευγενές αίσθημα της ευγνωμοσύνης γίνεται φορτίον. Η μεγάλη μακαριότης της γνώσεως Αυτού έρχεται βαθμηδόν, κατά το μέτρον }299} κατά το οποίον αναδύεται εντός ημών δια της συνεργείας Αυτού η υποστατική αρχή. Δυνάμει αυτής αρχόμεθα να προσλαμβάνωμεν το παν, και το Θείον Πρωταρχικόν Είναι και το κοσμικόν είναι, δι’ άλλου τρόπου προσιδιάζοντος εις τον άνθρωπον-υπόστασιν, την τετελειωμένην εικόνα Εκείνου, Όστις απεκαλύφθη εις τον Μωυσήν δια του Ονόματος Εγώ Ειμί. Επομένως ο Θεός ο Ίδιος είναι Υποστατικός και ημείς δημιουργία «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Αυτού, και ως εκ τούτου η τελική κλήσις ημών είναι προς την υποστατικήν μορφήν του είναι.
Η Υπόστασις είναι Εκείνος, Όστις μόνον και όντως ζη. Έξω της ζώσης ταύτης Αρχής ουδέν δύναται να υπάρχη: Το ουσιώδες περιεχόμενον της ζωής ταύτης είναι η Αγάπη: «Ο Θεός αγάπη εστίν». Η υποστατική ύπαρξις έρχεται εις αυτοεπίγνωσιν δια της εν αγάπη συναντήσεως μετά μιας ή πολλών υποστάσεων. … Εις αυτήν ακριβώς την εν ημίν υποστατικήν αρχήν επηγγείλατο ο Κύριος την αιωνιότητα. Αύτη η αρχή, και μόνον αύτη, κατέχει την ικανότητα να γνωρίζη το αρχέτυπον 75
αυτής τον Ζώντα Θεόν. Ο άνθρωπος είναι πλείον τι ή μικρόκοσμος. Είναι «μικροθεός». Κτιστός ών έλαβε την εντολήν να γίνη θεός. Εάν ο Δημιουργός ωμοιώθη κατά πάντα προς τον άνθρωπον, τούτο σημαίνει ότι και ο άνθρωπος εκτίσθη μετά της δυνατότητος να γίνη όμοιος κατά πάντα προς τον Θεόν(ΣΥΜΒΟΛΟ): }300}
Κατά την υπερτάτην εφικτήν εις την φύσιν ημών έντασιν προσευχής, όταν ο Ίδιος ο Θεός προσεύχηται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένηδίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνοςπάσης εικόνοςπάσης εικόνος πάσης εικόνοςπάσης εικόνοςπάσης εικόνοςπάσης εικόνοςπάσης εικόνοςπάσης εικόνος . Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς Πρόσωπονπρόσωπον προς Πρόσωπονπρόσωπον προς Πρόσωπον πρόσωπον προς Πρόσωπονπρόσωπον προς Πρόσωπον πρόσωπον προς Πρόσωπονπρόσωπον προς Πρόσωπονπρόσωπον προς Πρόσωπονπρόσωπον προς Πρόσωπον πρόσωπον προς Πρόσωπονπρόσωπον προς Πρόσωπον πρόσωπον προς Πρόσωπον πρόσωπον προς Πρόσωπονπρόσωπον προς Πρόσωπον . Εν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείταιενεργοποιείται ενεργοποιείταιενεργοποιείταιενεργοποιείται ενεργοποιείται ενεργοποιείταιενεργοποιείταιενεργοποιείταιενεργοποιείταιενεργοποιείται εν ημίν εκείνο όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασιςη υπόστασις η υπόστασιςη υπόστασις η υπόστασιςη υπόστασις η υπόστασις.
Φερόμενοι Πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχήν του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμα: Ανατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλ’ εν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα· τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων· το Θεόν της αγάπης, τον Μόνον αληθινόν.
Κατέβαλον μέγα τίμημα δια τας παραπλανήσεις μου εις τας οποίας ενεπλάκην επί επτά ή οκτώ έτι. Κρίνων κατ’ άνθρωπον, δεν θα ηδυνάμην δια μόνης της δυνάμεώς μου να αποσπασθώ από της αβύσσου του υπερβατισμού του ανατολικού μυστικισμού τουτέστι του Υπερ-προσωπικού Απολύτου. Κατά την φυσικήν και διανοητικήν μου νεότητα, η φιλοσοφία αύτη ενεφανίζετο εις το πνεύμα μου }301} πλήρης μεγαλείου, υπερβαινόντος τον χριστιανικόν συναισθηματικόν ψυχισμόν του «Αγαπήσεις τον Θεόν και τον πληρίον».
Ότε όμως, κατά την Άνωθεν δωρεάν, εδόθη εις εμέ να εννοήσω την οντολογικήν θέσιν της αρχής της Υποστάσεως εν τω Θείω Είναι, τότε κατά τρόπον φυσικόν το παν ήλλαξε και παρουσιάσθη εν αντιθέτω προοπτική: Είμεθα κτίσματα· ως κτίσματα φέρομεν εντός ημών την υποστατικήν αρχήν δυνάμει, ουχί ενεργεία. Δεν είμαι το Πρωταρχικόν Όν, αλλ’ η κτιστή εικών Αυτού. Καλούμαι διαδιαδια της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολώντης τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών να ενεργοποιήσω, να πραγματοποιήσω εν εμοί την υποστατικήν ομοίωσιν μου προς τον Θεόν· να γίνω υπόστασιςγίνω υπόστασιςγίνω υπόστασις γίνω υπόστασιςγίνω υπόστασιςγίνω υπόστασιςγίνω υπόστασις γίνω υπόστασιςγίνω υπόστασις γίνω υπόστασις, υπερβαίνων τον περιορισμόν του ατόμου, όπερ ουδόλως δύναται να κληρονομήση την Θείαν μορφήν υπάρξεως.
«ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον Αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Ημείς δεν κατανοούμεν αυτό το είδος της γνώσεως: της αμέσου, της άνευ εξελίξεως, της ολοκληρωτικής. Πιστεύομεν όμως εις την αγαθήν περί ημών πρόνοιαν του Θεού. Κατά την διάρκειαν χρόνων επιμόνου ασκήσεως, όπως ζήσωμεν κατά το θέλημα Αυτού, }302} πολλάκις θα μείνωμεν έκθαμβοι δια την μαθηματική ακρίβειαν της περί ημάς Προνοίας του Θεού.
Εάν ο Θεός δεν ήτο Όν Υποστατικόν, τότε ούτε και ημείς η εικών Αυτού, θα ηδυνάμεθα να εισέλθωμεν εις την υποστατικήν μορφήν του είναι· και αυτή εισέτι η προσωπικότης ημών δεν θα ήτο πλείον επιφαινομένου τινός. Επειδή όμως η 76
υπόστασις γεννάται εν ημίν εν καταστάσει υπερφυσικής προσευχής προσώπου προς Πρόσωπον ενώπιον του Ζώντος Θεού, δεν υπόκειται αύτη εις τα στοιχεία της φύσεως: Υπερβαίνει τα γήινα όρια και κινείται εις σφαίραν άλλων διαστάσεων. Μία και μόνη, ανεπανάληπτος και άτρεπτος εις οτιδήποτε άλλο, δεν υπόκειται εις αριθμητικόν υπολογισμόν.
Το Απόλυτον Πρωταρχικόν Όν είναι Υποστατικόν, και ο άνθρωπος, η ομοίωσις του Απολύτου, είναι ωσαύτως υπόστασις. Ο Θεός είναι Πνεύμα και ο άνθρωπος-υπόστασις είναι ωσαύτως πνεύμα. Και το πνεύμα τούτο δεν είναι αφηρημένον, κεχωρισμένον, διότι κέκτηται ιδίαν φύσιν. Επί του γηίνου επιπέδου λαμβάνει συγκεκριμένην μορφήν δια της σαρκός, μετά της οποίας αποκτά την πρώτην αυτού εμπειρίαν του είναι. Ο Θεός-Λόγος προέλαβε την ανθρωπίνην σάρκα, και ούτως απέδειξεν ότι δεν είναι επινόησις του λογικού ημών, ουδέ αποκύημα της εξημμένης υπό μυστικού τινος φόβου ενώπιον αγνώστων και εχθρικών δυνάμεων φαντασίας ημών. Ο Θεός είναι η πρώτη ουσιαστική Πραγματικότης· και η ανθρωπίνη υπόστασις είναι ωσαύτως ουσιαστική ζωή.
Αι σχέσεις αγάπης είναι ίδιον της Υποστάσεως, της εικόνος του Θεού της αγάπης. Η Υπόστασις δεν ορίζεται αντιθετικώς, δια της αντιπαραθέσεως προς αυτήν }303}, όπερ «δεν είναι Εγώ». Η αγάπη είναι το βαθύτερον περιεχόμενον και η καλυτέρα έκφρασις της ουσίας αυτής. Η Υπόστασις περιβάλλουσα εν προσευχή αγάπης ολόκληρον τον κόσμον αποτελεί την προς τα έσω (ad intra) ενότητα των πάντων. Εν τη δημιουργική ενεργεία αυτής όπως αναπτυχθή, επιδιώκει την καθολικήν ενότητα και προς τα έξω (ad extra). Εν τη αγάπη ευρίσκεται η ομοίωσις αυτής προς τον Θεόν, Όστις είναι αγάπη.
Ο Ποιητής του κόσμου ο Κύριος κρατεί εν τη παλάμη Αυτού πάντα τα όντα· και ο άνθρωπος-υπόστασις αποτελεί κέντρον ικανόν να περιλάβη εν εαυτώ ουχί μόνον την πολλαπλότητα των πραγματικοτήτων του σύμπαντος, αλλά και πλέον τούτου: άπαν το πλήρωμα του θεανθρωπίνου είναι. Η υπόστασις καθ’ εαυτήν είναι αξία μη παρερχομένη, πολυτιμοτέρα ολοκλήρου του λοιπού κόσμου. Εν τη χαρά της ευρέσεως της ελευθερίας της αθανασίας ατενίζει εις καινήν μορφήν του είναι.
Ο άνθρωπος, αναγεννηθείς υπό του Θεού εν τη προσευχή, ουδέποτε μένει μόνος. Η υπόστασις δεν γνωρίζει μοναξίαν: Διαμένει πάντοτε ενώπιον του πανταχού παρόντος Θεού. Πριν ή φθάση εις την πληρότητα αυτής, «υπομένει» ενίοτε Αυτόν μετά μεγάλου κόπου, ως ο Μωυσής, όστις «τον αόρατον ως ορών εκαρτέρησεν». Άλλοτε πάλιν αύτη πληρούται ησύχου και ειρηνικής χαράς έχουσα την συνείδησιν ότι ευρίσκεται εις χείρας του Αγίου Φύλακος.
Ο άνθρωπος-υπόστασις δεν γνωρίζει μοναξίαν, έτι και διότι, εν οιαδήποτε ερήμω και εάν ευρίσκηται, προσεύχεται υπέρ όλου του κόσμου, είτε ο κόσμος ούτος πάσχει, είτε ευτυχεί. }304}
Δι’ ευχών του Οσίου Πατρός μου Σιλουανού, ο Χριστός εφανέρωσε και εις εμέ, έστω και «εκ μέρους» το μυστήριον του προσώπου-υποστάσεως. Διήλθον μακροχρόνιον περίοδον απεγνωσμένης προσευχής. … Κατ’ αρχήν ενήργει επ’ εμέ ο ευαγγελικός Αυτού (του Κυρίου) λόγος. Ο λόγος ούτος, ο εκ του Πατρός εκπορευόμενος, δια των ριζών αυτού εισεχώρει εις την καρδίαν μου διαρρηγνύων τους πεπωρωμένους ιστούς αυτής. Εν οδύναις εγεννάτο η νέα ζωή μου. Κατά τον 77
πρώτον καιρόν ήμην μόνος, εκτός της Εκκλησίας εισέτι. Ουδέν εγνώριζον τότε, αλλ’ αόρατον πυρ κατέφλεγεν εμέ και η ψυχή μου εν μεγάλη θλίψει εστρέφετο προς τον «Δυνάμενον σώσαι με». Είς τι μέρος εντός μου διετηρείτο αμυδρά ελπίς, ήτις υπερενίκησε τον φόβον όπως εισέλθω εις την επίπονον οδόν. Ο πόνος ούτος, περί του οποίου προσπαθώ να ομιλήσω, είναι δι’ εμέ ιερός. Παράδοξον θαύμα! Η οδύνη αύτη της καρδίας μου εις τινας στιγμάς συνήρπαζε μετ’ ενθουσιασμού το πνεύμα μου. Εθαύμαζον πως ο Θεός εδημιούργησε την φύσιν μου ικανήν να υπομείνη παθήματα, δι’ ων απεκαλύπτοντο εις εμέ τα άγνωστα πρότερον βάθη της προσευχής. Υπήρχον στιγμαί κατά τας οποίας πιεζόμενος υπό δυνατού πόνου, μεθ’ ησύχου φωνής αλλά και μετά θάμβους, «έκραζον»: «Δόξα Σοι, πάνσοφε Δημιουργέ …». … Άνευ των παθημάτων τούτων ουδέποτε θα ηδυνάμην να εννοήσω περί ποίας αγάπης ωμίλει ο Κύριος όταν έλεγεν: «Έρχεται ο του κόσμου άρχων, και εν Εμοί ουκ έχει ουδέν· αλλ’ ίνα γνω ο κόσμος ότι αγαπώ τον Πατέρα, και καθώς ενετείλατό Μοι ο Πατήρ, ούτω ποιώ». }305}
Εάν η αγάπη την οποίαν εντέλλεται το Ευαγγέλιον, ήτο φυσική εν τη καταστάσει της πτώσεως ημών, τότε θα ήτο περιττή η κλήσις: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου … αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Όταν όμως η αγάπη εκείνη εγγίση την καρδίαν, τότε το πνεύμα ημών βλέπει τον Θεόν εν Φωτί και ζη δι’ Αυτού και εν Αυτώ. Ο Θεός υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην διάνοιαν. Ουδεμία αφηρημένη έννοια προσιδιάζει εις Αυτόν. Είναι Ζων. Η παντοδύναμια Αυτού είναι άμετρος· η αγάπη Αυτού ανεκδιήγητος. Η μετ’ Αυτού ζωή είναι πλούτος άρρητος.
Να είναι τις τυφλός είναι μεγάλη στέρησις. Δεν υπάρχει όμως μεγαλυτέρα συμφορά και βαθυτέρα οδύνη της αγνοίας του Θεού.
Εάν ο «άνθρωπος Χριστός Ιησούς», ο παραδούς εαυτόν εκουσίως δια την λύτρωσιν πάντων, προσηύχετο προς τον Πατέρα: «Πάτερ Μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ Εμού, εάν μη αυτό πίω, γεννηθήτω το θέλημά Σου», τότε τι δυνάμεθα να είπωμεν περί εαυτών ημείς οι ολιγόψυχοι; }306}
Ως βάσις της ασκήσεως ημών κείται ο πόθος να αποκτήσωμεν την επηγγελμένην αγάπην του Χριστού. Όταν το Πνεύμα της αγάπης του Χριστού εισέλθη εντός ημών, η ψυχή διψά την σωτηρίαν πάντων των ανθρώπων. Μετά τρόμου διαπιστοί ότι ουχί πάντες επιθυμούν δι’ εαυτούς εκείνο περί του οποίου αύτη δέεται προσευχομένη υπέρ αυτών. Έτι πλέον συναντώμεν εις αυτούς άρνησιν, εισέτι δε και έχθραν. Και πως είναι δυνατόν να σωθή ο άνθρωπος ευρισκόμενος εν τοιαύτη διαστροφή; }307}
… τι άλλο θα ικανοποιήση ημάς εν όλη τη κτίσει; Αληθώς, ουδέν όντως υπάρχει, όπερ θα ηδύνατο να χωρίση ημάς απ’ Αυτού, όσον βαρύς και εάν είναι ο αγών ημών. Διήνοιξε τους οφθαλμούς ημών προς το άπειρον και είναι αδύνατον πλέον να κλείσωμεν αυτούς εκ νέου και να προτιμήσωμεν την τυφλότητα των αρτιγεννήτων:
Εν τω κόσμω τούτω η ζώσα πείρα της υποστάσεως σπανίως δίδεται εις τους ανθρώπους: Έρχεται δια της χριστομιμήτου προσευχής υπέρ του σύμπαντος κόσμου … Εν τοιαύτη προσευχή βιούται το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους. Δι’ αυτής αποκαλύπτεται εις ημάς το οντολογικόν νόημα της «δευτέρας εντολής». Όλος ο Αδάμ γίνεται είς Άνθρωπος-Ανθρωπότης.
78
Παν ότι είναι κατώτερον τούτου, είναι κατώτερον και της ευαγγελικής εντολής. Ευλόγως θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι η εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστού η εν ταις εντολαίς του Χριστού η εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστού η εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστούη εν ταις εντολαίς του Χριστού η εν ταις εντολαίς του Χριστού ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ εις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσεις εις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσεις εις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσεις εις τας αληθινάς αυτής διαστάσειςεις τας αληθινάς αυτής διαστάσεις. Εν τη οντολογική αυτού αξία ο Χριστιανισμός υπερβαίνει αμέτρως την σύνεσιν εκείνων, οίτινες εκ ραθυμίας δεν θέλουν να αποκτήσουν την αγίαν θεογνωσίαν, ήτις και είναι η αιώνιος ζωή. }309} Οι άνθρωποι αναζητούν την αλήθειαν. Πολλοί αγαπούν τον Χριστόν, αλλά συχνάκις επιχειρούν να υποβιβάσουν το Ευαγγέλιον εις το επίπεδον της ηθικής διδασκαλίας. … Ίνα πληρωθώμεν αληθώς εκ της θεοποιού δυνάμεως του Ευαγγελικού λόγου, είναι ανάγκη να μοχθήσωμεν έτι μάλλον ή δια την επίτευξιν πρακτικών ή επιστημονικών γνώσεων. … «Η μακραίων πείρα της ακαδημαϊκής θεολογίας απέδειξε μετά πειστικότητος ότι είναι δυνατόν να έχη τις ευρείαν πολυμάθειαν επί του πεδίου της επιστημονικής θεολογίας και μη έχων ζώσαν πίστιν, τουτέστιν αγνοών πλήρως τον Θεόν. Εν τοιαύταις περιπτώσεσιν η θεολογία αποβαίνει διανοητική ενασχόλησις, ως και η νομική επιστήμη. Ως αύτη διαφέρει εις εκάστην χώραν, ούτω και η θεολογία διαφοροποιείται εν τω πλήθει των διηρημένων ομολογιών». }310}
Εν καταστάσει υψίστης δεκτικότητος ελάβομεν την πληροφορίαν περί ενός ιδιαιτέρας τάξεως Είναι, το οποίον δι’ Εαυτό ουδεμίαν έχει εξωτερικήν αιτίαν, αρχήν ή τέλος. Είναι αδύνατον δι’ ιδίων δυνάμεων να φανερώσωμεν μετ’ αξιοπιστίας τον βαθύν χαρακτήρα του Είναι τούτου. Έχομεν όμως έμφυτον την ορμήν προς Αυτό. Και εις το ερώτημα: «Τι εστι το Είναι;» ελάβομεν την απάντησιν: «Εγώ ειμί ο Ών». Ουχί «τι», αλλά «τις». Και ο «Τις» ούτος έρχεται εις κοινωνίαν ζώσαν και αισθητήν μεθ’ ημών.
Το Υποστατικόν τούτο Είναι, το ευρισκόμενον πέραν παντός περιορισμού και ρυθμίζον καθ’ Εαυτό τα πάντα, είναι ο Αίτιος της ελεύσεως ημών εις τον κόσμον. Η Αποκάλυψις ότι το Είναι τούτο είναι υποστατικόν μαρτυρεί οφθαλμοφανώς ότι η περί Αυτού γνώσις, μάλλον η γνώσις Αυτού, δύναται να δοθή μόνον μέσω προσωπικής κοινωνίας Αυτού μεθ’ ημών, ως προσώπων. Εις στιγμάς ζώσης κοινωνίας μετ’ Αυτού ο Ίδιος μεταδίδει εις ημάς την γνώσιν περί Εαυτού αποκαλυπτόμενος εν ημίν μέσω των ενεργειών Αυτού. }311}
Εν τη συνήθει πορεία της σκέψεως σχετικώς προς την γνώσιν, διακρίνομεν το γνωρίζον υποκείμενον και το γνωριζόμενον αντικείμενον. Εν τη ημετέρα όμως αντιλήψει περί της γνώσεως του Θεού καταργείται η πορεία της αντικειμενοποιήσεως του γνωριζομένου, διότι Ούτος γνωρίζεται πάντοτε «εν τω συνδέσμω της αγάπης», εν τη καταστάσει της καθαράς προσευχής. Η κτιστή ημών υπόστασις εισάγεται δια του Αγίου Πνεύματος εις την σφαίραν του ακτίστου Θείου Είναι κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να αισθανώμεθα εν ημίν τον Θεόν ως την ζωήν ημών.
Εις τούτο έγκειται η βασική διαφορά μεταξύ επιστημονικής και πνευματικής γνώσεως. Η τελευταία αύτη κατανοείται ως κοινωνία εν τη υπάρξει, ως ένωσις εν αυτώ τω είναι.
Η καθαρά προσευχή είναι η ασφαλεστέρα οδός προς την γνώσιν του Θεού. Ο ούτω προσευχόμενος απεκδύεται πάσας τας εξωτερικάς γνώσεις και τας εμπαθείς εικόνας, ώστε, κλίνας ενώπιον Εκείνου Όστις είναι η Αρχή του παντός να λάβη την εξ Αυτού εκπορευομένην ζωήν. Άνευ λόγων, «στεναγμοίς αλαλήτοις» 79
εκδυσωπεί τον άγνωστον εισέτι Θεόν να σώση αυτόν όπερ εν τελευταία αναλύσει σημαίνει να δεχθή το πνεύμα αυτού εις αιώνιον παραμονήν μετ’ Αυτού. Η δέησις αυτού ενούται μετά του μακραίωνος στεναγμού πάσης της κτίσεως. Αι κραυγαί αυτού συμβάλλουν }312} εις τον ενιαίον χορόν της οικουμένης, ήτις ικετεύει δια την σωτηρίαν. Η προσευχή αύτη είναι ανέκφραστος, απερίγραπτος. Δεν ενσαρκούται δια των λόγων ημών. Η οδύνη επί της οποίας θεμελιούται είναι βαθυτέρα παντός στεναγμού.
… Ο Ίδιος δια της δυνάμεως Αυτού ελκύει ημάς εις ανάβασιν προς Αυτόν. Η θαυμαστή αύτη άνοδος, παρά την οδυνηράν έντασιν της υπάρξεως ημών, βιούται ως μακάριον «περισσόν» Νέας Ζωής εκχεομένης εφ’ ημάς. Όταν το πνεύμα ημών γίνηται όλον προσευχή, αξιούται να αισθανθή εναργώς την πνοήν της Θείας αιωνιότητος. Δια μεγάλης οδύνης μετανοίας αναγεννάται ο άνθρωπος δια της «ασάλευτον βασιλείαν».
Ο Θεός αποκαλύπτει το Όνομα Αυτού: «Εγώ ειμι ο Ών». Δια τον άνθρωπον, την εικόνα του Υψίστου, η λέξις αύτη εγώεγώεγώ είναι μία των πολυτιμοτέρων, διότι μαρτυρεί την αρχήν της υποστάσεως εν ημίν. Έξω της αρχής ταύτης τα πάντα αποβαίνουν παράλογα, μη όντα (ανύπαρκτα), διότι ο Ών είναι αφεύκτως «εγώ». Έκαστος εξ ημών ας φυλάξη την υποστατικήν αυτού αξίαν: Εν αυτή και μόνον εν αυτή ο πλούτος και το κάλλος του είναι ημών. … Ο Κύριος εδωρήσατο εις }313} ημάς το φως της αποκαλύψεως της Υποστάσεως, ημείς όμως εγεννήθημεν και αφέθημεν να ζώμεν εντός της αμόρφου μάζης των ατόμων, ίδιον των οποίων είναι ο εγωϊσμός και η φιλαυτία. Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη ναΕις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού περιβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστούπεριβάλη πάσαν την κτίσιν δια της φλογός αγάπης του Χριστού. Συνδεόμεθα μετά του κόσμου τούτου, ως είναι εν τη πτώσει αυτού, και ταυτοχρόνως έχομεν ανάγκην να παλαίσωμεν δια την εν Θεώ ελευθερίαν ημών. Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει ατομικιστικόν χαρακτήρα. Ο ατομικισμός καλλιεργείται εις τους ανθρώπους καθ’ όλας τας εμπαθείς αυτού εκδηλώσεις. Εμφανέστερον διαπιστούται τούτο εις τον τομέα της τέχνης. Δοξάζονται αι μεγαλοφυίαι, οι πρωτότυποι δημιουργοί του ενός ή του άλλου έργου. Εν άλλας λέξεσι, εκτιμάται η πρωτοτυπία, ή ατομικότης του καλλιτέχνου. Η κοινωνία ημών οικοδομείται επί τη βάσει της αρχής ταύτης. Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως,Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις πτώσεως, συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδουσυνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου. Η καλλιέργεια της πτώσεως οδηγεί εις την αποξένωσιν από του Θεού. Ο άνθρωπος υποβιβάζεται δια της εν αυτώ αμαυρώσεως της εικόνος του Θεού. Αντιθέτως προς τούτο η σύναξις τωνη σύναξις τωνη σύναξις των η σύναξις των η σύναξις τωνη σύναξις τωνη σύναξις τωνη σύναξις τωνη σύναξις τωνη σύναξις τωνη σύναξις των υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου» υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου» υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου» υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου» υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου» υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου»υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου» υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου» υποστάσεων είναι «το άλας της γης και Φως του κόσμου». Τούτο πραγματοποιείται εν τη Εκκλησία του Χριστού μετ’ ιδιαιτέρας δε δυνάμεως εν τη λειτουργική πράξει. Εκεί ακριβώς φανερούται η αληθινή εικών της Αγίας Τριάδος. Δι’ όλου του περιεχομένου της Θείας Λειτουργίας ο λειτουργός καλείται, εν τω πνεύματι της εν Γεθσημανή προσευχής του Χριστού, να προσφέρη εις τον Θεόν λατρείαν αρμόζουσαν εις την υπόστασιν.
Η Υπόστασις εν τω Θείω Είναι δεν νοείται ως στατική }314} τις αρχή εγκεκλεισμένη εν εαυτή. Τούτο θα ήτο δυνατόν εν τη προοπτική του ενοθεϊσμού του Ισλάμ, έτι δε και εν τοις ορίοις της Παλαιάς Διαθήκης, αλλ’ ουδόλως εν τη αποκαλυφθείση εις ημάς Τριάδι, Ήτις είναι Όν άκρως δυναμικόν. Την δυναμικότητα ταύτην εδιδάχθημεν να βλέπωμεν εν τη Αγάπη, ήτις αποτελεί την βαθυτέραν έκφρασιν του Γεγονότος του αιωνίου αυτοπροσδιορισμού των Υποστάσεων της 80
Αγίας Τριάδος. Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ Δεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ ότιΔεν λέγομεν ότι η Αγάπη είναι Ουσία της θεότητος, αλλ’ εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου εκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλουεκφράζει ταύτην πλείον οιουδήποτε άλλου. Η Ουσία είναι αμέθεκτος υπό των κτισμάτων, και ως εκ τούτου παραμένει αιωνίως άγνωστος. Παν ό,τι δεν κοινωνείται, δεν γνωρίζεται υπό των λογικών κτισμάτων. Η ενέργεια όμως της Θείας Αγάπης εκχέεται εις τα κατ’ εικόνα κτίσματα, και η απόκτησις αυτής εδόθη εις ημάς ως εντολή.
Εν τω Θείω Είναι ο παράγων ο αποκαλύπτων την Ουσίαν ονομάζεται Ενέργεια. Η μετοχή εις την άκτιστον Ενέργειαν πραγματοποιεί την ομοίωσιν ημών προς τον Δημιουργόν, θεοποιεί ημάς. Η Αγάπη, ως άναρχος και αμετάθετος ζωή του Τριαδικού Θεού δια της ενοικήσεως αυτής εν ημίν, δεν καθιστά ημάς μόνον αθανάτους, υπό την έννοιαν ότι η ύπαρξις ημών θα παρατείνηται εις τους αιώνας, αλλά και «ανάρχους», διότι και η ενδοτριαδική Αγάπη είναι καθ’ εαυτήν άναρχος. Το άκτιστον Φως, συγκαταβαίνον εις τον ανθρώπον, δίδει εις αυτόν την ζώσαν πείραν της Αγάπης ταύτης. Η ενέργεια αυτής υπερνικά τον πλήξαντα ημάς θάνατον και βιούται ως εκ νεκρών ανάστασις εις νέαν, άναρχον πλέον ζωήν. Τότε αίρεται η αίσθησις της γηίνης προελεύσεως ημών.
Η εμπειρία αύτη, εν τούτοις είναι μόνον η πρόγευσις }315} της υπεσχημένης θεώσεως, κλήσις εμπνέουσα εις αγώνα, ουχί όμως τετελειωμένη κατάστασις θεώσεως. Η δωρεά αύτη της χάριτος πλουτεί ημάς δια της γνώσεως εκείνων, «ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν», αλλά δεν είναι εισέτι πλήρως κτήμα ημών, και ως εκ τούτου δύναται να αρθή ως «άδικος μαμωνάς». Και ο επιμελής εισέτι ασκητής δεν παραμένει πάντοτε εν ίση εντάσει χάριτος. Μετά περίοδον επισκέψεων αυτής δύναται η χάρις αύτη να μειωθή, και τότε εκ νέου σκιά τις καλύπτει ημάς.
Η γνώσις όμως διατηρείται εν τη ψυχή ως ανάμνησις.
Διακρίνοντες εν τη αποκαλυφθείση ημίν Θεότητι Υποστατικήν αρχή, Ουσίαν, Ενέργειαν, ουδόλως εννοούμεν ότι η Θεότης συνίσταται εκ διαφόρων στοιχείων. Το Θείον Όν είναι ο Ζων Θεός και ουχί η αφηρημένη φιλοσοφική έννοια του «καθαρού είναι». Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη,Είναι ο Ζων Θεός, διότι είναι Υποστατικός. Και κατ’ ουσίαν ζη η Αρχή αύτη, τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέατουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα τουτέστιν η Υπόστασις. Αύτη δεν είναι αφηρημένη τις ιδέα . Ουχί. Έχει δε Ιδίαν Φύσιν και Ιδίαν Ενέργειαν. Και τούτο είναι το όντως Όν. Την Ουσίαν ή Φύσιν δεν εκλαμβάνομεν ως αντικειμενικόν παράγοντα εν τη Θεότητι. Εάν ενίοτε ομιλώμεν περί αυτής της πλευράς του Θείου Είναι, ως να επρόκειτο περί αντικειμενικής πραγματικότητος, πράττομεν τούτο κυρίως υπό την έννοιαν ότι η Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το Ουσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι τοΟυσία και η Ενέργεια, ως Θεία Ζωή εν τη απολυτω πληρότητι αυτής είναι το περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά περιεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατάπεριεχόμενον ουχί μιας μόνον Υποστάσεως της Τριάδος, αλλά και των Τριών κατά το αυτό μέτροντο αυτό μέτροντο αυτό μέτρον το αυτό μέτροντο αυτό μέτροντο αυτό μέτροντο αυτό μέτρον το αυτό μέτρον το αυτό μέτροντο αυτό μέτροντο αυτό μέτρον.
Εν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελεία Εν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελεία Εν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελείαΕν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και Ουσίας υπάρχει τελεία ταύτησιςταύτησιςταύτησιςταύτησιςταύτησιςταύτησις ταύτησις. Η Ουσία εγκλείεται }316} εν ταις Υποστάσεσιν. Ουδεμίαν έχει ύπαρξιν «κεχωρισμένην» εκ των Υποστάσεων ή εκτός Αυτών. Εν τω Θείω Είναι –άκρως υποστατικώ- ο αυτοπροσδιορισμός των Θείων Υποστάσεων προέρχεται εξ αυτών των ιδίων των Υποστάσεων και κατ’ ουδένα τρόπον προκαθορίζεται ή επιβάλλεται υπό της Ουσίας.
Εν τη κτιστή ημών ζωή βλέπομεν όντως ότι η φύσις ημών δεν ταυτίζεται εισέτι πλήρως μετά της υποστατικής αρχής. Έτι πλέον ημείς, ως πρόσωπα-υποστάσεις, 81
ευρισκόμεθα εν οξεία αντιφάσει προς τινας εκδηλώσεις της φύσεως ημών. Γεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμει Γεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμει Γεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμει Γεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμει Γεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμει Γεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμειΓεννώμεθα ως υποστάσεις μόνον εν δυνάμει. Όταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχή Όταν η υποστατική αύτη αρχή Όταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχή Όταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχήΌταν η υποστατική αύτη αρχή αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της αναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ τηςαναπτυχθή εν ημίν μέχρι βαθμού τινος, άρχεται η σύγκρουσις μεταξύ της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της υποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων τηςυποστάσεως εν τω ελευθέρω αυτοπροσδιορισμώ αυτής και των τάσεων της εκπτώτου φύσεως ημών εκπτώτου φύσεως ημών εκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημών εκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημώνεκπτώτου φύσεως ημών. Η φύσις δεν είναι πλήρως ενυπόστατος, και όμως δυνάμεθα να ομιλώμεν περί της σχετικής αυτής αντικειμενικότητος. Ουδέποτε αύτη εκδηλούται έξω των συγκεκριμένων ατόμων.
Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις Τον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν ειςΤον εν ημίν διχασμόν μεταξύ φύσεως και υποστάσεως δεν ανάγομεν εις τον Θεόντον Θεόν τον Θεόντον Θεόντον Θεόν . Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεωςΕν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως Εν τη εσχάτη ημών τελειώσει πρέπει να επέλθη πλήρης ταυτότης φύσεως και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι και προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναικαι προσώπου, άλλως θα ήτο αδύνατος η θέωσις ημών εν τη ακεραιότητι του είναι ημώνημώνημώνημών. Πιστεύομεν ότι ο Κύριος ανελήφθη εις τον ουρανόν μη χωρισθείς από της ανθρωπίνης Αυτού φύσεως. Εν τη αιωνιότητι υπάρχει Ούτος εν δυσί φύσεσιν ατρέπτως, αλλ’ είναι είς Κύριος εν τη αρμονική ενώσει των δύο Αυτού φύσεων. Ούτως οφείλει να συμβή και εις ημάς: Μετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσιν Μετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσιν Μετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσιν Μετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσιν Μετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσινΜετά θάνατον θα διατηρήσωμεν την φύσιν ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείςημών, η δε χάρις του Θεού θα ενωθή μεθ’ ημών τοσούτον στενώς, ώστε και ημείς ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίανωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν ωσαύτως θα έχωμεν εν τη αιωνία ημών ζωή ακεραίαν αρμονίαν. }317}
«Εγώ ειμι ο Ών». Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες ΕίναιΤο Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι Το Εγώ τούτο συνιστά το ουσιώδες Είναι. Οι προφήται (Ησαίας και Ιερεμίας) εξέφρασαν τούτο δια θαυμαστού τρόπου: «Ζω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγειΖω Εγώ, λέγει ΚύριοςΚύριοςΚύριοςΚύριοςΚύριος ». Και ο Απόστολος Παύλος επανέλαβε το αυτό. Το παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό το Το παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό το Το παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό το Το παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό το Το παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό τοΤο παν έγκειται εις αυτό το Το παν έγκειται εις αυτό το ΕγώΕγώΕγώ. Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος Και ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητοςΚαι ημείς έχομεν την επαγγελίαν της υποστατικής αιωνιότητος: «Εγώ ζω και υμείς ζήσεσθε» (ως πρόσωπα: Πέτρος, Ιωάννης Ανδρέας), είπεν ο Κύριος. Μετά την έξοδον ημών εκ της ζωής ταύτης, το υποστατικόν ημών πνεύμα θα διαφυλαχθή ακριβώς ως τοιούτον και δεν θα διαλυθή εις το υπέρ-προσωπικόν απόλυτον, ως η σταγών εις τον ωκεανόν, ή ως η αναπνοή ημών ενούται μετά της ατμοσφαίρας και διαλύεται εν αυτή.
Ο Θεός έκτισε την φύσιν ημών, και ως εκ τούτου Ούτος μόνον γνωρίζει τα όρια των δυνατοτήτων αυτής. Εκάστη υπόστασις τίθεται εντός ενός δεδομένου φυσικού περιβάλλοντος, αλλ’ ημείς δεν γνωρίζομεν αυτό, ως θα έπρεπε. Τούτο βαθμηδόν αποκαλύπτεται εις ημάς, αποβαίνον περιεχόμενον της υποστάσεως, ήτις εκλήθη προς ολοκληρωτικήν κατοχήν της φύσεως αυτής. Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσει Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσειΕν τη εσχάτη αυτής τελειώσει Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσει Εν τη εσχάτη αυτής τελειώσει η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις η κτιστή υπόστασις θα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτης θα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτης θα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτης θα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτης θα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτηςθα φέρη ωσαύτως άπαν το πλήρωμα της φύσεως ταύτης ,, την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν την οποίαν ο Δημιουργός συνέλαβεν ικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα του ικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα του ικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα τουικανήν να περιλάβη το πλήρωμα του του θεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναι θεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναι θεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναιθεανθρωπίνου είναι θεανθρωπίνου είναι. Ο Χριστός, Όστις είναι και το μέτρον του ανθρώπου, εφανέρωσε τούτο εν τη αναλήψει Αυτού. Και εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δεν Και εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δεν Και εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δεν Και εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δεν Και εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δενΚαι εν Αυτώ εισέτι η κτιστή φύσις δεν μετετράπη εις την άναρχον Ουσίαν της Θεότητοςμετετράπη εις την άναρχον Ουσίαν της Θεότητος μετετράπη εις την άναρχον Ουσίαν της Θεότητος μετετ