Η ΚΟΥΡΜΠΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ

ΠΩΣ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Ποίος είναι ό «χρυσούς κανών»

Μορφωμένος άνθρωπος ό κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημί­ου και ξένες γλώσσες και πείρα ζω­ής. Δυσκολευόταν, όμως, στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέταζε και τα πλησίαζε με αυστηρότητα. Ήταν σχολαστικά ηθικιστής. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχώρηση εύκολα τους άλλους. Παντού έβλεπε αμαρτίες και αμαρ­τωλούς. Αυτό κάνουν όλοι οι ηθικιστές. Καθόταν τώρα απέναντι από τον Γέροντα Ίάκωβον, έναν ασκητικό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στον δάσκαλο. Ερωτή­σεις πολλές. Αντιρρήσεις περισ­σότερες. ‘Αλλά και οι απαντήσεις σοφές και αποκαλυπτικές.

Ρώτησε τον Γέροντα για το σο­βαρό (το σοβαρώτερον;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώ­πων, πού δυσκολεύονταν να το κα­τανόηση:

—Αφού βλέπω καθαρά και ολο­φάνερα τον άλλον να άμαρτάνη, πως να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκαιο;

—Όλους μας βλέπει ό Θεός α­διάκοπα και ξέρει καθαρά και ολο­φάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να. μετανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;

—Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;

—Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, είπε ό π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυ­τήν την διάκριση, αυτό το ξεχώρι­σμα μεταξύ αμαρτίας και αμαρ­τωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.

—Τότε, τι πρέπει να κάνουμε; Πώς να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα; —Έχεις δει τοις σιδεράδες, πού μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ό Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπί­δες και δαγκάνες και έτσι τα πλη­σιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, πού πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλ­ληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέ­σεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.

—Μα, πάτερ μου, εγώ έθεσα ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά και χωρίς καμία δικαιολογία. Εγώ θέλω να μάθω τι πρέπει να κάνω στην περίπτωση αυτή.

—Το «χωρίς καμιά δικαιολο­γία» πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη, γιατί δεν μπορούμε να ξέ­ρουμε, είπε ό π. Ιάκωβος. Μόνον ό Θεός γνωρίζει τα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Μόνον Εκεί­νος ξέρει τι συμβαίνει. Εμείς βλέ­πουμε άπ’ έξω. Εκείνος βλέπει το από μέσα. «Ας θυμηθούμε και την διδασκαλία του Χριστού για τα πο­τήρια, όταν μιλούσε για την υπο­κρισία των Γραμματέων κοιτών Φαρισαίων. ‘Απ’ έξω φαίνονται καθα­ρά. Μέσα, όμως, είναι γεμάτα από βρωμιά και αδικία και αρπαγή. Να το πω και με ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πηγαίνουμε στο γιατρό να μας θεραπεύσει, δεν του λέμε ε­μείς τι να κάνη. Εκείνος ξέρει τη δουλειά του. Εμείς απλώς του λέ­με ότι πονάμε και σε ποιο μέρος υποφέρουμε. Τη στιγμή, πού λέμε «εγώ θέλω» σταματούμε την διαδι­κασία της γνώσεως, για το θέμα, πού πρέπει να μάθουμε. Ή αλήθεια μας δίδεται όταν τη ζητήσουμε τα­πεινά, όπως ζητούμε την υγεία μας από τον γιατρό. Δεν μπορούμε να διατάξουμε την αλήθεια, άλλα να την παρακαλέσουμε να μας δοθεί, να μας αποκαλυφθεί. Γιατί ή αλή­θεια είναι ό Θεός, πού δεν μπο­ρούμε να τον διατάξουμε, άλλα μό­νον να τον παρακαλέσουμε και να τον αγαπήσουμε.

—Ναι, πάτερ μου, αλλά τότε τι γί­νεται;  Αν δεν πω στο γιατρό εγώ τι θέλω πώς θα με εξέταση και πώς θα με θεραπεύσει;

—Όχι, όχι, όχι, παιδί μου, αυτό είναι λάθος, ξανάπε ό Γέροντας. Ό γιατρός ξέρει τι θέλεις, όταν τον επισκέπτεσαι. Εσύ το μόνο, πού μπορείς να πεις είναι ότι πονάς και σε ποιο σημείο νοιώθεις τον πόνο σου. Τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέ­ρες μας συμβουλεύουν να προσ­ευχόμαστε σαν τα μικρά παιδιά, πού κλαίνε όταν πονούνε. Και δείχνουνε το μέρος όπου πονάνε.

—Πάλι δεν το καταλαβαίνω, πά­τερ μου, το νόημα των λόγων, πού μου λέτε, απάντησε ό κ. Σταύρος. Δεν πονώ εγώ, αλλά θέλω να ξέρω τι στάση, να κρατήσω σε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά. Θα τον συγχωρήσω ή όχι;

Συγχώρηση πρέπει να τη δίνουμε σε όλους, όπως κάνει και ό ίδιος ό Θεός. «Βρέχει επί δικαίους και αδίκους», λέγει το Εύαγγέλιον. Διότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι θα έπρεπε να καταδικασθού­με, για τις αμαρτίες μας, λίγες ή πολλές. Για αυτό πρέπει να συγχω­ρούμε και να ευχόμαστε στον Θεό να συγχώρηση και τον αμαρτωλό και εμάς, πού αμαρτάνουμε και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε ή τι δεν κάνουμε. Αν, όμως, είμαστε αδύναμοι πνευματικός και ή συμπεριφορά του αλ­λού μας επηρεάζει αρνητικά, τότε πρέπει να μη τον κατηγορούμε, αλ­λά να τον αποφεύγουμε και να μη έχουμε μαζί του συναναστροφές και συνέπειες. Και αν είναι αιρε­τικός τότε να τον αποφεύγουμε τε­λείως και να μη τον δεχόμαστε. Γιατί ή συντροφιά με τους αιρε­τικούς είναι επικίνδυνη, μπορεί να μας δηλητηρίαση και να μας θανά­τωση πνευματικά. Γενικώς για τους αμαρτωλούς πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Φθεί­ρουν ήθη χρηστά όμιλίαι κακαί».

Δηλαδή ή συντροφιά με τους αμαρτωλούς μπορεί να φθείρει και τους καλούς χαρακτήρες.

—Αυτό το γνωρίζω, συνέχισε ό κ. Σταύρος, πού επέμενε στην γνώμη του. Αυτό, πού δεν ξέρω είναι το πώς και το γιατί της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων.

—Το πώς μας το είπε ό Χριστός: « Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίω. ιε’ 5). Χρειάζεται ή δική του βοήθεια, είπε ό Γέροντας. Για αυτό και πρέπει να ζητούμε συν­εχώς την βοήθεια του. Αν εκείνος δεν βοηθήσει, τίποτε καλό δεν μπο­ρούμε να κάνουμε. Όσον για το «γιατί», αυτό μας το λέγει το Ευαγ­γέλιο: «Εάν γαρ άφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ό πατήρ υμών ό ουράνιος· εάν δε μη άφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ό πατήρ υμών αφήσει τα πα­ραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’ 14 -15). Να γιατί πρέπει να συγχωρού­με τους άλλους, όσον και αν αμάρ­τησαν. Από την συγχώρηση, αγα­πητέ μου, αρχίζει ή αγάπη. Διάβασε το ιγ’ Κεφάλαιο της Α’ Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κο­ρινθίους και τότε θα καταλάβετε το γιατί πρέπει να συγχωρούμε.

—Την έχω διαβάσει, πάτερ μου, αλλά πάλι αδυνατώ να κατανοήσω τι θέλετε να πείτε με το πώς και το γιατί…

—Τότε θα σου μιλήσω, φίλτατε, με άλλο παράδειγμα, για να γίνω πιο σαφής, ξανάπε ό π. Ιάκωβος. Άνοιξε την δεξιά σου παλάμη από το μέσα μέρος και τέντωσε την όσον μπορείς.

Ό κ. Σταύρος τέντωσε την παλά­μη του δεξιού του χεριού και περί­μενε. Τότε ό Γέροντας πήρε το πο­τήρι με το νερό, πού βρισκόταν πά­νω στο τραπέζι και έριξε λίγο πά­νω στην παλάμη του επισκέπτη του. Το νερό, καθώς ήταν φυσικό, κύλησε από το χέρι και χύθηκε κά­τω και δεν έμεινε στην ανοιχτή πα­λάμη ούτε σταγόνα.

—Τώρα κάνε κούρμπα την παλά­μη σου, είπε ό Γέροντας.

—Τι θα πει κούρμπα, πάτερ μου; Δεν ξέρω την λέξη…

—Κούρμπα στο χωριό μου λένε την καμπύλη, εξήγησε ό π. Ιάκω­βος. Κάνε, λοιπόν, την παλάμη σου κυρτή, σαν λακκούβα, όπως παίρ­νεις το νερό, για να πλυθείς.

Υπάκουσε ό κ. Σταύρος και ό Γέ­ροντας έριξε πάλι στην χούφτα του λίγο νερό από το ποτήρι και έ­μεινε το νερό στο χέρι του κ. Σταύρου.

—Αυτό είναι, πού πρέπει να κά­νουμε όταν θέλουμε να μάθουμε μιαν αλήθεια και πιο πολύ όταν θέ­λουμε να συγχωρήσουμε κάποιον αμαρτωλό, εξήγησε ό π. Ιάκωβος. Σκύβουμε το κεφάλι της λογικής μας μπροστά στην αλήθεια, ταπει­νώνουμε τον εαυτό μας, πού νομί­ζει ότι όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να τα καταλάβει, ομολογούμε την αδυναμία μας και τότε ό Θεός μας δίνει άφθονη την χάρη του και για να καταλάβουμε και για να ενεργή­σουμε σωστά. Αυτό κάνουμε και όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε και να πλησιάσουμε τον Χριστό της αγάπης, πού συγχωρεί και βοήθα όσους ζητούν ταπεινά την βοήθεια του. Χωρίς ταπείνωση, ούτε τον εαυτόν μας μπορούμε να συγχω­ρήσουμε και να τον αγαπήσουμε πραγματικά. Αυτό μας δίδαξε ό Χριστός και με την ζωήν και με τον λόγον του. Και αυτό πρέπει να κά­νουμε κι εμείς, αν θέλουμε να δού­με «Θεού πρόσωπον». Να ταπεινω­θούμε πρώτα μπροστά στον Θεόν, ως αμαρτωλοί, πού είμαστε και Εκείνος θα μας βοηθήσει να ταπει­νωθούμε και μπροστά στους αν­θρώπους, να τους συγχωρήσουμε και να καταλάβουμε ότι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.

Ό κ. Σταύρος φαίνεται ότι κατά­λαβε αυτήν τη φορά και έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον Γέροντα, σαν να ζητούσε συγχώρηση για την διανοητική του έπαρση και την ψυ­χική του αλαζονεία. Γιατί αυτό το νόσημα της έπαρσης και της αλα­ζονείας τυφλώνει και ξεστρατίζει την ψυχή του ανθρώπου. Τότε ό π. Ιάκωβος, πού είδε διακριτικά την μεταστροφή του επισκέπτη του, θέλησε να βάλει, ωσάν περισπωμέ­νη στο ρήμα «αγαπώ» τον επίλογο της κουβέντας τους, είπε:

—Ό Χριστός μας έδωσε τον λεγόμενον «χρυσόν κανόνα» ζωής ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε ‘ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και ύμεΐς ποιείτε αυτοίς  ούτος γαρ εστίν ό νόμος και οι προφήται» (Ματθ. ζ’ 12). Δηλονότι, αν θέλεις να σε συγχωρούν οι άλλοι, συγχώρησε τους άλλους πρώτος εσύ. Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η ΚΟΥΡΜΠΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ
Αρέσει σε %d bloggers: