Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ. Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

»ΖΕΚ – 18376»

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Χρονολογικό διάγραμμα της ζωής του π. Αρσενίου
1894: Γεννιέται στη Μόσχα.
1911: Αποφοιτά από το πρακτικό λύκειο και εγγράφεται στο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο της Μόσχας.
1917: Αποφοιτά από το πανεπιστήμιο. Συντάσσει τις πρώτες τεχνοκριτικές μελέτες για την αρχαία ρωσική αρχιτεκτονική.
1917-1919: Ζει στην έρημο της Όπτινα. Κείρεται μοναχός και χειροτονείται ιερέας.
1919: Με την ευλογία του πατριάρχου Μόσχας αγίου Τύχωνος (11925) ιερουργεί σε ναούς της πρωτεύουσας.
1921: Διορίζεται προϊστάμενος ενοριακού ναού.
1927: Συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο βορρά.
1929: Επιστρέφει από την εξορία, αλλά δεν του επιτρέπεται να ζει σε ακτίνα μικρότερη των 100 χιλιομέτρων από τη Μόσχα. Γίνεται πάλι προϊστάμενος ναού. Κατά διαστήματα έρχεται κρυφά στη Μόσχα και συναντά τον ομολογητή επίσκοπο Αθανάσιο Ζαχάρωφ (11962), ο οποίος χειροτονεί πνευματικά του παιδιά.
1931: Συλλαμβάνεται και εξορίζεται για πέντε χρόνια στο Βολογκόντσκ.
1936: Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται για ένα χρόνο και εξορίζεται πάλι.
1938: Επιστρέφει από την εξορία με τον όρο να ζει μόνο στις περιοχές Βολογκόντσκ, Βλαντιμίρ και Αρχάγγελσκ.
1939: Εξορίζεται για τρίτη φορά στη Σιβηρία και μετά στα Ουράλια.
1942: Βρίσκεται σε Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος.
1958 (Μάρτιος): Απολύεται από το στρατόπεδο και αναχωρεί για το Ροστώφ -Βελίκι της επαρχίας Γιαροσλάδ.
1975: Αποβιώνει και ενταφιάζεται στο Ροστώφ-Βελίκι.

1) Πως βρήκα την πίστη
Αναμνήσεις της Λιουντμίλα Σεργκέγιεβνα
Στην οικογένεια μου αντιμετώπιζαν τη θρησκεία σχεδόν αδιάφορα. Τιμούσαν, βέβαια, την Εκκλησία, αλλά σαν ένα ιστορικό θεσμό της πατρίδας μας και συνάμα σαν ένα φολκλορικό στοιχείο του εθνικού μας πολιτισμού.
Ο πατέρας μου, από τη φύση του σκεπτικιστής, ειρωνευόταν τις εκκλησιαστικές τελετές και περιφρονούσε τους κληρικούς, ονομάζοντας τους «μακροχαίτηδες». Η μητέρα μου πήγαινε στην εκκλησία τα Χριστούγεννα, τα θεοφάνεια, το Πάσχα και στις κηδείες συγγενών ή φίλων. Εμένα, πάλι, μου μάθανε το «Πάτερ ημών» και το «Θεοτόκε Παρθένε». Με συμβούλεψαν επίσης να προσεύχομαι «για τον μπαμπά και τη μαμά».
Αυτά είναι όλα όσα γνώριζα γύρω από τη χριστιανική πίστη ως τα δεκαπέντε μου χρόνια – εννοείται, πριν την επανάσταση του 1917.
Στο σχολείο μου φοιτούσαν παιδιά όλων των κοινωνικών στρωμάτων, παιδιά πλουσίων και φτωχών, παιδιά αριστοκρατών και εργατών, παιδιά αστών και αγροτών. Παρ’ όλες τις διαφορές τους, σχεδόν στο σύνολο τους επιζητούσαν κάτι νέο, κάτι πρωτοποριακό. Αρνούνταν καθετί παραδοσιακό και «κατεστημένο», έβριζαν τους παπάδες και τους καλογήρους, χλεύαζαν τα θεία μυστήρια και τις εκδηλώσεις της λαϊκής ευσέβειας. Το ίδιο έκανα, φυσικά, κι εγώ.
Η πιο στενή φίλη μου ήταν μια συμμαθήτρια μου, η Σόνια, ένα ευγενικό και χαριτωμένο κορίτσι «από καλή οικογένεια», όπως συνήθιζε να λέει η μητέρα. Ήμασταν αχώριστες. Παντού πηγαίναμε μαζί.
Κάποια μέρα, στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, βγήκαμε για ένα περίπατο. Στό δρόμο μας βρήκαμε μιαν εκκλησία. Χωρίς να το πολυσκεφτούμε, μπήκαμε μέσα. Ήταν 6 Αυγούστου, η γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

Προχωρήσαμε μπροστά. Δεν καταλαβαίναμε όσα βλέπαμε και ακούγαμε, αλλά μας άρεσαν όλα – ο λειτουργός με τα ωραία άμφια και τις μεγαλόπρεπες κινήσεις του, ο χορός με τη συναρπαστική ψαλμωδία του, το ευωδιαστό θυμίαμα, οι θαυμάσιες εικόνες, οι ταπεινές φλογίτσες των καντηλιών… Νιώσαμε παράξενα αισθήματα, σαν ν’ ανεβήκαμε κάπου ψηλά, σαν να τυλιχτήκαμε στο φως, σαν να πλημμυρίσαμε από μια πρωτόγνωρη χαρά.
Μείναμε ως το τέλος της λειτουργίας. Βγαίνοντας, η Σόνια μου είπε:
– Λιούντα, πόσο όμορφα αισθάνομαι! Πόσο χαρούμενη είναι η ψυχή μου!
Σύντομα ξαναπήγαμε σ’ εκείνον το ναό. και ξαναπήγαμε… Τελικά, κι εμείς δεν ξέρουμε πως, συχνά-πυκνά ήμασταν εκεί .
Η Σόνια έπιασε γνωριμίες με πολλούς πιστούς. Άρχισε να συζητάει με μερικούς απ’ αυτούς για το Θεό, την πίστη, την πνευματική ζωή. και δεν άργησε να πάει για εξομολόγηση.
Με το πες-πες, με κατάφερε κι εμένα να εξομολογηθώ. Ετοιμάστηκα να φανερώσω στον ιερέα τις αντιλήψεις και τις διαθέσεις μου. Τον είχα δει πολλές φορές να λειτουργεί και να κηρύσσει από τον άμβωνα. . Ήταν νέος, ξερακιανός, μέτριου αναστήματος, με πρόσωπο μάλλον άσχημο αλλά συμπαθητικό και καλοσυνάτο ο π. Αρσένιος!
Τον πλησίασα και γονάτισα. Έκανα ν’ αρχίσω, μα δεν άρθρωνα λέξη. Σάστισα και ξέχασα όλα όσα ήθελα να πω.
Εκείνος περίμενε αμίλητος, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος και τα μάτια κλειστά. Η κουραστική σιγή κράτησε αρκετά λεπτά, ώσπου την έσπασε η ευγενική και στοργική φωνή του εξομολόγου.
– Γιατί ήρθατε;
Με την ερώτηση του, λες και πάτησε ένα αόρατο κουμπί, που ενεργοποίησε το νου μου. Άρχισα να του μιλάω για τον εαυτό μου και τη ζωή μου, για τη Σόνια και τη φιλία μας, για το τι μ’ αρέσει και τι όχι στην Εκκλησία… Κατέληξα με την ομολογία, πως οι ακολουθίες μου είναι ακατανόητες.
Με άκουσε υπομονετικά, χωρίς να με διακόψει ούτε μια φορά. Σαν τέλειωσα, μου έκανε διάφορες ερωτήσεις γύρω από την πίστη και τη ζωή. Άλλοτε απαντούσα και άλλοτε σώπαινα, μη γνωρίζοντας τι να πω. Τότε απαντούσε εκείνος, μιλώντας μου για την αμαρτία, τη μετάνοια, την προσευχή, την αγάπη, τα καλά έργα.
Στο τέλος με ρώτησε:
– Έχετε μήπως κανένα σοβαρό πρόβλημα, καμιά ανησυχία;
– Σήκωσα αμήχανα τους ώμους. Όχι, ούτε πρόβλημα έχω ούτε με ανησυχεί τίποτα…
– Πολύ καλά… Θα σας φέρω σε επαφή με μια ψυχή αγαθή κι ευλογημένη, που γνωρίζει καλά την ορθόδοξη πίστη. Θα σας βοηθήσει να καταλάβετε πολλά, να καταλάβετε πρωτίστως τη σημασία του μεγάλου μυστηρίου της εξομολογήσεως, που καθαρίζει την ψυχή από κάθε μολυσμό, από κάθε αμαρτία. Έχετε πολλά να μάθετε… και τότε θα έρθετε με άλλη διάθεση.
Με ευλόγησε, αλλά δεν μου διάβασε τη συγχωρητική ευχή. Δεν ήμουν ακόμα έτοιμη, είπε, για μια σωστή εξομολόγηση.
Αργότερα, στη διάρκεια της ακολουθίας, μ’ έτρωγαν οι λογισμοί. Ποιο να ‘ταν άραγε το πρόσωπο που θα μου γνώριζε ο παπάς; Ασφαλώς καμιά γριούλα… Αλίμονο μου! Θα με πέθαινε στο κήρυγμα και το κανονάρχισμα! Δύο-τρείς φορές σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια, μα κρατήθηκα. και ύστερα…
Ύστερ’ από την ακολουθία ο π. Αρσένιος μου σύστησε τη Ναταλία Πετρόβνα. Ώ Θεέ μου! Πόσο την ευγνωμονώ! Από τη μέρα εκείνη έγινε ο καλός μου άγγελος. Δεν λογάριασε μήτε χρόνο μήτε δυνάμεις στην προσπάθεια της να μου συμπαρασταθεί, να με διδάξει, να με διαφωτίσει, ν’ απαντήσει σ’ όλα μου τα ερωτήματα και να μου προσφέρει βοήθεια σε κάθε δύσκολη περίσταση.
«Ναταλία Πετρόβνα», έτσι την αποκαλούσα, κι ας ήταν μόλις 24 χρονών. Εδώ και δέκα μόνο χρόνια άρχισα να τη φωνάζω «Νατάσα».
Έξι μήνες αφότου τη γνώρισα, πήγα να εξομολογηθώ στον π. Αρσένιο, με τη γνώση πια και τη συναίσθηση ενός συνειδητά πιστού ανθρώπου. Από τότε η ζωή μου πήρε άλλο δρόμο. Προσευχόμουν καθημερινά, εκκλησιαζόμουν τακτικά, παρακολουθούσα τα κηρύγματα του γέροντα, συμμετείχα στους κύκλους αγιογραφικών και πατερικών μελετών, διάβαζα ορθόδοξα βιβλία, συζητούσα πολύ με τη Ναταλία και άλλους αδελφούς. Έτσι σιγά-σιγά διαμορφώθηκε μέσα μου μια χριστιανική συνείδηση, που χρωμάτισε ολόκληρη την πολιτεία μου: την προσωπική μου ζωή, τις σχέσεις μου με τους άλλους, τη στάση μου απέναντι στα μεγάλα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα του ανθρώπου. Η αλλαγή μου ήταν φανερή σε όλους. και ο καιρός περνούσε…
Τα πρώτα χρόνια οι γονείς μου γελούσαν συγκαταβατικά μαζί μου. Θεωρούσαν τον εκκλησιασμό άσκοπο, όχι όμως και βλαβερό ή επικίνδυνο.
– Παιδιάστικα καμώματα, έλεγαν για τις ευσεβείς εκδηλώσεις μου.
Ο πατέρας, ωστόσο, είχε γίνει πιο πικρόχολος στα σχόλια του. Έλεγε χλευαστικά ανέκδοτα για τους κληρικούς και ανέφερε συχνά αρνητικές απόψεις του Βολταίρου για τη θρησκεία.
Με τον καιρό οι σχέσεις μας οξύνθηκαν. Αγρίευαν όταν νήστευα. Δεν μ’ άφηναν να προσευχηθώ. Πίστευαν ότι πλανεύτηκα, ότι κυριεύτηκα από κάποια ψυχοπαθολογική θρησκομανία.
Κάποιο Σάββατο η μητέρα, χωρίς να μου πει τίποτα, πήγε να βρει τον π. Αρσένιο. Έμεινε σ’ όλη την ακολουθία αλλά δεν κατόρθωσε να τον δει, γιατί είχε πολλές άλλες προκαθορισμένες συναντήσεις. Αποφασισμένη όμως να βρει μιαν άκρη με τις «παραξενιές» της «προβληματικής» κόρης της, ήρθε και την άλλη μέρα στην κυριακάτικη λειτουργία.
Ταράχθηκα όταν την είδα στην εκκλησία. Φοβήθηκα μη δημιουργήσει επεισόδιο. Η Νατάσα με καθησύχασε:
– Στήριξε τις ελπίδες σου στο έλεος του Θεού, και όλα θα πάνε καλά.
Έφυγα αμέσως μετά τη λειτουργία χωρίς να πλησιάσω τη μητέρα. Εκείνη ήρθε στο σπίτι αργότερα. Ήταν σοβαρή και αμίλητη, αλλά φαινόταν ήρεμη. Δεν μου είπε τίποτα. Μήτε παρατήρηση μου ξανάκανε για τη ζωή μου. και το σπουδαιότερο: Μετά τη συνάντηση της με τον π. Αρσένιο, άρχισε να πηγαίνει κι εκείνη στην εκκλησία πολύ συχνά.
Σε λίγο καιρό η σαρκική μου μητέρα είχε γίνει… πνευματική μου αδελφή! Προσευχόταν, νήστευε, συμμετείχε στα θεία μυστήρια, αγωνιζόταν πνευματικά.
Στο μεταξύ και ο πατέρας σταμάτησε τις ειρωνείες του. Συζήτησε, καθώς φαίνεται, με τη μητέρα, που τον καθησύχασε. Έτσι αποδέχθηκε σιωπηρά τον τρόπο της ζωής μου. Ο καημένος ο πατέρας ήταν άνθρωπος σπάνιας καλοσύνης και πλατειάς παιδείας, αγαθός αλλά και σπιρτόζος μαζί, μόνο που δεν είχε προσωπική γνώμη για τίποτα. Η απεριόριστη αγάπη του για τη μητέρα τον έκανε να τα βλέπει όλα με τα δικά της μάτια!
Σήμερα μπορώ να πω ξεκάθαρα και ανεπιφύλακτα, πως ό,τι έχω και ό,τι είμαι το οφείλω στο Θεό και την Εκκλησία. Μόνο χάρη στην πίστη γέμισε η ζωή μου φως, χαρά κι ελπίδα, παρά τον κλήρο των σκληρών δοκιμασιών που μου έλαχε με του Κυρίου την παραχώρηση.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, λίγο πριν συλληφθεί και εξοριστεί, ο π. Αρσένιος μου είπε:
– Λιούντα, ο Θεός σου έδωσε πολλά μέχρι σήμερα. Ωστόσο, ας μην επαναπαυτείς στα θέματα της πίστεως και της χριστιανικής ζωής πρέπει να έχεις πάντα πνεύμα μαθητείας.

 

2) «Ξεπαγιάζω…»
Αναμνήσεις συγκρατουμένου του π. Αρσενίου, αγρονόμου-προέδρου Κολχόζ από την Καλούγκα
Γνώρισα τον Πέτρο Αντρέγιεβιτς στη διάρκεια μιας πορείας . Πώς να ξεχάσω εκείνη τη μέρα…
Ξεκινήσαμε από το στρατόπεδο πρωί-πρωί, με θερμοκρασία -30°C κι έναν άνεμο τυραννικό. Καμιά δεκαριά χιλιόμετρα ήταν όλη κι όλη η απόσταση που θα καλύπταμε μέσα σε τέσσερις-πέντε ώρες. Ωστόσο, πάνω απ’ τα παλιόρουχά μας δεν φορούσαμε παρά μόνο το μπουφάν.
Σε λίγο ένιωθα την παγωνιά να μου τρυπάει τα κόκαλα. Και σε δυο ώρες άρχισα να ξυλιάζω.
Έριξα ένα βλέμμα γύρω μου. Όλοι οι κρατούμενοι έτρεμαν. Οι φρουροί, μολονότι ντυμένοι με χοντρές κάπες, κρύωναν κι αυτοί. Και τα σκυλιά ήταν καλυμμένα μ’ ένα παχύ στρώμα πάχνης.
…Βαδίζουμε. Κοντοστεκόμαστε. Συνεχίζουμε. Παραπατάμε. Στηριζόμαστε στον διπλανό μας. Προσπαθούμε να προχωρήσου με πιο γρήγορα για να ζεσταθούμε. Μα…
Τα χέρια και τα πόδια μου δεν τα αισθάνομαι πια. Παγώσανε.
– Πιο γρήγορα! Κουνηθείτε! Θα ξεπαγιάσετε!
Οι φωνές των φρουρών είναι ανώφελες.
Σκοντάφτω σε κάθε βήμα. Ζαλίζομαι. Κάπου-κάπου παραμιλάω.
Κάποιος με συγκρατεί απ’ το μπράτσο. Βλέπω θολά ένα γεροντάκι να βαδίζει δίπλα μου. Απόρησα. Γιατί με φροντίζει τόσο;
Τρικλίζω. Δεν έχω πια δυνάμεις. Θα πέσω.
Ο γέρος με πιάνει γερά απ’ τη μασχάλη.
-Κουράγιο! Κρατήσου! Προσπάθησε να κινηθείς πιο ζωηρά. Έτσι θα ζεσταθείς και θα συνεχίσεις με τη βοήθεια του Θεού.
Υπακούω μηχανικά σ’ εκείνη τη βελουδένια και στοργική φωνή. Κάνω ακόμα μισό χιλιόμετρο.
Δεν ξεχωρίζω πια το δρόμο μήτε τους ανθρώπους. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν
σκέφτομαι τίποτα. Ένα μαύρο πέπλο έχει καλύψει το νου μου και όλα τα αισθητήρια μου.
Γλιστράω και πέφτω. Αγωνίζομαι να σηκωθώ. Μα δεν έχω χέρια, δεν έχω πόδια.
Με το πέσιμο συνέρχομαι. Καταλαβαίνω που βρίσκομαι. Καταλαβαίνω πως έχει φτάσει το τέλος μου.
Ξεπαγιάζω… Χάνομαι…
Αναγυρτός στο έδαφος, βλέπω τους άλλους κρατουμένους να με προσπερνούν. Κανένας δεν νοιάζεται για μένα. Κανένας εκτός… εκτός από το γέρο, που έμεινε κοντά μου!
Περνάει και η τελευταία σειρά της φάλαγγας. Πλησιάζουν τώρα οι οπλισμένοι στρατιώτες, που τη συνοδεύουν. Φαντάζομαι τι θα γίνει: Θα με προστάξουν να σηκωθώ. Που να μπορέσω… Κι εκείνοι δεν θα χάσουν καιρό μαζί μου. Μια ριπή και όλα θα τελειώσουν. Ύστερα θ’ αναφέρουν στη διοίκηση: «Χτυπήθηκε από τα πυρά μας, καθώς προσπαθούσε να δραπετεύσει». Ένας ακόμα νεκρός – και τι μ’ αυτό;
Ή μπότα του υπολοχαγού με χτύπησε δυνατά στο πλευρό.
-Σήκω!
Δεν έχω τη δύναμη να κινηθώ. Δεν έχω τη δύναμη μήτε να μιλήσω.
– Κύριε υπολοχαγέ, ας τον βοηθήσουμε!
Ας κάνουμε κάτι! Ξεπαγιάζει…
Είναι ο γέρος που τόλμησε να μιλήσει. Ο τόνος της φωνής του έχει κάτι το παρακλητικό μα κι επιτακτικό συνάμα. Α, δεν θα τη γλιτώσει κι αυτός. Πάει γυρεύοντας…
– Σύντροφε υπολοχαγέ, αν του δίναμε λίγο οινόπνευμα… Έχω στο παγούρι μου.
Απίστευτο! Μετά το γέρο, μεσολαβεί και ο επιλοχίας για μένα!
Ο υπολοχαγός διατάζει να προχωρήσει η φάλαγγα. Ο ίδιος και ο επιλοχίας μένουν πίσω. Αλλά… για φαντάσου! Κρατάνε και το γέρο!
Ο επιλοχίας δίνει το όπλο του στον υπολοχαγό κι έρχεται κοντά μου.
-Έλα, παππού, να τον σηκώσουμε! Με στήνουν στα πόδια μου. Καθώς ο γέρος με συγκρατεί, ο επιλοχίας βγάζει το πα γούρι του. Το ανοίγει και μου το χώνει στο στόμα.
Το οινόπνευμα μου καίει το λαιμό, τα σωθικά… Πίνω σπασμωδικά, πίνω άπληστα, πίνω για να ζήσω!
Ύστερα αρχίζουν να με ρίχνουν ο ένας στον άλλο• να με πετάνε κάτω• να με σηκώνουν με τη βία• να με ξαναρίχνουν, αναγκάζοντας με να κινηθώ.
Που έβρισκαν τόση δύναμη, προπαντός ο Πέτρος Αντρέγιεβιτς; Απορώ ακόμα. Δέκα λεπτά περίπου κράτησε αυτό το «παιχνίδι». Ζεστάθηκα. Άρχισα να αισθάνομαι τα μέλη μου. Αναρίθμητες βελόνες λες και τρυπούσαν τα χέρια και τα πόδια μου, σημάδι πως το κρυοπάγημα υποχωρούσε.
Χαμογέλασα με ευγνωμοσύνη στους δυο φρουρούς.
– Ευχαριστώ, ψέλλισα αδύναμα.
– Ο γέρος σ’ έσωσε. Αυτόν πρέπει να ευχαριστήσεις, είπε ο υπολοχαγός. Μου έκανε τόση εντύπωση το ότι έμεινε κοντά σου!… Πως δεν φοβήθηκες; ρώτησε γυρίζοντας σ’ εκείνον. Αφού τη διαταγή την ξέρεις: Ένα βήμα έξω απ’ τη γραμμή πυροβολούμε χωρίς προειδοποίηση!
Ο γέρος τους έβαλε μετάνοια.
– Γιατί να φοβηθώ; Όλοι οι άνθρωποι έχουν ψυχή ανθρώπινη. Ήξερα τι θα γίνει. Στη συμφορά κανένα δεν αφήνει ο Θεός αβοήθητο.
Όταν ξαναβρεθήκαμε στη φάλαγγα, όλοι έτριβαν τα μάτια τους. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι γυρίσαμε ζωντανοί. Κι εγώ δεν τους εξήγησα τι είχε γίνει.
Κάτω απ’ αυτές, λοιπόν, τις συνθήκες γνωρίστηκα με τον Πέτρο Αντρέγιεβιτς. Μετά έμαθα πως είναι παπάς και λέγεται Αρσένιος.
Το 1963, ελεύθερος πια, συνάντησα στην Καλούγκα τον υπολοχαγό. Ήταν με πολιτικά. (Αργότερα έμαθα ότι δούλευε σε κάποιο εργοστάσιο). Τον πλησίασα και τον χαιρέτησα πρόσχαρα.
– Γεια σας, σύντροφε υπολοχαγέ.
Δεν με αναγνώρισε. Βοήθησα τη μνήμη του, αναφέροντας το παραπάνω περιστατικό. Θυμήθηκε.
– Φοβερή εποχή! Φοβερή ακόμα και η αναπόληση της!
Μπήκαμε σ’ ένα καφενείο. Καθίσαμε και πιάσαμε την κουβέντα. Γυρίσαμε στα παλιά, πίνοντας βότκα.
– Πως δεν με σκοτώσατε τότε; τον ρώτησα. Και πως ο επιλοχίας με βοήθησε να συνέλθω;
– Καλά, εμείς δεν είμαστε άνθρωποι; είπε με κάποιο παράπονο. Αλλά κι ο γέρος, ε; Στάθηκε να σας βοηθήσει αδιαφορώντας για τη ζωή του, ή μάλλον περιφρονώντας το θάνατο! Είναι αλήθεια ότι λέγονταν πολλά γι’ αυτόν… Ξεχωριστός άνθρωπος, με πολλή καλοσύνη. Λέγανε πως ήταν παπάς. Που να βρίσκεται τώρα; Ζει άραγε;…
Του είπα ότι ζει. Δεν του αποκάλυψα όμως που, μήτε πως είχα αλληλογραφία μαζί του.
Μετά από ώρα χωριστήκαμε. Χαιρετηθήκαμε εγκάρδια. Και δεν συναντηθήκαμε ποτέ πια.

 

) Οι μπότες
Αναμνήσεις του κρατουμένου Αντρεσένκο, γραμμένες το 1966.
Έμενα στο θάλαμο του π. Αρσενίου, αλλά δεν είχα επαφές μαζί του. Η ευκαιρία να γνωρίσω το μεγαλείο της ψυχής του μου δόθηκε το 1954. Και η αιτία ήταν… ένα ζευγάρι παλιές τσόχινες μπότες!
Θα πάρω όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Μόλις είχε μπει ο χειμώνας, χειμώνας βαρύς και άγριος. Την εποχή αυτή τα πόδια χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα. Πρέπει να είναι στεγνά και ζεστά, αλλιώς ξεπαγιάζουν, πρήζονται και τελικά νεκρώνονται.
Όταν γυρίζαμε από τη δουλειά, τα πόδια μας ήταν παγωμένα και πονούσαν αφόρητα. Οι μπότες μούσκεμα. Πως όμως να τις στεγνώσεις; Δίπλα στις ξυλόσομπες έβαζαν τις μπότες τους κάθε βράδυ οι εγκληματίες . Που χώρος για τις δικές μας. Μόνο τη νύχτα μπορούσαμε να τις στεγνώσουμε, αλλά τότε, χωρίς αμφιβολία, θα έκαναν φτερά . Έτσι έμεναν σχεδόν πάντα βρεγμένες .
Μια μέρα, την ώρα της δουλειάς τα πόδια μου χώθηκαν μέσα σ’ ένα ρυάκι .Μέχρι το βράδυ πάγωσαν εντελώς . Οι φτέρνες κόλλησαν στις μπότες. Τα πέλματα με πονούσαν φρικτά.
Σύρθηκα ως την παράγκα. Δεν είχα κουράγιο να πάω για φαγητό. Έπεσα στο κρεβάτι βογγώντας.
«Σήμερα-αύριο ψοφάω», συλλογίστηκα ανατριχιάζοντας, πριν βυθιστώ σ’ έναν εφιαλτικό λήθαργο.
Σε μια στιγμή, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, αισθάνομαι ότι κάποιος προσπαθεί να μου βγάλει τις μπότες.
«Μ’ έχουν αποφασισμένο, φαίνεται. Αλλά για κοίτα! Ακόμα δεν τα τίναξα, και αρπάζουνε τις μπότες μου… Χαλάλι τους! Εγώ σβήνω, και για τις μπότες θα νοιαστώ;».
Δεν σαλεύω. Δεν ανοίγω καν τα μάτια.
Να, κατάφερε να βγάλει τη μία μπότα… Τόσο προσεκτικά, τόσο μαλακά.•• Έβγαλε και τη δεύτερη… Ξετύλιξε τα βρεγμένα ποδόπανα και άρχισε να μου τρίβει τα πόδια.
Είμαι πάντα ακίνητος, μισοναρκωμένος .
Νιώθω όμως όλα όσα μου κάνει εκείνος ο άγνωστος.
Δέν ξέρω πόσην ώρα έτριβε τα ξυλιασμένα πόδια μου. Εκείνο που ξέρω είναι πως έπαψαν να πονούν, ζεστάθηκαν, ξαναζωντάνεψαν.
Ανακουφισμένος, αποκοιμήθηκα…
Ένα δυνατό χαστούκι με κάνει να ξυπνήσω αλαφιασμένος.
– Γιατί δεν σηκώνεσαι;
Πάνω απ’ το κεφάλι μου βλέπω τον επικεφαλής του συνεργείου να με κοιτάζει άγρια.
Πετάγομαι απ’ το κρεβάτι.
Τα πόδια μου γυμνά – πού είναι οι…;
Με πλησιάζει ένας κοκαλιάρης γέρος και μου δίνει τις μπότες και τα ποδόπανα. Στεγνά!
Δεν μου λέει τίποτα. Δεν του λέω τίποτα. Δεν έχω καιρό μήτε να σκεφτώ. Αρπάζω απ’ τά χέρια του τ’ ανέλπιστα δώρα, τα βάζω μάνι-μάνι και τρέχω στη δουλειά.
Το ίδιο βράδυ ο γέρος στέγνωσε πάλι τις μπότες μου. Και το επόμενο. Και πολλά ακόμα βράδια. Έτσι μ’ έσωσε…
Αλλά ξέρετε τι ακριβώς έκανε; Ακούστε και θαυμάστε: Έβαζε τις μπότες δίπλα στη σόμπα και τις φύλαγε όλη νύχτα για να μην τις κλέψουν! Τις φύλαγε αγρυπνώντας και
κάνοντας προσευχή. Τη μέρα δούλευε, όπως όλοι. Και τη νύχτα έκανε προσευχή, προσέχοντας τις μπότες μου. Για πολύ καιρό.
Μ’ αυτόν τον τρόπο γνωριστήκαμε. Αρχίσαμε να συζητάμε. Με σαγήνεψε. Πρώτα, βέβαια, με την απερίγραπτη αγάπη του, την καλοσύνη και την αυτοθυσία του. Κι έπειτα με τη σπάνια σοφία του, τη φρόνηση και τη διάκριση του.
Μια μέρα του φανέρωσα τον μεγάλο πόνο μου: Θα πέθαινα στο στρατόπεδο και δεν θα μάθαινα τίποτα για την οικογένεια μου.
Με καθησύχασε.
– Μην ανησυχείτε. Θα βγείτε σύντομα από δω μέσα και θα ξαναδείτε τους δικούς σας.
Το είπε τόσο απλά, τόσο φυσικά, σαν να ήξερε ότι θα γίνει.
Και έγινε! Απολύθηκα μετά από ένα χρόνο περίπου.
Με είχαν συλλάβει το 1952. Έκανα ένα διάστημα σε κοινές φυλακές. Τον Ιανουάριο του 1953 μ’ έστειλαν στο Ειδικό. Και στο τέλος του 1955 μ’ ελευθέρωσαν. Επανήλθα στο Κόμμα και αποκαταστάθηκα στην παλιά μου θέση. Έτσι ξαφνικά κι έτσι αναίτια όπως είχα συλληφθεί.
Τώρα επισκέπτομαι τον π. Αρσένιο μια φορά το εξάμηνο. Πιστεύω πια στο Θεό.
Εξομολογούμαι. Ακουμπάω στα πόδια του γέροντα την ακαθαρσία, την κόπωση, τους αγώνες και τις αγωνίες μου. Και φεύγοντας για το Νοβοσιμπίρσκ, παίρνω μαζί μου κάτι από τη θέρμη και την πίστη του.
Δεν έχω πια καμιάν αμφιβολία: Ο κόσμος στηρίζεται σε τέτοιους ανθρώπους. Η φλόγα της ελπίδας μας για ένα καλύτερο αύριο δεν θα σβήσει όσο υπάρχουν τέτοιοι ήρωες.
Πολλοί παρασημοφορούνται για ηρωισμό. Άλλοι κομπάζουν για κατορθώματα. Αφότου όμως γνώρισα τον π. Αρσένιο, δεν αναγνωρίζω άλλους ήρωες, παρά μόνο εκείνους που του μοιάζουν. Δεν θαυμάζω άλλα κατορθώματα, παρά μόνο όσα είναι σαν τα δικά του.
Πήγα εθελοντής στον μεγάλο πατριωτικό πόλεμο. Πήρα μέρος σε πολλές μάχες. Ανδραγάθησα. Στήν αρχή του πολέμου ήμουν απλός στρατιώτης και στο τέλος του ταγματάρχης. Τιμήθηκα με τα παράσημα της Δόξας, του Λένιν, του Πατριωτικού Πολέμου, της Κόκκινης Σημαίας… Διοίκησα αντάρτικο σώμα. Τραυματίστηκα τέσσερις φορές. Αντίκρυσα το θάνατο. Μα ό,τι έκανα ήταν για το λαό μας, για τους συντρόφους, για την πατρίδα…
Όταν βρέθηκα σ’ ένα Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος, κατάλαβα πως ο θάνατος,
και μάλιστα για έναν ανώτερο σκοπό, δεν είναι τόσο φοβερός. Το να ζεις όμως για χρόνια μέσα εκεί, μ’ έναν αργό και βασανιστικό θάνατο διαρκώς δίπλα σου, με μιαν αγέλη απελπισμένων και αγριεμένων μελλοθανάτων πάντα γύρω σου, χωρίς φίλους και συντρόφους, χωρίς παρηγοριά κι ελπίδα, αυτό είναι το πιο φοβερό. Πεθαίνεις κάθε μέρα – και για ποιο λόγο, για ποιο σκοπό;
Ε, λοιπόν, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αναδεικνύονται οι αληθινοί ήρωες. Το πιο μεγάλο κατόρθωμα είναι τούτο: Να πεθαίνεις από την πείνα και να δίνεις το ψωμί σου σ’ έναν άλλο πεινασμένο. Να είσαι τσακισμένος στην κούραση και να κάνεις τη δουλειά ενός άλλου εξαντλημένου. Να σε βρίζουν και να γλυκομιλάς. Να σε μισούν και ν’ αγαπάς. Να σε καταστρέφουν και να σώζεις .
Ο π. Αρσένιος έσωσε πολλούς με τη δύναμη και τη χάρη του Θεού. Χωρίς όρια αγάπης για τους άλλους. Χωρίς όρια αυτοθυσίας για τον εαυτό του. Και χωρίς να περιμένει κανένα παράσημο.

Ο μουσικός
Πανύψηλος, κοκαλιάρης, με ρούχα ξεσκισμένα και όψη πολυβασανισμένη – έτσι εμφανίστηκε στο θάλαμο.
Η μόνη ένδειξη ζωής στο κερένιο του πρόσωπο ήταν δυο τεράστια μαύρα μάτια, δυο μάτια έξυπνα μα και θλιμμένα, που κοίταζαν πάντα στο κενό.
Στη δουλειά δεν είχε ικανοποιητική απόδοση, γι’ αυτό και στο συσσίτιο του έδιναν μειωμένη μερίδα. Έτσι όμως αδυνάτιζε όλο και περισσότερο.
Γυρίζοντας κάθε βράδυ στην παράγκα, καθόταν στο κρεβάτι του σιωπηλός και στύλωνε το βλέμμα στο θολό τζάμι του παραθύρου, απ’ όπου φαίνονταν, ακόμα πιο καταθλιπτικά, τα γκρίζα δρομάκια του στρατοπέδου. Πότε-πότε το σβησμένο πρόσωπο του ζωντάνευε και τα μακριά δάχτυλα των χεριών του άρχιζαν να κινούνται γοργά πάνω στα γόνατα, σαν να έπαιζαν ένα αόρατο και άνηχο πιάνο.
Πέρασε έτσι ένας χρόνος και παραπάνω. Οι άλλοι κρατούμενοι είχαν συνηθίσει τη σιωπή και την απομόνωση του.
Κάποιο βράδυ μερικοί κρατούμενοι μαζεύτηκαν γύρω από τον π. Αρσένιο κι έπιασαν τη συζήτηση. Στην αρχή μιλούσαν για τα καθημερινά τους προβλήματα. Σύντομα όμως, χωρίς να το καταλάβουν, γύρισαν στα περασμένα. Θυμήθηκαν την ελεύθερη ζωή τους, τις ασχολίες τους, τα ενδιαφέροντα τους – τέχνη, θέατρο, ποίηση, μουσική… Για τη μουσική άρχισαν να λένε πολλά. Και τότε ακριβώς τους πλησίασε ο αινιγματικός εκείνος κρατούμενος.
Εκφράστηκαν διάφορες απόψεις ως προς την επίδραση της μουσικής στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Μα τα αίματα άναψαν, όταν έγινε λόγος για τη «στρατευμένη» και «κομματικοποιημένη» μουσική.
Ο π. Αρσένιος συνήθως δεν έπαιρνε μέρος στις διενέξεις. Τώρα όμως, εκφράζοντας απροσδόκητα τη γνώμη του, είπε πως οι μουσικές δημιουργίες, όταν έχουν βαθύ πνευματικό περιεχόμενο, επιδρούν ευεργετικά στην ψυχή του ανθρώπου, την ξεκουράζουν και την εξευγενίζουν.
Ακούγοντας τον ο σιωπηλός κρατούμενος, έγινε άλλος άνθρωπος. Το πρόσωπο του φωτίστηκε. Τα μάτια του άστραψαν. Παίρνοντας ξάφνου το λόγο, εξήγησε και τεκμηρίωσε την άποψη του γέροντα με πολλή γνώση αλλά και συναρπαστική ευφράδεια.
Καθώς όλοι τον άκουγαν σαν μαγεμένοι, πετάχτηκε κάποιος απ’ το κρεβάτι του και φώναξε:
– Μα… για σταθείτε… Από ώρα σας παρατηρώ. Συγγνώμη, εσείς δεν είστε ο πιανίστας…
Ανέφερε το όνομα ενός διάσημου μουσικού.
Εκείνος ταράχτηκε. Σώπασε απότομα. Κι ύστερα από λίγες στιγμές ψέλλισε με πόνο:
– Ω, αν ξέρατε πόσο μου λείπει η μουσική! Αν ξέρατε… Με τη μουσική θα μπορούσα να ζήσω ακόμα και σ’ αυτόν τον άδη!
– Πως βρεθήκατε εδώ; τον ρώτησε ανόητα ένας άλλος.
– Όπως βρεθήκατε κι εσείς, αποκρίθη κε μ’ ένα πικρό χαμόγελο. Και με καταγγελία φίλου!…
Από το βράδυ εκείνο κλείστηκε πιο πολύ στον εαυτό του. Μια λύπη αβάσταχτη αυλάκωνε βαθιά το πρόσωπο του. Το βλέμμα του ήταν εντελώς απλανές και αδιάφορο. Απαντούσε με δυσκολία, μετά τη δεύτερη ή την τρίτη ερώτηση.
Πέρασε έτσι ένας μήνας. Στη δουλειά πήγαινε σέρνοντας τα πόδια του. Είχε μείνει πετσί και κόκαλο.
Ο π. Αρσένιος προσπάθησε δυό-τρείς φορές να του μιλήσει, να τον συνεφέρει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο μουσικός άλλοτε του έδινε ασυνάρτητες αποκρίσεις και άλλοτε έφευγε χωρίς να πει κουβέντα.
Ο μπάτουσκα κατέφυγε στον καθένα που θα μπορούσε να βοηθήσει.
– Χάνεται ο άνθρωπος χωρίς τη μουσική! Πρέπει κάτι να κάνουμε…
Κάποιος εγκληματίας, που τον συμπαθούσε, είχε μια καλή ιδέα.
– Στήν πολιτιστική γωνιά, καταπώς τη λένε, υπάρχει μια χαλασμένη κιθάρα. Θα συνεννοηθώ με τα παιδιά. Ίσως μπορέσουμε να τη βουτήξουμε.
Η «πολιτιστική γωνιά» ήταν ένας χώρος προορισμένος για ψυχαγωγικές και επιμορφωτικές εκδηλώσεις, προπαντός όμως για την πολιτική «διαφώτιση» και μεταστροφή των κρατουμένων. Καμιά εκδήλωση, ωστόσο, δεν είχε γίνει ποτέ στο χώρο αυτό, που παρέμενε πάντα κλειδωμένος και αχρησιμοποίητος, με μοναδικό εξοπλισμό κάμποσες δεκάδες σκονισμένα βιβλία και μια χαλασμένη κιθάρα, πεταμένη μέσα σ’ ένα ντουλάπι.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ, πως κατάφεραν οι εγκληματίες ν’ αρπάξουν την κιθάρα. Δαιμόνιοι άνθρωποι! Τη φέρανε μια βραδιά στο θάλαμο με κρυφό καμάρι, μολονότι ξεχαρβαλωμένη: Το βερνίκι της ήταν ξεφτισμένο, το ηχείο σπασμένο και οι χορδές μονάχα πέντε!
Ήξεραν όλοι καλά, πως η κιθάρα δεν θα έμενε για πολύ στα χέρια τους. Αργά ή γρήγορα οι επόπτες θα την έβρισκαν και θα την έπαιρναν. Ως τότε όμως θα έδινε σε όλους – και όχι μόνο στον θλιμμένο μουσικό – λίγη χαρά, λίγη παρηγοριά.
Βρέθηκε ένας κρατούμενος, τεχνίτης καλός, που κόλλησε το ηχείο και έξυσε το βερνίκι. Για δυο μέρες, ώσπου να στεγνώσει η κόλλα, οι εγκληματίες έκρυβαν την κιθάρα. Και το τρίτο βράδυ, μετά τον έλεγχο, την έβαλαν στο κρεβάτι του μουσικού, που είχε πάει για μια στιγμή στην άλλη άκρη του θαλάμου.
Σαν ήρθε και είδε το απροσδόκητο δώρο, τα έχασε. Ξαφνιασμένος κάθισε στο κρεβάτι και άγγιξε με δισταγμό τις χορδές. Ακούστηκε ένας αλλόκοτος, λυπητερός ήχος. Τότε μόνο πείστηκε πως δεν ονειρευόταν. Άρπαξε με λαχτάρα την κιθάρα κι έριξε ένα σαστισμένο βλέμμα γύρω του, στα τόσα πρόσωπα που τον κοίταζαν αμίλητα και χαμογελαστά.
Άρχισε να κουρντίζει το όργανο. Οι χορδές τρίζανε. Οι ήχοι παράδερναν ακατάστατοι. Επιμένοντας, κατάφερε να τους σταθεροποιήσει. Σε λίγο τα επιδέξια δάχτυλα του είχαν επιβληθεί στον τόσο γνώριμο αντίπαλο.
Σε πέντ’-έξι σημεία οι εγκληματίες, παρέες-παρέες, έπαιζαν χαρτιά. Μερικοί βροντούσαν τα κοκαλάκια του ντόμινο. Άλλοι βρίζονταν χυδαία. Κάποιοι συζητούσαν χαμηλόφωνα. Οι περισσότεροι όμως, κατάκοποι, ήταν ξαπλωμένοι στα ξυλοκρέβατά τους, βυθισμένοι σε συλλογή.
Και ξαφνικά η παράγκα γέμισε ήχους, ήχους θεσπέσιους, πανευφρόσυνους, συναρπαστικούς!
Οι βρισιές και τα μουρμουρητά σταμάτησαν. Οι χτύποι του ντόμινο διακόπηκαν. Τα τραπουλόχαρτα βρέθηκαν πάνω στα γόνατα. Κάτι τερπνό κι ευπρόσδεκτο, κάτι οικείο και νοσταλγικό απλώθηκε στο θάλαμο και θρονιάστηκε ανάμεσα στους κρατουμένους.
Οι ήχοι ζωγράφιζαν νοερά αγαπημένους τόπους κι ανθρώπους, κάμπους και δάση,
βουνά κι ακρογιαλιές, πολιτείες και χωριά, γονιούς και φίλους, γυναίκες και παιδιά.
Όλες οι καλές, όλες οι φωτεινές, όλες οι ευχάριστες στιγμές της περασμένης ζωής αναστήθηκαν από τα μνήματα της λήθης, ήρθαν και στάθηκαν δίπλα τους, διώχνοντας πρόσκαιρα την πίκρα και την απελπισία της τωρινής ζωής.
Δεν είχε τόση σημασία το τι έπαιζε ο μουσικός. Ίσως ν’ αυτοσχεδίαζε. Πάντως η κιθάρα διηγούταν μελωδικά τα περασμένα, ηλεκτρίζοντας τις ψυχές, αναμοχλεύοντας τις μνήμες, τρυπώντας τις καρδιές.
Οι ήχοι ξεχύνονταν ασυγκράτητοι ανάμεσα στα κρεβάτια και τους διαδρόμους, τρυπώνοντας ανεμπόδιστα παντού και καθηλώνοντας δυναμικά τις κουρασμένες υπάρξεις, που είχαν παραδοθεί δίχως όρους και δίχως όρια στην πανίσχυρη εξουσία της μουσικής.
Σε μια στιγμή οι χορδές σκόρπισαν ολόγυρα νότες πένθιμες. Σκίρτησαν οι καρδιές, σφίχτηκαν τα σπλάχνα, βούρκωσαν τα μάτια από το θρήνο της κιθάρας, που μοιρολογούσε, θαρρείς, τους αδικοχαμένους, σιγόκλαιγε για τους τυραννισμένους, παραπονιόταν ήρεμα για τις τόσες συμφορές, τα τόσα βάσανα, τα τόσα αίματα…
Έξαφνα ακούστηκαν βαριά βήματα στο διάδρομο, ανάμεσα στα κρεβάτια. Σπρώχνοντας και παραμερίζοντας τους όρθιους, ένας ψηλός και μαυριδερός εγκληματίας πλησίασε το μουσικό. Ήταν διαβόητος σ’ όλο το στρατόπεδο για την ωμότητα του. Δάκρυα αυλάκωναν τώρα το αγριωπό πρόσωπο του.
– Σταμάτα, κολλιτσίδα! Μου ξεσκίζεις την ψυχή! Σταμάτα, γιατί θα σε χτυπήσω!
Σήκωσε απειλητικά το χέρι του. Την ίδια στιγμή ένας άλλος γεροδεμένος εγκληματίας, που στεκόταν εκεί, τον άρπαξε και τον πέταξε στο διάδρομο. Μετά από λίγο τον άκουσαν να κλαίει με λυγμούς στην άλλη άκρη της παράγκας.
Ο μουσικός καθόταν σκυφτός και ακίνητος στο κρεβάτι του.
– Τραγούδησε μας κάτι, τον παρακάλε σε ένας απ’ τους όρθιους.
Τα δάχτυλα του χάιδεψαν πάλι τις χορδές.
Βραχνά και σιγανά, αλλά πολύ αισθαντικά, είπε ένα παλιό ρωσικό τραγούδι, εκείνο το γνωστό, «Γιατί το κεφάλι σκύψατε, κοράκια μου;…».
Ακούγοντας το, όλοι ζωήρεψαν και χαμογέλασαν.
Η φωνή του μουσικού, βέβαια, δεν ήταν και τόσο γλυκεία.
Η θέρμη, ωστόσο, η εκφραστικότητα και η αλεγράδα της καθήλωσαν το ετερόκλητο εκείνο ακροατήριο.
Μετά το τραγούδι, έπαιξε το βαλς «Στούς λόφους της Μαντζουρίας». Ο αργός ρυθμός, οι γαλήνιοι κυματισμοί και οι υπέροχοι χρωματισμοί του αριστουργηματικού αυτού κομματιού έφεραν μιαν αύρα αισιοδοξίας, ειρήνης και ευδιαθεσίας μέσα στην παράγκα.
Η ώρα όμως είχε περάσει. Τα χασμουρητά έδιναν κι έπαιρναν. Έπρεπε να κοιμηθούν, γιατί την άλλη μέρα τους περίμενε η συνηθισμένη σκληρή δουλειά.
Ένας-ένας οι κρατούμενοι άρχισαν να τραβάνε για τα κρεβάτια τους.
Σε λίγο ο μουσικός είχε μείνει χωρίς ακροατές. Ήρεμος, ευχαριστημένος, κρατώντας την κιθάρα με περισσή προσοχή, με στοργή σχεδόν, είχε αγκαλιάσει ολόκληρο το θάλαμο με το βλέμμα του, ένα βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη.
Ο π. Αρσένιος καθόταν στο κρεβάτι του σκεφτικός.
– Είναι πιστός, μουρμούρισε, βαθιά πιστός. Το διαλάλησε σήμερα με τους ήχους της μουσικής…
Η κιθάρα έμεινε δυο μέρες στο θάλαμο. Σ’ αυτό το μικρό διάστημα ο μουσικός κυριολεκτικά αναγεννήθηκε. Έγινε ανοιχτόκαρδος, κοινωνικός, ενεργητικός, καλοδιάθετος. Οι εγκληματίες του κόλλησαν το παρατσούκλι «αρτίστας» και ανέλαβαν την «προστασία» του.
Την τρίτη μέρα, στον πρωινό έλεγχο, οι επόπτες βρήκαν την κιθάρα και την πήραν. Πήγαν κατευθείαν στην κρυψώνα – είχε καταδώσει κάποιος απ’ τους σεκταριστές.
Με τρεις μέρες απομόνωση τιμωρήθηκε ο μουσικός. και όταν γύρισε, ήταν πάλι σιωπηλός, σκυθρωπός, σβησμένος.
Πέρασαν τρεις εβδομάδες. Μια νύχτα ο π. Αρσένιος ξύπνησε απότομα. Κάποιος τον τραβούσε απ’ το μανίκι.
– Συγχωρέστε με…
Ήταν ο μουσικός που του ψιθύριζε στ’ αυτί.
Σηκώθηκε και κάθησε δίπλα του.
– Έχω μεγάλη ανάγκη να μιλήσω μαζί σας. Ξέρω πως είστε παπάς. Από καιρό ήθελα να σας πλησιάσω, αλλά δίσταζα. Τώρα όμως αισθάνομαι πως ήρθε η ώρα μου. Σας ευχαριστώ για την κιθάρα! Όπως έμαθα, δική σας ήταν η πρωτοβουλία. Σας ευχαριστώ πολύ!… και τώρα ακουστέ με… Θα είμαι σύντομος… Συγχωρέστε με που σας ξύπνησα…
Χείμαρρος ήταν ο λόγος του. Με χαμηλή φωνή ξεδίπλωσε τους λογισμούς του, σκιαγράφησε την πορεία της ζωής του, ομολόγησε ταπεινά τα σφάλματα του.
– Κύριε, Κύριε! Πόσο αμαρτωλός είμαι! αναφωνούσε κάθε τόσο.
Τα δάκρυα του πέφτανε πάνω στο χέρι του παππούλη και το καίγανε.
– Ναι, είμαι πολύ αμαρτωλός… αλλά γιατί μου στέρησαν τη μουσική;
Όταν τελείωσε τον μακρύ μονόλογο του, προσευχήθηκε για πολλή ώρα μαζί με τον π. Αρσένιο.
Τον χαιρέτησε κλαίγοντας.
– Πλησιάζει το τέλος μου…
Μετά από τρεις ακόμα εβδομάδες, την ώρα της δουλειάς, ένας ογκόλιθος έπεσε πάνω στην αριστερή του παλάμη και του την έλιωσε.
Δεκαπέντε μέρες αργότερα έστειλε στον π. Αρσένιο ένα σημείωμα από το νοσοκομείο του στρατοπέδου. «Μη με ξεχνάτε», έγραφε. «Ο θάνατος στέκεται δίπλα μου. Προσεύχεσθε για μένα στον Κύριο». Δεν μαθεύτηκε πια τίποτα γι’ αυτόν.

Ο δημοσιογράφος κατέγραψε το καθετί. Έβρισκε κάπου μεγάλα κομμάτια από γκρίζο σκληρό χαρτί κι έφτιαχνε τετράδια: Τα δίπλωνε, τα έραβε και τα έκοβε με τον αυτοσχέδιο χαρτοκόφτη του, τη σκουριασμένη λεπίδα ενός σπασμένου πριονιού.
Μόλις ερχόταν απ’ τη δουλειά, καταβρόχθιζε σαν λύκος τη χορτόσουπα και το ξερόψωμό του. Με τη μπουκιά στο στόμα, έτρεχε να καθήσει στο κρεβάτι του, να ξύσει με τα δόντια το μολύβι του και να ριχτεί στο γράψιμο.
Το μολύβι κυλούσε με απίστευτη ταχύτητα πάνω στα τσαλακωμένα φύλλα του σκληρού χαρτιού, σχηματίζοντας ωραία γράμματα και τέλειες σειρές.
Έδινε την εντύπωση ανταποκριτή κάποιας εφημερίδας, που ήρθε εδώ για να μαζέψει στοιχεία, να κατανοήσει την ψυχολογία των κρατουμένων, να μελετήσει τον τρόπο διοικήσεως και τη συμπεριφορά των εποπτών, κοντολογίς να γνωρίσει από κοντά αυτόν τον ζοφερό και άγνωστο κόσμο, κι έπειτα να δώσει στη δημοσιότητα ένα συνταρακτικό ρεπορτάζ με τίτλο: «Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος».
Αυτή την εντύπωση έδινε, αλλά φυσικά δεν ήταν παρά ένας κρατούμενος με νούμερο Κ-391, καταδικασμένος σε κάθειρξη είκοσι χρόνων βάσει του άρθρου 58.
Ώσπου ν’ απολυθεί – κι αυτό έγινε μετά το θάνατο του Στάλιν – πρόλαβε να γεμίσει με σημειώσεις μερικά τετράδια, όπου η ζωή του στρατοπέδου περιγραφόταν με ακρίβεια και ρεαλισμό.
Η μανία του να τα καταγράψει όλα και ν’ αφήσει τις σημειώσεις του «κληρονομιά στην ανθρωπότητα» δεν περιγράφεται. Έπεφτε πάνω σε κάθε νεοφερμένο, όπως πέφτει το γεράκι στη λεία του, και τον έπνιγε στις ερωτήσεις.
– Ποιος είστε; Από που; Για ποιο λόγο σας συνέλαβαν; πως έγινε η ανάκριση; Τί
ποινή σας επέβαλαν; Γιατί σας έστειλαν εδώ;…
Φυσιολογικά το τελευταίο ερώτημα θα ήταν: «Ποιες είναι οι πρώτες εντυπώσεις σας από ένα Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος;». Ποτέ όμως δεν ρωτούσε κάτι τέτοιο. Την απάντηση, τη γνώριζε, αφού οι εντυπώσεις όλων ήταν ταυτόσημες.
Τα χειρόγραφα τα έκρυβε κάπου με τη βοήθεια των εγκληματιών, στους οποίους έδινε σαν αντάλλαγμα ένα μεγάλο μέρος από το καθημερινό ψωμί του. Καμιά φορά οι επόπτες βρίσκανε σκόρπια χαρτιά με ση μειώσεις του. Του τα παίρνανε και τον έστελναν στην απομόνωση. Αυτός όμως, μόλις γύριζε στο θάλαμο, συνέχιζε απτόητος το έργο του.
Ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε τον κόσμο με δημοσιογραφικό μάτι. Αναμφίβολα, ακόμα και λίγα λεπτά πριν απ’ το θάνατο του, θα έγραφε εντυπώσεις και θα συγκέντρωνε στοιχεία για ρεπορτάζ. Έτσι ήταν φτιαγμένος.
Του είχαν δώσει το παρατσούκλι «δημοσιογράφος», γεγονός που τον κολάκευε. Αυτό ήταν, άλλωστε, το επάγγελμα του. Άρθρα του είχαν δημοσιευθεί στις γνωστές εφημερίδες «Ιζβέστια», «Πράβντα» και «Τρούντ».
Μολονότι η ορμητικότητα και η φιλοπεριέργειά του γεννούσαν υπόνοιες σ’ εκείνους που δεν τον γνώριζαν καλά, οι περισσότεροι κρατούμενοι τον συμπαθούσαν. Μόνο οι πρώην αστυνομικοί και οι οπαδοί του Βλάσσωφ τον αντιμετώπιζαν εχθρικά.
Μετά από ενάμιση χρόνο ζωής στο στρατόπεδο, διδάχθηκε και κατάλαβε πολλά. Συνεντεύξεις έπαιρνε πια σπάνια. Καθόταν για πολλή ώρα συλλογισμένος πάνω απ’ το χαρτί. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τις σημειώσεις του, επανεξετάζοντας και αναθεωρώντας, θαρρείς, όσα είχε γράψει.
Τον π. Αρσένιο τον έβλεπε στο θάλαμο αλλά δεν του μιλούσε. Είχε μάθει πως ήταν τεχνοκριτικός και πως οι περισσότεροι κρατούμενοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Δεν μπορούσε όμως να του συγχωρήσει το ότι ήταν και ιερωμένος. Συνειδητός μαρξιστής και άθεος, δεν ένιωθε παρά περιφρόνηση και οίκτο για τους πιστούς, προπαντός τους παπάδες. Γι’ αυτό και ποτέ δεν ζήτησε από τον παππούλη οποιαδήποτε πληροφορία. Ποτέ δεν του μίλησε. Ποτέ δεν τον πλησίασε.
Ωστόσο κάποτε αρρώστησε κι έμεινε στο θάλαμο. Οι επόπτες του ανέθεσαν ένα μέρος της δουλειάς του π. Αρσενίου, δηλαδή την καθαριότητα και τη θέρμανση.
Δούλευαν και οι δύο χωρίς ν’ αλλάζουν κουβέντα. Ο δημοσιογράφος, σκυθρωπός, κουβαλούσε ξύλα, μάζευε τη στάχτη, ετοίμαζε προσανάμματα. Νέος, δυνατός και σβέλτος, γέμισε γρήγορα τις σόμπες του με κούτσουρα και πήρε τα σπίρτα για να τις ανάψει, ενώ ο π. Αρσένιος δεν είχε κουβαλήσει ακόμα ούτε τα μισά ξύλα.
Μισογονατιστός μπροστά σε μια σόμπα ο δημοσιογράφος, άναψε ένα σπίρτο κι έβαλε φωτιά στο προσάναμμα. Μα η φωτιά έσβησε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Άναψε και δεύτερο και τρίτο και τέταρτο σπίρτο. Τα ξύλα δεν άρπαζαν. Αφού χάλασε ένα ολόκληρο κουτί σπίρτα χωρίς αποτέλεσμα, πήγε σε άλλη σόμπα. Αλλά κι εκεί δεν έγινε τίποτα.
Η ώρα περνούσε. Ο εκνευρισμός του δημοσιογράφου ήταν πια φανερός από τις σπασμωδικές κινήσεις του.
Στο μεταξύ ο π. Αρσένιος κουβάλησε όσα ξύλα χρειαζόταν, τα τακτοποίησε μέσα στις σόμπες, σώριασε από κάτω τα προσανάμματα κι έβαλε φωτιά. Με το πρώτο σπίρτο τα κούτσουρα τυλίχτηκαν στις φλόγες.
Τελειώνοντας, είδε το δημοσιογράφο να ματαιοπονεί ακόμα. Πήγε κοντά του και του είπε μ’ ένα φιλικό χαμόγελο:
– Επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω.
Εκείνος έκανε με το χέρι του μιαν απότομη κίνηση δυσφορίας και φώναξε θυμωμένα:
– Σας παρακαλώ, μη μ’ εμποδίζετε! Δεν έχω ανάγκη από βοήθεια!
Ο μπάτουσκα αποτραβήχτηκε χωρίς να μιλήσει. Στάθηκε λίγο πιο πίσω και παρακολουθούσε τις απεγνωσμένες προσπάθειες του. Είχε ήδη κάψει τρία κουτιά σπίρτα χωρίς ν’ ανάψει ούτε μια σόμπα.
Πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά. Ο δημοσιογράφος είχε αποκάμει. Η έκφραση και οι κινήσεις του φανέρωναν απελπισία, λύσσα και φόβο συνάμα. Ήξερε πως το βράδυ, όταν οι κρατούμενοι θα γύριζαν απ’ τη δουλειά και θα έβρισκαν το θάλαμο κρύο, θα τον ξυλοφόρτωναν άγρια. Θα την πλήρωνε όμως και ο παπάς…
Ο π. Αρσένιος σταυροκοπήθηκε κι έκανε μια σύντομη προσευχή. Πλησίασε το δημοσιογράφο και, χωρίς να πει τίποτε αυτή τη φορά, τον έσπρωξε μαλακά στην άκρη. Έβγαλε τα ξύλα από τη σόμπα, τακτοποίησε μέσα όρθια τα προσανάμματα, έστησε γύρω τους τα ξύλα σε σχήμα πυραμίδας κι έβαλε φωτιά. Τα κούτσουρα άρπαξαν αμέσως.
Το ίδιο έκανε και στη δεύτερη σόμπα. Ο δημοσιογράφος ήταν από πίσω του και κοίταζε σιωπηλός.
Την τρίτη σόμπα την άναψε εκείνος. Ο παππούλης μόνο που τον παρακολουθούσε. Όταν τελείωσαν, ο δημοσιογράφος ήταν όλος μουτζούρα μα και όλος ικανοποίηση.
– Σας ευχαριστώ που μου μάθατε…, ψέλλισε με ευγνωμοσύνη. Νόμιζα πως ήταν απλή δουλειά το άναμμα μιας σόμπας, αλλ’ αποδείχθηκε ολόκληρη επιστήμη.
Τώρα δεν είχαν παρά να κουβαλάνε ξύλα και να τα ρίχνουν στη φωτιά, ώσπου να ζεσταθεί καλά ο θάλαμος.
Ο πάγος ανάμεσα τους είχε σπάσει. Κουβέντα στην κουβέντα, τελικά πιάσανε συζήτηση για τα καλά. Ο δημοσιογράφος άρπαξε την ευκαιρία για να πάρει συνέντευξη. Παράδοξα όμως, μετά από δέκα λεπτά, μιλούσε ο ίδιος για τον εαυτό του…
Βράδιασε. Οι κρατούμενοι άρχισαν να έρχονται απ’ τη δουλειά. Τότε μόνο ο δημοσιογράφος συνειδητοποίησε ότι δεν είχε μάθει σχεδόν τίποτε από τον π. Αρσένιο. Απεναντίας, αυτός είχε ανοίξει την καρδιά του στο γέροντα και του είχε διηγηθεί τη ζωή του. Το έκανε για πρώτη φορά – για φαντάσου! – σ’ έναν άνθρωπο άγνωστο, και μάλιστα παπά. και όμως, τώρα ένιωθε πιο ήρεμος, πιο ανάλαφρος.
Ο θάλαμος βούιζε απ’ τη χλαλοή – φωνές, βρισιές, συζητήσεις, βογγητά, αναστεναγμοί, γέλια, κλάματα…
Με τον πρώτο έλεγχο η φασαρία μειώθηκε. Μετά τον δεύτερο, όταν η παράγκα κλειδώθηκε, σιγά-σιγά απλώθηκε ησυχία.
Ο δημοσιογράφος ξάπλωσε στο κρεβάτι του, μα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Ανάσκελα, με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι και το βλέμμα στυλωμένο στην οροφή, συλλογιζόταν.
«Πως έγινε αυτό; Γιατί αποκάλυψα τη ζωή μου και τις σκέψεις μου σ’ έναν άγνωστο γέρο; πως ένιωσα ξαφνικά αυτόν τον άνθρωπο τόσο οικείο, τόσο έμπιστο;».
Από την ήμερα εκείνη οι μεταξύ τους συζητήσεις μπήκαν στο καθημερινό τους πρόγραμμα. Το ένα θέμα οδηγούσε στο άλλο και… Να, ο δημοσιογράφος, χωρίς να το πάρει είδηση, άφησε όλη του την ψυχή στα χέρια του π. Αρσενίου!
– Γέρος αλλά γερός! έλεγε μετά από λίγο καιρό για τον παππούλη. Η ψυχή του είναι σαν τον κόσμο – όλους και όλα τα χωράει!
Αργότερα εκφραζόταν διαφορετικά:
– Ο π. Αρσένιος είναι ένας άνθρωπος με πολύ μεγάλη καρδιά, ένας άνθρωπος απέραντης καλοσύνης. Στο πρόσωπο του γνώρισα έναν αληθινό χριστιανό.
Ιδιαίτερη αγάπη έτρεφε ο δημοσιογράφος για την ποίηση. Ήξερε απ’ έξω αναρίθμητα ποιήματα παλαιών και νεότερων Ρώσων ποιητών. Πολλά βράδια, μετά το κλείδωμα της παράγκας, καθόταν στο κρεβάτι του και διάβαζε σιγανά, σ’ όσους ήθελαν ν’ ακούσουν, στίχους του Μπλοκ, του Πάστερ νακ, του Μπριούσωφ, του Σίμονωφ, του Γκουμίλεφ, του Λέρμοντωφ, του Γιεσένιν, στίχους που είχε καταγράψει στα προχειροφτιαγμένα τετράδια του.
Όταν διάβαζε ποιήματα, γινόταν άλλος άνθρωπος. Το πρόσωπο του φωτιζόταν, τα μάτια του σπίθιζαν, η φωνή του χρωματιζόταν αριστοτεχνικά. Η εκφραστική, συναρπαστική απαγγελία του έκανε κάθε ποίημα, ακόμα και το πιο γνωστό, ν’ ακούγεται από τους άλλους με ζωηρό και απροσποίητο ενδιαφέρον.
Σε πολλούς κρατουμένους έμεινε αξέχαστη η βραδιά εκείνη, που άκουσαν το ποίημα του Σίμονωφ «Περίμενε με, θα γυρίσω».
Είχαν μαζευτεί γύρω απ’ το δημοσιογράφο κάμποσοι και συζητούσαν. Σε μια στιγμή κάποιος τον παρακάλεσε να τους διαβάσει κανένα ποίημα. Πράγματι, άνοιξε το τετράδιο του και άρχισε ν’ απαγγέλλει. Μετά από δέκα λεπτά περίπου, σταμάτησε απότομα κι έπεσε σε συλλογή. Κάτι προσπαθούσε να θυμηθεί.
– Θα σας πω ένα ποίημα του Σίμονωφ, είπε μετά από λίγο. Το έγραψε το ’42, στον πόλεμο, και μου το διάβασε ο ίδιος. Ακούστε…
Περίμενε με, θα γυρίσω•
Μόνο περίμενε με για πολύ. Περίμενε με, όταν χτυπά η θλίψη, Όταν ξεσπούν οι κίτρινες βροχές. Περίμενε με, όταν έρχονται τα χιόνια. Περίμενε με, όταν σφίγγουνε οι ζέστες. Περίμενε με, όταν άλλους πια δεν περιμένουν,
Όταν το χθες το λησμονούν. Περίμενε με, όταν από μακριά Γράμματα πια δεν έρχονται. Περίμενε με, όταν θα ‘χεις πια βαρεθεί Όλους εκείνους που περιμένουν…
Σχεδόν με αδιαφορία άκουσε η παρέα τους πρώτους στίχους. Σε λίγο, όμως, τόσο η μελαγχολική νοσταλγικότητα των νοημάτων όσο και η θέρμη της απαγγελίας τους μαγνήτισαν όλους. Από τη μια το αδιέξοδο, η απελπισία, το φάσμα του θανάτου – το σκληρό παρόν κι από την άλλη οι συγγενείς, οι φίλοι, η ελεύθερη ζωή – το πολυφίλητο παρελθόν που έφυγε. Όλα τούτα αναμόχλευσε μέσα στις καρδιές και τις μνήμες το ποίημα του Σίμονωφ.
… Περίμενε με, θα γυρίσω Στο πείσμα όλων των θανάτων. Όποιος δεν περιμένει είναι κενός . Έτσι ήταν γραφτό», θα πει.

 

) Τρεις θάνατοι
Αναμνήσεις της Λιουντμίλα Σεργκέγιεβνα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Με πήραν στο στρατό από την πρώτη μέρα του πολέμου, μολονότι είχα ήδη γιο. Με τοποθέτησαν σε μια κινητή χειρουργική μονάδα για ελαφρά τραυματισμένους.
Ταξιδεύαμε με προορισμό το Μίνσκ, αλλά, λίγο μετά το Σμολένσκ, πήραμε εντολή να γυρίσουμε πάλι πίσω. Σταθήκαμε κάπου ανάμεσα στο Σμολένσκ και τη Μόσχα. Εκεί στήσαμε το νοσοκομείο μας και ριχτήκαμε στη δουλειά. –
Ο επικεφαλής της μονάδας φαινόταν άνθρωπος νευρωτικός, αλλοπρόσαλλος. Φώναζε χωρίς λόγο. Όλα του φταίγανε.
Ωστόσο είχε φήμη ικανού χειρούργου.
Ο στρατός υποχωρούσε. Οι τραυματίες αναρίθμητοι. Ποιόν να πρωτοκοιτάξουμε;
Ξάφνου μάθαμε πως ο εχθρός μας κύκλωνε. Αναγκαστήκαμε να μετακινηθούμε. Ακολουθήσαμε το στρατό μας στην υποχώρηση του, κάτω από το αδιάκοπο σφυροκόπημα του γερμανικού πυροβολικού.
Τους τραυματίες τους μεταφέραμε με αυτοκίνητα και άμαξες. Τα χειρουργικά εργαλεία και διάφορα άλλα αντικείμενα τα είχα με φορτωθεί στις πλάτες.
Κατορθώσαμε να ξεφύγουμε από τον εχθρικό κλοιό. Ξαναστήσαμε το νοσοκομείο μας, για να το ξηλώσουμε πάλι μετά από λίγο. Αυτό έγινε πολλές φορές. και ξαφνικά, με κατεπείγουσα διαταγή, αρχίσαμε να υποχωρούμε βιαστικά προς τ’ ανατολικά.
Έφτασα στο έσχατο όριο ανθρώπινης αντοχής. Το σώμα εξουθενωμένο, η ψυχή παγωμένη – ένιωθα να σβήνω, να χάνομαι, να τελειώνω… και όμως συνέχιζα να ζω.
Ολόγυρα καταστροφή, θάνατος, κραυγές, δάκρυα… και μέσα μου σκοτάδι, οδύνη, φόβος. Έναν ολόκληρο μήνα έζησα σ’ αυτή την κατάσταση.
Τις τελευταίες μέρες έριχνε συνέχεια βροχή και ψιλό χιόνι. Η γη λάσπωσε. Τα πόδια μας κολλούσαν μέσα στη γλίνα. Μαρτύριο το κάθε βήμα. Ωστόσο προχωρούσαμε ασταμάτητα προς τα μετόπισθεν, μεταφέροντας τους τραυματίες.
Βάδιζα πίσω από το νοσοκομειακό όχημα. Θαρρούσα πως ο ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι μου ποτέ δεν θ’ άνοιγε, ο ήλιος ποτέ πια δεν θα πρόβαλλε. Ο ουρανός, μολυβένιος και βαρύς, είχε χαμηλώσει πολύ, είχε στενέψει τον κόσμο. Τα δέντρα, γυμνά και μουσκεμένα, έμοιαζαν μ’ ανθρώπινους σκελετούς που είχαν σηκωθεί από τα μνήματα και παρακολουθούσαν παγερά τη βασανιστική πορεία μας.
Σταθήκαμε για μια μικρή ανάπαυλα.
Η σύντομη μέρα ήταν μουντή, σκοτεινή σαν μελαγχολικό σούρουπο, μια απλή παράταση της νύχτας, που στη χειμωνιάτικη Ρωσία δεν έχει αρχή και τέλος. Με σφιγμένα τα χείλη μα πιο σφιγμένες τις καρδιές, με τσακισμένα τα κορμιά μα πιο τσακισμένες τις ψυχές, άλλοι καθισμένοι σε πέτρες και άλλοι πεσμένοι αλόγιαστα στη βρεγμένη γη, ξανασάναμε για λίγα λεπτά.
Τα κανόνια βροντήξανε πάλι κάπου πίσω μας. Σηκωθήκαμε και συνεχίσαμε. Ο αχός της μάχης τη μια μας πλησίαζε, την άλλη ξεμάκραινε. Κι εμείς όλο προχωρούσαμε, παλεύοντας με την εξάντληση και τη λάσπη.
Δεν μπορούσα τίποτα να σκεφτώ. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Μόνο μια λέξη είχε απομείνει μέσα μου, κι αυτήν επαναλάμβανα σε κάθε βήμα:
– Κύριε!… Κύριε!… Κύριε!…
Φτάσαμε σ’ ένα χωριό. Πολλά σπίτια είχαν καταστραφεί απ’ τους βομβαρδισμούς. Στα γερά μοιράσαμε τους τραυματίες. Στο μεγαλύτερο εγκαταστήσαμε το χειρουργείο.
Το βροντοβόλημα ακούστηκε πιο κοντά. Άρχισαν να φέρνουν τραυματίες. Το χειρουργείο δούλευε χωρίς διακοπή. Ο αρχιχειρούργος Συμεών Αντρέγιεβιτς, σκελεθρωμένος και χλωμός, σαν ασκητής, έκανε τη μια επέμβαση μετά την άλλη, με υπεράνθρωπο αγώνα και αξιοθαύμαστη υπομονή. Όρθια δίπλα του τον βοηθούσα σχεδόν μηχανικά, παραδειγματισμένη απ’ την αυτοθυσία του και αδιαφορώντας για τα πρησμένα πόδια μου.
Θεέ μου, πόσοι τραυματίες!…
Έφεραν απ’ το πεδίο της μάχης ένα νεαρό στρατιώτη βαριά τραυματισμένο. Ο ανθυπολοχαγός, που τον συνόδευε, μας παρακαλούσε να τον κοιτάξουμε το γρηγορότερο.
Ήταν σχεδόν παιδί, με όψη ευγενική και χαριτωμένη, σαν κοριτσίστικη. Απαλό χνούδι κάλυπτε τα μαγουλά του. Τα μάτια του ήταν κλειστά και το πρόσωπο του σουφρωμένο από τον πόνο.
Οι αδελφές νοσοκόμες άρχισαν να τον ξεντύνουν προσεκτικά. Πλησίασα κι εγώ. Ήταν αναίσθητος. Είχε χτυπηθεί καίρια στην κοιλιά – ένας άμορφος πολτός από αίμα, λάσπη, διαλυμένους ιστούς και κομματιασμένες σάρκες.
Ο αρχιχειρούργος αποφάνθηκε με μια ματιά.
– Δεν γίνεται τίποτα. Τέλος!
Γύρισε για να φύγει. Έκανα να τον ακολουθήσω, αλλά τη στιγμή εκείνη ο στρατιώτης άνοιξε τα μάτια του και κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό μου.
– Πεθαίνω, είπε αργά και καθαρά. Σας παρακαλώ, βγάλτε το σταυρό που έχω στην πάνω δεξιά τσέπη του χιτωνίου μου. Σταυρώστε με… Μετά ακουμπήστε τον στο στήθος μου. Το όνομα μου είναι Αλέξιος. Σας παρακαλώ…
Με κοίταζε ικετευτικά και πονεμένα.
Έβαλα το χέρι μου στην τσέπη του και βρήκα ένα μικρό σταυρουδάκι. Το πλησίασα στα χείλη του για να το φιλήσει. Ύστερα τον σταύρωσα τρεις φορές, αναφωνώντας:
– Κύριε, παράλαβε την ψυχή του δούλου Σου Αλεξίου! Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν!
Ο Αλέξιος αναστέναξε βαθιά. Μάταια.

 

 

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ. Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ
Αρέσει σε %d bloggers: