Από τον Αββά Ισαάκ στον Ντο­στο­γι­έβ­σκι

  ΑΡΧ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΙΒΗΡΙΤΗΣ

Πάν μέ­τρον ά­ρι­στον.

Ο άν­θρω­πος εί­ναι το μέ­τρο, ο ά­γι­ος άν­θρω­πος. Κι ο Αβ­βάς Ι­σα­άκ εί­ναι έ­να μέ­τρο για τον άν­θρω­πο, τη ζω­ή καί την τέ­χνη καί τη δρά­ση.

Πού βρί­σκε­ται! Πώς ζει! Πώς γρά­φει! Τι ποί­η­σι, τί φι­λο­σο­φί­α, τί ψυ­χο­λο­γί­α κά­νει! Πώς δρά, η­συ­χά­ζει, κι­νεί­ται καί α­κι­νη­τεί!

Μπο­ρού­με δι’ αυ­τού νά κρί­νω­με τούς αν­θρώ­πους; Δέν εί­ναι με­γά­λος, μέ­γι­στος, μο­να­δι­κός; Δέν εί­ναι α­δι­κί­α ή αυ­θά­δει­α νά συ­γκρί­νω­με μέ τέ­τοι­α με­γέ­θη ό­λους τούς άλ­λους, ε­μάς, τούς κοι­νούς;

Θά α­πα­ντού­σα α­δί­στα­χτα: ό­χι. Άν ή­ταν κά­ποι­ος πού α­νέ­πτυ­ξε μι­ά δρά­σι ή κά­ποι­ος πού εί­χε με­ρι­κά ό­λως ε­ξαι­ρε­τι­κά φυ­σι­κά χα­ρί­σμα­τα καί δι’ αυ­τών κα­τέ­πλη­ξε τήν αν­θρω­πό­τη­τα, δέν θά ή­ταν σω­στό νά τον πά­ρω­με σάν μέ­τρο κρί­σε­ως καί συ­γκρί­σε­ως τών αν­θρώ­πων. Ε­δώ, ό­μως, συμ­βαί­νει κά­τι άλ­λο: Τού­τος ο Αβ­βάς εί­ναι μέ­γι­στος καί αν­θρω­πι­νό­τα­τος. Εί­ναι με­γά­λος καί προ­ση­νής. Κο­ντά του οι με­γά­λοι νοι­ώ­θουν ε­λά­χι­στοι καί οι μι­κροί παίρ­νουν θάρ­ρος, μπο­ρούν νά κι­νη­θούν.

Δέν κο­λα­κεύ­ει τον έ­να, ού­τε πε­ρι­φρο­νεί τον άλ­λο. Δέν α­γνο­εί τούς πό­νους, τίς κλί­σεις καί τούς κα­η­μούς κα­νε­νός. Αυ­τός εί­ναι έ­να άρ­τι­ο σύ­νο­λο. Έ­νας ώ­ρι­μος καρ­πός τού Πνεύ­μα­τος, πού τήν ω­ρι­μό­τη­τά του φα­νε­ρώ­νει μέ τό χρώ­μα, τό ά­ρω­μα, τήν α­πα­λό­τη­τα, τή γεύ­σι.

Εί­ναι αν­θρώ­πι­νος, τα­πει­νό­ς· κα­τα­λα­βαί­νει, γνω­ρί­ζει βα­θει­ά τίς α­δυ­να­μί­ες τού τα­λαί­πω­ρου κό­σμου. Δέν εί­ναι κα­νείς κρι­τής ά­τε­γκτος ή ι­ε­ρο­ε­ξε­τα­στής αν­ί­λε­ως. Εί­ναι γνώ­στης τών α­δυ­να­μι­ών καί τής πτω­χεί­ας μας, μέ­το­χος τής φύ­σε­ώς μας καί -ταυ­τό­χρο­να- κοι­νω­νός τής χα­ράς καί τής πα­ρα­κλή­σε­ως τού μέλ­λο­ντος αι­ώ­νος.

Δέν δι­α­πλη­κτί­ζε­ται μέ κα­νέ­να. Δί­δει α­φορ­μές καί πε­ρι­μέ­νει. Λέ­ει τήν α­λή­θει­α καί τήν α­φή­νει νά δρά­ση μέ­σα μας.

Καί γι­ά τή λο­γο­τε­χνί­α καί ε­ξο­μο­λό­γη­σι τών λο­γο­τε­χνών: Τίς ξέ­ρει, τίς κα­τα­λα­βαί­νει, τίς γνω­ρί­ζει, τίς δέ­χε­ται. Εί­ναι καί ο ί­δι­ος λο­γο­τέ­χνης. Καί τό­σο πο­λύ λο­γο­τέ­χνης, πού φτά­νει στό ση­μεί­ο νά μήν εί­ναι. Έ­χει ξε­πε­ρά­σει τή λο­γο­τε­χνί­α καί βρί­σκε­ται στον επέκεινα χώ­ρο, ό­που ο­δη­γεί τον άν­θρω­πο ο α­λη­θι­νός πό­νος καί ο κα­η­μός τής λο­γο­τε­χνί­ας.

Ό­ντας με­γά­λος, σέ­βε­ται τον μι­κρό, τον τα­πει­νό. Σέβεται καί τούς λο­γο­τέ­χνες, τούς αγώνες καί τίς ε­ξο­μο­λο­γή­σεις τους, πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ ό,τι οι ί­δι­οι οι λο­γο­τέ­χνες, πού λί­γο-πο­λύ όλοι βρί­σκο­νται στον χώ­ρο τής φθοράς, τής ά­μιλ­λας, τής ζή­λει­ας καί τής προ­σπά­θει­ας νά τά ξε­πε­ρά­σουν ό­λα αυ­τά.

Τό μή­νυ­μα: Μπο­ρεί νά γί­νη ο άν­θρω­πος λί­γο σάν τον Αβ­βά Ι­σα­άκ. Νά η­συ­χά­ση εν ό­σω ζή ε­πί γής. Καί νά ε­πι­βι­οί μέ­σα στούς πολ­λούς α­ει­ζώ­ως, ε­νώ θά έ­χη α­πέλ­θει εις τάς αι­ω­νί­ους μο­νάς.

Α­κού­γο­ντας έ­να λο­γο­τέ­χνη (παίρ­νου­με ως πα­ρά­δει­γμα τον Γι­ώρ­γο Ι­ωάν­νου, όπως παρουσιάζεται στά «εις ε­αυ­τόν») βλέ­πο­ντάς τον νά α­γω­νί­ζε­ται νά βρή μι­ά ι­σορ­ρο­πί­α· νά α­κρο­ζυ­γι­ά­ση δί­και­α τή ζω­ή του, τό έρ­γο του· βλέ­πον­τάς τον νά θέ­τη προ­βλή­μα­τα με­γά­λα τι­μί­ως, νά ψά­χνη γι­ά τό γνή­σι­ο καί αυ­θε­ντι­κό στό πε­ρι­ε­χό­με­νο καί στήν έκ­φρα­σι τής δου­λει­άς του, δέν μπο­ρείς νά μεί­νης α­συ­γκί­νη­τος. Ό­λος αυ­τός ο α­γώ­νας κά­τι σού λέ­ει. Κά­τι μπο­ρεί νά πή σ’ ό­ποι­ον α­γω­νί­ζε­ται τί­μι­α στον ο­ποι­ον­δή­πο­τε δι­κό του το­μέ­α. Μό­νο κά­τι μέ­νει νά πής -εφ’ ό­σον τον βλέ­πεις νά βα­σα­νί­ζε­ται γι­ά τό γνή­σι­ο. Καί αυ­τό εί­ναι ο λό­γος τού Κυ­ρί­ου: «Έ­τι έν σοι λεί­πει»:

Α­φού τά δί­νεις ό­λα· α­φού ε­γκα­τα­λεί­πεις τά σχε­τι­κά· α­φού έ­φτα­σες στό ση­μεί­ο νά μή σέ εν­δι­α­φέ­ρει η προ­βο­λή· α­φού πο­νάς, σκέ­πτε­σαι τον α­να­γνώ­στη σου, τον άν­θρω­πο· τό­τε γι­α­τί δέν κά­νεις έ­να α­κό­μη βή­μα; Τό βή­μα αυ­τό σού τό δεί­χνει ο Αβ­βάς Ι­σα­άκ.

Δέν σού λέ­ει ο Αβ­βάς, μέ τή ζω­ή καί τά γρα­πτά του, «ε­γκα­τά­λει­ψε τον α­γώ­να σου». Δέν α­πορ­ρί­πτει τήν προ­σπά­θει­ά σου. Νοι­ώ­θει τή χα­ρά πού ζής καί α­πο­λαμ­βά­νεις, γρά­φο­ντας καί δη­μι­ουρ­γώ­ντας τί­μι­α. Δέν σού τό αρ­νεί­ται. Δέν θέ­λει νά σέ στα­μα­τή­ση. Θέ­λει νά σέ ε­λευ­θε­ρώ­ση από τήν ανακύκλωσι τής φθοράς: νά σπά­ση τό φρά­γμα πού σού δε­σμεύ­ει τήν πο­ρεί­α· νά σέ σπρώ­ξη στά ά­πα­τα νε­ρά τού μυ­στη­ρί­ου τής ζω­ής

Αυ­τός βλέ­πει ό­τι ε­σύ κλεί­νεις τον ε­αυ­τό σου. Φυ­λα­κί­ζεις τό εί­ναι σου, πού δι­ψά τήν ε­λευ­θε­ρί­α. Στα­μα­τάς τή λο­γο­τε­χνι­κή σου ε­ξέ­λι­ξι, πε­ρι­ο­ρί­ζεις τον ο­ρί­ζο­ντα τής ζω­ής σου, στε­ρείς α­πό τον ε­αυ­τό σου α­νοί­γμα­τα πρός νέ­ες ε­πε­κτά­σεις -θα­νά­τους καί α­να­στά­σεις- πού κα­τα­ξι­ώ­νουν τον άνθρωπο καί κα­θι­στούν α­τέρ­μο­νη καί α­έ­να­η τή λο­γο­τε­χνι­κή δη­μι­ουρ­γί­α καί τή χά­ρι της.

Α­κο­λου­θώ­ντας πι­στά τον Αβ­βά μπαί­νεις πι­ό πο­λύ μέ­σα στον άν­θρω­πο. Καί ο κάθε άνθρωπος σέ σέ­να. Ό­λοι μα­ζί προ­χω­ρεί­τε α­δελ­φω­μέ­νοι πρός τήν και­νή κτίσι, α­να­πνέ­ε­τε στον ή­συ­χο α­έ­ρα τής α­δέ­σμευ­της ε­λευ­θε­ρί­ας. Αυ­ξά­νε­στε α­τε­λεί­ω­τα καί δι­α­στέλ­λε­στε α­στα­μά­τη­τα, τα­πει­νού­με­νοι, συστελλόμενοι, θυ­σι­α­ζό­με­νοι γιά τά μέγιστα.

Στή σοβαρή λο­γο­τε­χνί­α αναμφίβολα βρί­σκεις συ­μπυ­κνω­μέ­νη κάποια αν­θρω­πι­ά. Α­να­παύ­ε­σαι, συμ­φω­νείς. Παίρ­νεις στοιχεία ζω­ής. Η α­νά­παυ­σι έρ­χε­ται μέ­σα σου, καί μι­ά και­νούρ­γι­α δύ­να­μι καί ό­ρε­ξι α­πο­κτά ο ε­αυ­τός σου γι­ά τή συ­νέ­χι­σι τού α­γώ­να. Αλλά η τελική απειλή μένει ανοιχτή. Προ­χω­ρείς. Καί φτά­νεις στον θά­να­το, στον τά­φο. Τό­τε οι φίλοι λο­γο­τέ­χνες μπορεί νά σού φέ­ρουν μέ α­γά­πη έ­να μπου­κέ­το λου­λού­δι­α ή μι­ά αν­θο­δέ­σμη κα­λών καί με­τρη­μέ­νων λό­γων. Δέν μπο­ρούν, ό­μως, νά σέ α­παλ­λά­ξουν α­πό τον θά­να­το· νά α­κυ­ρώ­σουν τον «έσχατο εχθρό». Τό νοι­ώ­θουν -ά­σχε­τα άν πο­λύ θά τό­θε­λαν νά εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κά- ό­τι βρί­σκο­νται δώ­θε τού θα­νά­του.

Μπο­ρεί, ό­μως, ο άν­θρω­πος νά μπο­λι­α­στή σέ έ­να δέ­ντρο α­εί­ζω­ο. Μπο­ρεί νά γί­νη «κλή­μα τής α­μπέ­λου τής Ζω­ής». Μπο­ρεί η ά­σκη­σί του νά συν­δε­θή μέ μι­ά άλ­λη. Μπο­ρεί νά βα­φτι­στή ο­λό­κλη­ρος. Νά προ­σφερ­θή, νά πε­θά­νη, ό­πως τό ζη­τούν οι α­λη­θι­νοί ε­ρα­στές τής Α­λή­θει­ας. Καί πε­θαί­νο­ντας, συν­θα­πτό­με­νος εν τώ θα­νά­τω τού Ι­η­σού, νά συ­να­να­στη­θή μα­ζί Του σέ μι­ά και­νή ζω­ή.

Έ­τσι, α­πό τήν πολ­λή αν­θρω­πι­ά, τήν ο­ποί­α πε­τυ­χαί­νουν μέ τον α­γώ­να καί τον κό­πο πού κα­τα­βάλ­λουν, οι α­λη­θι­νοί λο­γο­τέ­χνες μπορούν νά προ­χω­ρή­σουν φυ­σι­ο­λο­γι­κά στή θε­αν­θρω­πί­α.

Ο λό­γος καί η ύ­παρ­ξι τού λο­γο­τέ­χνη ε­γκε­ντρί­ζε­ται στή ζω­ή τήν αι­ώ­νι­ο. Τρέ­φε­ται απ’ αυ­τήν. Τρέ­φε­ται α­πό τον έ­να Λό­γο, «δι’ ού τά πά­ντα ε­γέ­νε­το καί χω­ρίς αυ­τού ε­γέ­νε­το ου­δέ έν ό γέ­γο­νεν».

Τό­τε βρί­σκουν αυ­τό πού προσ­δο­κούν. Ψη­λα­φούν αυ­τό πού υ­παι­νίσ­σο­νται καί εν­σαρ­κώ­νουν αυ­τό πού ε­πι­θυ­μούν. Συ­νε­χί­ζουν τον α­γώ­να τον λο­γο­τε­χνι­κό. Τούς δί­δε­ται τό α­νέ­φι­κτο, τούς χα­ρί­ζε­ται ε­κεί­νο πού «ε­πί καρ­δί­αν αν­θρώ­που ουκ α­νέ­βη».

Δέν στα­μα­τά κά­που η πο­ρεί­α, η ε­πέ­κτα­σι, η ά­νο­δος. Συ­νέ­χει­α προ­χω­ρείς. Α­πεκ­δύ­ε­σαι τήν προ­βο­λή. Ε­γκα­τα­λεί­πεις τήν ά­μυ­να. Ό­λα σού κά­νουν κα­λό. Μέ άλ­λο α­σχο­λεί­σαι. Αποφεύ­γεις τά ανθρώπινα καί βρί­σκεις τούς αν­θρώ­πους. Φτά­νεις στή σι­ω­πή. Καί μι­λά μέ άλ­λο τρό­πο ο λό­γος καί η ζω­ή σου.

Ό­ταν α­νε­βή η θερ­μο­κρα­σί­α, κολ­λούν τά μέ­ταλ­λα. Άν εί­σαι α­παι­τη­τι­κός στή ζω­ή σου, μπο­ρείς νά έλθης σέ ε­πα­φή μέ τον Αβ­βά Ι­σα­άκ. Αυ­τός θά σέ μυ­στα­γω­γή­ση στά κεκρυμμένα. Θά σέ πα­ρα­λά­βη από ε­κεί πού στα­μα­τάς. Θά σέ πι­ά­ση α­πό τό χέ­ρι τό­τε πού νοι­ώ­θεις ό­τι δέν μπο­ρείς νά α­νεβής. Θά σέ βο­η­θή­ση νά προ­χω­ρή­σης στον δρό­μο σου. Θά σού α­πο­κα­λύ­ψη -θά τό δής καί θά τό ζή­σης μό­νος σου- ό­τι η βα­σι­λεί­α τού Θε­ού η μέλ­λου­σα χα­ρί­ζε­ται στούς αν­θρώ­πους, ήδη από σήμερα.

Καί μέ­νει ο Αβ­βάς κρι­τή­ρι­ο καί μέ­τρο· γι­ά τού­τη τή ζω­ή καί τήν άλ­λη· γι­ά τή δι­α­γω­γή καί τό γρά­ψι­μο· γι­ά τή δρά­σι καί τή θε­ω­ρί­α· γι­ά τήν α­ντι­με­τώ­πι­σι κά­θε ευ­τυ­χί­ας ή συμ­φο­ράς· γι­ά τήν α­πο­κρυ­βή καί τή φα­νέ­ρω­σι· γι­ά τή σι­ω­πή καί τον λό­γο.

Ό­ταν με­τά α­πό κά­ποι­α ε­μπει­ρί­α, με­τά α­πό γνω­ρι­μί­ες άλ­λης λο­γι­κής, χα­ρα­κτή­ρος, γρα­ψί­μα­τος, ή­θους ή καί λό­γου, γυ­ρί­σης στον Αβ­βά, πά­ντο­τε η ί­δι­α ε­ντύ­πω­σι: Σέ ό­λα τά ση­μεί­α, γι­ά ό­λα τά θέ­μα­τα -γρά­ψι­μο, ή­θος, λό­γο- παίρ­νει ά­ρι­στα. Δέν υ­πάρ­χει άλ­λο μέ­τρο πι­ό στα­θε­ρό, γι­ά νά μπο­ρής γνή­σι­α νά κρί­νης τά πά­ντα: συ­μπε­ρι­φο­ρά αν­θρώ­πι­νη, φι­λο­σο­φί­α ζω­ής· δι­ά­θε­σι χρό­νου· πο­ρεί­α α­πό τό πρόσ­και­ρο στό αι­ώ­νι­ο· αυ­στη­ρό­της καί ε­πι­εί­κει­α…

Νά μήν έ­χη χα­λα­ρή μι­ά φρά­σι! Νά μήν υ­πάρ­χη έ­να πέ­ρα­σμά του, τρό­πος αν­τι­με­τω­πί­σε­ως, χα­ρα­κτήρας κρι­τι­κής, πού νά μήν τού βά­ζης ά­ρι­στα!

Κα­λής καί ευ­λο­γη­μέ­νης ώ­ρας γέν­νη­μα. Καρ­πός ώ­ρι­μος, πού θέλ­γει καί χορ­ταί­νει κά­θε πεί­να. Κα­τα­νό­η­σι, πού α­γκα­λι­ά­ζει τήν υ­φή­λι­ο. Κλά­μα, πού μα­λα­κώ­νει κά­θε καρ­δι­ά. Μορ­φή, πού ε­μπνέ­ει κά­θε χα­ρα­κτή­ρα. Ευ­λο­γί­α, πού φτά­νει σέ κά­θε α­πα­σχό­λη­σι καί δρό­μο πού μπο­ρεί ο άν­θρω­πος νά δι­α­λέ­ξη καί νά πά­ρη: Ο μου­σι­κός βρί­σκει τήν αρ­μο­νί­α. Ο φι­λό­σο­φος τή σο­φί­α. Ο αν­θρω­πο­λό­γος καί ψυ­χί­α­τρος, τήν πλη­ρό­τη­τα τής ε­πι­στή­μης του. Ο ε­πα­να­στά­της, τή δύ­να­μι. Ο η­συ­χα­στής, τήν κα­θο­δή­γη­σι. Ο γέ­ρος, τήν κα­τα­νό­η­σι καί τή  συ­ντρο­φι­ά. Ο νέ­ος, τον α­έ­ρα γι­ά τήν πε­ρι­πέ­τει­α στήν πι­ό α­νοι­κτή καί φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα· καί α­κό­μη πι­ό πέ­ρα. Ο πα­τέ­ρας, τον δά­σκα­λο τής συ­μπε­ρι­φο­ράς πρός τό παι­δί του. Ο σύ­ζυ­γος, τήν κα­θο­δή­γη­σι γι­ά τή συμ­βί­ω­σι μέ τή σύ­ζυ­γό του. Η μη­τέ­ρα, τήν ά­κρα στορ­γή, λε­πτό­τη­τα καί τρυ­φε­ρό­τη­τα. Ο ε­τοι­μο­θά­να­τος, τήν πα­ρη­γο­ρι­ά. Ο μπλεγ­μέ­νος, τήν α­πο­λύ­τρω­σι. Ο φυ­λα­κι­σμέ­νος ι­σό­βι­α, τήν α­πό­λυ­τη ε­λευ­θε­ρί­α τής κι­νή­σε­ως καί βι­ο­τής. Ο α­νί­α­τος, τή θεί­α ε­πί­σκε­ψι καί τήν ο­λο­σώ­μα­τη α­νά­λη­ψι σέ τό­πο, χώ­ρο καί πο­λι­τεί­α ό­που τά πά­ντα με­τα­βάλ­λο­νται σέ έκ­χυ­σι δα­κρύ­ων ευ­γνω­μο­σύ­νης.

Αυ­τός βρί­σκε­ται ε­κεί όπου δέν βρί­σκε­ται κα­νείς άλ­λος. Καί ό­μως, βρί­σκει εν αρ­μο­νί­α ό­λους. Καί ό­λοι τον θε­ω­ρούν α­δι­ά­πτω­τα τον μό­νον άν­θρω­πο, τον δι­κό τους, πού τούς κα­τα­λα­βαί­νει, τούς μι­λά μέ λε­πτό­τη­τα. Τούς θε­ρα­πεύ­ει τά πά­θη, τούς χα­ρί­ζει κου­ρά­γι­ο, τούς «σφά­ζει» μέ τήν ά­κρα του συ­μπά­θει­α.

Ε­άν κά­ποι­ος ή κά­ποι­οι έ­πε­σαν κά­τω νε­κροί, πλη­γω­μέ­νοι α­πό έ­να λό­γο ή συ­μπε­ρι­φο­ρά, έ­στω α­κού­σι­α, κά­ποι­ων· τού­τος ο Αβ­βάς μό­νο συγ­χω­ρεί τά α­συγ­χώ­ρη­τα τών πολ­λών. Γνωρίζει τά ακατανόητα. Μα­λα­κώ­νει τον πό­νο τών φο­νι­ά­δων. Ανασταίνει τή ζωή τών σκοτωμένων. Φω­τί­ζει τούς τυ­φλούς. Χα­ρί­ζει πό­δι­α στούς κου­τσούς καί κά­νει τούς σκλη­ρούς καί ε­γκλη­μα­τί­ες νά κι­νού­νται δί­πλα του σάν μι­κρά παι­δι­ά, α­θώ­α, ά­κα­κα καί ά­πλα­στα.

Πώς συμ­βαί­νει αυτό; Τού χα­ρί­στη­κε, γι­α­τί δέ­χτη­κε ά­με­σα τήν ευ­λο­γί­α ο­λό­κλη­ρης τής Τρι­α­δι­κής Θε­ό­τη­τος, ε­πει­δή ήλ­θε η ώ­ρα η κα­λή, πού τά πρό­σφε­ρε ό­λα γι­ά πά­ντα δι­ά τής τα­πει­νώ­σε­ως στον Έ­να καί Μό­νον. Καί Αυ­τός τού χά­ρι­σε τήν αι­ω­νι­ό­τη­τα τής ευ­λο­γί­ας σ’ ό­λο τό εί­ναι του δι­ά πα­ντός.

Φαί­νε­ται, ό­ταν γεν­νή­θη­κε, βα­πτί­σθη­κε. Βα­πτί­σθη­κε ό­ντως εν τώ θα­νά­τω τού Ι­η­σού. Καί έ­ζη­σε τήν υ­πέρ ζω­ήν καί υ­πέρ θά­να­τον πο­λι­τεί­αν.

Καί ό­ταν πέ­θα­νε, πέ­ρα­σε στή ζω­ή ο­λό­κλη­ρη αυ­τός, ο πα­νά­γι­ος καί υ­πέρ ών, άλ­λως. Δέν ξέ­ρεις άν η πα­ρου­σί­α του ή­ταν ε­ναρ­γέ­στε­ρη ό­ταν ζού­σε τήν πρόσ­και­ρη ζω­ή ή άν η βο­ή­θει­α καί συ­μπα­ρά­στα­σι πρός ό­λους εί­ναι πι­ό ε­νερ­γής, α­φού ά­φη­σε τήν ι­στο­ρί­α καί τήν εν σαρ­κί βι­ο­τή του· καί α­πο­μα­κρύν­θη­κε αι­σθη­τώς α­πό ό­λους.

Η ζω­ή του δι­ε­στά­λη δι­ά τού θα­νά­του. Ο νούς του κα­τηυ­γά­σθη δι­ά τής Χά­ρι­τος· τό σώ­μα του γέ­μι­σε α­πό τή ζω­ή πού ξε­περ­νά τον κό­σμο ό­λο. Βρή­κε άλ­λη βά­σι στη­ρί­ξε­ως· άλ­λη λο­γι­κή ο­μι­λί­ας· άλ­λη συ­μπε­ρι­φο­ρά πο­λι­τεί­ας· άλ­λη αί­σθη­σι πλη­ρο­φο­ρί­ας· άλ­λη α­γά­πη τής Α­λή­θει­ας· άλ­λη Α­λή­θει­α -α­κα­τα­νό­η­τη καί ά­φα­τη- πού ταυ­τί­ζε­ται μέ τό έ­λε­ος. Καί αυ­τή η κα­τά­στα­σι, η λο­γι­κή, τό ή­θος, η ε­λευ­θε­ρί­α, η λε­πτό­της, τό ά­φο­βο καί α­τρό­μη­το, ζύ­μω­σαν ό­λη του τήν ύ­παρ­ξι, πο­λι­τεί­α καί τό εί­ναι.

Έ­τσι, τό πρίν καί τό με­τά σ’ αυ­τόν δέν χω­ρί­ζο­νται (χω­ρίς νά μπλέ­κω­νται). Η αυ­στη­ρό­της καί η ε­πι­εί­κει­α, τό ί­δι­ο· ο λό­γος καί η σι­ω­πή, η στά­σι καί η κί­νη­σι, η ζω­ή καί ο θά­να­τος, η α­λή­θει­α καί η α­γά­πη, τό φώς καί τό σκό­τος, η πά­λη καί η η­συ­χί­α· γι­α­τί έφτασε ο­λό­κλη­ρος, μέ ό­λο τό σώ­μα τής υ­πάρ­ξε­ώς του, πά­νω α­πό τήν ύ­παρ­ξι. Προ­χώ­ρη­σε ε­κεί πού παύ­ουν ό­λα: η δρά­σις, ο α­γώ­νας, η προ­σευ­χή, η ε­λευ­θε­ρί­α. Ό­λα αυ­τά πού α­γά­πη­σε, ε­πε­δί­ω­ξε καί πέ­τυ­χε ξε­πε­ρά­στη­καν. Πέρα­σαν σέ άλ­λο χώ­ρο καί πο­λι­τεί­α, ξέ­νη, α­πλη­σί­α­στη γι­ά τον άν­θρω­πο. Καί τό απρόσιτο καί ανέφικτο -γιά τον άνθρωπο- πή­ρε τον ί­δι­ο τον Αβ­βά, μέ ό­λη τήν πρα­μά­τει­α του, ε­κεί.

Χά­θη­κε. Καί βρέ­θη­κε άλ­λως εις τό δι­η­νε­κές, καί γι’ αυ­τούς πού δέν τον ζή­τη­σαν, δέν τον γνώ­ρι­σαν, δέν εν­δι­α­φέρ­θη­καν πο­τέ γι­ά τή ζω­ή του, τον λό­γο καί τά εν­δι­α­φέ­ρο­ντά του.

Ε­άν πολ­λοί δέν εν­δι­α­φέρ­θη­καν, ο Αβ­βάς ό­μως εν­δι­α­φέρ­θη­κε. Καί ε­πει­δή έ­κα­νε τον ε­αυ­τό του κου­ρέ­λι, τον μοί­ρα­σε, τον δι­έ­λυ­σε· τον βρή­κε άλ­λως, τού δό­θη­κε α­πό τον Έ­να καί Μο­να­δι­κό.

Τώ­ρα, αυ­τόν, τον εκ νε­κρών α­να­στά­ντα καί με­τά τήν α­πώ­λει­α ευ­ρε­θέ­ντα εαυτό του· αυ­τόν πού «θά­να­τος ου­κέ­τι κυ­ρι­εύ­ει», τον σκόρ­πι­σε καί τον σκορ­πά, ως ευ­λο­γί­α ε­λε­η­μο­σύ­νης καί πλού­το κα­τα­νο­ή­σε­ως πρός πά­ντας· μή ζη­τώ­ντας α­πό κανένα τί­πο­τε γι­ά τον εαυ­τό του, θέλοντας μόνο οι άλλοι νά κι­νη­θούν ε­λεύ­θε­ρα εν Χριστώ Ιησού ελ­πί­ζοντες. Καί νά ξέ­ρουν ό­τι άν κά­πο­τε κά­που βρε­θούν, πού ο δρό­μος τε­λει­ώ­νει, η μέ­ρα τους σβή­νει, η μο­να­ξι­ά τούς πνί­γει…, τό­τε νά μήν τά χά­σουν. Νά κά­νουν λί­γο υ­πο­μο­νή. Νά πε­ρι­μέ­νουν. Καί θά α­νοί­ξη πόρ­τα· θά α­πλω­θή μπρο­στά τους δρό­μος βα­τός· φώς α­νέ­σπε­ρο θά α­να­τεί­λη· καί τό α­στρι­κό χά­ος, πού πε­ρό­νι­α­σε μέ τή μο­να­ξι­ά τό εί­ναι τους, θά γε­μί­ση α­πό πα­ρου­σί­α α­γά­πης, ε­λε­η­μο­σύ­νης. Θά φα­νε­ρω­θή τό α­φα­νέ­ρω­το καί ά­γνω­στο γι’ αυ­τούς.

Θά α­κού­σουν τά ανήκουστα, θά ψη­λα­φή­σουν τά αναφή. Θά α­να­παυ­θούν. Καί θά συ­νε­χί­σουν άλ­λως οι ί­δι­οι, όντας δι­α­φο­ρε­τι­κοί, τήν πο­ρεί­α τους τήν α­στα­μάτη­τη, πού εί­ναι Αυ­τός, ως πά­σχα ιερώτατο καί επέκτασι ατελεύτητη.

* * *

Άν ο Αβ­βάς Ι­σα­άκ έ­χη τον α­νε­ξι­χνί­α­στο πλού­το τής Χά­ρι­τος· ε­άν πολ­λοί λο­γο­τέ­χνες μπο­ρούν πολ­λά νά πά­ρουν καί νά βο­η­θη­θούν απ’ αυ­τόν…

Υ­πάρ­χει καί η ξε­χω­ρι­στή πε­ρί­πτω­σι τού Ντο­στο­γι­έβ­σκι, ό­που η πνευ­μα­τι­κή συγ­γέ­νει­α καί ο­μοι­ό­της -παρ’ ό­λη τήν εμ­φα­νή καί με­γά­λη δι­α­φο­ρά- μέ τον Αβ­βά εί­ναι α­ναμ­φι­σβή­τη­τη. Μπορούμε νά πούμε: κοσμικός Αββάς Ισαάκ.

Έ­τσι, μπο­ρείς καί γι’ αυ­τόν, τον ι­ε­ρό καί μέ­γι­στο λο­γο­τέ­χνη, νά μι­λή­σης στον υ­περ­θε­τι­κό βα­θμό, γι­α­τί πα­ρα­μέ­νει ε­σα­εί στό πα­γκό­σμι­ο στε­ρέ­ω­μα έ­να πα­ρή­γο­ρο φαι­νό­με­νο, ως δώ­ρο τού Θε­ού καί καρ­πός τού Πνεύ­μα­τος.

Δέν σού πα­ρι­στά­νει τον δά­σκα­λο. Δέν σού λέ­ει κά­τι ε­ξω­τε­ρι­κά καί α­νώ­δυ­να. Σού προ­σφέ­ρει αυ­τό πού έρ­ρευ­σε α­πό τήν καρ­δι­ά του, πού δέν εί­ναι δι­κό του, αλ­λά τού Πνεύ­μα­τος.

Αυτός ο επαναστάτης πίστεψε στον Θεάνθρωπο καί ομολόγησε: «Άν μού αποδείξετε ότι ο Χριστός είναι έξω από τήν αλήθεια, εγώ θέλω τον Χριστό, κι όχι τήν αλήθεια»· τον Χριστό πού είπε: «Ο πιστεύων εις εμέ, ποταμοί εκ τής κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο είπε περί τού Πνεύματος ού έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες» (Ιω. 7, 38-39).

Από μέσα του ρέουν ποταμοί παρακλήσεως, πού τήν κέρδισε μετά από χί­λια βάσανα, πόνους, πειρασμούς, θανατικές απειλές καί κάτεργα. Αυτή παρα­σύρει καί ζωογονεί τούς πάντας. Έτσι, έχει νά πή καί λέει πολλά. Καί δι’ όλων προσφέρεται τό ένα· η παράκλησι, η παρηγοριά τού Πνεύματος.

Αυτός, σάν νά κάθεται κάπου μόνος. Συζητά μέ τον εαυτό του. Διαλέγεται μέ τό πολυπρόσωπο είναι του. (Είναι γνωστό τό λεγόμενο ότι στούς Αδελφούς Καραμάζωφ ο ίδιος ο συγγραφέας αυτοπεριγράφεται σ’ όλες τίς μορφές τών αδελφών). Καί είναι αληθινός. Δημιουργεί κλίμα εύκρατο γύρω του. Αναδίδει μαγευτική μουσική. Σκορπά υλικό πολύτιμο δωρεάν. Καί μαζεύεται όλος ο κόσμος γύρω του. τον ακούει. Μένει μαζί του. τον παίρνει μέσα του. τον δέχεται σάν δικό του. Ποτίζεται η ρίζα η βαθειά τού κάθε μαραμένου μέ τό νερό πού ρέει από εδώ. Γιατρεύονται οι πόνοι καί συσφίγγονται οι παράλυτοι στά θερμά νερά τούτης τής ιαματικής πηγής.

Ο Ντοστογιέβσκι παρακολουθεί τήν ιστορία έσωθεν. Ζή τήν εμπειρία τών ηρώων του. Γνωρίζει μέ κοινωνία ζωής τί συμβαίνει μέσα τους. Καί αυτή η πείρα, η μέσα γνώσις, συνέχεια φανερούται στή διήγησι. Συναρμολογεί τά γεγο­νό­τα. Πλέκει τούς διαλόγους. Στρώνει τίς φράσεις. Λέει κάτι ξεκάθαρα ή τό αφήνει νά εννοηθή. Πάντοτε, όμως, αυτός από μέσα οδηγεί απαρασάλευτα τά πράγματα εκεί πού θέλει. Ή, καλύτερα, ο Χριστός τά κατευθύνει μέ τό πανάγιο θέλημά Του.

Είναι όλα δονήσεις σεισμού, τού οποίου τό επίκεντρο βρίσκεται στά βάθη τής ζωής τού Ντοστογιέβσκι Έτσι, όταν κάτι φανερώνεται, κάτι κινήται στήν επιφάνεια, σημαίνει ότι ταυτόχρονα, από τό βάθος μέχρι τήν επιφάνεια, όλο τό σώμα τής γής -τό είναι τού Ντοστογιέβσκι- δονείται καί μετέχει στό γεγονός. Αυτός βρίσκεται ολόκληρος μέσα σέ όλους τούς ήρωές του. Ταυτίζεται μ’ αυτούς ασυγχύτως.

Πόσο παθιασμένα καί πειστικά υποστηρίζει τήν κάθε μιά θέσι! Πώς καί οι δύο πλευρές, οι δύο απόψεις τού ίδιου θέματος, έχουν τά δίκια τους! Καί πώς η Αλήθεια, πού είναι πρόσωπο θεανθρώπινο, ξεπερνά τούς στοχασμούς πού θέλουν νά πούν τό άρρητο ή τίς απόψεις πού χωρίζουν τούς ανθρώπους!

Καί ο Ντοστογιέβσκι κυκλοφορεί αοράτως εν λευκοίς μετά τού Αναστάν­τος χαρί­ζον­τας ειρήνη καί χαρά στούς απεγνωσμένους καί καταφρονημένους.

Σού κά­νει κρι­τι­κή, χω­ρίς νά σού τό λέ­η. Σού προ­σφέ­ρει υ­γεί­α ψυ­χής α­σχο­λί­α­στα. Σού μι­λά, χω­ρίς νά α­πευ­θύ­νε­ται σέ σέ­να. Σού α­να­μο­χλεύ­ει σο­βα­ρό­τα­τα προ­σω­πι­κά θέ­μα­τα, μο­νο­λο­γώ­ντας καθ’ ε­αυ­τόν.

Καί ε­πει­δή σέ α­φή­νει ε­λεύ­θε­ρο, πάς κο­ντά του. Ε­πει­δή δέν σού κά­νει τον δά­σκα­λο, τε­ντώ­νεις τό αυ­τί σου. Ε­πει­δή έ­χει αυ­τό πού θέ­λεις, μέ­νεις πά­ντα, ά­θε­λά σου, δί­πλα του.

Άν ζη­τού­σε νά τον α­κού­σουν, αυ­τό καί μό­νο θά ή­ταν ι­κα­νό νά δι­ώ­ξη τούς αν­θρώ­πους α­πό κο­ντά του. Θά ή­ταν α­πό­δει­ξι ό­τι λέ­ει ψέ­μα­τα.

Τό ψεύ­τι­κο προ­βάλ­λε­ται καί ζη­τά ο­πα­δούς. Τό α­λη­θι­νό τι­μά­ται πε­ρι­φρο­νού­με­νο καί σώ­ζει αυ­τούς πού μπο­ρούν νά νοι­ώ­σουν τήν α­ξί­α του.

Δέν ε­πι­δι­ώ­κει κά­τι δι­κό του, αλ­λά φα­νε­ρώ­νει ε­κεί­νο πού λει­τουρ­γεί καί κα­τα­λή­γει κα­τά τό θέ­λη­μα τού Θε­ού.

Κά­νει φαι­νο­με­νι­κά κά­τι τό ά­σχε­το ή καί μπλε­γμέ­νο. Οι ή­ρω­ές του εί­ναι συ­χνά πα­ρά­φρο­νες, δαι­μο­νι­σμέ­νοι ή καί ε­γκλη­μα­τί­ες. Οι ι­στο­ρί­ες του εί­ναι φορ­τω­μέ­νες καί πε­ρι­πε­πλε­γμέ­νες, αλ­λά ο ά­ξο­νάς του στα­θε­ρός. Καί τό ση­μεί­ο ό­που ο­δη­γεί, σα­φές καί πα­ρή­γο­ρο. Ό­λοι έρ­χο­νται εκούσια πρός αυ­τόν, ε­κεί πού βρί­σκε­ται τό ά­γνω­στο εί­ναι τους, τό άλ­γος τού νό­στου.

«Ό­που ε­άν ή τό πτώ­μα, ε­κεί συ­να­χθή­σο­νται οι α­ε­τοί». Καί οι άν­θρω­ποι έρ­χο­νται στό πτώ­μα, στον πό­νο, στον τά­φο, απ’ ό­που η ζω­ή.

Πό­σοι πολ­λοί α­λληλοσπαρασσό­με­νοι, πού δέν μπο­ρούν νά α­νε­χθούν ο έ­νας τον άλ­λον, έ­χουν τον Ντοστογιέβσκι μέ­σα στήν καρ­δι­ά τους! Έ­χουν τή φω­το­γρα­φί­α του μέ­σα στον πι­ό δι­κό τους χώ­ρο! Έ­χουν τή μα­χαι­ρι­ά τού πό­νου του νά αι­μορ­ρα­γή καί νά μα­λα­κώ­νη τά σω­θι­κά τους!

Δέν μπο­ρείς νά δι­α­βά­σης τον Ντοστογιέβσκι, άν ζη­τάς τά τί­μι­α, καί νά μεί­νης ο ί­δι­ος. Δέν μπο­ρείς νά τον δι­α­βά­σης, τήν ώ­ρα πού μπο­ρείς νά πά­ρης τό μή­νυ­μά του, καί νά τον ξε­χά­σης. Γί­νε­ται δι­κός σου. Γί­νε­σαι δι­κός του. Α­δελ­φω­θή­κα­τε σ’ έ­να χώ­ρο βα­θύ, υ­ψη­λό, ευ­ρύ­χω­ρο· σ’ έ­να χώ­ρο πού α­νή­κει σ’ ό­λους. Καί χω­ρούν ό­λοι.

Η φω­νή του κα­ταρ­γεί τούς χω­ρι­σμούς. Ο λόγος του πά­ει βα­θει­ά. Περ­νά ό­λα τά γρα­νι­τώ­δη πε­τρώ­μα­τα τής αν­θρώ­πι­νης σκλη­ρό­τη­τος. Η ψυ­χή του έ­χει αν­το­χή α­τσα­λι­ού καί ευ­αι­σθη­σί­α αγ­γέ­λου. Μπαί­νει στον πι­ό βα­θύ χώ­ρο τού σπι­τιού σου, όπου δέν μπή­κες α­κό­μη. Σού τρα­γου­δά κά­ποι­ο τρα­γού­δι τών προ­γό­νων σου, πού δέν τό ά­κου­σες πο­τέ, ε­νώ ο σκο­πός του μυρ­μι­δί­ζει στό αί­μα σου. Σέ πά­ει πο­λύ πί­σω, στήν αρ­χή, απ’ ό­που ό­λοι ξε­κι­νά­με. Σέ προ­χω­ρεί πο­λύ μπρο­στά, στό μέλ­λον, ό­που ό­λοι συ­να­ντι­ό­μα­στε, καί α­γκα­λι­ά­ζει ο φο­νι­άς τό θύ­μα καί ο σκο­τω­μέ­νος τον φο­νι­ά.

Αυ­τός πού έ­χει μέ­σα του έ­να πυ­ρά­κτω­μα α­γά­πης, ως πλού­το προ­σω­πι­κής ζω­ής, καί μι­ά πα­ρά­φο­ρη δί­ψα τού α­πο­λύ­του. Αυ­τός πού νοι­ώ­θει τή χά­ρι τής τα­πει­νώ­σε­ως καί τήν αγ­γε­λι­κή λε­πτό­τη­τα τού μι­κρού παι­δι­ού, αλ­λά καί τής καρ­διάς τού πλη­γω­μέ­νου μέθυσου ή ε­γκλη­μα­τί­α… Αυ­τός πού ζή, αι­σθά­νε­ται καί κρύ­βει μέ­σα του ό­λους τούς πό­νους τού κό­σμου, τούς τύ­πους τών αν­θρώ­πων, καί σέ τί­πο­τε δέν θέ­λει νά βλά­ψη κα­νέ­να. Αυ­τός πού κρα­τά ό­λα τά θέ­μα­τα α­νοι­χτά, γι­α­τί δέν ε­λέ­χθη α­κό­μη ο τε­λι­κός λό­γος από τον Θεόν Λόγον, πού μπο­ρεί καί ο­φεί­λει νά τον πή, επειδή είναι η Αγάπη. Αυ­τός πού έ­χει αυ­τή τήν ευ­αι­σθη­σί­α, με­γα­λο­θυ­μί­α καί ευ­θύ­νη. Αυ­τός πού κα­νέ­να δέν α­γνο­εί, δέν α­πορ­ρί­πτει, δέν α­δι­κεί, καί μάς α­φή­νει μό­νους νά τό κα­τα­λά­βω­με. Αυ­τός πού βα­σα­νί­ζε­ται, θυ­σι­ά­ζε­ται, πε­θαί­νει γι­ά τήν ε­λευ­θε­ρί­α καί τήν ε­νό­τη­τα ό­λων μας. Αυ­τός πού δέν ζή χω­ρίς τούς άλ­λους, αλ­λά χά­ριν τών άλ­λων.

Αυ­τός ό­ταν μι­λά, ό­λοι σι­ω­πούν, γι­ά νά τον α­κού­σουν. Α­κού­γο­ντάς τον, σβή­νουν οι θό­ρυ­βοι καί τά πα­ρά­σι­τα. Κα­θέ­νας α­κού­ει τή βα­θύ­τε­ρη φω­νή τού ε­αυ­τού του, γι­α­τί α­λη­θι­νά α­κού­γε­ται ο α­π’ αρ­χής καί έ­νας Λό­γος.

Αυτός α­νέ­βα­σε τό ε­πί­πε­δο τής ζω­ής τού αν­θρώ­που, τής δου­λει­άς καί τής δη­μι­ουρ­γί­ας του, πι­ό ψη­λά α­πό ό­λους τούς άλ­λους. Γι­α­τί κα­τέ­βη­κε στά κα­τώ­τα­τα μέ­ρη. Δο­κί­μα­σε τον α­βά­στα­κτο πό­νο καί δέν δυ­σα­να­σχέ­τη­σε. Αλ­λά α­πό μέ­σα του βγή­κε λό­γος καί δι­ά­θε­σι ευ­γνω­μο­σύ­νης γι­ά ό­λα του τά βά­σα­να. Πή­ρε βο­ή­θει­α. Βρή­κε τό μυ­στι­κό. Δέ­χτη­κε τό προ­ζύ­μι τής Βα­σι­λεί­ας. Καί ό­λο τό φύ­ρα­μα τής ζω­ής καί τής δη­μι­ουρ­γί­ας του α­νέ­βη­κε μέ τή δρα­στι­κή ζύ­μη τής μελ­λού­σης Βα­σι­λεί­ας.

Εί­ναι ο πο­λύ βα­σα­νι­σμέ­νος καί πα­ρη­γο­ρη­μέ­νος· στον πι­ό βα­θύ ά­δη κα­τε­βα­σμέ­νος καί σέ ο­λο­φώ­τει­νο ου­ρα­νό α­νε­βα­σμέ­νος. Πέ­ρα­σε τή ζω­η­φό­ρο νέ­κρω­σι. Ζή τή νε­κρα­νά­στα­σι. Γι’ αυ­τό, έ­χει τή δυ­να­τό­τη­τα καί τή χάρι νά δώ­ση τό ευ­αγ­γέ­λι­ο τής χα­ράς πρός ό­λους.

Αυ­τό γί­νε­ται, ε­πει­δή τό ζή. Λέ­γε­ται μό­νο του. Καί δι’ ό­λων ό­σα λέ­ει, δι’ ό­λων ό­σα βά­ζει τούς ή­ρω­ές του νά λέ­νε, νά τσα­κώ­νω­νται, νά χα­ρι­ε­ντί­ζω­νται, φα­νε­ρώ­νε­ται καί προ­σφέ­ρε­ται αυ­τό, τό έ­να καί σω­τή­ρι­ο.

Νο­μί­ζει ο άλ­λος ό­τι, δι­α­βά­ζο­ντας Ντοστογιέβσκι, δι­α­βά­ζει α­στυ­νο­μι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ή συγ­γ­ρα­φέ­α α­να­τό­μο τής αν­θρώ­πι­νης ψυ­χής, πού κά­νει τή χαρ­το­γρά­φη­σι τού ά­γνω­στου καί α­πλη­σί­α­στου εί­ναι μας. Έ­τσι εί­ναι. Τά κά­νει ό­λα αυ­τά. Αλ­λά τό σημαντικότερο είναι ότι, δι’ ό­λων αυ­τών, ενσταλά­ζει μέ­σα μας τήν πα­ρά­κλη­σι τού Πνεύματος καί τή βε­βαι­ό­τη­τα ό­τι υ­πάρ­χει Εκείνος πού συ­νέ­χει τά πά­ντα· α­γα­πά καί σώ­ζει τον άν­θρω­πο.

Αυ­τός ξέ­ρει τήν α­λή­θει­α τής ζω­ής. Εί­ναι γε­μά­τος βα­ρι­ά χα­ρά. Ξέ­ρει τί πε­ρι­μέ­νουν οι άλ­λοι απ’ αυ­τόν. Καί πού ο­φεί­λει καί μπο­ρεί τώ­ρα νά τούς κατευθύνη:

Νά μή βι­α­στούν νά ελ­πί­σουν, στη­ρι­ζό­με­νοι σέ πρά­γμα­τα πρόσ­και­ρα, «εν οίς ουκ έ­στι σω­τη­ρί­α».

Νά μή βι­α­στούν νά α­πελ­πι­στούν, νο­μί­ζο­ντας ό­τι η ό­ποι­α δο­κι­μα­σί­α τους εί­ναι αρ­ρώ­στει­α πρός θά­να­τον.

Έ­χει ο Θε­ός γι­ά ό­λους μας, αρ­κεί νά τα­πει­νω­θού­με, νά συγ­χω­ρού­με καί νά πε­ρι­μέ­νω­με.

Έ­τσι, εί­τε δι­α­βάσεις τον Αβ­βά Ι­σα­άκ, εί­τε τον Ντοστογιέβσκι, παίρ­νεις εν τέλει το ί­δι­ο μή­νυ­μα, τη χά­ρι καί την πα­ρη­γο­ρι­ά.

Αυτός ο συγγραφέας εί­ναι έ­να βι­ω­μα­τι­κό καί ο­λο­ζώ­ντα­νο σχό­λι­ο στον Αβ­βά Ι­σα­άκ. Καί «ντο­στο­γι­εβ­σκι­κά», μέ ό­λα του τά έρ­γα, πι­στο­ποι­εί καί ε­πι­κυ­ρώ­νει τή διπλή βε­βαι­ό­τη­τα τού Αβ­βά (πού είναι καί δική του):

Χωρίς μεγάλους πειρασμούς, δέν δίδονται μεγάλα χαρίσματα. Καί: Η χαρά η εν τώ Θεώ είναι ισχυροτέρα τής παρούσης ζωής.

 

 

 

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Από τον Αββά Ισαάκ στον Ντο­στο­γι­έβ­σκι
Αρέσει σε %d bloggers: