ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΠΑΘΕΙΑ

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ

Ή εισήγηση αυτή έχει αντικείμενο ένα σπουδαίο για τη ζωή των Χριστιανών θέμα, το θέμα που άφορα τα πάθη καί την απάθεια, που ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς διεξοδικά αναφέρεται σ’ όλους σχεδόν τους λόγους καί τίς ομιλίες του.

Ευθύς εξ αρχής πρέπει να αναφέρω ότι ή πλούσια αποστολικό πατερική του πείρα δεν αφήνει περιθώρια να θεωρήσουμε ότι ή διδασκαλία του για τα πάθη του ανθρώπου καί την απεγκλωβίσει άπ’ αυτά είναι προϊόν κάποιας ψυχολογικής γνώσεως ή καρπός στοχαστικών καί φανταστικών επινοήσεων, αλλά μιάς βαθιάς Άγιοπνευματικής εσωτε­ρικής εμπειρίας πού αποκτήθηκε από την πολυχρόνια ασκητική βίωση καί μοναχική παράδοση κυρίως στο Αγιον Όρος. Έτσι είναι έξω από την ηθικιστική εκείνη θεώρηση της πνευματικής ζωής πού προσπάθησαν στην εποχή του, αλλά καί μεταγενέστερα μερικοί να παρουσιάσουν στο χώρο της  Ορθοδοξίας. Από τίς προσωπικές του μάχες κατά των παθών καί των δαιμόνων πού τα υποκινούν, αλλά καί από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην καθαρή του ψυχή, μάς παρέδωσε την μαρτυρική πληροφορία ότι «μαρτυρίου στέφανον λήψεται ό τα πάθη δι’ αρετής τροπωσάμενος».

Μέσα από τα κείμενα του λοιπόν θα παρακολουθήσουμε την φθοροποιό καί θανατηφόρο ενέργεια των παθών πού δι’ αυτών «τυπούται σκότος νοερόν» στην ψυχή, την απομακρύνει από τη ζωή, πού είναι το θείο φως της, καί τής επιφέρει τον θάνατο της, πού είναι καί ό πραγματικός θάνατος, πού τον ονομάζει ό άγιος «σκότος πονηρόν» καί προκαλεί λύπη αφόρητη.

Επίσης στα κείμενα του διδάσκει πώς να υπερβαίνει κανείς τα πάθη καί τα θανατηφόρα αποτελέσματα τους καί πώς να αποκτά με την συνεχή στροφή του λογισμού γύρω από τα θεία τίς αρετές καί εν συνεχεία πώς ή ενάρετη ψυχή παραλαμβάνεται από τη Χάρη του Αγίου πνεύματος καί οδηγείται στα απόρρητα εκείνα αγαθά «α οφθαλμός εμπαθούς καί αμελούς ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε καί επί καρδίαν άνθρωπου τοιούτου ουκ ανέβει».

Για να ανάλυση κανείς την διδασκαλία του Αγίου για το θέμα αυτό διεξοδικότερα θα έπρεπε να γράψει ολόκληρη διατριβή. Τόσο πλούσιο υλικό βγαίνει μέσα από τα κείμενα του. Θα προσπαθήσουμε ωστόσο, στο λίγο χρόνο πού διατίθεται, να παρουσιάσουμε τα κεντρικότερα σημεία τής πνευματικής του εμπειρίας ώστε να κατανοήσουμε κατά το δυνατόν τον τρόπο με τον όποιο διαδίδονται τα πάθη στον άνθρωπο καί τίς βασικές προϋποθέσεις πού χρειάζεται κανείς να φθάσει στη μακαριά απάθεια.

1. Πάθη

α) Προσδιορισμός  καί εμφάνιση παθών

Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς ακολουθώντας την συμφωνία της παραδόσεως των Πατέρων ότι τα πάθη δεν είναι μέρος τής ανθρώπινης φύσεως καί δεν αποτελούν άπ’ αρχής φυσικά στοιχεία της, αναφέρει ότι είναι κινήσεις καί πράξεις ξένες πρός την κατά φύσιν ζωή του άνθρωπου. «Διεστραμμέναι δε», λέγει, «οδοί πάντως καί σκολιαί, το μίσος, το ψευδός, ό δόλος, ό φθόνος, ή πλεονεξία, ή υπερηφάνεια καί τα παραπλήσια τούτοις», τα όποια όχι μόνο πραττόμενα, αλλά καί «‘αγαπώμενα» καί «μελετώμενα κατά νουν» αξιώνουν τον άνθρωπο «της θείας αποστροφής». Οί αίτίες δε πού τα δημιουργούν, αναφέρει στον υπέρ των ιερώς  ησυχαζόντων λόγο του, είναι ή «αμετρία» καί ή «παράχρηση». Π.χ. των πονηρών παθών πού σχετίζονται με τη γεύση δεν είναι ή τροφή αίτια, «αλλά ή αμετρία ταύτης ό εστίν ή τρυφή». Δηλαδή ή γαστριμαργία, ή λαιμαργία, ή πολυποσία, ή μέθη. Όταν ό άνθρωπος αρνείται την κατά φύσιν ζωή καί την φυσική αναφορά του καί σχέση του με τον Θεό καί δια των αισθήσεων του εκπίπτει στην εμπαθή προσκόλληση του κόσμου, κάνει «παράχρηση των δυνάμεων της ψυχής του» άπ’ όπου αναπόφευκτα φύονται τα μυσαρά καί βδελυκτά πάθη.

Επομένως ή «άμετρία» καί ή «παράχρηση» έχουν αρχή πρώτον στην απάτη του πονηρού καί δεύτερον στη σύμπραξη τής βουλήσεως του άνθρωπου μ’ αυτόν. Αυτή λοιπόν ή απατηλή καί φθονερή ενέργεια του διαβόλου καί ή εκούσια άγνοια του Θεού δημιουργούν την υπερβολική προσήλωση στον αισθητό κόσμο πού εν συνεχεία γεννά την εμπαθή αγάπη σ’ αυτόν καί γεμίζει τη ζωή του πεπτωκότος άνθρωπου από εμπαθείς ενέργειες δημιουργώντας το νόμο τής αμαρτίας, τον όποιο ό Απόστολος ονομάζει «φρόνημα της σαρκός».

Την αρχή της εμφανίσεως των παθών ό άγιος Γρηγόριος την ανάγει στο γεγονός της πτώσεως, όπως άλλωστε καί όλοι οΐ υπόλοιποι πατέρες τής Εκκλησίας .Ή απάτη των πρωτοπλάστων ήταν αυτή πού αναφέρει ό άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: ήθελαν «προ Θεού, δίχα Θεού καί ου κατά Θεόν» να γευθούν τον καρπό τής ζωής, δηλαδή τη θέωση, αδιαφορώντας για την εντολή πού τούς έδωσε ό Θεός. Ή εσφαλμένη αυτή κατεύθυνση τής ψυχής τους επέφερε πολλά καί θλιβερά αποτελέσματα σε όλο τον ψυχοσωματικό εαυτό τους, αλλά καί σε όλους τούς απογόνους τους. Δημιούργησε την διαστροφή καί τη σύγχυση των δυνάμεων τής ψυχής καί γέννησε τίς παρά φύσιν καί πονηρές επιθυμίες του σώματος. Επήλθε ή σύζευξη του σωματικού καί κοσμικού φρονήματος καί «μυριοπαθείς  ημάς ποιήσασα, πολυτρόπως δίιστησι του απαθούς». Αυτός λοιπόν ό κόσμος έκτοτε «εν τω πονηρω κείται», «δια της ημετέρας παραχρήσεως καί σφαλεράς διοικήσεως». Αυτός ό κόσμος «ου κοσμοκράτωρ εστίν ό σατανάς», αυτός ό κόσμος πού αποτελείται από πολυάριθμο «όχλο παθών», ό όποιος «κτίζεται εκ της φιλαμαρτήμονος ημών γνώμης συνεργεία του πονηρού», είναι ό απατηλός κόσμος, πού προξενεί την οδύνη στη φύση μας καί συσσωρεύει μύριες δυσχέρειες κατά καιρούς, στην εσωτερική καί εξωτερική ζωή του ανθρώπου.

Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς ακολουθώντας τη διαίρεση της ψυχής του Πλάτωνα διακρίνει σ’ αυτή τρεις δυνάμεις: το λογιστικό, το θυμικό καί το επιθυμητικό. Νοσεί ό άνθρωπος καί στα τρία αυτά λέγει. Ή αρχή της νόσου προέρχεται από το επιθυμητικό, ανεβαίνει στο θυμικό καί καταλήγει στο λογιστικό, οπού δια του εθισμού παγιώνεται καί συντηρείται η νόσος. Οί επιθυμίες πού δόθηκαν από τον Θεό να ζουν οι άνθρωποι δεν είναι ασφαλώς υπαίτιες. Γι αυτό είναι σύμφυτες με εμάς εξ απαλών ονύχων. Ή φιλαργυρία όμως πού φυτρώνει λίγο αργότερα φαίνεται ότι είναι ή αρχή όλων των κακών όχι από τη φύση αλλά από την προαίρεση. Ό Απόστολος Παύλος δε, την ονομάζει ρίζα όλων των κακών. Δημιουργεί δε μετατόπιση της λατρευτικής αναφοράς του ανθρώπου από τον Θεό στα ποιήματα του Θεού οπότε ό Απόστολος «δεύτερον είδωλολατρίαν προσηγόρευσε».

Τα πάθη πού γεννώνται από την «φιλουλίαν» δεν έχουν καμιά δυνατότητα «προς αγαθοεργίαν». Ή αδυναμία προσκτήσεώς τους ξεσηκώνουν το θυμικό και προκαλούν την οργή καί το θυμό, οπότε θηριοποιούν τον άνθρωπο, ή δε συγκέντρωση υλικών αγαθών τον καθιστά άφρονα, επειδή δεν μπορούν να τον βοηθήσουν σε τίποτε ούτε να του εξασφαλίσουν τη ζωή. Του επιτείνουν την επιθυμία προς πλουτισμό προφασιζόμενος συνεχώς την «πτωχείαν» καί παραχώνουν σε χρυσωμένο χώμα, πριν από το φυσικό θάνατο, τον νουν του ζωντανού ανθρώπου, οπού του αλλάξουν τα φρονήματα καί τον καθιστούν αντί για φιλόθεον καί φιλάνθρωπον, φίλαυτον. Καί στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, λέγει ό άγιος, το πρώτο όργανο πού άνοιξε τη θύρα των παθών στην ανθρώπινη υπόσταση είναι το επιθυμητικό της ψυχής.

Μετά λοιπόν την φιλοϋλία πού είναι το πρώτο γέννημα της πονηράς επιθυμίας εμφανίζεται καί το δεύτερον. Αυτό είναι ή φιλοδοξία. Τη χωρίζει σε δυο κατηγορίες: την πρώτη, την κοσμική κενοδοξία, πού προσβλέπει «εις καλλωπισμούς σωμάτων καί πολυτελείας ενδυμάτων», καί τη δεύτερη, τη θρησκευτική κενοδοξία, πού επιτίθεται σ’ αυτούς πού διακρίνονται στην αρετή. Δι’ αυτής συνεπάγεται «οιησίς τε καί υπόκρισις δι’ ων συλήσαι καί διασκεδάσαι τον πνευματικόν πλούτον ό εχθρός μηχανάται».

Υπάρχει καί τρίτο γέννημα της «κακώς εχούσης επιθυμίας» πού είναι ή γαστριμαργία άπ’ την οποία προέρχεται η σαρκική ακαθαρσία.

Οί προεκτάσεις λοιπόν της νοσηρότητας του επιθυμητικού τής ψυχής επιδρούν στο θυμικό καί εν συνεχεία στο λογιστικό καί επειδή ή ψυχή είναι ενιαία στη διαδικασία της θεραπείας πρέπει όλα να τύχουν θεραπευτικής αγωγής, αρχής γεννώμενης από του επιθυμητικού.

Ή κατ’ ενέργεια διάπραξη των πολυειδών παθών καί ή εξωτερίκευση αυτών στηρίζεται στη νοσηρότητα του τρίμερους της ψυχής, οπότε μετά την ένσαρκη παρουσία του Χριστού καί τη θεραπεία του όλου άνθρωπου μπορεί ό άνθρωπος να κράτηση σε ισόρροπη θέση τίς τρεις λειτουργίες της ψυχής προσφέροντας την εγκράτεια στο επιθυμητικό, την αγάπη στο θυμικό καί τη διαρκή στροφή προς τον Θεό στο λογιστικό. Έτσι θα δειχθεί περίτρανα ή πείρα καί διδασκαλία των Πατέρων ότι ή παρουσία των παθών σ’ ολόκληρη την ψυχή ή στις επιμέρους λειτουργίες της είναι μια συνάντηση με κάποιον ξένο πού έρχεται προς αυτή προς αλλοτρίωση καί κατεξουσιασμό της καί δεν έχει καμιά σχέση ή δημιουργική ενέργεια του Θεού στην παραγωγή τους.

Β   ΕΙΔΗ ΠΑΘΩΝ

 

Τα πάθη κατά την διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά αν καί είναι ποικίλα καί πολύμορφα ωστόσο έχουν μεταξύ τους μια αλληλουχία. Εξαρτώνται καί συνδέονται καί μεταβιβάζουν την ενεργητικότητα τους γεννώντας άλλα. Επί παραδείγματι το πάθος της κενοδοξίας γεννά το φθόνο καί πολλές φορές καταλήγει καί στο φόνο. Από τον εγωισμό γεννιέται ή οίηση, ή υπερηφάνεια καί ή υποκρισία, ακόμη καί ή φιληδονία.

Στα έργα του Αγίου ή πρώτη διάκριση γίνεται με βάση την προέλευση των παθών .Έχουμε λοιπόν πάθη πού προέρχονται από τα «σωματικά αισθητήρια» πού γεννούν όπως είδαμε «την φιλοκτημοσύνην καί φιλαργυρίαν». Οι σωματικές αισθήσεις υποκινούνται από «άλλην περιεκτικωτάτην αίσθησιν ένδοθεν, την φαντασία», όπου γεννώνται άλλες ηδονές καί πάθη, όπως ή φυσίωσι καί ή αλαζονεία. Υπάρχουν δε καί μικτά πάθη πού είναι γεννήματα από την αίσθηση καί τη φαντασία, όπως είναι ή ανθρωπαρέσκεια, ή κενοδοξία καί ή υπερηφάνεια.

Από όλες τίς σωματικές αισθήσεις στέκεται ό άγιος στη γεύση.

Αυτή, όταν δεν περιορίζεται στην κάλυψη της αναγκαίας για το σώμα τροφής, καταλήγει, όπως είδαμε, στην γαστριμαργία ή πολυποσία. Από τη γαστριμαργία σαν από βορβορώδη δεξαμενή αναδίδονται βδελυροί κρουνοί πού αρδεύουν με πλούσιο υλικό τα σαρκικά καί υπογάστρια

πάθη, όπως είναι ή πορνεία, ή μοιχεία, ή ακολασία, ή ασέλγεια και «πάσα ή της  σαρκός  ακαθαρσία». Αυτά  αφού  υποδουλώσουν  και την ακοή καί την δράση καί την όσφρηση, καθιστούν    ποθεινά τα μυσαρά πράγματα, τα αισχρά λόγια, τα πορνικά άσματα, τα σατανικά

χορεύματα, τα  μυραλείματα,  πού υποβοηθούν τίς αισχρότητες, τα βδελυρά φτιασιδώματα, τους στολισμούς δια πολυτελών ενδυμάτων και αναδημάτων. Έτσι χάνει τη σοφία ό νους πού χορηγεί το άγιο Πνεύμα καί κυριεύεται από άνοια. Εγκαταλείπει τον Θεό καί γίνεται πλέον κτηνώδης ή δαιμονιώδης. «Νους γαρ αποστάς από του Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης. Ταίς σαρκικαίς έπιθυμίαις έκδοτον εαυτόν ποιεί καί μέτρον ηδονής ου γινώσκει».

Τα πάθη της φαντασίας είναι εκείνα πού υποδαυλίζονται από το διάβολο. Τίς περισσότερες φορές δεν υποκινούνται από εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά κατ’ ευθείαν ό διάβολος ενεργεί δια των οκτώ γνω­στών πειρασμών στο χώρο της φαντασίας, χωρίς πολλές φορές να τα συνειδητοποιεί.

Σε μια άλλη κατηγορία ό άγιος εντάσσει τα λεγόμενα ελάχιστα καί ασήμαντα πάθη πού οδηγούν όμως σε άλλα σοβαρότερα. Π.χ. η ευτραπελία, ή μωρολογία, ή βωμολοχία είναι δυνατόν όχι μόνο να οδηγήσουν την ψυχή σε πιο σοβαρά ολισθήματα, επειδή είναι «υπέκαυμα καί προτροπή προς πορνεία», αλλά καί τα ίδια, όπως και τα μεγάλα, εμποδίζουν την πνευματική ανάπτυξη της ψυχής καί την πορεία της προς την τεθλιμμένη οδό της σωτηρίας.

 

γ) Συνέπειες  των παθών.

 

Μια οδυνηρή συνέπεια των παθών, πού παρατηρείται στη ζωή του ανθρώπου, είναι ή στέρηση της κοινωνίας του με τον Θεό. Ή παράβαση της εντολής του Θεού που διέπραξε τον παλαιό καιρό έγινε πρόξενος παντός θανάτου,  της ψυχής καί του  σώματος,  «του  κατά τον νυν αιώνα καί του κατά την ατελεύτητων εκείνη κόλασιν». Καί ό κυρίως θάνατος είναι το «διαζευχθήναι την ψυχήν της θείας Χάριτος καί τη, αμαρτία συζηγήναι». Αυτός δε ό θάνατος, ό θάνατος της ψυχής, είναι ή εγκατάλειψη του Θεού. Το αίτιο δε της θείας εγκαταλείψεως δεν έχει τη γένεσή του στον Θεό, αλλά στην αμαρτία. Δηλαδή στην αυτεξουσιότητα του ανθρώπου πού ό Θεός ουδέποτε παραβιάζει. «Ημείς ούν έσμέν, φευ, οι του οικείου θανάτου γεννήτορες», λέει χαρακτηριστικά. Έτσι τονίζεται στα κείμενα του Αγίου, όπως καί σ’  όλους τους ανατολικούς Πατέρες, ότι ό θάνατος, ή αμαρτία καί οι συνέπειες της δεν έχουν οντολογικό περιεχόμενο, ούτε είναι μία φύση έστω κακή φύση, αλλά ή λανθασμένη προαίρεση του ανθρώπου πού έχει φθοροποιές καί νεκροποιές συνέπειες στη φύση του, αφού άλόγως αυτονομείται από την αρμονία της καθολικής φύσεως, πού διοικείται από τον Δημιουργό. Αλλά καί ό σωματικός θάνατος σαν έσχατο καταγώγιο της τραχείας οδού «εις ην είσήγαγεν των ανθρώπων το γένος ή αμαρτία»,  αφού προηγουμένως έκανε το σώμα πολύμοχθο, πολύπαθες καί φθαρτό, είναι προέκταση της παραβάσεως καί επακόλουθο της αμαρτίας. Καί αυτόν δεν τον δημιούργησε ό Θεός,  αλλά ως συνέπεια καί αυτός της θείας ακοινωνησίας παραχωρήθηκε συντηρώντας ή πρόνοια του Θεού το αυτεξούσιο καί καταργώντας ταυτοχρόνως την παγίωση καί αθανασία του κάκου. Προανήγγειλε όμως αυτόν με το «γη ει καί εις γήν απελεύση» καί επέτρεψε να συμβεί μη εμποδίζοντας «το εκβησόμενον συν δίκη».

Όχι μόνον ό θάνατος είναι συνέπεια της παραβάσεως καί των άπ’ αυτήν εκφυομένων παθών, αλλά καί ή επίγειος ζωή. Λέγει χαρα­κτηριστικά: εξ αιτίας της αμαρτίας «ενεδύθημεν τους δερμάτινους χιτώνας, το νοσηρόν τούτο καί θνητό καί πολυώδυνο σώμα» καί μετοικήσαμε στον πρόσκαιρο τούτο κόσμο καί καταδικαστήκαμε να ζούμε «πολύπαθη καί πολυσύμφορον βίον». Καί όπως λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αφού γυμνωθήκαμε από τα λαμπρά εκείνα ενδύματα «των θείων περιβολών», ενδυθήκαμε τίς εφήμερες τρυφές, τιμές καί δόξες της σαρκός.

δ) Ό ρόλος του Σατανά

Κατά τον άγιο ό διάβολος, ό νοητός αρχέκακος όφις, όπως τον ονομάζει, έχοντας αυτομολήσει στην κακία, στερείται της αληθινής ζωής καί αφού δικαίως απωθήθηκε απ ‘ αυτήν, γίνεται νεκρό πνεύμα όχι κατ ‘ ουσία, επειδή ή νεκρότης δεν έχει ουσία, αλλά «κατ ‘ αποβολή της όντως ζωής». Καί επειδή «ου κόρον λαμβάνει» την προς την κακία ορμή, καθίστα τον εαυτό του «νεκροποιόν πνεύμα». Καί έτσι απ αρχής είλκυσε με δόλο τον άνθρωπο προς την «οικείαν νέκρωσιν». Ό ρόλος λοιπόν του διαβόλου έκτοτε είναι να προσεγγίζει τον άνθρωπο καί με απατηλές υποσχέσεις να τον απομακρύνει από την αγαθότητα του Θεού καί στο μέτρο πού τον πείθει να του μεταδίδει στο σώμα καί στην ψυχή του τα στοιχεία της νεκροποιού ενεργείας του, πού είναι τα πάθη, καί δι’ αυτών να οδηγεί τη φύση του στη πολυσύμφορη καί νεκροποιό κατάληξη.

Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς από τίς προσωπικές του εμπειρίες πού έχει για την πολεμική του διαβόλου λέγει, ότι ό σατανάς δεν υπαγορεύει απ ‘ ευθείας την αμαρτία, μάλιστα όταν ό άνθρωπος είναι συνδεδεμένος με την Εκκλησία καί τα μυστήρια, αλλά υποκλέπτει «πανούργος» την διάθεση του λέγοντας του ψιθυριστά: Καί συ ζώντας μόνος σου χωρίς να παρακολουθείς την Εκκλησία του Θεού, ούτε να προσεχής τον διδάσκαλο της Εκκλησίας, μπορείς να αντιληφθείς το καθήκον καί μόνος σου καί να μην απομακρύνεσαι από το αγαθό. Έτσι ,σιγά- σιγά τον αποσπά από την θεία επίβλεψη παραδίδοντας τον στα πονηρά έργα καί στις πονηρές συνήθειες του κόσμου, όπου οι δαίμονες είναι «κοσμοκράτορες του αιώνος τούτου». Αυτό το κάνει με μεγαλύτερη βία καί μανία στους αγωνιζόμενους, ακόμη καί στους υψηλά πνευματικός ισταμένους. Μόνον όταν ασφάλιση κανείς την ψυχή του με ύμνους καί προσευχές προς τον Θεό, διδάσκει στον 51ο λόγο του ό άγιος, ό αντίπαλος δεν θα έχει θέση μέσα του. Θα απομακρυνθεί μαζί μ ‘ αυτόν » καί πάσα ή περί αυτόν φατρία των κακών». Θα κοσμηθεί ή ψυχή από τη συμμετρία, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την πραότητα καί την ταπείνωση καί θα συνδέεται δια της αγάπης με τον Χριστό τον βασιλέα της ειρήνης καί τους ανθρώπους, ζώντας ειρηνική καί αστασίαστη ζωή.

2. ΑΠΑΘΕΙΑ

α) Μετάνοια καί πένθος: προϋποθέσεις της απάθειας.

 

Για να εξέλθει κανείς από τη δουλεία των παθών καί να επιστρέψει στην περιοχή της «ελευθερίας της δόξης των τέκνων του Θεού», χρειάζονται στην αρχή απαραιτήτως ή μετάνοια καί το πένθος. Ή μετάνοια είναι ή δυνατότητα πού έδωσε ό Θεός στον άνθρωπο σ ‘ αυτή τη ζωή να συνειδητοποίηση την εγκληματική πράξη του, το να εγκατάλειψη δηλαδή τον Δημιουργό του, καί να επιστρέψει κοντά του. Εξ άλλου ή προτροπή του Προδρόμου καί αυτού του Χριστού στην αρχή κι όλας της δημοσίας δράσεως τους είναι το «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ ή βασιλεία των ουρανών». Γι`  αυτό καί σε όλη την πατερική παράδοση ή μετάνοια θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά καί μόνιμο όπλο της ζωής του Χριστιανού, έως θανάτου για την θεραπεία, την πνευματική κατεύθυνση προς τον Θεό καί την τελική άφιξη του σ ‘ Αυτόν. Λέγει σ ‘ ένα λόγο του ο άγιος Γρηγόριος: Ό άνθρωπος πού μετανοεί με την ψυχή του δια μεν της αγαθής προαιρέσεως καί της αποχής από την αμαρτία φθάνει προς τον Θεό». Απέχει όμως από την τελική σωτηρία «τυραννούμενος υπό της κακής συνήθειας καί των προλήψεων». Γι`  αυτό χρειάζεται ισόβια μετάνοια δια της οποίας αποσπά «την άνωθεν εύσπλαγχνίαν». Από πουθενά άλλου δεν εξασφαλίζεται ή ελπίδα της σωτηρίας καί απαλλαγής από τα πάθη τόσο, όσο από την διαρκή μετάνοια. Σε πολλούς λόγους του ό άγιος είναι προτρεπτικός στα έργα της μετανοίας. Υποστηρίζει δε, ότι μαζί με το πνευματικό πένθος, μπορεί να φτάσει κανείς στα μεγάλα καί θαυμαστά επιτεύγματα, πού χαρακτηρίζουν τη ζωή των Αγίων.

Το κατά Θεόν πένθος είναι ή μήτρα μέσα στην οποία κυοφορείται καί μεταλλάσσεται ή ζωή τής μετανοίας  Έχει δυο καταστάσεις: Μια οδυνηρή καί μια ευφρόσυνη, απ ‘ τίς όποιες χρειάζεται να πέραση ό Χριστιανός για να ζήση την αληθινή ζωή. Ή οδύνη είναι ή επίγνωση του ότι «πολλά πταίομεν» καί ή αναγνώριση, κατά την κατόπτευση του εσωτερικοί μας ανθρώπου «του ειδεχθούς προσωπείου». Αυτό γίνεται αισθητό περισσότερο κατά την ώρα της προσευχής που με κατάνυξη επικαλούμαστε το έλεος του Θεού. ‘Η δε ευφροσύνη πού εν συνεχεία αισθανόμαστε είναι ή γνώση τίς «θεοφιλούς ενεργείας» πού αναδημιουργεί την πεπτωκυία ψυχή καί φέρνει τα καρποφόρα δάκρυα τής μετανοίας. Το κατά Θεόν πένθος είναι ή λύπη πού αισθάνονται οί γνήσιοι μαθηταί του Χριστού  α) για την έκπτωση από το χώρο της απάθειας του παραδείσου στο χώρο του πόνου των παθών,  β) για την είσοδο της ψυχής στη γέεννα του πυρός, σε περίπτωση πού δεν αξιωθεί της σωτηρίας καί  γ) για τη στέρηση του όντως αγαθού διδασκάλου Χριστού εξ αιτίας της οικείας γυμνώσεως. Ένδειξη του κατά Θεόν πένθους καί της ειλικρινούς μετανοίας είναι ή αύτομεμψία, ή αληθινή ταπείνωση, ή συνεχής κατανυκτική επίκληση του ελέους του Θεού καί ή σταθεροποίηση στην αρετή.

β) Κάθαρση των παθών καί ή συμβολή του άνθρωπου.

 

Αν ή μετάνοια καί το πένθος οδηγούν στην κάθαρση της ψυχής από τα πάθη, αυτή ή απάθεια είναι έργο της Χάριτος του Θεού. Ειναι απαραίτητη όμως καί ή συμβολή του ανθρώπου. Είναι αναγκαίος ο αγώνας της ανθρωπινής θελήσεως, ό όποιος ενισχύεται πλουσιοπάροχα από τη θεία Χάρη.

όταν μια ψυχή ασκείται καί αγωνίζεται να απελευθερωθεί από τίς προκαταλήψεις αρχίζει σταδιακά να ζει την κάθαρση. Παρατηρεί ό άγιος τρία στάδια καθάρσεως: του αρχαρίου, του μέσου καί του τελείου. Στα δύο πρώτα φαίνεται περισσότερο ή αγωνιστικότητα του ανθρώπου καί ή έμμεση παρουσία του Θεού. Στο τρίτο γίνεται εμφανής ή παρουσία του Θεού ως επιβράβευση των προτέρων αγώνων του ανθρώπου. «εις μεν τους αρχαρίους», λέγει, «επιβεβαιώσεις ότι τα διαβήματα των είναι κατά Θεόν, είναι ή απόκτησης της ταπεινώσεως, εις δε τους μέσους ή απομάκρυνσης των πολέμων, εις δε τους τελείους ή μετά περίσσειας απόκτησης του θείου φωτός».

Πρακτικά ή κάθαρση επιτυγχάνεται με την προσπάθεια να προσέγγιση ό άνθρωπος τον Θεό με την προσευχή, την εξομολόγηση καί τη θεία Ευχαριστία. πριν απ ‘ αυτά χρειάζεται αγώνας επίπονος για να εξέλθει κανείς από το εγώ με διάφορες ταπεινωτικές πράξεις, να εγκατάλειψη τίς αισθησιακές απολαύσεις καί να καθαρίση τους λογισμούς πού κατακλύζουν καί κατακυριεύουν τον νουν. Αυτή ή προσπάθεια ονομάζεται από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο «πρώτη απάθεια», ενώ ή μυστική ένωση με το θείον πού είναι ή προσέγγιση του Θεού με τον «κεκαθαρμένον» άνθρωπο ονομάζεται «δευτέρα απάθεια . Για να επέλθει δε ή δεύτερη απάθεια είναι ανάγκη να συντελεστεί ή πρώτη. Οί ασκήσεις νηστεία, κακοπάθεια, αγρυπνία καί όλες γενικά οί στερήσεις στη ζωή του Χριστιανού γίνονται επ ‘ ελπίδι της ελεύσεως της ημέρας της απολυτρώσεως καί της υποδοχής της αφθαρσίας, «όπου το φθαρτό τούτο ενδύσασθαι δει αφθαρσίαν καί το θνητό αθανασίαν», κατά τον Απόστολο Παύλο. Αυτές ό άγιος τίς ονομάζει σωματικές ή εξωτερικές ασκήσεις, όπου σκοπό έχουν να οδηγήσουν την ψυχή στο πένθος καί την μετάνοια. Αν όμως παραμείνουν μόνον αυτές χωρίς την εγρήγορση του νοός δεν θα έχουν να προσφέρουν ουσιαστική κάθαρση καί ό αγώνας δεν καταξιώνεται καί δεν θα μπορεί ό άνθρωπος να απεγκλωβίζεται από τον αισθητό κόσμο, όσο καί ενάρετος καί αν γίνεται. Είναι απαραίτητη ή εξάσκηση του νοός, πού την ονομάζει ό άγιος εσωτερική άσκηση. Αυτή την εσωτερική άσκηση τη θεωρεί πιο αξιόλογη γιατί είναι ή προσπάθεια να μεταστρέψει ό άνθρωπος τον νου του πιέζοντας με ισχυρή βία «το πολυπόρευτον τής διανοίας», όπως χαρακτηριστικά λέγει, να πλησιάζει νοερά τον Θεό, όπου επιτυγχάνει τα άρρητα, γεύεται τον μέλλοντα αιώνα καί γνωρίζει με νοερά αίσθηση ότι χρηστός ό Κύριος .Όπότε επιτυγχάνει τη μακαριά εκείνη κατάσταση πού υψώνει τον άνθρωπο πάνω από κάθε επίγειο καί κτιστό πράγμα καί απελευθερώνοντας τον να πηγάσει εντός του ή μακαριά απάθεια. Όταν μηδέ ειπείς, μηδέ πράξης αισχρό κατά διάνοια καί όταν τω ζημιώσαντι ή κακολογήσαντι μη μνησικακήσης καί όταν εν τω καιρώ τής προσευχής άυλον καί ανείδεον αεί έχεις τον νουν, τότε γνώθι, ότι έφθασες εις το μέτρον της απάθειας καί τής τελείας αγάπης».

Ξεχωρίζει ό άγιος εδώ την αντίληψη των στωικών για την απάθεια πού τη βλέπει ενσαρκωμένη στις φιλοσοφικές απόψεις του Βαρλαάμ. Ό Βαρλαάμ δεν έχει ασκητική εμπειρία καί πατερική γνώση για την απάθεια, αλλά σαν ψυχρός φιλόσοφος εξάγει την έννοια της άπαθείας από την ετυμολογική της σημασία. Απάθεια θεωρεί τη νέκρωση του παθητικού, οπότε προβαίνει σε φυσιολογικό ευνουχισμό των φυσικών δυνάμεων της ψυχής .Ό άγιος  Γρηγόριος όμως  αναιρώντας την αντίληψη αυτή απαντά ως έξης: «ό φιλόσοφος δια μεν την απάθεια ήκουσε καί εφαντάσθη δια δε την αναλγησία (νέκρωσιν) του επιθυμητικού δεν ήκουσε ότι τείνει προς το κακόν καί ότι κακίζετε από τούς Πατέρας». Καί αφού αποδεικνύει το γεγονός με πλήθος γραφικών καί πατερικών χωρίων προσδιορίζει την ορθόδοξη απάθεια με το εξής απαράμιλλων χωρίον: «Εμείς, φιλόσοφε, δεν διδαχθήκαμε την απάθεια κατ’ αυτόν τον τρόπον, δηλαδή την νέκρωσιν του παθητικού, αλλά την από χειρόνων επί τα κρείττω μετάθεσιν αυτού καί την επί τα θεία καθ’ έξιν ενέργεια, άποστρεφομένου (του παθητικού) τελείως τα πονηρά καί έστραμμένου πρός τα καλά. Καί αυτός είναι δι’ ημάς απαθής, ό απομακρύνας τάς πονηράς εξείς καί πλουτήσας με τάς άγαθάς».

Δεν μπορούμε επομένως όταν μιλάμε για απάθεια να μιλάμε για καταστροφή των παθών ή κάποια αποβολή ουσιαστικών πραγματικοτήτων, αλλά για μεταστροφή καί μετασκευή λειτουργιών των δυνάμεων της ψυχής καί αισθήσεων του σώματος του ανθρώπου.

Την απάθεια ό άγιος την ονομάζει «μακάριον πάθος». «Υπάρχουν», λέγει, «καί πάθη μακάρια καί κοιναί ένέργειαι τής ψυχής καί σώματος, αϊ οποίαι δεν προσηλώνουν το πνεύμα εις την σάρκα, αλλά ανυψώνουν την σάρκα πλησίον τής αξίας του πνεύματος καί πείθουν καί αυτήν να κοιτάξει προς τα άνω. Ποίαι είναι αύταί; Αί πνευματικαί αί οποιαι δεν προχωρούν από το σώμα εις τον νουν, αλλά διαβαίνουν από τον νουν εις το σώμα καί δια των ενεργημάτων καί παθημάτων τούτων το μετασχηματίζουν προς το καλύτερον καί το θεουργούν». Έχουμε εδώ τη γνωστή έκφραση του Αγίου ότι πραγματικός γνώστης του Θεού είναι εκείνος  πού «πάσχει τα θεία» καί οπωσδήποτε έχει επιθυμητικών «επαινετόν καί θείον».

Εν κατακλείδι θα ήθελα να αναφέρω ότι ή απάθεια δεν είναι εύκολο έργο του καθενός. Κυρίως όταν δεν υπάρχει ένταση καί επιμονή στην άσκηση καί την προσευχή. Επειδή ό Θεός είναι το «άκρως εφετόν» του καθενός άνθρωπου χρειάζεται ό καθένας μας με μια σοβαρότερη καί πιο ενσυνείδητη πνευματική ζωή να αποκτά σταδιακά τίς καλές έξεις οδηγούμενος πρός την ευαγγελική αγάπη. Ή δε επιμονή των Πατέρων της Εκκλησίας αυτή είναι: το να εργάζεται κανείς έντονα την πρακτική καί θεωρητική ζωή πού τη μια τη λένε «πρακτική φιλοσοφία» καί την άλλη «θεία θεωρία». Καί στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός καί της εργασίας πού θα καταβάλει θα ελκυστεί ή Χάρις του Πανάγαθου Θεού για να μεταμόρφωση το εσωτερικό του καθενός καί να χαρίσει την μακαριά απάθεια, πού ως γνωστόν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να καταστήση τον άνθρωπο δεκτικών της τελείας άγάπης καί χωρητικών δοχείων της θεώσεως

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΓΙΟΛΟΓΙΩΝ 2004

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΆΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ  ΤΟΥ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ

 

 

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΠΑΘΕΙΑ
Αρέσει σε %d bloggers: