Ἀνάκληση εἰς μετάνοια

Μεταπτωτικὰ ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ ὄχι μόνο του νόμου τῆς ἁμαρτίας τοῦ «ἐν τοῖς μέλεσι διεσπαρμένου», ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τῶν ἀλλοιώσεων καὶ τῶν ποικίλων τροπῶν, ποὺ ὑπάρχουν καὶ αὐτὲς σὰν κακοὶ γείτονες. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ παράγοντες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ συνεχῶς μᾶς ὠθοῦν, μᾶς ἀποπλανοῦν, μᾶς παρασύρουν στὸ νὰ μὴν ἠμποροῦμε νὰ φυλάξωμε αὐτὸ ποὺ θέλομε. Καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν λοιπόν, εὑρισκόμεθα εἰς συνεχῆ μετάνοια. Ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μία μόνο ἡμέρα ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν τίθεται θέμα ἀναμαρτησίας.

Αὐτὸ τὸ νόημα τῆς μετανοίας, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ βασικὰ μᾶς ἀπασχολεῖ. Κατὰ τοὺς Πατέρες, ὁ Θεὸς δὲν λυπᾶται τόσο ἂν ὁ ἄνθρωπος, τρόπον τινά, δὲν τὰ κατάφερε καὶ ἁμάρτησε. Δὲν τὸν κρίνει γι᾿ αὐτό. Ἐκεῖνο ποὺ λυπεῖ τὴν Χάρι, εἶναι ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ μετανοήση. Αὐτὸ εἶναι ἕνα εἶδος ἀπογνώσεως, ἕνα εἶδος βλασφημίας πρὸς αὐτὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐντείνωμε τὴν προσπάθειά μας. Καὶ ἐφ᾿ ὅσον θέμα ἀναμαρτησίας δὲν τίθεται, νὰ τίθεται θέμα συνεχοῦς μετανοίας. Νὰ πείθωμε τὴν ἐνδημοῦσα σὲ μᾶς θεία Χάρι, ὅτι τὰ σφάλματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν δὲν εἶναι ἐκούσια. Ποτέ μας δὲν θέλομε νὰ ἀρνηθοῦμε καὶ νὰ προδώσωμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μέσα στὴν ἀδυναμία, ἀπειρία καὶ ἀγνωσία, περικλείονται ὅλα μας τὰ λάθη. Καὶ συνεχῶς πίπτοντες, φωνάζαμε τὸ «ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», νὰ ἐπικαλούμεθα νέα μορφὴ συνεργείας τῆς Χάριτος, οὕτως ὥστε νὰ ὁλοκλήρωση τὴν γνῶσι μας καὶ τὶς δυνάμεις μας, γιὰ νὰ ἰδοῦμε καλὰ καὶ νὰ ἐνεργήσωμε σωστὰ καὶ ἔτσι νὰ ἠμπορέσωμε εἰς αὐτὲς τὶς δύσκολες ἡμέρες νὰ ὀρθοποδήσωμε. Γιατὶ κατὰ τὸν Παῦλο «ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία» τώρα, «ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν». Βλέποντες ὅλοι μας καὶ ἔχοντες πεῖρα τῶν γεγονότων, ἀντιλαμβανόμεθα «ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν». Παρατηροῦμε νὰ δυναμώνῃ περισσότερο τοῦ ἐχθροῦ μας ἡ δύναμι, ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδική μας ἔκτασι νὰ περιορίζεται, λόγω του ὅτι οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀποφεύγουν, περισσότερο ἀπομακρύνονται καὶ ἔτσι τὸ κοινωνικὸ σύνολο γίνεται καὶ αὐτὸ ἐμπόδιο· διότι οἱ ἄνθρωποι οἱ πνευματικοὶ ἐμειώθησαν, ἔμεινε τὸ «λείμμα», ἐλάχιστοι. Πόσο πρέπει νὰ εἴμεθᾳ προσεκτικοὶ καὶ ἑνωμένοι γιὰ νὰ τὰ βγάλωμε πέρα! Τὸ θέμα τῆς ἐπιτυχίας μας δὲν εἶναι θέμα τεχνικό, ὥστε νὰ ἀποδώσωμε τὸ βάρος στὴν συμμαχία τῶν συνανθρώπων μας. Χρήσιμο εἶναι ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ὁμοϊδεᾶται.

Τὸ κέντρο ὅμως τῆς ἐπιτυχίας, εἶναι ἡ συμμαχία τῆς Χάριτος. «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὅλη μας ἡ προσοχὴ εἶναι στὸ πῶς νὰ κρατήσωμε μαζί μας τὴν ἐνέργεια τῆς Χάριτός Του, τὸ «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20). Αὐτὸ τὸ «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμί» πρέπει νὰ τὸ προσέξωμε πάρα πολύ, ἐὰν πράγματι εἶναι «μεθ᾿ ἡμῶν». Διότι «δυνάμει» ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι «μεθ᾿ ἡμῶν». «Δυνάμει» δὲν ἀπουσιάζει ἀπὸ πουθενά. Ἀλλοίμονο ἂν συμβῇ τοῦτο! Ἐὰν ἀπουσιάση κλάσμα δευτερολέπτου ἀπὸ τὴν κτίσι, αὐτὴ θὰ ἐξαφανισθῆ. Αὐτὸς εἶναι τὸ Πᾶν τοῦ παντός. «Δυνάμει» εἶναι μαζί μας.

Εἶναι ὅμως «ἐνεργείᾳ» μαζί μας; Λέγει ἕνα σοφὸ λόγο ὁ Ὠριγένης: «Τί μοὶ ὄφελος, εἰ ὁ Λόγος σεσάρκωται καὶ ἐγὼ Αὐτὸν οὐ κατέχω;» Καὶ λέω καὶ ἐγὼ τώρα. Τί θὰ μᾶς ὠφελήση ἐὰν «δυνάμει» εἶναι μαζί μας ὁ Θεὸς Λόγος, ἀφοῦ «ἐνεργείᾳ» δὲν τὸν αἰσθανόμεθα; Καὶ φυσικὰ δὲν πταίει Αὐτός. Πταίομε ἐμεῖς, μὴ κάνοντας καλὸ χειρισμό. Γι᾿ αὐτὸ ἡ προσοχή μας νὰ εἶναι εἰς αὐτὸν τὸν τομέα. Στὸ πῶς ἀνὰ πᾶσαν ὥρα νὰ μὴν χάνωμε τὶς εὐκαιρίες καὶ τὰ μέσα ποὺ θέτουν εἰς ἐνέργεια τὴν παρουσία τῆς θείας Χάριτος. Μαζὶ μὲ αὐτή, ποὺ «τὰ ἀσθενῆ θεραπεύει καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῖ» νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ὁλοκληρώσουμε τὸν σκοπό μας πρὸς ἐπιτυχία, διότι «αἱ ἡμέραι πονηραὶ εἰσιν». «Ἐν σοφίᾳ πρὸς τοὺς ἔξω περιπατεῖτε». Κοιτάξετε ἀπὸ ποῦ συνιστάμεθα. Ἀπὸ τὰ ἔξω, ἀπὸ τὰ πέριξ, ἀπὸ τὰ ἔσω. Πῶς ἐπιβουλεύει τὸν ἄνθρωπο ἡ ἁμαρτία; Κεντᾷ ἀπὸ τὰ ἔξω, κατ᾿ εὐθεῖαν. Ρίπτει στὴν ὀθόνη τῆς διανοίας τὴν εἰκόνα, ὁποιανδήποτε εἰκόνα ἐφάμαρτη καὶ προκαλεῖ τὸν νοῦ. Τὸν προκαλεῖ νὰ περιεργαστῆ τὴν εἰκόνα. Ὁ νοῦς πρέπει νὰ προσέξη. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκόνα; Χρειάζεται ἢ ὄχι; Ἂν ὁ νοῦς εἶναι ὑγιής, τὴν ἀπορρίπτει ἀμέσως. «Ὑπάγε ὀπίσω μου, σατανᾶ, Κύριον τὸν Θεόν μου προσκυνήσω καὶ Αὐτῷ Μόνῳ λατρεύσω». Παρὰ ταῦτα ἡ ἁμαρτία δὲν ὑποχωρεῖ καὶ δὲν φεύγει μολονότι ἡττήθη μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐκτύπησε. Ἀφήνει τὴν κατ᾿ εὐθεῖαν κίνησι καὶ παίρνει τὴν πλαγία καὶ κτυπᾷ ἐν ὀνόματι τῆς προφάσεως, ἐν ὀνόματι τῶν φυσικῶν νόμων, ἐν ὀνόματι τῆς χρείας. Καὶ ὅμως εἶναι δόλος. Παραμερίζει τὴν κατ᾿ εὐθεῖαν κροῦσι καὶ παίρνει τὴν δολία. Ἐὰν καὶ εἰς αὐτὴ ὁ νοῦς προσέξη, τὸ ἐξετάση καλὰ – διότι ἡ ἀπόφασί του εἶναι ὁ ἀληθὴς νόμος τῆς χρείας καὶ ὄχι τῆς ἐπιθυμίας – τότε ἀφήνει αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ παίρνει τὴν βία. Ὁρμᾷ ἐν ὀνόματι τοῦ πάθους, μὲ σατανικὴ ἐνέργεια καὶ πιάνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν λαιμό, νὰ τὸν στραγγαλίση. Ἐκβιάζει πλέον, ὅπως ἔκανε ὁ Ναβουχοδονόσορ- «ἢ θὰ προσκυνήσετε τὴν εἰκόνα μου, διότι τὸ θέλω ἐγώ, ἢ θὰ σὰς ρίξω στὴν κάμινο». Καὶ εἰς αὐτὲς τὶς φράσεις εὑρίσκεται ὁλόκληρος ὁ δαίδαλος τοῦ σατανικοῦ πάθους, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο κτυπᾷ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι συνεχῶς ξύπνιος, νὰ μὴν παρασυρθῆ, διότι ἡ ἁμαρτία δὲν ὑποκύπτει, δὲν ὑποχωρεῖ, θὰ μεταχειρισθῆ ὅλους τοὺς δόλους καὶ τοὺς τρόπους γιὰ νὰ ἀπατήση τὸν ἄνθρωπο. Ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νὰ προσέξωμε, διότι μετὰ τὴν ἁμαρτία ἀκολουθεῖ ἀπογοήτευσι, ὅπως μετὰ τὸ τραῦμα ἀκολουθεῖ πόνος· δὲν εἶναι φυσικὸ φαινόμενο, ἀλλὰ σύμπτωμα. Ἔτσι καὶ αὐτὰ ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν ψυχή, ἀπόγνωσι καὶ ἀποθάρρυνσι, δὲν εἶναι φυσικὰ φαινόμενα, ἀλλὰ διαβολικότατα, παρόλο ποὺ παρουσιάζονται μὲ μορφὴ φυσική! Ἐδῶ λοιπὸν χρειάζεται πολλὴ προσοχή, γιὰ νὰ μὴν χάση ὁ ἄνθρωπος τὸ θάρρος του, ὅταν κάνῃ λάθος, ἐφ᾿ ὅσον ἀλάνθαστη ζωή, ὡς γνωστό, δὲν ὑπάρχει. Ἀκοῦμε πολλὲς φορὲς ἀνθρώπους νὰ λέγουν: «Μὰ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ὁ Θεὸς δὲν μοῦ ἀκούει», «μὰ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ δὲν ἔχω θάρρος καὶ δὲν τὰ καταφέρνω· εἶμαι ἀνάξιος». Ὅλα αὐτὰ εἶναι προφάσεις ἀπὸ τὰ δεξιά, ἐνῷ δὲν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ὁ Θεὸς ἦρθε γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Δὲν τίθεται θέμα ἀναξιότητος. Ὅσο πιὸ ἀνάξιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιὸ πολὺ ἀνάγκη ἔχει νὰ καταφεύγῃ στὸν Θεό. Καὶ αὐτοὺς πιὸ πολὺ ὁ Θεὸς «προσίεται», γιατὶ ὅπως εἶπε, ἦρθε γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς ὄχι γιὰ τοὺς ὑγιεῖς.

Ἑπομένως αὐτὸ στὴν πρακτικὴ μορφὴ εἶναι πολὺ χρήσιμο, νὰ μένῃ ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὸ λάθος καὶ νὰ μὴν χάνῃ τὸ θάρρος του. Καὶ αὐτὸ θέλει ἀνδρεία καὶ προαίρεσι νὰ τὸ κατορθώση καὶ ὅμως εἶναι τόσο ἀπαραίτητο. Ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ προσέχει ὁ ἄνθρωπος, τότε εὑρίσκεται ὁ νοῦς του σὲ μιὰ κατάστασι μαχητικότητος, σὲ μιὰ κατσάστασι ἐγρηγόρσεως, οὕτως ὥστε πάντοτε προσέχει καὶ ποτὲ δὲν ἀπατᾶται. Καὶ προσέχοντας ἔτσι, κατ᾿ ἀνάγκην εὑρίσκεται σὲ συνεχῆ μετάνοια, καὶ συνεχὴς μετάνοια εἶναι, ἀνὰ πᾶσαν ὥρα νὰ ὁμολογῇ στὸν Θεό:

«Ἥμαρτον, Κύριε, δὲν τὰ κατάφερα. Βοήθησέ με. Παράμεινε μαζί μου. Σὺ εἶπες: χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἔχω καταλάβει. Τὸ ἔκαμα συνείδησι. Γι᾿ αὐτὸ ἐπιμένω. Κρούω, ζητῶ, αἰτῶ, δὲν θὰ παύσω νὰ ἐνοχλῶ. Δὲν μπορῶ χωρὶς Ἐσένα. Δὲν πρόκειται νὰ φύγω. Ἐὰν δὲν βαρύνονται τὰ ὦτα Σου νὰ μὲ ἀκούουν, δὲν θὰ βαρεθῆ καὶ τὸ στόμα μου νὰ φωνάζῃ. Ἐπιμένω, εἶναι ἀλάνθαστος ἡ κρίσι Σου στὸ νὰ μὲ ἀνακαλέσης σὲ μετάνοια. Τοῦτο τὸ ἔκανες Σύ, θεία Παναγαθότης, δὲν τὸ ἔκανα ἐγώ. Οὔτε ἤξερα τὸν Θεό, οὔτε ἦταν δυνατὸ νὰ τὸν ἀνακαλύψω. Σύ, Κύριε, Πανάγαθε, ᾖρθες καὶ μὲ εὑρῆκες καὶ μὲ ἐφώναξες νὰ σὲ ἀκολουθήσω. Αὐτὸ τὸ ἐπῆρα, τὸ θέλω, τὸ ἐπιθυμῶ. Δὲν τὰ καταφέρνω ὅμως. Γι᾿ αὐτὸ ἐπιμένω, θέλω νὰ μὲ βοηθήσης. Πρέπει αὐτὸ ποὺ ἐχάρησες νὰ μὴν τὸ ἀπολέσω».

Βλέπετε! Σὰς ἔκαμα μία εἰκόνα, πῶς εἶναι ὁ τρόπος τῆς πραγματικῆς μετανοίας. Αὐτὲς οἱ διαθέσεις πρέπει νὰ εὑρίσκονται στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ εὑρισκομένου ὑπὸ μετάνοια. Ἐὰν αὐτὸ τὸ συνεχίζει ὁ ἄνθρωπος πραγματικά, γεννᾶται μέσα του ἕνα ἄλλο εἶδος θάρρους, τὸ ὁποῖο δὲν ἐγνώριζε πρίν. Εἶναι μία μορφὴ παρρησίας. Αὐτὴ τὴν παρρησία ποὺ ἔχουν τὰ παιδιὰ πρὸς τὸν πατέρα τους, τὴν ὁποία δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀποκτήσουν οἱ ὑπηρέται καὶ οἱ ὑπάλληλοι. Καὶ τοῦτο γίνεται ἀπὸ τὸ θάρρος αὐτό, μέσῳ τοῦ ὁποίου πολεμᾷ τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ κρατᾷ τὸν ὅρο τῆς μετανοίας. Αὐτὸ στὴν πρακτικὴ εἶναι πάρα πολὺ ἀπαραίτητο, γιὰ ὅλους μας ἀνεξαιρέτως, περισσότερο ὅμως στοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ζοῦν στὴν κοινωνία, ποὺ εὑρίσκονται πιὸ ἐκτεθειμένοι μέσα στὰ αἴτια. Μετὰ τὴν πτῶσι ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὴν προσωπικότητά του καὶ ἔγινε ἐπιρρεπὴς πρὸς τὰ αἴτια πλέον καὶ μᾶλλον ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτά. Ἐάν, ὅταν ἦταν ὁλοκληρωμένη προσωπικότης, κατόρθωσαν καὶ τὸν ἐπλάνησαν, σκεφθῆτε τώρα ποὺ δὲν ἔχει προσωπικότητα καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπίδρασί των, πόσο ἰσχυρὰ εἶναι αὐτά· καὶ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει δύναμι, διότι εἶναι τραυματισμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ μὲ τὰς αἰσθήσεις του καθόλου ὑγιεῖς, τότε γίνεται λεία δυστυχῶς καὶ θῦμα αὐτῶν τῶν παραγόντων. Ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ συνεχῆ μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ταπεινὸ φρόνημα, διότι ἡ πραγματικὴ μετάνοια εἶναι ἡ πρακτικὴ ταπεινοφροσύνη. Ἡ πρακτικὴ ταπεινοφροσύνη καὶ ταπείνωσι, εἶναι ἡ μόνη θέσι τῶν λογικῶν ὄντων, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὸ θεῖο ἔλεος. «Ταπεινοῖς δίδωσι χάριν καὶ ὑπερηφάνοις ἀντιτάσεται» ὁ Θεός. Ἐφ᾿ ὅσον ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἐκμεταλλευθοῦμε. Τὸ νόημα εἶναι πλέον σαφές. Χωρὶς τὴν συνεργασία τῆς Χάριτος, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὰ βγάλωμε πέρα. Πρέπει λοιπόν, νὰ ἐπινοήσωμε τρόπους, νὰ προκαλέσωμε περισσότερο τὴν συμπαράστασι τῆς Χάριτος, ὥστε μαζὶ μὲ αὐτὴ νὰ ἠμπορέσωμε νὰ ἐπιτύχωμε. Τί λέγει ὁ Παῦλος; «Πάντα Ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ». Καὶ ὁ Ἰησοῦς μᾶς λέει: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὁ Παῦλος ἔχοντας πεῖρα τῆς παρουσίας τῆς θείας Χάριτος, ὁμολογεῖ καὶ λέει: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ». Ἐὰν λοιπόν, «πάντα ἰσχύωμεν» ἐν τῇ ἐνδυναμούσῃ Χάριτι, ἄρα ὅλη μας ἡ προσπάθεια εἶναι πῶς νὰ τὴν τραβήξωμε μαζί μας. Ὅλες οἱ ἀρετὲς εἶναι ἀφετηρία στὸ νὰ προκαλέσουν καὶ νὰ συγκρατήσουν τὴν Χάρι. Ἡ κεντρικωτέρα ἀπὸ ὅλες, κατὰ τοὺς Πατέρες μας, εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Αὐτὴν πάρα πολὺ ἀγαπᾷ ἡ Χάρις, καὶ δὲν εἶναι παράδοξο.

Ἐφ᾿ ὅσον μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Ἰησοῦς μας, ὅτι Αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι «πρᾶος καὶ ταπεινός τῇ καρδίᾳ» ἄρα τὸ θέμα τῆς ταπεινοφροσύνης δὲν εἶναι μία ἁπλὴ προτίμησι τῆς θείας φύσεως, τῆς θείας ἀπαιτήσεως πρὸς τὰ λογικὰ ὄντα, ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο προσίεται ἡ θεία φύσι, γιὰ λόγους ποὺ ξέρει ὁ Πανάγαθος Θεός· καὶ ἐφ᾿ ὅσον εἶναι στὴν ἰδιότητά Του, στὴν ὀντότητά Του ταπεινός, ἄρα γεννᾶται διπλὴ ἡ ὑποχρέωσι νὰ εἴμεθᾳ καὶ ἐμεῖς πλέον ταπεινοί. Ἐφ᾿ ὅσον ἡ ταπεινοφροσύνη τόσο πολὺ βοηθᾷ, ὁ πρακτικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο συντελεῖται, εἶναι ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια. Ὁ εἰλικρινῶς μετανοῶν, συνεχῶς εὑρίσκεται προσπίπτων στὸν Θεό. Ἐπιρρίπτει τὸν ἑαυτό του στὸν Θεό, καὶ συνεχῶς φωνάζει· «ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ», «ἐλέησόν με, Πανάγαθε, κατὰ τὸ μέγα Σου ἔλεος», «συγχώρα με, Κύριε, δὲν τὰ καταφέρνω», «ἔλα, Κύριε, παρέμεινε μαζί μου». Καὶ ἐφ᾿ ὅσον ὅπως λέει ὁ Δαυίδ, «ἐταπεινώθην καὶ ἔσωσέ με ὁ Κύριος», ἰδοὺ ἕνας ἁπλὸς τρόπος νὰ ἔχουμε μαζί μας τὴν συμμαχία τῆς Χάριτος καὶ νὰ ἐπιτύχωμε ἀρτιώτερα καὶ τελειότερα τὴν σωτηρία μας. Γι᾿ αὐτὸ κανεὶς ἀπὸ μᾶς τοὺς πιστοὺς νὰ μὴν φεύγῃ ἀπὸ τὰ περιθώρια τῆς ταπεινοφροσύνης. Ἡ σωτηρία μας εἶναι καὶ λέγεται «δωρεὰν σωτηρία». Γιατὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι ὅλες οἱ ἀρετὲς εἶναι χρήσιμες, ἀλλὰ πάρα πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς ἔχουν μία ἀγωνιστικότητα, τὴν ὁποία δὲν διαθέταμε ὅλοι μας. Διότι ἡ πρακτικὴ ἀγωνιστικότητα χρειάζεται αὐθορμητισμό, πολλὴ ἀποφασιστικότητα, πολλὴ φιλοπονία, συνεχῆ ἐπαγρύπνησι, πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομε πάντοτε. Τὸ νὰ κρατήσωμε τὴν ταπεινοφροσύνη – καὶ αὐτὸ εἶναι κουραστικὸ – δὲν εἶναι ὅμως ὑπὲρ τὴν φύσι μας, πρᾶγμα δηλαδὴ ἀκατόρθωτο. Διότι τὸ νὰ σκέπτεται κανεὶς ταπεινά, εἶναι τὸ πιὸ ἁπλὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἴμεθα καὶ ταπεινοί; Δηλαδή, εἴμεθα κατὰ κυριολεξία ταπεινοί, ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἁμαρτία μᾶς συνέτριψε. Ἂν φρονοῦμε ταπεινά, εἴμεθα ἀληθεύοντες, διότι ἀνακαλύψαμε τὴν πραγματική μας προσωπικότητα, ποὺ τὴν συνέτριψε ἡ ἁμαρτία. Διότι οὔτε τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσι» τὸ ὁποῖο μᾶς ἐχάρισε ὁ Θεὸς στὴν δημιουργία ἀξιοποιήσαμε, οὔτε τὸ θέμα τῆς Χάριτος καὶ τῆς υἱοθεσίας, τὸ ὁποῖο μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς μὲ τὴν παρουσία του, ἔχομε. Τὸ νὰ σκέπτεται λοιπὸν κανεὶς ταπεινὰ τί εἶναι; Ἡ ἀνακάλυψι τῆς ἀλήθειας, τῆς πραγματικότητος. Αὐτὲς οἱ θεωρίες εἶναι φυσικὲς καὶ πάρα πολὺ βοηθοῦν. Εἶναι εὔκολο ὁ καθένας μὲ αὐτὲς νὰ ἀσχολῆται, ἕως ὅτου εὕρη πράγματι, σὺν τῇ Χάριτι, τὴν πνευματικὴ ταπείνωσι, ὁπότε ὁλοκληρώνεται ἐκεῖ ἡ προσωπικότητά του. Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια ἀπεκάλυψε τὴν ταπεινοφροσύνη, ἡ δὲ εἰλικρινὴς ταπεινοφροσύνη ἔδωσε τὴν ὁλοκληρωμένη μετάνοια. Τὸ ἕνα γεννᾷ τὸ ἄλλο.

Ὅπως εἴπαμε καὶ πρίν, ἐφ᾿ ὅσον ἀναμαρτησία δὲν ὑπάρχει, τίθεται μόνο θέμα εἰλικρινοῦς μετανοίας. Συνεργούσης τῆς Χάριτος, ἀρχίζει στὸν ἄνθρωπο (ἐκεῖ ὁποὺ ἡ ἁμαρτία εἶχε ἄλλοτε ἐπίδρασι δυναστικὴ καὶ τὸν ἐξεβίαζε εἴτε κατὰ διάνοια, εἴτε ἀπὸ μέρους τῶν αἰσθήσεων, σὰν αἰχμάλωτο) μετὰ ἀπὸ εἰλικρινῆ μετάνοια, νὰ ἐξασθενῇ μέσα του ἡ δύναμί της καὶ ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε τὸν ἐστραγγάλιζε καὶ τὸν ἀπασχολοῦσε, σιγὰ-σιγὰ παραμένει μόνο μιὰ ψιλὴ μνήμη. Καὶ ἂν ἀγωνισθῆ ὁ ἄνθρωπος, αὐτὴ ἡ ψιλὴ μνήμη χάνεται καὶ τοῦ ἔρχεται ἀηδία πρὸς τὴν ἁμαρτωλότητα, διότι στὴν πραγματικότητα ἡ ἁμαρτωλότης εἶναι παραφροσύνη, γιατὶ ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα ἄ-λογο πρᾶγμα, παράλογο, «παρὰ φύσι». Οὔτε φυσικό, οὔτε χρειῶδες εἶναι. Εἶναι παράνοια, ἕνας παραλογισμός, μιὰ παρερμηνεία. Δὲν ἔχει φύσι, οὔτε θέσι. Δημιουργεῖται ἐλλείψει τοῦ καλοῦ. Ὅταν κανεὶς ἐξυγιανθῆ, βλέπει αὐτὸ τὸ τέρας καὶ τὸ ἀπεχθάνεται. Τὸν καιρὸ ὅμως τῆς ἀμετανοησίας του, τοῦ ἐπιβάλλεται καὶ τὸν στραγγαλίζει. Ἔχομε τὴν ἀνάγκη τῆς συμπαραστάσεως τῆς Χάριτος, γιὰ νὰ ἠμπορέσωμε σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴν βοήθειά της νὰ ἀποφύγωμε τὴν ἁμαρτωλὴ διάθεσι. Νὰ ἀποφύγωμε πρῶτα τὴν «κατ᾿ ἐνέργεια ἁμαρτία», μετὰ τὴν «κατ᾿ ἐνέργεια ἐπιθυμία καὶ σκέψι», οὕτως ὥστε νὰ ἐξαλειφθῆ τελείως ἀπὸ τὴν διάνοιά μας. Τότε καθαρίζει ὁ νοῦς καὶ γίνεται πλέον ἐλεύθερος στὸ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ λογίζεται πάντα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλει ὁ Θεός. Συνεχίζοντας – σὺν τῇ Χάριτι – γίνεται καὶ «τῇ καρδίᾳ καθαρός», ὁπότε ὁλοκληρώνεται πλέον μέσα στὰ περιθώρια τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ ἐπιτυγχάνει τὶς θείες ἐπαγγελίες, ὅπως μᾶς παραδίδουν οἱ Πατέρες μας. Γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται προσοχή, οὕτως ὥστε νὰ ἀξιολογοῦνται ὁ χῶρος, ὁ χρόνος, ὁ τόπος, τὰ μέσα, οἱ δυνάμεις, τὰ πάντα. Νὰ μὴν χάνεται τίποτε. Γιὰ νὰ γίνονται ὅλα αὐτά, πρέπει νὰ εὑρίσκεται ὁ νοῦς στὴν βάσι του. Καὶ ὁ νοῦς κρατεῖται στὴν βάσι του μόνο με τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ πιὸ ἀποτελεσματικὸς τρόπος εἶναι ἡ «εὐχή». Γι᾿ αὐτὸ ὁ Παῦλος ἐπιμένει στὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι». Ἐὰν ὁ νοῦς εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, ὅλα τελειώνουν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρασυρθῆ. Ἡ ἁμαρτία μὴ ἔχοντας πρόσωπο, οὔτε φύσι, οὔτε θέσι, μόνο διὰ τῆς ἀπάτης, τοῦ δόλου καὶ τοῦ ἐκβιασμοῦ εἰσέρχεται. Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως εὑρίσκεται στὴν θέσι του, εἶναι ἀδύνατο νὰ πλανεθῇ. Δὲν μπορεῖ ἡ ἁμαρτία τίποτε νὰ κάνῃ, στέκεται μόνο σὲ μιὰ ψιλὴ ὑπόμνησι καὶ τίποτε ἄλλο. Παράδειγμα ὁ Ἰησοῦς μας. Μετὰ τὸ βάπτισμα ἀπεσύρθη στὴν ἔρημο καὶ ἐνήστευε. Ἐκεῖ ἐδέχθη τὴν ἐπίθεσι τοῦ σατανᾶ, μὲ τοὺς τρεῖς κορυφαίους πειρασμούς. Ὑπὸ ἁπλὴ ὑπόμνησι μόνο, τίποτε παραπάνω. Τὸν προκαλεῖ πρῶτα στὴν φιλαυτία. «Ἀφοῦ ἐπείνασες, δὲν τρῷς;» «Ναὶ – λέει – θὰ φάω ὅποτε θέλω ἐγώ. Τότε μόνο». Τί νόημα ἔχει αὐτό; Δὲν θὰ ὑποκύψω στὴ φιλαυτία τῆς ὀρέξεως, θὰ ὑποκύψω στοὺς ὅρους τῆς χρείας μόνο. «Θὰ φάω ὁπότε θέλω ἐγώ, ὄχι ὅποτε μοῦ πεῖς ἐσύ». Εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς χρήσεως, ὄχι τῆς παραχρήσεως. Ἀποδεικνύει δηλαδή, ὅτι ὁ ἄνθρωπος τρώει γιὰ νὰ ζῇ καὶ δὲν ζῇ γιὰ νὰ τρώῃ. Ἔρχεται ὁ δεύτερος πειρασμός, τοῦ ἐγωισμοῦ. Τοῦ λέει: «Ἀφοῦ εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, βάλε σὲ πειρασμό, εἰς ἐνέργεια τὴν Χάρι, νὰ ἀπόδειξης ὅτι ἀφοῦ εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ θὰ σὲ σώσῃ». «Ναὶ – ἀπαντᾶ – ἔτσι εἶναι. Ἀλλὰ δὲν θὰ πειράξω τὸν Θεό. Ξέρω ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας καὶ προνοεῖ, θὰ προνοήση Ἐκεῖνος, γιατὶ ξέρει πότε ἔχω χρεία, δὲν θὰ τὸν βάλω ἐγὼ σὲ πειρασμό». Αὐτὴ ἦταν ἡ δύναμι τοῦ σατανᾶ. Καὶ ἔφυγε, «καὶ ἄγγελοι προσῆλθαν καὶ διηκόνουν Αὐτῷ» (Ματθ. 4,11). Ἐδῶ ἐννοεῖται ἡ Χάρις τοῦ ἁγιασμοῦ.

Ὑπὸ μορφή, λοιπόν, μόνο προσβολῆς ἔρχεται ἡ ἁμαρτία. Ὅταν ὅμως ἡττηθῆ ὁ ἄνθρωπος κατ᾿ ἐπανάληψι, τότε πηγαίνει δυναστικὰ καὶ τὸν δένει καὶ τὸν σέρνει. Αὐτὴ εἶναι αἰχμαλωσία πλέον. Εἴπαμε ὅμως προηγουμένως πῶς γίνονται ὅλα αὐτά. Γιὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ νοῦς μας, μὲ ἀνοικτὰ τὰ μάτια νὰ παρακολουθῇ πόθεν τοῦ ἔρχονται οἱ προσβολὲς καὶ νὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ ἀμύνεται, πρέπει νὰ τὸν κρατήσωμε στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Εὐκολώτερος τρόπος τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν προσευχή, δὲν ὑπάρχει· γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐνομοθετήθη ὑπὸ τοῦ Παύλου τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι». Καὶ δὲν εἶναι παράξενο ὅτι τὸ εὑρίσκαμε αὐτὸ καὶ στοὺς ἁγίους Ἀγγέλους, ὅπου εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς ὑπάρξεώς τους, ἕνα ἔχουν νὰ κάνουν συνεχῶς, νὰ ὑμνοῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ λογικὰ ὄντα στὴν αἰωνιότητα, στὴν παλιγγενεσία, μεταφερόμενα στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ θὰ κάνουν. Καὶ ἐδῶ γιὰ νὰ χαρακτηρισθῆ ἕνας ἄνθρωπος ὅτι εἶναι ἀληθινὰ πνευματικός, πρέπει νὰ ἔχῃ μέσα του συνεχῆ εὐχή. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρανὸ δεῖγμα ὅτι πρόκοψε πνευματικά. Ἄρα ἡ ζωὴ τοῦ μέλλοντος εἶναι ἡ συνεχὴς εὐχή, συνεχὴς ἀνακύκλησι τοῦ θείου Ὀνόματος μέσα μας. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ δόξα μας καὶ ἡ ἀνάπαυσί μας. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶπα, γιὰ νὰ μὴν μᾶς φανῆ παράξενο γιὰ τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔχομε νὰ εἴμεθᾳ συνεχῶς «εὐκτικὰ ὄντα», νὰ προσευχώμεθᾳ πάντοτε. «Τίς σοφὸς καὶ συνήσει ταῦτα καὶ φυλάξει τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου;» Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς, ἔχομε ἐπιτακτικὸ καθῆκο νὰ ἐξασκήσωμε τὴν προσευχὴ μέσα μας, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό μας. Κρατώντας ὁ νοῦς τὴν προσευχή, εἶναι ξύπνιος καὶ βλέπει πόθεν ἔρχονται οἱ λογισμοὶ καὶ τί σκοπὸ ἔχουν τὰ ποικίλα τεχνάσματα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ προσπαθοῦν νὰ τὸν ἀπατήσουν. Ἡ μετάνοια ἀνακαλεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ κατάστασι καὶ τὸν φέρνει στὴν φυσική. Ὅταν ἔλθη ὁ ἄνθρωπος στὴν φυσικὴ κατάστασι, μακρὰν τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν, τότε τὸν τραβᾶ ἡ θεία Χάρις στὸ «ὑπὲρ φύσιν», ποὺ εἶναι ὁ ἁγιασμός. Εἶναι ἀδύνατο ὅμως νὰ ἐπιδράση πάνω του ἡ Χάρις καὶ νὰ παραμείνη μαζί του ἐὰν ἁμαρτάνῃ, διότι ἡ ἁμαρτωλότης εἶναι «παρὰ φύσιν» καὶ ὁ Θεὸς «ἐν σώματι καταχρέω ἁμαρτίας οὐκ εἰσελεύσεται». Ἑπομένως πάση δυνάμει, κάθε ἄνθρωπος, κάθε πιστός, πρέπει νὰ συγκρουστῆ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ ὅ,τι ἔχει γίνει μέχρι τώρα κατὰ λάθος, νὰ μὴν ἐπαναληφθῆ νὰ φθάση στὴν κατάστασι νὰ μὴν ἁμαρτάνῃ πρακτικὰ καὶ νὰ κλαίῃ γιὰ τὶς περασμένες ἁμαρτίες. Μὴ ἀμαρτάνοντας πρακτικά, παύει νὰ δανείζεται. Κλαίοντας γιὰ τὶς περασμένες ἁμαρτίες, πληρώνει τὰ παλαιὰ καὶ τότε ἰσορροποῦν οἱ σχέσεις του μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρακτικὸς τρόπος τῆς μετανοίας. Ἀφοῦ ἰσορροπήσουν οἱ σχέσεις μας μὲ τὸν Θεό, τότε ἐπιδρᾷ ἐπάνω μας ἡ θεία Χάρις, διότι «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω καὶ οἱ ἐξουθενοῦντες με ἀτιμασθήσονται». Εἶναι ἀδύνατο ἡ θεία Χάρις, ἡ ὁποία εἶναι μέσα μας, ὅταν τῆς δοθοῦν οἱ προϋποθέσεις, νὰ μὴν ἐνεργήση. Γι᾿ αὐτὸ ἐξ ἄλλου ὑπάρχει καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ προέκτασι τοῦ Ἰησοῦ μαζί μας, ποὺ λέει ὅτι «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας». Διὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν μυστηρίων προεκτείνεται μαζί μας καὶ συνεχίζει νὰ εὑρίσκεται πάντοτε μαζί μας, ὁποιανδήποτε ὥρα ἐπικαλεσθοῦμε τὴν συμπαράστασί Του.

Εἶναι τόσο ἁπλό. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀξιολόγηση τὶς ἐνέργειές του στὴν ζωὴ αὐτὴ καὶ νὰ μὴν χάνῃ οὔτε χρόνο, οὔτε χῶρο, οὔτε πρόφασι, οὔτε δύναμι ἀπὸ ὅσας διαθέτει ἡ ψυχοσωματική του ὀντότης καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῆς Χάριτος θὰ ἐπιτύχη τὴν σωτηρία του. Ἡ σωτήρια δὲν εἶναι φυσικὰ ἀποτέλεσμα τῶν ἔργων μας, αὐτὴ εἶναι «Ρωμαιοκαθολική» θέσι. Ἡ σωτηρία πηγάζει μόνο ἀπὸ τὸν Σταυρό, δωρεὰν καὶ τὰ ἔργα ποὺ κάνομε δὲν εἶναι γιὰ νὰ τὴν ἀγοράσωμε. Ἀλλοίμονο. Εἶναι βλάσφημο καὶ νὰ τὸ σκεφθῆ κανείς. «Τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α´ Ἰωάν. 1,7), ὄχι τὰ ἰδικά μας ἔργα. Ἡ ἀντίστασι πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ ἁμαρτωλότητα, δὲν εἶναι πρὸς ἐξαγορὰ τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ εἶναι στὸ νὰ δείξωμε χαρακτηριστικὰ τὴν προσωπικότητά μας, ὅτι εἴμεθα λογικὰ ὄντα καὶ δὲν ὑποκύπταμε στὴν παρὰ φύσι ζωή. Ἡ ἀρετὴ εἶναι φυσικὸ φαινόμενο, δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένο. Καὶ ἂν ἀπαίτησε ὁ Θεὸς νὰ γίνουμε ἐνάρετοι ἀπὸ ἁμαρτωλοί, αὐτὸ εἶναι ὑποβιβασμὸς γιὰ μᾶς, διότι αὐτὸ τὸ περιέχει ἡ φύσι μας. Ἡ ἀρετὴ εἶναι κατὰ φύσι μέσα στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου σὰν «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Ἔξω ἀπὸ τὴν ἀρετή, δὲν εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος, εἶναι ὑπάνθρωπος.

Οἱ ἀρετὲς ποὺ κάναμε, εἶναι γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν παρὰ φύσι ζωή, ποὺ μᾶς παρέσυρε ἡ ἁμαρτία καὶ μᾶς ἔρριξε ἐκεῖ μέσα. Τώρα πρέπει νὰ ἀνασυρθοῦμε ἀπὸ τὸν βόθρο τῆς κτηνώδους καταστάσεως καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀγωνιζόμεθα καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἀγοράσωμε τὴν σωτηρία. Αὐτὴ πηγάζει ἀπὸ τὰ μυστήρια καὶ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ θέσι τῆς θεολογίας ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ Πατέρες μας, οἱ ὁποίοι ἑρμηνεύουν πολὺ καλὰ καὶ τὸ θέμα, τὸν τρόπο ποὺ ὁ σατανᾶς προβάλλει τὴν ἁμαρτωλότητα. Δὲν εἶναι γιὰ νὰ μετρήση τὴν ἔκτασι τῆς ἁμαρτίας, ὅση καὶ ἂν εἶναι. Ξέρει αὐτός, ὅτι ἂν γυρίση ὁ πιστὸς καὶ πῇ στὸν Θεὸ «ἥμαρτον», τότε ἀμέσως τὸν συγχωρεῖ. Ἡ δύναμι τοῦ σατανᾶ καὶ ἡ ἐπιμονή του στὸ νὰ ρίξη τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία, εἶναι ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὴ θὰ ἔλθη ἡ ἀπόγνωσι, καὶ ἡ ἀπόγνωσι κρατᾷ τὴν κεφαλή, ποὺ εἶναι ἡ προθυμία καὶ παραδίδεται πλέον ὁ ἄνθρωπος ἄνευ ὅρων.

Καὶ τώρα καταλήγαμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ ἀπογοήτευσι, μετὰ τὴν ἁμαρτία, εἶναι μὲν ἐπακόλουθο φαινόμενο, ἀλλὰ «παρὰ φύσι»! Εἶναι ἀναγκαῖο κακό. Εἶναι ὅπως συμβαίνει στὸ παράδειγμα τοῦ τραύματος καὶ τοῦ πόνου. Μετὰ τὸ τραῦμα ἀκολουθεῖ πόνος. Πρέπει, πάσῃ σπουδῇ, ὁ ἄνθρωπος νὰ θεραπεύση καὶ τὸ τραῦμα καὶ τὸν πόνο. Ἀλλοιῶς θὰ φθαρῆ. Ἡ μετὰ τὴν ἁμαρτία ἀπογοήτευσι, ὅσο μεγάλη καὶ ἂν εἶναι ἡ ἁμαρτία, εἶναι διαβολικὸ φαινόμενο. Διότι θέμα ἀναμαρτησίας δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ ᾖλθε ὁ Θεὸς ξέροντας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι παναμαρτωλός, ἀπωλεσμένος καὶ ὑποβιβασμένος στὸν θάνατο καὶ τὴν καταστροφή. Ἦλθε ἑκουσίως ἐξ ἀγάπης, μόνος Του καὶ τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν ἐσήκωσε. Τώρα πῶς ἠμποροῦμε νὰ ποῦμε «εἴμεθα ἁμαρτωλοὶ καὶ δὲν εἴμεθα Ἅγιοι, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπελπιζόμαστε». Ἀφοῦ Αὐτὸς γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ᾖλθε καὶ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους. Μόνος του τὸ ὁμολογεῖ. Ἀπόδειξι ὅτι ἔδωσε τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας στὸν Πέτρο, ποὺ τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς καὶ δὲν τὰ ἔδωσε στὸν Ἰωάννη, τὸν ἐπιστήθιο καὶ ἠγαπημένο. Ὄχι γιατὶ ὑποβιβάζει ὁ Θεὸς τὴν ἀρετή, ἀλλὰ περισσεύει, ξεχειλίζει ἡ πατρική του στοργὴ στὸν ἀδύνατο καὶ τὸν συντετριμμένο καὶ στὸ ἀπολωλός. Καὶ ὑπὸ τὸ νόημα αὐτὸ πρέπει κανεὶς νὰ μὴν φοβᾶται καὶ νὰ μὴν παραδέχεται τὴν ἀπογοήτευσι καὶ ἀποθάρρυνσι σὰν ἐπακόλουθο τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ ὅπως τὸ ἐλατήριο νὰ πετάγεται ἐπάνω πάλι καὶ νὰ λέγῃ; «Ἥμαρτον,Θεέ μου, μὴ μοῦ τὸ γράφης, μετανοῶ» Καὶ ἔτσι μὲ θάρρος νὰ συνεχίζῃ τὸν καλὸ ἀγῶνα του, μὲ ἀκλόνητη τὴν πίστι στὴν Παναγάπη καὶ ἀγαθότητα τοῦ Ἰησοῦ μας. Ἀμήν.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ἀνάκληση εἰς μετάνοια
Αρέσει σε %d bloggers: