Μαγεία – Δαιμονισμός και Απολύτρωση

Αρχιμ. Σάββα Αχιλλέως.
ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΕΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

H ανθρωπότης ολόκληρος μαστίζεται από θεωρίας πολλών ει­δών. Ταλαιπωρείται από συστήματα φιλοσοφικά, υλιστικά, ορθολογιστικά κ.ο.κ. Από αυτά τα συστήματα εκπηγάζουν συμπεράσμα­τα, αποφάσεις, γνώμαι. Άλλα εξ αυτών χαρακτηρίζουν την πάλη της συνειδήσεως ως έλεγχο, που προέρχεται από κάποια σύγκρουσιν του αγαθού και του κακού.

H αμαρτία δια τα φιλοσοφικά αυτά συστήματα είναι απαράδεκτος. Εάν δε καταλήξουν στην απόφαση παραδοχής της αμαρτίας αποφαίνονται, ότι είναι άσκηση της ελευθέρας βουλήσεως του ανθρώπου. Να πράξη δηλαδή, το καλόν ή το κακόν.

Άλλοτε όμως διατυπώνουν άλλη θεωρία και δεν παραδέχονται την ύπαρξιν του κακού. Το κακόν λέγουν, δεν υπάρχει. Όλος ό κόσμος είναι καλός! Τέλος καταλήγουν, αφού διαπιστωθεί ή ύπαρξης και το μέγεθος του κακού, ότι ή παρουσία του αγαθού και του κακού έχουν την ιδίαν πηγή. Ως συμπέρασμα όλης αυτής της αλλοπρόσαλλης θεωρίας είναι ή άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου.

Πονηρά πνεύματα λέγουν και διάβολος και σατανάς, δεν υπάρχουν. Επίσης ισχυρίζονται, ότι ή κόλασης είναι ανύπαρκτος! Ως εκ τούτου αι αόρατοι πνευματικοί δυνάμεις του σκότους, που επιδρούν ποικιλοτρόπως επί των ανθρώπων, δια τον ορθολογισμό είναι ανύπαρκτοι.

Τέλος το συνονθύλευμα τούτο και το αποτέλεσμα των πάσης φύσεως θεωριών των ορθολογιστών έχει ως έξης: Διάβολος ή σατα­νάς ή εωσφόρος ή Βεελζεβούλ ή Βελίαρ και πονηρά πνεύματα ή δαίμονες κ.τ.λ. είναι δήθεν ή προσωποποίησης του κακού. Δηλαδή, οσάκις ο άνθρωπος θέλει να δώσει όνομα εις την ύπαρξιν του κακού αναφέρει ένα όνομα εξ αυτών και δι’ αυτού του ονόματος προσωποποιεί το κακό.

Λέγουν ακόμη, ότι ή φαντασία την οποίαν τρέφει εις μεγάλον βαθμό ό άνθρωπος, τον παρασύρει εις φαντασιώσεις. Το να επιζητεί επιμόνως να προλάβει το κακό, δημιούργησε τον μύθο της πραγματικής οντότητας και της υπάρξεως του σατανά.

Δεν απέχει της πραγματικότητας ή παραδοχή, ότι κατά τον μεσαίωνα υπάρχουν φοβερές δεισιδαιμονίες. Αλλά τούτο δεν σημαίνει ανυπαρξία του διαβόλου.

Οι αντιθέσεις σε κάθε είδους θέσεις που επικρατούν δημιουρ­γούν και ανάλογα προβλήματα. Δια να εύρουν την λύσιν των χρειάζεται μόνον ή ΑΛΗΘΕΙΑ. Επί του θέματος της φιλοσοφικής αρνήσεως της υπάρξεως του διαβόλου και της δεισιδαιμονίας των πολλών ή ΑΛΗΘΕΙΑ υπάρχει μόνο στην Αγίαν Γραφή.

Λυπηρό είναι το γεγονός, ότι άνθρωποι, που ασχολούνται με την επιστήμη της Θεολογίας, καθηγητές και ερευνητές οι ίδιοι της Αγίας Γραφής, αρνούνται την ύπαρξη του διαβόλου. Παρερμηνεύοντες τα χωρία της Αγίας Γραφής καταλήγουν στα συμπεράσματα όλως, ορθολογιστικά. Αρνούμενοι την ύπαρξη αοράτου πνευματικού κόσμου, αντιπροσωπεύοντας το κακόν, την ύπαρξη δηλαδή, του διαβόλου ή σατανά, υποστηρίζουν τούτο με σαθρά και γελοία επιχειρήματα.

Δεν είναι όμως προσβολή δι’ αυτούς να προσγειωθούν εκ του ύψους της υπερηφάνειας στην ταπείνωσιν. Τότε λαμβάνοντες χάριν από τον Θεόν, που δίδει χάριν στους ταπεινούς, θα αντιληφθούν, ότι ή ύπαρξη του διαβόλου μαρτυρείτε εις πλείστα χωρία της Αγίας Γραφής. Άλλωστε, δια ποιον λόγον κατήλθεν εκ των ουρανών ό Υιός και Λόγος του Θεού; Δια ποίον λόγον εγένετο άνθρωπος; Ποία αφορμή εδόθη στον Θεόν, δια να σταυρωθεί εκουσίως υπέρ ημών; Άρνησης υπάρξεως του διαβόλου σημαίνει άρνηση της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος του κόσμου, του γλυκύτατου Ιησού.

Το συμπέρασμα είναι, ότι ή άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου είναι μεγάλη βλασφημία κατά του ιδίου του Θεού. Ή παραδοχή εκ μέρους της Εκκλησίας της υπάρξεως αοράτου πνευματικού κόσμου, δηλαδή, αγαθών και πονηρών πνευμάτων, αγγελικού κόσμου και δυνάμεων του σκότους, υποστηρίζεται σαφώς υπό της Αγίας Γραφής. Χαρακτηριστικό της ακλόνητου αυτής ΑΛΗΘΕΙΑΣ είναι, ότι πάντες οί πατέρες της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων και των μετά ταύτα, ασκητικοί πατέρες, νηπτικοί πατέρες, αναχωρητές πατέρες, μεγάλοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας και τοπικοί Σύνοδοι, οί πάντες και τα πάντα ομιλούν περί δαιμόνων, σατανά, πονηρών πνευμάτων και σκοτεινών δυνάμεων.

Επίσης περί της υπάρξεως των αγαθών πνευμάτων δηλαδή των αγγελικών ταγμάτων του ουρανού, παρέχει πλείστας μαρτυρίας ή Αγία Γραφή Παλαιά και Νέα. Αναφέρονται δε και αγγελικά ονόματα, ως των Αρχαγγέλων Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ.

Περί της εν ουρανοίς απροσδόκητου αναταραχής και αναστατώσεως ομιλεί ό Απόστολος Ιούδας ό Αδελφόθεος. Περιγράφει την υπερήφανο στάση μιας μερίδας των ουρανίων δυνάμεων. Αυτοί λέγει, «δεν διαφύλαξαν την αρχική αυτών αγνότητα και αγιότητα, το ψηλό αγγελικόν αξίωμα…». Δι’ αυτό τονίζει, ότι ό Παντοδύναμος Θεός, «εις κρίσιν μεγάλης ημέρας δεσμοίς αιδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν», «τους έχει φυλάξει δεμένους με τα αιώνια και σκοτεινά δεσμά της βαρείας ένοχης των, δια να δικαστούν κατά την μεγάλην εκείνη ημέρα της κρίσεως» (Ίούδ. 6) και (Β’ Πέτρ. 2,4) (Έφεσ. 6,11).

Το ανύπαρκτο έως τότε βαρύ αμάρτημα της υπερηφάνειας δημιούργησε την τάξιν των πονηρών πνευμάτων. Ή αγαθότητα των αγγελικών τούτων δυνάμεων, μετεβλήθη σε άκρα κακίαν και πονηρία. Ή λάμψη του ουρανίου φωτός, που περιέβαλλε τα φωτόμορφα πρόσωπα των αγγέλων μετεβλήθη σε σκότος δια τους αποστάτας.
Δια της πτώσεως δε ταύτης δημιουργήθηκε το αντίθετο στρατόπεδο το εχθρευόμενο δια παντός τα έργα του Θεού. Πάσα αρετή καταδιώκεται έκτοτε. Το θέλημα και πασά θεϊκή εντολή του Δημιουργού έχει αντιμέτωπο τον διάβολο.

Την αλήθεια αυτήν της Αγίας Γραφής πολλοί δεν παραδέχονται αλλά απορρίπτουν. Επιζητούν δε να θεμελιώσουν την θεωρίαν των επί της ιδιότητος της άκρας αγαθότητας και τελειότητας και αγάπης του Θεού. Ό Θεός, λέγουν, είναι πηγή αγαθότητας. Ή πηγή αυτή δεν πηγάζει πονηρία και κακίαν. Πώς λοιπόν, προήλθε εκ της θεϊκής ταύτης πηγής τόση πονηρία και τόση κακία και περιεβλήθησαν ταύτην τα πρόσωπα των αγγέλων; Είναι δυνατόν οί άγγελοι να είναι έμβλημα κακίας;

Επί του σημείου τούτου δυνάμεθα δι’ ολίγων να απαντήσουμε:

Οι άγγελοι του ουρανού είχον, όπως και κάθε άνθρωπος το ανεκτίμητο δώρο της ελευθερίας. Ή ηθική αυτή ελευθερία έδιδε στους αγγέλους την ευκαιρία να παραμείνουν αιωνίως μετά του Θεού ή να απομακρυνθούν απ’ Αυτού. Όπως απαράλλακτα και εις τον άνθρωπον. Υπήρχε ή ελευθέρα βούλησης του ανθρώπου και ή δυνατότητα να μην πεθάνει αλλά να παραμείνει αθάνατος. Να αμαρτήσει ή να μην αμαρτήσει. Ό Θεός σέβεται το δώρο τούτο της ελευθερίας.

Τόσον όμως οι άγγελοι, τα λειτουργικά αυτά πνεύματα, όσον και οι άνθρωποι έκαναν κακήν χρήσιν της ελευθερίας των. Φυγάδευσαν την επικρατούσαν ειρήνη. Αληθώς βασίλευεν απέραντος ειρήνη τόσον εις τους αγγέλους του ουρανού όσον και εις τους πρώτους ανθρώπους τον Αδάμ και την Εύα.

Αλίμονο όμως! Εισέρχεται πρώτον στους αγγέλους το αμάρτημα της υπερηφάνειας. Το φρικτότερο πασών των αμαρτιών αμάρτημα. Πώς εισήλθεν; Μυστήριον μέγα παραμένει ή εμφάνισης της αμαρτίας.

Υπερηφανεύεται ό ωραιότερος των αγγέλων. Ό Εωσφόρος λέγει εν τη διάνοια αυτού. «Αναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστω» (Hσαΐου 14,14). Το αμάρτημα τούτο είναι μέγα. Εξεδίωξε την επικρατούσαν ειρήνη των ουρανίων δυνάμεων. Σύγχυσης και αναταραχή. Τα αγγελικά ουράνια τάγματα διαχωρίζονται. Το μεν ένα μέρος παραμένει ασάλευτο στην αρετή. Επικρατεί σε αυτό ή ειρήνη. Το δε έτερον ακολουθεί τον Εωσφόρο. Αποδέχεται τα υπερήφανα διανοήματα του. Θορυβείται, ταράσσεται, εκπίπτει εκ του ουρανού εις την γην.

«Πώς έπεσε εκ του ουρανού ό Εωσφόρος, ό πρωί ανατέλλων; Συνετρίβη εις την γην ό αποστέλλων προς πάντα τα έθνη;» (Ησαϊου 14,12) έπεσε ευθύς ως αστραπή. «Εθεώρουν τον σατανά ως αστραπή εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. 10,18).

Μέτωπο εχθρικό δημιουργήθηκε έκτοτε κατά του Θεού και του ανθρώπου. Επί κεφαλής όλων των δαιμόνων ευρίσκεται ως αρχηγός ό «γέρο διάβολος», ως αποκαλούν τον Εωσφόρο οι δαίμονες. Είναι ό ανώτερος όλων κατά «την δύναμιν, την εξουσία, την νοημοσύνη Φέρει διάφορα ονόματα ό αντίδικος. Σατάν ή σατανάς (ήτοι εχθρός, αντίδικος, αντικείμενος), διάβολος, δηλαδή, ό διαβάλλων. Πονηρός, ό άρχων των δαιμόνων, ό άρχων της εξουσίας του αέρος. Βεελζεβούλ, αρχαίος όφις (ό πλανήσας την Εύα), δράκων» «Ή Αγία Γραφή ομιλεί περί αυτού πλείστος όσας φοράς και τον ονομάζει με εν από τα ονόματα ταύτα».

Εχθρός άσπονδος κατά του Θεού και του ανθρώπου παραμένει έκτοτε ό διάβολος. Το μίσος του κατά του ανθρώπου, δεν περιγράφεται. «Εάν με άφηνε, λέγει, (εννοεί τον Θεόν) μόνον ένα λεπτό της ώρας ελεύθερον θα εξαφάνιζα ολόκληρο τον πλανήτη της γης».

Μετεβλήθη ή δημιουργήθηκε ο διάβολος;

Εις το ερώτημα τούτο υπάρχει Σύγχυσης. Ως εκ τούτου ή απάντησης δεν υπάρχει εκτός της Αγίας Γραφής. Ό ορθολογισμός, ό υλισμός, ή απιστία, ή αθεΐα και είτι έτερον σύστημα και θεωρία δίδουν διαφόρους απαντήσεις. Ημείς όμως την απάντηση έχομεν εκ της πηγής της αληθείας, δηλαδή, εκ του λόγου του Θεού. Ή Αγία Γραφή, οί πατέρες και ή δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας παρου­σιάζουν την ύπαρξιν των πονηρών πνευμάτων και ότι «ταύτα επλάσθησαν εν αρχή ως και οι λοιποί άγγελοι αγαθοί». Ό διάβολος ήτο αγαθός άγγελος και πάντα τα πονηρά πνεύματα. «Εξέπεσαν δε εκ του αρχικού ύψους αυτών υπερηφανευθέντες».

Πώς πλανήθη ό άνθρωπος από τον διάβολο; Ή πτώσης του διαβόλου είχε συνέπεια και ως προς τον άνθρωπον. Ό πεπτωκός και πονηρός πλέον Εωσφόρος «συνέλαβε το σχέδιο της παραπλανήσεως του ανθρώπου.

Ή όλη εικόνα του διαβόλου αποκλείει να δημιουργήθηκε υπό του Θεού ως κακός. Αντιθέτως, όταν δημιουργήθηκε, περιεκοσμήθη υπό αγιότητας από τον Θεόν. Πλην όμως εγένοντο οί πρώην αγαθοί άγγελοι «επινοηταί του κάκου και διέστρεψαν εαυτούς ανεπανορθώτως και ούτω κατέστησαν πηγή και ζώσα αρχή του κάκου».

Επιβουλεύονται έκτοτε την σωτηρίαν του ανθρώπου. Δεν δύνανται όμως να κατανικήσουν και να αφανίσουν τον άνθρωπον. «Διότι ή δύναμις του διαβόλου είναι περιορισμένη και παρά πάντα «τον θύμο», αυτού «μείζων ό εν ημίν» Κύριος ή «ό εν τω κοσμώ» διάβολος, ό γεννηθείς δε εκ του Θεού τηρεί εαυτόν και ό πονηρός ούχ άπτεται αυτού» (Α’ Ίωάν. 3,8. Ίούδ. 6. Β’ Πέτρ. 2,4. Α’ Τιμ. 3,6. Έφεσ. 2,2. Α’ Ίωάν. 3,12-13. Β’ Κορινθ. 2,10. Α’ Πέτρ. 5,8. Β’ Κορ. 4,4. Αποκ. 20,10 Ιακώβ. 4,7. Άποκ. 12,11 Α’ Ίωάν. 4,4 και 5,18).

Την άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου «των νεωτέρων θεολογούντων» απορρίπτει δια των λόγων του ό Απόστολος και Θεολό­γος Ιωάννης: «εις τούτο εφανερώθη ό Υιός του Θεού, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου» (Α’ Ίωάν. 3,8). Δεν θα Υπήρχε ανάγκη να έλθει εις τον κόσμον ό Υιός του Θεού εάν ό διάβολος δεν είχε δημιουργήσει αμαρτωλά έργα εις βάρος του ανθρώπου.

Ή πτώσης των δαιμόνων και ή μεταβολή αυτών από αγαθών πνευμάτων εις πονηρά πνεύματα είναι «φρόνημα καθολικό και ομόφωνο πάντων των πατέρων και Εκκλησιαστικών συγγραφέων». Καθ` ότι οι δαίμονες δημιουργήθησαν υπό του Θεού «ουκ εν τη κα­τασκευή έχοντες το ακάθαρτο», «ουδέ φύσει πονηροί γεγονότες, άλλ’ αγαθοί όντες και έπ’ αγαθώ γενόμενοι και μηδόλως εν εαυτοΐς παρά του δημιουργού κακίας εσχηκότες ίχνος», «αυθαίρετον όμως εν τούτω έχοντες την ζωήν και έπ’ αυτοίς κειμένη την έξουσίαν ή παραμένει εν τω Θεώ ή αλλοτριωθήναι του αγαθού» ουκ «έμειναν εν οίς αυτούς εποίησε και διέταξεν ό Θεός, άλλ’ ενύβρισαν» «εκπεσόντες των ουρανών» (Ιδε Δογμ. Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑ σελ. 443 Τόμ. Α’).

Τα πονηρά πνεύματα έχουν την δυνατότητα να παρενοχλούν τους ανθρώπους όχι μόνον έξωθεν υποβάλλοντες εις αυτούς μύριους αισχρούς λογισμούς αλλά και να εισέρχονται και να διεισδύουν εντός αυτών. Έχουν ακόμη την δυνατότητα να αναμειγνύουν τας πο­νηρίας αυτών εις τα έργα εκείνων, που ως υπηρέται του Θεού υπηρε­τούν το θεϊκό σχέδιο επί της γης. Αγωνίζονται δε παντοιοτρόπως, όπως παραπλανήσουν αυτούς και τους παρασύρουν εις την απώλεια και τον αιώνιο θάνατο.

Γενικώς εργάζονται μετά μανίας εναντίον των ευσεβών και πι­στών ανθρώπων. Μετέρχονται πάσα δολιότητα, πάσα πανουργία, πάσα μέθοδο και πάσα κακίαν, δια να παραπλανήσουν τους ανθρώπους και να τους περιπλέξουν εις αφάνταστους περιπέ­τειας.

Οι δαίμονες δεν είναι τυφλά και αλόγα όντα. Δεν είναι ανύπαρκτοι ή ζωώδεις υπάρξεις. Είναι πνεύματα λογικά, οντότητες με πανουργία αφάνταστο. Δια τούτο βλέπομε να ομιλούν, να απαντούν εις τας ερωτήσεις, να παρακαλούν, να ζητούν και να ικετεύουν όπως μη απέλθουν πρόωρος εις την άβυσσο της κολάσεως. Τους βλέπουμε ακόμη να υποτάσσονται, να φοβούνται, να τρέμουν, να χρησι­μοποιούν το ανθρώπινο σώμα όπου εισέρχονται και κατοικούν δια να ομιλούν δια μέσω αυτού, να εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως και να κάνουν σατανικά θαύματα. Υποκρίνονται δε και υποδύονται άλλοτε τον ρόλο του άρρενος και άλλοτε τον ρόλο του θήλεως, όπως χαρακτηριστικώς επισημαίνει ό Μ. Βασίλειος όταν λέγει: «Φοβήθητι, φύγε, δραπέτευσαν, αναχώρησαν δαιμόνιον ακάθαρτων… ή ως άρσεν, ή ως θήλυ…» («Ιδε Έξορκ. Μ. Βασιλ.).

Ό αρχέκακος διάβολος, ως θα είπωμεν λεπτομερέστερων εις την συνέχεια, δεν διακρίνεται ευκόλως, όταν εισέλθη εις τον άνθρωπο. Εμφανίζεται κατ’ αρχάς ως μία μικρά ασθένεια, ή οποία συν τω χρόνο αυξάνεται και παραμένει απροσδιόριστος. Ολίγον δε κατ’ ολίγον από φυσιολογική ασθένεια, που εθεωρείτο κατ’ αρχάς, εμφανίζεται ετέρα δύναμις εντός του οργανισμού του ανθρώπου, που τον κατευθύνει εις πράξεις αποστροφής και αφανισμού. Είναι δε ικανά τα πονηρά πνεύματα να κάνουν τοιαύτην κατοχή εις τον ανθρώπινο οργανισμό και να ενισχύονται με περισσότερος δυνάμεις κατα­λήψεως του ανθρώπου με χιλιάδας δαιμόνων. Ή λεγεώνα, που κατοικούσε εις τον δαιμονισμένο των Γαδαρηνών, είναι ενδεικτική. Έχομε περιπτώσεις, που αντί της μιας λεγεώνας υπάρχουν δύο και τρεις λεγεώνες δαιμονίων εντός του ανθρώπου.

Ολόκληρος ό οργανισμός του ανθρώπου καταλαμβάνεται υπό των δαιμόνων. Άπτονται τότε του νευρικού συστήματος. Του αίματος, των σπονδύλων, των φλεβών, των αρθρώσεων, των οφθαλμών, των αρτηριών, των ονύχων, των τριχών της κεφαλής.

Ίσως πάσα νευρική διαταραχή να είναι έργο επιδράσεως του διαβόλου επί του ανθρωπίνου οργανισμού. Είναι «ό απτόμενος των νεύρων και των αρτηριών» ως επισημαίνεται χαρακτηριστικώς υπό των ευχών της Εκκλησίας.

Παρατηρούνται περιπτώσεις ασθενών, που εκδηλώνουν παντε­λή άρνηση οιασδήποτε κινήσεως. Αρνούνται να αναπτύξουν και την παραμικρά πρωτοβουλία. Τονίζομε ιδιαιτέρως εκ πείρας, ότι αι περιπτώσεις δαιμονισμού, ως επί το πλείστον, έχουν ως αίτια την αμαρτία. Ή αμαρτία συνοδεύεται πάντοτε από την πλάνη, το ψεύδος και την εν γένει απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεόν.

Δεν είναι εύκολος ή απελευθέρωση από τους όνυχας ενός τοιού­του ασπόνδου εχθρού, ως είναι ό διάβολος. όταν λαβή έξουσίαν διότι άνευ της αδείας του Θεού ούτε εισέρχεται εις τον άνθρωπο ούτε εξέρχεται από αυτόν, και εισέλθει εις τον ανθρώπινο οργανισμό ό διάβολος λόγω της αμαρτίας, δεν είναι εύκολος ή εκδίωξης αυτού. Τα βάσανα της κολάσεως, το πυρ το αιώνιο, το σκότος το εξώτερον και το ψηλαφητό δεν υπάρχουν εις την γη. Δια τον σκοπό τούτον επαναπαύεται ό διάβολος εις τον άνθρωπο. Τον κατατρώγει ολίγον κατ’ ολίγον έως να καταλάβει την ψυχή του. Παραχωρείται δε ή αδεία εις τον διάβολο να εισέλθει εις τον άνθρωπο δια παιδαγωγικούς κυρίως λόγους. Δια της δοκιμασίας αυτής ό άνθρωπος πλησιάζει τον Θεόν. Αναγκάζεται δια της δοκιμασίας να κατασπασθή την προσευχήν, την νηστεία, τον εκκλησιασμό, την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Ιερών βιβλίων. Έργον το όποιον ουδέποτε θα επιχειρούσε εάν ό διάβολος δεν καταπίεζε την ζωή του.

Τας μεθόδους του διαβόλου έχομε παρακολουθήσει εις μέγα πλήθος περιπτώσεων. Αναρίθμητοι είναι αϊ παγίδες του προκειμέ­νου να κυριάρχηση επί του ανθρώπου. Διαθέτει πείρα χιλιετιών και είναι ό παμπόνηρος πρόθυμος να ειπεί 999 αληθείας, δια να αναμίξει με αυτάς ένα ψεύδος και να γίνει πιστευτός.

Αυτό το ψευδός είναι δυνατόν να κατακρημνίσει πάσα προηγούμενη αλήθεια. Αλλάζει δε ό παμπόνηρος διαρκώς μορφές. Τώρα γίνεται φίλος και σύμμαχος του αντιπάλου του. Μετ’ ολίγον εχθρός και επίβουλος αυτού. Τώρα επαινεί και εντός ολίγου δυσφημεί. Την μίαν στιγμήν ανυψώνει και εντός ολίγων δευτερολέπτων καταβιβάζει τον αντίπαλο του έως του Άδου. Την αγιότητα με την οποίαν στεφανώνει τον αντίπαλο και μαχόμενο εναντίον του μετ’ ολίγον μεταβάλλει εις απόγνωσιν και ειρωνεία αφάνταστο.

Εάν στην προσπάθεια του, ό διάβολος, να κατακρημνίσει τον αντίπαλο του στην απώλεια πετύχει του σκοπού του, τότε το ψευδός που απεδέχθη ό καταπολεμών αυτόν μεταβάλλεται εις όλεθρο και καταστροφή. Ό διάβολος εις πλείστας περιπτώσεις έχει επιτυχία. Ή μεγαλύτερα επιτυχία του διαβόλου, διάσπαρτος εις τους περισσοτέρους ανθρώπους, είναι ή βεβαιότης που κατόρθωσε να ενσπείρει εις τας ψυχάς των, ότι δεν υπάρχει.

Τότε ή επιτυχία του διαβόλου είναι εξασφαλισμένη άνευ αμφιβο­λίας. Αυτήν την επιτυχία του διαβόλου ανατρέπει πλήρως και εκ του ασφαλούς το φως του Ευαγγελίου. Ή αλήθεια περί της υπάρξεως του διαβόλου αποκαλύπτεται πλήρως υπό του Ευαγγελίου. Αυτή ή Ευαγγελική αλήθεια, το φως της Αγίας Γραφής, τα θεόπνευστα λόγια, αυτά προφυλάττουν τον άνθρωπο από τον διάβολο. Δια της μελέτης της Αγίας Γραφής, ό άνθρωπος αποφεύγει τας παγίδας του διαβόλου.

«Λέγει ό Χρυσόστομος ότι στο σπίτι εκείνο όπου είναι Ευαγγέλιον εκεί δεν εμβαίνει ό διάβολος. «Ει γαρ εν οικία ένθα αν Ευαγγέλιο ή κείμενον, ου τολμήσει προσελθείν ό διάβολος πολλώ μάλλον ψυχής νοήματα τοιαύτα περιφερούσης ούχ αψεταί ποτέ, ουδέ επιβήσεται δαίμων ούχ αμαρτίας φύσις» (Όμιλ. 32, εις το κατά Ίωάν.), οί δε παλαιοί Χριστιανοί, είχον και από τον λαιμό τους κρεμασμένα μικρά αγία Ευαγγέλια εις προφύλαξη τους και μάλιστα αι γυναίκες και τα παιδία, ως μαρτυρεί ό αυτός Χρυσόστομος» (Ιδε Χρηστοήθεια των Χριστιανών Ν. Αγιορ. σελ. 228-229).

Είναι φανερό, ότι ό διάβολος ουδέποτε οπισθοχωρεί ειμή μόνον εν τω ονόματι ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, εις το όποιον «πάν γόνυ κάμπτει επουρανίων και επιγείων και καταχθόνιων». Το όνομα, το υπέρ παν όνομα του Ιησού αποτελεί ακατανίκητο δύναμιν κατά του διαβόλου. Είναι άξιον ιδιαιτέρας προσοχής ή παρατήρησης του αγίου Ιουστίνου και μάρτυρος, ό όποιος επιγραμματικός αναφέρει «ότι ανα­ρίθμητοι δαιμονιζόμενοι ανά τον κόσμον ολόκληρο θεραπεύθηκαν από Χριστιανούς, οί οποίοι εξώρκιζον εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού…». τούτο μετά μεγάλης χαράς ανέφεραν οι μαθηταί, όταν επέ­στρεψαν εκ της περιοδείας των, που απεστάλησαν υπό του Κυρίου. «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσονται ημίν εν τω ονόματι Σου».

Φάρμακο απολυτρώσεως εκ της καταδυναστείας του διαβόλου είναι ή πίστης εις τον σταυρικό θάνατον του Χριστού και το θεϊκό Του Αίμα, που εχύθη επί του Γολγοθά. Με το μέγα τούτο εφόδιο, όταν ό άνθρωπος χρησιμοποίηση την θέλησίν του και αντισταθεί στον διάβολο, κατά την αποστολική επιταγήν «αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται άφ’ ημών» (Ιάκωβο. 4,7), απελευθερώνεται από τα δεσμά του.

«Ό Θεός δεν ενεργεί εις τον άνθρωπο άνευ της συγκαταθέσεώς του. ούτε υποκαθιστά την θέλησίν του και την συγκατάθεση του δια της θεϊκής Του ενεργείας». Ό Θεός συμμαχεί μετά του ανθρώπου και γίνεται συνεπίκουρος και συνεργάτης του κατά του διαβόλου, ό­ταν ό άνθρωπος τον επικαλεσθεί και ζήτηση την βοήθειάν Του. Ό Θεός δεν θαυματουργεί άνευ της συγκαταθέσεώς του ανθρώπου. Αναγνωρίζει ό Θεός, ότι είναι αδύνατος ό άνθρωπος και συγκαταβαί­νει. Δηλαδή, κατέρχεται από τους ουρανούς εις βοήθειαν του ανθρώπου καθ’ ότι ό άνθρωπος αδυνατεί να ανέλθει εις τους ουρανούς. Πα­ραμένει εις μίαν απόσταση άνωθεν και αναμένει τον άνθρωπο να ανέλθει, δια της πίστεως του και της απολύτου εμπιστοσύνης του εις τον Θεόν. Τότε, ανερχομένου του ανθρώπου και συγκαταβαίνοντας του Θεού ενώνεται ή πίστης με την χάριν του Θεού και αμέσως επιτελείται το θαύμα.

Ακατανίκητο επίσης φάρμακο κατά του Διαβόλου παραμένει πάντοτε ή συνταγή που εδόθη απ’ ευθείας υπό του μόνου ιατρού των ψυχών και των σωμάτων. Ό Θεός διαβεβαίωσε τους μαθητάς Του, ότι το γένος τούτο του διαβόλου «εν ούδενί εξέρχεται ειμή εν προσευχή και νηστεία», που συνοδεύονται δια της ακλόνητου πίστεως.

Έχομε δύο ειδών προσευχάς, τας οποίας εάν δεν χρησιμοποιήσει ό πάσχων υπό των πονηρών πνευμάτων, δεν απελευθερώνεται.

Είναι

α) ή ατομική ή προσωπική προσευχή, που ολοκληρώνεται με την λεγομένη προσωπική προσπάθεια και

β) ή προσευχή της Εκκλησίας.

Δια τον σκοπό αυτόν, ή Εκκλησία οφείλει να ανάπτυξη όλη την δύναμίν της, που της εδόθη πλουσίως υπό του Θεού εις τον τομέα τούτον. Έχει υποχρέωση. Και είναι μέγα το αμάρτημα της αρνήσεώς της, να μη βοηθάει δηλαδή και να μη συμπαρίσταται και να μη συμπάσχει μετά των ασθενών προσώπων, που δοκιμάζονται φρικτώς από την κυριαρχία των ακαθάρτων πνευμάτων.

Ή Άρνησης ό φόβος ή κόπωση ή αδιαφορία καταδικάζον­ται από τον δικαιοκρίτη Θεό. Δεν επιτρέπεται ό στρατιώτης του Μεγάλου Βασιλέως, που έλαβε ως Ακατανίκητο όπλον την χάριν της ιεροσύνης, να βλέπει τον παμπόνηρο εχθρό της Εκκλησίας του Χριστού και να οπισθοχωρεί ή να παραδίδει τα όπλα. Ό διάβολος μόνον απειλεί. Ουδέποτε καταβάλλει τον στρατιώτη του Χριστού, όταν ό στρατιώτης ενός τοιούτου αοράτου και σημαντικού πολέμου είναι αποφασισμένος να πολεμήσει.

Εκείνος, που πιστεύει εις την παντοδυναμία του Θεού, ουδέπο­τε καταβάλλεται υπό του εχθρού. Διότι «ό Θεός της ειρήνης συντρί­ψει τον σατανά υπό τους πόδας ημών εν τάχει» (Ρωμ. 16,20). Οι σκοτεινές δυνάμεις δεν είναι εις θέση να καταβάλουν το θάρρος και την τόλμη εκείνου, που πιστεύει στην παντοδυναμία του Θεού. Διότι έχει σύμμαχο, υπερασπιστή και βοηθό και σκεπαστή τον παντοδύναμο Θεόν, «και πεποιθώς έπ’ Αύτω τροπούται τούτον», κατανικά δηλαδή ολοσχερώς τον διάβολο.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μαγεία – Δαιμονισμός και Απολύτρωση
Αρέσει σε %d bloggers: