ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΛΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ

  Είναι γεγονός ότι ο κάθε χριστιανός, και δη ο κληρικός, οφείλει να φλέγεται από «θείον έρωτα» προς τον Χριστό. Η καρδιά του ποιμένος της Εκκλησίας είναι η πνευματική εκείνη ηλεκτροπαραγωγός μηχανή, η οποία εφ’ όρου ζωής μεταδίδει το ρεύμα της φιλοστοργίας προς δύο κατευθύνσεις. Πρώτα μεν προς τα πνευματικά του τέκνα, το ποίμνιο το λογικό του κληρικού, και δεύτερον προς τους υπολοίπους κληρικούς συναδέλφους του, προς τους συμποιμένας.
«Ουκ αν λάβης παρά του μη έχοντος» διαβάζουμε στους Νεκρικούς διαλόγους Χάρωνος και Μενίππου του Λουκιανού. Καθ’ όμοιο τρόπο δεν πρέπει να περιμένουμε, από τον χαλαρώς συνδεόμενο μετά του Κυρίου κληρικό, να γεμίζει αγάπη στο περιβάλλον όπου ζει και κινείται.
Αλλά, όπως λέει ο προφήτης Ιεζεκιήλ (κεφ. 34 στ. 10), ο Άγιος Θεός μια μέρα θα ζητήσει λόγο από τους κληρικούς για την ενδεχόμενη ψυχική καταστροφή των ψυχών που τους ενεπιστεύθη.
Το έργο της διαποιμάνσεως των πιστών αποτελεί λειτούργημα και όχι επάγγελμα. Ο απ. Παύλος, ο ι. Χρυσόστομος, ο Μ. Βασίλειος και όλοι οι άλλοι Πατέρες και άγιοι ένοιωθαν τον εαυτό τους ως δούλο του Χριστού και συνεχιστή του έργου του αρχιποίμενος Χριστού. Σ’ εμάς, τους συγχρόνους κληρικούς, οι οποίοι οφείλουμε να τους μιμηθούμε, απομένει να διδαχτούμε από το παράδειγμά τους. Άλλωστε, -κι αυτό θα φανεί από την ανάπτυξη της παρούσης εργασίας-δεν έπαψαν να υπάρχουν και στους χαλεπούς καιρούς μας άγιοι, ομολογητές, καλοί ποιμένες που ενδιαφέρονται για τη σωτηρία των πιστών που τους εμπιστεύθηκε ο Κύριος την ημέρα που τους καλούσε στον υπερμέγιστο βαθμό της Ιερωσύνης.
Πολλούς θα μπορούσαμε να αναφέρουμε. Όμως θα αρκεστούμε στην ενασχόλησι με τη δράση ορισμένων μόνο συγχρόνων παραδειγμάτων καλών ποιμένων εκ των πολλών που υπάρχουν. Κι όταν λέμε σύγχρονα παραδείγματα δεν εννοούμε βεβαίως πρόσωπα που βρίσκωνται στη ζωή, γιατί τούτο ίσως θίξει το ταπεινό τους φρόνημα, αλλά πρόσωπα που εκοιμήθησαν οσιακά εν Κυρίω ή και αγίασαν.

ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ   (1759-2/1/1833)

    Αν και ο άγιος αυτός δεν είναι και τόσο σύγχρονος, καθ’ ότι έζησε και ποίμανε στη Ρωσία κατά τα τέλη του 18ου έως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, προβαίνουμε στην αναφορά και του παραδείγματος τούτου, διότι πιστεύουμε ότι θα αποδειχτεί πολύ χρήσιμο για μας τους νεωτέρους ποιμένας της Εκκλησίας του Χριστού.
Όσοι έχουμε μελετήσει το βιβλίο του αρχιμ. Τιμοθέου, «ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ», των εκδόσεων Ιεράς Μονής Παρακλήτου, γνωρίζουμε με κάθε λεπτομέρεια το βίο του αγίου αυτού πατρός. Ο βίος του είναι μεγάλος. Γι’ αυτό εμείς εδώ θα αναφερθούμε στον άγιο ως καλό ποιμένα που αγαπούσε τους πάντας, ακόμα και τους εχθρούς του, κατά το παράδειγμα του Κυρίου. Ο καλός ποιμήν, άλλωστε, αγαπά τους πάντας. Και ο Σεραφείμ ήτο άνθρωπος αγάπης. Και θα αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα της ζωής του που αποδεικνύει αυτή την αγάπη.Μια μέρα που ο π. Σεραφείμ, γυρνούσε στο κελλί του από το δάσος όπου είχε πάει για να μαζέψει καυσόξυλα, έπεσε σε ενέδρα ληστών, οι οποίοι νόμιζαν ότι κατέχει χρήματα στο κελλί του από τους πάμπολλους επισκέπτες; του. Όμως, χρήματα δεν βρήκαν, αφού ο άγιος ήταν ολοκληρωτικά ακτήμων και αφιλάργυρος και δεν έπαιρνε από κανέναν επισκέπτη του χρήματα. Έτσι τον χτύπησαν άδικα γι’ αυτούς, τόσο πολύ που τον άφησαν «ημιθανή τυγχάνοντα». Άργησε πολύ να συνέλθει. Μετά από μέρες συνέλαβαν τους ενόχους και επρόκειτο να τους τιμωρήσουν πολύ αυστηρά. Ο άγιος όμως είχε αντίθετη γνώμη, ήθελε να τους αφήσουν ελεύθερους. «Όποια κι αν είναι η προσβολή, έλεγε, δεν πρέπει κανείς να εκδικείται. Αντίθετα πρέπει να συγχωρεί τον ένοχο με όλη του την καρδιά, ακόμα κι αν η καρδιά αντιστέκεται σ’ αυτό… Πρέπει να τον αγαπά, κι όσο το δυνατόν να του κάνει καλό». Οι Αρχές έτσι δεν τους τιμώρησαν. Η Θεία Δικαιοσύνη, όμως, τους παιδαγώγησε. Κατά τη διάρκεια πυρκαϋιάς κάηκαν τα σπίτια τους. Αυτό όμως έκανε τους πρώην δολοφόνους τους αγίου να μετανοήσουν. Έπεσαν στα πόδια του αγίου και του ζήτησαν συγχώρεση. Ο άγιος τους συγχώρεσε και έτσι με την αγάπη του αγίου λυτρώθηκαν τόσες ψυχές από αιώνια κόλαση.
Το θαύμα, όμως, αυτό της μεταστροφής των ληστών, οφειλόμενο στην αγάπη του αγίου, είναι μόνο ένα από τα πάμπολλα που διενήργσε η Χάρις του Κυρίου δια χειρός του ταπεινού του δούλου Σεραφείμ. Υπάρχουν και τόσα άλλα που είναι αδύνατον να αναφερθούν εδώ.

ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΧΙΟΥ  (1869-15/2/1960)

    Για τον άγιο Άνθιμο τον εκ Χίου, επειδή δεν είναι και τόσο γνωστός, θα αναφέρουμε και λίγα βιογραφικά στοιχεία πριν δούμε την δράση του ως ποιμένος της Εκκλησίας στο Αδραμύττιο της Μ. Ασίας. Γεννήθηκε στη Χίο την 1η Ιουλίου του 1869 και έλαβε κατά τη βάπτισή του το όνομα Αργύριος.
Μετά την αποφοίτησή του από το Δημοτικό Σχολείο, ο Αργύριος δεν συνέχισε τις σπουδές, προφανώς για οικονομικούς λόγους, ή από κάποια βαθύτερη απόφασή του να επιλέξει υπεράνω της κοσμικής σοφίας τη Θεία σοφία. Όταν μεγάλωσε εκάρη μοναχός στη Σκήτη των αγ. Πατέρων στο Προβάτιο Όρος από τον Ηγούμενο Παχώμιο, λαμβάνοντας το όνομα Άνθιμος. Σαν ασκητής, πλέον, επέδειξε μεγάλο ζήλο για άσκηση και δεχόταν, έτσι, καθημερινώς τις επιθέσεις του διαβόλου. Δεχόταν όμως και τις επισκέψεις των πιστών που ζητούσαν καθοδήγηση από τον όσιο. Με αποτέλεσμα να γυρνούν όλοι στις πόλεις και στα χωριά τους «φρονιματισμένοι, μετανοημένοι, μαθαίνοντας να προσεύχονται, να νηστεύουν, να αγωνίζονται κατά των δαιμόνων και των κακών παθών». Κι όλοι αυτοί, με μια φωνή, ζητούσαν, απαιτούσαν από τον Μητροπολίτη Χίου να τον χειροτονήσει ιερέα για να μπορούν έτσι όλοι αυτοί οι πιστοί να εξομολογούνται και να προστρέχουν στον Άνθιμο με σκοπό να ανοίξουν κάτω από το πετραχείλι του τις καρδιές τους και να ελευθερωθούν από το βάρος των αμαρτιών τους. Και η χειροτονία θα πραγματοποιούνταν αν δεν έπρεπε να λυθεί πρώτα ένα πρόβλημα. Ο Άνθιμος δεν είχε τα τυπικά, όπως λέμε, προσόντα για να γίνει ιερεύς. Ήταν, ως ελέχθη, αγράμματος. Γι’ αυτό ο Μητροπολίτης Χίου δεν τον χειροτονούσε. Η λύση όμως βρέθηκε. Ο ευσεβής και ευκατάστατος ανάδοχός του Στέφανος Διοματάρης τον κάλεσε στο Αδραμύττιο της Μ. Ασίας. Πήγε το 1910 και σε λίγους μήνες, αφού έμαθε όσα ήταν απαραίτητα, χειροτονείται διάκονος και αργότερα ιερεύς.
Κατά το διάστημα της παραμονής του ως ποιμένος στο Αδραμύττιο λειτουργούσε σε μια μικρή εκκλησία, τον άγιο Παντελεήμονα, όπου όμως συνέρρεε πλήθος πιστών, όχι μόνο από την ενορία του, αλλά και από άλλες ενορίες, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Το γεγονός αυτό, αποτέλεσμα εκτός της αρετής του Ανθίμου και του θαύματος-θεραπείας του ενός δαιμονισμένου, κίνησε το φθόνο των άλλων ιερέων. Κι αυτός, διακριτικός, όπως πάντα, έφυγε από το Αδραμύττιο και πήγε στο Άγιο Όρος για προσκύνημα.
Κάποτε όμως γύρισε και στην ιδιαίτερή του πατρίδα, την Χίο, όπου αφιερώθηκε στο έργο της προσφοράς προς τους πάσχοντας λεπρούς στο Λεπροκομείο του νησιού. Μόνος του διάλεξε το έργο αυτό για να έχει, όπως έλεγε, την επιθυμητή ησυχία για προσευχή. Η εκεί παρουσία και η με αγάπη και αυτοθυσία προσφορά του μεταβάλλει την εικόνα του ως τότε εγκαταλελειμένου Λεπροκομείου από κάθε άποψη. Οι ασθενείς αισθάνονται το πραγματικό ενδιαφέρον του «Γέροντός» των, όπως τον ωνόμαζαν. Αρχίζουν να προσεύχονται, να εξομολογούνται, να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων. Πολλοί άνδρες, και ιδίως γυναίκες ακολουθούν το μοναχικό βίο! Έτσι επαληθεύεται για μια ακόμα φορά ο λόγος Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Είναι αρκετός ένας να μεταβάλλει εις πιστούς τους απίστους, εις ελεήμονας τους φιλαργύρους, τους μνησικάκους και εχθρευομένους εις φίλους, τους τελώνας εις ευαγγελιστάς και τους ραθύμους να τους διεγείρει εις μετάνοιαν…»
Ο άγιος Άνθιμος, ο οποίος προσφάτως (1992) αγιοποιήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έπειτα από πρόταση του Μητροπολίτου Χίου κ. Διονυσίου και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποδεικνύει περίτρανα ότι ο κληρικός οφείλει να είναι άνθρωπος θυσίας. Δεν έχει σημασία αν είναι ολίγων γραμμάτων, ο Θεός θα του δώσει φώτιση, εάν είναι ζηλωτής ποιμένας, για να ποιμάνει σωστά τα λογικά πρόβατα της ενορίας του.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ   (1851-2/3/1932)

    Ο άγιος αυτός, ο εκ Νάξου καταγόμενος, υπηρέτησε ως εφημέριος στους ιερούς ναούς αγ. Ιωάννου του Προδρόμου και αγ. Παντελεήμονος στον Ιλισσό ποταμό των Αθηνών. Ήταν ένας εκ των εγγάμων κληρικών, που όμως γρήγορα έμεινε χήρος. Μετά τη γέννηση του μονάκριβου παιδιού του η σύζυγός του εκοιμήθη εν Κυρίω.
Ο πατήρ Νικόλαος διακρίθηκε σαν ο λειτουργικώτερος ιερεύς, άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή ήτο μια αδιάκοπη διακονία του Θυσιαστηρίου. Δεκάδες ήσαν οι Θείες Λειτουργίες που ετέλεσε ο π. Νικόλαος. Ενδεικτική δε του Θεϊκού ζήλου του απλοϊκού ποιμένος των απλοϊκών προβάτων, του αγ. πλέον πατρός Νικολάου, ήταν η κατάνυξή του στις ιερουργίες, η αίσθησι της αγιότητός του που γινόταν αντιληπτή από το λαό, η γαλήνη που μεταδιδόταν στους εκκλησιαζομένους καταφέρνοτας την ανύψωσή τους προς τον ουρανό. Έτσι ο π. Νικόλαος έγινε διδάσκαλος όχι μόνο με το λόγο του (το κήρυγμα), που έβγαινε απλό από τα χείλη του, αλλά πολύ περισσότερο με το παράδειγμά του.    Αναφέρονται, μάλιστα, και μαρτυρίες παιδιών, που τον έβλεπαν «μετάρσιον», να μη πατάει δηλ. στη γη την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Εξάλλου και μαρτυρίες επιφανών λογίων (όπως του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη και Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη) «συναγωνιζομένων αυτώ εν ταις προσευχαίς προς τον Θεόν» (Ρωμ. 15,30), που έψαλλαν κατά τις αγρυπνίες στον ιερό ναό του αγίου Ελισσαίου, εξαίρουν τη σπάνια ιερατική του προσωπικότητα.

 ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ   (1840-10/11/1924)

    Σχετικά με το βίο του αγίου πατρός Αρσενίου του Καππαδόκη μπορεί κανείς να μάθει από το βιβλίο του πνευματικού του τέκνου π, Παϊσίου, «όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης». Εκείνο που έχουμε να τονίσουμε εδώ είναι ορισμένα μόνο περιστατικά από το βίο του αγίου, τα οποία αποκαλύπτουν την μορφή του αγίου Αρσενίου ως καλού ποιμένος της Εκκλησίας. Ο όσιος ήταν ιερεύς στα Φάρασσα της Καππαδοκίας σε δύσκολους για τον Ελληνισμό και την Εκκλησία καιρούς. Έδωσε όμως ο πατήρ Αρσένιος όλο του το «είναι» για να στηρίξει τους συμπατριώτες του στην Ορθόδοξη πίστη, προφυλάγοντάς τους από τους πάσης φύσεως αιρετικούς της εποχής του, ιδία δε τόσο από τη μάστιγα της προπαγάνδας των Προτεσταντών, όσο και από το κίνδυνο να αλλαξοπιστήσουν. Έτσι κρυφά από τον Τούρκο, για να αποδώσει καρπούς η προσπάθειά του, μάθαινε στα ελληνόπουλα τα ελληνικά γράμματα και την ιστορία της Ελλάδος, παλαιοτέρα και νεωτέρα. Οι Φαρασιώτες και όλοι οι Μικρασιάτες αισθάνονταν τον π. Αρσένιο ως πατέρα τους, δάσκαλό τους, γιατρό τους, καθ’ ότι με τη δύναμη του Χριστού θεράπευε παν είδος ασθενείας. Γι’ αυτό και τον αγάπησαν και στη συνείδησή τους, αρχικά, και στην Εκκλησία, εν συνεχεία είναι ο άγιος Αρσένιος.

 ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΝΕΟΣ Ο ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ   (1862-25/03/1948)

    Η ποιμαντική μορφή του αγίου Σάββα του εν Καλύμνω αποδεικνύεται από όσα εν συντομία θα αναφέρουμε παρακάτω:
Ανήκε, εν πρώτοις, στην συνοδεία του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως. Ως ιερεύς ο π. Σάββας ήταν ταπεινόφρων και ασκητικός. Στους αμαρτωλούς όμως που έρχονταν για εξομολόγηση σ’ αυτόν ήτο επιεικής και σπλαγχνικός. Ένα όμως δεν ανεχόταν. Την βλασφημία και την κατάκριση. Εξομολογούσε επί ώρες, συνήθως μετά τη Θεία Λειτουργία, έγκλειστος στο μικρό του κελλί, καμμιά φορά έως τις εσπερινές ώρες, χωρίς διακοπή και χωρίς τη λήψη τροφής. Πολλές φορές δάκρυζε και με επιμονή παρακαλούσε τους εξομολογούμενους για τη μεταστροφή τους.
Ήταν πάντοτε σοβαρός και από τους χριστιανούς ζητούσε το ίδιο: Σοβαρότητα. Αγαπούσε όλους ειλικρινά και πηγαία. Προσπαθούσε να τους βοηθήσει να γίνουν-δια μετανοίας- μέτοχοι της βασιλείας των ουρανών. Όσο για χρήματα δεν κρατούσε στα χέρια του, ήταν αφιλοχρήματος. Ό,τι ελάμβανε από το εργόχειρο της αγιογραφίας ή την τέλεση μυστηρίων, τα έδινε στους πτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά.
Αυτός ήταν σε αδρές γραμμές ο άγιος Σάββας ο εν Καλύμνω, ο οποίος εκοιμήθη εν Κυρίω το έτος 1948. Αυτός ήταν ο π. Σάββας σαν κληρικός που τίμησε το ράσο που φορούσε.

ΑΓΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ  (1868 -/- 1922)

    Ο ιερομάρτυς Χρυσόστομος Σμύρνης, διετέλεσε ποιμενάρχης, επίσκοπος, αρχικά στις Μητροπόλεις Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών επί μία 8ετία (1902-1910) και δυο φορές εξορίσθηκε για την εκεί εθνική του δράση και τους υπέρ της πίστεως αγώνες του. Αλλά και στη Σμύρνη, όπου πήγε αργότερα ως επίσκοπος, τον περίμεναν όχι μικρότεροι αγώνες εθνικοί και περιστάσεις κρίσιμες για τον ορθόδοξο λαό. Και στη Σμύρνη ο Χρυσόστομος, ως καλός ποιμένας, «προκινδυνεύει υπέρ των προβάτων», με αποτέλεσμα, μετά από διπλή εξορία και αλλεπάλληλες «θηριομαχίες», να οδηγηθεί τελικά στο μαρτύριο. Δεν προσπάθησε-παρά το γεγονός ότι μπορούσε- να γλυτώσει το μαρτυρικό θάνατο, διότι ήταν έντονος στην αρχιερατική του συνείδηση ο λόγος του Κυρίου: «ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων». Μόνο ο μισθωτός φεύγει, λέει ο Κύριος, «ότι μισθωτός εστι και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων» (Ιω. 10,12-13).

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΥΔΩΝΙΩΝ  (1864 -/-1922)

     Μετά το Χρυσόστομο, η Μικρασιατική καταστροφή, έδωσε κι άλλα θύματα κληρικών της Εκκλησίας και του έθνους. Ένα απ’ αυτά είναι και ο Μητροπολίτης Κυδωνιών Γρηγόριος, ο επικληθείς Ωρολογάς, ο οποίος γεννήθηκε το 1864 στη Μαγνησία της Μ. Ασίας και ήταν απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Διετέλεσε δε και καθηγητής, Ιεροκήρυκας και πρωτοσύγκελλος στις Ι. Μητροπόλεις Θεσσαλονίκης, Σερρών και Δράμας. Το 1902 έγινε Μητροπολίτης Στρωμνίτσης και από το 1908 έως το 1922 Μητροπολίτης Κυδωνιών με έδρα το Αϊβαλί. Όντας πατέρας πνευματικός και προστάτης του ποιμνίου του, έσωσε πολλούς φυλακισμένους και μελλοθανάτους. Φυγάδευσε το μεγαλύτερο μέρος του ποιμνίου του σε ασφαλείς τόπους, εκτός των τουρκικών ορίων. Συγκακουχούμενος ο ίδιος με εκείνους που είχαν απομείνει, ωδηγήθηκε μαζί τους σε εκτόπιση. Τέλος, ενώ οι Τούρκοι είχαν σκάψει και ετοιμάσει λάκκο γι’ αυτόν, ξεψύχησε από εγκεφαλικό επεισόδιο και «ετελειώθη» ως νεομάρτυς στις 3 Οκτωβρίου του 1922.

 Ο ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ

     Αλλά και ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος δεν υστέρησε σε δράση και κακουχήσεις υπέρ του ποιμνίου του. Ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος διετέλεσε αρχικά αρχιδιάκονος στη Σμύρνη, αργότερα υπηρέτησε ως εφημέριος στη Κριμαία, τιτουλάριος επίσκοπος Ξανθουπόλεως (βοηθός του αοιδίμου Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου), πατριαρχικός Έξαρχος, αρχικά, και τέλος Μητροπολίτης Μοσχονησίων από το Φεβρουάριο του 1922 έως το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, οπότε και μαρτύρησε, «βασανισθείς δια πεταλώσεως των ποδών του και κατατεμαχίσεως του σώματός του», μαζί με ιερείς και άλλους πιστούς χριστιανούς της Επαρχίας του, «ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων (και των οδυνών) αυτών και τα έργα αυτών ακολουθεί μετ’ αυτών», όπως διαβάζουμε στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. (Αποκ. 14,13)

 Ο ΙΚΟΝΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ

    Την ίδια εποχή, το 1922, μαρτύρησε από τα χέρια των νεοτούρκων και ο Μητροπολίτης Ικονίου Προκόπιος. Οι συνθήκες γι’ αυτόν ήταν ιδιαίτερες. Οι νεότουρκοι προσπαθούσαν να οργανώσουν τουρκορθόδοξη Εκκλησία, ανεξάρτητη απ’ το Πατριαρχείο, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τη τουρκική γλώσσα. Για το σκοπό αυτό πίεζαν ιερείς να προσχωρήσουν σ’ αυτή τη προσπάθεια. Αλλά απέτυχαν. Ιδιαίτερα στην Ανατολία- τα βάθη της Μ. Ασίας- είχαν εγκλωβίσει τους ορθοδόξους και τους υπέβαλλαν σε φοβερές κακώσεις μέχρι να αποσκιρτήσουν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τρείς μάλιστα αρχιερείς, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Ικονίου Προκόπιο, τους ανάγκαζαν να προβούν σε αυθαίρετη και αντικανονική χειροτονία επισκόπου, έτσι ώστε να διαρρηχτούν οι σχέσεις τους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να χειραφετηθούν αυθαίρετα ως αυτοτελής τουρκορθόδοξη Σύνοδος. Εν μέσω αυτής της καταδυναστεύσεως του ποιμνίου και των ποιμένων του, αλλά και των απελπισμένων κλαυθμών του λαού, ο Μητροπολίτης Προκόπιος παρέδωσε το πνεύμα του στον Μέγα Αρχιερέα και Σωτήρα Χριστό, προμαχώντας και συμπάσχοντας με τους στενάζοντες Έλληνες χριστιανούς της Ανατολίας.

 Ο ΖΗΛΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ

    Και τη σειρά των συναθλητών του Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου κλείνει το μαρτύριο του επισκόπου Ζήλων Ευθυμίου, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή το Πάσχα του 1921 μέσα στη φυλακή όπου ήταν κλεισμένος μαζί με άλλους Έλληνες από τους Τούρκους. Νωρίτερα όμως στους συγκρατούμενους Έλληνες μετέδιδε μαζί με τον Πασχάλιο χαιρετισμό και το μήνυμα της εθνικής αναστάσεως.

 Ο ΟΣΙΟΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ

    Ποιος είναι ο π. Γεώργιος Καρσλίδης σαν ιερεύς; Ο π. Γεώργιος γεννήθηκε στην Γεωργία της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως. Από μικρό παιδί άρχισε να γνωρίζει θλίψεις και πόνους στη ζωή του. Άλλος στη θέση του θα απογοητεύονταν, θα παραπονιόταν και θα λογάριαζε ως συνυπεύθυνο στο φόρτο της δοκιμασίας του τον Ύψιστο. Ο Γεώργιος Καρσλίδης όμως μέσα από πρωτόφαντους διωγμούς προσφυγιάς, σωματικούς τραυματισμούς, στερήσεις και πόνους, δεν έπαυσε να αγαπά και να δοξολογεί τον Εσταυρωμένο Λυτρωτή μέσα από τη καρδιά του. Τριών χρονών έμεινε πεντάρφανος. Έξι χρονών τον καταδιώκει βάναυσα ο αδελφός του. Έφυγε, εξωρίστηκε σε μία σπηλιά γεμάτη χιόνι. Αλλά δεν βγήκε από το στόμα του λέξη βλάσφημη.
Συχνά ακούγεται από στόματα απίστων και δυσπίστων μια αντίρρηση. Ναι, σου λένε, παλαιότερα υπήρχαν ιερείς φωτισμένοι και θαυματουργοί. Τώρα όμως υπάρχουν τέτοιοι; Η απάντηση της Εκκλησίας είναι ότι υπάρχουν αλλά χρειάζεται ψάξιμο για να τους βρει κάποιος. Μαρτυρίες πνευματικών παιδιών του π. Γεωργίου αποδεικνύουν ότι ο π. Γεώργιος ήταν καλός ποιμήν διότι τους έλεγε πράγαματα που αποδείχθηκαν εκ των υστέρων προφητείες. Τους έλεγε, για παράδειγμα, ότι «θα έρθει καιρός που θα στείλει ο Κύριος αρρώστιες αθεράπευτες, ο κόσμος θα ψάχνει φάρμακα να θεραπευτεί και δεν θα βρίσκει». Ο π. Γεώργιος ήταν ακόμη προικισμένος με πολλά θεϊκά χαρίσματα. Αυτό όμως δεν ήταν πιστευτό από όλους τους ιερείς. Ένας δε εξ αυτών, ο πνευματικός Παπα-Χαράλαμπος συνιστούσε στα πνευματικά του παιδιά να μην επισκέπτωνται ούτε να συμβουλεύωνται τον π. Γεώργιο. «Ήρθες επιτέλους, παπα-Χαράλαμπε;», του είπε κάποτε ο Γέροντας μόλις τον αντίκρυσε. Τότε ο παπα-Χαράλαμπος έκπληκτος που τον γνώριζε χωρίς κάν να τον ξαναδεί και μετανοημένος για τη συμβουλή που είχε δώσει στα πνευματικά του τέκνα, έσκυψε και του φίλησε το χέρι. (Από το στόμα της Κλειώς Κων/δου)
Ο π. Γεώργιος για να δυναμώνει τη πίστη του ποιμνίου του, τους έλεγε ότι, αν έχουν πίστη και στη φωτιά να πέσουν δε θα καούν γιατί ο Θεός θα τους γλυτώσει.
Μια Κυριακή πρωί εθεάθη κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας να μην πατάει στη γη αλλά να είναι μετάρσιος. (Από το στόμα του Περικλή Καζαντζίδη)
Ο π. Γεώργιος ως Θεοφόρος και Θεόπτης ήταν υπέρμαχος της ορθόδοξης εκκλησιαστικής διδασκαλίας «εξ άκρας συλλήψεως» (=δηλ. από τη πρωταρχική στιγμή της συλλήψεως του ανθρωπίνου εμβρύου), μιας διδασκαλίας που έχει διατυπωθεί δογματικά ως «Όρος Πίστεως» της Γ΄Οικουμενικής Συνόδου αναφορικά με τη Σύλληψη-Ενανθρώπηση του Θεανθρώπου Κυρίου. Γι’ αυτό και καταδικάζει το έγκλημα των αμβλώσεων.
Ο Γέροντας συμβουλεύοντας τα πνευματικά του παιδιά τονίζει ότι πρέπει να νηστεύουν σωστά, γιατί η νηστεία είναι μια άσκηση για τον χριστιανό. Είναι λάθος να νηστεύεις, έλεγε, μια εβδομάδα στην αρχή και μια εβδομάδα στο τέλος της νηστείας. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ανέφερε μια μέρα και το εξής παράδειγμα: «Όταν είσαι πάνω σε μια γέφυρα και βρέχει δυνατά κι έχεις απλωμένο ένα σχοινί κι αρχίζεις να το μαζεύεις, επειδή βρέχεσαι δεν το κόβεις για να φύγεις, αλλά περιμένεις να το μαζέψεις όλο κι άς βρέχεσαι. (Από το στόμα του Περικλή Καζαντζίδη)
Τόνιζε ακόμη ο π. Γεώργιος ότι οι ανάδοχοι δεν πρέπει να μαλώνουν και ότι ο κάθε χριστιανός πρέπει να βαφτίσει το λιγώτερο τρία παιδιά. Το καθήκον του νουνού, έλεγε, είναι να μαθαίνει στα βαφτιστικά του από μικρά να πηγαίνουν Εκκλησία, να κοινωνούν τακτικά, να ακολουθούν το σωστό δρόμο, να γίνουν καλοί άνθρωποι και χριστιανοί. (Από το στόμα του Περικλή Καζαντζίδη)
Όσοι θέλουν να πληροφορηθούν περισσότερα για τη δράση του π. Γεωργίου Καρσλίδη μπορούν να προμηθευτούν και να μελετήσουν το τετράτομο έργο του Γ.Κ. Χατζοποπούλου «Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ» των εκδόσεων «ΝΑΜΑ».

π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΜΑΚΗΣ

    Από την ευλογημένη εκείνη Κυριακή της Πεντηκοστής του 1947, που η Αγία μας Εκκλησία τον «ενέδυσε» με την «της ιερατείας χάριν», έγινε πνευματικός πόλος έλξεως πολλών ψυχών. Η μορφή του, η σεμνότητά του, η ταπεινοφροσύνη του, το όλο ήθος του, όπως αυτό φαίνεται στην καλή και αγία ψυχή του, στην προσωπικότητά του και στην όλη εμφάνισή του, είλκυε κάθε ψυχή κοντά του. Και όταν η ψυχή μιλούσε μαζί του δεν της έκανε καρδιά να τον αποχωρισθεί. Ρουφούσε σαν άλλο νέκταρ τη διδαχή του. Μια διδαχή που της έδινε χίλια δυο κίνητρα για μια ζωή χριστιανική. Κατά Θεόν ζωή, αγία ζωή.
Ο μακαριστός π. Βασίλειος, ο άνθρωπος αυτός του Θεού, ήταν μια λεπτή και ευαίσθητη ψυχή. Χαιρόταν με τους χαίροντες και έπασχε με τους πάσχοντες. Έπασχε και έκλαιγε μαζί τους.
Ήταν ένας ακέραιος και στοργικός πατέρας ο μακαριστός π. Βασίλειος. Ήταν πνευματικός πατέρας. Και θεωρούσε παιδιά του όχι μόνον εκείνα που διατηρούσαν ένα μόνιμο πνευματικό δεσμό μαζί του, αλλά και καθέναν που για πρώτη φορά τον πλησίαζε και ήθελε ένα πνευματικό λόγο από το στόμα του. Έναν παρήγορο λόγο. Ο π. Βασίλειος ανήκε σε όλους. Στον κάθε χριστιανό και χωρίς καμμιά απολύτως διάκριση. Η πατρική του καρδιά χωρούσε όλους. Και όλοι έβρισκαν στέγη εκεί, όταν πειρασμοί και δοκιμασίες τους σφυροκοπούσαν.
Μια ζωή ολόκληρη συνωδοιπορούσε με κάθε ψυχή, που τον αναζητούσε συμπαραστάτη στη ζωή της. Μισό αιώνα! Και συνωδοιπορούσε με το λόγο, με την προσευχή, και με το πετραχήλι. Είναι πολύ ενθαρρυντικό να γνωρίζεις ότι ένας άνθρωπος του Θεού σε σκέπτεται πάντα και προσεύχεται για σένα.
Ο π. Βασίλειος έζησε ορθόδοξα στη πίστη και στη ζωή του. Βίωσε το λόγο του Θεού σαν άνθρωπος του Θεού. ΄Ετσι, όπως και ο ισόψυχος συνεργάτης του απ. Παύλου, ο Τιμόθεος, στον οποίο γράφει ο Απόστολος των Εθνών: «Συ δε, ώ άνθρωπε του Θεού, δίωκε δικαιοσύνην, ευσέβειαν, πίστιν, αγάπην, υπομονήν, πραότητα» (Α΄Τιμ. 6,11).
Ο π. Βασίλειος βίωσε την ευσέβεια, την πίστη, την υπομονή, την πραότητα. Βίωσε τον Χριστό είναι το μήνυμα της όλης βιοτής, της κατά Θεόν βιοτής του μακαριστού π. Βασιλείου Καϊμάκη. Μήνυμα για όλους μας. Αλλά ιδιαιτέρως για μας τους Κληρικούς. Να γίνουμε και ημείς άνθρωποι του Θεού.

Ο π. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

    Σε μια εισήγηση όπου έχει ως θέμα της «σύγχρονα παραδείγματα καλών ποιμένων» θα ήταν μέγα σφάλμα κα παράλειψη αν δεν αναφερόμασταν στον διορατικό Γέροντα Πορφύριο. Γιατί ο π. Πορφύριος είναι ένας Γέροντας που δίδασκε όχι μόνο με το λόγο του αλλά πολύ περισσότερο με το παράδειγμά του. Ήταν ταπεινός και εργατικός. Από την ώρα μάλιστα που εχειροτονήθη ιερεύς δεν έπαψε να εργάζεται για το καλό του ποιμνίου του. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε ζήτησε από το Μητροπολίτη του, τον Καρυστίας Παντελεήμονα, να μετατεθεί στην Αθήνα με σκοπό να υπηρετήσει ως εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών της πλατείας Ομονοίας. Εκεί υπηρέτησε 30 έτη επίσημα και 3 έτη μετά την συνταξιοδότησή του, σύνολον 33 έτη, ασκώντας παράλληλα προς τα εφημεριακά του καθήκοντα και το έργο του πνευματικού.
Επί πλέον εργαζόταν βιοποριστικώς σε διάφορα έργα διότι ήθελε να εξοικονομήσει χρήματα για την συντήρηση των γονέων του και άλλων συγγενικών του προσώπων καθώς και για τη δημιουργία ενός μοναστηριού. Δεν γνώριζε καθόλου ανάπαυση. Μετά τη συνταξιοδότησή του και την αποχώρηση από την Πολυκλινική εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων, που είναι στην Παλαιά Πεντέλη, όπου συνέχισε το έργο του πνευματικού.
Ο Γέροντας Πορφύριος ζούσε σε διαρκή νήψη και προσευχή. Προσευχόμενος πρόσεχε πολύ τον εαυτό του, πρόσεχε τον συνομιλητή του, πρόσεχε τα πάντα. Ξαγρυπνούσε συχνά προσευχόμενος. Ξαγρυπνούσε και εξ αιτίας των οδυνών απ’ τις ασθένειες που τον βασάνιζαν, τις οποίες, συντροφιά με τη προσευχή, τις μετέβαλε από ακούσιες σε εκούσιες.
Ο Γέροντας εξαγιαζόταν αγαπώντας. Μια μέρα είπε σ’ ένα πνευματικό του παιδί: «Όταν αγαπούμε το Χριστό τα αμαρτωλά μας πάθη υποχωρούν μόνα τους, χάνουν τη δύναμή τους, μπροστά στη δύναμη της αγάπης. Όταν ξημερώσει και φωτίσει το δωμάτιό μας αυτός ο ήλιος, το σκοτάδι υποχωρεί, δεν μπορεί να μείνει.» Αργότερα έγινε πιο αποκαλυπτικός. Είχε ανεβεί σε τόσο ψηλά σκαλοπάτια αγάπης, είχε τόσο πολύ πλησιάσει τον πρωτομάρτυρα Στέφανο και τους αγγέλους, ώστε είχε μεταμορφωθεί σε «επίγειο άγγελο και ουράνιο άνθρωπο» και θα μπορούσε να μας διαβεβαιώσει μαζί με τον απ. Παύλο: «Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός».
Ακόμη ο Γέροντας αντιδρούσε έντονα σε κάθε φατριαστική και αποσχιστική τάση μέσα στην Εκκλησία, που την έβλεπε σαν ακρωτηριασμό και διαίρεση του ενιαίου σώματος του Χριστού. Ήθελε η πρόοδος της κοινωνικής ζωής να προέλθει από τον εξαγιασμό των προσώπων, ενσωματωμένων στην Εκκλησία και όχι ξεκομμένων απ’ αυτή, εμφανώς ή αφανώς. Τόνιζε συχνά ότι ο Χριστός στην Αρχιερατική Του προσευχή, λίγο πριν τη Σταυρική Του Θυσία, παρακάλεσε θερμά τον Ουράνιό Του Πατέρα για την ενότητα των χριστιανών, με τον σύνδεσμο της δικής Του αγάπης, μέσα στην αδιάσπαστη Εκκλησία Του.
Ο π. Πορφύριος, όπως έτρεφε απεριόριστη αγάπη προς το πρόσωπο του Χριστού το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, αγαπούσε και κάθε ανθρώπινη ψυχή. Η γνήσια και αψεγάδιαστη, η καθαρή αυτή αγάπη του, που συγκινούσε όποιον τον πλησίαζε χωρίς προκατάληψη, σε έπειθε, σε «αφώπλιζε» και σε «κατακτούσε» ειρηνικά, αυτόν που πλησίαζε την αγάπη του Χριστού για την οποία ο Ίδιος ο Κύριος έλεγε: «αύτη εστιν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς, μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυτού». Πράγματι! Ο π. Πορφύριος θυσιαζόταν για όλους τους ανθρώπους γιατί όλους τους θεωρούσε φίλους του, εν ονόματι του Χριστού.
Ο Γέροντας δεν απολυτοποιούσε τους εξωτερικούς τύπους. Τους σεβόταν, αλλά μέσω αυτών, στόχευε πάντα στην ουσία. Ακολουθούσε το λόγο του Κυρίου: «το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο και ουκ ο άνθρωπος δια το Σάββατον». Για τον χριστιανό, ο τύπος που σαν μέσο πρέπει να υπηρετεί τον ουσιαστικό σκοπό της εν Χριστώ αγάπης, όταν αποκοπεί απ’ το σκοπό του και γίνει αυτοσκοπός, μετατρέπεται από θετικό σε αρνητικό στοιχείο. Έχει γραφεί ότι «όταν ο άνθρωπος χάσει την ουσία τότε προσκολλάται απεγνωσμένα στους τύπους». Γίνεται φανατικός και σχολαστικός τυπολάτρης, αυταπατώμενος, με αυτάρεσκη και ανθρωπάρεσκη υπερηφάνεια, νομίζοντας ότι μ’ αυτή την ανούσια δραστηριότητά του υπηρετεί το Θεό. Ο π. Πορφύριος δεν ήταν τυπολάτρης, αλλά ουσιαστικός λάτρης του Θεού.
Ζούσε μεν μέσα σε μια πολυάνθρωπη πόλη, όπως η Αθήνα, αλλά αυτό σε τίποτα δεν τον εμπόδιζε να ζει σαν μοναχός μέσα στο κόσμο. Με τη Χάρη του Χριστού και τη συνεχή άσκηση στον κόσμο, υπερνικώντας τους πειρασμούς και περισπασμούς της μεγαλουπόλεως κατάφερε να παραμείνει, πάντα με την αδιάλειπτη προσευχή και άσκησή του, ενωμένος με το Χριστό, αγιαζόμενος ο ίδιος και αγιάζοντας τους περί αυτόν. Βίωσε πρώτα αυτό που αργότερα δίδασκε. Με απλά λόγια: «Αν θέλεις να αγιάσεις μπορείς και μέσα στην Ομόνοια». Και τέλος, ποτέ δεν άφηνε τον εαυτό του να πρωταγωνιστεί στις διάφορες δραστηριότητες της ζωής του. Πάντα έλεγε «πρώτα ο Θεός». Αυτός ήταν σε αδρές γραμμές ο βίος του π. Πορφυρίου.

 Ο π. ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ

    Η Μικρά Ασία που γέννησε τόσους και τόσους αγίους της Εκκλησίας μας είναι η γενέτειρα και του πατρός Ιακώβου. Θα μπορούσαμε πολλά να αναφέρουμε για την ζωή του πατρός αυτού πριν γίνει μοναχός και κληρικός της Εκκλησίας. Θα περιοριστούμε όμως μόνο στην παρουσίαση ωρισμένων περιστατικών απ’ τη ζωή του ως Ιερέως.
Ο π. Ιάκωβος έκλαιγε για την Ιερωσύνη. Έκλαιγε ταυτόχρονα από επιθυμία και από φόβο. Στην Μονή της μετανοίας του λειτουργούσε κάθε μέρα και τις Κυριακές κατ’ εντολήν του επισκόπου του πήγαινε και λειτουργούσε στα χωριουδάκια Δαμνιά, Παληοχώρι, Καλαμούδι και Δρυμώνα. Ακόμα, μέσα στη μονή, έκανε όλες τις ακολουθίες: Εσπερινό, Απόδειπνο, Μεσονυκτικό, Όρθρο, Ώρες και Θεία Λειτουργία. Μέσα στο μοναστήρι όταν λειτουργούσε φορούσε ό,τι κουρέλια είχε. Έβαζε πάνω του και μια τρύπια βελέντζα. Εκεί που πήγαινε όμως φορούσε ό,τι καλύτερο είχε για να είναι ντυμένος κάπως αξιοπρεπώς. Αλλά και η αξιοπρέπεια συνδυαζόταν με λιτότητα. Τα ρούχα που φορούσε ήταν πολύ λεπτά για να ασκεί το σώμα του στις κακουχίες. Μια φορά θα πήγαινε σε ένα χωριό να λειτουργήσει. Τελειώνοντας όμως, έπρεπε ν’ ανεβεί και στο Δρυμώνα, το μικρό χωριό απέναντι και ψηλότερα από το μοναστήρι. Εκεί θα τελούσε γάμο. Πήγε, τελείωσε, και πήρε το ζώο να επιστρέψει στη Μονή. Τότε, ένας γεροδεμένος τσοπάνης του λέει: «Θα πάμε μαζί, παππούλη». Εκείνος αρνιόταν, δεν έβλεπε το λόγο, γιατί να κουραστεί το παληκάρι.
Συγκλονιστικές και οι εμπειρίες του στο ναό, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Άρρητα και εξαίσια όσα έβλεπε και ζούσε. Έκανε Προσκομιδή και συχνά έβλεπε την πνευματική κατάσταση των κεκοιμημένων που μνημόνευε. Από τη μισάνοιχτη μικρή θύρα του Ιερού, τον είδανε μπροστά στην Προσκομιδή να στέκει ψηλά, να μην πατάει δηλ. στο δάπεδο. Λησμόνησε κάποια φορά να μνημονεύσει τη μητέρα του και του εμφανίστηκε με παράπονο:
-Ιάκωβέ μου, σ’ όλους έδωσες τα δώρα τους, εμένα σήμερα δε μου έδωσες!
Ο π. Ιάκωβος ήταν άνθρωπος που δεν έκανε δριμείς παρατηρήσεις ούτε σε λαϊκούς ούτε σε κληρικούς. Η διάκρισή του ήταν μεγάλη και φαίνεται συν τοις άλλοις και από το εξής περιστατικό. Ένας ιερέας που πήγαινε συχνά στο Γέροντα τον ρώτησε:
-Γέροντα, μήπως σας στενοχωρώ που κόβω τα μαλλιά μου; Ο Γέροντας απάντησε «όχι», αλλά φυσικά ήθελε και σ’ αυτό να ακολουθείται η Παράδοση. Αργότερα, ο ίδιος ιερέας πήγε στη Μονή, χωρίς να έχει κόψει τα μαλλιά του. Τότε ο Γέροντας βρήκε την ευκαιρία και του είπε ιδιαιτέρως:
-Πάτερ μου, και πριν ήσουν καλός, αλλά τώρα είσαι ιεροπρεπής, σαν το Μελχισεδέκ!
Σ’ όλους ήταν ευγενής και ευπροσήγορος, όλους προσπαθούσε να τους οικοδομήσει, να τους ενθαρρύνει. Μα στους καθαρούς και στους καλοπροαιρέτους ανοιγόταν αλλιώς. Πολύ περισσότερο στους νέους. Εκεί ξεχείλιζε από ιερή χαρά και ευφροσύνη, που δεν περιγράφεται.
Ο π. Ιάκωβος είχε προορατικό χάρισμα, αλλά ταπεινός ως ήταν, το έκρυβε επιμελώς για να μη δοξάζεται ο ίδιος.
Όταν δε τα πνευματικά του τέκνα του ζητούσαν συμμαρτυρία για να εισέλθουν στις τάξεις του ιερού Κλήρου της Εκκλησίας το σκεφτόταν πολύ, γιατί ένοιωθε, όπως και είναι, το μυστήριο της Ιερωσύνης και το έργο του ιερέως πολύ βαρύ. Και τέλος, έδινε ιδιαίτερη σημασία στη νηστεία και στη λιτότητα, μαζί βεβαίως με τον εκκλησιασμό. Συνιστούσε οι άνθρωποι να εκκλησιάζωνται και να προσεύχωνται.

 Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

    Ο π. Επιφάνιος, με τον οποίο θα κλείσουμε την παρούσα εισήγηση, διέγραψε μια σύντομη φωτεινή πορεία στο στερέωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και τώρα πλέον αναπαύεται πλησίον Εκείνου, τον Οποίο τόσο πολύ αγάπησε σε όλη του τη ζωή.
Θεμελιώδης αρχή του π. Επιφανίου ήταν να κηρύττει κατά το πρότυπο του αποστόλου Παύλου, «αδάπανον το Ευαγγέλιον» και να υπηρετεί την Εκκλησία χωρίς την παραμικρή υλική απολαβή. Κάποτε ένας κοσμικός νέος θέλησε να τον πειράξει. Του είπε, λοιπόν:
-Πάτερ Επιφάνιε, εσείς οι άγαμοι Κληρικοί δεν προσφέρετε τίποτε στον κόσμο. Δεν κάνετε οικογένεια, δεν κάνετε παιδιά…Άρα είσθε άκαρπα δένδρα και γι’ αυτό, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, πρέπει να σας κόψουν και να σας ρίξουν στη φωτιά!
Και ο Γέροντας του αποκρίθηκε:
-Αδελφέ μου, δεν θα σου απαντήσω στη γλώσσα του Ευαγγελίου, διότι την αγνοείς, αν κρίνω από τον παραλληλισμό του αγάμου Κληρικού με το άκαρπο δένδρο. Θα σου απαντήσω όμως μ’ ένα λογικό επιχείρημα. Όπως ξέρεις, εκτός από τα δένδρα που κάνουν καρπούς, υπάρχουν κι άλλα δένδρα που μπορεί μεν να μην καρποφορούν, είναι όμως πολύ χρήσιμα στον άνθρωπο για την ξυλεία την οποία του προσφέρουν, για το φύλλωμά τους, για τον ίσκιο τους κλπ. Αν δεχθούμε, λοιπόν, σύμφωνα με τη λογική σου βέβαια, ότι ο άγαμος Κληρικός είναι άκαρπος, μου αρκεί να είμαι ένα τέτοιο δένδρο…Άς πούμε ένας γερο-πλάτανος, κάτω απ’ τη σκιά του οποίου θα έρχεται ο κουρασμένος διαβάτης της ζωής να ξαποσταίνει, και να παίρνει κουράγιο στον αγώνα του.
-Γέροντα, του είπε κάποτε ένα πνευματικοπαίδι του, άκουσα κάπου να σας κατηγορούν ότι δεν έχετε θυσιάσει τίποτε για το Χριστό.
-Παιδί μου, τι να θυσιάσω; Εγώ τα έχω θυσιάσει όλα πριν κάν τα πάρω. Θυσίασα τη θέση καθηγητού Πανεπιστημίου. Θυσίασα τη θέση του αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου. Θυσίασα τη θέση προϊσταμένου Ιεραποστολικής Αδελφότητας. Θυσίασα τη θέση προϊσταμένου μεγάλου ιερού ναού. Θυσίασα επισκοπικούς θρόνους… Ένα πετραχηλάκι έχω για να εξομολογώ δέκα ψυχές. Τίποτε άλλο! Συχνά έλεγε: Δεν υπάρχει σε μένα μεγαλύτερη ικανοποίηση από το να παραμένω επί ώρες στο κάθισμα του εξομολογητηρίου και να συμφυλιώνω τον άνθρωπο με το Θεό.
Κι εκεί που φαίνεται η μεγάλη ταπείνωση του π. Επιφανίου είναι απ’ το εξής περιστατικό, το οποίο αναφέρεται από ένα εκ των υπευθύνων της Θρησκευτικής εφημερίδος «Ορθόδοξος Τύπος».
-Ο π. Επιφάνιος, λέει ο εκπρόσωπος της εφημερίδος αυτής, απέφευγε κάθε έπαινο, επίδειξη ή προβολή μετά επιμελείας.
Και συνεχίζει:
-Το 1985 έγινε στην Κεχαριτωμένη η κουρά τριών δοκίμων μοναχών, ενός Εφέτου, ενός Ηλεκτρολόγου-Μηχανολόγου του Ε.Μ.Π. και ενός αποφοίτου του Ανωτέρου Φροντιστηρίου της Ριζαρείου Σχολής. Θελήσαμε να γράψουμε στην εφημερίδα κάτι πάνω στο γεγονός αυτό. Μόλις το έμαθε ο π. Επιφάνιος αντέδρασε έντονα και ζήτησε την απόσυρση του φύλλου αυτού από την κυκλοφορία.
Κάτι άλλο επίσης που δυσαρεστούσε τον π. Επιφάνιο ήταν όταν έβλεπε Κληρικούς να οδηγούν αυτοκίνητο. Όταν κάποτε ένας Επίσκοπος έστειλε το αυτοκίνητό του για να μεταφέρει τον π. Επιφάνιο σε σύσκεψη για σοβαρό εκκλησιαστικό θέμα, ο π. Επιφάνιος αρνήθηκε να ανεβεί στο αυτοκίνητο επειδή το ωδηγούσε Κληρικός και πήγε στη σύσκεψη με ΤΑΧΙ.
Ο π. Επιφάνιος πρόσεχε πάρα πολύ να μην σκανδαλίζει τους συνανθρώπους του. Γι’ αυτό, προς αποφυγήν σκανδαλισμού δεν δεχόταν ποτέ στο σπίτι του για εξομολόγηση ή για συζήτηση πνευματικών θεμάτων γυναίκες, όταν ήσαν βεβαίως μόνες τους, χωρίς τη συνοδεία δηλ. του συζύγου ή του αδελφού ή του παιδιού τους.
Καμμιά ηλικία δεν έμενε έξω από την ποιμαντική φροντίδα του Γέροντα. Από τις μικρές ηλικίες έως και τους επισκόπους, όλοι ζητούσαν τη συμβουλή του π. Επιφανίου για κάποιο θέμα που τους απασχολούσε.
Στις Λειτουργίες, στις οποίες λάβαινε μέρος, άφηνε συνήθως να προίστανται νεώτερα στην ηλικία πνευματικά του τέκνα-Κληρικοί. Όταν ρωτήθηκε γιατί το κάνει αυτό, απάντησε:
-Αισθάνομαι μεγάλη χαρά και ικανοποίηση όταν υπηρετώ τα πνευματικά μου τέκνα.
Ο π. Επιφάνιος ήταν αληθινός ποιμένας. Σ’ όλα τα θέματα έδινε λύσεις. Όταν κάποτε κάποιος Ιερομόναχος, πνευματικό του τέκνο, ευαίσθητος στο θέμα της Θείας Κοινωνίας των ανεξομολογήτων, τον ρωτούσε συνεχώς και εναγωνίως πώς να το αντιμετωπίζει, ο π. Επιφάνιος του είπε: Τι να κάνουμε, παππούλη μου; Τους το λέμε μία, δύο, τρεις φορές. Τους το εξηγούμε, τους το αναλύουμε. Το βροντοφωνούμε σε κάθε Θεία Λειτουργία: «Μετά φόβου Θεού … προσέλθετε». Από κει και πέρα είναι δικό τους θέμα.
Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν είναι βεβαίως ενδεικτικά, γιατί πιστεύω πως ο καθένας από μας θα έχει και κάποιο δικό του παράδειγμα καλού ποιμένος να αναφέρει και να το προβάλλει ως υπόδειγμα καλού συγχρόνου ποιμένος. Ελπίδα μας είναι να διδαχτούμε όλοι οι νεώτεροι ποιμένες από τα παραδείγματα αυτά και να γίνουμε κι εμείς φώτα που θα φωτίζουμε την κοινωνία με την αγία ζωή μας. Αλλοίμονο αν είμαστε ιερείς για τη δόξα και το χρήμα. Τέτοιους ιερείς δεν θέλει ο Χριστός και η Εκκλησία Του. Μας θέλει εργάτες μέσα στον Αμπελώνα του Κυρίου, ποιμένες που θα οδηγούμε τα λογικά πρόβατα, τους χριστιανούς μας, προς τον Αρχιποίμενα Χριστό.

* * *

Αρχιμ. Κοσμάς Λαμπρινός, Ιεροκήρυξ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1.      Επίκαιρα εκ Ποιμαντικής Νικηφόρου Καλογερά (ανατύπωσις), αρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, αρχειοφύλακος Ι. Συνόδου, Αθήνα 1966.
2.      Ποιμαντικαί ενασχολήσεις, αρχιμ. Χρυσοστόμου Θέμελη, αρχιγραμματέως της Ι. Συνόδου, Αθήνα 1952.
3.      Δώδεκα άγιοι των καιρών μας, (Ευαγγέλου Π. Λέκκου, θεολόγου-νομικού), εκδ. «ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ», Αθήνα 1994.
4.      Ο προφήτης και θαυματουργός όσιος πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης. Νέα στοιχεία για το έργο του. (Γ. Κ. Χατζοποπούλου, τόμος τέταρτος, έκδ. «ΝΑΜΑ»).
5.      Ο άνθρωπος του Θεού. Αρχιμ. Γερβασίου Ι. Ραπτοπούλου, ιεροκήρυκος, έκδ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ», Περαία-Θεσσαλονίκης 1995.
6.      Κοντά στον Γέροντα Πορφύριο. (Ένα πνευματικοπαίδι του θυμάται), Κων/νου Γιαννιτσιώτη, έκδ. Ιερού Γυναικείου Ησυχαστηρίου Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Αθήνα 1995.
7.      Αναμνήσεις από τον Γέροντα Πορφύριο. Αναστασίου Σωτηρίου Τζαβάρα, αντισμηνάρχου ε.α., 6η Έκδοση, Αθήνα 1996.
8.      Ένας άγιος Γέροντας ο μακαριστός π. Ιάκωβος. Εκδόσεις των Πατέρων της Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ, Έβοια 1995.
9.      Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης. (Ηγούμενος της Ι. Μ. Ος. Δαυίδ του Γέροντος), Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, καθηγητού πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 1995.
10.  Υποθήκες ζωής (από τη διδασκαλία του π. Επιφανίου), Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου 1995.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΛΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ
Αρέσει σε %d bloggers: