ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΗ



Ερώτησις. Με ποια δεσμά συγκρατείται ή καρδιά του ανθρώπου ώστε να μη τρέχει προς τα κακά;

 Απόκρισης. Με την παντοτινή επιδιώξει της σοφίας και την αφοσίωση στα διδάγματα περί της ζωής. Άλλος ισχυρότερος δεσμός για την αταξία της διανοίας δεν υπάρχει.

  Ερώτησις. Ποιο είναι το όριο στην επιδιώξει της σοφίας και ποιο είναι το τέρμα της μαθήσεως της;
Απόκρισης. Είναι πράγματι αδύνατο να φθάση κανείς με την πορεία του τούτο το όριο, αφού ακόμα και οί ίδιοι οί άγιοιείναι ελλιπείς σχετικά με αυτήν την τελειότητα. Διότι ή οδοιπορία της σοφίας δεν έχει τέλος ανέρχεται πάντως έως το σημείο πού θα ένωση εκείνον πού την ακολουθεί με τον Θεό. Και τούτο είναι το σημείο της ο τι ή έκτασης της είναι απέραντη, διότι ή σοφία είναι ό ίδιος ό Θεός.

Ερώτησις. Ποια είναι ή πρώτη και αρχική οδός πού μας επιτρέπει να πλησιάσομε την σοφία;

Απόκρισης. Είναι ή επιδιώξεις της σοφίας του Θεού με όλη την δύναμη καί ή ολόψυχη επιζήτησης αυτού με κάθε ζήλο έως το τέλος, ώστε, αν χρειασθεί, να μη διστάσει κανείς ακόμη καί την ζωή του ν’ αποδυθεί καί να πετάξει από επάνω του για την αγάπη του Θεού.

Ερώτησις. Ποιος είναι ό επαξίως ονομαζόμενος συνε­τός;

Απόκρισης. Εκείνος πού αντιλαμβάνεται αληθινά ότι υπάρχει όριο στην παρούσα ζωή, αυτός μπορεί να θέση όρια στα πλημμελήματα του. Πράγματι, ποια γνώσις ή σύνεσης είναι μεγαλύτερη από τούτη, από το να έχη κανείς την σοφία να έξέλθη άπ’ αυτήν την ζωή άφθαρτος, χωρίς να έχη μιανθεί κάποιο μέρος του από την γλυκύτητα της; Αν κάποιος λεπτύνει τίς σκέψεις του για να είσέλθη στα μυστήρια όλων των φύσεων καί είναι προικισμένος με την ικανότητα να ανακαλύπτει καί κατανοή κάθε είδος γνώσεως, ή ψυχή του όμως είναι γεμάτη από τον ρύπο της αμαρτίας, ώστε να μη ελπίζει ότι θα απόκτηση μαρτυρία της συνειδήσεως του, και παρ’ όλα αυτά νομίζει ότι θα φθάση καλώς στον λιμένα της σωτηρίας, κανείς δεν είναι αφρονέστερος από αυτόν στον κόσμο. Διότι τα έργα του τον έφεραν μόνο έως την ελπίδα του παρόντος κόσμου λόγω της συνεχούς πορείας του προς αυτόν.

Ερώτησις. Ποιος είναι αληθινά ό ισχυρότερος;

Απόκρισης. Είναι εκείνος πού ευχαριστείται στις πρόσ­καιρες θλίψεις, στις όποιες είναι κρυμμένη ή ζωή καί ή λαμπροφόρος δόξα του, καί δεν επιθυμεί την άνεση, στην οποία είναι κρυμμένη ή οσμή της αισχύνης καί ή οποία ποτίζει παν­τοτινά με ποτήρι στεναγμού εκείνον πού την ευρίσκει.

Ερώτησις. Τι βλάπτει άραγε, αν κάποιος κατά την οδοιπορία προς τον Θεό παραμέληση τα αγαθά έργα λό­γω των πειρασμών;

Απόκρισης. Δεν υπάρχει δυνατότης να πλησίαση κανείς τον Θεό χωρίς θλίψη και δεν μπορεί ή αρετή του να φυλαχθή αναλλοίωτη χωρίς αυτήν. Αν όμως διακόψει τα έργα πού την αυξάνουν, διακόπτει κι’ εκείνα πού την φυλάσσουν, και τότε ευρίσκεται σαν θησαυρός αφύλακτος, σαν πολεμιστής πού απογυμνώθηκε από τα όπλα του, σαν πλοίο πού δεν έχει τα εξαρτήματα του, και σαν κήπος του οποίου αποκόπηκε ή άρδευσης.

Ερώτησις. Ποιος είναι αυτός πού έχει φωτισμένες σκέ­ψεις;

Απόκρισης. Είναι όποιος κατόρθωσε να εύρη την πίκρα πού είναι κρυμμένη μέσα στην γλυκύτητα του κόσμου κι’ εμπό­δισε το στόμα του για να μη πιει άπ’ αυτό το ποτήρι, πού αναζητεί παντοτινά την σωτηρία της ψυχής του και δεν στα­ματά την πορεία, έως ότου απολυθεί από τον κόσμο τούτον, και κλείνει τις θύρες των αισθήσεων του, για να μη μπει ποτέ μέσα του ό πόθος του βίου τούτου και του κλέψει τους κρυμμένους θησαυρούς του.

Ερώτησις. Τι είναι ό κόσμος, πώς τον γνωρίζομε και σε Τι βλάπτει αυτούς πού τον αγαπούν;

Απόκρισης. Ό κόσμος είναι πόρνη, ή οποία με το κάλλος της ελκύει την επιθυμία εκείνων πού την βλέπουν. Όποιος κυριευθεί για λίγο από τον πόθο του και περιπλεχθεί σ’ αυτόν, δεν μπορεί να ξεφύγει από τα χέρια του, έως ότου τον απο­γύμνωση από την ζωή του. Και όταν γύμνωση τον άνθρωπο από όλα και τον βγάλει από τον οίκο του κατά την ήμερα του θανάτου του, τότε αυτός αντιλαμβάνεται ότι ό κόσμος είναι πλανευτής και απατεώνας. Όταν όμως κανείς αγωνίζεται να έξέλθη από το σκότος του κόσμου τούτου, όσο καιρό είναι κρυμμένος σ’ αυτόν, δεν μπορεί να δή τις περιπλοκές του. Κι’ έτσι ό κόσμος κρατεί μέσα του όχι μόνο τους μαθητάς του και τα τέκνα του και τους δεσμώτες, άλλα και τους ακτήμονες και τους ασκητές, εκείνους πού έσπασαν τα δε­σμά του και κάποια στιγμή ανέβηκαν επάνω σ’ αυτόν κι’ αυ­τούς ακόμη άρχισε να τους θηρεύει για την υπηρεσία του με κάποιους τρόπους, να τους καταπατεί καί να τους βάζει κάτω από τα πόδια του.

Ερώτησις. Τι πρέπει να κάμομε στο σώμα, όταν το περι­κύκλωση ή οδύνη και το βάρος, αφού μαζί με αυτό χαυνώνεται το θέλημα της επιθυμίας του αγαθού καί χάνει την πρώτη του δύναμη;

Απόκρισης. τούτο συμβαίνει πολλές φορές σε μερικούς ότι δηλαδή το ήμισυ τους εξήλθε από τον κόσμο ακολουθώντας τον Κύριο καί το άλλο ήμισυ έμεινε στον κόσμο, καί ή καρ­διά τους δεν κόπηκε από τα εδώ πράγματα, αλλά είναι διασπασμένοι, καί άλλοτε βλέπουν προς τα εμπρός, άλλοτε προς τα πίσω. Όμως, όπως εγώ νομίζω, αυτούς πού είναι με τέτοιον τρόπο διασπασμένοι καί προσεγγίζουν τον Θεό ό σοφός τους συμβουλεύει με τα λόγια τούτα· «να μη προσέλθεις σ’ αυτόν με δυο καρδιές», αλλά να προσέλθεις σαν εκείνον πού σπείρει καί θερίζει. Ό Κύριος, γνωρίζοντας αυτούς πού απαρνούνται τον κόσμο όχι τελείως καί είναι μοιρασμένοι καί στρέφονται με τον λόγο ή μάλλον με τον λογισμό προς τα πίσω με πρόφαση τον φόβο των θλίψεων, γνωρίζοντας επίσης ότι δεν έρριψαν ακόμη από πάνω τους την επιθυμία της σάρκας, Όταν θέλησε να τους απαλλάξει από την χαύνωση της διανοίας των, τους είπε ένα σημαντικό λόγο «όποιος θέλει να έλθη οπίσω μου, πρώτα πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του», καί τα λοιπά.

Ερώτησις. Τι σημαίνει άραγε το ν’ απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του;

Απόκρισης. . α/ Όπως εκείνος πού καταδικάσθηκε ν’ ανεβεί στον σταυρό προχωρεί με μόνη την έννοια του θανάτου στον λογισμό του, σαν άνθρωπος πού δεν σκέπτεται ότι έχει πλέον μέρος στην ζωή του παρόντος κόσμου, έτσι και αυτός πού θέλει να εκπλήρωση τον παραπάνω λόγο. Διότι ό σταυ­ρός σημαίνει θέλημα έτοιμο για κάθε θλίψη. Όταν πάλι ό Κύριος θέλησε να διδάξει γιατί αυτά συμβαίνουν έτσι, είπε «όποιος θέλει να ζήση σε τούτον τον κόσμο, θα χάση την αληθινή ζωή, και όποιος χάση την ζωή του για χάρι μου, θα την εύρη εκεί». Δηλαδή αυτός πού ξεκίνησε την οδό του σταυρού και βαδίζει σ’ αυτήν, αν συνέχιση την φροντίδα για τούτη την ζωή, χάνει την ελπίδα για την οποία ανέλαβε να θλίβει με την έξοδο του διότι αυτή ή μέριμνα δεν τον αφή­νει να πλησίαση την θλίψη για τον Θεό, αλλά λόγω της επι­μονής του σ’ αυτήν τον ελκύει βαθμιαίως κοντά της και τον απομακρύνει από το μέσο του αγώνος για την ζωή της μακαριότητας, και αυτός ό λογισμός αυξάνει μέσα του, ως πού να τον νικήσει. Εκείνος όμως πού χάνει την ζωή του διό­τι έχει την διάνοια του γεμάτη από τον πόθο για μένα, αυτός φυλάσσεται άκατάκριτος και αβλαβής για την αιώνια ζωή. Και αυτό σημαίνει το «εκείνος πού χάνει την ζωή του για χάρι μου, θα την εύρη».

β’/ Επομένως από τώρα ετοίμασε μόνος σου την ψυχή σου για πλήρη αφανισμό άπ’ αυτήν την ζωή. Κι’ αν απολέσεις τον εαυτό σου γι’ αυτήν την ζωή, θα σου απευθύνει αυτά τα λόγια· «και θα σου δώσω αιώνια ζωή, όπως σου υποσχεθεί- Αν μείνεις αφοσιωμένος σ’ αυτήν την ζωή, την αιώνια, θα σου δείξω την επαγγελία μου εμπράκτως εδώ και θα σου δώσω την επιβεβαίωση για τα μέλλοντα αγαθά. Και τότε ευρίσκεις την αιώνια ζωή, όταν καταφρόνησης την ζωή τούτη. και όταν εισέλθεις προετοιμασμένος με αυτόν τον τρόπο στον αγώνα, τότε θα καταφρονηθούν στα μάτια σου όλα τα θεωρούμενα επίπονα και θλιβερά. Διότι, όταν ό νους προετοιμαστεί έτσι, δεν θα έχη αγωνία ούτε θλίψη κατά την ώρα του κινδύνου του θανάτου. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να γνωρίζομε ότι, αν ό άνθρωπος δεν μισήσει την ζωή του στον κόσμο εξ αιτίας της επιθυμίας της μέλλουσας και μακάριας ζωής, δεν μπορεί καθόλου να υπομείνει τις επερχόμενες σ’ αυτόν κάθε ώρα ποικίλες θλίψεις και πόνους.

 Ερώτησις. Με ποιόν τρόπο μπορεί ό άνθρωπος να κόψη την προηγούμενη του συνήθεια και να συνηθίσει στην ζωή της στερήσεως και της ασκήσεως;

 Απόκρισης. α’. Το σώμα δεν δέχεται να ζήση με στέρηση των αναγκαίων, όσο καιρό περιβάλλεται από τις αιτίες της τρυφής και της χαυνώσεως, και ό νους δεν μπορεί να το συγκράτηση άπ’ αυτά, αν δεν αποξενωθεί το σώμα από όλα τα πράγματα πού προκαλούν την χαύνωση. Διότι, όταν έχη την ευκαιρία να παρατηρεί τα πολυτελή πράγματα και να βλέπη σχεδόν κάθε ώρα τα αίτια της χαυνώσεως, αφυπνίζεται μέσα του διάπυρη ή επιθυμία γι’ αυτά και το ερεθίζει σαν να το καίη.

β’. Για τον λόγο αυτόν πολύ σωστά ό Κύριος παρήγγειλε σ’ αυτόν πού προτίθεται να τον ακολουθήσει, να έξέλθη από τον κόσμο γυμνός από όλα. Διότι πρώτα οφείλει ό άνθρω­πος να απόρριψη τις αιτίες της χαυνώσεως του, κι’ έπειτα να προχώρηση στο έργο. Ό ίδιος ό Κύριος, όταν άρχισε τον πόλεμο με τον Διάβολο, τον πολέμησε σε μια ξηρότατη έρημο. Ό Παύλος πάλι προτρέπει να εξέλθουν από την πόλη εκείνους πού σηκώνουν τον σταυρό του Χριστού· «ας εξέλθομε μαζί του», λέγει, «έξω από την πόλη και ας δεχθούμε τον ίδιο ονειδισμό με αυτόν, διότι έπαθε έξω από την πόλη». Με το να αποχωριστή κανείς από τον κόσμο και τα πράγματα του λησμονεί γρήγορα τις προηγούμενες συνή­θειες του και συναναστροφές καί αυτό δεν χρειάζεται πολύν κόπο καί χρόνο. Το να πλησίαση όμως στον κόσμο καί τα πράγματα του γρήγορα αποχαυνώνει την δύναμη της δια­νοίας του.

γ’. Γι’ αυτό πρέπει να γνωρίζομαι ότι ή απομάκρυνσης πολύ βοηθεί καί οδηγεί προς την προκοπή κατά τον σωτήριο αθλητικό αγώνα. Ταιριάζει λοιπόν καί βοηθεί σε τούτον τον αγώνα να είναι σε πτώχεια καί στέρηση ή κατάστασης του κελιού του μονάχου, να είναι αδειανό καί απαλλαγμένο από όλα όσα κινούν σ’ αυτήν την επιθυμία της αναπαύσεως. Διότι, όταν οι αιτίες της χαυνώσεως είναι μακριά από τον άνθρωπο, δεν κινδυνεύει στον διπλό πόλεμο, τον εσωτερικό καί τον εξωτερικό. Ό άνθρωπος πού έχει μακριά του τα αν­τικείμενα της ηδονής νίκα ευκολότερα από εκείνον πού έχει πλησίον του όσα τον παρακινούν προς την επιθυμία. Έτσι ό άγων είναι διπλός

δ’. Όταν ό άνθρωπος έχει έλλειψη των πραγμάτων πού συν­τηρούν το σώμα του, τότε καί ή χρεία του γίνεται ασήμαντη καί δεν την βλέπει με επιθυμία ούτε κατά την καθορισμένη ώρα της μεταλήψεως τροφής πείθει το σώμα με κάποια μι­κρή ποσότητα να βλέπη την τροφή σαν ανάξιο λόγου πρά­γμα, καί έτσι δεν την πλησιάζει για την γλυκύτητα της, άλλα για να βοηθήσει και ενίσχυση την φύση. Αυτή ή μέθοδος ανεβάζει κάποιον γρήγορα στην άσκηση με λογισμό άκοπο καί άλυπο.

ε’. Ταιριάζει λοιπόν στον ζηλωτή μοναχό να φεύγει με γρήγορο βήμα χωρίς επιστροφή από όλα όσα πολεμούν τον μοναχό, καί όχι μόνο να μη ανακατεύεται με αυτά, αλλά να συγκρατείται καί από την απλή θέα τους καί ν’ απομακρύνε­ται από το πλησίασμα τους όσο μπορεί. Κι’ αυτό δεν το λέγω μόνο για την κοιλιά, άλλα καί για όλα τα πράγματα πού κατά τον ασκητικό πόλεμο πειράζεται καί δοκιμάζεται ή ελευθερία του μονάχου. Όταν ό άνθρωπος έρχεται προς τον Θεό συνάπτει με αυτόν συμφωνία να απέχει από όλα αυτά. Και αυτά είναι να μη βλέπη πρόσωπο γυναίκας, να μη βλέπη τα πρόσωπα ωραίων νέων, να μη επιθυμεί ν’ απόλαυ­ση τίποτε σχετικό με αυτά τα πρόσωπα, να μη βλέπη την κομψότητα των ενδυμάτων, να μη προσεχή τους τρόπους των κοσμικών ούτε τους λόγους των ν’ ακούει ούτε τα σχετι­κά με αυτούς να εξετάζει. Διότι τα πάθη αποκτούν πολλή δύναμη από το πλησίασμα όλων των πραγμάτων αυτού του εί­δους, διότι αποχαυνώνουν τον αγωνιστή και αλλοιώνουν την φρόνησα και την πρόθεση του. Και αν ή θέα των καλών πα­ρακινεί την προαίρεση εκείνου πού έχει ζήλο να προχώρη­ση στην εργασία τους, είναι φανερό ότι και τα αντίθετα τους έχουν την δύναμη να αιχμαλωτίσουν την διάνοια σ’ αυτά. Καί τίποτα άλλο να μη συμβεί στην διάνοια του ησυχαστού, και μόνο ότι τον εμβάλλει σε πολεμικό αγώνα, κι’ αυτό είναι μεγάλη ζημία, το να περιέλθει από την ειρήνη στην ταραχή εκουσίως.

στ’. Αν κάποιος από τους γέροντες ασκητές και αγωνιστές, όταν είδε ένα αγένειο νέον, όμοιο με τις γυναίκες, θεώρησε αυτό το πράγμα επιζήμιο για τον αγώνα του, ποιος είναι εκείνος πού μπορεί να αμελήσει σε παρόμοια θέ­ματα, αφού αυτός ό άγιος δεν δέχθηκε να είσέλθη και να ασπασθεί τον αγένειο αδελφό; Διότι σκέφθηκε μέσα του ό σοφός γέρων ότι, και μόνο να συλλογισθώ απόψε ότι υπάρ­χει εδώ κάτι τέτοιο, τούτο μου είναι μεγάλη ζημιά. Καί γι’ αυτό δεν εισήλθε και τους είπε· Εγώ, τέκνα μου, δεν φο­βούμαι, αλλά γιατί να φέρω στον εαυτό μου τέτοιον πόλεμο ματαίως; Ή μνήμη τέτοιων πραγμάτων προκαλεί πράγματι ανωφελή ταραχή στην διάνοια. Σε κάθε μέλος του σώματος του νέου υφίσταται ένα δέλεαρ και ό άνθρωπος συναντά πό­λεμο σ’ αυτά· πρέπει λοιπόν να προφυλαχθεί και να ελάττω­ση τον πόλεμο του άπ’ αυτά δια της φυγής· διότι, όταν αυτά είναι πλησίον, ακόμα και αν ό άνθρωπος πιέζεται στο αγαθό, κινδυνεύει από αυτά, αφού τα βλέπει και τα επιθυμεί πάντοτε.

ζ’. Βλέπομε πολλά βότανα να είναι σκεπασμένα στην γη, καί το καλοκαίρι κανείς δεν τα αναγνωρίζει από τον καύσω­να πού τα μαραίνει, όταν όμως νοτισθούν από το νερό καί αναπνεύσουν τον ψυχρό αέρα, τότε φαίνεται που ήταν θαμ­μένο κάθε είδος στην γη. Έτσι καί ό άνθρωπος, όταν ευρί­σκεται στην χάρι της ησυχίας καί στην θέρμη της εγκρά­τειας, πράγματι αναπαύεται από πολλά πάθη όταν όμως έλθη στα πράγματα του κόσμου, τότε βλέπει πώς διεγείρε­ται κάθε πάθος καί ταράσσει το κεφάλι του καί μάλιστα όταν αισθανθούν την οσμή της αναπαύσεως. Το είπα αυτό για να μη έχει κανείς πεποίθηση στον εαυτό του όσον καιρό ζή μέσα στο σώμα, μέχρι πού ν’ αποθάνει, καί για να δείξω ότι ή φυγή καί απομάκρυνσης κάποιας από τις αιτίες της κα­κίας πολύ βοηθεί στον ασκητικό αγώνα. Τα πράγματα πού με την ανάμνηση τους μας προκαλούν ντροπή πρέπει να τα φοβόμαστε πάντοτε καί να μη καταπατούμε καί να κατα­φρονούμε την συνείδηση.

η’. Ας προσπαθήσομε λοιπόν τώρα να οδηγήσομε το σώμα μας στη έρημο καί ας το ασκήσομε ν’ απόκτηση υπο­μονή. Το σπουδαιότερο δε όλων είναι να φροντίζει κανείς, όπου καί αν είναι, να απέχει από το αίτιο του πολέμου (διότι, ακόμη καί αν θλίβεται κανείς, έτσι δεν έχει φόβο), ώστε, όταν έλθη ή περίστασης, να μη πέση από το πλησίασμα της αιτίας.

Ερώτησις. Όποιος απέρριψε από επάνω του κάθε βάρος καί εισήλθε στον αγώνα, πώς θα αρχίσει τον πόλεμο κατά της αμαρτίας καί από που θα ξεκινήσει την πάλη;

 Απόκρισης. α’. Τούτο είναι σε όλους γνωστό, ότι σε κάθε αγώνα της αμαρτίας καί της επιθυμίας ό κόπος της αγρυ­πνίας καί της νηστείας είναι ή αρχή, καί μάλιστα σ’ εκείνον πού καταπολεμεί την εσωτερική μας αμαρτία. Το σημείο του μίσους κατά της αμαρτίας και της επιθυμίας της φαίνε­ται στους αγωνιζόμενους σ’ αυτόν τον αόρατο πόλεμο από τούτο, από το να αρχίζουν με την νηστεία· μετά άπ’ αυτήν βοηθεί στην άσκηση ή νυκτερινή αγρυπνία,

β’. Εκείνος πού σε όλη του την ζωή αγαπά την συντροφιά αυτού του ζεύγους, αυτός γίνεται φίλος της σωφροσύνης. Όπως ή ικανοποιήσεις του στομάχου είναι αρχή όλων των κακών και ή αποχαύνωσης με τον ύπνο είναι ή αίτια πού εξάπτει την επιθυμία της πορνείας, έτσι ή αγία οδός του Θεού και ό θεμέλιος κάθε αρετής είναι ή νηστεία και ή αγρυπνία μαζί με την πρόθυμη παρουσία στην λειτουργία του Θεού, με την σταύρωση του σώματος όλη την ήμερα και την νύ­κτα εναντίον της γλυκύτητας του ύπνου. Ή νηστεία είναι ό ενισχυτής όλων των αρετών, ή αρχή του αγώνος, ό στέφα­νος των εγκρατευτών, το κάλλος της παρθενίας και του αγιασμού, ή λαμπρότης της σωφροσύνης, ή αρχή της χρι­στιανικής οδού, ή μητέρα της προσευχής, ή πηγή της σωφροσύνης και της φρονήσεως, ή διδασκαλία της ησυ­χίας, ή πρώτη από όλα τα καλά έργα. Όπως τους υγιείς οφθαλμούς συνοδεύει ή επιθυμία του φωτός, έτσι και την νηστεία πού γίνεται με διάκριση συνοδεύει ή επιθυμία της προσευχής.

γ’. Όταν δηλαδή αρχίσει κάποιος να νηστεύει, αμέσως επι­θυμεί με την σκέψη του να έλθη σε κοινωνία με τον Θεό διότι το σώμα πού νηστεύει δεν αντέχει να κοιμηθή όλη την νύκτα στο κρεβάτι του. Όταν ή σφραγίς των νηστειών έχει τοποθετηθεί στο στόμα του άνθρωπου, ό λογισμός του μελετά με κατάνυξη, ή καρδιά του αναβρύζει ευχές, το πρό­σωπο του είναι σκυθρωπό από λύπη, οι αισχροί λογισμοί απέχουν πολύ άπ’ αυτόν, σκυθρωπότης καλύπτει τα μάτια του και είναι εχθρός των επιθυμιών και των ματαίων συναντήσεων. Ποτέ δεν είδε κανείς άνθρωπο πού νηστεύει με επίγνωση να υποδουλώθηκε από την κακή επιθυμία. Διότι ή νηστεία πού συνοδεύεται από επίγνωση είναι μεγάλη οικο­δομή γεμάτη από όλα τα αγαθά, και όποιος την παραμέληση απορρίπτει κάθε αγαθό. Αυτή είναι πράγματι ή εντολή πού τέθηκε στην φύση μας από την αρχή, να φυλαχθή από την γεύση της τροφής, και από εκεί εξέπεσε ό πρώτος του γέ­νους μας. Όμως από όπου συντελέσθηκε ό αφανισμός μας, άπ’ εκεί αρχίζουν οι αθληταί στον φόβο του Θεού, όταν αρχίσουν την φύλαξη των νόμων του.

δ’. Άλλα και ό Σωτήρ, όταν φάνηκε στον κόσμο δίπλα στον Ιορδάνη, άπ’ εκεί άρχισε. Δηλαδή μετά το βάπτισμα τον εξήγαγε το πνεύμα στην έρημο κι’ νήστευσε σαράντα ήμερες και σαράντα νύκτες. Επίσης και όλοι οι εξερχόμε­νοι από τον κόσμο και ακολουθούντες τα βήματα του, σ’ αυτό το θεμέλιο τοποθετούν την αρχή του αγώνος των. Διό­τι είναι όπλο επεξεργασμένο από τον Θεό ποιος λοιπόν δεν θα επικριθεί, αν το αμελή; Και αν νηστεύει εκείνος πού έβα­λε τον νόμο, ποιος από τους τηρητάς του νόμου δεν πρέπει να νηστεύει; Γι’ αυτό έως τότε το γένος των ανθρώπων δεν γνώριζε την νίκη και ό Διάβολος δεν είχε ποτέ δοκιμάσει την ήττα από μέρος της φύσεως μας, αλλά με τούτο το όπλο εξασθένησε για πρώτη φορά, και αρχηγός και πρωτοπόρος της νίκης ήταν ό Κύριος μας, πού έβαλε τον πρώτο στέφανο της νίκης επάνω στην κεφαλή της φύσεως μας.

ε’. Όταν ό Διάβολος δή αυτό το όπλο σε κάποιον άνθρω­πο, τρομοκρατείται αμέσως ό αντίπαλος και τύραννος, διότι ενθυμείτε αμέσως την ήττα του από τον Σωτήρα στην έρη­μο και θραύεται ή δύναμίς του και καίεται με την θέα του όπλου πού μας δόθηκε από τον αρχιστράτηγο μας. Ποιο όπλο υπάρχει δυνατότερο από αυτό καί ποιο όπλο προσφέρει θάρρος στην καρδιά στην πάλη εναντίον των πνευμάτων της πονηρίας, όσο ή πείνα πού γίνεται χάριν του Χριστου; Πράγματι όσο μοχθεί και κακοπάθει το σώμα τον καιρό πού τον άνθρωπο περικυκλώνει ή φάλαγγα των δαιμόνων, τόσο ενισχύεται ή καρδιά του από την πεποίθηση, και όποιος εν­δύεται το όπλο της νηστείας πυρπολείται από ζήλο διαπαντός.

στ’. Και ό ζηλωτής Ηλίας, όταν καταλήφθηκε από ζήλο για τον νόμο του Θεού, σε τούτο το έργο της νηστείας επιδόθη­κε. Αυτή υπενθυμίζει στον επιδιδόμενο σ’ αυτήν τις εντο­λές του Πνεύματος και είναι μεσίτρια μεταξύ του παλιού νό­μου και της χάριτος πού δόθηκε σ’ εμάς από τον Χριστό. Όποιος παραμελεί την νηστεία, είναι χαύνος και στα άλλα αγωνίσματα και αμελής, δείχνει από την αρχή μέσα του ένα κακό σημείο της χαυνώσεως και δίδει στον αντίπαλο του ευκαιρία να νικήσει  διότι εισέρχεται στον αγώνα γυμνός και άοπλος και είναι εύλογο ότι θα έξέλθη από αυτόν ηττημέ­νος, αφού τα μέλη του δε φόρεσαν τη θέρμη της πείνας από την νηστεία. Τέτοια είναι ή νηστεία, και όποιος διαμένει σ’ αυτήν έχει ασάλευτη την διάνοια του κι’ έτοιμη γι’ αντιμετωπίσει καί απόκρουση όλων των δύσκολων παθών.

ζ’. Λέγεται για πολλούς μάρτυρες ότι γνώριζαν από πριν την ήμερα πού επρόκειτο να δεχθούν τον στέφανο του μαρ­τυρίου, ή από αποκάλυψη ή από λόγια κάποιου συντρόφου τους, καί την παραμονή δεν έτρωγαν τίποτε, άλλ’ από το βράδυ έως το πρωί έμεναν άγρυπνοι σε προσευχή, δοξάζον­τας τον Θεό με ψαλμούς καί ύμνους και ωδές πνευματικές, με χαρά καί αγαλλίαση περίμεναν την ώρα εκείνη, σαν άν­θρωποι έτοιμοι για τους γάμους, ελπίζοντας να συναντήσουν το ξίφος σε κατάσταση προσευχής. Κι’ εμείς λοιπόν πού προσκληθήκαμε στο αόρατο μαρτύριο, για να δεχθούμε τους στεφάνους του αγιασμού, ας αγρυπνήσομε, ώστε ποτέ να μη δοθεί σε κάποιο μέλος ή μόριο του σώματος μας ση­μείο αρνήσεως της πίστεως στους εχθρούς μας.

Ερώτησις. Πώς υπάρχουν μερικοί, πολλές φορές και πολλοί μάλιστα, πού έχουν αυτά τα κατορθώματα, αλ­λά δεν αισθάνονται την γαλήνη και ανάπαυση από τα πάθη και την ειρήνη των λογισμών;

Απόκρισης. Τα πάθη πού είναι κρυμμένα στην ψυχή, αδελφέ, δεν διορθώνονται μόνο με τις σωματικές ασκήσεις. Διότι αυτές οι ασκήσεις φυλάσσουν τον άνθρωπο από τις επιθυ­μίες, για να μη νικηθεί άπ’ αυτές, και από την πλάνη των δαιμόνων, δεν προσφέρουν όμως την ειρήνη και την γαλήνη στην ψυχή. Οί ασκήσεις καί οι κόποι παρέχουν στην ψυχή την απάθεια, νεκρώνουν τα γήινα μέλη καί δωρίζουν την ανάπαυση των λογισμών τότε μόνο, όταν συνδυασθούν με την ησυχία. Όταν δηλαδή οι εξωτερικές αισθήσεις ησυχά­σουν από την ταραχή καί επιδοθούν στη υπηρεσία της σο­φίας για κάποιον καιρό. Μέχρι πού να στερηθεί ό άνθρωπος της συναναστροφής των ανθρώπων, ν’ απαλλαγούν τα μέλη του από την διάχυση των λογισμών καί συγκέντρωση εαυτόν προς τον εαυτό του, δεν θα μπόρεση να γνωρίσει το πάθος του. Διότι «ή ησυχία», όπως είπε ό άγιος Βασίλειος, «είναι αρχή της καθάρσεως της ψυχής». Όταν δηλαδή οί εξωτε­ρικές αισθήσεις ησυχάσουν από τις εξωτερικές ταραχές καί από τον εξωτερικό περισπασμό, τότε ή διάνοια από τους εξωτερικούς περισπασμούς καί τον μετεωρισμό στρέφεται στον εαυτό της, ηρεμεί, καί ή καρδιά αφυπνίζεται για να εξέταση τις εσωτερικές έννοιες της ψυχής. Κι’ αν ό άνθρω­πος υπομείνει σ’ αυτά επιτυχώς, αρχίζει σιγά σιγά να προχωρεί στην καθαρότητα της ψυχής.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΗ
Αρέσει σε %d bloggers: