ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΧΗ ΚΑΙ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ


 ΚΑΙ ερωτήθηκε πάλΐ τί είναι ευχή;

Και απάντησε· Είναι απαλλαγή και σχόλασμα της διανοίας από όλα τα εδώ πράγματα, και καρδιά πού έστρεψε τελείως την δρασί της με πόθο προς την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Οποιος διαχωρίζεται άπ’ αυτήν την ελπίδα σπείρει στον αγρό του ανάμικτο σπόρο, σαν εκείνον πού ζευγνύει μαζί ένα βόδι με έναν όνο.

Ερωτήθηκε, πάλι, πώς μπορεί ν’ απόκτηση κανείς ταπείνωσι; Καί είπε· Με την αδιάλειπτη μνήμη των πα­ραπτωμάτων και την αναμονή του προσεγγίζοντος θανάτου, με την ευτελή ενδυμασία και την προτίμησι της τελευταίας θέσεως σε κάθε περίστασι, με το να άναλαμβάνη πάντοτε τα κατώτερα και ταπεινωτικά έργα, με την υπακοή και την αδιάλειπτη σιωπή, με την αντιπάθεια προς τις συνάξεις και την επιθυμία να είναι άγνωστος και καταφρονημένος· με το να μη κατέχη πράγματα πολύτιμα, να μισή την συντροφιά των πολλών προσώπων και να άποφεύγη τα κέρδη.

Και έπειτα, με το να κράτη την διάνοια του επάνω από κάθε μομφή και κατηγορία για κάθε άνθρωπο και από την ζηλοτυπία· με το να μη είναι το χέρι του εναντίον όλων ούτε το χέρι όλων εναντίον του, αλλά να περιορίζεται μόνο στα δικά του πράγματα απομονωμένος να μη φροντίζη για τίποτε στον κόσμο, πλην του έαυτοΰ του. Με λίγα λόγια, ή ξενιτιά, ή πτώχεια και ή άπομόνωσις, αυτά είναι πού γεννοΰν την ταπείνωσι και καθαρίζουν την καρδιά.

Τό σημείο εκείνων πού έφθασαν στην τελειότητα είναι τούτο. Αν παραδοθούν δέκα φορές την ήμερα να κα­ούν για την αγάπη προς τους ανθρώπους, δεν χορταίνουν με αυτό. Οπως είπε ό Μωϋσής στον Θεό, «αν πρόκειται να τους συγχώρησης την αμαρτία, συγχώρεσε την, αλλιώς, εξάλειψε κι’ εμένα από την βίβλο πού με έγραψες». Και όπως λέγει ό μακάριος Παύλος, «θα ευχόμουν ν’ αποχωρι­σθώ από τον Χριστό χάριν των αδελφών μου» καί τα λοιπά· και πάλι, «τώρα χαίρομαι μέσα στις θλίψεις για σας τους εθνικούς»· Και οί υπόλοιποι άλλωστε Απόστολοι, αντί του πόθου της ζωής των ανθρώπων δέχθηκαν με παντοειδείς τρόπους τον θάνατο

Τέλος ολων αυτών μαζί είναι ότι ό Θεός καί Κύριος, ό όποιος από αγάπη προς την κτίσι παρέδωσε σε θά­νατο δια του σταυρού τον ίδιο τον Υίό του. «Διότι τόσο πολύ αγάπησε ό Θεός τον κόσμο, ώστε να παραδώση τον Υιό του σε θάνατο για χάρι του» Οχι ότι δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να μας λύτρωση, αλλά θέλησε με αυτό να μας δείξη την υπερβολική του αγάπη. Ετσι με τον θάνατο του μονογενούς του Υίοΰ μας προσήγγισε προς τον εαυτό του, καί αν είχε κάτι πολυτιμότερο, θα το έδιδε, για να εύρεθή μέσα σ’ αυτόν το γένος μας δι’ αυτού. Και από την πολλή του αγάπη δεν θέλησε να εκβίαση την ελευθερία μας, αν και μπορούσε να το κάμη, άλλα θέλησε να τον πλησιάσωμε με την αγάπη του φρονήματος μας. Και ό ίδιος ό Κύριος υπήκουσε στον Πατέρα του από την αγάπη του για μας, ώστε να δεχθή στον εαυτό του την ΰβρι και την λύπη ευχαρίστως, όπως λέγει ή Γραφή· «αντί της χαράς πού μπορούσε να έχη, υπέμεινε σταυρό περιφρονώντας την ατίμωσι». Γι’ αυτό ό Κύριος κατά την νύκτα πού παραδινόταν είπε· «τούτο είναι το σώμα μου πού δίδεται για την ζωή του κόσμου, και τούτο είναι το αίμα μου πού χύνεται υπέρ των πολλών για την άφεσι των αμαρτιών». Και για μας πάλι λέγει, «εγώ προσφέρω θυσία τον εαυτό μου».

Ετσι και όλοι οι άγιοι φθάνουν σ’ αυτήν την τελειότητα,  όταν τελειοποιηθούν, και  αφομοιώνονται με τον Θεό με την ύπερεκχείλισι της αγάπης των και της φιλανθρωπίας προς όλους. Και τούτο το σημείο επιδιώκουν να έχουν οι άγιοι, για να αφομοιωθούν με τον Θεό, το να έχουν τέλεια αγάπη προς τον πλησίον. Ετσι έκαμαν καΐ οι πατέρες μας μονασταί, ώστε να επιτυγχάνουν πάντοτε εκείνη την τελειότητα και όμοίωσι, την γεμάτη από την ζωή του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Ο μακάριος Αντώνιος, λέγουν, ποτέ δεν συνήθιζε να κάμη κάτι πού ωφελούσε περισσότερο αυτόν από τον πλησίον του, διότι είχε την βεβαιότητα ότι το κέρδος του πλησίον του είναι αρίστη εργασία του επίσης λέχθηκε περί του άββά Αγάθωνος οτι έλεγε Ήθελα να εύρω ένα λεπρό, να πάρω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου. Είδες τέλεια αγάπη; Ακόμη και όχι με ανθρώπινο βάδισμα, διότι δεν βλέπουν στερεά οδό και δεν εμφανίζονται εμπρός των βουνά και χείμαρροι, αλλά «τα τραχέα εδάφη γίνονται γι’ αυτούς ομαλοί δρόμοι» και τα λοιπά διότι βλέπουν πάντοτε τον κόλπο του Πατέ­ρα τους.

Αύτή ή ελπίδα τους δείχνει σαν με το δάκτυλο της σε  κάθε στιγμή εκείνα πού ευρίσκονται μακριά καί, ενώ είναι αόρατα, αυτοί τα βλέπουν σαν να είναι μέσα τους μυστικώς με τον κρυφό οφθαλμό της πίστεως. Καί επειδή πυρώνοντα τα μέρη της ψυχής, σαν με φωτιά, με τον πόθο των απομακρυσμένων φαίνονται σ’ αυτούς καί τα απόντα ως πα­ρόντα διότι προς τα εκεί εκτείνεται ή φορά των λογισμών τους, καί επείγονται πότε να φθάσουν εκεί.

Καί όταν πλησιάζουν στην έκτέλεσι κάθε αρετής, δεν την ενεργούν μερικώς, αλλά τις ενεργούν όλες ομαδικώς. Διότι δεν εκτελούν την πορεία τους δια της βασιλικής όδοϋ, όπως όλοι, άλλα επιλέγουν σύντομα μονοπάτια αυτοί οί γίγαντες για τον εαυτό τους, από τα όποια πορεύονται γρήγορα προς τις μονές. Πράγματι αυτή ή ελπίδα τους πυ­ρώνει σαν με φωτιά καί δεν μπορούν να σταματήσουν τον συνεχή γρήγορο δρόμο από την χαρά τους. Καί τους συμβαίνει εκείνο πού ελέχθη ότι συνέβη στον μακάριο Ιερεμία· «είπα, δεν θα τον ενθυμηθώ ούτε θα μιλήσω στο όνομα του καί παρουσιάσθηκε στην καρδιά μου κάτι σαν φωτιά αναμ­μένη πού διεισδύει στα οστά μου». Τέτοια είναι ή άνάμνησις του Θεοΰ στις καρδιές αυτών πού μεθούν από την ελπί­δα των επαγγελιών του.

Τ

α σύντομα μονοπάτια των αρετών είναι οί περιεκτικές αρετές διότι αυτές δεν έχουν μακρινή άπόστασι πολ­λών δρόμων ασκήσεως πού οδηγούν εδώ καί εκεί, ούτε επιδέχονται τόπο και χρόνο και διασκορπισμό, αλλά σηκώνον­ται αμέσως και τελειώνουν τον δρόμο.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΧΗ ΚΑΙ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
Αρέσει σε %d bloggers: