Βίος του Οσίου πατρός ημών Ισαάκ του Σύρου


Ευλόγησον Πάτερ.

Ο όσιος πατήρ ημών Ισαάκ, ο μέγας και θαυμαστός στην αρετή, ο ουρανοπολίτης αυτός άνθρωπος και επίγειος άγγελος, του θαυμάσιου εκείνου Αβραάμ όχι υιός, αλλά γνήσιος απόγονος, υπήρχε το μεν γένος Σύρος, γεννήθηκε δε κατά άλλους στην Νινευή πόλιν της Μεσοποταμίας, κατ’ άλλους γεννήθηκε και ανατράφηκε και μεγάλωσε σε κάποια κωμόπολη, όχι μακριά της Εδέσσης, πόλεως της Συρίας.

Ποίοι υπήρξαν οι γονείς τούτου του μακαρίου πατρός και ποίας καταστάσεως άνθρωποι ήσαν και πώς λεγόντουσαν, είναι άγνωστο.

Γνωρίζομε όμως, ότι ο θείος ούτος πατήρ στην ακμή της ηλικίας του απαρνήθηκε τον κόσμο και τα εν τω κόσμο απήλθε μετά του αυτάδελφού του σε κοινόβιο, στα μέρη εκείνα του αγίου μάρτυρος Ματθαίου καλούμενο, οπού και άλλοι πολλοί τότε ασκούσαν την εν σώματι Αγγελική πολιτεία.

Αφού ντύθηκε το αγγελικό σχήμα και τον τρόπον και τον βίον και γυμνάστηκε στους ασκητικούς αγώνας και πόνους και κορέστηκε εκ του γάλακτος της πρακτικής αρετής και αφού με ικανό τρόπο κατεκοίμησε τα άταχτα της σάρκας πάθη και την σάρκα καθυπέταξε στο πνεύματι, πεθύμησε την στερεά της βαθυτέρας θεωρίας του πνεύματος τροφή.

Και αμέσως έφυγε από το κοινόβιο και από όλη εκείνη της ιερά αδελφότητα και δρομαίος ήλθε ως διψασμένο ελάφι στις πηγές των υδάτων σε ερημικό τόπον, μακριά του κόσμου και της συναναστροφής των πολλών, κατοίκησε εντός μεμονωμένου κελιού, μόνος μόνω τω Θεώ και τω εαυτού πνεύματι ασχολούμενος.
Ο δε αυτάδελφος, όταν ανέλαβε την ηγουμενία του κοινοβίου, έγραφε επανειλημμένως προς αυτόν και τον παρακαλούσε δεόμενος, να επανέλθει στην πρώτη αυτού μετάνοια, άλλ’ ο θείος Ισαάκ γλυκαθείς τη γλυκύτητα της θεωρίας του πνεύματος και της μελέτης των θείων εννοιών και της νοεράς προσευχής, παντελώς δεν πρόσεχε στου αδελφού τις παρακλήσεις, ουδέ συγκατατέθηκε ν’ αφήσει το της ησυχίας αμέριμνο και ατάραχο. Και αφού οι παρακλήσεις δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν την επιστροφή του, θεία αποκάλυψις προσκάλεσε αυτών άνωθεν στην αρχιερατική επιστασία των Νινευιτών εκκλησίας. Και εάν ένας τον αδελφών αυτού, εφάνη παρήκοος πρότερον, ύστερον όμως στην θεία φωνή υπέκυψε τον αυχένα μετά ταπεινώσεως. Αφήνει λοιπόν την έρημο και ησυχία ο φιλέρημος και φιλήσυχος Ισαάκ και της μεγαλουπόλεως Νινευή προχειρίζεται επίσκοπος.
Δεν έπρεπε βέβαια ο λύχνος να βρίσκεται υπό τον ερημικό μόδιο κρυμμένος, αλλά να τεθεί επί την ποιμαντική λυχνία, για να διαυγάσει στους μακράν της ερήμου ευρισκομένους της διδασκαλίας και αρετής το φως αλλά αυτό λίγο διήρκεσε, και τόσο, ώστε μόλις ανέτειλε και φάνηκε το φως στον ορίζοντα της εκκλησίας, και πάλιν έδυσε και κρύφτηκε καθότι ο όσιος ούτος πατήρ έπαθε ο,τι και ο θείος Γρηγόριος ο θεολόγος, ο οποίος όταν ψηφίστηκε επίσκοπος Σασίμων, αμέσως αναχώρησε από εκεί. Αίτια δε της αμέσως από την επισκοπική θέση αναχωρήσεις του πατρός Ισαάκ υπήρξε το εξής περιστατικό.
Όταν χειροτονήθηκε ο όσιος και κάθισε στο επισκοπικό οίκημα, παρέστησαν ενώπιον του δύο χριστιανοί, ο ένας ήταν δανειστής, ο άλλος οφειλέτης• και ο μεν δανειστής απαιτούσε το δάνειο, ο δε οφειλέτης ομολογούσε το χρέος, άλλα μη έχων προς το παρόν τα χρήματα ζήτησε μερικές ημέρες προθεσμία αλλά ο άσπλαχνος εκείνος δανειστής, είπε ότι εάν δεν μου αποδώσει, σήμερα αυτός το δάνειο, εγώ εξάπαντος παραδίδω αυτόν στον κριτή. Ό δε όσιος πατήρ Ισαάκ λέγει προς αυτόν, τέκνον, εάν για την εντολή του Ευαγγελίου οφείλεις και τα δια της βίας παρά σου αφαιρεθέντα πράγματα να μη ζητείς, πόσο μάλλον δεν πρέπει να υπομένεις λίγες μέρες ημέρας αυτόν ο οποίος σε παρακαλεί; Ο δε ανελεήμων εκείνος δανειστής, άφες, πάτερ, ήδη το ευαγγέλιον, είπε με αυθάδεια και αναχώρησε από εκεί. Μόλις άκουσε αυτά ο όσιος Ισαάκ, είπε στον εαυτό του εάν αυτοί δεν υπακούν στα προστάγματα του ιερού ευαγγελίου, τι λοιπόν εγώ ήλθα εδώ να πράξω; Αυτά είπε, και ευθύς αναχώρησε πάλιν στην έρημο, και ήλθε και κατοίκησε στο πρώτον του κελίον, οπού μέχρι θανάτου ανδρείως και καρτερικός υπέμεινε.
Ποιους δε αγώνας ανέλαβε ο μακάριος ούτος πατήρ κατά των δαιμόνων και της σαρκός, και ποίός υπήρξε κατά την πρακτική και θεωρητική αρετή, και σε πόση ψυχής τελειότητα έφθασε, και ποια χαρίσματα αξιώθηκε στο βίο όσο ζούσε επί της γης, όλα αυτά είναι περιττό να διηγηθεί κάποιος• Καθόσον ευκόλως εννοούνται από τα ίδια λόγια που περιέχει το παρόν βιβλίο.

Από όσα μπορούν να γίνουν φανερά ότι όσα έγραψε ό θείος ούτος πατήρ, πρώτον κατόρθωσε αυτά ο ίδιος γιατί στον εικοστό έκτον λόγον λέγει, «εν πολλώ καιρώ πειραζόμενος από τα δεξιά και από τα αριστερά και εαυτόν δοκιμάσας εν τοις δυσί τρόποις τούτοις πολλάκις, και δεξάμενος εκ του εναντίου πληγάς αναρίθμητους, και αξιωθείς μεγάλων αντιλήψεων κρυπτώς, εκομισάμην εαυτω πείραν εκ των μακρών χρόνων των ετών, και εν δοκιμασία και Θεού χάριτι ταύτα εμαθον»• στον δέκατο πέμπτο λόγο λέγει, «ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν, και παντός έντυχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της θεωρίας των γραφών, και των αληθινών στομάτων, και μικρόν απ’ αυτής της πείρας»• αλλά και όσης χάριτος αξιώθηκε παρά Θεού δεν δυνήθηκε να παρασιώπηση, και σε πολλούς άλλους λόγους αμυδρώς, μάλιστα στον τριακοστό όγδοο φανερώς διακηρύττει λέγων, «πολλάκις οτε ταύτα έγγραφων, υπελείποντό μου οι δάκτυλοι επί τον χάρτη, και ούχ υπέφεραν κατέναντι της ηδονής, της εμπιπτούσης εν τη καρδία μου, και τας αισθήσεις κατασιγαζούσης». Κατά τούτο πρέπει να θαυμάσει κάποιος την αρετή του θείου πατρός, ότι ενώ ευρίσκετο μακράν των ανθρώπων, κατεφλέγετο υπό της προς αυτούς αγάπης, καθώς ο ίδιος περί εαυτού διαμαρτυρόμενος, στον αυτόν λόγον λέγει, «διότι γέγονα μωρός, ούχ’ υπομένω φυλάξαι το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων για την των αδελφών ωφελείαν διότι αυτή εστίν ή αγάπη ή αληθινή, ήτις ου δύναται υπόμεινε εν τινι μυστήριο εκ των αγαπητών αυτής»• για αυτό στην έρημο ευρισκόμενος, πότιζε αφθόνως δια του ζωηρού νάματος της διδασκαλίας του τας ψυχάς των αδελφών.
Έζησε ο άγιος ούτος, αρχομένης της εβδόμης από κτίσεως κόσμου χιλιάδος, το οποίο εξάγεται από κάποιο χωρίου του τριακοστού τρίτου λόγου, όπου περί των δαιμόνων λέγει ούτως, «εξ εναντίας γαρ τούτων (των δαιμόνων), των εχόντων εξακισχιλίους χρόνους εισφέρεις εαυτόν δογμάτισε»• από αυτό γίνεται φανερό, ότι όταν τον λόγον έγραφε, υπήρχε ήδη τελειωμένο το από κτίσεως κόσμου εξακισχιλιοστόν έτος.

Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»
1. Λένε για τον μακάριο Αντώνιο ότι ποτέ του δε σκέφθηκε να κάνει κάτι πού να ωφελεί τον εαυτό του πιότερο από τον πλησίον του κι αυτό, γιατί πίστευε πώς το κέρδος του πλησίον του είναι γι’ αυτόν άριστη εργασία.
2. Και πάλι είπαν για τον αββά Αγάθωνα, ότι έλεγε πώς «ήθελα να βρω ένα λεπρό και να λάβω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου». Είδες τέλεια αγάπη; Και πάλι, αν είχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δεν άντεχε να μην αναπαύσει μ’ αυτό τον πλησίον του. Είχε κάποτε μια σμίλη για να κόβει τις πέτρες. Ήρθε λοιπόν ένας αδελφός κοντά του και, επειδή την είδε και τη θέλησε, δεν τον άφησε να βγει από το κελί του χωρίς αυτή.
3. Πολλοί ερημίτες παρέδωσαν τα σώματα τους στα θηρία και στο ξίφος και στη φωτιά, για να ωφελήσουν τον πλησίον.
4. Κανείς δεν μπορεί να φτάσει σ’ αυτά τα μέτρα της αγάπης, αν δε ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο. Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο το Θεό ντύνεται μαζί με αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός πού απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί ν’ αποκτήσει, μαζί με το Θεό, τίποτε πού να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο το σώμα του, δηλ. και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις. Ένας άνθρωπος, πού είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και πού ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει το Θεό -να γίνει θεοφόρος- μέχρι να τα αφήσει. Γιατί ό ίδιος ό Κύριος είπε ότι «οποίος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Όχι μόνο να τα αφήσει, αλλά και να τα μισήσει. «Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πώς ό Κύριος θα κατοικήσει μέσα του; Δε θα αμελήσω να αναφέρω τι έκαμε ό άγιος Μακάριος ό Μεγάλος, για να ελέγξει εκείνους πού καταφρονούν τους αδελφούς τους. Βγήκε λοιπόν κάποτε να επισκεφθεί έναν άρρωστο αδελφό και ρώτησε τον άρρωστο αν ήθελε τίποτε. Εκείνος αποκρίθηκε πώς θα ‘θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Και επειδή όλοι οι μοναχοί εκείνο τον καιρό όλη τη χρονιά συνήθιζαν και έφτιαχναν το ψωμί παξιμάδια, σηκώθηκε αμέσως εκείνος ό αξιομακάριστος άνθρωπος και, μ’ όλα τα ενενήντα του χρόνια, βάδισε από τη σκήτη του στην Αλεξάνδρεια και αντάλλαξε τα ξερά ψωμιά, πού πήρε από το κελί του με φρέσκα και τα πήγε στον αδελφό.
Αλλά και ό αββάς Αγαθών, που ήταν σαν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο πού ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ό αββάς ήταν ό πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του και τιμούσε τη σιωπή και την ησυχία περισσότερο απ’ όλους. Αυτός λοιπόν ό θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στην πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρο του οπότε βρήκε στην αγορά έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μιαν άκρη. Τι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ό,τι έβγαζε το ξόδευε για τον άρρωστο και τον υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι πού ό άρρωστος έγινε καλά.
5. Ό λόγος του Κυρίου ό αληθινός και αψευδής μας λέει ότι δεν μπορεί ένας άνθρωπος να έχει μέσα του τον πόθο των κοσμικών πραγμάτων και μαζί, την αγάπη τον Θεού (Ματθ. 6, 24).
Αυτός ό άνθρωπος να λογίζεσαι ότι είναι του Θεού, πού από την πολλή του ευσπλαχνία νεκρώθηκε ως προς τις υλικές του ανάγκες. Διότι ό ελεών το φτωχό έχει το Θεό να φροντίζει για τις δικές του ανάγκες. Και αυτός πού στερείται για το Θεό, βρήκε θησαυρούς ακένωτους.
Ό Θεός δε χρειάζεται τίποτε. Ευφραίνεται όμως όταν δει κάποιον να αναπαύει την εικόνα του και να την τιμά για την αγάπη του. Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό πού έχεις, μην πεις μέσα στην καρδιά σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει και ότι ό Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι, πού δε γνωρίζουν το Θεό. Ό δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή πού του έκανε ό ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να τη χάσει. Ό φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από το Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ό Κύριος. Σύ όμως, πού θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή πού σου έκανε ό Θεός και απομάκρυνες τη χάρη του από σένα. Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να ευφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ό Θεός, πού με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, πού μου ‘δωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομα σου και πού με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, πού όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, πού περπάτησαν αυτό το δρόμο. (23-4).
Η αγάπη είναι καρπός προσευχής
1. Ή αγάπη είναι καρπός της προσευχής. Ή αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ό άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια «ακηδία» οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη.
2. Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του.


Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος

1. Παράδεισος είναι ή αγάπη του Θεού. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει ή τρυφή όλων των μακαρισμών. Σ’ αυτόν τον παράδεισο ό μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, έκραξε λέγοντας: «αυτά πού μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι ούτε πού τα ‘βαλε ό λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ό Θεός για κείνους πού τον αγαπούν» (1 Κορ. 2, 9). Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκε ό Αδάμ με τη συμβουλή του διαβόλου.
Το ξύλο της ζωής είναι ή αγάπη του Θεού, από την οποία εξέπεσε ό Αδάμ και δεν μπόρεσε πια να χαρεί, παρά δούλευε και έχυνε τον ίδρωτα του στη γη των αγκαθιών. Όσοι στερήθηκαν την αγάπη του Θεού, δηλ. τον παράδεισο, τρώνε με την εργασία τους, μέσα στ’ αγκάθια, το ψωμί του ίδρωτα και αν ακόμη βαδίζουν στον ίσιο δρόμο των αρετών. Είναι το ψωμί πού επέτρεψε ό Θεός στον πρωτόπλαστο να φάει μετά την έκπτωση του. Μέχρι να βρούμε λοιπόν την αγάπη, ή εργασία μας είναι στη γη των αγκαθιών και μέσα σ’ αυτά σπέρνουμε και θερίζουμε, κι ας είναι ό σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μας κεντάνε τα αγκάθια και, όσο και να δικαιωθούμε, ζούμε μέσα σ’ αυτά με τον ίδρωτα του προσώπου μας.
Όταν όμως μέσα στον έμπονο και δίκαιο αγώνα μας, βρούμε την αγάπη του Θεού, τρεφόμαστε με ουράνιο άρτο και δυναμώνουμε, χωρίς να εργαζόμαστε με αγωνία και χωρίς να κουραζόμαστε, όπως οι χωρίς αγάπη άνθρωποι. Ό ουράνιος άρτος είναι ό Χριστός, πού ήρθε κάτω σε μας από τον ουρανό και δίνει στον κόσμο την αιώνια ζωή. Και αύτη ή ζωή είναι ή τροφή των αγγέλων.
Όποιος βρήκε την αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ίω. 6, 58). Διότι «ό τρώγων -λέει- από τον άρτο πού εγώ θα του δώσω, ποτέ («εις τον αιώνα») δε θα πεθάνει». Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος πού τρώγει από τον άρτο της αγάπης, πού είναι ό Ιησούς. Ότι, βέβαια, αυτός πού τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ό απόστολος Ιωάννης, όταν λέει ότι «Ό Θεός είναι αγάπη» (1 Ίω. 4, 8). Λοιπόν οποίος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή και σ’ αυτό τον κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον όποιο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.
Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλείας τον Θεού
1. Ή αγάπη είναι ή βασιλεία, πού μυστικά υποσχέθηκε ό Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τι άλλο είναι παρά ή αγάπη; Γιατί ή αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. Ή αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί πού ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Ψ. 93, 16). Μακάριος είναι αυτός πού ήπιε από τούτο το κρασί. Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι και ένιωσαν ντροπή οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη φτώχεια και οι φτωχοί και πλούτισαν με την ελπίδα και οί άρρωστοι και έγιναν υγιείς και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί.
Η πρακτική αγάπη
1. Όπως το λάδι συντηρεί το φως του λυχναριού, έτσι και ή ελεημοσύνη τρέφει στην ψυχή την αληθινή γνώση του Θεού. Το κλειδί της καρδιάς για την απόκτηση των θείων χαρισμάτων δίνεται μέσω της αγάπης προς τον πλησίον.
τι ωραία και αξιέπαινη πού είναι ή αγάπη προς τον πλησίον, εάν βέβαια ή μέριμνα γι’ αυτή δεν μας αποσπά από την αγάπη του Θεού! Πόσο γλυκιά είναι ή συντροφιά των πνευματικών μας αδελφών, εάν μπορέσουμε να φυλάξουμε μαζί μ’ αυτήν και την κοινωνία με το Θεό!
2. Ένας άνθρωπος πού ασχολείται με τα βιοτικά και ασκεί χειρωνακτική εργασία και λαμβάνει από άλλους βοήθεια, αυτός έχει χρέος να δώσει ελεημοσύνη. Αν αμελήσει γι’ αυτήν, ή ασπλαχνία του είναι ενάντια στην εντολή του Κυρίου.
3. Ένας μοναχός έχει, ας πούμε, κανόνα να ησυχάζει στο κελί του επτά εβδομάδες ή μία εβδομάδα και, αφού εκπληρώσει τον κανόνα του, συναντιέται και συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και παρηγορείται μαζί τους. Αυτός λοιπόν, αν αδιαφορεί για τους πονεμένους αδελφούς του, στοχαζόμενος ότι αρκεί ό εβδομαδιαίος κανόνας του, είναι ανελεήμων και σκληρός γιατί με το να μην έχει ελεημοσύνη στην καρδιά του και με το να υψηλοφρονεί και να συλλογίζεται το ψευδός, δε συγκαταβαίνει να συμμετάσχει στον πόνο των αδελφών του.
Όποιος καταφρονεί τον ασθενή αδελφό του δεν πρόκειται να δει το φως του Θεού. Και οποίος αποστρέφει το πρόσωπο του από τον ευρισκόμενο σε στενοχώρια, ή ημέρα του θα είναι σκοτεινή.
4. Είπε ένας γνωστικός άγιος ότι τίποτε δεν μπορεί να λυτρώσει το μοναχό από το δαίμονα της υπερηφάνειας και να τον βοηθήσει όταν το πάθος της πορνείας είναι σε έξαψη, όσο το να επισκέπτεται και να υπηρετεί τους κατάκοιτους και κείνους πού λιώνουν από το σωματικό πόνο.
5. Είπε ό Κύριος: «Ό,τι θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να κάνετε σ’ αυτούς»(Λουκ. 6, 31) Όταν όμως ό άνθρωπος δεν έχει υλικά αγαθά ούτε σωματική δύναμη για να εκπληρώσει την αγάπη προς τον αδελφό του, τότε είναι αρκετή για το Θεό μόνη ή αγάπη για τον αδελφό, πού φυλάγεται στην προαίρεση του.
Η αγάπη τον Θεού είναι αστείρευτη
1. Ή αγάπη πού προέρχεται από τα πράγματα αυτού του κόσμου μοιάζει με το φως του λυχναριού, πού συντηρείται με το λάδι ή ακόμη, μοιάζει με το χείμαρρο, πού τρέχει μόνο όταν βρέχει και γίνεται ξερός όταν σταματήσει ή βροχή. Όμως ή αγάπη πού προέρχεται από το Θεό είναι σαν την πηγή πού αναβλύζει και ποτέ δε σταματάει ή ροή της και το νερό της δε σώνεται, γιατί ό Θεός μόνος είναι ή πηγή της αγάπης.
Η αγάπη του Θεού φέρνει ασυνήθιστη αλλοίωση
1. Ή αγάπη του Θεού είναι από τη φύση της θερμή. Και όταν πέσει σε κάποιον με υπερβολή, κάνει εκείνη την ψυχή εκστατική. Γι’ αυτό και ή καρδιά εκείνου πού την αισθάνθηκε δεν μπορεί να τη δεχθεί μέσα του και να την αντέξει αλλά ανάλογα με την ποιότητα της αγάπης πού τον επισκίασε, φαίνεται απάνω του μια ασυνήθιστη αλλοίωση. Και αυτά είναι τα αισθητά σημεία αυτής της αλλοίωσης:
Το πρόσωπο του ανθρώπου γίνεται κόκκινο σαν τη φωτιά και χαρούμενο και το σώμα του θερμαίνεται. Φεύγει απ’ αυτόν ό φόβος και ή συστολή («αιδώς») και γίνεται εκστατικός. Και ή δύναμη πού συμμαζεύει το νου χάνεται και έρχεται, σε κατάσταση εξωλογική («έκφρων»). Το φοβερό θάνατο για χαρά τον περνάει και ποτέ του ό νους του δε σταματάει να βλέπει και να στοχάζεται τα ουράνια. Και χωρίς να βρίσκεται σωματικά στους ουρανούς, μιλάει σαν να είναι παρών εκεί, χωρίς βέβαια να τον βλέπει κανένας. Χάνει τη φυσική γνώση και τη φυσική δράση και χάνει την αίσθηση της κίνησης του μέσα στον αισθητό χώρο. Γιατί και όταν κάνει κάτι, δεν το αισθάνεται καθόλου, αφού ό νους του είναι μετέωρος στη θεωρία των ουρανίων. Και ή διάνοια του φαίνεται να συνομιλεί με κάποιον άλλον.
Αυτή την πνευματική μέθη μεθύσανε οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες. Και οι μεν Απόστολοι γυρίσανε όλο τον κόσμο μέσα σε κόπο και μόχθο και ονειδισμούς ενώ οι Μάρτυρες με κομματιασμένα τα μέλη τους έχυσαν τα αίματα τους σαν το τρεχούμενο νερό και, ενώ υπέφεραν φοβερά βασανιστήρια, δε δείλιασαν, παρά τα υπέμειναν με γενναιότητα και ενώ στην πραγματικότητα ήταν σοφοί, τους πέρασαν για άμυαλους. Άλλοι πάλι περιπλανήθηκαν σε έρημους τόπους και στα βουνά και στις σπηλιές και στις τρύπες της γης. Αυτά πού έκαμναν ήταν για τον κόσμο αταξίες, ενώ για το Θεό ήταν εύτακτα. Αυτή την ανοησία τους μακάρι να μας αξιώσει ό Θεός και εμείς να τη φτάσουμε!
Αληθινή ελεημοσύνη
1. Σπείρε την ελεημοσύνη με ταπείνωση και θα θερίσεις το έλεος του Θεού την ημέρα πού θα σε κρίνει. Ποια αμαρτήματα σε έκαναν να χάσεις τη χάρη του Θεού; Απ’ αυτά να θεραπευθείς για να την αποκτήσεις. Έχασες τη σωφροσύνη; Δε δέχεται από σένα ό Θεός την ελεημοσύνη ενόσω επιμένεις στην πορνεία. Διότι ό Θεός από σένα θέλει τον αγιασμό του σώματος.
Ο πραγματικός ελεήμων
1. Ο ελεήμων να δίνει ελεημοσύνη απ’ αυτά πού ό ίδιος απέκτησε, με το δικό του μόχθο και πόνο, και όχι απ’ αυτά πού κέρδισε με το ψέμα και την αδικία και με πονηριές. Ένας άγιος άνθρωπος είπε: Αν θέλεις να σπείρεις την αγάπη σου στους φτωχούς, να σπείρεις από τα δικά σου. Αν πάλι θέλεις να σπείρεις από τα αγαθά των ξένων, πού απέκτησες άδικα, να γνωρίζεις ότι θα γίνουν για σένα πιο πικρά από τα αγριόχορτα. Σάς λέω λοιπόν εγώ, ότι αν ό ελεήμων δεν ξεπεράσει τα όρια της δικαιοσύνης, δεν είναι ελεήμων γιατί πρέπει όχι μόνο από τα δικά , του να δίνει ελεημοσύνη, αλλά και με χαρά να υπομένει τις αδικίες πού του γίνονται από τους άλλους και να ελεεί αυτούς πού τον αδικούν. Όταν νικήσει τη δικαιοσύνη με την ελεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, όχι με τα στεφάνια των δικαίων του ιουδαϊκού νόμου, αλλά με τα στεφάνια των τελείων, πού αναφέρει το ευαγγέλιο. Γιατί το να δίνει κανείς στους φτωχούς από τα δικά του και να ντύνει το γυμνό και να αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του και να μην αδικεί, ούτε να λέει ψέματα, αυτά και ό παλιός νόμος τα απαιτούσε. Όμως ή τελειότητα της οικονομίας του ευαγγελίου έτσι προστάζει: «απ’ αυτόν πού αρπάζει τα πράγματα σου μην τα ζητάς πίσω και να δίνεις σ’ οποίον ζητάει από σένα, χωρίς διάκριση», αν είναι συγγενής σου ή ξένος κ.λπ. (Ακ. 6, 30). Και όχι μόνο όταν αρπάζουν τα πράγματα σου, αλλά και τα άλλα δυσάρεστα πού σου έρχονται απέξω, πρέπει να τα υπομένεις με χαρά και να θυσιάζεις ακόμη και τη ζωή σου για τον αδελφό σου. Αυτός είναι ό πραγματικός ελεήμων και όχι αυτός πού δίνει απλώς με το χέρι του ελεημοσύνη στον αδελφό του. Όποιος λοιπόν ακούσει ή δει με τα μάτια του ότι κάτι στενοχωρεί τον αδελφό του και δεν μπορεί να τον αναπαύσει με υλικά αγαθά, αλλά τον συμπονάει και καίεται ή καρδιά του γι’ αυτόν και αυτός είναι αληθινά ελεήμων. Το ίδιο είναι ελεήμων και όποιος δεχθεί ράπισμα από τον αδελφό του και δεν του αντιμιλήσει με την κοσμική αδιαντροπιά και δεν προκαλέσει λύπη στην καρδιά του.
Η αγάπη δε γνωρίζει την ντροπή ούτε τα μέτρα της
1. Ή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει την ντροπή γι’ αυτό και δε γνωρίζει την τυποποιημένη κοσμιότητα. Ή αγάπη έχει το φυσικό ιδίωμα να μη γνωρίζει σε ποια μέτρα βρίσκεται. Ευτυχής είναι εκείνος πού βρήκε εσένα, πού είσαι το λιμάνι κάθε χαράς!
Η ελεημοσύνη μας κάνει ομοίους με το Θεό
1. Θέλεις να έχεις πνευματική κοινωνία με το Θεό και να απολαύσεις εκείνη την ηδονή πού είναι ελεύθερη από τις σωματικές αισθήσεις; Ακολούθησε την εντολή της ελεημοσύνης. Αυτή ή ελεημοσύνη του Θεού, όταν βρεθεί μέσα στην καρδιά σου, εικονίζει μέσα σου εκείνο το άγιο κάλλος του Θεού, ως προς το όποιο ήδη έγινες όμοιος με αυτόν.
Να εξισώσεις όλους τους ανθρώπους στην ελεημοσύνη και στην τιμή
1. Αδελφέ μου ασκητή, αν σου περισσεύει κάτι απ’ αυτά πού σου χρειάζονται για σήμερα, δώσ’ το στους φτωχούς και πήγαινε να προσφέρεις τις προσευχές σου στο Θεό με παρρησία. Μίλησε δηλ. με το Θεό σαν γιος με πατέρα. Τίποτε δεν μπορεί να φέρει την καρδιά μας κοντά στο Θεό, όσο ή ελεημοσύνη. Και τίποτε δεν προκαλεί στο νου τόση γαλήνη, όση ή θεληματική φτώχεια. Καλύτερα να σε λένε οι πολλοί άνθρωποι άμαθη για την απλότητα των τρόπων σου, παρά να δοξάζεσαι ως σοφός και πανέξυπνος. Εάν ένας άνθρωπος είναι πάνω σε άλογο και απλώσει προς το μέρος σου το χέρι του για να πάρει ελεημοσύνη, μην τον αφήσεις να φύγει με άδεια χέρια, διότι οπωσδήποτε εκείνη την ώρα είναι ενδεής, όπως ένας φτωχός. Όταν λοιπόν δίνεις, να δίνεις μεγαλόψυχα και με ιλαρό πρόσωπο και να δίνεις περισσότερο απ’ όσο σου ζητάνε. Διότι λέει ό λόγος του Θεού: «Στείλε το ψωμί σου στο φτωχό και σε λίγο θα βρεις την ανταπόδοση». Μην ξεχωρίσεις τον πλούσιο από το φτωχό και μη θέλεις να μάθεις ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος, αλλά να είναι για σένα όλοι οι άνθρωποι ίσοι, προκειμένου να τους κάνεις το καλό. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσεις να ελκύσεις στο καλό και αυτούς πού δεν αξίζουν να τους ελεήσεις διότι ή ψυχή γρήγορα έλκεται από τις σωματικές ευεργεσίες στο φόβο του Θεού. Ό Κύριος καθόταν και έτρωγε στα τραπέζια με τους τελώνες και τις πόρνες και δεν ξεχώριζε τους ανάξιους, για να τους ελκύσει όλους, με το έλεος του, στο φόβο του Θεού και για να μπορέσουν να πλησιάσουν στα πνευματικά μέσω των υλικών αγαθών. Γι’ αυτό το λόγο, στην ελεημοσύνη και στην τιμή, εξίσωσε όλους τους ανθρώπους, είτε είναι κάποιος Ιουδαίος, είτε άπιστος, είτε φονιάς και μάλιστα διότι είναι αδελφός σου και έχει την ίδια ανθρώπινη φύση με σένα και πλανήθηκε από την αλήθεια χωρίς να το καταλάβει.
Όταν κάνεις ένα καλό σε κάποιον, μην περιμένεις ανταμοιβή από μέρους του και, έτσι, θα λάβεις αμοιβή από το Θεό και για τα δυο: και για το καλό πού έκανες και γιατί δε ζήτησες αναγνώριση. Και αν σου είναι δυνατό, ούτε για τη μέλλουσα ανταμοιβή να κάνεις το καλό, γιατί ή αληθινή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει τι θα πει ανταμοιβή.
Ελέησε τον αμαρτάνοντα, τον ασθενή και το λυπημένο.
1. Σκέπασε τον αμαρτάνοντα, όταν δεν έχεις απ’ αυτό πνευματική ζημία. Έτσι και αυτόν τον κάνεις να έχει θάρρος στον αγώνα του και εσένα σε στηρίζει το έλεος του Κυρίου σου. Στήριζε με το λόγο σου τους ασθενείς και αυτούς πού έχουν λυπημένη καρδιά και, όσο στο χέρι σου έχεις υλικά αγαθά, ελέησε τους και θα σε υποστηρίξει ή δύναμη του Θεού πού συντηρεί τα πάντα.
Να μοιράζεσαι τη λύπη των ανθρώπων πονώντας γι’ αυτούς στην προσευχή σου με όλη σου την καρδιά και θ’ ανοίξει μπροστά στις ικεσίες σου ή πηγή του ελέους του Θεού.
Ο ελεήμων είναι ιατρός της ψυχής του
1. Και τούτο, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω. Ας γέρνει πάντοτε μέσα σου ό ζυγός της ελεημοσύνης, μέχρι να αισθανθείς στην καρδιά σου εκείνο το έλεος πού πρέπει να έχεις για τον κόσμο.
Ό ελεήμων άνθρωπος είναι ιατρός της ψυχής του διότι σαν βίαιος άνεμος αποδιώκει από μέσα του το σκοτάδι πού προκαλούν τα πάθη. Αυτό είναι το αγαθό χρέος πού έχουμε προς το Θεό, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο της αιωνίου ζωής.
«Κλαίειν μετά κλαιόντων»
1. Να ευφραίνεσαι μαζί με αυτούς πού ευφραίνονται και να κλαις μαζί με αυτούς πού κλαίνε. Αυτό φανερώνει την καθαρή σου καρδιά. Με τους αρρώστους αρρώστησε και συ. Με τους αμαρτωλούς να κλάψεις. Με αυτούς πού μετανοούν για τις αμαρτίες τους να χαρείς. Να είσαι φίλος με όλους τους ανθρώπους, αλλά και να συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου.
Να ζεις κατά κάποιον τρόπο τα παθήματα όλων των ανθρώπων, αλλά, σαν μοναχός πού είσαι, να μη ζεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Να μην ελέγξεις κανέναν σαν να είσαι εσύ κάτι παραπάνω απ’ αυτόν, ούτε να ονειδίσεις και να προσβάλεις άνθρωπο, ακόμη κι αυτούς πού έχουν πολύ κακό βίο και πολιτεία. Άπλωσε το φόρεμα της στοργής σου και σκέπασε αυτόν πού αμαρτάνει και αν δεν μπορέσεις να πάρεις επάνω σου τα αμαρτήματα του και την τιμωρία και την ντροπή του, τουλάχιστο κάνε υπομονή και μη τον ντροπιάζεις μπροστά σου, ή μπροστά στον κόσμο.
Το ιλαρό πρόσωπο και ο πόνος της αγάπης
1. Εάν δώσεις κάτι στο φτωχό, να το δώσεις με πρόσωπο ιλαρό και με καλά λόγια να τον παρηγορήσεις για τη θλίψη του. Όταν κάνεις αυτό πού είπα, ή ιλαρότητα του προσώπου σου κυριαρχεί στο μυαλό του περισσότερο παρά αυτό πού χρειαζόταν και το έλαβε.
Όταν ανοίξεις το στόμα σου και μιλήσεις εναντίον κάποιου, να θεωρήσεις τον εαυτό σου νεκρό και άκαρπο για το Θεό εκείνη την ήμερα και ότι όλα τα καλά σου έργα πήγαν χαμένα, κι αν ακόμη έχεις τη γνώμη ότι ό λογισμός σου σε προέτρεψε να μιλήσεις με ειλικρίνεια και με σκοπό να βοηθήσεις. Ποια ανάγκη υπάρχει, αλήθεια, να γκρεμίσεις με τα λόγια σου το δικό σου πνευματικό σπίτι, για να διορθώσεις του αλλουνού;
Αν έχεις μέσα σου λύπη, για έναν άνθρωπο πού για κάποιο λόγο, σωματικά ή ψυχικά, είναι άρρωστος, εκείνη την ήμερα να θεωρείς τον εαυτό σου μάρτυρα και να αισθάνεσαι ότι έπαθες για το Χριστό και ότι αξιώθηκες να τον ομολογήσεις όπως οι ομολογητές. Θυμήσου βέβαια ότι ο Χριστός πέθανε για τους αμαρτωλούς και όχι γι’ αυτούς πού πιστεύουν πώς είναι δίκαιοι. Κοίτα πόσο σπουδαίο είναι να φέρεσαι έτσι. Μεγάλο πράγμα είναι να λυπάται ή καρδιά σου για τους πονηρούς και να ευεργετείς τους αμαρτωλούς μάλλον παρά τους δικαίους.
Η ελεημοσύνη τον Θεού είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία
1. Ή ελεημοσύνη και ή δικαιοκρισία (δίκαιη κρίση), όταν συνυπάρχουν μέσα στην ίδια ψυχή, μοιάζουν με τον άνθρωπο πού, μέσα στον ίδιο ναό, προσκυνεί το Θεό και τα είδωλα. Ή ελεημοσύνη είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία. Ή δικαιοκρισία μετράει και αποδίδει ακριβώς τα ίσα. Γιατί στον καθένα δίνει ότι του αξίζει και δε γέρνει προς το ένα μέρος ούτε προσωποληπτεί κατά την ανταπόδοση του δικαίου.
Ή ελεημοσύνη όμως είναι λύπη της ψυχής για τον ανήμπορο. Ή ελεημοσύνη κινείται από τη θεία χάρη και ξεστρατίζει για να βοηθήσει όλους με συμπάθεια και στον άξιο τιμωρίας δεν ανταποδίδει το κακό και τον άξιο του κάλου επαίνου τον φορτώνει με αγαθά. Όπως το ξερό χορτάρι και ή φωτιά δεν μπορούν να βρεθούν μαζί στον ίδιο χώρο, έτσι δεν μπορούν να συνευρίσκονται στην ίδια ψυχή ή δικαιοκρισία και ή ελεημοσύνη. Και όπως δεν μπορούν να ισοζυγιαστούν στους δίσκους της ζυγαριάς ένας κόκκος άμμου από τη μια και το πολύ βαρύ χρυσάφι από την άλλη, έτσι και ή δικαιοκρισία του Θεού δεν μπορεί να εξομοιωθεί στο βάρος και να ισοζυγιαστεί με την ελεημοσύνη του. Και όπως μια χουφτιά άμμου, πού πέφτει σε μεγάλη θάλασσα, χάνεται, έτσι και τα αμαρτήματα οποιουδήποτε ανθρώπου δεν μπορούν να σταθούν μπροστά στη φιλάνθρωπη πρόνοια και στην ευσπλαχνία του Θεού. Και όπως δεν μπορεί να φράξει κανείς μια πηγή με πολύ νερό με μια χούφτα χώμα, έτσι δεν μπορεί να νικηθεί ή ελεημοσύνη του Θεού από την κακία των κτισμάτων , του όπως δεν είναι δυνατό να εμποδίσουμε τη φλόγα της φωτιάς να ανεβεί προς τα επάνω, έτσι δεν μπορούν να εμποδιστούν οί προσευχές των ελεημόνων να ανέβουν στον ουρανό.
2. Να γίνεις κήρυκας της αγαθότητας και της αγάπης του Θεού πού, ενώ είσαι ανάξιος, σε φροντίζει και, ενώ τα χρέη σου σ’ αυτόν είναι πολλά, δε σε εκδικείται, παρά για τα μικρά καλά σου έργα σου αντιπαρέχει μεγάλες δωρεές. Μη καλέσεις λοιπόν το Θεό δίκαιο, γιατί ή δικαιοσύνη του δε φαίνεται στα αμαρτωλά σου έργα. Και αν ό Δαβίδ τον ονομάζει δίκαιο και ευθύ, όμως ό Υιός του Κύριος Ιησούς Χριστός μας φανέρωσε «ότι μάλλον είναι αγαθός και χρηστός» (Λουκ. 6, 35). Είναι αγαθός, λέει, για τους πονηρούς και τους ασεβείς. Και πώς μπορείς να ονομάζεις το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσεις στο κεφάλαιο του ευαγγελίου πού γράφει για το μισθό των εργατών; Λέει λοιπόν εκεί: «Φίλε, δε σε αδικώ. Θέλω να δώσω σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα και σε σένα. Η μήπως επειδή είμαι καλός, το μάτι σου γεμίζει από ζήλια;» (Ματθ. 20, 13). Πώς πάλι μπορεί να ονομάζει κανείς το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσει για τον άσωτο γιο, πού σκόρπισε τον πλούτο ασωτεύοντας; Πώς έτρεξε ό πατέρας του και, μόνο με την κατάνυξη και τη συντριβή πού έδειξε, έπεσε στον τράχηλο του και του έδωσε εξουσία να χαίρεται μέσα στον πλούτο του; Και αυτά βέβαια για τον πατέρα του δεν τα είπε κανένας άλλος, ώστε να διστάσουμε να τον πιστέψουμε, άλλ’ ό ίδιος ό Υιός του Θεού. Αυτός με τη δική του μαρτυρία μας βεβαίωσε ότι έτσι έχει το πράγμα. Που βλέπεις λοιπόν τη δικαιοσύνη του Θεού; Στο ότι ήμασταν αμαρτωλοί και ό Χριστός πέθανε για μας; Εάν λοιπόν ό Θεός σ’ αυτή τη ζωή είναι ελεήμων και εύσπλαχνος, ας πιστέψουμε ότι ό Θεός δεν μπορεί να αλλοιωθεί.
Λέει ό άγιος Κύριλλος στην ερμηνεία της Γενέσεως: Να φοβάσαι το Θεό από αγάπη και όχι από το σκληρό όνομα της δικαιοσύνης πού του δώσανε. Αγάπησέ τον, λοιπόν, όπως έχεις χρέος να τον αγαπήσεις και όχι για τα μέλλοντα αγαθά πού περιμένεις να σου δώσει, αλλά για όσα λάβαμε και μόνο για τούτον τον κόσμο πού δημιούργησε για μας και μας τον χάρισε. Γιατί, είναι κανείς πού μπορεί να ανταμείψει το Θεό για ότι μας χάρισε; Που είναι ή δίκαιη ανταπόδοση στα έργα μας; Ποιος έπεισε το Θεό να μας δημιουργήσει; Και υπάρχει κανείς να τον παρακαλεί για λογαριασμό μας όταν γινόμαστε αχάριστοι; Και όταν κάποτε δεν υπήρχαμε, ποιος ξύπνησε εκείνο το σώμα μας και το έφερε στη ζωή; Ας νιώθουμε, λοιπόν, ευγνωμοσύνη και αγάπη για όσα ή άφατη φιλανθρωπία του Θεού μας χάρισε και συνεχίζει να μας χαρίζει.
Η αγάπη θέλει σοφία και σύνεση
1. Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να αγαπάει τα γέλια και να θέλει να γελοιοποιεί τους άλλους, να μην πιάνεις φιλία. Γιατί θα σε κάνει να συνηθίσεις στην ψυχική ατονία. Σε κείνο πού ή ζωή του είναι διεφθαρμένη, μη δείχνεις ιλαρό πρόσωπο φυλάξου όμως καλά μήπως τον μισήσεις. Και αν θελήσει να μετανοήσει, βοήθησε τον και φρόντισε τον, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή σου, να σωθεί. Εάν όμως είσαι πνευματικά ασθενής, μην τολμήσεις να γίνεις γιατρός του. Μπροστά σε άνθρωπο πού έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και έχει την αρρώστια να προσέχεις πολύ πώς θα μιλήσεις. Γιατί ενόσω μιλάς, αυτός εξηγεί μέσα του τα λόγια σου όπως αγαπά και από τα αγαθά σου λόγια παίρνει αφορμή και σκανδαλίζει τους άλλους. Και αλλάζει το νόημα των λόγων σου μέσα στο μυαλό του σύμφωνα με την πνευματική του αρρώστια. Αν δεις κάποιον να έρχεται και να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, κάνε το πρόσωπο σου σκυθρωπό. Έτσι και το έλεος του Θεού θα έχεις και απ’ αυτόν θα φυλαχτείς.
Μη μισήσεις τον αμαρτωλό
1. Μη μισήσεις τον αμαρτωλό γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες μας. Και αν από θείο ζήλο κινείσαι εναντίον του, κλάψε μάλλον για λογαριασμό του. Και γιατί τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να ευχηθείς γι’ αυτόν, για να γίνεις όμοιος με το Χριστό, ό όποιος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς. Δε βλέπεις πώς έκλαψε για την Ιερουσαλήμ; Άλλα και εμάς για πολλά αμαρτήματα μας περιγελά και μας χλευάζει ό διάβολος. Γιατί λοιπόν να μισούμε τον άνθρωπο πού ό διάβολος τον περιγελά όπως και εμάς; Και γιατί, άνθρωπε μου, μισείς τον αμαρτωλό; Μήπως γιατί τάχα δεν είναι δίκαιος όπως εσύ; Και που είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν έκλαψες γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις; Μερικοί άνθρωποι εξαιτίας της ανοησίας τους οργίζονται εναντίον των αμαρτωλών, γιατί πιστεύουν ότι έχουν διάκριση να κρίνουν τα έργα τους.
Η ελεημοσύνη τον Θεού είναι θαυμαστή
1. τι θαυμαστή πού είναι ή ελεημοσύνη του Θεού! Πόσο εκπληκτική είναι ή χάρη του Θεού πού μας έκτισε! τι δύναμη μας έδωσε και μας έκανε ικανούς για όλα! Πόσο άμετρη είναι ή καλοσύνη του, πού εισάγει την αμαρτωλή μας φύση στην ανάπλαση! Ποιος μπορεί να εξυμνήσει τη δόξα του; Τον παραβάτη των εντολών του και τον βλάσφημο τον ανασταίνει με τη μετάνοια τον άνθρωπο πού ήταν άμυαλο χώμα τον ανακαινίζει και τον κάνει συνετό και λογικό τον διασκορπισμένο και αναίσθητο νου και τις διασκορπισμένες λόγω των αμαρτιών μας αισθήσεις, όλα αυτά, τα κάνει με την αγάπη του λογική φύση, άξια να εννοεί σωστά τα θεία και τα ανθρώπινα. Γιατί αυτός πού ζει ακόμη στις αμαρτίες του δεν είναι ικανός να εννοήσει τη χάρη της προσωπικής του ανάστασης. Που είναι, λοιπόν, ή κόλαση πού θα μας γεμίσει με θλίψη; Και που είναι ή κόλαση πού μας εκφοβίζει από παντού και υπερνικά την αγάπη του Θεού; Ποια κόλαση και ποια γέεννα του πυρός μπορεί να σταθεί μπροστά στη χάρη της ανάστασης, όταν ό Θεός μας αναστήσει εν δόξη από τον άδη και κάνει τούτο το φθαρτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία;
Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. Ποιος όμως έχει τόσο σοφή και αξιοθαύμαστη διάνοια, πού θα μπορέσει να θαυμάσει, όσο αξίζει, τη χάρη του Δημιουργού μας; Ή ανταπόδοση των αμετανόητων αμαρτωλών είναι βέβαιη, όμως αντί της δίκαιης ανταπόδοσης ό Κύριος ανταποδίδει την ανάσταση σ’ αυτούς πού μετανοούν και, αντί να τιμωρήσει αυτούς πού καταπάτησαν το νόμο του, τους ντύνει με την τέλεια δόξα της αφθαρσίας. Αυτή ή χάρη, πού μας ανασταίνει από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερη από εκείνη πού μας δόθηκε, όταν από την ανυπαρξία μας έφερε στην κτιστή ύπαρξη. Δόξα στην άμετρη σου χάρη, Κύριε.
Πώς ενεργεί ή αληθινή αγάπη
1. Όποιος έχει μνήμη Θεού και τιμά κάθε άνθρωπο, αυτός βρίσκει βοήθεια από κάθε άνθρωπο, πού δέχεται μυστικά μέσα του την εντολή του Θεού να βοηθήσει. Όποιος πάλι απολογείται για να σώσει τον αδικούμενο, βρίσκει το Θεό να τον υπερασπίζεται. Όποιος δίνει το χέρι του να βοηθήσει τον πλησίον του, λαμβάνει τη βοήθεια του από το χέρι του Θεού. Όποιος κατηγορεί τον αδελφό του κινούμενος από κακία, βρίσκει το Θεό κατήγορο του. Όποιος διορθώνει τον αδελφό του κρυφά από τους άλλους, γιατρεύει την κακία του και οποίος κατηγορεί κάποιον μπροστά στους άλλους, κάνει πιο οδυνηρά τα τραύματα του. Όποιος θεραπεύει κρυφά από τους άλλους τον αδελφό του, κάνει φανερή τη δύναμη της αγάπης του ενώ αυτός πού τον ντροπιάζει μπροστά στους φίλους του, αποδεικνύει τη δύναμη του φθόνου πού φωλιάζει μέσα του. Ό φίλος πού ελέγχει κρυφά, είναι σοφός γιατρός ενώ αυτός πού γιατρεύει μπροστά στα μάτια των άλλων, στην πραγματικότητα εξευτελίζει τον άρρωστο. Συμπάθεια θα πει να συγχωρείς κάθε σφάλμα του άλλου. Το πονηρό φρόνημα φαίνεται όταν αντιμιλάς στον αμαρτήσαντα. Αυτός πού διορθώνει τον άλλον αποβλέποντας πραγματικά στην -ψυχική του υγεία, τον διορθώνει με αγάπη, ενώ αυτός πού ζητάει να εκδικηθεί, είναι κούφιος από αγάπη. Ό Θεός παιδεύει και διορθώνει τον άνθρωπο με αγάπη, χωρίς εκδίκηση και ζητάει να γιατρέψει την εικόνα του, χωρίς να κρατάει την οργή του για τις κακίες του ανθρώπου πολύν καιρό. Αυτός ό τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν παρεκκλίνει στην εμπαθή εκδίκηση. Ό δίκαιος και σοφός άνθρωπος είναι όμοιος με το Θεό γιατί δεν παιδεύει καθόλου το συνάνθρωπο του με εκδικητικότητα για την κακία του, αλλά τον παιδεύει ή για να διορθωθεί ό ίδιος, αν το θελήσει, ή για να φοβηθούν οι άλλοι. Ή παιδεία πού δεν είναι όπως την περιέγραψα, δεν είναι αληθινή παιδεία.
Η ελεήμων καρδία
1. τι είναι καρδία ελεήμων; Είναι να φλέγεται από αγάπη ή καρδιά για όλη την κτίση: Για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα και για τους δαίμονες και για κάθε κτίσμα. Και καθώς ό άνθρωπος τα φέρνει στη μνήμη του και τα σκέφτεται, τα μάτια του τρέχουν δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή συμπάθεια πού συνέχει την καρδιά του και από την πολλή εμμονή σ’ αυτή την κατάσταση, μικραίνει ή καρδιά του και δεν μπορεί να υποφέρει ή να ακούσει ή να δει κάποια βλάβη ή κάτι έστω και λίγο λυπηρό να γίνεται στην κτίση. Γι’ αυτό και για τα άλογα ζώα και για τους εχθρούς της αλήθειας και γι’ αυτούς πού τον βλάπτουν προσεύχεται συνεχώς με δάκρυα, ζητώντας από το Θεό να τους φυλάξει και να τους συγχωρήσει. Ομοίως προσεύχεται και για τα ερπετά από την πολλή του ευσπλαχνία, πού συγκινεί την καρδιά του, υπερβαίνοντας το ανθρώπινο μέτρο και φτάνοντας στην ομοιότητα του Θεού.

Η πρακτική αγάπη μπορεί, σε κάποια περίπτωση, να φέρει σύγχυση και ταραχή
1. Ρωτήθηκε κάποτε ένας πολύ σοφός γέροντας από κάποιον αδελφό ησυχαστή μοναχό: Τι να κάνω; Διότι πολλές φορές συμβαίνει να χρειάζομαι κάτι, πού έχω ή για την ασθένεια μου ή για το εργόχειρο μου ή για κάποια άλλη αιτία και χωρίς αυτό δεν μπορώ να ζήσω στην καλογερική ησυχία. Βλέπω λοιπόν κάποιον πού το χρειάζεται, υπερισχύει μέσα μου το έλεος και του το δίνω. Πολλές φορές μάλιστα μπορεί να μου το ζητήσει κάποιος και, πάλι, του το δίνω. Γιατί αναγκάζομαι και από την αγάπη πού έχω και από την εντολή του Θεού και δίνω σ’ αυτόν πού μου ζητάει το απαραίτητο για τη ζήση μου. Ύστερα όμως ή ανάγκη αυτού του πράγματος με κάνει να πέσω σε φροντίδες και σε ταραχή των λογισμών και έτσι σκορπίζω το νου μου και δεν μπορώ να φροντίσω για την καλογερική ησυχία. Και αναγκάζομαι ίσως να βγω από την ησυχία μου και να πάω έξω να βρω αυτό το πράγμα πού έδωσα. Εάν πάλι κάνω υπομονή και δε φύγω από τον τόπο μου, μπαίνω σε πολλή θλίψη και σύγχυση των λογισμών. Δε γνωρίζω, ποιο από τα δύο να προτιμήσω: εκείνο πού με αναπαύει, αλλά σκορπίζει την ησυχία, για να βοηθήσω τον αδελφό μου, ή να παραβλέψω την αίτηση του και να παραμείνω στην ησυχία μου;
Σ’ αυτά απάντησε ό γέροντας και είπε.
Μπορεί πράγματι ή ελεημοσύνη, ή αγάπη, ή ευσπλαχνία ή οποιαδήποτε αρετή πού νομίζεις ότι είναι του Θεού, μπορεί, λέω,
* να σε εμποδίζει από την άσκηση της ησυχίας,
* να σε κάνει να σκέφτεσαι τον κόσμο,
* να σε βάζει σε κοσμικές μέριμνες,
* να σε ταράσσει και να σε αποσπά από τη μνήμη του Θεού,
* να σε κόβει από τις προσευχές σου,
* να σε βάζει σε φασαρία και σε ακατάστατους λογισμούς,
* να σε σταματάει από τη μελέτη των αναγνωσμάτων του Θεού, πού είναι όπλο σωτήριο κατά της περιπλάνησης της φαντασίας ακόμη,
* να λύνει την προσοχή του νου σου και
* να σε κάνει, ενώ δέθηκες ψυχικά με την ησυχία, να γυρίζεις εδώ κι εκεί και μετά την απομόνωση σου στο κελί σου, να συναναστρέφεσαι με τον κόσμο.
Ακόμη μπορεί,
* να ξυπνάει τα θαμμένα πάθη σου και
* να διαλύει την εγκράτεια των αισθήσεων σου και
* να αφαιρεί από μέσα σου τη θανάτωση του κοσμικού φρονήματος και
* να σε κατεβάζει από την αγγελική πολιτεία, πού έχει μοναδικό της έργο την κοινωνία με το Θεό και
* να σε βάζει στην τάξη των κοσμικών,
ε, μια τέτοια ελεημοσύνη και αγάπη ας λείψει από το μοναχό πού διάλεξε το δρόμο της ησυχίας. αυτού του είδους ή ελεημοσύνη, για την οποία με ρώτησες, είναι καλή και αξιοθαύμαστη, όταν γίνεται από τους ανθρώπους του κόσμου ή από τους μοναχούς πού ζουν σε κοινόβιο και εισέρχονται στις πόλεις για τις ανάγκες τους και γυρίζουν πάλι στο μοναστήρι.
Προηγείται ή πρακτική αρετή και ακολουθεί ή ησυχία και ή θεωρία τον Θεού
1. Ό μακάριος Βασίλειος και οι μακάριοι Γρηγόριος (ό Νεοκαισάρειας και ό Θεολόγος), για τους οποίους ανέφερες στην επιστολή σου ότι αγαπούσα πολύ την έρημο και ήταν στύλοι και φως της Εκκλησίας και επαινούσαν πολύ την ησυχία, δεν ήρθαν στην ησυχία χωρίς να εκπληρώσουν τις εντολές , του Θεού, αλλά τι έκαμαν; Πρώτα κατοίκησαν στον κόσμο εν ειρήνη και φύλαξαν τις εντολές εκείνες πού έπρεπε να φυλάξουν ζώντας με τους ανθρώπους και, έτσι, έφτασαν στην καθαρότητα της ψυχής και αξιώθηκαν να ζήσουν στη θεωρία του Αγίου Πνεύματος. Εγώ πιστεύω, γιατί αυτό είναι ή αλήθεια, ότι όταν κατοικούσαν στις πόλεις, υποδέχονταν τους ξένους, επισκέπτονταν τους ασθενείς, ντύνανε τους γυμνούς, νίβανε τα πόδια των κουρασμένων με αγάπη και αν κάποιος τους αγγάρευε να του μεταφέρουν τα πράγματα του ένα μίλι, αυτοί πήγαιναν για χάρη του δύο μίλια. Και όταν φύλαξαν αυτές τις εντολές, πού είναι για τη ζωή στον κόσμο και άρχισαν να γεύονται στο νου τους την πρώτη μορφή ακινησίας ως προς το κακό και τις εσωτερικές θείες και μυστικές θεωρίες, από κει και πέρα έσπευσαν και βγήκαν στην ησυχία της ερήμου και εκεί έκαναν υπομονή ζώντας ζωή εσωτερική και έγιναν άνθρωποι θεωρητικοί και έζησαν μέσα στη θεωρία των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος, μέχρι πού τους κάλεσε ή χάρη του Θεού και έγιναν ποιμένες της Εκκλησίας του Χριστού.
2. Ας αναγκάζουμε λοιπόν τον εαυτό μας να είμαστε από μέσα από την ψυχή μας ελεήμονες σε ευκαιρία προ όλους τους ανθρώπους, γιατί έτσι μας επιβάλλει ή διδασκαλία του Κυρίου.
Ποιος σοφός Μοναχός, πού έχει τροφές και ρούχα, άμα δει τον πλησίον του γυμνό και πεινασμένο, δε θα του δώσει απ’ αυτό πού έχει, αλλά θα τσιγγουνευθεί; Η ποιος είναι εκείνος πού θα δει έναν άνθρωπο να κατατρύχεται από αρρώστια και να ταλαιπωρείται από σωματικούς κόπους και να χρειάζεται να τον ανακουφίσουν και, παρ’ όλα αυτά, επειδή τάχα ποθεί την ησυχία, θα προτιμήσει την απομόνωση από την αγάπη προς τον αδελφό του; Ωστόσο, όταν δεν έχουμε τα μέσα για να ασκήσουμε την πρακτική Ελεημοσύνη, ας είναι ή αγάπη και ή ελεημοσύνη μέσα στην καρδιά μας και στην προσευχή μας.
Εάν ένας μοναχός συγκατοικεί με άλλους και το κελί του είναι κοντά τους και αναπαύεται με τους κόπους τους, είτε είναι υγιής είτε είναι άρρωστος και αυτός οφείλει να κάνει το ίδιο προς αυτούς. Με άλλα λόγια: Δεν είναι σωστό αυτός να απαιτεί από τους άλλους να τον ανακουφίσουν και ό ίδιος να κάνει πίσω και να κρύβεται όταν δει τον ομοιοπαθή και ομόσχημο αδελφό του, μάλλον δε τον ίδιο το Χριστό, να στενοχωρείται και να είναι παραπεταμένος και να κοπιάζει πάνω από τις δυνάμεις του. Ένας τέτοιος μοναχός είναι σκληρός και ή ησυχία του είναι ψεύτικη και μόνο στη φαντασία του.
Και καθώς ό άνθρωπος συνίσταται από δύο μέρη, από την ψυχή και το σώμα, έτσι και όλα τα έργα του έχουν διπλή τη φροντίδα, σύμφωνα με τη σύσταση του. Και επειδή ή πράξη της αγάπης προηγείται από τη θεωρία του Θεού σε κάθε περίσταση, είναι αδύνατο να υψωθεί ό άνθρωπος στη θεωρία, εάν δεν τελειώσει πρώτα την έμπρακτη αγάπη. Και τώρα, κανείς άνθρωπος δεν τολμά να πει ότι κατορθώνει στην ψυχή του την αγάπη του πλησίον, εάν δεν την εκπληρώσει με τις σωματικές δυνάμεις πού διαθέτει, στο χρόνο και στον τόπο πού προσφέρονται κάθε φορά.
«Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν»
1. Εάν στ’ αλήθεια είσαι ελεήμων, όταν άδικα σου αφαιρούν τα πράγματα σου, μη λυπηθείς καθόλου μέσα σου, μήτε να διηγείσαι στους ανθρώπους τη ζημιά πού σου έκαμαν, αλλά μάλλον ή ελεημοσύνη της καρδιάς σου ας καταπιεί τη ζημιά αυτών πού σε αδίκησαν, όπως το πολύ νερό διαλύει τη δύναμη του κρασιού. Δείξε λοιπόν τον πλούτο της ελεημοσύνης σου με τις ευεργεσίες σου προς αυτούς πού σε αδίκησαν. Όπως έκαμε ό μακάριος Ελισαίος στους εχθρούς του, πού ήθελαν να τον αιχμαλωτίσουν. Γιατί όταν προσευχήθηκε και τους τύφλωσε θολώνοντας τα μάτια τους, τους έδειξε τη θεϊκή δύναμη πού είχε μέσα του όταν όμως τους έδωσε να φάνε και να πιούνε και, μετά, τους άφησε να φύγουν, τους έδειξε την ελεημοσύνη της καρδιάς του.
Το χρήμα και ή αγάπη
1. Όπως δεν είναι δυνατό, στο ίδιο σώμα να υπάρχει και ή υγεία και ή αρρώστια και να μη σβήσει το ένα εξαιτίας του άλλου, έτσι ακριβώς είναι αδύνατο να υπάρχουν στο ίδιο σπίτι το πολύ χρήμα και ή αγάπη και να μην εξαλειφθεί το ένα από το άλλο.

Η αγάπη δεν έχει εμπάθεια
1. Πάντοτε τούτον τον τρόπο να έχεις στη ζωή σου: να είσαι γλυκομίλητος και να αποδίδεις τιμή σε όλους τους ανθρώπους. Και να μην κάνεις κανέναν να θυμώσει και να οργιστεί και να μη ζηλοφθονήσεις, ούτε για την πίστη πού έχει κάποιος, ούτε για τα κακά έργα κάποιου άλλου.
Φυλάξου λοιπόν να μην κατηγορήσεις και να μην ελέγξεις κανέναν για κάποια αδυναμία του, γιατί έχουμε στους ουρανούς κριτή απροσωπόληπτο. Εάν όμως θέλεις να τον βοηθήσεις να επιστρέψει στην αλήθεια, να λυπηθείς γι’ αυτόν και με δάκρυα και με αγάπη πες του ένα ή δυο λόγια και μην ανάψεις από θυμό εναντίον του, για να μη δει στην καρδιά σου σημείο έχθρας. Γιατί ή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει να θυμώνει, ούτε να παροργίζεται, ούτε να κατηγορεί κάποιον με εμπάθεια.

ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Περιέχων συμβουλάς πλήρεις ωφελείας.

ΠΑΣΑ καλή έννοια εμπίπτει στην καρδία του ανθρώπου εκ της θείας χάριτος και πάς κακός λογισμός πλησιάζει στην ψυχήν προς πειρασμό και δοκιμήν.
Όποιος φθάσει να γνωρίσει την ιδίαν αυτού ασθένεια, αυτός έφθασε το τέλειον της ταπεινώσεως.
Ο οδηγός των χαρισμάτων του Θεού στον άνθρωπον είναι ή καρδία, η οποία κινείται σε αδιάλειπτο ευχαριστία. Ο οδηγών τους πειρασμούς στην ψυχήν υπάρχει ή έννοια του γογγυσμού, ή οποία κινείται πάντοτε στην καρδίαν.
Ο Θεός υποφέρει πάσας τάς ασθενείας των ανθρώπων, δεν υπομένει όμως εκείνον, ο οποίος γογγύζει πάντοτε, άλλα και παιδεύει αυτόν.
Η ψυχή, ήτις απέχει, εκ πάσης ελλάμψεως της γνώσεως, εις τάς τοιαύτας εννοίας ευρίσκεται.
Το στόμα, το οποίον ευχαριστεί πάντοτε, δέχεται ευλογία παρά Θεού• στην δε καρδίαν, ήτις εμμένει σε ευχαριστία, εμπίπτει ή θεία χάρις. Προ της χάριτος προηγείται ή ταπείνωσις και προ της παιδεύσεως ή οιήσεις.
Όστις υπερηφανεύεται παραχωρείται υπό του Θεού να πέσει σε βλασφημία. Όποιος επαίρεται δια πρακτικές αρετάς, παραχωρείται να πέσει σε πορνεία. και όποιος επαίρεται δια την εαυτού σοφία, παραχωρείται να πέσει στις σκοτεινές παγίδες της αγνωσίας.
Όποιος απομακρύνεται εκ της ενθυμήσεως του Θεού, βαστά μέσα του πονηρή καρδία μίσος κατά του πλησίον. Όποιος μετά της ενθυμήσεως του Θεού τιμά πάντα άνθρωπον, ευρίσκει βοήθειαν εκ παντός ανθρώπου δια του νεύματος του Θεού.
Όποιος απολογείται υπέρ του αδικούμενου, ευρίσκει τον Θεό υπερμαχούντα δι’ αυτόν. Όποιος βοηθά τον πλησίον αυτού, λαμβάνει την βοήθειαν του Θεού.

Όποιος κατηγορεί τον αδελφόν αυτού υπό κακίας κινούμενος, ευρίσκει τον Θεόν κατήγορο κατ’ αυτού.

Όποιος διορθώνει τον αδελφόν αυτού εν τω κρύπτω, θεραπεύει την ιδίαν αυτού κακίαν και Όποιος κατηγορεί τίνα έμπροσθεν των ανθρώπων, ενδυναμοί τάς ιδίας αυτού πληγάς.

Όποιος θεραπεύει τον αδελφό αυτού κρυπτώς, ποιεί φανερά την δύναμιν της εαυτού αγάπης• και όποιος καταισχύνει αυτόν ενώπιον των φίλων αυτού, δεικνύει την δύναμιν του φθόνου αυτού.

Όποιος ελέγχει τον άλλον κρυπτώς, υπάρχει ιατρός σοφός• και όποιος θεραπεύει τον άλλον έμπροσθεν πολλών ανθρώπων, πραγματικός ονειδίζει αυτόν. Το σημείον της συμπαθείας υπάρχει ή συγχώρησης του σφάλματος παντός ανθρώπου• το δε σημείον της κακής προαιρέσεως είναι ή αντιλογία προς τον πταίσαντα.
Όποιος παιδεύει τον άλλον δια την ψυχική αυτού υγεία, αυτός παιδεύει αυτόν μετ’ αγάπης• όποιος όμως ζητεί έκδίκησιν, υπάρχει κενός αγάπης. Ό Θεός παιδεύει τον άνθρωπον μετ’ αγάπης πάντοτε, ίνα ιατρευθή ή είκών αυτού, χωρίς να φυλάττει την οργή αυτού επί πολύν καιρόν αυτός ό τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν εκκλίνει εμπαθώς σε εκδίκησιν.
Ο σοφός δίκαιος είναι όμοιος τω Θεό• διότι δεν παιδεύει ποτέ άνθρωπον για να εκδικηθεί αυτόν δια την κακίαν αυτού, άλλ’ η αυτός να διορθωθεί, η να φοβηθώσιν άλλοι• εάν όμως δεν εχη ταύτην την αγάπη, ή παίδευσης αυτού δεν είναι πλέον παιδεία προς διόρθωση, άλλα προς έκδίκησιν.
Όποιος πράττει το καλόν, ινα ανταμειφθεί, ταχέως τρέπεται εις το κακόν.

Όποιος εκ της δυνάμεως της ιδίας αυτού γνώσεως θαυμάζει δια της θεωρίας την γνώσιν του Θεού, αυτός, εάν και κατάκοπη το σώμα αυτού, δεν επαίρεται ποσώς, ούτε εκκλίνει εκ της αρετής. Ου τίνος ή διάνοια φωτίζεται κατ’ άξία υπό του Θεού, αυτός κατήντησεν εις το βάθος της ταπεινοφροσύνης ψυχή τε και σώματι• επειδή πριν έτι πλησίαση τις εις την γνώσιν, ανέρχεται και κατέρχεται δια της πολιτείας αυτού• όταν όμως πλησίαση εις την γνώσιν, αίρεται όλος και όσον υψωθεί, δεν τελειώνει ή ανάβασης της γνώσεως αυτού, μέχρις ου έλθει εκείνος ό αιών της δόξης και λαβή πάντα αυτού τον πλούτο διότι όσον ό άνθρωπος τελειούται παρά τω Θεό, τόσον περισσότερον ακολουθεί αυτόν και εις εκείνον τον αληθή αιώνα δείκνυσι το πρόσωπον του εις αυτόν ό θεός, όχι όμως όπως και ότι είναι• επειδή οι δίκαιοι όσον και αν εισέλθωσιν στην θεωρία του Θεού, την εικόνα αυτού βλέπουν ως σε καθρέπτη, εκεί όμως θέλουσιν να δουν την φανέρωσιν της αληθείας.
Καθώς το πυρ, το οποίον ανάπτει εις τα ξηρά ξύλα δυσκόλως σβήνονται., ούτω και ή θέρμη του Θεού, ήτις εμπίπτει- εις την καρδίαν του απαρνησαμένου τον κόσμον, δεν θέλει σβεσθή ευκόλως, δριμύτερα ούσα του πυρός. Όταν ή δύναμις του οίνου εισέλθει στα μέλη του σώματος, τότε ο νους λησμονεί την ακρίβεια όλων των πραγμάτων και ή ενθύμησης του Θεού όταν κυρίευση την ψυχήν, εξαφανίζει πάσαν ματαίαν ενθύμησιν εκ της καρδίας. Ή διάνοια, ήτις απέκτησε την σοφία του πνεύματος, ομοιάζει με άνθρωπον, ο Οποίος βρίσκει πλοίο έτοιμο στην θάλασσαν και ταξιδεύει αμέσως και φθάνει στην νήσο του μέλλοντος αιώνος• ούτως έχει ή αίσθησης του μέλλοντος αιώνος ως προς τούτον τον κόσμον, είναι ως νήσος μικρά εντός της θαλάσσης και όποιος πλησιάζει σε αυτήν, δεν κοπιά πλέον στα κύματα της φαντασίας τούτου του κόσμου.
Όταν ο Έμπορος πώληση πάσαν αυτού την πραγματεία, σπουδάζει να επανέλθει εις τον ίδιον αυτού οίκον ο δε μοναχός, όταν υπολείπηται εισέτι ο καιρός της εργασίας αυτού, λυπείτε να χωριστή εκ του σώματος αυτού• όταν όμως αισθανθεί, ότι εξαγόρασε τον καιρόν και έλαβε τον αρραβώνα, τότε επιθυμεί τον μέλλοντα αιώνα. Ό έμπορος, εν όσο ευρίσκεται στην θάλασσαν, φοβείται, μη τυχόν εγερθεί τρικυμία και βυθιστεί ή ελπίς της εργασίας αυτού και ό μοναχός, εν όσο ευρίσκεται σε τούτο τον κόσμο, φοβείται, μήπως διεγερθεί κατ’ αυτού ο χειμώνας των παθών και χαθεί ό καρπός του αγώνος αυτού, ονπερ εκ νεότητος μέχρι γήρως απέκτησε. Ό μεν έμπορος επιθυμεί την στερεά γήν, ό δε μοναχός την ώραν του θανάτου.
Ό μεν ναύτης, όταν πλέει στην θάλασσαν, βλέπει τους αστέρας και κατά την θέση των αστέρων διευθύνει το πλοίο, έως ου φθάσει στον λιμένα• ό δε μοναχός βλέπει στην ευχή διότι αυτή ορθοποδεί αυτόν και διευθύνει την πορεία της πολιτείας αυτού στον λιμένα της σωτηρίας. Ό ναύτης προσπαθεί να φθάσει στη νήσο, οπού αφού δέση το πλοίο αυτού και λαβή τα αναγκαία προς ζωοτροφία, διευθύνεται εκείθεν σε άλλην νήσο παρόμοια είναι και ή πορεία του μονάχου, εν όσο ευρίσκεται στην παρούσα ζωήν, από νήσου σε νήσο μεταβαίνει, δηλαδή από γνώσεως σε γνώσιν και δια της εναλλαγής της γνώσεως προκόπτει, έως ότου απαλλαγή εκ της θαλάσσης της ζωής ταύτης και φθάσει στην αληθινή εκείνη πόλιν, της οποίας οι κάτοικοι δεν εμπορεύονται πλέον, άλλ’ έκαστος επαναπαύεται στον πλούτο των εαυτού αρετών.

Μακάριος εκείνος, του οποίου ή πραγματεία δεν πνίγηκε στην θάλασσαν του ματαίου τούτου κόσμου.
Μακάριος εκείνος, του οποίου το πλοίο δεν συνετρίβη, άλλ’ αξιώθηκε να φθάσει μετά χαράς στον αχείμαστο λιμένα.
Όποιος θέλει να βρει τον πολύτιμο μαργαρίτη, εισέρχεται γυμνός στην θάλασσα και ό φρόνιμος μοναχός γυμνός και ακτήμων διέρχεται στην παρούσα ζωήν, έως ου βρει εις εαυτόν μαργαρίτη Ιησούν άριστον και όταν βρει αυτόν, δεν αποκτά μετ αυτού κανένα άλλο εκ των πραγμάτων του κόσμου. Ό μεν αισθητός μαργαρίτης φυλάττεται σε ασφαλές ταμείον, ή δε τρυφή και απόλαυσης του νοητού μαργαρίτου του μονάχου φυλάττεται στην ησυχία.
Καθώς ή παρθένος βλάπτεται, όταν παρευρίσκηται σε συναναστροφές μεταξύ του πλήθους, ούτω και ή καρδία του μονάχου δια της μετά των πολλών συναναστροφής και συνομιλίας.
Το όρνεο εκ παντός τόπου καταφεύγει στην φωλιά αυτού, ίνα τεκνογονήση• και ο μοναχός, εάν έχει διάκρισιν, επιταχύνει στην εαυτού κατοικία, ίνα εν αύτη απόκτηση καρπό ζωής. Ό όφις εις πάντα κίνδυνο της ζωής αυτού φυλάττει την κεφαλήν του• και ό σοφός μοναχός εις πάσαν δυσχερή περίστασιν φυλάττει, την εαυτού πίστιν, ήτις υπάρχει το θεμέλιο της ζωής αυτού. Ή μεν νεφέλη σκοτίζει τον ήλιον, ή δε πολυλογία την ψυχήν, ήτις ήρξατο να φωτίζεται δια της θεωρίας της ευχής.
‘Καθώς το όρνεο, το οποίον ονομάζεται Ερωδιός, κατ’ εκείνον τον καιρόν χαίρει και ευφραίνεται, ως λέγουσι οί σοφοί, καθ’ ον απομακρυνθεί εκ των ανθρώπων και κατοικήσει σε έρημον τόπον ούτω και ή ψυχή του μονάχου κατ’ εκείνον τον καιρόν δέχεται την ουράνιον χαράν, καθ’ ον απομακρυνθεί εκ των ανθρώπων και κατοικήσει σε ησυχαστικό τόπον μέχρι της εξόδου αυτής. Λέγεται περί του ορνέου, του καλουμένου Σειρήνος, ότι όποιος ακούσει την μελωδία της φωνής αυτού, αιχμαλωτίζεται υπ’ αυτής τοσούτον, στην οδοιπορία της ερήμου, ώστε λησμονεί και αυτήν αυτού την ζωήν και πίπτει και αποθνήσκει• παρόμοιό συμβαίνει και στην ψυχή διότι όταν ή ουράνιος γλυκύτης εμπέσει σε αυτήν, εκ της μελωδίας της γλυκύτητας των λόγων του Θεού τόσον αιχμαλωτίζεται, ώστε λησμονεί και αυτήν την σωματική ζωήν και τις σωματικές ορέξεις και υψούται όλη προς τον Θεόν.
Εάν το δένδρον δεν αποβάλλει πρώτον τα παλαιά αυτού φύλλα, δεν εκβάλλει νέους κλάδους• και ό μοναχός έως ότου δεν απόρριψη εκ της καρδίας αυτού την ενθύμησιν των προτέρων αυτού πράξεων, δεν εκβάλλει νέους κλάδους και νέους καρπούς δια Ιησού Χριστού.
Ο άνεμος τρέφει τους καρπούς των δένδρων και ή πρόνοια του Θεού τους καρπούς της ψυχής. Λέγεται, ότι το οστρείδιον, έως ότου να δεχθεί σπινθήρα τίνα εκ της αστραπής και εκ του αέρος την ύλη και να γέννηση τον μαργαρίτη, είναι απλή σαρξ• και ή καρδία του μονάχου, έως ότου να δεχθεί μετά φρονήσεως την ουράνιον ύλη του πνεύματος, είναι γυμνή και δεν έχει καρπόν παρηγοριάς.
Ο σκύλος, όταν γλύφει το ρινίο, ματώνει την εαυτού γλώσσα και πίνων εκ του ιδίου του αίματος, δεν αισθάνεται την βλάβη αυτού• και ο μοναχός, όταν κλίνη εις κενοδοξίαν, συμπίνει εκ του αίματος της εαυτού ζωής και εκ της προς ώραν γλυκύτητας δεν αισθάνεται την ιδίαν αυτού βλάβη. Ή κοσμική δόξα υπάρχει ως πέτρα εντός της θαλάσσης, σκεπασμένη υπό των υδάτων και άγνωστος στον ναύτη, στην οποίαν αίφνης κτυπά το πλοίο και βυθίζεται• ούτω ποιεί και ή κενοδοξία τον άνθρωπον έως ότου βύθιση και αφανίσει αυτόν περί ταύτης έλεγαν και οι θείοι πατέρες, ότι στην κενόδοξο ψυχή επιστρέφουσι πάλιν πάντα εκείνα τα πάθη, τα οποία δια της θείας χάριτος νικήθηκαν πρότερον και αναχώρησαν εξ αυτής.
Μικρά νεφέλη σκεπάζει τον κύκλο του ηλίου και αφού παρέλθει ή νεφέλη, ό ήλιος γίνεται πολλά θερμός ούτω και μικρά ακηδία σκεπάζει το φως της ψυχής, άλλ’ ή χαρά, ήτις συμβαίνει μετά την ακηδία, είναι πολλά μεγάλη.
Μη ζητήσεις ποτέ να εννοήσεις τους λόγους των θείων μυστηρίων, των εκτιθεμένων στην αγίαν Γραφή, άνευ προσευχής και αιτήσεως βοηθείας παρά Θεού• αλλά λέγε: Κύριε, δός μοι σύνεσιν και αίσθησιν της δυνάμεως, της ευρισκομένης εις τάς αγίας γραφές• γνώριζε δε, ότι το κλειδί των αληθών νοημάτων των θείων γραφών υπάρχει στη προσευχή• Όταν θελήσεις να πλησίασης δια της καρδίας σου στον Θεόν πρώτον δια των σωματικών κόπων δείξον σε αυτόν τον πόθον σου• διότι εκ τούτων των κόπων άρχεται ή πολιτεία του μονάχου• ή δε καρδία ευκόλως πλησιάζει στον Θεό δια της στερήσεως της σωματικής χρείας και της ασκήσεως του ενός είδους της τροφής καθ’ ότι ό Κύριος έπ’ αυτής της κακοπαθείας θεμελίωσε την τελειότητα. Γνώριζε, ότι ή αργία υπάρχει αρχή της σκοτώσεως της ψυχής, άλλα σκοτώσιν επί σκοτώσει προξενούσιν οι μετά των ανθρώπων ομιλίαι και αφορμή του πρώτου είναι το δεύτερον διότι εάν οι περί ψυχικής ωφελείας λόγοι αμέτρως γινόμενοι, προξενούν σκότωσιν, πόσον μάλλον ματαίως λεγόμενοι; επειδή εξευτελίζεται και εξαχρειούται ή ψυχή από τάς άμετρους ομιλίας, καν έχει τον φόβον του Θεού. Λοιπόν ή σκότωσις της ψυχής προκύπτει εκ της αταξίας της πολιτείας.
Όταν υπάρχει τάξη και μέτρο στην πολιτεία, φωτίζεται ή διάνοια και φεύγει ή σύγχυσης• διότι ή της διανοίας σύγχυσης, ήτις προέρχεται εκ της αταξίας, προξενεί σκότωσις εις την ψυχή και ή σκότωσις προξενεί θόλωση ή δε ειρήνη της διανοίας προκύπτει εκ της καλής τάξεως και εκ της ειρήνης γεννάται το φως στην ψυχήν και ό καθαρός αέρας λάμπει στην διάνοιαν και καθ’ όσον απομακρύνεται τις εκ του κόσμου και πλησιάζει στην σοφία του πνεύματος, κατά τοσούτον δέχεται και την χαράν παρά Θεού και αισθάνεται την διάκρισιν της σοφίας εις την εαυτού ψυχήν και διακρίνει ότι ή σοφία του πνεύματος υπάρχει πολύ ανωτέρα της σοφίας του κόσμου• διότι εις την σοφία του πνεύματος ή σιωπή κυριεύει την ψυχήν, άλλ’ στην κοσμική σοφία υπάρχει πηγή πολυλογίας. Μετά την εύρεση της σοφίας του Πνεύματος πληρούται κάποιος πολλής ταπεινοφροσύνης και πραότητας και ειρήνης, η οποία βασιλεύει σε όλους τους λογισμούς, τα δε σωματικά μέλη παύουσι και ησυχάζουν από την ταραχή και αταξία της ακολασία. Μετά δε την εύρεση της κοσμικής σοφίας αποκτά την υπερηφάνειαν του φρονήματος και λογισμούς διαφόρους και αδιηγήτους και την ταραχή του νοός και την αναίδεια των αισθήσεων και την έπαρσιν. Μη νομίσεις, ότι δύναται να παρρησιαστή κάποιος ποτέ δια της προσευχής στον Θεόν, εν όσο υπάρχει δεδεμένος στα σωματικά πράγματα• διότι ή ανελεήμων ψυχή στερείται της σοφίας του πνεύματος, ή δε ελεήμων σοφίζεται παρά του αγίου πνεύματος.
Καθώς το έλαιον τρέφει το φως του λύχνου, ούτω και ή ελεημοσύνη τρέφει την γνώσιν της ψυχής. Ή κλεις της καρδίας προς απόκτησιν των θείων χαρισμάτων δίδεται δια της αγάπης του πλησίον και καθ’ όσον ή καρδία απαλλάττεται εκ του δεσμού του σώματος, κατά τοσούτον ανοίγεται εις αυτήν ή θύρα της γνώσεως. Ή μετάβασης της ψυχής εκ τούτου του κόσμου εις τον άλλον είναι ή υπεροχή της γνώσεως, του πνεύματος. Ω, πόσον ωραία και επαινετή υπάρχει ή αγάπη του πλησίον, εάν ή προσπάθεια αυτής δεν αποσπά ημάς εκ της αγάπης του Θεού. Πόσον γλυκεία είναι ή μετά των πνευματικών ημών αδελφών συναναστροφή και συνομιλία, εάν δυνηθώμεν να φυλάξωμεν μετ’ αυτής και την μετά του Θεού. Καλόν λοιπόν είναι να φροντίζωμεν περί τούτων, καθόσον ήθελε επιτρέπει τούτο ό αρμόδιος καιρός, όχι όμως προφάσει της μετά των αδελφών ομιλίας και της του πλησίον αγάπης να εκπίπτωμεν εκ της κρυπτής εργασίας και της υψηλής πολιτείας και εκ της μετά του Θεού αδιάλειπτου ομιλίας• επειδή ή σύγχυσης του δευτέρου, δηλαδή της πτώσεως της πολιτείας και της θεϊκής συνομιλίας προέρχεται εκ της συστάσεως του πρώτου, δηλαδή εκ της μετά των αδελφών συνομιλίας• διότι ο νους ημών δεν είναι ικανός να φύλαξη συγχρόνως και τάς δύο συνομιλίας.
Η θεωρία των κοσμικών προξενεί σύγχυσιν στην ψυχήν εκείνου, ο Όποιος απαρνήθηκε τον κόσμον δια το έργον του Θεού• και εάν μεν ή διαρκής ομιλία των πνευματικών αδελφών βλάπτει, άλλα των κοσμικών και ή μόνη εξωτερική θεωρία.
Η μεν εργασία των πρακτικών αρετών δεν εμποδίζεται εκ της ενεργείας των αισθήσεων όποιος όμως θέλει εκ της ειρήνης του νοός αυτού να τρύγηση την χαράν δια της εργασίας των κρυπτών πράξεων της ψυχής, ή ανάπαυσις της καρδίας του τοιούτου ταράσσεται και από μονάς τάς φωνάς των κοσμικών, χωρίς να δη αυτούς. Ή εσωτερική νέκρωσις άνευ της αργίας των σωματικών αισθήσεων δεν δύναται να πρόκυψη• και ή μεν πρακτική εργασία θέλει την προσοχήν των αισθήσεων, ή δε πνευματική εργασία απαιτεί την προσοχήν και ησυχία της καρδίας.
Καθώς ή ψυχή υπάρχει ανωτέρα του σώματος, ούτω και ή εργασία αυτής ειναι ανωτέρα της εργασίας του σώματος• και καθώς εν αρχή προηγήθη ή πλάσης του σώματος από το εμφύσημα της ψυχής, ούτω και τα σωματικά έργα προηγούνται των έργων της ψυχής. Μεγάλη είναι ή δύναμις της μικράς πνευματικής εργασίας, εάν γίνεται τακτικώς και διαμένει πάντοτε• επειδή και ή μικρά σταγόνα του απαλού ύδατος, εάν στάζει πάντοτε, βαθουλώνει την σκληρά πέτραν.
Όταν πλησιάζει ν’ αναστηθεί εις σε ό πνευματικός άνθρωπος, τότε σοι διεγείρεται ή νέκρωσις πάντων των του κόσμου πραγμάτων και θερμαίνεται ή ψυχή σου εκ της χαράς και εκ της γλυκύτητας της καρδίας σου οι λογισμοί σου περιορίζονται εντός σου• και πάλιν όταν μέλλει ν’ αναστηθεί εις σε ο κόσμος, αυξάνει ο διασκορπισμός του νοός σου και το μικρόν και άτακτο φρόνημα. Κόσμον ενταύθα ονομάζω τα πάθη, τα οποία γεννά ο διασκορπισμός του νοός• όταν ταύτα γεννηθώσι και αυξηθώσι, τότε γίνονται οι αμαρτίαι και θανατώνουσι τον άνθρωπον. Καθώς δεν γεννώνται τέκνα χωρίς μητέρα, ούτω δεν γεννώνται τα πάθη χωρίς τον διασκορπισμό της διανοίας, ούτε ή αμαρτία τελειώνει χωρίς της ενεργείας των παθών.
Όταν ή υπομονή αυξηθεί εις τάς ημετέρας ψυχάς, είναι σημείο, ότι λάβαμε κρυπτώς την χάριν της παρηγοριάς. Ή δύναμης της υπομονής είναι δυνατότερα από τάς εις την καρδίαν εμπίπτουσας εννοίας της χαράς. Ή κατά Θεόν ζωή είναι ή ταπείνωσις των αισθήσεων και όταν ζή ή καρδία, οι αισθήσεις ταπεινούνται, όταν δε διεγείρονται οι αισθήσεις, νεκρούται ή καρδία από τον θεόν επειδή ή διέγερσης των αισθήσεων προξενεί την νέκρωσιν της καρδίας.
Εκ των μεταξύ των ανθρώπων γινομένων αρετών ή συνείδησης δεν λαμβάνει την αξιότητα. Ή αρετή, την οποίαν πράττει τις δι’ άλλων, δεν δύναται να καθαρίσει την ψυχήν επειδή ή τοιαύτη αρετή δεν είναι αξιόμισθος παρά το Θεό• άλλ’ εκείνη ή αρετή, την οποίαν πράττει ό άνθρωπος άφ’ εαυτού, λογίζεται τελεία αρετή και τέλειοι δύο τινά συγχρόνως και αξιόμισθος θεωρείται και την καθαρότητα της καρδίας προξενεί• δια τούτο άφησε το πρώτον είδος και ακολούθησαν το δεύτερον καθότι εάν δεν αφήσεις το πρώτον και φροντίσεις περί του δευτέρου, εκπίπτεις εξάπαντος από του Θεού.
Η ανάπαυσις του σώματος και ή αργία είναι απώλεια της ψυχής και περισσότερον από τους δαίμονας δύνανται να βλάψουν κάποιον . Εάν παραβίασης το αδύνατον σώμα εις έργα ανώτερα της δυνάμεως αυτού, προξενείς σκότωσιν και ταραχή και σύγχυσιν εις την ψυχήν σου εάν όμως το δυνατόν σώμα εκδώσεις εις την ανάπαυσιν και αργία, πάσα κακία τελειούται εις την ψυχήν σου• και εάν κάποιος μεγάλως επιθυμεί το καλόν, άλλ’ ή ανάπαυσις και ή αργία λίγο κατ` λίγο αφαιρούν άπ’ αυτού και αυτήν την έννοια του καλού, την οποία είχε.
Όταν ή ψυχή μεθύσι εκ της χαράς της ελπίδος αυτής και εκ της ευφροσύνης του Θεού, τότε το σώμα αναίσθητη και δεν αισθάνεται τάς θλίψεις, καν ασθενές υπάρχει• και ενώ τότε βαστάζει διπλό βάρος δεν ατονεί αλλά συναπολαύει και συνεργεί στην τρυφή της ψυχής ούτω συμβαίνει, όταν ή ψυχή εισέλθει σε εκείνη την χαρά του αγίου Πνεύματος.
Αδελφέ, εάν φυλάξεις την γλώσσάν σου, σόι δίδεται παρά Θεού ή χάρις της κατανύξεως της καρδίας και βλέπεις εις αυτήν την κατάστασιν της ψυχής σου και δι’ αυτής εισέρχεσαι στην χαράν του αγίου Πνεύματος• εάν όμως σε νικήσει ή γλωσσά σου, πίστευσόν μοι, ότι ουδέποτε θέλεις δυνηθεί να ελευθερωθείς εκ της σκοτώσεως• εάν δεν έχεις καθαράν καρδίαν, έχε τουλάχιστον στόμα καθαρόν, ως είπεν ο μακάριος Ιωάννης της κλίμακος.
Όταν θέλεις να συμβούλευσες τινά εις το καλόν, πρώτον ανάπαυσον αυτόν σωματικός και τίμησον αυτόν δια λόγου αγάπης• διότι κανένα άλλο δεν πείθει τον άνθρωπον τόσον, ώστε να εντραπεί και να μεταβάλει εαυτόν εκ της κακίας εις την αρετή, όσον ή σωματική περιποιήσεις και ή τιμή, την οποίαν βλέπει από σε. Όσον εισέρχεται κάποιος στον αγώνα δια τον θεόν, τοσούτον ή καρδία αυτού ευρίσκει παρησίαν στην προσευχήν και όσον έλκεται ό άνθρωπος εκ των πραγμάτων του κόσμου, στερείται την βοήθειαν του Θεού. Μη λυπάσαι στάς στενοχώριας και κακοπαθείας του σώματος• καθότι όταν ό θεός ιδεί την υπομονή σου, αφαιρεί αυτάς τελείως από σου. Μη φόβου τον θάνατον διότι ο θεός ετοίμασε τα μέλλοντα αγαθά, ίνα σε κάμει ανώτερο αυτού. Αύτω ή δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ.

ΑΜΑΡΤΙΑ – ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Τα αίτια της αμαρτίας

Όποιος δεν απομακρύνεται, με τη θέληση του, από τα αίτια των παθών, χωρίς να το θέλει σέρ­νεται από την αμαρτία. Τα αίτια λοιπόν της αμαρ­τίας είναι αυτά: ό οίνος, οι γυναίκες, ό πλούτος καί ή ευεξία του σώματος. Όχι ότι αυτά είναι αμαρτίες από τη φύση τους, αλλά ή ανθρώπινη φύση επηρεά­ζεται άπ’ αυτά καί κλίνει εύκολα προς τα πάθη της αμαρτίας. Γι’ αυτό οφείλει κάθε άνθρωπος να προφυλάγεται άπ’ αυτά με ιδιαίτερη φροντίδα.

Όποιος φοβάται την αμαρτία

Αυτός πού φοβάται την αμαρτία, θα διαβεί τον επικίνδυνο δρόμο της ζωής του χωρίς προσκόμ­ματα καί, όταν αρχίζει να βλέπει σκοτάδι μέσα του ή μπροστά του, θα δει φως ιλαρό. Όταν ένας άνθρω­πος φοβάται τίς αμαρτίες, ό Κύριος φυλάει τα βήμα­τα του καί, όταν γλιστράει στην αμαρτία, τον προλα­βαίνει το έλεος του Θεού. Όποιος θεωρεί τα παρα­πτώματα του μικρά καί ασήμαντα, πέφτει σε άλλα, μεγαλύτερα καί χειρότερα, καί θα τιμωρηθεί επτά φορές περισσότερο, έτσι πού κάνει.

Κάθε αρρώστια έχει το δικό της φάρμακο

 

Είπε ό άγιος Έφραίμ ότι το καλοκαίρι δεν πολεμάς τον καύσωνα με χειμωνιάτικα ρούχα. Κάθε αρρώστια λοιπόν γιατρεύεται με τα δικά της φάρμα­κα. Καί συ, αν τυχόν κυριεύεσαι από φθόνο, γιατί προσπαθείς να πολεμήσεις τον ύπνο;

Ξερίζωσε το ελάττωμα όσο είναι μικρό

       Όσο το παράπτωμα είναι μικρό καί τρυφερό, ξερίζωσε το, προτού να απλωθεί καί ωριμάσει. Μην αμελήσεις, όσο μικρό καί να σου φαίνεται το ελάττωμα, γιατί, με τον καιρό, θα το βρεις επάνω σου να σε βασανίζει σαν απάνθρωπος τύραννος, καί θα τρέχεις μπροστά του σαν δούλος αιχμάλωτος. Όποιος όμως πολεμάει το πάθος μόλις παρουσιασθεί, γρήγορα το νικάει.

Εξομολογήσου την αρρώστια σου

       Όποιος είναι άρρωστος καί ξέρει ποια είναι ή αρρώστια του, οφείλει να ζητάει την κατάλληλη θε­ραπεία. Αν λέει στο γιατρό από τι πόνο υποφέρει, είναι κοντά στη θεραπεία του, καί θα τη βρει εύκολα.
Αν όμως είναι πεισματάρης καί δε λέει τίποτε, τότε δυναμώνουν οι πόνοι καί, όσο αντιστέκεται στο για­τρό, τόσο περισσότερο τυραννιέται. Κάτι ανάλογο
συμβαίνει καί με τον πόνο της αμαρτίας.

Ή ασυγχώρητη αμαρτία

 

Δεν υπάρχει ασυγχώρητη αμαρτία παρά μόνο ή αμετανόητη. Ούτε κανένα χάρισμα του Θεού παρα­μένει χωρίς προσθήκη, παρά μόνο όταν δεν ευχαριστούμε το Θεό για οτι έχουμε.

Τα είδη της αμαρτίας

      Ένα είδος αμαρτίας πού γίνεται, είναι όταν ό αγωνιστής φροντίζει για την αρετή καί επιμένει στην εργασία της μέρα καί νύχτα, αλλά δεν τα καταφέρνει
καί πέφτει σε κάποια αμαρτία. Μπορεί δηλ. από α­γνοία, ή από διάφορες αιτίες, αντίθετες στο δρόμο της αρετής, ή από τα κύματα των παθών πού ξεσηκώ­νονται στα μέλη του κάθε τόσο, ή από την πνευματι­κή παράλυση πού ενδέχεται να του συμβεί για να δο­κιμασθεί ή ελεύθερη θέληση του, να γείρει λίγο ή ζυ­γαριά στον αριστερό ζυγό, οπότε έλκεται από την α­δυναμία της σάρκας σε κάποια αμαρτία, καί λυπάται καί ανησυχεί καί στενάζει με πόνο ψυχής για την τα­λαιπωρία του αυτή.

Άλλο είδος αμαρτίας είναι, όταν ό άνθρωπος α­ποχαυνωθεί καί αμελήσει την εργασία της αρετής, καί εγκαταλείψει πέρα για πέρα το σωστό δρόμο της, καί τρέχει σαν υπάκουος δούλος στην απόλαυση των αμαρτιών, καί δείχνει ζήλο πώς να εφεύρει καινού­ριους τρόπους για την πλήρη απόλαυση της ηδονής. Κάνοντας αυτά, είναι έτοιμος, σαν τον αιχμάλωτο δούλο, να κάνει με ιδιαίτερη φροντίδα το θέλημα του εχθρού του, καί να προσφέρει τα μέλη του σώμα­τος του όπλα στις διαταγές του διαβόλου. Καί δε θυ­μάται ό δύστυχος καθόλου τη μετάνοια, ούτε περνάει από το νου του να αφήσει τον καταστρεπτικό δρόμο του καί να γυρίσει στην αρετή.

Το πρώτο είδος της αμαρτίας, πού ανέφερα, εί­ναι όταν ό άνθρωπος γλιστρήσει καί πέσει, ενώ βαδί­ζει στο δρόμο της αρετής καί της δικαιοσύνης. Αυτό εννοούν οί Πατέρες, όταν λένε ότι, στο δρόμο του Θεού, συναντάμε καί πεσίματα, καί εναντιώσεις από τον εχθρό, καί καταναγκασμούς καί τα παρόμοια. Ε­νώ το δεύτερο είδος της αμαρτίας, πού ανέφερα, εί­ναι να πέσει ή ψυχή, καί να χαθεί καί να εγκαταλεί­ψει τελείως τον αγώνα.

Μην απελπίζεσαι για τίς αμαρτίες σου

  Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, όταν πέ­σει ένας άνθρωπος στην αμαρτία, σε οποιαδήποτε α­μαρτία, δεν πρέπει να ξεχάσει την αγάπη καί τη στοργή του ουράνιου Πατέρα του. Εάν συμβεί, λοι­πόν, να πέσει σε ποικίλα παραπτώματα, ας μην αμε­λήσει το καλό καί ας μη σταματήσει στο δρόμο του. Αντίθετα καί αν νικηθεί, πάλι να σηκωθεί καί να α­γωνισθεί κατά των εχθρών του, καί ας βάζει κάθε μέ­ρα καινούρια θεμέλια στην καταστραφείσα οικοδομή του, καί ας έχει, μέχρι να φύγει από τούτο τον κό­σμο, στο στόμα του το λόγο του προφήτη: «Ας μη χαρεί ό εχθρός μου πού έπεσα, γιατί πάλι σηκώνομαι. Καί αν καθίσω στο σκοτάδι, ό Κύριος θα μου στείλει το δικό του φως» (Μιχ. 7, 8). Σε καμιά περί­πτωση, λοιπόν, να μη σταματήσει τον πόλεμο, καί να μην προδώσει, με οριστική ήττα, την ψυχή του, όσο είναι ζωντανός καί αναπνέει. Καί αν ακόμη συντρίβεται το σκάφος της ψυχής του κάθε μέρα, καί χάνει τα πνευματικά του εμπορεύματα, να μην παύσει να το περιποιείται καί να το φροντίζει καί ας δανείζε­ται, καί ας δουλέψει ταξιδεύοντας σε άλλα καράβια, ζώντας με την ελπίδα. Καί ό Κύριος τότε, πού θα δει τον αγώνα του, θα τον σπλαχνιστεί για το πάθημα του καί θα του στείλει το έλεος του καί θα του δώσει δύναμη να κάνει υπομονή, καί να ανταπαντήσει στα καυστικά βέλη του εχθρού. Αυτή είναι ή σοφία πού δίνει ό Θεός, καί αυτός είναι ό σοφός άρρωστος, αυ­τός πού δεν έχασε την ελπίδα του. Είναι καλύτερα να κατακριθούμε μόνο για μερικά στραβά πού κάνα­με, αν δεν τα διορθώσουμε, παρά για την πλήρη ε­γκατάλειψη του αγώνα μας.

Ή λύπη για τίς αμαρτίες μας

Όταν γλιστρήσουμε καί πέσουμε σε κάποιο α­μάρτημα να μη λυπηθούμε. Να λυπηθούμε, όταν επι­μένουμε σ’ αυτό το αμάρτημα γιατί συμβαίνει πολ­λές φορές καί στους τέλειους να πέσουν. Όμως, το να επιμένει ό άνθρωπος στην αμαρτία, χωρίς να ε­λέγχεται από τη συνείδηση του, είναι τέλεια νέκρωση της ψυχής. Ή λύπη, τώρα, πού νιώθουμε για τα α­μαρτήματα μας, λογαριάζεται από τη χάρη του Θεού ως καθαρή εργασία. Όμως, αυτός πού πέφτει για
δεύτερη φορά με την πονηρή ελπίδα ότι θα μετανοή­σει, χωρίς να δείχνει ίχνη πραγματικής μετάνοιας, αυτός πορεύεται ενώπιον του Θεού από το κακό στο χειρότερο, με πανουργία καί δολιότητα, καί του έρχεται ξαφνικά ό θάνατος, καί δεν προλαβαίνει, όπως ήλπιζε, να μετανοήσει αληθινά καί με ανάλογα έρ­γα.

Ό Υιός του Θεού υπέμεινε σταυρό για τους α­μαρτωλούς. Όλοι οί αμαρτωλοί, λοιπόν, ας πάρουμε θάρρος στη μετάνοια μας. Γιατί αν το σχήμα μόνο της μετάνοιας του βασιλιά Άχαάβ μετέβαλε την ορ­γή του Θεού για τίς αμαρτίες του, πολύ περισσότερο θα εξιλεώσουμε το Θεό, αν ή μετάνοια μας είναι αλη­θινή, καί δεν περιορίζεται μόνο σε καμώματα. Καί αν το σχήμα μόνο της ταπείνωσης απομάκρυνε την οργή του Θεού από αυτόν, πού ή μετάνοια του δεν ή­ταν αληθινή, πόσο μάλλον ή δική μας, πού λυπούμα­στε πραγματικά για τα αμαρτήματα μας; Ή βαθιά λύπη πού έχουμε μέσα μας για τίς αμαρτίες μας, εί­ναι αρκετή να μας σώσει, κι ας μην καταβάλουμε σωματικούς κόπους.

Ό Κύριος ελεεί τον μετανοούντα

   Ζητήστε, όσοι ζείτε στην αμαρτία, να βρείτε τον Κύριο, καί πάρτε δύναμη ελπίζοντας σ’ αυτόν ζητήστε τον με μετάνοια, καί θα αγιαστείτε με τον α­γιασμό πού χαρίζει ή παρουσία του, καί θα καθαρι­σθείτε από τίς αμαρτίες σας. Όσοι διαπράξατε αμαρ­τίες, τρέξτε στον Κύριο, πού έχει τη δύναμη να συγ­χωρεί αμαρτήματα καί να παραβλέπει σφάλματα διότι πήρε όρκο καί είπε με το στόμα του προφήτη Ιεζεκιήλ (33, 11): «Ζω εγώ, λέγει ό Κύριος δε θέλω το θάνατο του αμαρτωλού, μέχρι να μετανοήσει καί να ζήσει αληθινά». Καί πάλι: «Όλη την ήμερα άπλω­να τα χέρια μου, περιμένοντας την επιστροφή του α­νυπάκουου καί φιλόνικου λαού» (Ήσ. 65, 2)’ καί πάλι: «Γιατί επιμένεις στην αμαρτία καί πεθαίνεις, λαέ του Ισραήλ;» (Ίεζ. 33, 11), καί: «Γυρίστε κοντά μου, καί εγώ θα έρθω σε σας» (Μαλ. 3, 7)’ καί πάλι: «Οποιαδήποτε μέρα επιστρέψει ό αμαρτωλός από το δρόμο πού πήρε, καί γυρίσει σε μένα τον Κύριο, καί ζήσει σύμφωνα με τίς εντολές καί τη δικαιοσύνη μου, δε θα θυμηθώ τίς ανομίες του, καί θα ζήσει αληθινή ζωή, λέει ό Κύριος. Καί ό δίκαιος εάν εγκαταλείψει τη δικαιοσύνη καί αρχίσει να αμαρτάνει καί να αδικεί, δε θα λάβω υπόψη μου ότι κάποτε ήταν δίκαιος, παρά θα τον κάνω να γλιστρήσει, για να μετανοήσει όμως θα πεθάνει μέσα στο σκοτάδι των πονηρών του έργων, αν επιμείνει σ’ αυτά» (Ίεζ. 33, 14.15). Καί γιατί τα είπε αυτά; Διότι ό αμαρτωλός δε θα επιμεί­νει στην αμαρτία του από τη στιγμή πού θα επιστρέ­ψει στον Κύριο. Άλλα καί ή δικαιοσύνη του δικαίου δεν πρόκειται να τον σώσει από την ήμερα πού θα α­μαρτήσει, αν βέβαια επιμείνει στο αμάρτημα του. Καί στον Ιερεμία έτσι μίλησε ό Θεός: «Πάρε τη μεμ­βράνη καί γράψε όσα θα σου πω: Από τα χρόνια του Ίωσία, του βασιλιά της φυλής Ιούδα, μέχρι σήμερα, όλες τίς δυστυχίες πού σου είπα, θα τίς επιφέρω σε τούτον το λαό κι αυτό το λέω, για να ακούσουν οί άνθρωποι, καί να φοβηθούν, καί να εγκαταλείψουν τον κακό δρόμο πού πήραν, καί να γυρίσουν πίσω μετανοημένοι, καί τότε εγώ θα πάρω από πάνω τους τίς αμαρτίες πού τους βαραίνουν» (Ίερ. 36, 2.3). Καί ή Σοφία Σολομώντος είπε: «Όποιος κρατάει κρυφή την αμαρτία του, δε θα ωφεληθεί άπ’ αυτό όποιος ό­μως ομολογεί τι αμαρτίες έκανε, καί ξέκοψε άπ’ αυ­τές, θα ελεηθεί από το Θεό» (Παρ. 28, 13). Καί στον Ησαΐα λέει: «Να ζητήσετε έμενα, τον Κύριο, κι αφού με βρείτε, να ζητήσετε τη βοήθεια μου να ‘ρθείτε κο­ντά μου, καί να εγκαταλείψει ό αμαρτωλός το δρόμο πού πήρε, καί ό άδικος τους πονηρούς λογισμούς του, καί να γυρίσετε σε μένα, κι εγώ θα σας σπλαχνιστώ καί θα σας ελεήσω» (Ήσ. 55, 6-9).

Θυμήσου τους «ενάρετους» πού… έπεσαν

             Θυμήσου πόσοι δυνατοί καί ενάρετοι άνθρω­ποι έπεσαν, καί ταπεινώσου για τις αρετές πού έχεις.
Θυμήσου τους παλιούς, πού έπεσαν σε βαριά αμαρ­τήματα καί μετάνιωσαν, καί τι υψηλή τιμή αξιώθη­καν, υστέρα, από το Θεό, καί θα πάρεις θάρρος στη μετάνοια σου.

Ανώτερος όλων είναι ό μετανοών

       Αυτός πού συναισθάνεται τίς αμαρτίες του, είναι ανώτερος από κείνων πού ανασταίνει νεκρούς με την προσευχή του μέσα στον κόσμο. Αυτός πού στενάζει μία ώρα για την ψυχή του, είναι ανώτερος
από κείνων πού ωφελεί όλο τον κόσμο με τη διδασκα­λία του. Αυτός πού αξιώθηκε να δει την πραγματική πνευματική του κατάσταση, είναι ανώτερος από κείνων πού αξιώθηκε να δει τους Αγγέλους γιατί αυτός
βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής, ενώ ε­κείνος, βλέπει με τους σωματικούς οφθαλμούς.

Μετάνοια «δια βίου»

Αν όλοι είμαστε αμαρτωλοί, καί αν κανείς δεν είναι ελεύθερος από πειρασμούς, άρα καμιά αρε­τή δεν είναι ανώτερη από τη μετάνοια διότι το έργο της δεν μπορεί ποτέ να τελειώσει μέχρι να πεθάνου­με. Καί οι δίκαιοι καί οί αμαρτωλοί, όλοι μας, πρέ­πει πάντα να είμαστε σε μετάνοια, εφόσον θέλουμε να σωθούμε. Καί δεν υπάρχει κανένα όριο στην τε­λείωση μας, διότι ή τελειότητα, καί των τελείων ακό­μη, είναι ατελής. Γι’ αυτό το λόγο καί ή μετάνοια δεν μπορεί να περιορισθεί ούτε σε ορισμένα χρονικά πλαίσια, ούτε σε ορισμένες πράξεις, μέχρι την ώρα του θανάτου. Να θυμάσαι ότι σε κάθε ηδονή ακολου­θεί ή αηδία καί ή πικρότητα.

Ή δεύτερη χάρη μετά τη χάρη του βαπτίσματος

Μετά τη χάρη του βαπτίσματος δόθηκε από το Θεό στους ανθρώπους ή χάρη της μετάνοιας. Για­τί ή μετάνοια είναι ή δεύτερη αναγέννηση, πού μας χαρίζει ό Θεός. Καί τον αρραβώνα της αιώνιας ζω­ής, πού λάβαμε με την πίστη μας στο βάπτισμα, τον ξαναπαίρνουμε τώρα, με τη μετάνοια, ως χάρισμα του Θεού. Μετάνοια είναι ή θύρα από την οποία περνάμε καί συναντούμε την ευσπλαχνία του Θεού κι αυτή ή θύρα είναι ανοιγμένη για όσους τη θέλουν. Αν δεν περάσουμε άπ’ αυτή την είσοδο, δεν πρόκει­ται να βρούμε έλεος. Διότι, κατά τη θεία Γραφή, ό­λοι οί άνθρωποι αμάρτησαν, όμως ό Θεός, με τη δική του χάρη, τους απαλλάσσει καί τους κάνει δικαίους δωρεάν, μόνο με τη μετάνοια τους (Ρωμ. 3, 24). Ή με­τάνοια είναι ή δεύτερη χάρη πού δίνει ό Θεός, καί γεννιέται στην καρδιά πού έχει πίστη (εμπιστοσύνη) καί φόβο Θεού.

ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ

Καθαρή ψυχή – καθαρός λόγος

 Όποιος έχει καθαρή ψυχή καί αγνή διαγωγή, πάντοτε με σύνεση καί προσοχή λαλεί τους λόγους του αγίου Πνεύματος, καί συζητά κατά τα μέτρα της πίστης του για τα θεία καί για τα δικά του ζητήματα. Αυτός όμως πού έχει τσακισμένη την καρδιά του από τα πάθη, έχει καί τη γλώσσα του κινούμενη άπ’ αυτά. Καί όταν μιλάει για πνευματικά θέματα, μιλάει με ε­μπάθεια καί εγωισμό, για να υπερισχύσει στη συζή­τηση. Έναν τέτοιο άνθρωπο ό σοφός τον καταλαβαί­νει καί μόνο πού τον συναντά, καί ό καθαρός τον οσφραίνεται από τη δυσοσμία του.

Άλλη είναι ή καθαρότητα τον νου καί άλλη της καρδιάς

 Άλλη είναι ή καθαρότητα του νου καί άλλη της καρδίας. Ό νους είναι μία από τίς αισθήσεις της ψυχής, ενώ ή καρδιά περιέχει καί εξουσιάζει τίς εσω­τερικές αισθήσεις. Ή καρδιά είναι ή ρίζα. Καί αν ή Ρίζα είναι αγία, τότε καί τα κλαδιά είναι αγία. Με άλλα λόγια, αν ή καρδιά καθαρισθεί από το κακό, εί­ναι φανερό ότι είναι καθαρές καί όλες οι εσωτερικές αισθήσεις. Ό νους, πάλι, αν ασχοληθεί επιμελώς με την ανάγνωση των θείων Γραφών, ή καί μοχθήσει κάπως στις νηστείες, στις αγρυπνίες καί στην ησυ­χία, θα λησμονήσει μεν την πρότερα του διαγωγή καί θα γίνει καθαρός, εφόσον παύσει να κάνει παρέα με αισχρούς λογισμού όμως ή καθαρότητα του αυτή δε θα ‘ναι μόνιμη. Γιατί, όπως γρήγορα καθαρίζεται, έ­τσι καί γρήγορα μολύνεται. Ή καρδιά όμως δεν εί­ναι έτσι γιατί αυτή καθαρίζεται με πολλές θλίψεις καί στερήσεις, καί με τη διακοπή της επαφής με τίς αμαρτωλές ενέργειες των κοσμικών, καί με την απο­νέκρωση του κοσμικού φρονήματος. Καί άμα ή καρ­διά γίνει καθαρή, δε μολύνεται εύκολα ή καθαρότη­τα της από τα μικρά κακά συναπαντήματα, ούτε φο­βάται από τους μεγάλους καί φανερούς καί φοβε­ρούς πολέμους με το διάβολο. Κι αυτό συμβαίνει, ε­πειδή απέκτησε, έτσι να πούμε, δυνατό στομάχι, πού μπορεί πολύ γρήγορα να χωνέψει κάθε τροφή, πού δεν μπορούν να χωνέψουν οι άρρωστοι. Ώστε, όταν αποκτάμε την καθαρότητα γρήγορα, δηλ. σε λίγο χρόνο καί με λίγο κόπο, γρήγορα καί τη χάνουμε, καί μολυνόμαστε πάλι. Ενώ ή καθαρότητα, πού απο­κτήσαμε με πολλές θλίψεις καί σε μακρό χρόνο, δε φοβάται από καμιά προσβολή, γιατί ό Θεός τη δυνα­μώνει καί τη στηρίζει. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Ή πνευματική δράση της καθαρής ψυχής

 Οι ψυχές των ανθρώπων, όσο είναι μολυσμέ­νες από την αμαρτία, καί σκοτεινές από τα πάθη, δεν μπορούν να δουν ούτε ή μία την άλλη, ούτε τον εαυ­τό τους. Εάν όμως μετανοήσουν καί γίνουν καθαρές και  γίνουν όπως πλάσθηκαν από το Θεό κατά τη δη­μιουργία του κόσμου, τότε βλέπουν από μακριά καί πολύ καθαρά τίς τρεις τάξεις πού αμέσως τώρα ανα­φέρω: δηλ. την τάξη των δαιμόνων, πού είναι κατώ­τερη τους, την ανώτερη, των αγγέλων, καί την αν­θρώπινη, αφού οι ψυχές βλέπουν ή μια την άλλη. Καί μη νομίσεις ότι αλλοιώνονται οί ψυχές, καί ότι παίρνουν σωματική μορφή, καί τότε μόνο μπορούν καί βλέπουν είτε τους αγγέλους, είτε τους δαίμονες, είτε ή μια την άλλη, αλλά βλέπουν με την εξαγνισμέ­νη φυσική τους ιδιότητα καί σύμφωνα με τον πνευ­ματικό νόμο του Θεού. Εσύ μπορεί να πεις ότι είναι αδύνατο οί ψυχές να δουν δαίμονα ή άγγελο, εάν πρώτα δεν αλλοιωθούν καί δεν πάρουν άλλη μορφή. Σ’ αυτή την περίπτωση όμως, δε θα βλέπει ή ψυχή, αλλά το σώμα. Καί αν είναι έτσι, για ποιο λόγο να καθαρισθεί ή ψυχή από τα πάθη καί τίς αμαρτίες; Βέ­βαια, καί σ’ αυτούς πού έχουν ακάθαρτη ψυχή πα­ρουσιάζονται κάποτε οί δαίμονες ή καί οί άγγελοι, αλλά τους βλέπουν τότε με τους σωματικούς οφθαλ­μούς, όταν φυσικά είναι ανάγκη να τους δούνε, ό­ντας ακάθαρτοι. Όμως ή ψυχή πού έγινε καθαρή, βλέπει με τρόπο πνευματικό, με το διορατικό καί νο­ερό οφθαλμό της εξαγνισμένης φύσης της. Καί ότι οί ψυχές βλέπουν ή μια την άλλη, όντας μέσα στο σώμα τους, μην απορήσεις. Διότι θα σου φέρω μια αναμφι­σβήτητη απόδειξη παρουσιάζοντας σου έναν αξιόπι­στο μάρτυρα, το μακάριο Μέγα Αθανάσιο. Αυτός λοιπόν είπε στο βιβλίο πού έγραψε για το Μέγα Α­ντώνιο, ότι κάποτε ό Μέγας Αντώνιος, ενώ προσευ­χόταν, είδε την ψυχή ενός άνθρωπου, πού ανέβαινε στους ουρανούς με μεγάλη τιμή, καί μακάρισε αυ­τόν πού αξιώθηκε να έχει τέτοια δόξα. Αυτή ή ψυχή ήταν του μακάριου Αμμούν από την έρημο της Νιτρίας. Το όρος εκείνο, στο όποιο ζούσε ό άγιος Αντώνιος απείχε από τη Νιτρία μια απόσταση δεκα­τριών ήμερων. Από το παράδειγμα αυτό έχει αποδει­χθεί ότι, κι αν ακόμη βρίσκονται σε απόσταση ανα­μεταξύ τους οί τρεις πνευματικές τάξεις πού αναφέ­ραμε, όμως οί πνευματικές τους φύσεις βλέπουν ή μια την άλλη. Με όμοιο τρόπο, λοιπόν, καί οί ψυχές, όταν γίνουν καθαρές, δε βλέπουν με τα σωματικά μά­τια, αλλά με τα πνευματικά. Διότι με τη σωματική δ­ράση βλέπουμε αυτά πού είναι φανερά καί κοντά μας. Αυτά πού είναι μακριά καί δε φαίνονται χρειά­ζονται την πνευματική δράση. .

Το φως της αγίας Τριάδας λάμπει στην καθαρή ψυχή

. Όπως στην ησυχία καί στη γαλήνη της αισθη­τής θάλασσας κινείται καί κολυμβά το δελφίνι, έτσι στην από θυμό καί οργή ήσυχη καί γαλήνια θάλασσα της καρδιάς κινούνται πάντοτε τα μυστήρια καί οί θείες αποκαλύψεις, πράγμα πού κάνει την καρδιά να ευφραίνεται.

Όποιος θέλει να δει τον Κύριο μέσα του, κάνει σχέδια πώς να καθαρίσει την καρδιά του με την αδιά­λειπτη μνήμη του Θεού. Καί έτσι, με τους φωτεινούς οφθαλμούς της διάνοιας του θα βλέπει πάντοτε τον Κύριο. Ό,τι συμβαίνει στο ψάρι πού βγαίνει από τη θάλασσα, το ίδιο συμβαίνει καί στο νου, πού φεύγει α­πό τη μνήμη του Θεού καί περιπλανιέται στις ενθυμή­σεις του κόσμου. Όσο ό άνθρωπος απομακρύνεται α­πό την επικοινωνία με τους ανθρώπους, τόσο ό Θεός τον αξιώνει να έχει με την προσευχή καί με το νου του παρρησία ενώπιον του. Καί όσο ξεκόβει από την παρηγοριά πού δίνει αυτός ό κόσμος, τόσο καί αξιώνεται να χαίρεται τη χαρά του Θεού εν Πνεύματι Άγιω.

Ό τόπος της νοητής χαράς του Θεού είναι ή ψυ­χή του καθαρού καί ό ήλιος πού λάμπει μέσα του εί­ναι το φως της αγίας Τριάδας καί ό αέρας πού ανα­πνέουν οί λογισμοί πού ενοικούν μέσα του, είναι το παράκλητο καί πανάγιο Πνεύμα, συγκάθεδροι δε αυτού είναι οί άγιοι καί ασώματοι «Άγγελοι» καί ή ζωή καί ή χαρά καί ή ευφροσύνη των αγίων Αγγέλων εί­ναι ό ίδιος ό Χριστός, το αληθινό φως, πού γεννήθη­κε από το φως του Θεού. Ό καθαρός άνθρωπος συνεχώς ευφραίνεται με τίς θεϊκές εμπειρίες της ψυχής του, καί θαυμάζει το κάλλος της, πού είναι λαμπερό εκατό φορές περισσότερο από τον ήλιο. Αύτη ή ψυχή του καθαρού είναι ή νέα Ιερουσαλήμ, καί ή βασιλεία του Θεού, πού είναι κρυμμένη μέσα μας κατά το λό­γο του Κυρίου. Αυτή ή καθαρότητα είναι ή νεφέλη της δόξας του Θεού, στην οποία θα εισέλθουν μόνο όσοι έχουν καθαρή καρδιά, για να δουν το πρόσωπο του Κυρίου, καί θα φωτισθεί ό νους τους με την ακτί­να του θείου φωτός.

Ή διατήρηση της ψυχικής καθαρότητας

 Ένας ευφυής καί πολύ σοφός γέροντας μου είπε: Με άνθρωπο πού αγαπάει τη φιλονικία καί θέ­λει σώνει καί καλά να επιβάλει τη γνώμη του πού έ­χει πονηρή σκέψη καί είναι αδιάντροπος στις αισθή­σεις του, όπως στην δράση καί στην ακοή, (με τέτοιον άνθρωπο) να μην έχεις καμιά δοσοληψία, για νά μη χάσεις την ψυχική σου καθαρότητα, πού απέ­κτησες με πολύ κόπο, καί για νά μη γεμίσεις την καρ­δία σου με σκοτάδι καί ταραχή.

ΛΟΓΙΣΜΟΙ

Οί αιτίες των λογισμών

 Ή κίνηση των λογισμών στον άνθρωπο σε τέσσερις αιτίες οφείλεται. Πρώτη αιτία είναι το φυσικό θέλημα του σώματος (της σαρκός) δεύτερη είναι ή φαντασία πού προκαλούν τα αισθητά πράγμα­τα του κόσμου, πού ακούμε και βλέπουμε τρίτη είναι οι εμπειρίες πού είχαμε στη ζωή μας καί τα παρα­στρατήματα της ψυχής, πού τριγυρίζουν στο νου μας, καί τέταρτη, οί προσβολές των δαιμόνων, πού εκμεταλλεύονται τίς παραπάνω τρεις αιτίες καί μας πολεμούν να μας ρίξουν σε όλα τα πάθη. Γι’ αυτό ό άνθρωπος, μέχρι να πεθάνει, δεν μπορεί να είναι χω­ρίς πειρασμούς καί χωρίς πόλεμο. Σκέψου τώρα καί κρίνε: Προτού να φύγει ό άνθρωπος άπ’ αυτή τη ζωή, είναι ενδεχόμενο να καταργηθεί μία από τίς τέσσερις αυτές αιτίες; καί ακόμη: Είναι δυνατό, το σώμα μας να μην αναγκασθεί να επιθυμήσει κάποιο από τα κοσμικά πράγματα; Εάν λοιπόν είναι παράλογο να σκεφθούμε κάτι τέτοιο για το σώμα μας, μια καί ή ανθρώπινη φύση έχει ανάγκη από τα πράγματα του κόσμου, είναι επόμενο ότι τα πάθη παίρνουν α­φορμές καί δουλεύουν σε κάθε ζωντανό άνθρωπο, εί­τε το θέλει είτε δεν το θέλει. Γι’ αυτό είναι ανάγκη κάθε άνθρωπος να προφυλάγεται μήπως καί πέσει ό­χι σε ένα μόνο πάθος, πού τον πολιορκεί συνεχώς, ούτε σε δύο, αλλά καί σε περισσότερα, επειδή φορά­ει αδύνατο σώμα. Όσοι νίκησαν τα πάθη με την ά­σκηση στις αρετές, αν καί ενοχλούνται από τους λο­γισμούς καί από τίς προσβολές των τεσσάρων αιτιών πού αναφέραμε, παραμένουν ανίκητοι. Κι αυτό, για­τί έχουν μέσα τους τη δύναμη του Θεού καί αρπάζε­ται ό νους τους σε μνήμες άγιες καί θεϊκές.

Ή μελέτη της θείας Γραφής εξαφανίζει τους κακούς λογισμούς

Τίποτε δεν είναι τόσο ισχυρό να αποβάλει τίς εμπειρίες καί τίς μνήμες της παλιάς ακόλαστης ζωής, καί να διώξει τίς ενθυμήσεις πού κινούνται καί διεγεί­ρονται μέσα στη σάρκα, καί προκαλούν ταραχώδη σαρκική φλόγωση, όσο είναι το να βυθισθούμε ολό­κληροι μέσα στον πόθο της μελέτης της θείας Γραφής, καί να αναζητούμε να εννοήσουμε τα βαθιά νοήματα της. Όταν οί λογισμοί του άνθρωπου εμποτιστούν α­πό την ηδονή της επίμονης μελέτης της σοφίας του Θεού στη θεία Γραφή, με τέτοια αφοσίωση, πού να στύβει τους λόγους του Θεού, για να του φανερωθούν τα θεία νοήματα τους, ε, τότε, ό άνθρωπος αφήνει πίσω του το μάταιο κόσμο, λησμονεί ότι υπάρχει σ’ αυτόν, καί εξαλείφει από την ψυχή του όλες τίς αμαρτωλές ενθυμήσεις της συσσωμάτωσης με τον κόσμο πολλές φορές μάλιστα, εξαφανίζει καί τους συνήθεις λογι­σμούς, πού έχουν σχέση με τίς σωματικές μας ανάγκες καί αναπαύουν τη φύση μας. Καί τότε ή ψυχή διαμένει σε έκσταση μέσα στα καινούρια συναπαντήματα στη θάλασσα των μυστηρίων του Θεού. Καί πάλι, όταν ό νους μας κολυμπά στη θάλασσα των θείων Γραφών καί δεν μπορεί να διεισδύσει στα βαθιά νοήματα τους, ώστε να κατανοήσει όλους τους θησαυρούς πού είναι κρυμμένοι στα βαθιά νερά τους, μας είναι αρκετή καί μόνο ή με πόθο μελέτη του λόγου του Θεού, για να δέσουμε σφιχτά τους λο­γισμούς μας καί να τους υποτάξουμε σε ένα μόνο, θαυμάσιο καί άγιο λογισμό, για να μην είναι ελεύθε­ροι καί τρέχουν κατά τα σαρκικά μας θελήματα, ό­πως είπε ένας θεοφόρος άγιος.

Ποιος μοναχός έχει αναπαυμένο λογισμό

Ό μοναχός πού εξολοκλήρου αφιέρωσε τον ε­αυτό του στο Θεό, ζει με αναπαυμένο το λογισμό του. Χωρίς την αρετή της ακτημοσύνης δεν μπορεί , ή ψυχή να ελευθερωθεί από την ταραχή των λογισμών καί έξω από την ησυχία των σωματικών αισθήσεων, δεν μπορεί να νιώσει την ειρήνη του νου.

Πώς να αποδιώκεις τους ύπουλους λογισμούς

 Ό άνθρωπος δεν πρέπει να αντιλέγει στους λογισμούς πού σπέρνει μέσα μας ύπουλα ό εχθρός, αλλά να τους αποδιώκει ικετεύοντας το Θεό να τον βοηθήσει. Αν κάνει αυτό, είναι σημάδι ότι ό νους του βρήκε τη σοφία πού δίνει ή χάρη του Θεού, και ότι ή αληθινή του φρόνηση τον ελευθέρωσε από πολ­λούς κόπους, πού θα είχε με το διάβολο. Ακολουθώντας, λοιπόν, αυτό το σύντομο δρόμο αποφεύγει την
πολλή περιπλάνηση του στο μεγάλο καί δύσκολο δρόμο. Διότι δεν έχουμε τη δύναμη, σε κάθε περίστα­ση,  να φέρνουμε  λογικές  αντιρρήσεις  στους  ενάντιους λογισμούς, για να τους σταματήσουμε, αλλά πολλές φορές μας πληγώνουν καί δεν μπορούμε να θεραπευθούμε, για πολύ καιρό. Οι δαίμονες έχουν πείρα έξι χιλιάδων χρόνων -από τότε δηλ. πού εξέ­πεσαν από την αγγελική τους τάξη- καί συ τώρα προσπαθείς να φιλονικήσεις μαζί τους, ελπίζοντας ότι θα τους νικήσεις; Αντίθετα, αν πέσεις στα δίχτυα τους καί αρχίσεις να τους αντιμιλάς, θα ετοιμασθούν να σε πληγώσουν σε τέτοιο βαθμό, πού να μην αντέ­χει ή μικρή σοφία καί φρόνηση σου. Άλλα κι αν ακό­μη καταφέρεις καί τους νικήσεις -ας κάνουμε κι αυ­τή την υπόθεση- ή βρόμα των λογισμών τους θα μο­λύνει το νου σου, καί ή δυσωδία τους θα μείνει για πολύ καιρό στην όσφρηση σου. Καλύτερα λοιπόν, με τον πρώτο τρόπο, δηλ. καταφεύγοντας στο έλεος του Θεού, να ελευθερωθείς με δέος από όλα ταύτα, διότι άλλη βοήθεια σαν του Θεού δεν έχουμε.

Όταν πέσει μέσα σου ό σπόρος κάποιου πονηρού λογισμού, πού έχει σχέση με μακρινές εικόνες καί πραγματικότητες, είτε με εμπειρίες σου από το παρελθόν, καί συνεχώς παρουσιάζεται ό λογισμός αυτός στο νου σου, να ξέρεις ότι ό διάβολος σου έχει κρύψει παγίδα. Σ’ αυτή την περίπτωση κράτα τον ε­αυτό σου σε εγρήγορση καί προσοχή. Αν πάλι είναι κάποιος λογισμός από τους δεξιούς καί αγαθούς, να ξέρεις ότι ό Θεός θέλει να σου δώσει έναν καλύτερο τρόπο ζωής, καί γι’ αυτό ή κίνηση του λογισμού εί­ναι ασυνήθης για σένα. Εάν όμως ό λογισμός πού έρχεται είναι σκοτεινός καί είσαι διστακτικός απένα­ντι του, γιατί δεν μπορείς να τον διακρίνεις καθαρά, αν δηλ. είναι δικός σου, ή κλέφτης, ή βοηθός, ή σου στήνει καμιά ενέδρα μόλο πού σου παρουσιάζεται με  αγαθή μορφή, τότε να ετοιμασθείς να μην τον αντιμετωπίσεις με εκτενή καί έμπονη προσευχή, νύχτα καί μέρα, καί με πολλή αγρυπνία. Αυτό τον αμφίβολο λογισμό μην τον αποδιώξεις, μήτε να συμφωνήσεις μαζί του, αλλά κάνε με ζήλο θερμή προσευχή, για να ξεκαθαρίσει το πράγμα. Καί μη σταματήσεις να επι­καλείσαι τον Κύριο, γιατί αυτός θα σου φανερώσει από που ειναι ό λογισμός.

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ – ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ

Τον ταπεινό «υψώνει» καί δοξάζει ό Θεός

   Όπως ή χάρη του Θεού πλησιάζει τον ταπεινόφρονα, έτσι στον υπερήφανο έρχονται οδυνηρές περιστάσεις. Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι στους ταπεινόφρονες, για να τους κάνει να ευφραίνονταιστους υπερήφανους όμως εναντιώνεται, για να τους ταπεινώσει. Ό ταπεινός δέχεται συνεχώς το έλεος του Θεού, ενώ ό σκληρόκαρδος καί ολιγόπιστος βρί­σκει στο δρόμο του συναπαντήματα φοβερά. Ταπεί­νωσε τον εαυτό σου για όλες τίς δωρεές πού δέχθη­κες από το Θεό, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, καί θα δοξαστείς πιο πολύ παρά οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Να προλαβαίνεις καί να χαιρετάς όλους τους ανθρώπους, καί να υποκλίνεσαι μπροστά τους, καί έτσι θα τιμηθείς πιο πολύ παρά αυτοί πού προ­σφέρουν ως δώρο χρυσάφι καθαρό.

Εξευτέλισε τον αμαρτωλό εαυτό σου, καί θα δεις μέσα σου τη δόξα του Θεού. Γιατί όπου βλαστάνει ή ταπείνωση, εκεί αφθονεί ή δόξα του Θεού. Εάν αγω­νισθείς να εξευτελιστείς φανερά από τους ανθρώ­πους, για να εξαλείψεις την υπερηφάνεια σου καί τον εγωισμό σου, ό Θεός θα σε κάνει να δοξαστείς. Εάν όμως ταπεινώνεσαι μέσα στην καρδιά σου, χωρίς να σε βλέπουν οί άλλοι, τότε ό Θεός φανερώνει τη δόξα του στην καρδιά σου. Όταν έχεις μεγάλα α­ξιώματα ή χαρίσματα, να γίνεις ευκαταφρόνητος, για να μην υψηλοφρονήσεις καί χάσεις τη χάρη του Θεού όταν πάλι βλέπεις ότι είσαι πολύ μικρός καί α­δύναμος πνευματικά, μη κάνεις τον σπουδαίο. Να δέχεσαι με προθυμία την καταφρόνια των ανθρώ­πων, καί θα γεμίσεις από την τιμή του Θεού. Δε βλέ­πεις μέσα σου τα πολλαπλά τραύματα της αμαρτίας σου καί ζητάς να σε τιμήσουν; Απόφυγε τίς τιμές των ανθρώπων, για να σε τιμήσει ό Θεός, καί μην αγαπήσεις τίς τιμές, για να μην ατιμασθείς. Όποιος κυνηγάει την τιμή, αύτη φεύγει από μπροστά του, καί όποιος την αποφεύγει, ή τιμή θα τον κυνηγήσει | καί θα γίνει κήρυκας της ταπείνωσης του σε όλους τους ανθρώπους. Εάν καταφρονείς τον εαυτό σου ό­τι τίποτε δεν είσαι χωρίς τη χάρη του Θεού, για να μην τιμηθείς από τους ανθρώπους, θα σε φανερώσει για την ταπείνωση σου. Εάν από αληθινή ταπείνωση κατηγορήσεις τον εαυτό σου, θα επιτρέψει ό Θεός σε όλα τα κτίσματα του να σε επαινέσουν. Καί θα ανοί­ξει μπροστά σου ή πόρτα της δόξας του Πλαστουρ­γού σου, καί θα σε επαινέσουν, διότι έγινες στην πραγματικότητα κατ’ εικόνα καί καθ’ όμοίωσιν του Θεού.

Ποιος έχει δει άνθρωπο πού να λάμπει με τίς α­ρετές του, αλλά να φαίνεται ευκαταφρόνητος στους ανθρώπους; Πού ή ζωή του να είναι φωτεινή καί να είναι σοφός στη γνώση, αλλά να έχει ταπεινό φρόνη­μα; Μακάριος είναι όποιος κατά Θεόν ταπεινώνει τον εαυτό του σε όλες τίς περιστάσεις καί μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτός θα δοξαστεί γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, πού ταπεινώνει τον εαυτό του καί τον μικραίνει, από το Θεό δοξάζεται. Καί αν κανείς υπομένει καί πείνα καί δίψα για την αγάπη του Θεού, όπως οί Απόστολοι καί οί Μάρτυ­ρες, θα τον μεθύσει ό Θεός με τα επουράνια αγαθά του. Καί όποιος δεν έχει να ντυθεί για την αγάπη του Θεού, τον ντύνει ό Θεός με τη στολή της αφθαρ­σίας καί της δόξας. Καί όποιος ζει στη φτώχεια για την αγάπη του Θεού, ό Θεός τον παρηγορεί με τον α­ληθινό του πλούτο. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για την αγάπη του Θεού, όπως ό Κύριος καί οί Άγιοι, καί χωρίς να το καταλάβεις θα δοξαστείς πολύ σε όλη σου τη ζωή. Να θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, για να είναι δίκαιη όλη ή ζωή σου. Μη φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, καί μη κάνεις το σοφό, ενώ είσαι άμαθης. Καί εάν τον αφε­λή καί τον αμαθή ή ταπείνωση του τον υψώνει, πό­σης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (ή ταπείνωση) για τους μεγάλους καί σπουδαίους ανθρώπους;

Να φεύγεις μακριά από την κενοδοξία, καί θα δοξαστείς. Να φοβάσαι την υπερηφάνεια, καί θα θε­ωρείσαι σπουδαίος. Ή κενοδοξία δε δόθηκε στους ανθρώπους από το Θεό, ούτε ή υψηλοφροσύνη στις γυναίκες. Αν με τη θέληση σου απαρνήθηκες, μονα­χέ, όλα τα κοσμικά πράγματα, για τιποτένιο πράγμα σε καμιά περίπτωση να μη φιλονικήσεις. Αν σιχάθη­κες την κενοδοξία, φεύγε μακριά άπ’ αυτούς πού την κυνηγούν. Να αποφεύγεις αυτούς πού αγαπούν τίς περιουσίες καί να μη ζητάς αλλά αποκτήματα.

Να συναναστρέφεσαι με αυτούς πού έχουν ταπεί­νωση, καί θα μάθεις καί συ τους τρόπους τους. Γιατί αν το να βλέπεις τους ταπεινούς είναι ωφέλιμο, πόσο μάλλον ή διδασκαλία τους.

Να τιμάς τον πλησίον σου

Πίεσε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις ένα άλλον άνθρωπο, να τον τιμήσεις πάνω από την αξία του. Φίλησε του τα χέρια καί τα πόδια, καί κράτησε τα χέρια του με πολλή τιμή καί βάλε τα στα μάτια σου, καί παίνεψε τον καί γι’ αυτά πού δεν έχει. Καί όταν αποχωρισθεί από σένα, πες γι’ αυτόν ότι καλό καί σπουδαίο γιατί με αυτό τον τρόπο, ή με παρό­μοιους τρόπους, τον προσελκύεις στο καλό, καί τον αναγκάζεις να ντρέπεται για τα καλά λόγια πού του απηύθυνες. Καί σπέρνεις μέσα του σπέρματα αρετής. Κι όσο για σένα, από μια τέτοια συνήθεια πού απο­κτάς με τον καιρό, τυπώνεται μέσα σου αγαθός χαρα­κτήρας, καί αποκτάς πολλή ταπείνωση, καί χωρίς κό­πο κατορθώνεις μεγάλες αρετές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι αν έχει αυτός κάποια ελαττώματα, καθώς ε­σύ τον τιμάς, με ευχαρίστηση δέχεται εκ μέρους σου τη θεραπεία από συστολή για την τιμή πού του απέ­δωσες.

Ή ταπείνωση είναι στολή της θεότητας

   Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί, καί να μιλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφρο­σύνης. Όμως φοβάμαι πολύ, όπως φοβάται εκείνος πού πρόκειται να μιλήσει για το Θεό με τους δικούς του συλλογισμούς. Γιατί ή ταπείνωση είναι στολή της Θεότητας. Ό Υιός δηλ. καί Λόγος του Θεού, πού έγινε άνθρωπος, την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε, καί συναναστράφηκε μαζί μας με αυτήν μέσα στο ανθρώ­πινο σώμα. Καί οποίος ντυθεί την ταπεινοφροσύνη, πραγματικά γίνεται όμοιος με το Λόγο του Θεού, πού κατέβηκε από το δικό του ύψος καί σκέπασε με την ταπεινοφροσύνη τη μεγαλοσύνη καί τη δόξα του, για να μην καταφλεχθή ή κτίση, βλέποντας τη θεότη­τα του. Διότι ή κτίση δεν μπορούσε να τον αντικρί­σει, αν δεν έπαιρνε ένα μέρος από αυτήν, δηλ. το αν­θρώπινο σώμα, ώστε να επικοινωνήσει μαζί της. Ού­τε μπορούσαν οί κτιστές υπάρξεις να ακούσουν τα λόγια του πρόσωπο με πρόσωπο. Διότι ούτε οί Ισ­ραηλίτες μπόρεσαν να ακούσουν τη φωνή του, όταν λάλησε προς αυτούς μέσα από τη νεφέλη. Γι’ αυτό εί­παν στο Μωϋσή (Εξ. 20, 19): «Ας λαλήσει ό Θεός μα­ζί σου, καί συ πες μας τους λόγους του, καί ας μη λα­λήσει ό Θεός μαζί μας, για να μην πεθάνουμε.

Τώρα όμως, πού ό Θεός έχυσε τη χάρη του στον κόσμο με την παρουσία του, δεν κατέβηκε σε μας με σεισμό καί φωτιά, ούτε με φοβερή καί δυνατή φωνή, αλλά ήρθε όπως ή βροχή στο κουρεμένο μαλλί του προβάτου καί όπως ή σταγόνα πού στάζει στο χώμα απαλά, καί συναναστράφηκε μαζί μας με ανθρώπινη μορφή. Σκέπασε δηλ., όπως σκεπάζουμε ένα θησαυ­ρό, με την ανθρώπινη σάρκα τη δόξα του, καί επικοι­νωνούσε μαζί μας με κείνο το σώμα πού κατασκεύα­σε το θείο του νεύμα από τον κόλπο της παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας, ώστε βλέποντας τον ως άν­θρωπο να συναναστρέφεται μαζί μας, να μη ταραχθούμε από τη θεωρία του. Γι’ αυτό το λόγο, οποίος φορέσει εκείνη τη στολή της ταπεινοφροσύνης, με την οποία τον είδε ή κτίση μέσα στο ανθρώπινο σώ­μα πού φόρεσε ό κτίστης, τον ίδιο το Χριστό ντύνε­ται. Καί αντί να ντύνεται την κοσμική τιμή καί την ε­ξωτερική δόξα, στολίζεται με το εσωτερικό ένδυμα της ταπεινοφροσύνης. Γι’ αυτό καί τα λογικά κτίσμα­τα, βλέποντας έναν οποιοδήποτε άνθρωπο να φοράει αυτό το ομοίωμα της ταπεινοφροσύνης, ακόμη καί με τη σιωπή τους τον προσκυνούν, τιμώντας τον Κύριο τους, πού τον είδαν να τη φοράει καί να συνανα­στρέφεται μαζί τους μέσω αυτής. Ποιο κτίσμα, αλή­θεια, δεν ευλαβείται τη θεωρία του ταπεινόφρονα; Ό­μως μέχρι πού αποκαλύφθηκε σε όλους ή δόξα της ταπεινοφροσύνης, ήταν ευκαταφρόνητη ή  θεωρία της, μόλο πού ήταν γεμάτη αγιότητα. Τώρα όμως α­νέτειλε σαν τον ήλιο ή δόξα της στα μάτια των αν­θρώπων. Καί κάθε συνετός άνθρωπος την τιμά, οπού καί αν φανεί. Γι’ αυτό ούτε οί εξ αγνοίας εχθροί της αλήθειας δεν τη θεωρούν ευκαταφρόνητη, αν καί αυ­τός πού την απέκτησε φαίνεται φτωχότερος άπ’ όλα τα κτίσματα. Ωστόσο, όποιος έμαθε την ταπείνωση, τιμάται από τα λογικά κτίσματα σαν να φοράει στε­φάνι καί βασιλική πορφύρα.

Στο ταπεινόφρονα υποτάσσεται ή λογική καί ή άλογη κτίση. Ό αληθινός ταπεινόφρων

   Όποιος υποτάξει τον εαυτό του στο Θεό, εί­ναι κοντά στο να υποταγούν σ’ αυτόν τα πάντα. Τον καιρό δηλ. πού κυριαρχεί ή ταπείνωση στη διαγωγή σου, υποτάσσεται σε σένα τον ταπεινό ό ψυχικός σου κόσμος, καί μαζί μ’ αυτόν υποτάσσονται σε σένα τα πάντα. Διότι γεννιέται μέσα στην καρδιά σου ή ειρή­νη του Θεού. Καί όσο είσαι έξω από την ειρήνη του Θεού, θα καταδιώκεσαι συνεχώς όχι μόνο από τα πά­θη σου, αλλά καί από διάφορα δυσάρεστα περιστατι­κά. Αλήθεια, Κύριε, αν δεν ταπεινωθούμε, δεν παύ­εις συ να μας ταπεινώνεις. Ή αληθινή ταπείνωση γεννιέται από τη γνώση. Καί ή αληθινή γνώση γεν­νιέται από τους πειρασμούς.

Τον ταπεινόφρονα κανένας μυαλωμένος άν­θρωπος ποτέ δεν τον μισεί, δεν τον πληγώνει με λό­για, δεν τον καταφρονεί. Όλοι οί καλοί άνθρωποι τον αγαπούν, διότι τον αγαπά ό Κύριος του. Όλους τους αγαπάει καί όλοι τον αγαπούν. Όλοι τον θέ­λουν, καί σε κάθε τόπο, όπου πλησιάζει, τον βλέπουν ως άγγελο φωτός καί του αποδίδουν ξεχωριστή τιμή. Καί όταν μιλήσει, ό σοφός καί ό δάσκαλος σιωπούν μπροστά του, διότι δίνουν το λόγο στον ταπεινόφρο­να. Τα μάτια όλων προσέχουν στα λόγια του στόμα­τος του. Κάθε άνθρωπος περιμένει τι θα πει, σαν να είναι λόγια Θεού. Τα σύντομα καί κοφτά λόγια του είναι σαν τους λόγους των σοφών, πού προσέχουν έ­να ένα τα νοήματα τους. Τα λόγια του είναι γλυκά για τους σοφούς πού τα ακούνε, πιο γλυκά από την κηρήθρα στο φάρυγγα. Καί όλοι τον λογαριάζουν ό­τι έχει το Θεό μέσα του, κι ας είναι αμαθής στην έκ­φραση του, καί στη θεωρία ευκαταφρόνητος καί ευ­τελής.

Πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα σαρκοβόρα θηρία καί, όταν πέσει το βλέμμα τους επάνω του, γίνεται ή­μερη ή αγριότητα τους, καί τον πλησιάζουν σαν κύ­ριο τους, καί κινούν περιποιητικά τα κεφάλια τους καί γλείφουν τα χέρια καί τα πόδια του διότι οσφραίνονται σ’ αυτόν εκείνη την εύωδία, πού εξέπε­μπε ό Αδάμ πριν από την παράβαση, όταν μαζεύτη­καν κοντά του καί τα ‘δωσε ονόματα στον παράδει­σο. Το σώμα πού έλαβε από μας τους ανθρώπους ό Ιησούς το ξανάκτισε καί το χάρισε σε μας με την αν­θρώπινη παρουσία του. Αυτό είναι πού σκόρπισε την εύωδία του στο ανθρώπινο γένος.

Καί πάλι, πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα θανατη­φόρα ερπετά, καί μόλις αισθανθούν επάνω στο σώμα τους το χέρι του, ή οξύτητα καί ή σκληρότητα της θανατηφόρας πικρότητάς τους σταματάει, καί στα χέρια του τα τρίβει σαν να ‘ναι ακρίδες. Έρχεται κο­ντά στους ανθρώπους καί τον προσέχουν όπως τον Κύριο. Καί γιατί αναφέρω μόνο τους ανθρώπους; Άλλα καί οι δαίμονες με όλη την ορμητικότητα καί την πικρία τους καί το καυχησιάρικο φρόνημα τους, μόλις πλησιάσουν στον ταπεινόφρονα, γίνονται α­δρανείς σαν το χώμα, καί μαραίνεται όλη ή κακία τους, καί καταστρέφονται οι μηχανορραφίες τους, καί μένουν ανενέργητες οί πανουργίες τους.

Όποιος άνθρωπος είναι από τη φύση του επιει­κής καί ήσυχος, ή συνετός, ή πράος, δε φτάνει μόνο άπ’ αυτό στο βαθμό της ταπεινοφροσύνης. Αληθινός ταπεινόφρων είναι αυτός πού έχει ένα κρυφό ταλέ­ντο, πού να τον κάνει να υπερηφανεύεται, αλλά δεν υπερηφανεύεται, παρά συλλογίζεται ότι είναι χωμα­τένιο. Άλλα ούτε κι αυτόν πού, από την ενθύμηση των αμαρτημάτων, συντρίβεται ή καρδιά του, καί ταπεινοφρονή καί δεν αφήνει στο νου του να περηφα­νευτεί, ούτε κι αυτόν τον λέμε ταπεινόφρονα, αν καί αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο. Διότι ακόμη έχει το λογισμό της υπερηφάνειας, καί δεν απέκτησε την α­ληθινή ταπείνωση, αλλά την προσεγγίζει απλώς με τους παραπάνω τρόπους. Αν καί αυτό πού κάνει εί­ναι αξιέπαινο, όπως είπα, όμως ακόμη θέλει την τα­πείνωση, γιατί δεν την έχει αποκτήσει. Αληθινός καί τέλειος ταπεινόφρων είναι αυτός πού δε χρειάζεται να εφευρίσκει με το νου του διάφορους λόγους, όπως οι αμαρτίες του καί ή χοικότητά του, για να ταπεινοφρονή, αλλά απέκτησε την ταπεινοφροσύνη σε υψη­λό βαθμό καί σαν κάτι το φυσιολογικό, χωρίς ιδιαίτερη εργασία. Σαν να δέχτηκε δηλ. μέσα του ένα μεγάλο χάρισμα, ανώτερο από όλη την κτίση, καί, εν­τούτοις, αυτός θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό καί ευτελή καί ευκαταφρόνητο.

Αγάπησε τα ταπεινά ενδύματα

Αγάπησε τα πενιχρά ενδύματα, για να σβή­σεις τους λογισμούς της υψηλοφροσύνης πού ανα­δύονται μέσα σου. Γιατί αυτός πού αγαπά την πολυ­τέλεια καί τα λαμπερά ρούχα δεν μπορεί να αποκτή­σει ταπεινούς λογισμούς. Διότι ή καρδιά μέσα στον άνθρωπο συμμορφώνεται με τα εξωτερικά σχήμα­τα.

Πώς να προλάβεις την οίηση

Φυλάξου από την οίηση την ώρα των καλών αλλοιώσεων. Άμα αρχίσεις να αισθάνεσαι οίηση και έπαρση, να προσευχηθείς με την καρδιά σου καί να παρουσιάσεις στον Κύριο την αδυναμία σου καί την αμάθεια σου, για να μη σου συμβεί να πέσεις σε αι­σχρά αμαρτήματα. Διότι την υπερηφάνεια ακολουθεί ή πορνεία, καί την οίηση ή πλάνη.

Χωρίς την ταπείνωση τα ενάρετα έργα γίνονται μάταια

   Αν κάνεις ένα καλό έργο αρετής καί δεν αι­σθανθείς τη γεύση ότι σε βοηθάει πνευματικά, μη θαυμάσεις. Γιατί, μέχρι να ταπεινωθεί ό άνθρωπος, δεν απολαμβάνει το μισθό της εργασίας του. Ή αμοι­βή, πάλι, δε δίνεται για τον κόπο της εργασίας, αλλά για την ταπείνωση πού συνοδεύει την εργασία. Όποιος περιφρονεί την ταπείνωση χάνει την αμοιβή της εργασίας του. Όποιος προλάβει καί πάρει από το Θεό την αμοιβή της ταπεινής του καρδιάς, ή καί των ταπεινών του έργων, αυτός είναι ανώτερος από τον εργαζόμενο την απλή αρετή. Την αρετή ακολου­θεί ή λύπη καί ό κόπος, καί από τη λύπη γεννιέται ή ταπείνωση, καί στον ταπεινό δίνεται ή χάρη του Θεού. Λοιπόν, ή ανταπόδοση της θείας Χάρης δε δίνε­ται για την απλή αρετή, ούτε για τον κόπο πού τη συνοδεύει, αλλά για την ταπείνωση πού γεννιέται άπ’ αυτά. Καί αν λείψει ή ταπείνωση, τα πρώτα, δηλ. τα ενάρετα έργα καί ό κόπος τους, γίνονται μά­ταια.

Ό Κύριος σοφίζει τον ταπεινό

   Όποιος εξευτελίζει τον εμπαθή εαυτό του καί τον ταπεινώνει, αυτός θα γίνει σοφός από τον Κύριο. Καί όποιος έχει την ιδέα ότι είναι σοφός, αυτός θα χάσει τη σοφία του Θεού.

Καί μόνο ή ταπείνωση μπορεί να παρασταθεί ενώπιον τον Θεον καί να πρεσβεύσει για μας

  Ή κατάσταση της ταπείνωσης, καί χωρίς να συνοδεύεται από έργα αγαθά, όπως στην περίπτωση του άρρωστου, ή του εγκλείστου μονάχου, πολλά αμαρτήματα συγχωρεί τα έργα όμως, χωρίς την ταπεί­νωση, όχι μόνο είναι ανωφελή, αλλά καί πολλά κακά μας προκαλούν. Λοιπόν, με την ταπείνωση, όπως α­νέφερα, να περιμένεις τη συγχώρηση των αμαρτιών σου. Καί όπως το αλάτι συντηρεί καί νοστιμίζει κάθε τροφή, έτσι είναι καί ή ταπείνωση για κάθε αρετή καί μπορεί να συντρίψει τη δύναμη πολλών αμαρτη­μάτων. Γι’ αυτή λοιπόν την ταπείνωση είναι ανάγκη να λυπάσαι, αδιαλείπτως, ανάλογα βέβαια με τις δυ­νάμεις σου, μέχρι να την αποκτήσεις. Καί όταν την αποκτήσουμε στο κελί της ησυχίας μας, όπου ζούμε εντελώς απομακρυσμένοι από τον κόσμο, μας κάνει παιδιά του Θεού καί χωρίς να μπορούμε να κάνουμε αγαθά έργα, όπως οι άνθρωποι πού έχουν επαφή με τον κόσμο, μας φέρνει στο Θεό. Χωρίς αυτήν όλα τα έργα μας είναι μάταια, καί όλες οι αρετές, καί όλες οι εργασίες μας.

Λοιπόν, ό Θεός θέλει την αλλοίωση των λογι­σμών μας διότι με τους καλούς λογισμούς προο­δεύουμε, καί με τους κακούς λογισμούς εξαχρειωνόμαστε. Μόνη ή ταπείνωση, χωρίς άλλη βοήθεια, είναι ικανή να παρασταθεί ενώπιον του Θεού καί να πρε­σβεύσει για μας.

Τα μεγάλα μέτρα της ταπεινοφροσύνης

    Αυτόν πού έφτασε σε πολύ μεγάλα ύψη τα­πεινοφροσύνης, δεν τον πιάνει ταραχή όταν τον αδι­κούν, ούτε θέλει να απολογηθεί για κείνο το πράγμα, για το όποιο αδικήθηκε. Δέχεται, λοιπόν, τις συκο­φαντίες σαν να είναι αλήθεια, καί δε φροντίζει να πείσει τους ανθρώπους ότι τον συκοφάντησαν, αλλά ζητάει να τον συγχωρήσουν. Μερικοί μάλιστα, με τη θέληση τους, κατάφεραν να τους ονομάζουν οί άλλοι ακόλαστους, ενώ δεν ήταν άλλοι πάλι δέχτηκαν με υπομονή να τους ονομάζουν μοιχούς, χωρίς να είναι καί, δακρύζοντας, φόρτωναν στον εαυτό τους την πι­κρή ανταμοιβή μιας αμαρτίας πού δε διέπραξαν, καί κλαίγοντας ζητούσαν, άπ’ αυτούς πού τους είχαν συκοφαντήσει, συγχώρηση για την αμαρτία πού δεν έ­καμαν, ενώ ήταν στεφανωμένοι στην ψυχή με το στε­φάνι της καθαρότητας καί της αγνότητας. Άλλοι πά­λι, για να μη δοξαστούν για την κρυμμένη μέσα τους ενάρετη κατάσταση τους, έκαναν τον παλαβό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σταθερά γαλήνιοι καί καρυκευμένοι με το θεϊκό αλάτι, ώστε για την άκρα τε­λειότητα τους αξιώθηκαν να έχουν τους αγίους Αγ­γέλους κήρυκες των ανδραγαθημάτων τους.

Σύ λοιπόν νομίζεις πώς έχεις ταπείνωση άλλοι ό­μως κατηγορούσαν τον εαυτό τους, ενώ εσύ δεν μπο­ρείς να υποφέρεις ούτε όταν οι άλλοι σε κατηγορούν. Ωστόσο σκέφτεσαι ότι είσαι ταπεινόφρων. Εάν πράγματι είσαι ταπεινόφρων, δοκίμασε τον εαυτό σου αν δε σε πιάνει ταραχή όταν σε συκοφαντούν καί σε αδικούν.

  Ποια είναι τα δείγματα της εξαιρετικής τα­πείνωσης των ησυχαστών; Όπως ή οίηση (ή υψηλοφροσύνη) με τους λογισμούς της αμαρτωλής φαντα­σίας διασκορπίζει την ψυχή καί την κάνει να περι­πλανάται σ’ όλη την κτίση, έτσι καί ή ταπείνωση συμμαζεύει την ψυχή στην ησυχία. Καί όπως ή ψυχή δεν είναι γνωστή ούτε ορατή στους σωματικούς ο­φθαλμούς, έτσι καί ό ταπεινόφρων παραμένει άγνω­στος κατά την πρόθεση του μεταξύ των ανθρώπων. Καί όπως ή ψυχή μέσα στο σώμα είναι κρυμμένη καί δεν μπορούν να τη δουν οι άνθρωποι στις μεταξύ τους συναναστροφές, έτσι καί ό ταπεινόφρων πού έ­φτασε σε πολύ μεγάλα μέτρα: όχι μόνο δε θέλει να τον βλέπουν καί να τον ξεχωρίζουν οι άνθρωποι ε­πειδή είναι απόμακρος καί στερημένος των πάντων, αλλά τούτο κυρίως θέλει αν είναι δηλ. δυνατό, να διεισδύσει μέσα στα μυστικά βάθη της ύπαρξης του καί να πάει να κατοικήσει σε ήσυχο τόπο, και να α­φήσει όλες τίς παραστάσεις καί τίς σκέψεις πού συν­δέονται με τίς αισθήσεις της κοσμικής ζωής, καί να γίνει σαν να μην υπάρχει καί να μη γεννήθηκε για τον κόσμο, καί να είναι παντελώς άγνωστος ακόμη καί στον εαυτό του. Καί όσο αυτός ό άνθρωπος πα­ραμένει στον κόσμο σαν τον κρυμμένο θησαυρό, τό­σο καί ολόκληρη ή ύπαρξη του πλησιάζει στον Κύ­ριο καί Θεό του.

Ό ταπεινόφρων δεν αναπαύεται ποτέ στο να βλέ­πει μαζεμένους ανθρώπους σ’ έναν τόπο ούτε ανα­παύεται στην ταραχή του πλήθους, καί στις κινήσεις καί στις φωνές καί στα ξανοίγματα καί στις φροντί­δες καί στην ηδονή, από την οποία προέρχεται ή ασωτία ούτε αναπαύεται στα κοσμικά λόγια καί στις συναναστροφές καί στο διασκορπισμό των αισθήσε­ων αλλά μάλλον προτιμά να ζει μόνος του στην ησυ­χία, καί να μη τον λογαριάζουν οί άλλοι. Καί πιο πολύ ποθεί τη σμικρότητα, την ακτημοσύνη, την πε­νία. Καί προτιμά πάντοτε να είναι εύκαιρος καί αμέ­ριμνος, χωρίς να συγχύζεται ό νους του από τα πράγματα του κόσμου, για να μην περιπλανιούνται οί λογισμοί του εδώ κι εκεί. Διότι έχει πεισθεί ότι, ε­άν αρχίσει ν’ ασχολείται με πολλά πράγματα, δεν μπορεί να ξεφύγει τη σύγχυση των λογισμών διότι τα πολλά πράγματα συνεπάγονται πολλές φροντίδες καί ποικίλους καί σύνθετους λογισμούς, πού τον απομακρύνουν από την απλότητα. Εάν λοιπόν μερι­μνά καί τυρβάζει περί πολλά, θα παύσει να είναι υ­περάνω των κοσμικών φροντίδων, θα γίνουν πολλές οί ανάγκες του, θα χάσει την ειρήνη καί τη μοναδική απασχόληση του νου του με τους άριστους λογι­σμούς. Καί εάν οί υλικές καί σωματικές του ανάγκες τον εμποδίζουν από τους καλούς καί σωτήριους λογι­σμούς, τότε αρχίζει να βλάπτεται ό ίδιος καί να βλά­πτει τους άλλους. Από δω καί πέρα ανοίγει ή πόρτα για να μπαίνουν μέσα του τα πάθη, καί φεύγει ή γα­λήνη πού φέρνει ή διάκριση, καί χάνεται ή ταπείνω­ση, καί κλείνει ή πόρτα της ειρήνης. Επειδή λοιπόν όλα αυτά είναι επικίνδυνα, φυλάγει συνεχώς τον ε­αυτό του από τις πολλές φροντίδες καί ενασχολήσεις καί, έτσι, σε κάθε περίσταση βρίσκει τον εαυτό του στη γαλήνη του Θεού, καί στην ανάπαυση, καί στην ειρήνη, καί στην επιείκεια, καί στην ευλάβεια.

Στον ταπεινόφρονα δε βλέπεις ποτέ βιασύνη καί σύγχυση ή ενέργειες επείγουσας ανάγκης, ούτε θερ­μούς καί κούφιους λογισμούς. Απεναντίας, σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος. Εάν κολλήσει ό ου­ρανός με τη γη, ό ταπεινόφρων δε θορυβείται. Κάθε ήσυχος καί πράος άνθρωπος δεν είναι ταπεινόφρων, όμως κάθε ταπεινόφρων είναι πράος καί ήσυχος. Άμα δεν είσαι ταπεινόφρων, δεν μπορείς να είσαι συ­νεσταλμένος στους τρόπους σου, όμως συνεσταλμέ­νους μη ταπεινόφρονες πολλούς θα συναντήσεις. Αυ­τό εννοούσε ό Κύριος, ό πράος καί ταπεινός, όταν εί­πε: «Μάθετε άπ’ εμού ότι πράος ειμί καί ταπεινός τη καρδία, καί εύρήσετε άνάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11, 21). Ό ταπεινόφρων σε κάθε περίσταση εί­ναι αναπαυμένος, γιατί τίποτε δεν υπάρχει γι’ αυτόν πού να κινήσει το νου του στο κακό ή να τον ταρά­ξει. Καί όπως δεν μπορεί κανείς να τρομάξει ένα βουνό, έτσι δεν τρομάζει από τίποτε ό νους του. Καί αν δεν είναι παράλογο, θα λέγαμε ότι ό ταπεινόφρων δεν ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο διότι ούτε στα λυπηρά περιστατικά ταράζεται καί αλλοιώνεται ή ύπαρξη του, ούτε στα ευχάριστα εκπλήσσεται από θαυμασμό καί χαλαρώνει. Όλη ή ευφροσύνη καί ή χαρά του ή αληθινή βρίσκεται στην απόλαυση του Κυρίου καί Θεού του. Την ταπεινοφροσύνη τη συνοδεύει ή επιεί­κεια καί ή αυτοσυγκέντρωση. Την ταπεινοφροσύνη ακολουθεί: εγκράτεια στις αισθήσεις, φωνή μετρημέ­νη, λίγα λόγια, καταφρόνηση του κοσμικού εαυτού μας, ευτελής ενδυμασία, βάδισμα ταπεινό το να μην αλληθωρίζουμε δεξιά καί αριστερά καί περισπάται ή προσοχή μας, να ξεχωρίζουμε στην ελεημοσύνη, να έχουμε πολλά δάκρυα. Ακόμη, την ταπεινοφροσύνη συνοδεύει: ψυχή μεμονωμένη από τους περισπασμούς, καρδιά συντετριμμένη, έλλειψη θύμου, αισθή­σεις συμμαζεμένες, λίγα καί ευτελή πράγματα για τη σωματική μας ανάπαυση, καρτερία στον πόνο, υπο­μονή, αφοβία, ανδρεία της καρδιάς, πού αποστρέφε­ται τις απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης ζωής, υπομονή στους πειρασμούς, σοβαροί λογισμοί, σβήσιμο των πονηρών λογισμών, εγκράτεια παθών, συστολή, ευλάβεια. Καί πάνω άπ’ όλα αυτά, πρέπει να βρίσκε­ται ό ασκητής σε παντοτινή ησυχία καί να μη γνωρί­ζει τα κοσμικά πράγματα καί τα πάθη.

Ό ταπεινόφρων ποτέ δεν αισθάνεται αναγκασμέ­νος να ταραχθεί ή να συγχυσθεί. Καί όταν είναι μό­νος του, ντρέπεται καί ευλαβείται τον εαυτό του ως εικόνα Θεού. Καί μου προκαλεί θαυμασμό ότι ένας πραγματικά ταπεινόφρων ασκητής δε θα τολμήσει να προσευχηθεί με δικά του λόγια, όταν αρχίσει την ευ­χή, ούτε θα θεωρήσει τον εαυτό του άξιο για προσευ­χή, ούτε θα τολμήσει να ζητήσει τίποτε άλλο εκτός α­πό τη βασιλεία του Θεού ούτε έχει ανθρώπινη συναίσθηση της προσευχής, παρά μονάχα σιωπά ό νους του, καί περιμένει το έλεος του Θεού. Καί, καθώς κλίνει το πρόσωπο του προς τη γη καί ή καρδιά του είναι υψωμένη στην αγιότατη καί υψηλή πύλη του ουρανού, περιμένει να ακούσει ποιο είναι γι’ αυτόν το θέλημα του ενδόξου καί προσκυνητού Θεού του Θεού πού ό θρόνος του είναι στα σύννεφα, πού θα­μπώνει τα μάτια των Σεραφείμ, καί πού ή δύναμη καί ή σοφία καί ή αγαθότητα του κάνει να σιωπούν όλα τα αγγελικά τάγματα. Μόνο αυτό τολμά ό ταπεινόφρων να πει καί να ζητήσει στην προσευχή του: Ας γίνει, Κύριε, ή ζωή μου κατά το πανάγιο θέλημα σου. Καί εμείς την ίδια ευχή να λέμε για τον εαυτό μας. Αμήν.

Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποκτήσει ταπείνωση

Ρωτήσανε οι μοναχοί τον άββά Ισαάκ πώς μπορεί κάποιος να αποκτήσει ταπείνωση καί είπε:

Να μην ξεχνάει ότι έκαμε αμαρτίες στη ζωή του καί να ελπίζει ότι ό θάνατος είναι κοντά. Τα φορέμα­τα του να είναι ευτελή, καί σε κάθε περίσταση να προτιμά τον έσχατο τόπο, καί πάντοτε να κάνει πρό­θυμα τις παρακατιανές εργασίες. Να έχει υπακοή, να σιωπά, καί να μην του αρέσει να τρέχει σε συντρο­φιές κοσμικού πνεύματος, αλλά να θέλει να παραμέ­νει άγνωστος καί ασήμαντος. Να μην έχει στο κελί του πράγματα πού να τα θεωρεί όλα δικά του καί να αποφεύγει τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους, καί να μην αγαπά τα υλικά κέρδη. Καί, εκτός άπ’ αυ­τά, να μη μέμφεται στο νου του καί να μην κατηγορεί κανέναν άνθρωπο, καί να μη ζηλοφθονεί, να μην εί­ναι εριστικός, αλλά να ασχολείται με τον εαυτό του, πώς θα ταπεινωθεί καί θα αγαπά τον κόσμο. Με δυο λόγια, να ζει μέσα στον κόσμο πού έπλασε ό Θεός σαν ξένος καί φτωχός καί απομονωμένος από το κακό. Αυτά γεννούν την ταπείνωση καί καθαρίζουν την καρδιά.

Ή ταπείνωση φροντίζει να μη σκανδαλίζει

Πήγα κάποτε σε έναν παλαιό καί ενάρετο γέ­ροντα, ό όποιος με αγαπούσε πολύ. Δεν ήξερε να μιλά­ει όμορφα, όμως είχε φωτεινή γνώση καί βαθιά καρδιά, καί έλεγε οσα του υπαγόρευε το άγιο Πνεύμα. Δεν έβγαινε συχνά από το κελί του, παρά μόνο έβγαι­νε για τις άγιες κοινές ακολουθίες. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του καί ζούσε στην ησυχία. Του είπα λοιπόν.

-Πάτερ, μου ήρθε ένας λογισμός: να πάω την Κυριακή στο υπόστεγο της εκκλησίας κι εκεί να καθί­σω το πρωί καί να φάω, για να με δουν αυτοί πού θα μπαίνουν στο ναό καί θα βγαίνουν, καί να με κατα­φρονήσουν.

Σ’ αυτά μου απάντησε ό γέροντας έτσι: -Είναι γραμμένο ότι οποίος σκανδαλίζει τον κο­σμικό αδελφό του, δε θα δει το φως του Θεού. Εσέ­να λοιπόν, κανένας δε σε ξέρει σ’ αυτό το μέρος, ού­τε γνωρίζουν το είδος της ζωής σου καί, γι’ αυτό, θα πουν ότι οί Μοναχοί είναι λαίμαργοι καί τρώνε από το πρωί. Μάλιστα εδώ ζούνε καί αρχάριοι αδελφοί, πού έχουν ασθενή λογισμό καί θα σκανδαλισθούν. Πολλοί άπ’ αυτούς σου έχουν εμπιστοσύνη καί ωφε­λούνται από την παρουσία σου καί, άμα σε δουν να κάνεις τέτοιο πράγμα, θα βλάφτουν. Οί αρχαίοι πα­τέρες τα ‘καμναν αυτά για να ταπεινωθούν για τις πολλές θαυματουργίες τους καί για την τιμή πού απολάμβαναν καί για το μεγάλο όνομα πού είχαν απο­κτήσει. Καί τα ‘καμναν αυτά, για να ατιμασθούν, καί για να αποκρύψουν τη δόξα της αγίας ζωής τους καί για να αποφύγουν τίς αιτίες της υπερηφάνειας. Εσένα όμως, πού δεν έφτασες σε τέτοια μέτρα, τι σε αναγκάζει να κάνεις αυτό πού λες; Δε γνωρίζεις ότι κάθε βαθμίδα πνευματικής ζωής έχει τη δική της τά­ξη καί το δικό της χρονικό στάδιο; Εσύ βέβαια ούτε τέτοια ξεχωριστή πολιτεία έχεις, ούτε τέτοιο μεγάλο όνομα. Γιατί είσαι ένας απλός μοναχός σαν τους άλ­λους καί, άμα κάνεις αυτό πού σκέφτηκες, ούτε τον ε­αυτό σου θα ωφελήσεις, αλλά καί τους άλλους θα βλάψεις. Καί πάλι, αυτού του είδους οί υπερβολές δεν είναι για όλους ωφέλιμες, αλλά μόνο στους τέ­λειους καί στους μεγάλους, οί όποιοι έτσι νεκρώνουν τίς αισθήσεις τους. Για τους μεσαίους καί τους αρχάριους μια τέτοια πολιτεία είναι επιζήμια, διότι ακό­μη χρειάζονται να προσέχουν συνεχώς τον εαυτό τους καί να επιβάλλονται στις αισθήσεις τους. Οί γεροντάδες πέρασαν αυτό το στάδιο καί, όταν θέλουν, μπορούν από όλα να ωφεληθούν. Όπως συμβαίνει με τους εμπόρους πού, όταν είναι άπειροι καί αρχίζουν μεγάλες   επιχειρήσεις,   προκαλούν   μεγάλες   ζημίες στους εαυτούς τους όμως στις μικρές επιχειρήσεις γρήγορα πηγαίνουν μπροστά. Καί πάλι, όπως είπα, κάθε είδος εργασίας έχει τη δική της τάξη, καί κάθε βαθμίδα πολιτείας έχει το δικό της χρονικό στάδιο. Όποιος λοιπόν αρχίζει υπέρμετρη άσκηση πριν να έλθει ό καιρός του, εκτός του ότι δεν κερδίζει τίποτε, διπλασιάζει τη βλάβη για τον εαυτό του. Εάν επιθυ­μείς την άσκηση πού έχει ό λογισμός σου, να υπομεί­νεις πρώτα με χαρά την ακούσια ατιμία πού επιτρέ­πει ή οικονομία του Θεού να σε βρει, καί να μην ταραχθείς, μήτε να μισήσεις αυτόν πού σε ατιμάζει. Αυτά με συμβούλεψε αυτός ό σοφός γέροντας.

Ό θεός ταπεινώνει τον υπερήφανο

 Μην πιστέψεις στον εαυτό σου ότι είσαι δυ­νατός στην αρετή, μέχρι να δοκιμασθείς στους πειρα­σμούς καί βεβαιωθείς ότι ή καρδιά σου είναι αμετάθετη. Να αποκτήσεις μέσα σου ορθή καί σταθερή πί­στη, για να μπορέσεις, με τη δύναμη της, να καταπα­τήσεις τους εχθρούς σου καί να ‘χεις το νου σου συμμαζεμένο, καί να μην πάρεις θάρρος από τη δύ­ναμη σου, οποία καί να ‘ναι, για να μην παραχωρή­σει ό Θεός καί δοκιμάσεις πόσο αδύνατος είσαι από τη φύση σου, καί πέσεις στην αμαρτία, καί τότε θα μάθεις για τα καλά την αδυναμία σου. Μήτε να πι­στέψεις στις γνώσεις σου, για να μην μπει στη μέση ό διάβολος, καί σου στήσει παγίδα με την πανουργία του. Ποτέ να μην καυχηθείς για τα έργα πού κατόρ­θωσες, για να μην καταντροπιαστείς. Γιατί για όποιο πράγμα καυχιέται ό άνθρωπος, σ’ αυτό επιτρέπει ό Θεός να αλλάξει ή κατάσταση, για να ταπεινωθεί καί να μάθει, έτσι, τι θα πει ταπείνωση. Γι’ αυτό πρέπει, όσα συμβαίνουν, να τα αποδίδεις στη θεία πρόνοια, καί να μην πιστεύεις ότι σ’ αυτή τη ζωή υπάρχει τί­ποτε πού να μη μεταβάλλεται.

Ό υπερήφανος δεν έχει πνευματική δράση

   Ό υπερήφανος δεν καταλαβαίνει ότι βαδίζει στο σκοτάδι καί ότι αγνοεί την αληθινή σοφία. Για­τί, πώς μπορεί να το γνωρίζει, ενόσω βρίσκεται στο σκοτάδι καί δε βλέπει; Γι’ αυτό καί υπερηφανεύεται με το σκοτισμένο λογισμό του, ότι είναι ανώτερος ό­λων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ευτελέστερος καί ασθενέστερος των ταπεινών, καί δεν μπορεί να μάθει καί να βαδίσει τον άγιο δρόμο του Κυρίου. Καί ό Κύριος κρύβει από τον υπερήφανο το άγιο θέ­λημα του, γιατί δε θέλησε να βαδίσει στο δρόμο των ταπεινών.

Ή υψηλοφροσύνη μας απομακρύνει από το Θεό

Να πορεύεσαι στη ζωή σου με απλότητα, και μην κάνεις το σοφό μπροστά στο Θεό. Ή πίστη πη­γαίνει οπού υπάρχει απλότητα, ενώ ή υψηλοφροσύνη ακολουθεί τον άνθρωπο, πού κάνει λεπτούς καί έ­ξυπνους συλλογισμούς, καί παρουσιάζει τα πράγμα­ τα διαφορετικά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό όμως τον απομακρύνει από το Θεό.

Τα μεγάλα, αλλά χωρίς ταπείνωση, ασκητικά κατορθώματα συντρίβουν τον αγωνιστή καί τον κάνουν καταγέλαστο στους δαίμονες

                Το όνομα του ήταν Μαλπάς. Καταγόταν α­πό την Έδεσσα της Μεσοποταμίας καί φαινόταν ότι ζούσε σε  μεγάλα πνευματικά  μέτρα,  υπομένοντας σκληραγωγίες καί θλίψεις. Αυτός λοιπόν εφεύρε την
αίρεση των Ευχιτών. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν μαθη­τής του μακαρίου Ιουλιανού, πού ονομαζόταν Σαβάς, καί για μικρό διάστημα πήγε μαζί του στο Σινά καί στην Αίγυπτο καί συνάντησε τους μεγάλους πα­τέρες εκείνου του καιρού. Είδε καί το Μέγα Αντώνιο καί άκουσε άπ’ αυτόν λόγια μυστικής θεολογίας για την καθαρότητα καί τη σωτηρία των ψυχών, καί τον άκουσε να απαντά σε ερωτήσεις λεπτές για τα πάθη. Ερμήνευσε λοιπόν, με τίς απαντήσεις του, ό Άγιος ότι ό νους, μετά την κάθαρση του, δέχεται θαυμαστό φωτισμό για τα μυστήρια του Πνεύματος, καί ότι ή ψυχή μπορεί με τη χάρη του Θεού να αξιωθεί να δε­χθεί την απάθεια, όταν βγάλει από πάνω της τα πα­λιά πάθη με την εργασία των εντολών του Θεού, καί επανακτήσει την υγεία της φύσης της, πού είχε κατά τη δημιουργία του κόσμου. Καί σαν άκουσε αυτά τα λόγια ό Μαλπάς, στην ακμή της νιότης του, έγινε θερμός σαν τη φωτιά καί ήρθε στην πόλη του, οπότε άναψε μέσα του το πάθος της φιλοδοξίας, καί βρήκε έναν έρημο καί ήσυχο τόπο, όπου αναχώρησε καί α­φιέρωσε τον εαυτό του σε αγώνες καί σε σκληρές δοκιμασίες καί σε αδιάλειπτες προσευχές. Καί άναψε για τα καλά μέσα του το πάθος της δοξομανίας, ελπί­ζοντας να φθάσει σε υψηλά μέτρα, για τα όποια είχε ακούσει από τον άγιο Αντώνιο. Όμως δεν έμαθε, δυ­στυχώς, την τέχνη πώς να πολεμά τους νοητούς ε­χθρούς της αγιοσύνης, καί δεν κατάλαβε τι ενέδρες καί δόλους καί πανουργίες μετέρχεται ό αντίπαλος, για να εξαπατήσει τους ισχυρούς καί να τους φέρει στην απώλεια. Γι’ αυτό το λόγο στηρίχθηκε ό ταλαί­πωρος μόνο στους αγώνες, καί στις στενοχώριες, καί στην ακτημοσύνη, καί στην άσκηση, καί στην εγκρά­τεια, χωρίς όμως να αποκτήσει την εξουδένωση του εγωισμού του, καί την ταπείνωση, καί τη συντριβή της καρδιάς (πού είναι όπλα αήττητα στον πόλεμο πού ξεσηκώνει ό πονηρός), καί χωρίς να θυμηθεί το λόγο της Γραφής πού λέει: «Όταν κάμετε όλα τα έρ­γα, καί φυλάξετε όλες τίς εντολές, καί υπομείνετε τίς θλίψεις, να θεωρείτε τους εαυτούς σας ως άχρηστους δούλους» (Λκ. 17, 10). Έτσι λοιπόν, θερμαινόταν με την υψηλοφροσύνη του, πού την έτρεφε ή εργασία των ασκητικών του αγώνων, καί φλεγόταν από την ε­πιθυμία να αποκτήσει τα μεγάλα χαρίσματα πού άκουσε. Καί υστέρα από πολύ καιρό, σαν τον είδε ό διάβολος κούφιο από ταπείνωση, καί ότι το μόνο πού επιθυμούσε ήταν να γνωρίσει τα θαυμάσια μυ­στήρια του Θεού πού άκουσε, του παρουσιάσθηκε μέ­σα σε εξαίρετο φως λέγοντας του: Εγώ είμαι ό παράκλητος, καί με έστειλε ό πατέρας σε σένα, για να σε αξιώσω επιτέλους να γνωρίσεις τα θαυμάσια του Θεού, πού επιθυμείς ως ανταμοιβή των αγώνων σου, καί να σου χαρίσω την απάθεια, καί να σε απαλλάξω στο εξής από τον κόπο της άσκησης. Ως αντίβαρο, θα λέγαμε, για όλα αυτά πού του υποσχέθηκε, ζήτησε από κείνων τον δύστυχο να τον προσκυνήσει! Κι ε­κείνος ό ανόητος, μη κατανοώντας τον πόλεμο πού άρχισε ό διάβολος, αμέσως καί μετά χαράς τον δέ­χθηκε καί τον προσκύνησε, καί αμέσως πέρασε στη δαιμονική εξουσία. Καί αντί της θεωρίας των θαυμά­σιων του Θεού, τον γέμισε με δαιμονικές φαντασίες, καί τον έκαμε ν’ αφήσει την εργασία των αρετών του Θεού, καί τον εξύψωσε, καί τον χλεύασε για την κούφια ελπίδα της απάθειας, λέγοντας του: Τώρα πια δε χρειάζεσαι τα ασκητικά έργα, καί τίς ταπεινώ­σεις του σώματος, καί τον αγώνα ενάντια στα πάθη καί τίς κατώτερες επιθυμίες. Στο τέλος τον έκαμε αρ­χηγό της αίρεσης των Ευχιτών.

—-* Οί Ευχίτες, ή Μασσαλιανοί στη συριακή γλώσσα, εμφανί­σθηκαν το β’ μισό του Δ’ αιώνα στη Μεσοποταμία. Ή πλάνη τους έφτασε μέχρι τη Θράκη καί την Αίγυπτο. Είχαν μακριά μαλ­λιά καί ζούσαν μαζί άνδρες καί γυναίκες. Αποστρέφονταν την εργασία καί ζούσαν ζητιανεύοντας. Ή διδασκαλία τους λέει ότι κάθε άνθρωπος κληρονομεί, με τη γέννηση του, καί ένα δαίμονα, τον όποιο δεν μπορεί να εκδιώξει το βάπτισμα. Ή εκδίωξη του, καί ή εκρίζωση της αμαρτίας, επιτυγχάνονται με επίμονη προ­σευχή. Γι’ αυτό, περιφρονούσαν τα μυστήρια της Εκκλησίας καί δέχονταν ότι με τη συνεχή προσευχή έρχεται το άγιο Πνεύμα, πού ή παρουσία του ήταν γι’ αυτούς αισθητή καί ορατή. Πίστευαν ότι έφταναν στην απάθεια, ότι αποκτούσαν προφητική δύναμη καί ότι έβλεπαν με τα σωματικά τους μάτια τον Πατέρα καί τίς αόρατες δυνάμεις. Υποστήριζαν ακόμη ότι έβλεπαν την κατάσταση των ψυχών των πεθαμένων, καί τους στοχασμούς καί τίς διαθέσεις των ανθρώπων. Καταδικάσθηκαν από την Γ’ Οι­κουμενική Σύνοδο. Βλ. Θρησκευτική καί Ηθική Εγκυκλοπαί­δεια, τ. 8, 814π.

Όταν τελείωσε τη δουλειά του ό διάβολος, καί φανερώθηκε ή βέβηλη καί κάλπικη διδασκαλία του Μαλπά, αυτός καί οι οπαδοί του διώχτηκαν από τον επίσκοπο της πόλης.

Ήταν κι ένας άλλος, ονομαζόμενος Άσινάς, πού ζούσε στην ίδια πόλη πού ανέφερα παραπάνω, στην Έδεσσα, καί συνέθεσε πολλά τραγουδάκια με τρεις λέξεις στον κάθε στίχο. Αυτός φαινόταν να ζει σε με­γάλα πνευματικά μέτρα καί, χωρίς διάκριση, επιδό­θηκε σε σκληρότερους ασκητικούς αγώνες, μέχρι να δοξαστεί από τον κόσμο ως άγιος. Αυτόν τον πλάνησε ό διάβολος, καί τον έβγαλε από το κελί του, καί τον έβαλε να σταθεί όρθιος επάνω σ’ ένα βουνό, πού το λέγανε Στόριο, καί έκαμε μια φανταστική σύνθεση (όχι πραγματική δηλ.) με άρματα καί ιππείς, του τα ‘δειξε καί του είπε: ό Θεός με έστειλε να σε πάρω, ό­πως έγινε με τον προφήτη Ηλία. Καί καθώς, αυτός ό Άσινάς, απατήθηκε από τον διάβολο εξαιτίας της α­νοησίας του, ανέβηκε να καθίσει πάνω στο άρμα, οπότε διαλύθηκε όλο εκείνο το σκηνικό της φαντα­σίας, καί κατέπεσε από μεγάλο ύψος κάτω στα ριζά του βουνού, καί πέθανε γελοιοποιημένος.

Αυτά τα παραδείγματα τα ανέφερα όχι χωρίς λό­γο, αλλά για να μάθουμε πώς μας εμπαίζουν οι δαί­μονες, πού διψούν για την απώλεια των αγωνιστών, καί να μην επιθυμήσουμε, προτού να μάθουμε καλά την ταπείνωση, τίς υψηλές πνευματικές αναβάσεις, για να μη γίνουμε καταγέλαστοι από τον πονηρό ε­χθρό μας. Διότι βλέπω, ακόμη καί σήμερα, ότι νέοι άνθρωποι, γεμάτοι με τα πάθη τους, φλυαρούν καί α­ποφαίνονται χωρίς κανένα δισταγμό για τα μυστή­ρια του Θεού! (392-4).

Καί οι άγιοι υπόκεινται σε πτώσεις. Να μην υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έχεις από το Θεό. Να ταπεινωθείς μόλις αισθανθείς

το άγγιγμα της υψηλοφροσύνης

  Ό άγιος Μακάριος έγραψε μια επιστολή με πολλή περίσκεψη και σοβαρότητα, για να την έχουν στη μνήμη τους οι αδελφοί καί να διδαχθούν, ώστε να μην πέσουν στην απόγνωση, όταν μεταπίπτουν α­πό την κατάσταση της θείας χάρης στον πνευματικό κίνδυνο καί στη σύγχυση. Διότι, όσοι βρίσκονται στην κατάσταση της καθαρότητας, υπόκεινται σε πτώσεις, καί μάλιστα ενώ δε ζουν σε αμέλεια καί δε βρίσκονται σε πνευματική παραλυσία. Όπως δηλ. συμβαίνει καί με τον καιρό, όπου το ψύχος διαδέχε­ται τη ζέστη. Ενώ λοιπόν πορεύονται σύμφωνα με τον μοναχικό τους κανόνα, συμβαίνουν σ’ αυτούς πτώσεις, πού είναι βέβαια αντίθετες προς τη βούλη­ση τους. Άλλα καί ό άγιος Μάρκος, έχοντας, όπως καί ό άγιος Μακάριος, ακριβή πείρα του πράγματος, μας δίνει τη δική του μαρτυρία γι’ αυτό το θέμα, σε επιστολές πού έγραψε. Έχοντας, τώρα πια, δύο μάρ­τυρες, θα μπορεί ό άνθρωπος, όταν βρεθεί στην ανά­γκη, να δεχθεί την παρηγοριά του χωρίς κανένα δι­σταγμό. τι λέγει λοιπόν ό άγιος Μάρκος; «Αλλοιώσεις, λέει, γίνονται στον καθένα, όπως συμβαίνει με τίς τέσσερις εποχές». Πρόσεξε εκείνη τη λέξη, «στον καθένα», πού σημαίνει ότι ή ανθρώπινη φύση είναι μία καί, επομένως, όλοι υποκείμεθα σε μεταβολές. Μη νομίσεις δηλ. ότι ό άγιος είχε στο νου του μόνο τους αρχάριους καί τους ελάχιστους, καί ότι οι τέ­λειοι καί προχωρημένοι δεν υπόκεινται τάχα σε πνευματικές μεταβολές, καί ότι βρίσκονται πάντα, χωρίς να παρεκκλίνουν, σε μια ανώτερη κατάσταση, χωρίς εμπαθείς λογισμούς. Αυτά τα λένε, δυστυχώς, οι Ευχίτες. Γι’ αυτό λοιπόν ανέφερε στο κείμενο του «στον καθένα».

Λέει ό άγιος Μακάριος: Τώρα έχουμε ψύχος, καί μετά, ακολουθεί καύσωνας, καί ίσως χαλάζι, φουρ­τούνα, καί καλοσύνη. Έτσι γίνεται, λέει, καί με την άσκηση μας. Πόλεμος από τον πονηρό, καί βοήθεια από τη θεία χάρη. Καμιά φορά γίνεται στην ψυχή τρικυμία, καί την προσβάλλουν κύματα δυνατά. Καί πάλι, υστέρα, έχουμε την καλή αλλοίωση, καθώς επισκέπτεται την καρδιά ή θεία χάρη, καί την γεμίζει με θεϊκή χαρά καί ειρήνη, καί με λογισμούς σώφρονες καί ειρηνικούς.

Αναφέροντας ό άγ. Μακάριος, εδώ, τους «σώ­φρονες λογισμούς», υπονοεί ότι οι προηγούμενοι ή­ταν κτηνώδεις καί ακάθαρτοι. Συνεχίζει λοιπόν καί συμβουλεύει: Εάν μετά άπ’ αυτούς τους λογισμούς, τους σώφρονες καί τους επιεικείς, ακολουθούν πονη­ροί λογισμοί, να μη λυπηθούμε καί φτάσουμε στην α­πόγνωση κι όταν βρισκόμαστε στην ανάπαυση πού δίνει ή θεία χάρη, να μην καυχηθούμε, παρά, ενώ χαιρόμαστε, να περιμένουμε τη θλίψη. Όμως μας συμβουλεύει να μην αφήνουμε καί κάνει κατοχή στην καρδιά μας ή λύπη, όταν ακολουθήσουν πτώσεις

Καί ενώ οι πτώσεις στρέφονται εναντίον μας, όμως εμείς να τίς δεχόμαστε με χαρά, λέει, ως κάτι το φυ­σικό καί ανθρώπινο. Καί να μην απελπιστούμε σαν εκείνον πού περιμένει τέλεια καί αναλλοίωτη ανά­παυση, καί δεν μπορεί να δεχθεί ότι καί πάλι θα α­γωνισθεί, καί θα λυπηθεί στη ζωή του, καί ότι θα του συμβούν ανεπιθύμητα καί ενάντια στο θέλημα του Θεού πράγματα. Καί αυτό πού είπαμε, το οικονόμησε ό Θεός, για να μη μείνουμε τελείως άνεργοι -εννοώ σε ασκητι­κούς αγώνες- καί αποχαυνωθούμε καί πέσουμε στην απόγνωση, καί μείνουμε ακίνητοι στο δρόμο της αρε­τής. Καί συμπληρώνει ό άγιος: Να ξέρεις ότι όλοι οι άγιοι καταπιάνονταν με τους συνεχείς ασκητικούς αγώνες. Όσο είμαστε σ’ αυτό τον κόσμο, ή μεγάλη παρηγοριά μας από τα λυπηρά έρχεται μέσα μας με τρόπο μυστικό. Κάθε μέρα καί κάθε ώρα ό Θεός ζη­τάει να δοκιμάσει την προς αυτόν αγάπη μας με την πάλη καί τον αγώνα μας κατά των πειρασμών. Να μη μας καταβάλλει ή λύπη, θα πει να μην παραμε­λούμε τον αγώνα μας. Έτσι προκόβουμε, ό κάθε μο­ναχός, στο δρόμο της αρετής. Όποιος θέλει να ξεφύ­γει από τούτο τον αγώνα καί να παρεκκλίνει, αυτός είναι σαν τους λύκους. Καί με αύτη τη σύντομη καί θαυμαστή παρομοίωση θέλει να πει ότι, όπως ό λύ­κος δε θέλει να βαδίζει στον κανονικό δρόμο, έτσι καί ό μοναχός πού δε θέλει να αγωνίζεται, θέλει να βαδίζει στο δικό του μονοπάτι, πού δεν περπατήθηκε από τους αγίους πατέρες. Γι’ αυτό χρειάζεται οι θλί­ψεις να διαδέχονται τη χαρά. Όμως μετά τίς θλίψεις, με την ενέργεια της χάρης του Θεού έρχονται μέσα μας καλοί λογισμοί καί εκπλήξεις θαυμαστές, πού υπερβαίνουν την ανθρώπινη φύση μας, όπως είπε ό άγιος Μάρκος. Όταν οί άγιοι Άγγελοι μας πλησιά­σουν, γεμίζουμε με πνευματική κατάσταση, οπότε ό­λα τα λυπηρά καί τα ενάντια αναχωρούν, καί γίνεται ειρήνη καί άρρητη γαλήνη, για όσο καιρό ζει κανείς σ’ αυτή την κατάσταση. Όταν λοιπόν σε επισκιάσει ή χάρη του Θεού, καί έρθουν κοντά σου καί σε περιτει­χίσουν οί άγιοι Άγγελοι, καί απομακρυνθούν όλοι οί πειρασμοί, τότε να μη σε πιάσει ή έπαρση καί βάλεις ιδέα ότι έφτασες στο λιμάνι, οπού δεν πιάνει πια τρι­κυμία, καί ότι ό αέρας πού σε περιβάλλει είναι αμε­τάβλητος, καί ότι μια για πάντα γλίτωσες από την ταραχώδη θάλασσα καί τους άνεμους της, καί ότι δε θα σε βρει ξανά ό εχθρός καί το κακό. Διότι πολλοί, όπως είπε καί ό μακάριος άββάς Νείλος, έκαναν τέτοιες σκέψεις, καί έπεσαν σε κινδύνους. Η, πάλι, μην ξεχαστείς καί βάλεις στο νου σου, ότι τάχα έγι­νες ανώτερος από τους άλλους, τους πολλούς, καί ότι σε σένα αρμόζει να είσαι μόνιμα σε τέτοια χαρι­σματική κατάσταση, καί όχι σε άλλους, επειδή τάχα ή πολιτεία τους είναι κατώτερη, καί ή γνώση τους εί­ναι ελλιπής. Μην υποβαθμίζεις λοιπόν τους άλλους καί λες ότι «εγώ έπρεπε καί έφθασα στην τελειότητα της αγιότητας, καί σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, καί στη χαρά την αμετάβλητη», διότι όλα αυτά είναι υπερήφανοι στοχασμοί. Αντί γι’ αυτά, να καθίσεις καί να συλλογισθείς τους ακάθαρτους λογισμούς σου, καί τίς απρεπείς φαντασίες πού μπήχτηκαν στο μυαλό σου τον καιρό της πνευματικής σου τρικυμίας καί της ταραχής καί της αταξίας των λογισμών σου, πού πριν από λίγο, ενώ ήσουν σκοτισμένος, επανα­στάτησαν εναντίον σου να συλλογισθείς δηλ. πώς τόσο γρήγορα έκλινες τότε προς τα πάθη, καί έζησες μαζί τους με το σκοτεινό νου σου, καί δεν ντράπηκες, ούτε σ’ έπιασε δέος για τη θεϊκή δράση πού εί­χες, καί για τα χαρίσματα πού είχες δεχθεί πρωτύτε­ρα. Καί να ξέρεις ότι όλα αυτά -την ταραχή, την α­ταξία των λογισμών κ.τ.λ.- ή πρόνοια του Θεού τα έ­φερε σε μας για να ταπεινωθούμε, γιατί ό Θεός μας νοιάζεται καί οικονομεί στον καθένα μας ξεχωριστά τι πρέπει να πάθει, για να βάλει μυαλό. Εάν λοιπόν υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έλαβες, καί δεν είναι δικά σου, σε αφήνει καί πέφτεις τότε σ’ ε­κείνα τα αμαρτήματα, για τα όποια είχες μόνο λογι­σμούς καί πειρασμούς.

Μάθε λοιπόν, ότι το να στέκεσαι όρθιος καί να μην πέφτεις στα πάθη, δεν οφείλεται στη δική σου α­ρετή, αλλά στη χάρη του Θεού, πού σε βαστάζει στα χέρια του, για να μη φοβηθείς. Αυτά να σκέφτεσαι τον καιρό της πνευματικής χαράς σου, καί όταν αρ­χίζεις να υψηλοφρονείς, είπε ό άγιος αυτός πατέρας μας, κλάψε καί δάκρυσε καί να θυμάσαι συνεχώς τα πρότερα παραπτώματα σου, στα όποια έπεσες με την παραχώρηση του Θεού. Κάνε έτσι, για να αποκτή­σεις ταπείνωση καί να γλιτώσεις από την πτώση. Ό­μως καί πάνω στις πτώσεις σου, μην απελπισθείς, αλ­λά με ταπεινούς λογισμούς εξιλέωσε το Θεό καί άφη­σε τον να συγχωρήσει τα αμαρτήματα σου.

Από τους λογισμούς της υπερηφάνειας έρχεται ό πειρασμός της πορνείας

Όταν το σώμα σου ημερέψει με την εγκρά­τεια, με την αγρυπνία καί με την προσοχή της καρ­διάς, πού ευνοείται από την ησυχία των αισθήσεων, καί εντούτοις αρχίζεις καί αισθάνεσαι στο σώμα σου την οξύτητα του πάθους της πορνείας, το όποιο δεν προέρχεται από τη φυσική λειτουργία του οργανι­σμού, να ξέρεις ότι δέχθηκες λογισμούς υπερηφά­νειας καί γι’ αυτό σε πειράζει ό δαίμονας. Σ’ αυτή την περίπτωση ταπείνωσε πολύ την τροφή σου καί το στομάχι σου, καί ψάξε να βρεις τι λογισμούς δέχθη­κες, καί μάθε ότι αλλοιώθηκε ή φύση σου καί ότι τα έργα της είναι έξω από τη φυσική τους τάξη, καί τό­τε, αν ή μετάνοια σου είναι αληθινή, θα σε ελεήσει ό Θεός καί θα σε φωτίσει να μάθεις την ταπείνωση, για να μην αυξηθεί ή υπερηφάνεια σου. Ας μη σταματή­σουμε λοιπόν να αγωνιζόμαστε πρόθυμα, μέχρις ότου δούμε μέσα μας τη μετάνοια, καί βρούμε την τα­πείνωση, καί αναπαυθεί ή καρδιά μας εν τω Θεώ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ

ΠΑΘΗ

Τα ονόματα των παθών

        Όταν θέλουμε να ονομάσουμε όλα τα πάθη μαζί, τα λέμε «κόσμο». Καί όταν θέλουμε να ξεχωρί­σουμε καί να δώσουμε στο καθένα το όνομά του, τα ονομάζουμε «πάθη». Καί τα πάθη, καθώς διαδέχο­νται το ένα το άλλο, σχηματίζουν το δρόμο του κό­σμου, καί οπού τελειώνουν τα πάθη, εκεί παύει να υ­πάρχει ό δρόμος του κόσμου.

Τα πάθη είναι τα έξης:

Ό πόθος του πλούτου το να μαζεύει ό μοναχός γήι­να καί μη αναγκαία πράγματα

Η τρυφή του σώμα­τος, από την οποία έρχεται το πορνικό πάθος.

Ο πόθος της τιμής, από τον όποιο προκύπτει ό φθόνος.

Ο πόθος της εξουσίας, ή φιλαρχία.

Ο στολισμός καί ή ανόητη επίδειξη .

Η ανθρώπινη δόξα, πού είναι αιτία της μνησικακίας.

Ο φόβος ότι θα πάθει κάτι κακό το σώμα μας.

Όπου πάψει ή ενέργεια των παθών, εκεί πεθαίνει μαζί τους καί ό κόσμος. Είπε κάποιος σο­φός για τους αγίους, ότι όταν ζούσαν, ήταν ήδη πε­θαμένοι διότι, ενώ ζούσαν με το σώμα τους, δε ζούσαν ζωή σαρκική. Καί συ πρόσεξε να δεις ποια πάθη ζούνε μέσα σου, για να καταλάβεις πόσο ανήκεις στον κόσμο καί για ποια πάθη είσαι δεμένος μαζί του καί από ποια ελευθερώθηκες. Με δυο λόγια, κόσμος είναι ή εμπαθής ζωή καί το σαρκικό φρόνημα Όποιος απαλλαγεί από τα πάθη του, έχει εξέλθει α­πό τον κόσμο.

Τα πάθη δε σβήνουν γρήγορα

Όταν ή ζωή σου περάσει από την αρετή στην αμέλεια, τα πάθη θα σε ενοχλούν καί δε θα βρίσκεις ειρήνη στην ψυχή σου. Άλλα μην απορήσεις γι’ αυ­τό. Κοίταξε τι συμβαίνει με το έδαφος. Εάν οι ακτί­νες του ήλιου πέσουν βαθιά μέσα στη γη, μετά από πολλή ώρα διατηρείται ακόμη ή θερμότητα της. Το ίδιο καί με τα φάρμακα καί με το μύρο. Ή οσμή των φαρμάκων καί ή εύωδία του μύρου, πού διαχέεται στον αέρα, παραμένει πολλή ώρα, μέχρι να σκορπί­σει καί να εξαφανισθεί. Πόσο μάλλον το ίδιο συμ­βαίνει καί με τα πάθη! Γιατί αυτά είναι σαν τα σκυ­λιά, πού συνήθισαν να γλύφουν το αίμα των ζώων στο σφαγείο καί, όταν δεν υπάρχει πια αίμα, συνεχί­ζουν καί γαβγίζουν μπροστά στις εισόδους του σφα­γείου,   μέχρι  να  σβήσει  ή  δύναμη  της  συνήθειας τους.

Δε θέλομε τα πάθη, αλλά… αγαπάμε τίς αφορμές τους

     τι γλυκές πού είναι οί αιτίες καί οι αφορμές των παθών! Γιατί ό άνθρωπος μπορεί κάποτε να κό­ψει τα πάθη, οπότε, μακριά άπ’ αυτά, αισθάνεται γαλήνη καί ευφροσύνη, όμως δεν μπορεί να αφήσει τις αιτίες. Γι’ αυτό καί, χωρίς να το θέλουμε, υφιστάμεθα πειρασμούς. Καί ενώ λυπούμαστε για τα πάθη, πού
μας τυραννούν, μας αρέσει να είναι μέσα μας οί αφορμές! Τίς αμαρτίες δεν τίς θέλουμε, όμως τα αίτια καί τίς αφορμές τους τα δεχόμαστε με μεγάλη ευχαρίστηση. Γι’ αυτό το λόγο οί αφορμές, πού τίς θέλουμε, μας σπρώχνουν να αμαρτήσουμε. Αυτός, λοιπόν, πού αγαπά τίς αφορμές των παθών, είναι, χωρίς να το θέ­λει, υποχείριος καί υπόδουλος στα πάθη.

Ή κενοδοξία ανοίγει το δρόμο των παθών

      Ή κοσμική δόξα είναι σαν το βράχο στη θά­λασσα, πού τον σκεπάζουν τα νερά, καί ό πλοίαρχος δεν το ξέρει, μέχρι να χτυπήσει ή καρίνα του πλοίου
καί να βυθισθεί. Έτσι κάνει καί ή κενοδοξία στον άνθρωπο, πού παραμένει κρυμμένη μέχρι να τον βυ­θίσει στα πάθη καί να τον καταστρέψει. Είπαν γι’ αυ­
την οί άγιοι Πατέρες, ότι στην ψυχή πού πέφτει στην κενοδοξία, ξαναγυρίζουν όλα τα πάθη, πού νικήθη­καν με τη χάρη του Θεού, καί αναχώρησαν.

Πώς εξουσιάζονται τα πάθη

Όποιος συγκρατεί τη γλώσσα του καί δε μι­λάει, σε όλους τους τρόπους του θα είναι ταπεινόφρων καί, χωρίς να κοπιάσει, θα εξουσιάσει τα πάθη
του. Τα πάθη εκριζώνονται καί εκδιώκονται με την αδιάλειπτη μελέτη του Θεού, καί αυτή ή μελέτη είναι το ξίφος πού τα θανατώνει.

Είναι καλύτερο να καταβάλλεις τα πάθη με καλούς λογισμούς, μνημονεύοντας τίς αρετές, παρά με την αντίσταση. Διότι τα πάθη, όταν διεγερθούν καί κινηθούν εναντίον σου για να σε πολεμήσουν, τό­τε εντυπώνουν στο νου σου διάφορα σχήματα καί ει­κόνες, πού προκαλούν στην αμαρτία Αυτός ό πόλεμος εναντίον του νου μας έχει πολύ μεγάλη δύναμη, καθώς ταράζει τίς παλιές μνήμες καί μας θορυβεί. Εάν όμως, πάνω στην επίθεση τους, τους υποσκάπτεις με αγαθούς λογισμούς, όπως είπα­με, τότε ούτε ίχνος παθών δε φαίνεται πια στο νου σου, μετά την αποδίωξή τους.

Κανένας δεν μπορεί να νικήσει τα πάθη παρά με τίς πρακτικές καί αισθητές αρετές, ενώ το δια­σκορπισμό του νου μπορούμε να τον νικήσουμε μόνο με το να καταγινόμαστε με τα πνευματικά. Γιατί ό νους μας είναι ελαφρός καί, αν δε δεσμευθεί με κά­ποιο πνευματικό λογισμό, δε θα πάψει να τριγυρίζει
εδώ κι εκεί. Καί άμα δεν κατορθώσουμε τίς πρακτι­κές αρετές, δεν μπορούμε να φυλαχτούμε από τα πά­θη. Γιατί, αν δε νικήσει κάποιος τους εχθρούς, δεν
μπορεί να ειρηνεύσει. Καί αν ή ειρήνη δε βασιλεύει στην ψυχή μας, πώς είναι δυνατό να βρούμε καί να χαρούμε τα αγαθά της; Τα πάθη είναι ένα διάφραγ­μα, πού δεν αφήνει να ενεργοποιηθούν οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Αν λοιπόν, δεν πέσουν πρώτα αυ­τά με τίς φανερές αρετές, δε γίνονται αισθητές οι
κρυμμένες αρετές της ψυχής. Καί βέβαια, κανείς δεν μπορεί, ενώ είναι έξω από το τείχος, να συναναστραφεί με αυτούς πού είναι μέσα. Καί όπως δεν μπορείς
να δεις τον ήλιο μέσα στην ομίχλη, έτσι δεν μπο­ρείς να αισθανθείς τη δύναμη της αρετής της ψυχής, ενόσω διαμένει γύρω της ή ταραχή των παθών.

Όπως ένας άνθρωπος, άμα πιει κρασί την η­μέρα του πένθους, μεθάει καί ξεχνάει κάθε λύπη και κάθε πόνο έτσι καί εκείνος πού μεθάει από την αγά­πη του Θεού σ’ αυτό τον κόσμο, πού είναι το σπίτι του πένθους καί του κλάματος, ξεχνάει όλους τους πόνους καί τίς λύπες του καί γίνεται, από το μεθύσι αναίσθητος σε όλα τα πάθη της αμαρτίας. Αν ή καρ­διά ενός ανθρώπου έχει στηριχθεί μόνο στην ελπίδα του Θεού, ή ψυχή του γίνεται ελαφρά σαν το πουλί πού πετάει, καί συνεχώς ό νους του υψώνεται από τη γη καί, καθώς μελετάει τα θεία, πετάει πάνω από τα ανθρώπινα, καί απολαμβάνει καί ευφραίνεται με τα αθάνατα μυστήρια του Υψίστου. Σ’ αυτόν ανήκει ή δόξα καί ή δύναμη εις τους αιώνας των αιώνων. Α­μήν.

Ό έμπορος πού ταξιδεύει στη θάλασσα, φο­βάται καί τρέμει μήπως σηκωθεί τρικυμία καί βυθι­σθεί ή ελπίδα των κόπων του. Καί ό μοναχός, όσο ζει σ’ αυτό τον κόσμο, κυριαρχείται από το φόβο, μή­πως ξυπνήσει εναντίον του ή τρικυμία των παθών, καί χάσει όλους τους κόπους του, από τα νιάτα του
ως τα γηρατειά του. Ό έμπορος έχει στραμμένο το βλέμμα του στη στεριά, καί ό μοναχός στην ώρα του θανάτου.

Ό καπετάνιος βλέπει τα άστρα, όταν διαπλέει τη θάλασσα, καί κατευθύνει το καράβι ανάλογα με τη θέση των άστρων, μέχρι να φθάσει στο λιμάνι. Έτσι καί ό μοναχός έχει μπροστά στα μάτια της ψυχής του την ευχή, διότι με αυτήν διορθώνει την πορεία του, καί κατευθύνεται ίσια στο λιμάνι πού προσεύχε­ται να φθάσει.

Επίμονο ξερίζωμα των αγκαθιών

       Είναι για μας επιτακτική ανάγκη να ξεριζώ­σουμε από τη φύση μας τα αγκάθια των παθών, όσο ζούμε σ’ αυτή τη γη. Με το επίμονο ξερίζωμα στο
Χωράφι της ψυχής μας, εξαφανίζονται τα αγκάθια γιατί δεν έχει καθαρισθεί ακόμη εξολοκλήρου. Εάν λοιπόν, με την προσωρινή μας ραθυμία, ή με τη μικρή μας αμέλεια, βρίσκουν καιρό καί αυξάνουν τα αγκάθια των παθών, καί καλύπτουν καί πιέζουν την καρδιά, καί αποπνίγουν τον καλό σπόρο της, καί κά­νουν τον κόπο μας να πάει χαμένος, συμπεραίνουμε ότι πρέπει να την καθαρίζουμε κάθε μέρα πού περνά­ει. Γιατί, άμα σταματήσουμε, τα αγκάθια πληθαίνουν πολύ. Ας καθαρισθούμε, λοιπόν, άπ’ αυτά με τη χά­ρη του ομοουσίου καί μονογενούς Υιού του Θεού, στον όποιο ανήκει ή δόξα, μαζί με τον άναρχο Πατέ­ρα καί το ζωοποιό Πνεύμα, εις τους αιώνας.

 

Τα πάθη διορθώνονται με σωματικούς κόπους στην ησυχία

 Να ξέρεις, αδελφέ μου, ότι τα κρυμμένα πάθη στην ψυχή μας δε διορθώνονται μόνο με τους σωμα­τικούς κόπους μας, ούτε πάλι οι σωματικοί κόποι α­πό μόνοι τους εμποδίζουν τους κακούς λογισμούς, πού διεγείρονται πάντοτε από τις αισθήσεις μας. Οί κόποι, βέβαια, φυλάγουν τον άνθρωπο από τις πονη­ρές επιθυμίες, για να μην τον νικήσουν, καί από τη δαιμονική πλάνη, όμως δεν μπορούν από μόνοι τους να δώσουν στην ψυχή την ειρήνη καί τη γαλήνη. Για­τί τα έργα του Θεού καί οί κόποι μας τότε μόνο πα­ρέχουν στην ψυχή την απάθεια, καί νεκρώνουν τα γήινα μέλη μας, καί μας χαρίζουν την ανάπαυση των λογισμών, όταν γίνονται στην ησυχία, οπότε οί σω­ματικές μας αισθήσεις αναπαύονται από την εξωτε­ρική ταραχή καί μπορούμε να αφοσιωθούμε, για κάποιο διάστημα, στην εργασία πού μας οδηγεί στη σο­φία του Θεού. Γιατί, μέχρι να στερηθεί ό μοναχός τις συναντήσεις των διαφόρων ανθρώπων, καί να συμμαζέψει τους σκόρπιους λογισμούς του, καί να συ­γκεντρωθεί στον εαυτό του, δε θα μπορέσει να γνωρί­σει το πάθος πού τον κυβερνάει. Γιατί, όπως είπε ό άγιος Βασίλειος, ή ησυχία είναι ή αρχή της κάθαρ­σης της ψυχής. Όταν δηλ. σταματήσουν οί ερεθισμοί καί οί περισπασμοί από τον έξω κόσμο, τότε ή διάνοια μας επιστρέφει, καί από κει πού ήταν σκόρπια από τους περισπασμούς, βρίσκεται μόνη της καί ηρε­μεί, καί ξυπνάει ή καρδιά, για να εξερευνήσει τα θαυμάσια του Θεού. Καί αν δείξει καλή υπομονή σ’ αύτη την εργασία της ησυχίας, αρχίζει ό μοναχός καί οδεύει, ολίγον κατ’ ολίγον, στην καθαρότητα της ψυχής.

τι είναι απάθεια

      Απάθεια είναι όχι το να μην αισθάνεσαι τα πάθη, αλλά το να μην τα δέχεσαι καί να μη συγκατατίθεσαι σ’ αυτά. Από τις πολλές καί διάφορες αρετές, τις φανερές καί τις κρυφές, πού αποκτούν οί αγωνιστές, εξασθενούν μέσα τους τα πάθη καί δεν έ­χουν τη δύναμη να κινηθούν κατά της ψυχής. Έτσι, καί ό νους δε χρειάζεται πάντοτε να προσέχει τις κι­νήσεις τους διότι κάθε ώρα καί στιγμή, νύχτα καί μέρα, είναι γεμάτος από καλούς λογισμούς, αφού μελετά τα θεία νοήματα καί, κατά κάποιον τρόπο, συνομιλεί με αυτά. Όταν, λοιπόν, αρχίσουν τα πάθη να κινούνται μέσα στους αγωνιστές, ξαφνικά αρπά­ζεται ό νους από αυτά τα θεία νοήματα, πού τα αισθάνεται πολύ κοντά του, καί έτσι, τα πάθη μένουν άνενέργητα, όπως είπε ό μακάριος Μάρκος ό ασκη­τής.

Ή ψυχή από τη φύση της είναι απαθής

Λοιπόν, τα πάθη είναι προσθήκη στον άν­θρωπο, καί ή αιτία για την ύπαρξη τους είναι ότι τα δέχεται ή ψυχή διότι ή ψυχή δημιουργήθηκε από το
Θεό απαθής, χωρίς κανένα πάθος. Καί όταν ακού­σεις να ονομάζονται στην αγία Γραφή πάθη ψυχικά καί σωματικά, να γνωρίζεις ότι ονομάζονται έτσι ως
προς τίς αιτίες τους, ότι δηλ. ή ψυχή καί το σώμα εί­ναι ή αιτία των παθών, επειδή τα δέχονται. Ή ψυ­χή, λοιπόν, από τη φύση της είναι απαθής. Βέβαια, οι μη χριστιανοί φιλόσοφοι αυτό δεν το παραδέχο­νται, καί όσοι άλλοι τους ακούν καί τους ακολου­θούν. Άλλα εμείς οί ορθόδοξοι έτσι πιστεύουμε, ότι ό Θεός τον «κατ’ εικόνα» άνθρωπο τον έπλασε απα­θή. Καί όταν λέω «κατ’ εικόνα», δεν αναφέρομαι στο σώμα, αλλά στην ψυχή, πού είναι αόρατη, όπως ό Θεός.

Αν ήταν κάποτε ή φύση της ψυχής φωτεινή καί καθαρή, διότι φωτιζόταν από το μακάριο φως του Θεού, ομοίως καί όταν επανέλθει στην αρχαία εκείνη κατάσταση, γίνεται πάλι φωτεινή καί απαθής. Επο­μένως, όταν ή ψυχή κινείται με εμπάθεια, βρίσκεται έξω από τη φυσική της κατάσταση, όπως μας βεβαιώ­νουν όσοι ζουν στην Εκκλησία καί τρέφονται από την αγία της παράδοση.

            Εάν λοιπόν, ή αρετή είναι φυσική υγεία της ψυχής, συμπεραίνουμε ότι τα πάθη είναι αρρώστια της ψυχής, γιατί ήρθαν σ’ αυτήν αργότερα, μετά τη δημιουργία της, καί την έβγαλαν από τη φυσική της υγιή κατάσταση. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ή υγεία υπήρχε στη φύση της ψυχής πριν από την αρρώστια. Καί αν αυτά είναι αληθινά, όπως καί είναι, λοιπόν ή αρετή είναι φυσική κατάσταση της ψυχής, ενώ τα πά­θη την πρόσβαλαν άπ’ έξω καί δεν ανήκουν στη φύ­ση της.

   Εάν τα πάθη ήταν φυσικό ιδίωμα της ψυ­χής, για ποιο λόγο να βλαφτεί άπ’ αυτά; Διότι οσα είναι της φύσεως, δεν μπορούν να βλάψουν τη φύση τους.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ό Θεός δεν ακούει αμέσως τις ικεσίες των αμελών καί ανώριμων

Όταν είσαι άρρωστος, να πεις: Μακάριος εί­ναι οποίος αξιώθηκε από το Θεό να υποστεί άγιες δοκιμασίες, με τις όποιες κληρονομούμε την αιώνια ζωή. Διότι ό Θεός επιφέρει τις αρρώστιες για να α­ποκτήσει ή ψυχή υγεία. Ένας άγιος είπε ότι ό μονα­χός πού δεν υπηρετεί τον Κύριο θεαρέστως, καί πού δεν αγωνίζεται με ζήλο για τη σωτηρία της ψυχής του, αλλά είναι αμελής στην άσκηση των αρετών, εξάπαντος, με την παραχώρηση του Θεού, πέφτει στις θλίψεις, για να μη μείνει αργός καί πέσει, από την πολλή αργία, στα χειρότερα πάθη. Γι’ αυτό ό Θεός ε­πιφέρει τους πόνους στους ράθυμους καί αμελείς, για να μελετούν σ’ αυτούς τη σοφία του, καί να μην πηγαίνει το μυαλό τους στα μάταια.

Καί ό Θεός το κάνει αυτό σ’ αυτούς πού τον αγαπούν, για να τους παιδέψει, καί να τους δώσει σο­φία, καί να τους διδάξει το άγιο θέλημα του. Αυτοί οι αμελείς μοναχοί, όταν παρακαλούν το Θεό, κάνει  πώς δεν τους ακούει αμέσως, μέχρι να ατονήσει ή ραθυμία τους καί μάθουν πολύ καλά, ότι όλες αυτές  οι θλίψεις τους βρήκαν εξαιτίας της αμέλειας καί της τεμπελιάς τους. Στον προφήτη Ησαΐα γράφει: « όταν απλώνετε ικετευτικά τα χέρια σας σε μένα, λέει ο Κύριος, θα πάρω τα μάτια μου από πάνω σας. Εάν πληθύνετε τίς ικεσίες σας, δε θα σας ακούσω»! (Ήσ. 1, 15). Αυτό βέβαια λέχθηκε για άλλους ανθρώπους, του καιρού εκείνου, αλλά σίγουρα το νόημά του αναφέρεται σ’ αυτούς πού εγκαταλείπουν τον άγιο δρόμο του Κυρίου.

Αφού λέμε ότι ό Θεός είναι πολυέλεος καί ,πολύ εύσπλαχνος, για ποιο λόγο, στις θλίψεις μας, ενώ τον παρακαλούμε συνέχεια στις προσευχές μας, δε μας α­κούει, αλλά παραβλέπει τη δέηση μας; Την απάντη­ση τη βρίσκουμε καί πάλι στον προφήτη Ησαΐα (59, 1): «Δεν είναι κοντό το χέρι του Κυρίου, ώστε να μη φτάνει να σας σώσει, ούτε είναι βαρήκοος, ώστε να μη σας ακούει, αλλά είναι οι αμαρτίες σας πού έκα­μαν το Θεό να μη σας ακούει». Να θυμάσαι πάντοτε το Θεό, σε κάθε περίσταση, καί θα σε θυμηθεί ό Θε­ός, όταν πέσεις σε πειρασμούς.

Ένας από τους αγίους πατέρες μας έγραψε ότι οποίος δε λογαριάζει τον εαυτό του για αμαρτω­λό, ή προσευχή του δεν είναι ευπρόσδεκτη από τον
Κύριο.

Εάν ζητήσεις κάτι από το Θεό, καί δεν εισα­κουσθείς γρήγορα, μη λυπάσαι γιατί εσύ δεν είσαι πιο σοφός από το Θεό. Αυτό το κάνει ό Θεός από μακροθυμία: ή δηλ. γιατί είσαι ανάξιος να δεχθείς την εκπλήρωση του αιτήματος σου, καί άρα θα ζημιωθείς αν το λάβεις, ή γιατί ή κατάσταση καί ή πορεία της καρδιάς σου δεν είναι ανάλογη με τα αιτήματα σου, , ή γιατί δεν έφθασες ακόμη σε τέτοια πνευματικά μέτρα, ώστε να μπορείς να δεχθείς το χάρισμα πού ζητάς
Διότι δεν πρέπει να επιβάλλουμε στον εαυτό μας να δέχεται πράγματα πού ακόμη δεν αντέχουν τα μέτρα μας, για να μην αχρηστευθεί αυτό πού θα μας χαρίσει ό Θεός, με το να το λάβουμε γρήγορα. Διότι ότι λαμ­βάνουμε εύκολα, γρήγορα το χάνουμε ενώ ένα πράγ­μα πού το αποκτάμε με καρδιακό πόνο, το φυλάγουμε σαν θησαυρό, με μεγάλη προσοχή.

Ή προσευχή διαλύει τα σύννεφα των παθών

        Συμβαίνει συνήθως στους μοναχούς πού α­γωνίζονται στην ησυχία, να ταραχθεί ή ψυχή από το σκοτάδι των παθών. Όπως δηλ. οι ηλιακές ακτίνες
καλύπτονται από τα σύννεφα, έτσι μπορεί καί συ να στερηθείς για λίγο την πνευματική παρηγοριά, από το νέφος των παθών πού επισκιάζει την ψυχή σου,
καί να φύγει για λίγο από μέσα σου ή χαροποιός δύ­ναμη του Θεού, καί να σκεπάσει το νου σου ασυνή­θης ομίχλη όμως ας μην ταραχθεί ό λογισμός σου, αλλά να κάνεις υπομονή, καί να διαβάζεις τα βιβλία των αγίων διδασκάλων μας, καί να ζορίσεις τον εαυ­τό σου στην προσευχή, καί να περιμένεις τη θεία βοήθεια. Καί θα ‘ρθει αμέσως, χωρίς να καταλάβεις το πώς. Όπως δηλ. οι ακτίνες του ήλιου διώχνουν το σκοτάδι καί φωτίζουν τη γη, έτσι μπορεί καί ή προσ­ευχή να διαλύσει καί να διασκορπίσει από την ψυχή τα σύννεφα των παθών, καί να φωτίσει το νου με το φως της θείας χαράς καί της παρηγοριάς

Να προσεύχεσαι με το ταπεινό καί άκακο φρόνημα τον νηπίου

         Όταν παρασταθείς ενώπιον του Θεού να προσευχηθείς, έτσι να θεωρείς τον εαυτό σου σαν το μυρμήγκι, καί σαν τα ερπετά της γης, καί σαν βδέλλα, καί ταπεινό σαν το παιδάκι πού ψελλίζει Να μην πεις στο Θεό λόγια πού προδίδουν τίς γνώ­σεις σου, αλλά να τον πλησιάσεις, καί να σταθείς ε­νώπιον του με το ταπεινό καί άκακο φρόνημα του νηπίου, για να αξιωθείς να προστατευθείς καί να καθοδηγηθείς από την πατρική εκείνη πρόνοια, πού έχει ό πατέρας για τα παιδάκια του γιατί έχει λε­χθεί ότι «ό Κύριος φυλάσσει τα νήπια» (Ψ.  114 6).

Ή ταπεινή καί επίμονη προσευχή ελκύει τη βοήθεια καί τα χαρίσματα τον Θεού

. Όταν ένας άνθρωπος καταλάβει ότι του λεί­πει ή θεία βοήθεια, κάνει πολλές προσευχές καί όσο τίς αυξάνει, τόσο ταπεινώνεται ή καρδιά του. Διότι ο­ποίος ικετεύει καί ζητάει, δεν μπορεί παρά να ταπει­νωθεί, καί ό Θεός μια τέτοια καρδιά, «συντριμμένη καί ταπεινωμένη, δε θα την περιφρονήσει» (Ψ. 50, 19). Όσο ή καρδιά δεν ταπεινώνεται, δεν μπορεί να πάψει να τριγυρνάει σκόρπια εδώ καί κει. Ή ταπείνωση συμμαζεύει την καρδιά. Καί όταν ταπεινωθεί ό άν­θρωπος, αμέσως τον κυκλώνει το θείο έλεος, καί τότε ή καρδιά αισθάνεται τη βοήθεια του Θεού, γιατί νιώ­θει μέσα της να κινείται μια δύναμη πού τη στηρίζει, καί τότε είναι πού ή καρδιά γεμίζει εμπιστοσύνη στο Θεό καί άπ’ αυτό καταλαβαίνει ό άνθρωπος ότι ή προσευχή είναι ένα φυσικό καταφύγιο βοήθειας, καί πηγή σωτηρίας, καί θησαυρός ακλόνητης πίστης, καί λιμάνι πού σώζει από την τρικυμία, καί φως στους σκοτισμένους, καί στήριγμα για τους αρρώστους, καί σκέπη την ώρα των πειρασμών, καί βοήθεια στην ένταση της αρρώστιας, καί ασπίδα πού σώζει από τους ακοντισμούς στον αόρατο πόλεμο, καί βέλος αιχμηρό κατά των δαιμόνων. Με δυο λόγια, ό άνθρωπος με την προσευχή αποκτά όλα τα αγαθά πού ανέφερα. Καί καθώς εντρυφά στην προσευχή, ή καρδιά του χαίρει καί άγάλλεται από την εμπιστοσύνη της στο Θεό, καί δε μένει πια, όπως πρώτα, χλιαρή, να λέει λόγια χωρίς νόημα. Όταν ό άνθρωπος καταλάβει πο­λύ καλά αυτά πού είπα, τότε θα αποκτήσει αληθινή προσευχή στην ψυχή, πού θα την έχει σαν θησαυρό. Καί τότε είναι πού, από την πολλή του ευφροσύνη, ή συμβατική του προσευχή θα αλλάξει καί θα γίνει έ­ντονη ευχαριστήρια δοξολογία. Έτσι, καταλαβαίνου­με τι σημαίνει ότι «ή προσευχή είναι χαρά, πού στέλ­νει την ευχαριστία της στο Θεό». Όταν φτάσει σ’ αυ­τό το σημείο ό άνθρωπος, δεν προσεύχεται πια με κό­πο καί μόχθο, όπως πρωτύτερα πού δεν είχε αυτή τη χάρη αλλά με χαρούμενη καρδιά καί με θαυμασμό για τα μυστήρια του Θεού, αναβρυεί συνεχώς ευχαρι­στίες άρρητες καί βάζει μετάνοιες καί από τη μεγάλη του συγκίνηση φτάνει στη γνώση του Θεού, καί θαυ­μάζει, καί εκπλήσσεται για τη χάρη πού του δίνει ό Θεός, καί τότε, ξαφνικά, υψώνει τη φωνή του υμνολο­γώντας καί δοξάζοντας καί ευχαριστώντας το Θεό. Καί ή γλώσσα του τότε κινείται γεμάτη έκπληξη.

Όλα αυτά τα αγαθά, πού ανέφερα, έρχονται στον άνθρωπο, αν συναισθανθεί την πνευματική του φτώχεια καί αδυναμία. Γιατί τότε, από τη μεγάλη ε­πιθυμία πού έχει να τον βοηθήσει ό Θεός, έρχεται κοντά του με επίμονη προσευχή. Καί όσο πλησιάζει το Θεό με πόθο, τόσο καί ό Θεός έρχεται κοντά του δίνοντας του χαρίσματα καί δε θα πάρει τη χάρη του από τον άνθρωπο, όσο αυτός μένει στην αληθινή ταπείνωση. Όπως ή χήρα του ευαγγελίου, ή οποία τρέχει πίσω από το δικαστή κράζοντας συνέχεια να αποδώσει το δίκαιο καί να τη γλιτώσει από τον αντί­δικο. Κάπως έτσι καί ό εύσπλαχνος Θεός: κάνει πού δεν ακούει, καί αναβάλλει να δώσει τα χαρίσματα του στον άνθρωπο, για να γίνει αυτό αιτία να έρθει πιο κοντά του καί, εξαιτίας πού τον έχει ανάγκη, να παραμείνει κοντά του καί να ωφελείται πνευματικά. Καί κάποια αιτήματα, βέβαια, ό Θεός τα ικανοποιεί αμέσως, εκείνα δηλ. πού είναι αναγκαία για τη σωτη­ρία του ανθρώπου, άλλα αιτήματα όμως δεν τα ικανοποιεί. Καί όταν ό δαίμονας μας καίει καί παρακα­λούμε το Θεό, έρχεται ή θεία χάρη καί αποδιώχνει το καυτερό, ενώ σε άλλες περιπτώσεις επιτρέπει τίς θλίψεις καί τον πόνο, για να γίνουν αυτά αιτία να προσεγγίσουμε, όπως είπα, το Θεό, καί για να δια­παιδαγωγηθούμε καί να αποκτήσουμε πείρα για τους αγώνες μας στους πειρασμούς.

Ή αξία της επίμονης προσευχής. ότι κάνουμε εν Κυρίω είναι προσευχή

Χρειάζεται να ασκηθεί ό άνθρωπος στην ευ­χή για μεγάλο διάστημα, για να αποκτήσει τη σοφία του Θεού. Μετά την ακτημοσύνη, πού λύνει τους λο­γισμούς μας από τα δεσμά των κοσμικών πραγμά­των, θέλει να επιμείνουμε στην προσευχή. Διότι με αυτή την επιμονή μας, για αρκετό διάστημα, ασκεί­ται ό νους μας καί μαθαίνει, με την πολλή πείρα πού αποκτά, πώς να αποδιώχνει τους πονηρούς λογι­σμούς, πράγμα πού δεν μπορεί να διδαχθεί με άλλο τρόπο. Καί στην προσευχή βρίσκονται οι ρίζες καί οί αιτίες για να αγαπήσουμε το Θεό

Καί τούτο πρέπει, αγαπητοί μου, να γνωρίζουμε, ότι κάθε μυστική συνομιλία, καί κάθε φροντίδα μας, πού γίνεται με αγαθή πρόθεση εν Κυρίω, καί κάθε πνευματική μελέτη, βρίσκεται μέσα στον ορισμό της προσευχής, καί ονομάζεται προσευχή, καί περικλείε­ται στο όνομα της. Είτε, λοιπόν, είναι ανάγνωση δια­φόρων ιερών αναγνωσμάτων, είτε εμφωνη δοξολογία του Θεού, είτε κάποια λυπηρή φροντίδα εν Κυρίω, είτε μετάνοιες, είτε ψαλμωδίες, καί όλα τα όμοια, εί­ναι ένα είδος προσευχής. Καί άπ’ αυτά γεννιέται ή καθαρή καί ειλικρινής προσευχή, κι άπ’ αυτήν ή αγά­πη του Θεού.

Ή προσευχή του μονάχου, πού έγινε ξένος για τον «κόσμο», οδηγεί το νου στα θεία μυστήρια

Αν θέλεις να δώσεις τον εαυτό σου στο έργο της προσευχής, πού καθαρίζει το νου, καί στην αγρυ­πνία της νύχτας, για να αποκτήσεις φωτεινή διάνοια, πάψε να βλέπεις αυτούς πού έχουν κοσμικό φρόνη­μα, καί κόψε τίς συναναστροφές μαζί τους, καί κόψε τη συνήθεια να δέχεσαι φίλους στο κελί σου με το πρόσχημα του φιλότιμου καί της φιλοξενία  αλλά να δέχεσαι καί να συναναστρέφεσαι μόνο τους ο­μοίους σου στον τρόπο της ζωής, στη σκέψη καί στην κρυφή αρετή. Ακόμη, να φοβάσαι καί την ψυχική τα­ραχή, πού προέρχεται από τη συνομιλία του νου με τον εχθρό. Καί αυτή ή συνομιλία, συνήθως ενεργεί­ται χωρίς να το θέλουμε συνειδητά. Καί Αφού κόψεις καί διαλύσεις καί πάψεις εντελώς τίς κοσμικές συνήθειες καί επαφές, ένωσε με την προσευχή σου την ε­λεημοσύνη, καί τότε θα δει ή ψυχή σου το φως της α­λήθειας. Γιατί όσο ή καρδιά μένει ατάραχη καί γαλήνια από τα κοσμικά πράγματα, τόσο μπορεί ό νους να κατανοήσει καί να θαυμάσει τα θεία μυστήρια.

Ό κόπος καί ό αγώνας στην προσευχή μπορεί να φέρει πνευματική αλλοίωση

  Πολλές φορές βρίσκεται ό άνθρωπος να προ­σεύχεται κυρτωμένος καί γονυκλινής, καί έχοντας α­πλωμένα τα χέρια του στον ουρανό, καί ατενίζοντας στο σταυρό του Χριστού, καί μαζεύοντας το νου του στην προσευχή. Ενώ λοιπόν ό άνθρωπος παρακαλεί το Θεό με δάκρυα καί κατάνυξη, ξαφνικά μια πηγή α­ναβλύζει μέσα στην καρδιά του με άφατη γλυκύτητα, οπότε παραλύουν τα μέλη του σώματος του, καί δε βλέπει τίποτε γύρω του, καί σκύβει το πρόσωπο του προς τη γη όμως οι έννοιες καί οι λογισμοί του εξαλλάσσονται, ώστε να μην μπορεί να κάνει μετάνοιες α­πό την πολλή χαρά, πού διαπερνάει όλο το σώμα του. Πρόσεχε λοιπόν, άνθρωπε μου, αυτά πού διαβά­ζεις. Γιατί, αν δεν αγωνισθείς, δε θα βρεις αυτά τα ουράνια αγαθά καί αν δεν κρούσεις τη θύρα δυνατά καί επίμονα καί δεν αγρυπνήσεις απέξω, περιμένο­ντας ν’ ανοίξει, δεν πρόκειται να εισακουσθείς.

Άλλο πράγμα είναι ή ηδονή της προσευχής καί άλλο ή θεωρία της προσευχής

      Άλλο πράγμα είναι ή ηδονή της προσευχής καί άλλο ή θεωρία της προσευχής. Ή δεύτερη είναι ανώτερη από την πρώτη, όσο ό τέλειος άνθρωπος διαφέρει από το ατελές παιδάκι. Μερικές φορές οι στίχοι των ψαλμών παίρνουν μια γλυκύτητα μέσα στο στόμα, καί ένας στίχος μπορεί να επαναλαμβάνε­ται πολλές φορές στην προσευχή, χωρίς να επιτρέπει να προχωρήσεις σε άλλο στίχο, καί δεν μπορείς να τον χορτάσεις! Άλλοτε πάλι, από την προσευχή γεν­νιέται κάποια μορφή θεωρίας, ή οποία παύει την προσευχή των χειλέων, οπότε γίνεται ό προσευχόμενος σαν άψυχο σώμα, πού δεν αναπνέει, καί μένει σε έκσταση. Αυτή την κατάσταση την ονομάζουμε θεω­ρία της προσευχής, καί δεν είναι, όπως λένε οι άφρο­νες, ένα είδος ή μια μορφή ή κάποιο σχήμα φαντα­στικού πράγματος. Στη θεωρία αυτής της προσευχής υπάρχουν όρια, καί μπορούμε να διακρίνουμε διάφο­ρα χαρίσματα. Προσευχή είναι όσο ό νους δεν πέρα­σε σε κάτι άλλο, υψηλότερο, Αφού ή γλώσσα καί ή καρδιά, πού είναι τα κλειδιά της προσευχής, ακόμη δουλεύουν. Από δω καί πέρα ανοίγει ή είσοδος για τα βασιλικά θησαυροφυλάκια. Εδώ πια σταματάει να δουλεύει κάθε στόμα, κάθε γλώσσα καί κάθε καρ­διά, πού είναι ό κυβερνήτης καί διαχειριστής των λο­γισμών σταματάει ακόμη ό νους, πού κυβερνά τις αι­σθήσεις, καί ή φαντασία, αυτό το ταχύπτερο καί α­διάντροπο όρνεο. Καί ας μείνουν σ’ αυτή την κατά­σταση όσοι έφτασαν ζητώντας τη βασιλεία του Θεού, διότι ήδη είναι παρών ό οικοδεσπότης!

Ή «έκσταση» είναι γέννημα της καθαρής προσευχής

  Την ώρα της προσευχής όταν ό νους του άν­θρωπου αποδύεται τον παλιό άνθρωπο καί ενδύεται το νέο, της θείας χάρης, τότε βλέπει την καθαρότητα να λάμπει όπως περίπου το χρώμα του ουρανού, που ονομάσθηκε από τη γερουσία του Ισραήλ «τόπος Θεού», όταν το είδαν στο όρος Σινά. Λοιπόν, αυ­τή τη δωρεά καί χάρη του Θεού, δεν πρέπει να την ο­νομάζουμε πνευματική προσευχή, αλλά γέννημα της καθαρής προσευχής, πού κατεβαίνει δια του αγίου Πνεύματος. Τότε ό νους ανεβαίνει πιο ψηλά από την προσευχή, ή οποία παύει πια μπροστά στην ανώτερη κατάσταση. Καί τότε ό μοναχός δεν προσεύχεται, αλ­λά βρίσκεται σε έκσταση μέσα στα ακατάληπτα μυστήρια, πού είναι ανώτερα από τον παρερχόμενο κό­σμο, καί σιωπά αγνοώντας όλα οσα έχουν σχέση με την εδώ ζωή. Αυτή ή άγνοια είναι ανώτερη από τη γνώση, καί μακάριος είναι εκείνος πού έφθασε σ’ αυτή την άγνοια, την αχώριστη από την προσευχή.

Όποιος είναι φτωχός από υλικά αγαθά, θα  γίνει πλούσιος εν Κυρίω. Καί οποίος έχει φίλους πλουσίους, θα πτωχεύσει από τα αγαθά του Θεού. Όποιος έχει εγκράτεια, καί είναι ταπεινόφρων, καί βδελύσσεται την ελευθεροστομία, καί αποδιώχνει το θυμό από την καρδιά του, εγώ πιστεύω, ότι αυτός ό άνθρωπος, όταν σηκωθεί να προσευχηθεί βλέπει μέσα στην ψυχή του το φως του αγίου Πνεύματος κι ό­χι μόνο αυτό, αλλά καί σκιρτά από τις ελλάμψεις του θείου  φωτός, καί ευφραίνεται από τη  θέαση της θείας δόξας καί από την αλλοίωση πού υφίσταται, ώστε να μπορεί να βλέπει τα θεία μυστήρια. Καμιά άλλη εργασία δεν υπάρχει, εκτός από τη θέαση των μυστηρίων του Θεού, πού να μπορεί να αφανίσει το τάγματα των ακαθάρτων δαιμόνων.

Ή σκάλα πού οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών είναι κρυμμένη μέσα στην ψυχή

    Βρες την ειρήνη μέσα σου, καί θα ειρηνεύσει μαζί σου ό ουρανός καί ή γη. Φρόντισε να εισέλθεις στο ιδιαίτερο δωμάτιο πού βρίσκεται μέσα σου, καί θα δεις εκεί τον ουρανό γιατί καί τούτο καί ό ουρα­νός είναι ένα. Από μια είσοδο μπαίνεις, καί βλέπεις μαζί καί τα δυο. Ή σκάλα πού οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών είναι κρυμμένη μέσα στην ψυχή σου. Βάφτισε μέσα στην καρδιά σου όλο σου το είναι, καί θα σβήσει ή αμαρτία, καί θα βρεις εκεί ανεβασιές θα σε φέρουν στη βασιλεία των ουρανών

Πώς να διαβάζεις τους ψαλμούς

Όταν διαβάζεις τους στίχους της ψαλμωδίας σου, μη σκέφτεσαι ότι είναι λόγια αλλουνού, πού τα επαναλαμβάνεις κι αυτό, για να μη νομίσεις ότι οι ψαλμοί, πού έχεις μπροστά σου για πνευματική μελέ­τη, είναι ατέλειωτοι, καί παραβλέψεις τελείως την κα­τάνυξη καί τη χαρά πού φέρνουν. Εσύ, λοιπόν, όταν προσεύχεσαι, να διαβάζεις με κατάνυξη τους στίχους, σαν να είναι δικά σου λόγια, καί να καταλαβαίνεις ο­σα λες, σαν να είναι το έργο σου αυτό, πού πρέπει να το εκτελείς τέλεια.

Οί Ψαλμοί, οί μετάνοιες καί ή γλυκύτητα της προσευχής

 Μη νομίσεις ότι ή έκσταση πού έρχεται υστέ­ρα από εκτενή καί συμμαζεμένη προσευχή, είναι αργία, επειδή παράτησες τους ψαλμούς αρκεί να γίνε­ται (ή προσευχή) με συμμαζεμένο νου. Να αγαπήσεις όμως τίς μετάνοιες στην προσευχή σου περισσότερο από τη μελέτη των Ψαλμών. Καί όταν ή προσευχή σε γλυκάνει καί σε ανεβάζει ψηλά, αναπληρώνει την α­κολουθία σου. Καί όταν, κατά την προσευχή σου, σου δοθεί το χάρισμα των δακρύων, αυτή τη χαρού­μενη κατάσταση σου να μην την περάσεις για αργία γιατί το επιστέγασμα της προσευχής είναι ή χάρη των δακρύων.

Να κοιμηθείς με ελαφρό στομάχι, για να έχεις καθαρή νυχτερινή προσευχή

   Ή νυχτερινή προσευχή του μονάχου είναι α­νώτερη από όλες τίς εργασίες της ημέρας. Μην επι­βαρύνεις, λοιπόν, το στομάχι σου με φαγητά καί πο­τά, για να μη βρεθεί ό νους σου σε σύγχυση, καί ταραχθείς από την αδέσποτη περιπλάνηση του. Αλ­λιώς, θα σηκωθείς τη νύχτα για προσευχή, καί τα μέ­λη του σώματος σου θα είναι παραλυμένα καί συ ό ί­διος θα είσαι σαν αποχαυνωμένη γυναίκα, καί ή ψυ­χή σου θα είναι σκοτισμένη, καί τα νοήματα σου θο­λωμένα καί δε θα μπορείς να συγκεντρώσεις το νου σου στην ακολουθία, καί δε θα μπορείς να γευθείς καί να χαρείς τα ιερά αναγνώσματα καί την ψαλμω­δία. Αυτό θα το πετύχεις, αν κοιμηθείς με ελαφρό στομάχι καί έχεις καθαρό το νου σου. .

τι είναι ευχή

 Ρωτήσανε τον άββά Ισαάκ τι είναι ευχή, καί απάντησε: Ευχή είναι να είσαι εύκαιρος καί να απομακρυνθεί ό νους σου από όλα τα κοσμικά πράγμα­τα, καί ή καρδιά να επιστρέψει τελείως στη φυσική της δράση, καί να ζει με τον πόθο καί την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Όποιος δε ζει με αυτό τον τρόπο πού είπα, σπέρνει στο χωράφι του ανάμεικτο καί αταίριαστο σπόρο, ή μοιάζει με το γεωργό πού ζεύει στον ίδιο ζυγό το βόδι καί το γαϊδούρι.

Ή αδιάλειπτη προσευχή

   Ένας άνθρωπος φτάνει στην τέλεια πολι­τεία, όταν αξιωθεί την αδιάλειπτη (αδιάκοπη) προ­σευχή διότι, όταν φτάσει σ’ αυτή, έφτασε στο τέλος όλων των αρετών καί, από κει καί πέρα, γίνεται κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος. Εάν όμως δε δε­χθεί, όπως πρέπει, ό άνθρωπος την παρακλητική χά­ρη του αγίου Πνεύματος, δεν είναι δυνατό να φτά­σει στην αδιάλειπτη προσευχή. Διότι το άγιο Πνεύμα, όταν κατοικήσει σ’ έναν άνθρωπο, δεν παύει να προσεύχεται. Καί τότε, είτε τρώει κανείς, είτε πίνει, είτε κοιμάται, είτε κάνει κάτι άλλο, ακόμη καί στο βαθύ του ύπνο, οι ευωδιές καί οι ατμοί της προσευ­χής αναδίδονται αδιάκοπα από την καρδιά του χω­ρίς κόπο. Καί τότε ή προσευχή δε χωρίζει πια άπ’ αυτόν, αλλά όλες τίς ώρες του, καί αν ακόμη δε φαί­νεται εξωτερικά ότι προσεύχεται, όμως, πάλι, ή προ­σευχή λειτουργεί μέσα του κρυφά. Ένας άγιος είπε, ότι ή σιωπή των καθαρών ανθρώπων είναι προσευ­χή. Κι αυτό, γιατί οι λογισμοί τους είναι θείες κινή­σεις καί οί κινήσεις της καθαρής καρδιάς καί της καθαρής διάνοιας, είναι ήρεμες καί γλυκιές φωνές, με τίς όποιες ψάλλουν μυστικά στον αόρατο Θεό.

τι είναι πνευματική προσευχή; καί πώς μπορεί να αξιωθεί αυτήν ό αγωνιζόμενος;

Πνευματική προσευχή είναι οί ψυχικές κινή­σεις, πού ενεργούνται δια του αγίου Πνεύματος σε αυτούς πού έχουν την ακρίβεια της αγνότητας καί της καθαρότητας. Ένας στους δέκα χιλιάδες αξιώνε­ται να λάβει αυτή την προσευχή, πού είναι μυστήριο της μέλλουσας ζωής διότι μέσω αυτής υψώνεται ό α­γωνιστής, καί ή φύση του μένει ανενέργητη, Αφού ού­τε κινείται ούτε θυμάται τα πράγματα του κόσμου. Καί τότε δεν προσεύχεται, αλλά ή ψυχή αισθάνεται, με τη δική της αίσθηση, τα πνευματικά πράγματα του μέλλοντος αιώνος, πού υπερβαίνουν την ανθρώ­πινη αντίληψη. Μόνο με τη δύναμη του αγίου Πνεύ­ματος μπορούν να κατανοηθούν. Καί τούτο πού ειπώ είναι ή νοητή όραση καί κίνηση, πού είναι το ζητού­μενο της προσευχής. Γι’ αυτό καί μερικοί, πού είναι σ’ αυτά τα μέτρα, έχουν φτάσει ήδη στην τέλεια κα­θαρότητα. Καί δεν υπάρχει γι’ αυτούς μια ώρα, που να μην προσεύχονται από μέσα τους. Καί όταν τι Πνεύμα το άγιο, πού τους δίνει τη χάρη του, σκύψει για να τους δει, τους βρίσκει πάντοτε σε κατάσταση προσευχής καί από αυτή την προσευχή τους βγάζει καί τους οδηγεί στη θεωρία, ή οποία λέγεται πνευμα­τική όραση. Δε χρειάζονται τότε ούτε προσευχή με­γάλης διάρκειας, ούτε πνευματική εργασία πού να το διακρίνει ιδιαίτερη στάση καί τάξη. Αρκεί σ’ αυτούς ή μνήμη του Θεού, καί αμέσως αιχμαλωτίζονται στην αγάπη του. Ωστόσο δεν παραμελούν καί τη στάση της προσευχής πέρα για πέρα, καί στέκονται όρθιοι τίς ορισμένες ώρες της προσευχής, εκτός του χρόνοι της αδιάλειπτης προσευχής Παράδειγμα ό άγιος Αντώνιος, πού στεκόταν όρθιος στην προσευχή της ενάτης ώρας, καί αισθάν­θηκε ότι αρπάχτηκε ό νους του σε έκσταση. Άλλος πάλι από τους πατέρες, ενώ έκαμνε την καθιερωμέ­νη προσευχή του, έχοντας την αρμόζουσα στάση καί έχοντας απλωμένα τα χέρια του στο Θεό, ήρθε σε έκσταση για τέσσερις ημέρες. Καί άλλοι πολλοί, την ώρα της προσευχής τους, από την πολλή ενθύ­μηση του Θεού καί από την αγάπη του αιχμαλωτίζο­νταν καί έφταναν σε έκσταση. Καί αξιώνεται αυτή την έκσταση ό άνθρωπος, όταν αποβάλλει την εσωτερική καί την εξωτερική αμαρτία του, με το να τη­ρεί τίς εντολές του Κυρίου. Αυτές τίς εντολές, εάν τίς αγαπήσει καί τίς φυλάξει με υπακοή καί με ακρί­βεια, απαλλάσσεται εξάπαντος από τη δουλεία των ανθρωπίνων πραγμάτων, καί λησμονεί όχι την αν­θρώπινη φύση, αλλά τίς ανάγκες της. είναι αδύνα­το για έναν άνθρωπο, πού μιμείται τον τρόπο της ζωής του νομοθέτη Χριστού καί τηρεί τίς εντολές του, να παραμένει στην αμαρτία. Γι’ αυτό καί ό Κύ­ριος υποσχέθηκε στο ευαγγέλιο ότι θα κατοικήσει σ’ αυτόν πού φυλάττει τίς εντολές του (Ίω. 14, 23).

Όλες οί δεήσεις σε μια μόνο ευχή

 Όταν προσεύχεσαι, πες αυτή την ευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ, αξίωσε με να νεκρωθώ πραγματικά, καί να μην έχω καμιά κοινωνία με τα μάταια πράγμα­τα αυτού του κόσμου. Καί να ξέρεις ότι σ’ αυτή την ευχή συμπύκνωσες όλες μαζί τίς δεήσεις καί τίς ευ­χές. Αγωνίσου να πραγματοποιήσεις αύτη τη νέκρω­ση μέσα σου διότι εάν, κατά την ευχή, τελειώσεις, με τη βοήθεια του Θεού, καί το έργο της νέκρωσης, βρί­σκεσαι αληθινά στην ελευθερία του Χριστού.

Να εύχεσαι στο Θεό να σον δώσει φωτισμό

Να εύχεσαι στο Θεό να σου δώσει φωτισμό, ώστε να αισθανθείς την επιθυμία καί τον πόθο του α­γίου Πνεύματος. Διότι όταν σου έλθει αύτη ή αίσθη­ση καί ή επιθυμία του Πνεύματος, τότε θα απομα­κρυνθείς από τον αμαρτωλό κόσμο, καί ό αμαρτω­λός κόσμος θα απομακρυνθεί από σένα. Αυτό είναι αδύνατο κάποιος να το αισθανθεί χωρίς ησυχία καί άσκηση καί χωρίς τη διδασκαλία πού διδασκόμαστε από την ορισμένη ανάγνωση αγίων βιβλίων. Χωρίς αυτά να μη ζητάς το φωτισμό του Θεού καί τον πόθο του αγίου Πνεύματος

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ – ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ

Τον ταπεινό «υψώνει» καί δοξάζει ό Θεός

   Όπως ή χάρη του Θεού πλησιάζει τον ταπεινόφρονα, έτσι στον υπερήφανο έρχονται οδυνηρές περιστάσεις. Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι στους ταπεινόφρονες, για να τους κάνει να ευφραίνονταιστους υπερήφανους όμως εναντιώνεται, για να τους ταπεινώσει. Ό ταπεινός δέχεται συνεχώς το έλεος του Θεού, ενώ ό σκληρόκαρδος καί ολιγόπιστος βρί­σκει στο δρόμο του συναπαντήματα φοβερά. Ταπεί­νωσε τον εαυτό σου για όλες τίς δωρεές πού δέχθη­κες από το Θεό, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, καί θα δοξαστείς πιο πολύ παρά οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Να προλαβαίνεις καί να χαιρετάς όλους τους ανθρώπους, καί να υποκλίνεσαι μπροστά τους, καί έτσι θα τιμηθείς πιο πολύ παρά αυτοί πού προ­σφέρουν ως δώρο χρυσάφι καθαρό.

Εξευτέλισε τον αμαρτωλό εαυτό σου, καί θα δεις μέσα σου τη δόξα του Θεού. Γιατί όπου βλαστάνει ή ταπείνωση, εκεί αφθονεί ή δόξα του Θεού. Εάν αγω­νισθείς να εξευτελιστείς φανερά από τους ανθρώ­πους, για να εξαλείψεις την υπερηφάνεια σου καί τον εγωισμό σου, ό Θεός θα σε κάνει να δοξαστείς. Εάν όμως ταπεινώνεσαι μέσα στην καρδιά σου, χωρίς να σε βλέπουν οί άλλοι, τότε ό Θεός φανερώνει τη δόξα του στην καρδιά σου. Όταν έχεις μεγάλα α­ξιώματα ή χαρίσματα, να γίνεις ευκαταφρόνητος, για να μην υψηλοφρονήσεις καί χάσεις τη χάρη του Θεού όταν πάλι βλέπεις ότι είσαι πολύ μικρός καί α­δύναμος πνευματικά, μη κάνεις τον σπουδαίο. Να δέχεσαι με προθυμία την καταφρόνια των ανθρώ­πων, καί θα γεμίσεις από την τιμή του Θεού. Δε βλέ­πεις μέσα σου τα πολλαπλά τραύματα της αμαρτίας σου καί ζητάς να σε τιμήσουν; Απόφυγε τίς τιμές των ανθρώπων, για να σε τιμήσει ό Θεός, καί μην αγαπήσεις τίς τιμές, για να μην ατιμασθείς. Όποιος κυνηγάει την τιμή, αύτη φεύγει από μπροστά του, καί όποιος την αποφεύγει, ή τιμή θα τον κυνηγήσει | καί θα γίνει κήρυκας της ταπείνωσης του σε όλους τους ανθρώπους. Εάν καταφρονείς τον εαυτό σου ό­τι τίποτε δεν είσαι χωρίς τη χάρη του Θεού, για να μην τιμηθείς από τους ανθρώπους, θα σε φανερώσει για την ταπείνωση σου. Εάν από αληθινή ταπείνωση κατηγορήσεις τον εαυτό σου, θα επιτρέψει ό Θεός σε όλα τα κτίσματα του να σε επαινέσουν. Καί θα ανοί­ξει μπροστά σου ή πόρτα της δόξας του Πλαστουρ­γού σου, καί θα σε επαινέσουν, διότι έγινες στην πραγματικότητα κατ’ εικόνα καί καθ’ όμοίωσιν του Θεού.

Ποιος έχει δει άνθρωπο πού να λάμπει με τίς α­ρετές του, αλλά να φαίνεται ευκαταφρόνητος στους ανθρώπους; Πού ή ζωή του να είναι φωτεινή καί να είναι σοφός στη γνώση, αλλά να έχει ταπεινό φρόνη­μα; Μακάριος είναι όποιος κατά Θεόν ταπεινώνει τον εαυτό του σε όλες τίς περιστάσεις καί μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτός θα δοξαστεί γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, πού ταπεινώνει τον εαυτό του καί τον μικραίνει, από το Θεό δοξάζεται. Καί αν κανείς υπομένει καί πείνα καί δίψα για την αγάπη του Θεού, όπως οί Απόστολοι καί οί Μάρτυ­ρες, θα τον μεθύσει ό Θεός με τα επουράνια αγαθά του. Καί όποιος δεν έχει να ντυθεί για την αγάπη του Θεού, τον ντύνει ό Θεός με τη στολή της αφθαρ­σίας καί της δόξας. Καί όποιος ζει στη φτώχεια για την αγάπη του Θεού, ό Θεός τον παρηγορεί με τον α­ληθινό του πλούτο. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για την αγάπη του Θεού, όπως ό Κύριος καί οί Άγιοι, καί χωρίς να το καταλάβεις θα δοξαστείς πολύ σε όλη σου τη ζωή. Να θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, για να είναι δίκαιη όλη ή ζωή σου. Μη φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, καί μη κάνεις το σοφό, ενώ είσαι άμαθης. Καί εάν τον αφε­λή καί τον αμαθή ή ταπείνωση του τον υψώνει, πό­σης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (ή ταπείνωση) για τους μεγάλους καί σπουδαίους ανθρώπους;

Να φεύγεις μακριά από την κενοδοξία, καί θα δοξαστείς. Να φοβάσαι την υπερηφάνεια, καί θα θε­ωρείσαι σπουδαίος. Ή κενοδοξία δε δόθηκε στους ανθρώπους από το Θεό, ούτε ή υψηλοφροσύνη στις γυναίκες. Αν με τη θέληση σου απαρνήθηκες, μονα­χέ, όλα τα κοσμικά πράγματα, για τιποτένιο πράγμα σε καμιά περίπτωση να μη φιλονικήσεις. Αν σιχάθη­κες την κενοδοξία, φεύγε μακριά άπ’ αυτούς πού την κυνηγούν. Να αποφεύγεις αυτούς πού αγαπούν τίς περιουσίες καί να μη ζητάς αλλά αποκτήματα.

Να συναναστρέφεσαι με αυτούς πού έχουν ταπεί­νωση, καί θα μάθεις καί συ τους τρόπους τους. Γιατί αν το να βλέπεις τους ταπεινούς είναι ωφέλιμο, πόσο μάλλον ή διδασκαλία τους.

Να τιμάς τον πλησίον σου

Πίεσε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις ένα άλλον άνθρωπο, να τον τιμήσεις πάνω από την αξία του. Φίλησε του τα χέρια καί τα πόδια, καί κράτησε τα χέρια του με πολλή τιμή καί βάλε τα στα μάτια σου, καί παίνεψε τον καί γι’ αυτά πού δεν έχει. Καί όταν αποχωρισθεί από σένα, πες γι’ αυτόν ότι καλό καί σπουδαίο γιατί με αυτό τον τρόπο, ή με παρό­μοιους τρόπους, τον προσελκύεις στο καλό, καί τον αναγκάζεις να ντρέπεται για τα καλά λόγια πού του απηύθυνες. Καί σπέρνεις μέσα του σπέρματα αρετής. Κι όσο για σένα, από μια τέτοια συνήθεια πού απο­κτάς με τον καιρό, τυπώνεται μέσα σου αγαθός χαρα­κτήρας, καί αποκτάς πολλή ταπείνωση, καί χωρίς κό­πο κατορθώνεις μεγάλες αρετές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι αν έχει αυτός κάποια ελαττώματα, καθώς ε­σύ τον τιμάς, με ευχαρίστηση δέχεται εκ μέρους σου τη θεραπεία από συστολή για την τιμή πού του απέ­δωσες.

Ή ταπείνωση είναι στολή της θεότητας

   Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί, καί να μιλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφρο­σύνης. Όμως φοβάμαι πολύ, όπως φοβάται εκείνος πού πρόκειται να μιλήσει για το Θεό με τους δικούς του συλλογισμούς. Γιατί ή ταπείνωση είναι στολή της Θεότητας. Ό Υιός δηλ. καί Λόγος του Θεού, πού έγινε άνθρωπος, την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε, καί συναναστράφηκε μαζί μας με αυτήν μέσα στο ανθρώ­πινο σώμα. Καί οποίος ντυθεί την ταπεινοφροσύνη, πραγματικά γίνεται όμοιος με το Λόγο του Θεού, πού κατέβηκε από το δικό του ύψος καί σκέπασε με την ταπεινοφροσύνη τη μεγαλοσύνη καί τη δόξα του, για να μην καταφλεχθή ή κτίση, βλέποντας τη θεότη­τα του. Διότι ή κτίση δεν μπορούσε να τον αντικρί­σει, αν δεν έπαιρνε ένα μέρος από αυτήν, δηλ. το αν­θρώπινο σώμα, ώστε να επικοινωνήσει μαζί της. Ού­τε μπορούσαν οί κτιστές υπάρξεις να ακούσουν τα λόγια του πρόσωπο με πρόσωπο. Διότι ούτε οί Ισ­ραηλίτες μπόρεσαν να ακούσουν τη φωνή του, όταν λάλησε προς αυτούς μέσα από τη νεφέλη. Γι’ αυτό εί­παν στο Μωϋσή (Εξ. 20, 19): «Ας λαλήσει ό Θεός μα­ζί σου, καί συ πες μας τους λόγους του, καί ας μη λα­λήσει ό Θεός μαζί μας, για να μην πεθάνουμε.

Τώρα όμως, πού ό Θεός έχυσε τη χάρη του στον κόσμο με την παρουσία του, δεν κατέβηκε σε μας με σεισμό καί φωτιά, ούτε με φοβερή καί δυνατή φωνή, αλλά ήρθε όπως ή βροχή στο κουρεμένο μαλλί του προβάτου καί όπως ή σταγόνα πού στάζει στο χώμα απαλά, καί συναναστράφηκε μαζί μας με ανθρώπινη μορφή. Σκέπασε δηλ., όπως σκεπάζουμε ένα θησαυ­ρό, με την ανθρώπινη σάρκα τη δόξα του, καί επικοι­νωνούσε μαζί μας με κείνο το σώμα πού κατασκεύα­σε το θείο του νεύμα από τον κόλπο της παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας, ώστε βλέποντας τον ως άν­θρωπο να συναναστρέφεται μαζί μας, να μη ταραχθούμε από τη θεωρία του. Γι’ αυτό το λόγο, οποίος φορέσει εκείνη τη στολή της ταπεινοφροσύνης, με την οποία τον είδε ή κτίση μέσα στο ανθρώπινο σώ­μα πού φόρεσε ό κτίστης, τον ίδιο το Χριστό ντύνε­ται. Καί αντί να ντύνεται την κοσμική τιμή καί την ε­ξωτερική δόξα, στολίζεται με το εσωτερικό ένδυμα της ταπεινοφροσύνης. Γι’ αυτό καί τα λογικά κτίσμα­τα, βλέποντας έναν οποιοδήποτε άνθρωπο να φοράει αυτό το ομοίωμα της ταπεινοφροσύνης, ακόμη καί με τη σιωπή τους τον προσκυνούν, τιμώντας τον Κύριο τους, πού τον είδαν να τη φοράει καί να συνανα­στρέφεται μαζί τους μέσω αυτής. Ποιο κτίσμα, αλή­θεια, δεν ευλαβείται τη θεωρία του ταπεινόφρονα; Ό­μως μέχρι πού αποκαλύφθηκε σε όλους ή δόξα της ταπεινοφροσύνης, ήταν ευκαταφρόνητη ή  θεωρία της, μόλο πού ήταν γεμάτη αγιότητα. Τώρα όμως α­νέτειλε σαν τον ήλιο ή δόξα της στα μάτια των αν­θρώπων. Καί κάθε συνετός άνθρωπος την τιμά, οπού καί αν φανεί. Γι’ αυτό ούτε οί εξ αγνοίας εχθροί της αλήθειας δεν τη θεωρούν ευκαταφρόνητη, αν καί αυ­τός πού την απέκτησε φαίνεται φτωχότερος άπ’ όλα τα κτίσματα. Ωστόσο, όποιος έμαθε την ταπείνωση, τιμάται από τα λογικά κτίσματα σαν να φοράει στε­φάνι καί βασιλική πορφύρα.

Στο ταπεινόφρονα υποτάσσεται ή λογική καί ή άλογη κτίση. Ό αληθινός ταπεινόφρων

   Όποιος υποτάξει τον εαυτό του στο Θεό, εί­ναι κοντά στο να υποταγούν σ’ αυτόν τα πάντα. Τον καιρό δηλ. πού κυριαρχεί ή ταπείνωση στη διαγωγή σου, υποτάσσεται σε σένα τον ταπεινό ό ψυχικός σου κόσμος, καί μαζί μ’ αυτόν υποτάσσονται σε σένα τα πάντα. Διότι γεννιέται μέσα στην καρδιά σου ή ειρή­νη του Θεού. Καί όσο είσαι έξω από την ειρήνη του Θεού, θα καταδιώκεσαι συνεχώς όχι μόνο από τα πά­θη σου, αλλά καί από διάφορα δυσάρεστα περιστατι­κά. Αλήθεια, Κύριε, αν δεν ταπεινωθούμε, δεν παύ­εις συ να μας ταπεινώνεις. Ή αληθινή ταπείνωση γεννιέται από τη γνώση. Καί ή αληθινή γνώση γεν­νιέται από τους πειρασμούς.

Τον ταπεινόφρονα κανένας μυαλωμένος άν­θρωπος ποτέ δεν τον μισεί, δεν τον πληγώνει με λό­για, δεν τον καταφρονεί. Όλοι οί καλοί άνθρωποι τον αγαπούν, διότι τον αγαπά ό Κύριος του. Όλους τους αγαπάει καί όλοι τον αγαπούν. Όλοι τον θέ­λουν, καί σε κάθε τόπο, όπου πλησιάζει, τον βλέπουν ως άγγελο φωτός καί του αποδίδουν ξεχωριστή τιμή. Καί όταν μιλήσει, ό σοφός καί ό δάσκαλος σιωπούν μπροστά του, διότι δίνουν το λόγο στον ταπεινόφρο­να. Τα μάτια όλων προσέχουν στα λόγια του στόμα­τος του. Κάθε άνθρωπος περιμένει τι θα πει, σαν να είναι λόγια Θεού. Τα σύντομα καί κοφτά λόγια του είναι σαν τους λόγους των σοφών, πού προσέχουν έ­να ένα τα νοήματα τους. Τα λόγια του είναι γλυκά για τους σοφούς πού τα ακούνε, πιο γλυκά από την κηρήθρα στο φάρυγγα. Καί όλοι τον λογαριάζουν ό­τι έχει το Θεό μέσα του, κι ας είναι αμαθής στην έκ­φραση του, καί στη θεωρία ευκαταφρόνητος καί ευ­τελής.

Πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα σαρκοβόρα θηρία καί, όταν πέσει το βλέμμα τους επάνω του, γίνεται ή­μερη ή αγριότητα τους, καί τον πλησιάζουν σαν κύ­ριο τους, καί κινούν περιποιητικά τα κεφάλια τους καί γλείφουν τα χέρια καί τα πόδια του διότι οσφραίνονται σ’ αυτόν εκείνη την εύωδία, πού εξέπε­μπε ό Αδάμ πριν από την παράβαση, όταν μαζεύτη­καν κοντά του καί τα ‘δωσε ονόματα στον παράδει­σο. Το σώμα πού έλαβε από μας τους ανθρώπους ό Ιησούς το ξανάκτισε καί το χάρισε σε μας με την αν­θρώπινη παρουσία του. Αυτό είναι πού σκόρπισε την εύωδία του στο ανθρώπινο γένος.

Καί πάλι, πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα θανατη­φόρα ερπετά, καί μόλις αισθανθούν επάνω στο σώμα τους το χέρι του, ή οξύτητα καί ή σκληρότητα της θανατηφόρας πικρότητάς τους σταματάει, καί στα χέρια του τα τρίβει σαν να ‘ναι ακρίδες. Έρχεται κο­ντά στους ανθρώπους καί τον προσέχουν όπως τον Κύριο. Καί γιατί αναφέρω μόνο τους ανθρώπους; Άλλα καί οι δαίμονες με όλη την ορμητικότητα καί την πικρία τους καί το καυχησιάρικο φρόνημα τους, μόλις πλησιάσουν στον ταπεινόφρονα, γίνονται α­δρανείς σαν το χώμα, καί μαραίνεται όλη ή κακία τους, καί καταστρέφονται οι μηχανορραφίες τους, καί μένουν ανενέργητες οί πανουργίες τους.

Όποιος άνθρωπος είναι από τη φύση του επιει­κής καί ήσυχος, ή συνετός, ή πράος, δε φτάνει μόνο άπ’ αυτό στο βαθμό της ταπεινοφροσύνης. Αληθινός ταπεινόφρων είναι αυτός πού έχει ένα κρυφό ταλέ­ντο, πού να τον κάνει να υπερηφανεύεται, αλλά δεν υπερηφανεύεται, παρά συλλογίζεται ότι είναι χωμα­τένιο. Άλλα ούτε κι αυτόν πού, από την ενθύμηση των αμαρτημάτων, συντρίβεται ή καρδιά του, καί ταπεινοφρονή καί δεν αφήνει στο νου του να περηφα­νευτεί, ούτε κι αυτόν τον λέμε ταπεινόφρονα, αν καί αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο. Διότι ακόμη έχει το λογισμό της υπερηφάνειας, καί δεν απέκτησε την α­ληθινή ταπείνωση, αλλά την προσεγγίζει απλώς με τους παραπάνω τρόπους. Αν καί αυτό πού κάνει εί­ναι αξιέπαινο, όπως είπα, όμως ακόμη θέλει την τα­πείνωση, γιατί δεν την έχει αποκτήσει. Αληθινός καί τέλειος ταπεινόφρων είναι αυτός πού δε χρειάζεται να εφευρίσκει με το νου του διάφορους λόγους, όπως οι αμαρτίες του καί ή χοικότητά του, για να ταπεινοφρονή, αλλά απέκτησε την ταπεινοφροσύνη σε υψη­λό βαθμό καί σαν κάτι το φυσιολογικό, χωρίς ιδιαίτερη εργασία. Σαν να δέχτηκε δηλ. μέσα του ένα μεγάλο χάρισμα, ανώτερο από όλη την κτίση, καί, εν­τούτοις, αυτός θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό καί ευτελή καί ευκαταφρόνητο.

Αγάπησε τα ταπεινά ενδύματα

Αγάπησε τα πενιχρά ενδύματα, για να σβή­σεις τους λογισμούς της υψηλοφροσύνης πού ανα­δύονται μέσα σου. Γιατί αυτός πού αγαπά την πολυ­τέλεια καί τα λαμπερά ρούχα δεν μπορεί να αποκτή­σει ταπεινούς λογισμούς. Διότι ή καρδιά μέσα στον άνθρωπο συμμορφώνεται με τα εξωτερικά σχήμα­τα.

Πώς να προλάβεις την οίηση

Φυλάξου από την οίηση την ώρα των καλών αλλοιώσεων. Άμα αρχίσεις να αισθάνεσαι οίηση και έπαρση, να προσευχηθείς με την καρδιά σου καί να παρουσιάσεις στον Κύριο την αδυναμία σου καί την αμάθεια σου, για να μη σου συμβεί να πέσεις σε αι­σχρά αμαρτήματα. Διότι την υπερηφάνεια ακολουθεί ή πορνεία, καί την οίηση ή πλάνη.

Χωρίς την ταπείνωση τα ενάρετα έργα γίνονται μάταια

   Αν κάνεις ένα καλό έργο αρετής καί δεν αι­σθανθείς τη γεύση ότι σε βοηθάει πνευματικά, μη θαυμάσεις. Γιατί, μέχρι να ταπεινωθεί ό άνθρωπος, δεν απολαμβάνει το μισθό της εργασίας του. Ή αμοι­βή, πάλι, δε δίνεται για τον κόπο της εργασίας, αλλά για την ταπείνωση πού συνοδεύει την εργασία. Όποιος περιφρονεί την ταπείνωση χάνει την αμοιβή της εργασίας του. Όποιος προλάβει καί πάρει από το Θεό την αμοιβή της ταπεινής του καρδιάς, ή καί των ταπεινών του έργων, αυτός είναι ανώτερος από τον εργαζόμενο την απλή αρετή. Την αρετή ακολου­θεί ή λύπη καί ό κόπος, καί από τη λύπη γεννιέται ή ταπείνωση, καί στον ταπεινό δίνεται ή χάρη του Θεού. Λοιπόν, ή ανταπόδοση της θείας Χάρης δε δίνε­ται για την απλή αρετή, ούτε για τον κόπο πού τη συνοδεύει, αλλά για την ταπείνωση πού γεννιέται άπ’ αυτά. Καί αν λείψει ή ταπείνωση, τα πρώτα, δηλ. τα ενάρετα έργα καί ό κόπος τους, γίνονται μά­ταια.

Ό Κύριος σοφίζει τον ταπεινό

   Όποιος εξευτελίζει τον εμπαθή εαυτό του καί τον ταπεινώνει, αυτός θα γίνει σοφός από τον Κύριο. Καί όποιος έχει την ιδέα ότι είναι σοφός, αυτός θα χάσει τη σοφία του Θεού.

Καί μόνο ή ταπείνωση μπορεί να παρασταθεί ενώπιον τον Θεον καί να πρεσβεύσει για μας

  Ή κατάσταση της ταπείνωσης, καί χωρίς να συνοδεύεται από έργα αγαθά, όπως στην περίπτωση του άρρωστου, ή του εγκλείστου μονάχου, πολλά αμαρτήματα συγχωρεί τα έργα όμως, χωρίς την ταπεί­νωση, όχι μόνο είναι ανωφελή, αλλά καί πολλά κακά μας προκαλούν. Λοιπόν, με την ταπείνωση, όπως α­νέφερα, να περιμένεις τη συγχώρηση των αμαρτιών σου. Καί όπως το αλάτι συντηρεί καί νοστιμίζει κάθε τροφή, έτσι είναι καί ή ταπείνωση για κάθε αρετή καί μπορεί να συντρίψει τη δύναμη πολλών αμαρτη­μάτων. Γι’ αυτή λοιπόν την ταπείνωση είναι ανάγκη να λυπάσαι, αδιαλείπτως, ανάλογα βέβαια με τις δυ­νάμεις σου, μέχρι να την αποκτήσεις. Καί όταν την αποκτήσουμε στο κελί της ησυχίας μας, όπου ζούμε εντελώς απομακρυσμένοι από τον κόσμο, μας κάνει παιδιά του Θεού καί χωρίς να μπορούμε να κάνουμε αγαθά έργα, όπως οι άνθρωποι πού έχουν επαφή με τον κόσμο, μας φέρνει στο Θεό. Χωρίς αυτήν όλα τα έργα μας είναι μάταια, καί όλες οι αρετές, καί όλες οι εργασίες μας.

Λοιπόν, ό Θεός θέλει την αλλοίωση των λογι­σμών μας διότι με τους καλούς λογισμούς προο­δεύουμε, καί με τους κακούς λογισμούς εξαχρειωνόμαστε. Μόνη ή ταπείνωση, χωρίς άλλη βοήθεια, είναι ικανή να παρασταθεί ενώπιον του Θεού καί να πρε­σβεύσει για μας.

Τα μεγάλα μέτρα της ταπεινοφροσύνης

    Αυτόν πού έφτασε σε πολύ μεγάλα ύψη τα­πεινοφροσύνης, δεν τον πιάνει ταραχή όταν τον αδι­κούν, ούτε θέλει να απολογηθεί για κείνο το πράγμα, για το όποιο αδικήθηκε. Δέχεται, λοιπόν, τις συκο­φαντίες σαν να είναι αλήθεια, καί δε φροντίζει να πείσει τους ανθρώπους ότι τον συκοφάντησαν, αλλά ζητάει να τον συγχωρήσουν. Μερικοί μάλιστα, με τη θέληση τους, κατάφεραν να τους ονομάζουν οί άλλοι ακόλαστους, ενώ δεν ήταν άλλοι πάλι δέχτηκαν με υπομονή να τους ονομάζουν μοιχούς, χωρίς να είναι καί, δακρύζοντας, φόρτωναν στον εαυτό τους την πι­κρή ανταμοιβή μιας αμαρτίας πού δε διέπραξαν, καί κλαίγοντας ζητούσαν, άπ’ αυτούς πού τους είχαν συκοφαντήσει, συγχώρηση για την αμαρτία πού δεν έ­καμαν, ενώ ήταν στεφανωμένοι στην ψυχή με το στε­φάνι της καθαρότητας καί της αγνότητας. Άλλοι πά­λι, για να μη δοξαστούν για την κρυμμένη μέσα τους ενάρετη κατάσταση τους, έκαναν τον παλαβό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σταθερά γαλήνιοι καί καρυκευμένοι με το θεϊκό αλάτι, ώστε για την άκρα τε­λειότητα τους αξιώθηκαν να έχουν τους αγίους Αγ­γέλους κήρυκες των ανδραγαθημάτων τους.

Σύ λοιπόν νομίζεις πώς έχεις ταπείνωση άλλοι ό­μως κατηγορούσαν τον εαυτό τους, ενώ εσύ δεν μπο­ρείς να υποφέρεις ούτε όταν οι άλλοι σε κατηγορούν. Ωστόσο σκέφτεσαι ότι είσαι ταπεινόφρων. Εάν πράγματι είσαι ταπεινόφρων, δοκίμασε τον εαυτό σου αν δε σε πιάνει ταραχή όταν σε συκοφαντούν καί σε αδικούν.

  Ποια είναι τα δείγματα της εξαιρετικής τα­πείνωσης των ησυχαστών; Όπως ή οίηση (ή υψηλοφροσύνη) με τους λογισμούς της αμαρτωλής φαντα­σίας διασκορπίζει την ψυχή καί την κάνει να περι­πλανάται σ’ όλη την κτίση, έτσι καί ή ταπείνωση συμμαζεύει την ψυχή στην ησυχία. Καί όπως ή ψυχή δεν είναι γνωστή ούτε ορατή στους σωματικούς ο­φθαλμούς, έτσι καί ό ταπεινόφρων παραμένει άγνω­στος κατά την πρόθεση του μεταξύ των ανθρώπων. Καί όπως ή ψυχή μέσα στο σώμα είναι κρυμμένη καί δεν μπορούν να τη δουν οι άνθρωποι στις μεταξύ τους συναναστροφές, έτσι καί ό ταπεινόφρων πού έ­φτασε σε πολύ μεγάλα μέτρα: όχι μόνο δε θέλει να τον βλέπουν καί να τον ξεχωρίζουν οι άνθρωποι ε­πειδή είναι απόμακρος καί στερημένος των πάντων, αλλά τούτο κυρίως θέλει αν είναι δηλ. δυνατό, να διεισδύσει μέσα στα μυστικά βάθη της ύπαρξης του καί να πάει να κατοικήσει σε ήσυχο τόπο, και να α­φήσει όλες τίς παραστάσεις καί τίς σκέψεις πού συν­δέονται με τίς αισθήσεις της κοσμικής ζωής, καί να γίνει σαν να μην υπάρχει καί να μη γεννήθηκε για τον κόσμο, καί να είναι παντελώς άγνωστος ακόμη καί στον εαυτό του. Καί όσο αυτός ό άνθρωπος πα­ραμένει στον κόσμο σαν τον κρυμμένο θησαυρό, τό­σο καί ολόκληρη ή ύπαρξη του πλησιάζει στον Κύ­ριο καί Θεό του.

Ό ταπεινόφρων δεν αναπαύεται ποτέ στο να βλέ­πει μαζεμένους ανθρώπους σ’ έναν τόπο ούτε ανα­παύεται στην ταραχή του πλήθους, καί στις κινήσεις καί στις φωνές καί στα ξανοίγματα καί στις φροντί­δες καί στην ηδονή, από την οποία προέρχεται ή ασωτία ούτε αναπαύεται στα κοσμικά λόγια καί στις συναναστροφές καί στο διασκορπισμό των αισθήσε­ων αλλά μάλλον προτιμά να ζει μόνος του στην ησυ­χία, καί να μη τον λογαριάζουν οί άλλοι. Καί πιο πολύ ποθεί τη σμικρότητα, την ακτημοσύνη, την πε­νία. Καί προτιμά πάντοτε να είναι εύκαιρος καί αμέ­ριμνος, χωρίς να συγχύζεται ό νους του από τα πράγματα του κόσμου, για να μην περιπλανιούνται οί λογισμοί του εδώ κι εκεί. Διότι έχει πεισθεί ότι, ε­άν αρχίσει ν’ ασχολείται με πολλά πράγματα, δεν μπορεί να ξεφύγει τη σύγχυση των λογισμών διότι τα πολλά πράγματα συνεπάγονται πολλές φροντίδες καί ποικίλους καί σύνθετους λογισμούς, πού τον απομακρύνουν από την απλότητα. Εάν λοιπόν μερι­μνά καί τυρβάζει περί πολλά, θα παύσει να είναι υ­περάνω των κοσμικών φροντίδων, θα γίνουν πολλές οί ανάγκες του, θα χάσει την ειρήνη καί τη μοναδική απασχόληση του νου του με τους άριστους λογι­σμούς. Καί εάν οί υλικές καί σωματικές του ανάγκες τον εμποδίζουν από τους καλούς καί σωτήριους λογι­σμούς, τότε αρχίζει να βλάπτεται ό ίδιος καί να βλά­πτει τους άλλους. Από δω καί πέρα ανοίγει ή πόρτα για να μπαίνουν μέσα του τα πάθη, καί φεύγει ή γα­λήνη πού φέρνει ή διάκριση, καί χάνεται ή ταπείνω­ση, καί κλείνει ή πόρτα της ειρήνης. Επειδή λοιπόν όλα αυτά είναι επικίνδυνα, φυλάγει συνεχώς τον ε­αυτό του από τις πολλές φροντίδες καί ενασχολήσεις καί, έτσι, σε κάθε περίσταση βρίσκει τον εαυτό του στη γαλήνη του Θεού, καί στην ανάπαυση, καί στην ειρήνη, καί στην επιείκεια, καί στην ευλάβεια.

Στον ταπεινόφρονα δε βλέπεις ποτέ βιασύνη καί σύγχυση ή ενέργειες επείγουσας ανάγκης, ούτε θερ­μούς καί κούφιους λογισμούς. Απεναντίας, σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος. Εάν κολλήσει ό ου­ρανός με τη γη, ό ταπεινόφρων δε θορυβείται. Κάθε ήσυχος καί πράος άνθρωπος δεν είναι ταπεινόφρων, όμως κάθε ταπεινόφρων είναι πράος καί ήσυχος. Άμα δεν είσαι ταπεινόφρων, δεν μπορείς να είσαι συ­νεσταλμένος στους τρόπους σου, όμως συνεσταλμέ­νους μη ταπεινόφρονες πολλούς θα συναντήσεις. Αυ­τό εννοούσε ό Κύριος, ό πράος καί ταπεινός, όταν εί­πε: «Μάθετε άπ’ εμού ότι πράος ειμί καί ταπεινός τη καρδία, καί εύρήσετε άνάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11, 21). Ό ταπεινόφρων σε κάθε περίσταση εί­ναι αναπαυμένος, γιατί τίποτε δεν υπάρχει γι’ αυτόν πού να κινήσει το νου του στο κακό ή να τον ταρά­ξει. Καί όπως δεν μπορεί κανείς να τρομάξει ένα βουνό, έτσι δεν τρομάζει από τίποτε ό νους του. Καί αν δεν είναι παράλογο, θα λέγαμε ότι ό ταπεινόφρων δεν ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο διότι ούτε στα λυπηρά περιστατικά ταράζεται καί αλλοιώνεται ή ύπαρξη του, ούτε στα ευχάριστα εκπλήσσεται από θαυμασμό καί χαλαρώνει. Όλη ή ευφροσύνη καί ή χαρά του ή αληθινή βρίσκεται στην απόλαυση του Κυρίου καί Θεού του. Την ταπεινοφροσύνη τη συνοδεύει ή επιεί­κεια καί ή αυτοσυγκέντρωση. Την ταπεινοφροσύνη ακολουθεί: εγκράτεια στις αισθήσεις, φωνή μετρημέ­νη, λίγα λόγια, καταφρόνηση του κοσμικού εαυτού μας, ευτελής ενδυμασία, βάδισμα ταπεινό το να μην αλληθωρίζουμε δεξιά καί αριστερά καί περισπάται ή προσοχή μας, να ξεχωρίζουμε στην ελεημοσύνη, να έχουμε πολλά δάκρυα. Ακόμη, την ταπεινοφροσύνη συνοδεύει: ψυχή μεμονωμένη από τους περισπασμούς, καρδιά συντετριμμένη, έλλειψη θύμου, αισθή­σεις συμμαζεμένες, λίγα καί ευτελή πράγματα για τη σωματική μας ανάπαυση, καρτερία στον πόνο, υπο­μονή, αφοβία, ανδρεία της καρδιάς, πού αποστρέφε­ται τις απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης ζωής, υπομονή στους πειρασμούς, σοβαροί λογισμοί, σβήσιμο των πονηρών λογισμών, εγκράτεια παθών, συστολή, ευλάβεια. Καί πάνω άπ’ όλα αυτά, πρέπει να βρίσκε­ται ό ασκητής σε παντοτινή ησυχία καί να μη γνωρί­ζει τα κοσμικά πράγματα καί τα πάθη.

Ό ταπεινόφρων ποτέ δεν αισθάνεται αναγκασμέ­νος να ταραχθεί ή να συγχυσθεί. Καί όταν είναι μό­νος του, ντρέπεται καί ευλαβείται τον εαυτό του ως εικόνα Θεού. Καί μου προκαλεί θαυμασμό ότι ένας πραγματικά ταπεινόφρων ασκητής δε θα τολμήσει να προσευχηθεί με δικά του λόγια, όταν αρχίσει την ευ­χή, ούτε θα θεωρήσει τον εαυτό του άξιο για προσευ­χή, ούτε θα τολμήσει να ζητήσει τίποτε άλλο εκτός α­πό τη βασιλεία του Θεού ούτε έχει ανθρώπινη συναίσθηση της προσευχής, παρά μονάχα σιωπά ό νους του, καί περιμένει το έλεος του Θεού. Καί, καθώς κλίνει το πρόσωπο του προς τη γη καί ή καρδιά του είναι υψωμένη στην αγιότατη καί υψηλή πύλη του ουρανού, περιμένει να ακούσει ποιο είναι γι’ αυτόν το θέλημα του ενδόξου καί προσκυνητού Θεού του Θεού πού ό θρόνος του είναι στα σύννεφα, πού θα­μπώνει τα μάτια των Σεραφείμ, καί πού ή δύναμη καί ή σοφία καί ή αγαθότητα του κάνει να σιωπούν όλα τα αγγελικά τάγματα. Μόνο αυτό τολμά ό ταπεινόφρων να πει καί να ζητήσει στην προσευχή του: Ας γίνει, Κύριε, ή ζωή μου κατά το πανάγιο θέλημα σου. Καί εμείς την ίδια ευχή να λέμε για τον εαυτό μας. Αμήν.

Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποκτήσει ταπείνωση

Ρωτήσανε οι μοναχοί τον άββά Ισαάκ πώς μπορεί κάποιος να αποκτήσει ταπείνωση καί είπε:

Να μην ξεχνάει ότι έκαμε αμαρτίες στη ζωή του καί να ελπίζει ότι ό θάνατος είναι κοντά. Τα φορέμα­τα του να είναι ευτελή, καί σε κάθε περίσταση να προτιμά τον έσχατο τόπο, καί πάντοτε να κάνει πρό­θυμα τις παρακατιανές εργασίες. Να έχει υπακοή, να σιωπά, καί να μην του αρέσει να τρέχει σε συντρο­φιές κοσμικού πνεύματος, αλλά να θέλει να παραμέ­νει άγνωστος καί ασήμαντος. Να μην έχει στο κελί του πράγματα πού να τα θεωρεί όλα δικά του καί να αποφεύγει τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους, καί να μην αγαπά τα υλικά κέρδη. Καί, εκτός άπ’ αυ­τά, να μη μέμφεται στο νου του καί να μην κατηγορεί κανέναν άνθρωπο, καί να μη ζηλοφθονεί, να μην εί­ναι εριστικός, αλλά να ασχολείται με τον εαυτό του, πώς θα ταπεινωθεί καί θα αγαπά τον κόσμο. Με δυο λόγια, να ζει μέσα στον κόσμο πού έπλασε ό Θεός σαν ξένος καί φτωχός καί απομονωμένος από το κακό. Αυτά γεννούν την ταπείνωση καί καθαρίζουν την καρδιά.

Ή ταπείνωση φροντίζει να μη σκανδαλίζει

Πήγα κάποτε σε έναν παλαιό καί ενάρετο γέ­ροντα, ό όποιος με αγαπούσε πολύ. Δεν ήξερε να μιλά­ει όμορφα, όμως είχε φωτεινή γνώση καί βαθιά καρδιά, καί έλεγε οσα του υπαγόρευε το άγιο Πνεύμα. Δεν έβγαινε συχνά από το κελί του, παρά μόνο έβγαι­νε για τις άγιες κοινές ακολουθίες. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του καί ζούσε στην ησυχία. Του είπα λοιπόν.

-Πάτερ, μου ήρθε ένας λογισμός: να πάω την Κυριακή στο υπόστεγο της εκκλησίας κι εκεί να καθί­σω το πρωί καί να φάω, για να με δουν αυτοί πού θα μπαίνουν στο ναό καί θα βγαίνουν, καί να με κατα­φρονήσουν.

Σ’ αυτά μου απάντησε ό γέροντας έτσι: -Είναι γραμμένο ότι οποίος σκανδαλίζει τον κο­σμικό αδελφό του, δε θα δει το φως του Θεού. Εσέ­να λοιπόν, κανένας δε σε ξέρει σ’ αυτό το μέρος, ού­τε γνωρίζουν το είδος της ζωής σου καί, γι’ αυτό, θα πουν ότι οί Μοναχοί είναι λαίμαργοι καί τρώνε από το πρωί. Μάλιστα εδώ ζούνε καί αρχάριοι αδελφοί, πού έχουν ασθενή λογισμό καί θα σκανδαλισθούν. Πολλοί άπ’ αυτούς σου έχουν εμπιστοσύνη καί ωφε­λούνται από την παρουσία σου καί, άμα σε δουν να κάνεις τέτοιο πράγμα, θα βλάφτουν. Οί αρχαίοι πα­τέρες τα ‘καμναν αυτά για να ταπεινωθούν για τις πολλές θαυματουργίες τους καί για την τιμή πού απολάμβαναν καί για το μεγάλο όνομα πού είχαν απο­κτήσει. Καί τα ‘καμναν αυτά, για να ατιμασθούν, καί για να αποκρύψουν τη δόξα της αγίας ζωής τους καί για να αποφύγουν τίς αιτίες της υπερηφάνειας. Εσένα όμως, πού δεν έφτασες σε τέτοια μέτρα, τι σε αναγκάζει να κάνεις αυτό πού λες; Δε γνωρίζεις ότι κάθε βαθμίδα πνευματικής ζωής έχει τη δική της τά­ξη καί το δικό της χρονικό στάδιο; Εσύ βέβαια ούτε τέτοια ξεχωριστή πολιτεία έχεις, ούτε τέτοιο μεγάλο όνομα. Γιατί είσαι ένας απλός μοναχός σαν τους άλ­λους καί, άμα κάνεις αυτό πού σκέφτηκες, ούτε τον ε­αυτό σου θα ωφελήσεις, αλλά καί τους άλλους θα βλάψεις. Καί πάλι, αυτού του είδους οί υπερβολές δεν είναι για όλους ωφέλιμες, αλλά μόνο στους τέ­λειους καί στους μεγάλους, οί όποιοι έτσι νεκρώνουν τίς αισθήσεις τους. Για τους μεσαίους καί τους αρχάριους μια τέτοια πολιτεία είναι επιζήμια, διότι ακό­μη χρειάζονται να προσέχουν συνεχώς τον εαυτό τους καί να επιβάλλονται στις αισθήσεις τους. Οί γεροντάδες πέρασαν αυτό το στάδιο καί, όταν θέλουν, μπορούν από όλα να ωφεληθούν. Όπως συμβαίνει με τους εμπόρους πού, όταν είναι άπειροι καί αρχίζουν μεγάλες   επιχειρήσεις,   προκαλούν   μεγάλες   ζημίες στους εαυτούς τους όμως στις μικρές επιχειρήσεις γρήγορα πηγαίνουν μπροστά. Καί πάλι, όπως είπα, κάθε είδος εργασίας έχει τη δική της τάξη, καί κάθε βαθμίδα πολιτείας έχει το δικό της χρονικό στάδιο. Όποιος λοιπόν αρχίζει υπέρμετρη άσκηση πριν να έλθει ό καιρός του, εκτός του ότι δεν κερδίζει τίποτε, διπλασιάζει τη βλάβη για τον εαυτό του. Εάν επιθυ­μείς την άσκηση πού έχει ό λογισμός σου, να υπομεί­νεις πρώτα με χαρά την ακούσια ατιμία πού επιτρέ­πει ή οικονομία του Θεού να σε βρει, καί να μην ταραχθείς, μήτε να μισήσεις αυτόν πού σε ατιμάζει. Αυτά με συμβούλεψε αυτός ό σοφός γέροντας.

Ό θεός ταπεινώνει τον υπερήφανο

 Μην πιστέψεις στον εαυτό σου ότι είσαι δυ­νατός στην αρετή, μέχρι να δοκιμασθείς στους πειρα­σμούς καί βεβαιωθείς ότι ή καρδιά σου είναι αμετάθετη. Να αποκτήσεις μέσα σου ορθή καί σταθερή πί­στη, για να μπορέσεις, με τη δύναμη της, να καταπα­τήσεις τους εχθρούς σου καί να ‘χεις το νου σου συμμαζεμένο, καί να μην πάρεις θάρρος από τη δύ­ναμη σου, οποία καί να ‘ναι, για να μην παραχωρή­σει ό Θεός καί δοκιμάσεις πόσο αδύνατος είσαι από τη φύση σου, καί πέσεις στην αμαρτία, καί τότε θα μάθεις για τα καλά την αδυναμία σου. Μήτε να πι­στέψεις στις γνώσεις σου, για να μην μπει στη μέση ό διάβολος, καί σου στήσει παγίδα με την πανουργία του. Ποτέ να μην καυχηθείς για τα έργα πού κατόρ­θωσες, για να μην καταντροπιαστείς. Γιατί για όποιο πράγμα καυχιέται ό άνθρωπος, σ’ αυτό επιτρέπει ό Θεός να αλλάξει ή κατάσταση, για να ταπεινωθεί καί να μάθει, έτσι, τι θα πει ταπείνωση. Γι’ αυτό πρέπει, όσα συμβαίνουν, να τα αποδίδεις στη θεία πρόνοια, καί να μην πιστεύεις ότι σ’ αυτή τη ζωή υπάρχει τί­ποτε πού να μη μεταβάλλεται.

Ό υπερήφανος δεν έχει πνευματική δράση

   Ό υπερήφανος δεν καταλαβαίνει ότι βαδίζει στο σκοτάδι καί ότι αγνοεί την αληθινή σοφία. Για­τί, πώς μπορεί να το γνωρίζει, ενόσω βρίσκεται στο σκοτάδι καί δε βλέπει; Γι’ αυτό καί υπερηφανεύεται με το σκοτισμένο λογισμό του, ότι είναι ανώτερος ό­λων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ευτελέστερος καί ασθενέστερος των ταπεινών, καί δεν μπορεί να μάθει καί να βαδίσει τον άγιο δρόμο του Κυρίου. Καί ό Κύριος κρύβει από τον υπερήφανο το άγιο θέ­λημα του, γιατί δε θέλησε να βαδίσει στο δρόμο των ταπεινών.

Ή υψηλοφροσύνη μας απομακρύνει από το Θεό

Να πορεύεσαι στη ζωή σου με απλότητα, και μην κάνεις το σοφό μπροστά στο Θεό. Ή πίστη πη­γαίνει οπού υπάρχει απλότητα, ενώ ή υψηλοφροσύνη ακολουθεί τον άνθρωπο, πού κάνει λεπτούς καί έ­ξυπνους συλλογισμούς, καί παρουσιάζει τα πράγμα­ τα διαφορετικά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό όμως τον απομακρύνει από το Θεό.

Τα μεγάλα, αλλά χωρίς ταπείνωση, ασκητικά κατορθώματα συντρίβουν τον αγωνιστή καί τον κάνουν καταγέλαστο στους δαίμονες

                Το όνομα του ήταν Μαλπάς. Καταγόταν α­πό την Έδεσσα της Μεσοποταμίας καί φαινόταν ότι ζούσε σε  μεγάλα πνευματικά  μέτρα,  υπομένοντας σκληραγωγίες καί θλίψεις. Αυτός λοιπόν εφεύρε την
αίρεση των Ευχιτών. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν μαθη­τής του μακαρίου Ιουλιανού, πού ονομαζόταν Σαβάς, καί για μικρό διάστημα πήγε μαζί του στο Σινά καί στην Αίγυπτο καί συνάντησε τους μεγάλους πα­τέρες εκείνου του καιρού. Είδε καί το Μέγα Αντώνιο καί άκουσε άπ’ αυτόν λόγια μυστικής θεολογίας για την καθαρότητα καί τη σωτηρία των ψυχών, καί τον άκουσε να απαντά σε ερωτήσεις λεπτές για τα πάθη. Ερμήνευσε λοιπόν, με τίς απαντήσεις του, ό Άγιος ότι ό νους, μετά την κάθαρση του, δέχεται θαυμαστό φωτισμό για τα μυστήρια του Πνεύματος, καί ότι ή ψυχή μπορεί με τη χάρη του Θεού να αξιωθεί να δε­χθεί την απάθεια, όταν βγάλει από πάνω της τα πα­λιά πάθη με την εργασία των εντολών του Θεού, καί επανακτήσει την υγεία της φύσης της, πού είχε κατά τη δημιουργία του κόσμου. Καί σαν άκουσε αυτά τα λόγια ό Μαλπάς, στην ακμή της νιότης του, έγινε θερμός σαν τη φωτιά καί ήρθε στην πόλη του, οπότε άναψε μέσα του το πάθος της φιλοδοξίας, καί βρήκε έναν έρημο καί ήσυχο τόπο, όπου αναχώρησε καί α­φιέρωσε τον εαυτό του σε αγώνες καί σε σκληρές δοκιμασίες καί σε αδιάλειπτες προσευχές. Καί άναψε για τα καλά μέσα του το πάθος της δοξομανίας, ελπί­ζοντας να φθάσει σε υψηλά μέτρα, για τα όποια είχε ακούσει από τον άγιο Αντώνιο. Όμως δεν έμαθε, δυ­στυχώς, την τέχνη πώς να πολεμά τους νοητούς ε­χθρούς της αγιοσύνης, καί δεν κατάλαβε τι ενέδρες καί δόλους καί πανουργίες μετέρχεται ό αντίπαλος, για να εξαπατήσει τους ισχυρούς καί να τους φέρει στην απώλεια. Γι’ αυτό το λόγο στηρίχθηκε ό ταλαί­πωρος μόνο στους αγώνες, καί στις στενοχώριες, καί στην ακτημοσύνη, καί στην άσκηση, καί στην εγκρά­τεια, χωρίς όμως να αποκτήσει την εξουδένωση του εγωισμού του, καί την ταπείνωση, καί τη συντριβή της καρδιάς (πού είναι όπλα αήττητα στον πόλεμο πού ξεσηκώνει ό πονηρός), καί χωρίς να θυμηθεί το λόγο της Γραφής πού λέει: «Όταν κάμετε όλα τα έρ­γα, καί φυλάξετε όλες τίς εντολές, καί υπομείνετε τίς θλίψεις, να θεωρείτε τους εαυτούς σας ως άχρηστους δούλους» (Λκ. 17, 10). Έτσι λοιπόν, θερμαινόταν με την υψηλοφροσύνη του, πού την έτρεφε ή εργασία των ασκητικών του αγώνων, καί φλεγόταν από την ε­πιθυμία να αποκτήσει τα μεγάλα χαρίσματα πού άκουσε. Καί υστέρα από πολύ καιρό, σαν τον είδε ό διάβολος κούφιο από ταπείνωση, καί ότι το μόνο πού επιθυμούσε ήταν να γνωρίσει τα θαυμάσια μυ­στήρια του Θεού πού άκουσε, του παρουσιάσθηκε μέ­σα σε εξαίρετο φως λέγοντας του: Εγώ είμαι ό παράκλητος, καί με έστειλε ό πατέρας σε σένα, για να σε αξιώσω επιτέλους να γνωρίσεις τα θαυμάσια του Θεού, πού επιθυμείς ως ανταμοιβή των αγώνων σου, καί να σου χαρίσω την απάθεια, καί να σε απαλλάξω στο εξής από τον κόπο της άσκησης. Ως αντίβαρο, θα λέγαμε, για όλα αυτά πού του υποσχέθηκε, ζήτησε από κείνων τον δύστυχο να τον προσκυνήσει! Κι ε­κείνος ό ανόητος, μη κατανοώντας τον πόλεμο πού άρχισε ό διάβολος, αμέσως καί μετά χαράς τον δέ­χθηκε καί τον προσκύνησε, καί αμέσως πέρασε στη δαιμονική εξουσία. Καί αντί της θεωρίας των θαυμά­σιων του Θεού, τον γέμισε με δαιμονικές φαντασίες, καί τον έκαμε ν’ αφήσει την εργασία των αρετών του Θεού, καί τον εξύψωσε, καί τον χλεύασε για την κούφια ελπίδα της απάθειας, λέγοντας του: Τώρα πια δε χρειάζεσαι τα ασκητικά έργα, καί τίς ταπεινώ­σεις του σώματος, καί τον αγώνα ενάντια στα πάθη καί τίς κατώτερες επιθυμίες. Στο τέλος τον έκαμε αρ­χηγό της αίρεσης των Ευχιτών.

—-* Οί Ευχίτες, ή Μασσαλιανοί στη συριακή γλώσσα, εμφανί­σθηκαν το β’ μισό του Δ’ αιώνα στη Μεσοποταμία. Ή πλάνη τους έφτασε μέχρι τη Θράκη καί την Αίγυπτο. Είχαν μακριά μαλ­λιά καί ζούσαν μαζί άνδρες καί γυναίκες. Αποστρέφονταν την εργασία καί ζούσαν ζητιανεύοντας. Ή διδασκαλία τους λέει ότι κάθε άνθρωπος κληρονομεί, με τη γέννηση του, καί ένα δαίμονα, τον όποιο δεν μπορεί να εκδιώξει το βάπτισμα. Ή εκδίωξη του, καί ή εκρίζωση της αμαρτίας, επιτυγχάνονται με επίμονη προ­σευχή. Γι’ αυτό, περιφρονούσαν τα μυστήρια της Εκκλησίας καί δέχονταν ότι με τη συνεχή προσευχή έρχεται το άγιο Πνεύμα, πού ή παρουσία του ήταν γι’ αυτούς αισθητή καί ορατή. Πίστευαν ότι έφταναν στην απάθεια, ότι αποκτούσαν προφητική δύναμη καί ότι έβλεπαν με τα σωματικά τους μάτια τον Πατέρα καί τίς αόρατες δυνάμεις. Υποστήριζαν ακόμη ότι έβλεπαν την κατάσταση των ψυχών των πεθαμένων, καί τους στοχασμούς καί τίς διαθέσεις των ανθρώπων. Καταδικάσθηκαν από την Γ’ Οι­κουμενική Σύνοδο. Βλ. Θρησκευτική καί Ηθική Εγκυκλοπαί­δεια, τ. 8, 814π.

Όταν τελείωσε τη δουλειά του ό διάβολος, καί φανερώθηκε ή βέβηλη καί κάλπικη διδασκαλία του Μαλπά, αυτός καί οι οπαδοί του διώχτηκαν από τον επίσκοπο της πόλης.

Ήταν κι ένας άλλος, ονομαζόμενος Άσινάς, πού ζούσε στην ίδια πόλη πού ανέφερα παραπάνω, στην Έδεσσα, καί συνέθεσε πολλά τραγουδάκια με τρεις λέξεις στον κάθε στίχο. Αυτός φαινόταν να ζει σε με­γάλα πνευματικά μέτρα καί, χωρίς διάκριση, επιδό­θηκε σε σκληρότερους ασκητικούς αγώνες, μέχρι να δοξαστεί από τον κόσμο ως άγιος. Αυτόν τον πλάνησε ό διάβολος, καί τον έβγαλε από το κελί του, καί τον έβαλε να σταθεί όρθιος επάνω σ’ ένα βουνό, πού το λέγανε Στόριο, καί έκαμε μια φανταστική σύνθεση (όχι πραγματική δηλ.) με άρματα καί ιππείς, του τα ‘δειξε καί του είπε: ό Θεός με έστειλε να σε πάρω, ό­πως έγινε με τον προφήτη Ηλία. Καί καθώς, αυτός ό Άσινάς, απατήθηκε από τον διάβολο εξαιτίας της α­νοησίας του, ανέβηκε να καθίσει πάνω στο άρμα, οπότε διαλύθηκε όλο εκείνο το σκηνικό της φαντα­σίας, καί κατέπεσε από μεγάλο ύψος κάτω στα ριζά του βουνού, καί πέθανε γελοιοποιημένος.

Αυτά τα παραδείγματα τα ανέφερα όχι χωρίς λό­γο, αλλά για να μάθουμε πώς μας εμπαίζουν οι δαί­μονες, πού διψούν για την απώλεια των αγωνιστών, καί να μην επιθυμήσουμε, προτού να μάθουμε καλά την ταπείνωση, τίς υψηλές πνευματικές αναβάσεις, για να μη γίνουμε καταγέλαστοι από τον πονηρό ε­χθρό μας. Διότι βλέπω, ακόμη καί σήμερα, ότι νέοι άνθρωποι, γεμάτοι με τα πάθη τους, φλυαρούν καί α­ποφαίνονται χωρίς κανένα δισταγμό για τα μυστή­ρια του Θεού! (392-4).

Καί οι άγιοι υπόκεινται σε πτώσεις. Να μην υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έχεις από το Θεό. Να ταπεινωθείς μόλις αισθανθείς

το άγγιγμα της υψηλοφροσύνης

  Ό άγιος Μακάριος έγραψε μια επιστολή με πολλή περίσκεψη και σοβαρότητα, για να την έχουν στη μνήμη τους οι αδελφοί καί να διδαχθούν, ώστε να μην πέσουν στην απόγνωση, όταν μεταπίπτουν α­πό την κατάσταση της θείας χάρης στον πνευματικό κίνδυνο καί στη σύγχυση. Διότι, όσοι βρίσκονται στην κατάσταση της καθαρότητας, υπόκεινται σε πτώσεις, καί μάλιστα ενώ δε ζουν σε αμέλεια καί δε βρίσκονται σε πνευματική παραλυσία. Όπως δηλ. συμβαίνει καί με τον καιρό, όπου το ψύχος διαδέχε­ται τη ζέστη. Ενώ λοιπόν πορεύονται σύμφωνα με τον μοναχικό τους κανόνα, συμβαίνουν σ’ αυτούς πτώσεις, πού είναι βέβαια αντίθετες προς τη βούλη­ση τους. Άλλα καί ό άγιος Μάρκος, έχοντας, όπως καί ό άγιος Μακάριος, ακριβή πείρα του πράγματος, μας δίνει τη δική του μαρτυρία γι’ αυτό το θέμα, σε επιστολές πού έγραψε. Έχοντας, τώρα πια, δύο μάρ­τυρες, θα μπορεί ό άνθρωπος, όταν βρεθεί στην ανά­γκη, να δεχθεί την παρηγοριά του χωρίς κανένα δι­σταγμό. τι λέγει λοιπόν ό άγιος Μάρκος; «Αλλοιώσεις, λέει, γίνονται στον καθένα, όπως συμβαίνει με τίς τέσσερις εποχές». Πρόσεξε εκείνη τη λέξη, «στον καθένα», πού σημαίνει ότι ή ανθρώπινη φύση είναι μία καί, επομένως, όλοι υποκείμεθα σε μεταβολές. Μη νομίσεις δηλ. ότι ό άγιος είχε στο νου του μόνο τους αρχάριους καί τους ελάχιστους, καί ότι οι τέ­λειοι καί προχωρημένοι δεν υπόκεινται τάχα σε πνευματικές μεταβολές, καί ότι βρίσκονται πάντα, χωρίς να παρεκκλίνουν, σε μια ανώτερη κατάσταση, χωρίς εμπαθείς λογισμούς. Αυτά τα λένε, δυστυχώς, οι Ευχίτες. Γι’ αυτό λοιπόν ανέφερε στο κείμενο του «στον καθένα».

Λέει ό άγιος Μακάριος: Τώρα έχουμε ψύχος, καί μετά, ακολουθεί καύσωνας, καί ίσως χαλάζι, φουρ­τούνα, καί καλοσύνη. Έτσι γίνεται, λέει, καί με την άσκηση μας. Πόλεμος από τον πονηρό, καί βοήθεια από τη θεία χάρη. Καμιά φορά γίνεται στην ψυχή τρικυμία, καί την προσβάλλουν κύματα δυνατά. Καί πάλι, υστέρα, έχουμε την καλή αλλοίωση, καθώς επισκέπτεται την καρδιά ή θεία χάρη, καί την γεμίζει με θεϊκή χαρά καί ειρήνη, καί με λογισμούς σώφρονες καί ειρηνικούς.

Αναφέροντας ό άγ. Μακάριος, εδώ, τους «σώ­φρονες λογισμούς», υπονοεί ότι οι προηγούμενοι ή­ταν κτηνώδεις καί ακάθαρτοι. Συνεχίζει λοιπόν καί συμβουλεύει: Εάν μετά άπ’ αυτούς τους λογισμούς, τους σώφρονες καί τους επιεικείς, ακολουθούν πονη­ροί λογισμοί, να μη λυπηθούμε καί φτάσουμε στην α­πόγνωση κι όταν βρισκόμαστε στην ανάπαυση πού δίνει ή θεία χάρη, να μην καυχηθούμε, παρά, ενώ χαιρόμαστε, να περιμένουμε τη θλίψη. Όμως μας συμβουλεύει να μην αφήνουμε καί κάνει κατοχή στην καρδιά μας ή λύπη, όταν ακολουθήσουν πτώσεις

Καί ενώ οι πτώσεις στρέφονται εναντίον μας, όμως εμείς να τίς δεχόμαστε με χαρά, λέει, ως κάτι το φυ­σικό καί ανθρώπινο. Καί να μην απελπιστούμε σαν εκείνον πού περιμένει τέλεια καί αναλλοίωτη ανά­παυση, καί δεν μπορεί να δεχθεί ότι καί πάλι θα α­γωνισθεί, καί θα λυπηθεί στη ζωή του, καί ότι θα του συμβούν ανεπιθύμητα καί ενάντια στο θέλημα του Θεού πράγματα. Καί αυτό πού είπαμε, το οικονόμησε ό Θεός, για να μη μείνουμε τελείως άνεργοι -εννοώ σε ασκητι­κούς αγώνες- καί αποχαυνωθούμε καί πέσουμε στην απόγνωση, καί μείνουμε ακίνητοι στο δρόμο της αρε­τής. Καί συμπληρώνει ό άγιος: Να ξέρεις ότι όλοι οι άγιοι καταπιάνονταν με τους συνεχείς ασκητικούς αγώνες. Όσο είμαστε σ’ αυτό τον κόσμο, ή μεγάλη παρηγοριά μας από τα λυπηρά έρχεται μέσα μας με τρόπο μυστικό. Κάθε μέρα καί κάθε ώρα ό Θεός ζη­τάει να δοκιμάσει την προς αυτόν αγάπη μας με την πάλη καί τον αγώνα μας κατά των πειρασμών. Να μη μας καταβάλλει ή λύπη, θα πει να μην παραμε­λούμε τον αγώνα μας. Έτσι προκόβουμε, ό κάθε μο­ναχός, στο δρόμο της αρετής. Όποιος θέλει να ξεφύ­γει από τούτο τον αγώνα καί να παρεκκλίνει, αυτός είναι σαν τους λύκους. Καί με αύτη τη σύντομη καί θαυμαστή παρομοίωση θέλει να πει ότι, όπως ό λύ­κος δε θέλει να βαδίζει στον κανονικό δρόμο, έτσι καί ό μοναχός πού δε θέλει να αγωνίζεται, θέλει να βαδίζει στο δικό του μονοπάτι, πού δεν περπατήθηκε από τους αγίους πατέρες. Γι’ αυτό χρειάζεται οι θλί­ψεις να διαδέχονται τη χαρά. Όμως μετά τίς θλίψεις, με την ενέργεια της χάρης του Θεού έρχονται μέσα μας καλοί λογισμοί καί εκπλήξεις θαυμαστές, πού υπερβαίνουν την ανθρώπινη φύση μας, όπως είπε ό άγιος Μάρκος. Όταν οί άγιοι Άγγελοι μας πλησιά­σουν, γεμίζουμε με πνευματική κατάσταση, οπότε ό­λα τα λυπηρά καί τα ενάντια αναχωρούν, καί γίνεται ειρήνη καί άρρητη γαλήνη, για όσο καιρό ζει κανείς σ’ αυτή την κατάσταση. Όταν λοιπόν σε επισκιάσει ή χάρη του Θεού, καί έρθουν κοντά σου καί σε περιτει­χίσουν οί άγιοι Άγγελοι, καί απομακρυνθούν όλοι οί πειρασμοί, τότε να μη σε πιάσει ή έπαρση καί βάλεις ιδέα ότι έφτασες στο λιμάνι, οπού δεν πιάνει πια τρι­κυμία, καί ότι ό αέρας πού σε περιβάλλει είναι αμε­τάβλητος, καί ότι μια για πάντα γλίτωσες από την ταραχώδη θάλασσα καί τους άνεμους της, καί ότι δε θα σε βρει ξανά ό εχθρός καί το κακό. Διότι πολλοί, όπως είπε καί ό μακάριος άββάς Νείλος, έκαναν τέτοιες σκέψεις, καί έπεσαν σε κινδύνους. Η, πάλι, μην ξεχαστείς καί βάλεις στο νου σου, ότι τάχα έγι­νες ανώτερος από τους άλλους, τους πολλούς, καί ότι σε σένα αρμόζει να είσαι μόνιμα σε τέτοια χαρι­σματική κατάσταση, καί όχι σε άλλους, επειδή τάχα ή πολιτεία τους είναι κατώτερη, καί ή γνώση τους εί­ναι ελλιπής. Μην υποβαθμίζεις λοιπόν τους άλλους καί λες ότι «εγώ έπρεπε καί έφθασα στην τελειότητα της αγιότητας, καί σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, καί στη χαρά την αμετάβλητη», διότι όλα αυτά είναι υπερήφανοι στοχασμοί. Αντί γι’ αυτά, να καθίσεις καί να συλλογισθείς τους ακάθαρτους λογισμούς σου, καί τίς απρεπείς φαντασίες πού μπήχτηκαν στο μυαλό σου τον καιρό της πνευματικής σου τρικυμίας καί της ταραχής καί της αταξίας των λογισμών σου, πού πριν από λίγο, ενώ ήσουν σκοτισμένος, επανα­στάτησαν εναντίον σου να συλλογισθείς δηλ. πώς τόσο γρήγορα έκλινες τότε προς τα πάθη, καί έζησες μαζί τους με το σκοτεινό νου σου, καί δεν ντράπηκες, ούτε σ’ έπιασε δέος για τη θεϊκή δράση πού εί­χες, καί για τα χαρίσματα πού είχες δεχθεί πρωτύτε­ρα. Καί να ξέρεις ότι όλα αυτά -την ταραχή, την α­ταξία των λογισμών κ.τ.λ.- ή πρόνοια του Θεού τα έ­φερε σε μας για να ταπεινωθούμε, γιατί ό Θεός μας νοιάζεται καί οικονομεί στον καθένα μας ξεχωριστά τι πρέπει να πάθει, για να βάλει μυαλό. Εάν λοιπόν υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έλαβες, καί δεν είναι δικά σου, σε αφήνει καί πέφτεις τότε σ’ ε­κείνα τα αμαρτήματα, για τα όποια είχες μόνο λογι­σμούς καί πειρασμούς.

Μάθε λοιπόν, ότι το να στέκεσαι όρθιος καί να μην πέφτεις στα πάθη, δεν οφείλεται στη δική σου α­ρετή, αλλά στη χάρη του Θεού, πού σε βαστάζει στα χέρια του, για να μη φοβηθείς. Αυτά να σκέφτεσαι τον καιρό της πνευματικής χαράς σου, καί όταν αρ­χίζεις να υψηλοφρονείς, είπε ό άγιος αυτός πατέρας μας, κλάψε καί δάκρυσε καί να θυμάσαι συνεχώς τα πρότερα παραπτώματα σου, στα όποια έπεσες με την παραχώρηση του Θεού. Κάνε έτσι, για να αποκτή­σεις ταπείνωση καί να γλιτώσεις από την πτώση. Ό­μως καί πάνω στις πτώσεις σου, μην απελπισθείς, αλ­λά με ταπεινούς λογισμούς εξιλέωσε το Θεό καί άφη­σε τον να συγχωρήσει τα αμαρτήματα σου.

Από τους λογισμούς της υπερηφάνειας έρχεται ό πειρασμός της πορνείας

Όταν το σώμα σου ημερέψει με την εγκρά­τεια, με την αγρυπνία καί με την προσοχή της καρ­διάς, πού ευνοείται από την ησυχία των αισθήσεων, καί εντούτοις αρχίζεις καί αισθάνεσαι στο σώμα σου την οξύτητα του πάθους της πορνείας, το όποιο δεν προέρχεται από τη φυσική λειτουργία του οργανι­σμού, να ξέρεις ότι δέχθηκες λογισμούς υπερηφά­νειας καί γι’ αυτό σε πειράζει ό δαίμονας. Σ’ αυτή την περίπτωση ταπείνωσε πολύ την τροφή σου καί το στομάχι σου, καί ψάξε να βρεις τι λογισμούς δέχθη­κες, καί μάθε ότι αλλοιώθηκε ή φύση σου καί ότι τα έργα της είναι έξω από τη φυσική τους τάξη, καί τό­τε, αν ή μετάνοια σου είναι αληθινή, θα σε ελεήσει ό Θεός καί θα σε φωτίσει να μάθεις την ταπείνωση, για να μην αυξηθεί ή υπερηφάνεια σου. Ας μη σταματή­σουμε λοιπόν να αγωνιζόμαστε πρόθυμα, μέχρις ότου δούμε μέσα μας τη μετάνοια, καί βρούμε την τα­πείνωση, καί αναπαυθεί ή καρδιά μας εν τω Θεώ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ

ΠΕΡΙ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΆΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Κυριακή είναι μυστήριο της αληθινής γνώσεως, το όποιο δεν αποκτάται μέσα στην σάρκα και το αίμα, διότι υπέρκειται των σκέψεων. Στον παρόντα αιώνα δεν υπάρχει ογδόη ούτε αληθινό Σάββατο. Εκείνος πού είπε, «έπαυσε το έργο του την εβδόμη ήμερα», εννοούσε την κατάπαυση του δρόμου της ζωής αυτής· διότι ό τάφος εί­ναι σώμα και ανήκει στον κόσμο. Οί έξι ήμερες στην καλλιέργεια της ζωής τελειώνονται δια της φυλάξεως των εντο­λών, ή εβδόμη ολοκληρώνεται στον τάφο, και ή ογδόη με την έξοδο από αυτόν. Όπως οι άξιοι σ’ αυτόν τον κόσμο δέχονται τα μυστήρια της Κυριακής συμβολικός, και όχι την ίδια την ήμερα σωματικός, έτσι και οι αγωνιστές δέχονται τα μυστήρια του Σαββάτου παραβολικός, και όχι το ίδιο το Σάββατο αληθινά, πού σημαίνει κατάπαυση από κάθε θλιβερό και τελεία απαλλαγή από τα ενοχλητικά. Διότι ό Θεός μας έδωσε να ζούμε εδώ σε μυστήριο και όχι σε πραγματικότητα. Το αληθινό και ασύγκριτο Σάββατο είναι το μνήμα πού υποδεικνύει και επισημαίνει την τελεία κατάπαυση των θλίψεων από τα πάθη και από την ενέργεια πού αντιτίθεται σ’ αυτήν. Όλη ή ανθρωπινή υπόστασης αναπαύεται εκεί, και ή ψυχή και το σώμα.

Σε έξι ήμερες ολοκλήρωσε ό Θεός την σύσταση του κόσμου τούτου και συνέστησε τα στοιχεία και συνέδεσε την σύσταση τους με αεικίνητη κίνηση για την λειτουργία τους, και δεν θα σταματήσουν τον δρόμο τους πριν από την διάλυση τους. Και από την δύναμη αυτών, των αρχεγόνων δηλαδή στοιχείων, αποτελέστηκαν τα σώματα μας. ‘Αλλ’ ούτε σ’ αυτά έδωσε κατάπαυση της κινήσεως τους, ούτε στα δικά μας σώματα πού έγιναν από αυτά έδωσε να καταπαύσομε την εργασία. Έθεσε όμως σ’ εμάς όριο της καταπαύσεως, να ακολουθήσουμε την πρώτη μας συγγένεια, δηλαδή την κατάλυση της ζωής. Έτσι είπε στον Αδάμ· «με τον ίδρωτα του προσώπου σου θα φάγεις τον άρτο σου». «Εως πότε; «Ως πού να επιστρέψεις στην γη από την οποία ελήφθης», ή οποία θα σου παραγάγει αγκάθια και τριβόλια, πού είναι μυστήρια της γεωργίας του βίου τούτου, όσο υπάρχει αυτός.

Επί πέντε χιλιάδες πεντακόσια χρόνια, και περισσότε­ρα, άφησε τον Αδάμ να μοχθεί σ’ αυτήν την εργασία, διότι μέχρι τότε δεν είχε αποκαλυφθεί ή οδός των αγίων, όπως είπε ό θειος Απόστολος, αλλά κατά τις τελευταίες ήμερες επεδήμησε και παρήγγειλε στο αυτεξούσιο μας να μετάλλαξη ίδρωτα με ίδρωτα· πάντως δεν παρήγγειλε ανάπαυση, αλλά μεταλλαγή, διότι μας λυπήθηκε για την συνε­χή κακοπάθειά μας επάνω στην γη. Αν λοιπόν παύσομε να ιδρώνομε σ’ αυτήν, τότε αναγκαστικά θα θερίσομε αγκά­θια. Διότι ή εγκαταλείψεις του ίδρωτα της προσευχής σημαί­νει καλλιέργεια της σωματικής γης πού παράγει εκ φύσεως αγκάθια. Στην πραγματικότητα τα πάθη είναι αγκάθια πού φυτρώνουν για μας από τον σπόρο μέσα στο σώμα. Όσον καιρό φέρομε την εικόνα του Αδάμ, κατ’ ανάγκη φέρομε καί τα πάθη του. Είναι αδύνατο στην γη να παύση να παράγει βλαστούς κατά την φύση της. Τέκνο δε της φύσεως αυτής είναι ή γη των δικών μας σωμάτων, όπως βεβαιώνει ή μαρ­τυρία του Θεού «ή γη από την οποία ελήφθη»· Εκείνη παράγει αγκάθια, ενώ αυτή εδώ, ή λογική, πάθη.

Αν ό Κύριος ήταν για μας συμβολικός τύπος από κάθε άποψη του μυστηρίου, δηλαδή σε όλες τίς λεπτομέ­ρειες της οικονομίας του, καί μέχρι της ενάτης ώρας της Παρασκευής δεν σταμάτησε το έργο καί τον μόχθο του (πράγμα πού είναι σύμβολο της εργασίας μας σε όλη μας την ζωή), ενώ το Σάββατο σταμάτησε στον τάφο, που είναι αυτοί πού λέγουν ότι υπάρχει Σάββατο στην παρούσα ζωή, δηλαδή κατάπαυσης από τα πάθη;

Το να μιλήσομε περί της Κυριακής είναι σπουδαίο πράγμα. Το Σάββατο μας είναι ή ήμερα της ταφής, όπου πραγματικά σαββατίζει ή φύσις μας. Επομένως είναι για μας ανάγκη να ξεριζώνομε από αυτήν τα αγκάθια, όσον καιρό αυτή υφίσταται. Από την επίπονη εργασία μας στην καλλιέργεια περιορίζονται τα αγκάθια, αν και δεν καθαρίζε­ται εντελώς άπ’ αυτά ή γη. Και επειδή παρατηρείται το φαι­νόμενο κατά το όποιο από πρόσκαιρη ραθυμία ή μικρή αμέ­λεια τα αγκάθια πληθύνονται και καλύπτουν την επιφάνεια της γης, συμπνίγουν τον σπόρο σου και εξαφανίζουν τον κόπο σου, είναι αναγκαίο να την καθαρίζομαι καθημερινά. Διότι ή άπ’ αυτό κατάπαυσης αυξάνει την παραγωγή αγκα­θιών.

Είθε να καθαρισθούμε από αυτά με την χάρι του ομοου­σίου και μονογενούς Υιού του Θεού, στον όποιο ανήκει ή δόξα μαζί με την άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα στους αιώνες. Γένοιτο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ. Ο ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Βίος του Οσίου πατρός ημών Ισαάκ του Σύρου
Αρέσει σε %d bloggers: