ΕΙΔΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

 


ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π.Ε.Φ.Ι .Π ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ

ΤΕΥΧΟΣ  102-2004

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ

Οι νέοι μπροστά στους δύο δρόμους της ζωής. Καί ή έγγαμη και ή άγαμη ζωή είναι ευλογημένες.

 Γέροντα, τι πρέπει να απάντηση κανείς σε νέα παιδιά πού ρωτούν αν ή μοναχική ζωή είναι ανώτερη από την έγγαμη;

Κατ’ αρχάς πρέπει να τους δώσει να καταλάβουν ποιος είναι ό προ­ορισμός του ανθρώπου καί ποιο είναι το νόημα της ζωής. Ύστερα να τους εξήγηση ότι καί οι δύο δρόμοι πού έχει χαράξει ή Εκκλησία μας είναι ευλογημένοι, γιατί καί οι δύο μπορούν να τους οδηγήσουν στον Παράδεισο, αν ζήσουν κατά Θεόν.

Άς υποθέσουμε ότι δύο άνθρωποι ξεκινούν να πάνε σε ένα Προσ­κύνημα. Ό ένας πηγαίνει με το λεωφορείο από τον δημόσιο δρόμο καί ό άλλος πηγαίνει με τα πόδια από κάποιο μονοπάτι. Καί οι δύο όμως έχουν τον ίδιο σκοπό. Ό Θεός καί το ένα το χαίρεται καί το άλλο το θαυμάζει. Κακό είναι, όταν αυτός πού πάει από το μονοπάτι κατακρίνει μέσα του τον άλλον, πού πάει από τον δημόσιο δρόμο, ή καί το αντί­στροφο… (σ.19)

Ή ανησυχία των νέων για την αποκατάσταση τους.

Γέροντα, ή ανησυχία ενός νέου για την αποκατάσταση του οφεί­λεται σε απιστία;

Όχι πάντοτε. Συχνά οι νέοι πού ενδιαφέρονται πώς να τακτο­ποιηθούν καλύτερα, αλλά καί να βρίσκονται κοντά στον Θεό, ανησυχούν ια την αποκατάσταση τους. Αυτό φανερώνει υγεία. Το να μη σκέ­φτεται ένας νέος καί να μην ανήσυχη για την αποκατάσταση του φα­νερώνει αδιάφορο άνθρωπο, καί επόμενο είναι ό αδιάφορος να είναι αί ανεπρόκοπος. Μόνο χρειάζεται να προσέξουν αυτή ή ανησυχία να μην ξεπερνάει τα όρια, γιατί ό διάβολος προσπαθεί να την διαστρέψει, να την κάνη αγωνία καί να κρατά τον νου τους σε διαρκή σύγχυση.

Οι νέοι πρέπει να εμπιστεύονται τον εαυτό τους στον Θεό, για να ειρηνεύουν. Γιατί ό Καλός Θεός σαν στοργικός Πατέρας ενεργεί εκεί όπου εμείς ανθρωπίνως δεν μπορούμε να ενεργήσουμε. Δεν χρειάζεται να βιάζονται καί να παίρνουν ανώριμες αποφάσεις για την ζωή πού θα ακολουθήσουν… Να φροντίσουν πρώτα να πάρουν το πτυχίο τους,

υστέρα για την δουλειά τους – τα αγόρια να τελειώσουν καί το στρα­τιωτικό – καί στην συνέχεια, ώριμα πλέον καί με την βοήθεια του Θεού, ή να κάνουν μια καλή οικογένεια, αν έχουν αποφασίσει την έγγαμη ζωή, ή να πάνε στο Μοναστήρι πού θα διαλέξουν, αν έχουν απο­φασίσει τον Μοναχισμό… (σ. 21-22).

Να βοηθούμε τους νέους να ακολουθήσουν την κλίση τους.

Κάθε άνθρωπος έχει την κλίση του. Ό Καλός Θεός έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο. Έχει αρχοντιά σέβεται την ελευθερία του ανθρώ­που καί αφήνει ελεύθερο τον καθέναν να ακολουθήσει τον δρόμο πού τον αναπαύει. Δεν τους βάζει όλους στην ίδια γραμμή με μια στρατιωτική πειθαρχία. Γι’ αυτό οι νέοι ας αφήσουν τον εαυτό τους ελεύθερο στον πνευματικό χώρο της ελευθερίας του Θεού. Δεν βοηθιούνται, αν εξετάζουν ποια ζωή ακολούθησε ή θα ακολουθήσει ό τάδε ή, ή τάδε. Σ αυτό το θέμα δεν πρέπει να επηρεάζονται από κανέναν.

Οι γονείς πάλι, οί εκπαιδευτικοί καί οι Πνευματικοί, πρέπει να βοηθούν τους νέους να διαλέγουν οποία ζωή είναι στα μέτρα τους καί να ακολουθούν την πραγματική τους κλίση, χωρίς να τους επηρεάζουν ή να στραγγαλίζουν την κλίση τους. Ή απόφαση για την ζωή πού θα ακολουθήσουν πρέπει να είναι δική τους. Όλοι οί άλλοι μόνον άπλες γνώμες μπορούμε να εκφράσουμε καί το μόνο δικαίωμα πού έχουμε είναι να βοηθούμε τις ψυχές να βρουν τον δρόμο τους…

Ειλικρινά, όποια ζωή κι αν ακολουθήσει ένας νέος πού γνωρίζω, θα χαρώ καί πάντα θα έχω το ίδιο ενδιαφέρον για την σωτηρία της ψυχής του, φθάνει να είναι κοντά στον Χριστό, μέσα στην Εκκλησία μας. Θα νιώθω αδελφός του, γιατί θα είναι παιδί της Μητέρας μας Εκκλη­σίας…

Εγώ μέχρι τώρα σε κανέναν νέο δεν είπα ούτε να παντρευτεί ούτε να γίνει καλόγερος. Αν κάποιος με ρωτήσει, του λέω: «Να κάνης αυτό πού σε αναπαύει, φθάνει να είσαι κοντά στον Χριστό». Καί αν μου πει ότι δεν αναπαύεται στον κόσμο, τότε του μιλάω για τον Μοναχισμό, για να τον βοηθήσω να βρει τον δρόμο του (σ. 22-24).

Ή πνευματική ζωή είναι βασική προϋπόθεση για την καλή αποκατάσταση.

Γέροντα, ή τάδε, πού σας είπε ότι σκέφτεται τον Μοναχισμό, μου είπε ότι ένας συμφοιτητής της την ρώτησε γιατί δεν πάει στον κι­νηματογράφο καί δεν βγαίνει έξω με αγόρια. τι έπρεπε να του απά­ντηση;

Έπρεπε να του πει: «Τέτοια ερώτηση ούτε ό αδελφός μου ,μου έκα­νε ποτέ καί μου την κάνεις εσύ;».

Μετά από λίγες μέρες την συνάντησε έξω από την Σχολή της  – αυτή δεν τον είχε δει — καί την έπιασε από τον ώμο. Εκείνη  του είπε μόνον ένα «γεια σου» καί μπήκε αμέσως μέσα.

Όχι, δεν έκανε καλά! Σ’ αυτήν την περίπτωση έπρεπε να αντίδραση, γιατί, έτσι όπως φέρθηκε, μπορεί να του έδωσε την εντύπωση ότι δέχθηκε αυτήν την εκδήλωση του, οπότε εκείνος θα το ξανακάνει.  Ή ηλικία στην οποία βρίσκεται τώρα είναι λίγο δύσκολη καί δεν την ωφελεί να κάνη συντροφιά με αγόρια. Ούτε χρειάζεται να μιλάει μα­ζί τους, τάχα για να τα βοηθήσει. Καί αν αποφασίσει να δημιουργήσει οικογένεια, όταν γνωρίσει ένα καλό παιδί, πρέπει να το πει στους γο­νείς της. Αυτοί θα εξετάσουν αν έχη τίς προϋποθέσεις να κάνουν μια καλή οικογένεια. Άλλα τώρα, πού δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποια ζωή θα ακολουθήσει, δεν την βοηθάει να μιλάει με αγόρια, γιατί ζαλίζεται
χωρίς λόγο καί χάνει την γαλήνη της. Οσα παιδιά ασχολούνται με τέ­τοια είναι τα καημένα πολύ ζαλισμένα καί συνέχεια ταραγμένα δεν έχουν γαλήνη. Το πρόσωπο τους καί τα μάτια τους είναι αγριεμένα.

Ή έλξη του γυναικείου φύλου από το ανδρικό, καί το αντίθετο, υπάρ­χει στην φύση του ανθρώπου. Άλλα να της πεις ότι τώρα δεν είναι και­ρός γι’ αυτό. Να κοιτάξει τίς σπουδές της. Τα παιδιά πού καλλιερ­γούν αυτήν την έλξη από μικρά, γυρίζουν εκεί το κουμπί πριν έρθει ή κατάλληλη ώρα, καί ύστερα, όταν έρθει εκείνη ή ώρα, το κουμπί είναι ήδη γυρισμένο καί δεν μπορούν να χαρούν, γιατί έζησαν αυτήν την χα­ρά τότε, πού δεν ήταν κατάλληλος καιρός. Ενώ όσα παιδιά προσέχουν, χαίρονται περισσότερο, όταν έρθει ό κατάλληλος καιρός, καί μέχρι τό­τε έχουν πολλή γαλήνη. Βλέπεις μερικές μητέρες πού έχουν ζήσει αγνά πόσο ειρηνικές είναι, παρόλο πού έχουν ένα σωρό σκοτούρες!

Εγώ πάντοτε τονίζω, ό νέος πριν από τον γάμο να προσπαθεί να ζει όσο πιο πνευματικά μπορεί, καί να διατηρεί την αγνότητα του ή οποία του εξασφαλίζει την διπλή υγεία. Ή πνευματική ζωή είναι δα­σική προϋπόθεση για οποιαδήποτε ζωή ακολουθήσει κανείς. Ό κό­σμος έχει γίνει σαν ένα χωράφι με σιτάρι πού αρχίζει να ξεσταχυάζει καί μπαίνουν μέσα γουρούνια καί το τσαλαπατούν. Καί τώρα φαίνο­νται ανακατεμένα χόρτα, λάσπες, στάχυα, καί πού καί πού, σε καμιά άκρη, υπάρχει καί κανένα στάχυ όρθιο…

Σήμερα όμως, Γέροντα, στα Πανεπιστήμια κ.λπ. υπάρχουν πολλοί πειρασμοί για έναν νέο.

Να συνδεθεί με πνευματικά παιδιά, για να βοηθιέται καί να κινείται σε μια πνευματική ατμόσφαιρα. Ας μην κάνουμε τα πράγμα­ τα δυσκολότερα από ό,τι είναι. Γνωρίζω πολλά παιδιά πού πηγαίνουν στο Πανεπιστήμιο καί   ζουν αγνά, με την μικρή δική τους προσπάθεια
καί με την μεγάλη βοήθεια του θεού. (σ. 32—34).

ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΡΜΟΝΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ.

 

Ή καλή αρχή της οικογενειακής ζωής.

… Αν ό νέος σκέφτεται κάποια κοπέλα σοβαρά για σύζυγο, νομίζω, καλύτερα είναι πρώτα να το κάνη γνωστό με κάποιο συγγενικό του πρό­σωπο στους γονείς της καί κατόπιν να το συζητήσει καί ό ίδιος μαζί τους καί με την κοπέλα. Στην συνέχεια, αν δώσουν λόγο καί κάνουν αρραβώνες – καλό είναι ό αρραβώνας να μη διαρκή πολύ -, να προσπαθήσει, στο διάστημα πού θα μεσολάβηση μέχρι τον γάμο, να βλέπει την κοπέλα σαν αδελφή του καί να την σέβεται. Αν αγωνισθούν καί οι δύο φιλότιμα να διατηρήσουν την παρθενία τους, τότε στο Μυ­στήριο του γάμου, όταν τους στεφάνωση ό Ιερέας, θα λάβουν πλούσια την Χάρη του Θεού. Γιατί, όπως λέει ό Άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστο­μος, τα στέφανα είναι σύμβολα της νίκης κατά της ηδονής.. (ο. 37-38).

Στην διαφορά των χαρακτήρων κρύβεται ή αρμονία του θεοί.

… Μου λένε μερικοί άνδρες: «Δεν συμφωνώ με την γυναίκα μου -είμαστε αντίθετοι χαρακτήρες. Άλλος χαρακτήρας εκείνη, άλλος εγώ! Πώς κάνει τέτοια παράξενα πράγματα ό Θεός; Δεν θα μπορούσε να οικονομήσει μερικές καταστάσεις έτσι, ώστε να ταιριάζουν τα ανδρόγυνα, για να μπορούν να ζουν πνευματικά;». «Δεν καταλαβαίνετε, τους λέω, ότι μέσα στην διαφορά των χαρακτήρων κρύβεται ή αρμονία του Θεού; Οι διαφορετικοί χαρακτήρες δημιουργούν αρμονία. Αλίμονο, αν ήσασταν ίδιοι χαρακτήρες! Σκεφθείτε τι θα γινόταν, αν λ.χ. καί οι

δύο θυμώνατε εύκολα· θα γκρεμίζατε το σπίτι. Η, αν καί οι δύο ήσα­σταν ήπιοι χαρακτήρες, θα κοιμόσασταν όρθιοι!…»…

Σε ένα ανδρόγυνο ξέρετε τι είπα; «Επειδή ταιριάζετε, γι’ αυτό δεν ταιριάζετε!». Είναι καί οι δύο ευαίσθητοι. Αν συμβεί κάτι στο σπίτι, καί οι δύο τα χάνουν καί αρχίζουν: «Ωχ, τι πάθαμε!» ό ένας, «ωχ, τι πάθαμε!» ό άλλος. Ό ένας δηλαδή βοηθάει τον άλλον να απελπισθεί πιο πολύ. Δεν μπορεί να τον τόνωση λίγο «για στάσου, να του πει, δεν είναι καί τόσο σοβαρό αυτό πού μας συμβαίνει». Το έχω δει αυτό σε πολλά ανδρόγυνα.

Καί στην αγωγή των παιδιών, όταν οι σύζυγοι είναι διαφορετικοί χα­ρακτήρες, μπορούν περισσότερο να βοηθήσουν. Ό ένας κρατάει λίγο φρέ­νο, ό άλλος λέει: «Άφησε τα παιδιά λίγο ελεύθερα». Αν τα στριμώξουν καί οι δύο, θα χάσουν τα παιδιά τους. Καί αν τα αφήσουν καί οι δύο ελεύθερα, πάλι θα τα χάσουν. Ενώ έτσι βρίσκουν καί τα παιδιά μία ισορροπία.

Θέλω να πω ότι όλα χρειάζονται. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεπερνούν τα όρια, αλλά ό καθένας να βοηθάει τον άλλον με τον τρόπο του. Αν φας λ.χ. κάτι πολύ γλυκό, θέλεις να φας καί κάτι πού είναι λίγο αλμυ­ρό… (σ. 39-40).

Ό σεβασμός μεταξύ των συζύγων.

Ό Θεός τα ρύθμισε όλα με σοφία. Με άλλα χαρίσματα προίκισε τον άνδρα, με άλλα την γυναίκα. Έδωσε στον άνδρα ανδρισμό, για να τα βγάζει πέρα στις δύσκολες υποθέσεις καί για να υποτάσσεται σ’ αυτόν ή γυναίκα. Γιατί, αν έδινε καί στην γυναίκα τον ίδιο ανδρισμό, δεν θα μπορούσε να σταθεί οικογένεια.

«Ό ανήρ, λέει ή Γραφή, εστί κεφαλή της γυναικός» (Έφεσ. 5, 23). Δηλαδή ό Θεός κανόνισε, ώστε ό άνδρας να αφεντεύει στην γυναίκα. Να αφεντεύει ή γυναίκα στον άνδρα είναι ύβρις στον Θεό. Ό Θεός έπλα­σε πρώτα τον Αδάμ καί ό Αδάμ είπε για την γυναίκα: «Τούτο νυν όστούν εκ των όστέων μου καί σαρξ εκ της σαρκός μου» (Γενέσ. 2, 23). Ή γυ­ναίκα, λέει το Ευαγγέλιο, πρέπει να φοβάται τον άνδρα, δηλαδή να τον σέβεται, καί ό άνδρας να αγαπάει την γυναίκα (Έφεσ. 5, 33). Μέσα στην αγάπη είναι ό σεβασμός. Μέσα στον σεβασμό είναι ή αγάπη. Αυτό το όποιο αγαπώ, το σέβομαι κιόλας. Καί αυτό το όποιο σέβομαι, το αγαπώ. Δηλαδή δεν είναι άλλο το ένα καί άλλο το άλλο· ένα πράγμα είναι καί τα δύο… (σ. 41—42).

Ή αγάπη μεταξύ των συζύγων.

–    Έγραψες, Γερόντισσα, ευχές στον Δημήτρη πού παντρεύεται; Έγραψα, Γέροντα.

– Φέρε την κάρτα να συμπληρώσω κι εγώ: «Ό Χριστός καί ή Πα­ναγία μαζί σας. Σου δίνω ευλογία, Δημήτρη, να μαλώνεις με όλον τον κόσμο, εκτός από την Μαρία! Το ίδιο καί στην Μαρία!».

Για να δω, θα καταλάβουν τι εννοώ; Με ρώτησε κάποιος: «Γέροντα, τι ενώνει περισσότερο τον άνδρα με την γυναίκα;». «Ή ευγνωμοσύνη», του λέω. Ό ένας αγαπάει τον άλλον γι’ αυτό πού του χαρίζει. Ή γυ­ναίκα δίνει στον άνδρα την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση, την υπακοή. Ό άνδρας δίνει στην γυναίκα την σιγουριά ότι μπορεί να την προστατέψει. Ή γυναίκα είναι ή αρχόντισσα του σπιτιού, αλλά καί ή μεγάλη υπη­ρέτρια· ό άνδρας είναι ό κυβερνήτης του σπιτιού, αλλά καί ό χαμάλης.

Μεταξύ τους τα ανδρόγυνα πρέπει να έχουν την εξαγνισμένη αγά­πη, για να έχουν αλληλοπαρηγοριά καί να μπορούν να κάνουν καί τα πνευματικά τους καθήκοντα. Για να ζήσουν αρμονικά, χρειάζεται να βά­λουν εξαρχής ως θεμέλιο της ζωής τους την αγάπη, την ακριβή αγάπη, πού βρίσκεται μέσα στην πνευματική αρχοντιά, στην θυσία, καί όχι την ψεύτικη, την κοσμική, την σαρκική. Αν υπάρχει αγάπη, θυσία, πάντα έρχεται ό ένας στην θέση του άλλου, τον καταλαβαίνει, τον πονάει. Καί όταν παίρνει κανείς τον πλησίον του στην πονεμένη του καρ­διά, παίρνει τότε μέσα του τον Χριστό, ό Όποιος τον γεμίζει καί πάλι με την ανέκφραστη αγαλλίαση Του.

Όταν υπάρχει αγάπη, καί μακριά να βρεθεί ό ένας από τον άλλον, αν οι περιστάσεις το απαιτήσουν, κοντά θα βρίσκεται, γιατί την αγά­πη του Χριστού δεν την χωρίζουν αποστάσεις. Όταν όμως, Θεός φυλάξει, τα ανδρόγυνα δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους, μπορεί να βρίσκονται κοντά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται μακριά. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν σε όλη την ζωή τους την αγάπη, να θυσιάζεται ό ένας για τον άλλον.

Ή σαρκική αγάπη ενώνει εξωτερικά τους κοσμικούς ανθρώπους τόσο μόνον, όσο υπάρχουν κοσμικά προσόντα, καί τους χωρίζει, όταν αυτά χαθούν, οπότε καί αυτοί οδηγούνται στην απώλεια Ενώ, όταν υπάρχει ή πνευματική, ή ακριβή αγάπη, αν τυχόν ό ένας από τους συζύγους χάση τα κοσμικά του προσόντα, αυτό όχι μόνο δεν τους χωρίζει, αλλά τους ενώνει περισσότερο. Όταν υπάρχει μόνον ή σαρκική αγάπη, τό­τε, αν λ.χ. ή γυναίκα μάθη ότι ό σύντροφος της κοίταξε κάποια άλλη, του πετάει βιτριόλι καί τον τυφλώνει. Ενώ, όταν υπάρχει ή αγνή αγά­πη, τον πονάει πιο πολύ καί κοιτάζει με τρόπο πώς να τον φέρει πάλι στον σωστό δρόμο. Έτσι έρχεται ή Χάρη του Θεού… (σ. 43-44).

Με την υπομονή σώζεται ή οικογένεια.

… Όταν δύο βόδια είναι στον ζυγό καί το ένα είναι λίγο αδύνατο ή τεμπέλικο, τότε το άλλο βάζει περισσότερη δύναμη καί τραβάει σβαρνίζει κατά κάποιον τρόπο καί το άλλο… Σκέψου μια μητέρα να έχη τέσσερα παιδιά καί το ένα να είναι καθυστερημένο, το άλλο να έχη ψυχοπάθεια, το άλλο μεσογειακή αναιμία, το άλλο να γυρνάει τα μεσάνυχτα. Καί με τον σύζυγο, ανάλογα με το τι άνθρωπος είναι, να έχη ή καημένη άλλα βάσανα…

Καί καλά, μερικές γυναίκες έχουν αμαρτίες καί εξοφλούν έτσι, αλλά είναι καί άλλες πού δεν έχουν αμαρτίες. Αυτές έχουν καθαρό μισθό από την ταλαιπωρία πού περνούν. Γνωρίζω μια μάνα πού ήταν ένα αγγελούδι, πολύ καλή ψυχή, το πιο καλό, το πιο ήσυχο παιδί από την οικογένεια. Καί σε τι στραβόξυλο έπεσε! Πώς ξεγελάστηκαν οι δικοί της! Παντρεύτηκε έναν μέθυσο, πού από μικρός ήταν αλητάκι. Ό πατέρας του μεθούσε καί πήρε καί αυτός την ίδια συνήθεια. Να ξενοδουλεύει ή καημένη, να σκοτώνεται στην δουλειά, καί εκείνος να την δέρνει καί να την απειλή με το μαχαίρι. Πόσες φορές της λέει: «Θα σε σφάξω»! Καί να φοβάται μην την σφάξει! Μαρτύριο περνάει! Έχει καί τέσσερα παιδιά. Οι δικοί της έφθασαν σε σημείο να της λένε να τον χωρίσει, αλλά εκείνη τους απαντάει: «Λέω να κάνω ακόμη υπομονή», καί κάνει υπομονή. Το καταλαβαίνετε; Ούτε Γεροντικά διάβασε ούτε Συναξάρια, καί όμως κάνει υπομονή. «Καλά, της είπα μια φορά, τα παιδιά δεν επεμβαίνουν;». «Ακόμη είναι δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών, μου είπε. Ας πάνε στρατιώτες, καί μετά θα τον περιλάβουν!». Δηλαδή, μέχρι να πάνε στρατιώτες τα παιδιά, να τρώει ξύλο!., (σ. 47-48).

Ή υπομονή χαριτώνει τον άνθρωπο.

… Όταν ό άλλος είναι μπουρινιασμένος, ό,τι καί να του πεις, δεν γί­νεται τίποτε. Καλύτερα εκείνη την στιγμή να σιωπήσεις καί να λες την Ευχή. Με την Ευχή θα καλμάρει ό άλλος, θα ηρέμηση καί θα μπόρεσης μετά να συνεννοηθείς μαζί του. Βλέπεις, καί οι ψαράδες δεν πάνε να ψαρέψουν, αν δεν έχη μπουνάτσα κάνουν υπομονή, ώσπου να καλοσυνέψει ό καιρός.

Που οφείλεται, Γέροντα, ή ανυπομονησία των ανθρώπων;

Στην πολλή… εσωτερική τους ειρήνη! Ό Θεός την σωτηρία των ανθρώπων την κρέμασε στην υπομονή. «Ό δε ύπομεινας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. 10, 22), λέει το Ευαγγέλιο. Γι’ αυτό δίνει δυ­σκολίες, διάφορες δοκιμασίες, για να ασκηθούν στην υπομονή οι άνθρωποι.

Ή υπομονή ξεκινά από την αγάπη. Για να υπομείνεις τον άλλον, πρέπει να τον πόνεσης. Καί βλέπω πώς με την υπομονή σώζεται ή οι­κογένεια. Είδα θηρία να γίνονται αρνιά. Με την εμπιστοσύνη στον Θεό τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά καί πνευματικά. Μια φορά, όταν ήμουν στην Μονή Στομίου, είχα δει στην Κόνιτσα μια γυναίκα πού έλαμπε το πρόσωπο της. Ήταν μητέρα πέντε παιδιών. Μετά θυμήθηκα ποια ήταν. Ό άνδρας της ήταν μαραγκός καί έπαιρνε πολλές φορές δουλειές μαζί με τον μάστορά μου1. Μια κουβέντα να του έλεγαν οι νοικοκυ­ραίοι, λ.χ. «μάστρο-Γιάννη, μήπως αυτό να το κάνουμε έτσι;», γινόταν θη­ρίο. «Έμενα θα μου κάνης τον δάσκαλο;», τους έλεγε. Έσπαζε τα εργα­λεία του, τα πετούσε καί έφευγε. Αφού παρατούσε την δουλειά του καί τα έσπαζε όλα σε ξένα σπίτια, καταλαβαίνεις στο σπίτι του τι έκανε! Αυτή λοιπόν ήταν του μαστρο-Γιάννη ή γυναίκα. Με αυτόν τον άνθρω­πο δεν μπορούσες μία μέρα να καθίσεις, καί αυτή χρόνια ζούσε μαζί του. Κάθε μέρα περνούσε μαρτύριο, καί όμως όλα τα αντιμετώπιζε με πολλή καλοσύνη καί έκανε υπομονή. Επειδή ήξερα την κατάσταση στο σπίτι, όταν την συναντούσα, την ρωτούσα: «τι κάνει ό κυρ-Γιάννης; Δουλεύει;». «Ε, πότε δουλεύει, πότε κάθεται λιγάκι!». «Πώς τα περνάτε;». «Πολύ καλά, πάτερ!», μου έλεγε. Καί το έλεγε με την καρδιά της. Δεν υπολόγιζε πού έσπαζε τα εργαλεία του — καί αξίας εργαλεία — ούτε πού αναγκαζό­ταν ή καημένη να ξενοδουλεύει, για να τα βγάλουν πέρα. Βλέπετε με πό­ση υπομονή, με πόση καλοσύνη καί με πόση αρχοντιά τα αντιμετώπιζε όλα! Ούτε τον κατηγορούσε καθόλου! Γι αυτό ό θεός την χαρίτωσε καί έλαμπε το πρόσωπο της. Μεγάλωσε καί τα πέντε παιδιά της καί έγιναν πολύ καλά παιδιά. Μπόρεσε καί κράτησε καί τα παιδιά της… (σ. 49-50).

Ή πιστή σύζυγος.

 Γέροντα, μια γυναίκα την εγκατέλειψε ό άνδρας της, πήρε καί το παιδί, καί έχει σχέσεις με δύο άλλες γυναίκες. Με ρώτησε τι να κάνη.

Να της πεις, όσο μπορεί, να κάνη υπομονή, προσευχή καί να φέρε­ται με καλοσύνη. Να περιμένει, να μη διάλυση τον γάμο ή ίδια. Κάποιος περιφρονούσε την γυναίκα του, την κακομεταχειριζόταν, καί αυτή τα αντιμετώπιζε όλα με υπομονή καί καλοσύνη, μέχρι πού πέθανε σχετικά νέα Όταν έκαμαν την εκταφή της, βγήκε από τον τάφο μία εύωδία! Απόρησαν όσοι βρίσκονταν εκεί. Βλέπετε, αυτή αντιμετώπιζε τα πάντα με υπομονή σ’ αυτήν την ζωή, γι αυτό δικαιώθηκε στην άλλη ζωή… (σ. 51-52).

Τα παιδιά των διαλυμένων οικογενειών.

Σήμερα ό γάμος, όπως κατάντησε, έχει χάσει το νόημα του. Διαλύονται οικογένειες στα καλά καθούμενα. Ήρθε τίς προάλλες στο Καλύβι κά­ποιος τελείως ζαλισμένος. Είχε δύο παιδιά από μία φιλενάδα. Πα­ντρεύτηκε μια άλλη, έκανε ένα παιδί καί την χώρισε. Μετά ξαναπαντρεύτηκε κάποια άλλη, ή οποία ήταν χωρισμένη καί είχε δύο παιδιά από τον πρώτο γάμο της καί ένα παιδί από έναν φίλο. Έκανε καί μ’ αυτήν άλλα δύο. «Για βαστά, του λέω, από πόσες μανάδες είναι αυτά τα παιδιά καί από πόσους πατεράδες;».

Έτσι καταστρέφονται τα ταλαίπωρα τα παιδιά. Οσα είναι ευαί­σθητα καί δεν μπορούν να ξεπεράσουν την στενοχώρια, απελπίζονται καί μερικά αυτοκτονούν. Αλλά πίνουν, για να ξεχνούν, άλλα μπλέκονται με τα ναρκωτικά. Πού τα βρίσκουν τα χρήματα; Ή πιο μικρή δόση ηρω­ίνης στοιχίζει τέσσερις χιλιάδες δραχμές. Ή μεγάλη έξι ή επτά χιλιάδες (το 1990). Καί αυτά τα παιδιά είναι από τα ζωηρά της προηγούμενης γενιάς. Τα άλλα από το αυτόματο διαζύγιο, πού είναι ακόμη μικρά, τι θα γίνουν; Φέτος το καλοκαίρι πόσα παιδιά πέρασαν από το Καλύβι πού έπαιρναν ναρκωτικά! Τα περισσότερα, τα κακόμοιρα, ήσαν από διαλυμένες οικογένειες. Να βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση στην ηλικία των είκοσι επτά ετών καί να ζητούν βοήθεια! Καί να δεις, τα παιδιά από τίς δια­λυμένες οικογένειες φαίνονται από μακριά… (σ. 54-55).

Το «φταίξιμο» καί το «δίκαιο» των συζύγων.

Μια φορά ήρθε στο Καλύβι κάποιος καί μου είπε ότι είχε προβλήματα με την γυναίκα του. Πήγαιναν για χωρισμό. Δεν ήθελε να δη ό ένας τον άλλον. Ήσαν καί οι δύο δάσκαλοι, είχαν καί δύο παιδάκια. Δεν έτρω­γαν ποτέ στο σπίτι. Σε άλλο εστιατόριο έτρωγε ό ένας μετά το Σχολείο, σε άλλο ό άλλος, καί αγόραζαν καί κάτι σάντουιτς, για να φάνε τα παιδιά. Τα καημένα, όταν οι γονείς γύριζαν στο σπίτι, πήγαιναν καί έψαχναν στις τσέπες καί στις τσάντες τους, για να δουν τι τους έφε­ραν άπ’ έξω να φάνε. Περνούσαν μεγάλο δράμα! Αυτός έκανε καί τον ψάλτη. Σε άλλη εκκλησία πήγαινε ή γυναίκα του, σε άλλη έψαλ­λε αυτός. Τόσο πολύ! «τι να κάνω, πάτερ, μου λέει, σηκώνω μεγάλο σταυ­ρό, πολύ μεγάλο. Κάθε μέρα έχουμε φασαρίες στο σπίτι». «Πήγες στον Πνευματικό;», τον ρωτάω. «Ναι, πήγα, μου λέει, καί μου είπε: Υ­πομονή να κάνης σηκώνεις μεγάλο σταυρό». «Για να δω, του λέω, ποι­ος σηκώνει μεγάλο σταυρό. Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όταν παντρευτήκατε, μαλώνατε έτσι;». «Όχι, μου λέει. Οκτώ χρόνια ήμασταν πολύ αγαπημένοι. Λάτρευα την γυναίκα μου περισσότερο από τον Θεό! Μετά εκείνη άλλαξε. Έγινε γκρινιάρα, ιδιότροπη…». Ακούς; Την λάτρευε περισσότερο από τον Θεό! «Έλα εδώ, του λέω. Λά­τρευες την γυναίκα σου περισσότερο από τον Θεό! Ή γυναίκα σου φταί­ει τώρα ή εσύ, πού φθάσατε σ’ αυτήν την κατάσταση; Εξ αιτίας σου πήρε την Χάρη Του ό Θεός από την γυναίκα σου. Καί τι σκέφτεσαι να κάμεις τώρα;», τον ρωτάω. «Μάλλον να χωρίσουμε», μου λέει. «Μήπως έμπλεξες καί με καμιά άλλη;». «Ναι, έχω ύπ’ όψιν μου κάποια», μου λέει. «Βρε, δεν καταλαβαίνεις ότι εσύ είσαι ό φταίχτης; Να ζήτησης πρώτα συγχώρεση από τον Θεό, γιατί λάτρευες την γυναίκα σου πε­ρισσότερο από Εκείνον. Μετά να πάς να ζήτησης συγχώρεση από την γυναίκα σου. Να με συγχώρεσης, να της πεις, εγώ έγινα αιτία να δημιουργηθεί αύτη ή κατάσταση στο σπίτι καί να ταλαιπωρούνται καί τα παιδιά. Έπειτα να πάς να εξομολογηθείς καί να λατρεύεις τον Θεό σαν Θεό καί να αγαπάς την γυναίκα σου σαν γυναίκα σου, καί θα δεις, τα πράγματα θα πάνε καλά». Τον τράνταξα. Άρχισε να κλαίει. Μου υποσχέθηκε πώς θα με ακούσει. Ήρθε μετά από λίγο καιρό χαρούμε­νος. «Σ’ ευχαριστώ, πάτερ, μας έσωσες, μου λέει. Είμαστε μια χαρά, κι εμείς καί τα παιδιά μας». Βλέπεις; Να είναι αυτός ό φταίχτης καί να νομίζει κιόλας ότι σηκώνει πολύ μεγάλο σταυρό!…

Υπάρχουν καί περιπτώσεις πού μπορεί να έχη καί ό ένας καί ό άλλος δίκαιο. Κάποτε έλεγα σε μια συντροφιά πόσο αγνός ήταν ό Μακρυ­γιάννης. Είχε καί σωματική καί ψυχική αγνότητα. Όποτε πετάγεται κά­ποιος καί μου λέει: «Όχι να θέλουν να παρουσιάσουν τον Μακρυ­γιάννη καί για άγιο!». «Γιατί όχι;», τον ρωτάω. «Γιατί έδερνε την γυ­ναίκα του», μου απαντάει. «Κοίταξε να σου πω τι συνέβαινε. Ό Μα­κρυγιάννης, όταν τύχαινε να έχη κανένα τάλιρο καί ερχόταν καμιά χήρα πού είχε παιδιά, της το έδινε. Ή γυναίκα του, ή καημένη, γκρί­νιαζε. Μα κι εσύ παιδιά έχεις, του έλεγε, γιατί το έδωσες;. Κι εκείνος της έδινε κανένα μπάτσο καί της έλεγε· εσύ έχεις τον άνδρα σου, πού θα σε οικονομήσει. Αυτή ή καημένη δεν έχει άνδρα, ποιος θα την οικονομήσει;». Δηλαδή καί οι δύο είχαν δίκαιο.

Ύστερα, αν ό ένας από τους δύο συζύγους ζει πνευματικά, τότε καί δίκαιο να έχη, δεν έχει κατά κάποιον τρόπο δίκαιο. Γιατί, σαν πνευ­ματικός άνθρωπος πού είναι, πρέπει να αντιμετώπιση μία αδικία πνευ­ματικά. Να τα αντιμετωπίζει δηλαδή όλα με την θεία δικαιοσύνη, να βλέπει τι αναπαύει τον άλλον. Γιατί, αν μια ψυχή είναι αδύνατη καί σφάλλει, έχει κατά κάποιον τρόπο ελαφρυντικά. Ό άλλος όμως, πού είναι σε καλύτερη πνευματική κατάσταση καί δεν δείχνει κατανόηση, σφάλ­λει πολύ περισσότερο. Όταν καί οι πνευματικοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα πράγματα κοσμικά, με την κοσμική, την ανθρώπινη δικαιοσύνη, τι γίνεται μετά; Πρέπει να πηγαίνουν συνέχεια στα κοσμικά δικαστή­ρια. Γι’ αυτό καί βασανίζονται οι άνθρωποι (σ. 55-58).

Η  ΤΕΚΝΟΠΟΙΙΑ.

 

Οι  Άγιοι Ιωακείμ καί Άννα είναι το απαθέστερο ζευγάρι.

Γέροντα, πέστε μας για τον Άγιο Ιωακείμ καί την Αγία Άννα, τους Θεοπάτορες. Κάποτε κάτι αρχίσατε να μας λέτε.

Από μικρός είχα σε μεγάλη ευλάβεια τους Αγίους Θεοπάτορες. Μά­λιστα είχα πει σε κάποιον ότι, όταν με κάνουν καλόγερο, θα ήθελα να μου δώσουν το όνομα Ιωακείμ. Πόσα οφείλουμε σ’ αυτούς! Οι Άγιοι Ιωακείμ καί Άννα είναι το απαθέστερο ανδρόγυνο πού υπήρξε ποτέ. Δεν είχαν καθόλου σαρκικό φρόνημα.

Ό Θεός έτσι έπλασε τον άνθρωπο καί έτσι ήθελε να γεννιούνται οι άνθρωποι, απαθώς. Άλλα μετά την πτώση μπήκε το πάθος στην σχέση ανάμεσα στον άνδρα καί στην γυναίκα. Μόλις βρέθηκε ένα απαθές ανδρόγυνο, όπως έπλασε ό Θεός τον άνθρωπο καί όπως ήθελε να γεννιούνται οι άνθρωποι, γεννήθηκε ή Παναγία, αυτό το αγνό πλάσμα, καί στην συνέχεια σαρκώθηκε ό Χριστός. Μου λέει ό λογισμός ότι θα κατέβαινε καί νωρίτερα ό Χριστός στην γη, αν υπήρχε ένα αγνό ζευ­γάρι, όπως ήταν οι Άγιοι Ιωακείμ καί Άννα.

Οι Ρωμαιοκαθολικοί φθάνουν στην πλάνη καί πιστεύουν, δήθεν από ευλάβεια, ότι ή Παναγία γεννήθηκε χωρίς να έχη το προπατορι­κό αμάρτημα. Ενώ ή Παναγία δεν ήταν απαλλαγμένη από το προ­πατορικό αμάρτημα, αλλά γεννήθηκε όπως ήθελε ό Θεός να γεν­νιούνται οι άνθρωποι μετά την δημιουργία. Ήταν πάναγνη,  γιατί ή σύλ­ληψη Της έγινε χωρίς ηδονή. Οι Άγιοι Θεοπάτορες, μετά από θερμή προσ­ευχή στον Θεό να τους χαρίσει παιδί, συνήλθαν όχι από σαρκική επι­θυμία, αλλά από υπακοή στον Θεό. Αυτό το γεγονός το είχα ζήσει στο Σινά.

Ή εγκράτεια στην έγγαμη ζωή.

 

  Ό Θεός «εποίησε τα πάντα καλά λίαν» (Γενέσ 1, 31). Ό άνδρας νιώ­θει μια φυσική έλξη προς την γυναίκα καί ή γυναίκα προς τον άνδρα. Αν δεν υπήρχε αυτή ή έλξη, ποτέ δεν θα ξεκινούσε κανείς να κάνη οι­κογένεια. Θα συλλογιζόταν τίς δυσκολίες πού θα είχε αργότερα στην οικογένεια με την ανατροφή των παιδιών κ.λπ. καί δεν θα αποφάσιζε να ξεκινήσει.

Μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων το σαρκικό φρόνημα σε με­ρικούς ανθρώπους μπορεί να υπάρχει πέντε τοις εκατό, σε άλλους δέ­κα, τριάντα κ.λπ. Αλλά σήμερα που να βρεθούν άνθρωποι να έχουν πέντε τοις εκατό σαρκικό φρόνημα, να έχουν δηλαδή αγνό φρόνημα! Πάντως σε όλους τους ανθρώπους έχει δοθεί από τον Θεό ή δυνατό­τητα να φθάσουν στην απάθεια, αν αγωνισθούν με φιλότιμο.

Δεν δικαιολογούνται οι έγγαμοι, επειδή ακολούθησαν τον έγγαμο βίο, να ξεχνούν ότι ό άνθρωπος δεν είναι μόνο σάρκα, αλλά είναι καί πνεύμα, καί να αφήνουν τον εαυτό τους αχαλίνωτο. Πρέπει να αγωνίζονται να υποτάξουν την σάρκα στο πνεύμα. Αν προσπαθούν να ζουν πνευματικά, με την καθοδήγηση του Πνευματικού τους, θα αρχί­σουν να γεύονται σιγά-σιγά καί ανώτερες χαρές, πνευματικές, ουράνιες, καί δεν θα αναζητούν τίς σαρκικές. Έχουν υποχρέωση να αγωνίζονται καί να εγκρατεύονται, για να μη μεταδώσουν το σαρκικό πάθος καί στα παιδιά τους. Ένα παιδάκι, πού οι γονείς του έχουν πολύ σαρκικό φρόνημα, έχει από μικρό τέτοιες τάσεις, γιατί παίρνει το σαρκικό φρόνημα από αυτούς. Στην αρχή αυτό είναι απαλό, όπως όλα τα κληρονομικά πάθη – σαν την τσουκνίδα πού, μόλις φυτρώνει, είναι απαλή καί μπορείς να την πιάσεις, ενώ, όταν μεγαλώσει, τσιμπάει — καί μπορεί να θεραπευθεί από έναν καλό Πνευματικό, πού έχει διάκρι­ση. ‘Αν όμως δεν το κόψη στην μικρή ηλικία, θα χρειασθεί πολύ να αγωνισθεί, όταν μεγαλώσει, για να το κόψη (σ. 62-64).

Ή ανθρώπινη λογική στο θέλημα του Θεού για την τεκνογονία.

Πολλές φορές ανδρόγυνα μου εκφράζουν την ανησυχία τους για το θέμα της τεκνοποιίας καί ζητούν την γνώμη μου. Άλλα σκέφτονται να κάνουν ένα-δύο παιδιά καί άλλα θέλουν να αποκτήσουν πολλά παιδιά. Αυτό όμως πού τους συμφέρει είναι να αφήνουν το θέμα της τεκνοποιίας στον Θεό. Να εμπιστεύονται την ζωή τους στην θεία Πρόνοια καί να μη βάζουν δικά τους προγράμματα. Πρέπει να πι­στεύουν ότι ό Θεός, πού φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για τα δικά τους παιδιά…

Μερικοί προσπαθούν πρώτα να τακτοποιήσουν όλα τα άλλα καί υστέ­ρα να σκεφθούν για παιδιά. Δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους καθόλου τον Θεό. Άλλοι πάλι λένε: «σήμερα είναι δύσκολη ή ζωή· ένα παιδί φθά­νει, γιατί καί αυτό με δυσκολία το μεγαλώνεις», καί δεν κάνουν άλλα παιδιά. Δεν καταλαβαίνουν πόσο αμαρτάνουν μ’ αυτήν την τοποθέτη­ση, γιατί δεν αφήνονται με εμπιστοσύνη στον Θεό. ‘Ο Θεός έχει σπλάγχνα. Μόλις δη ότι δεν μπορούν να ανταποκριθούν, δεν Του είναι δύσκολο να μην τους δώσει άλλα παιδιά.

Ξεκινούν πολλοί να παντρευτούν, χωρίς να σκεφθούν ότι πρέπει να έχουν καί ως σκοπό να κάνουν παιδιά καί να τα αναθρέψουν χρι­στιανικά. Δεν θέλουν πολλά παιδιά, για να μην έχουν σκοτούρες, καί έχουν στα διαμερίσματα σκυλιά, γατιά… Στην Αυστραλία έχουν γηροκομείο για σκύλους, για γάτες…, ακόμη καί νεκροταφείο για τα ζώα! Οί άνθρωποι, έτσι όπως πάνε, θα μεγαλώνουν ποντίκια καί θα τα κάνουν κονσέρβες, για να ταΐζουν τα γατιά· θα μεγαλώνουν λαγούς καί κουνέλια καί θα τα κάνουν κονσέρβες, για να ταΐζουν τα σκυλιά, καί άλλοι άνθρωποι θα πεθαίνουν από την πείνα! Καί βλέπεις, άμα σκοτώσει κανείς ένα σκυλί, μπορεί να πλήρωση περισσότερα άπ’ όσα αν σκότωνε έναν άνθρωπο. Εξαρτάται φυσικά καί από το τίνος θα είναι το σκυ­λί… Που φθάσαμε!… Ό άνθρωπος στην εποχή μας αξίζει λιγότερο καί από ένα σκυλί!

Καί μερικοί Πνευματικοί απορώ πώς λένε μερικά πράγματα. Μια φο­ρά με ρώτησαν κάποιοι προσκυνητές πού ήρθαν εκεί στο Καλύβι:

«Γέροντα, ό ιερός Χρυσόστομος γράφει πουθενά να μην κάνουν οι σύζυγοι παιδιά;». «τι είναι αυτά πού λέτε; Πού το ακούσατε αυτό;», τους λέω.

«Να, ό πατήρ τάδε μας το είπε», μου λένε.

Πιάνω τον πα­τέρα τάδε καί τον ρωτάω. «Είπες τέτοιο πράγμα».

«Ναι», μου λέει. «Που το βρήκες αυτό γραμμένο;», τον ρωτάω.

«Ό ιερός Χρυσόστομος το ανα­φέρει στον Περί παρθενίας λόγο του», μου λέει! «Κοίταξε, του λέω, εγώ δεν διάβασα Άγιο Χρυσόστομο, αλλά δεν μπορεί ό Άγιος να λέει κά­τι τέτοιο κάτι άλλο θα λέει.

Φέρε να δω τι γράφει».

Μου φέρνει το βι­βλίο καί μου δείχνει το χωρίο. Το διαβάζω καί βλέπω ότι ό Άγιος γρά­φει: «Τώρα έχουν αυξηθεί οι άνθρωποι καί σας δίνεται ή δυνατότητα να ζήσετε καί εν παρθενία· δεν είναι όπως παλιά πού έπρεπε να αφή­σουν απογόνους» δεν λέει δηλαδή «μη γεννάτε παιδιά».

Καί αυτός να επιμένει.

Να είναι κληρικός καί θεολόγος, καί να λέει τέτοια πράγ­ματα!

Να δείχνει ότι διαβάζει Χρυσόστομο, ότι κάνει καί διατριβές, καί να τον έχουν για καλό Πνευματικό! Ξέρετε τι βλάβη κάνουν κάτι τέτοιες λανθασμένες ερμηνείες σε ανθρώπους πού θέλουν να αναπαύ­σουν τον λογισμό τους;

Για πολλούς πού ζουν κοσμικά ή οικογένεια σήμερα δεν έχει νόημα. Γι’ αυτό ή δεν παντρεύονται ή παντρεύονται καί δεν κάνουν παιδιά ή σκοτώνουν τα παιδιά με τίς εκτρώσεις, καί έτσι μόνοι τους εξαφανίζουν το σόι τους. Δηλαδή μόνοι τους καταστρέφονται δεν τους καταστρέφει ό Θεός. Ενώ οι πιστοί, πού τηρούν τίς εντολές του Θεού, δέχονται την Θεία Χάρη, γιατί ό Θεός είναι υποχρεωμένος κατά κάποιον τρόπο να τους βοηθάει σ τά δύσκολα χρόνια πού ζούμε.

Καί βλέπουμε Χριστιανούς οικογενειάρχες, με όσα παιδάκια τους δίνει ό Θεός, να τα μεγαλώνουν με φόβο Θεού. Καί όλα τα παιδιά να είναι ισορροπημένα, χαρούμενα, ευλογία Θεού, καί να προκόβουν. Εκεί πού λέμε: «τι θα γίνει ό κόσμος;», βλέπουμε τώρα να προχωράει, με την Χάρη του Θεού, μια γενιά καλή. Ό διάβολος καταστρέφει, αλλά καί ό Καλός Θεός εργάζεται καί δεν θα αφήσει να έξαφανισθή το γένος μας (σ. 64—68).

Δυσκολίες στην τεκνοποιία.

Σε μερικές γυναίκες πού δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδιά λει­τουργούν καί οι πνευματικοί νόμοι, γιατί δεν κάνουν οικογένεια εγκαί­ρως. Αρχίζουν να διαλέγουν. «Όχι, αυτός είναι έτσι, εκείνος είναι αλλιώς», δίνουν μια υπόσχεση σε κάποιον, κοιτάζουν συγχρόνως καί άλλον, λένε μετά «όχι» σ’ εκείνον πού έδωσαν την υπόσχεση – καί αυτός, αντί να το θεώρηση ευλογία πού τον αφήνει πριν παντρευτούν, πάει να αυτοκτονήσει. Ε, τι οικογένεια θα κάνη μια τέτοια κοπέλα; Άλλες γυναίκες δεν μπορούν να κάνουν παιδιά, γιατί στα νεανικά τους χρό­νια έζησαν άτακτη ζωή. Μερικές πάλι επηρεάζονται από την δια­τροφή. Πολλές τροφές περιέχουν πολλά φάρμακα καί ορμόνες.

Υπάρχουν καί ανδρόγυνα που, μόλις παντρευτούν, θέλουν αμέσως να αποκτήσουν παιδί καί, αν λίγο καθυστερήσουν, αρχίζουν να αγωνιούν. Άλλα πώς να κάνουν παιδί, ενώ είναι γεμάτοι αγωνία καί άγχος; Αν διώξουν την αγωνία καί το άγχος καί βάλουν στην ζωή τους μια κα­λή πνευματική σειρά, τότε θα κάνουν παιδί.

Μερικές φορές ό Θεός σκόπιμα αργεί να δώσει παιδί σε κάποιο ανδρόγυνο. Είδατε, καί στους Αγίους Ιωακείμ καί Άννα, τους Θεοπάτορες, καί στον Προφήτη Ζαχαρία καί την Αγία Ελισάβετ, στα γεράματα έδω­σε παιδί, για να εκπληρωθεί καί στις δύο περιπτώσεις το προαιώνιο σχέ­διο Του για την σωτηρία των ανθρώπων.

Οι σύζυγοι πρέπει να είναι πάντα έτοιμοι να δεχθούν το θέλημα του Θεού στην ζωή τους. Όποιος εμπιστεύεται τον εαυτό του στον Θεό, ό Θεός δεν τον αφήνει. Τίποτε δεν κάνουμε εμείς, καί ό Θεός πόσα κάνει για μας! Με πόση αγάπη καί απλοχεριά μας τα δίνει όλα! Υπάρχει τίποτε στον Θεό πού να μην μπορεί να το κάνη;

Ένα ανδρόγυνο είχε πέντε παιδιά, αλλά, όταν τα παιδιά τους μεγάλωσαν, αποκαταστάθηκαν καί έφυγαν από κοντά τους, έμειναν μόνοι.

Τότε αποφάσισαν να κάνουν ακόμη ένα παιδί, για να το έχουν στα γεράματα τους. Παρόλο πού ή γυναίκα ήταν σε ηλικία πού δεν μπορούσε να τεκνοποίηση καί ανθρωπίνως αυτό ήταν αδύνατο, είχαν όμως μεγάλη πίστη στον Θεό καί απέκτησαν ένα αγόρι. Έτσι είχαν μαζί τους στα γεράματα τους τον μικρότερο γιο τους, πού τον μεγάλωσαν καί τον τακτοποίησαν καί αυτόν.

Το θέμα της τεκνοποιίας δεν εξαρτάται μόνον από τον άνθρωπο, εξαρτάται καί από τον Θεό. Όταν ό Θεός βλέπει ταπείνωση στο ανδρό­γυνο πού έχει δυσκολία να απόκτηση παιδιά, τότε όχι μόνον ένα παιδί τους δίνει, αλλά καί πολυτέκνους μπορεί να τους κάνη. Όταν όμως βλέπει πείσμα καί εγωισμό, αν τους εκπλήρωση το αίτημα τους, θα τους ανάπαυση στο πείσμα τους καί στον εγωισμό τους. Πρέπει να αφεθούν εν λευκώ στον Θεό. «Θεέ μου, να πουν, Εσύ για το καλό μας φροντίζεις· «γενηθήτω το θέλημα Σου» (Ματθ. 6, 10)». Τότε θα γίνει αυτό πού ζητούν. Γιατί, όταν λέμε «γενηθήτω το θέλημα Σον» καί αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στον Θεό, τότε γίνεται το θέλημα του Θεού. Άλλα εμείς από το ένα μέρος λέμε «γενηθήτω το θέλημα σου», καί από το άλλο μέρος επιμένουμε στο θέλημα το δικό μας. Τότε τι να κάνη καί ό Θεός; (σ. 68—70).

Περιπτώσεις ατεκνίας.

… Ό Θεός σε πολλούς δεν δίνει παιδιά, για να αγαπήσουν τα παι­διά όλου του κόσμου σαν δικά τους καί να βοηθήσουν για την πνευ­ματική τους αναγέννηση. Κάποιος δεν είχε παιδιά, αλλά, όταν έβγαι­νε από το σπίτι του, όλα τα παιδιά της γειτονιάς έτρεχαν κοντά του καί τον περιτριγύριζαν με πολλή αγάπη. Δεν τον άφηναν να πάει στην δουλειά του. Βλέπετε, ό Θεός δεν του έδωσε δικά του παιδιά, αλλά του χάρισε την ευλογία να τον αγαπούν σαν πατέρα όλα τα παιδιά της γειτονιάς του καί με τον τρόπο του να τα βοηθάει πνευματικά. Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.

Άλλοτε πάλι ό Θεός δεν δίνει παιδιά, για να βολεύεται καί κανέ­να ορφανό. Είχα γνωρίσει κάποτε έναν καλό Χριστιανό, πού εξα­σκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Όταν πέρασα μια φορά από την πόλη πού έμενε, τον επισκέφτηκα καί ή πολλή καλοσύνη του με έκαμψε να παραμείνω καί να φιλοξενηθώ μια μέρα στο σπίτι του. Γνώρισα καί την σύζυγο του, πού του έμοιαζε καί αυτή στις αρετές. Καί από μεν την σύζυγο έμαθα για την πνευματική ζωή του συζύγου, από δε τον σύζυγο για την πνευματική κατάσταση της συζύγου. Αργότερα έμαθα γι’ αυτούς καί από πολλούς Χριστιανούς, πού τους γνώριζαν, γιατι τους είχαν ευεργετήσει. Ό άνθρωπος αυτός του Θεού εξασκούσε τί­μια το επάγγελμα του δικηγόρου. Εάν έβλεπε ότι κάποιος ήταν απα­τεώνας, όχι μόνο δεν αναλάμβανε την υπόθεση, αλλά καί τον ήλεγχε αυστηρά, για να συνέλθει. Εάν έβλεπε ένοχο, αλλά μετανοιωμένο, προσπαθούσε να συμβιβάσει κάπως τα πράγματα ή να ελαττωθεί ή ποινή. Εάν έβλεπε φτωχό αδικημένο, δεν έπαιρνε καθόλου χρήματα καί προσπαθούσε στην δίκη να δικαιωθεί. Ζούσε πολύ απλά, καί έτσι τα λί­γα χρήματα πού έβγαζε του έφθαναν, ακόμη καί για να βοηθάει φτω­χές οικογένειες. Το σπίτι του πιστού δικηγόρου ήταν μια πραγματική πνευματική όαση μέσα στην Σαχάρα της πόλεως. Εκεί μαζεύονταν άνθρωποι πονεμένοι, φτωχοί, άνεργοι, με οικογενειακά προβλήματα, στους οποίους συμπαραστεκόταν σαν καλός πατέρας. Είχε καί γνωστούς σε διάφορες θέσεις καί, όποιον έπαιρνε τηλέφωνο, για να εξυπηρέτηση κά­ποιον για καμιά δουλειά, για αρρώστιες κλπ., κανείς δεν του έλεγε «όχι», γιατί όλοι τον αγαπούσαν καί τον εκτιμούσαν.

Με τον ίδιο τρόπο εργαζόταν καί ή γυναίκα του. Βοηθούσε φτωχά παιδιά ή νέους πού είχαν δυσκολίες στις σπουδές τους. Σαν μάνα την είχαν. Κάποια στιγμή όμως μου εξέφρασε ένα παράπονο. «Όταν πα­ντρεύτηκα, πάτερ, μου είπε, αμέσως παραιτήθηκα από καθηγήτρια, γιατί είπα να γίνω μια καλή μητέρα. Ζητούσα από τον Χριστό να μου δώσει ακόμη καί είκοσι παιδιά, αλλά δυστυχώς ούτε ένα δεν μου έδωσε». Τότε της είπα: «Εσύ, αδελφή, έχεις περισσότερα από πεντα­κόσια παιδιά, καί ακόμη παραπονιέσαι; Ό Χριστός είδε την αγαθή σου προαίρεση καί θα σε ανταμείψει γι’ αυτήν. Τώρα πού βοηθάς για την πνευματική αναγέννηση τόσων παιδιών, γίνεσαι καλύτερη μητέρα από πολλές μητέρες καί ξεπερνάς καί όλες τις πολύτεκνες μητέρες. Θα έχεις καί μεγαλύτερο μισθό, γιατί με την πνευματική αναγέννηση εξα­σφαλίζονται τα παιδιά πνευματικά στην αιώνια ζωή». Είχαν εν τω μεταξύ υιοθετήσει μια κοπέλα καί της είχαν γράψει την περιουσία τους. Αυτή τους γηροκόμησε καί, όταν αναπαύτηκαν, πήγε σε Μο­ναστήρι – αν καί το σπίτι τους ήταν σαν Μοναστήρι, γιατί διαβάζονταν όλες οι Ακολουθίες. Στον Εσπερινό καί στο Απόδειπνο είχαν καί άλλους εν Χριστώ αδελφούς· Μεσονυκτικό καί Όρθρο τα διάβαζαν οι τρεις. Οι ευλογημένες αυτές ψυχές πολλές ψυχές πονεμένων ανέπαυσαν. Ό Θεός να ανάπαυση καί αυτούς.

Γι’ αυτό λέω ότι ό μεγαλύτερος καί καλύτερος πολύτεκνος είναι ό άνθρωπος πού αναγεννήθηκε πνευματικά καί βοηθάει για την πνευ­ματική αναγέννηση των παιδιών όλου του κόσμου, για να εξασφαλίσουν τις ψυχές τους στον Παράδεισο.

Μερικοί, Γέροντα, πού δεν μπορούν να κάνουν παιδιά, σκέφτονται να υιοθετήσουν κάποιο παιδάκι.

Ναι, καλύτερα να υιοθετήσουν. Δεν πρέπει όμως να επιμένουν. Αυτό πού θέλει ό άνθρωπος δεν είναι πάντοτε καί το θέλημα του Θεού.

Γέροντα, οι θετοί γονείς πρέπει σε κάποια ηλικία να πουν στο παι­δί ότι το έχουν υιοθετήσει;

Ε, το καλύτερο είναι να το πουν στο παιδί σε κάποια ηλικία. Άλ­λα αυτό πού έχει σημασία είναι να αγαπούν πολύ καί σωστά το παιδί. Υπάρχουν παιδιά πού ζουν με τους πραγματικούς γονείς τους και αγαπούν άλλους ανθρώπους πιο πολύ, γιατί οι γονείς τους δεν έχουν αγάπη (σ. 70-73).

Οι πολύτεκνες οικογένειες.

Ό Θεός αγαπάει καί φροντίζει ιδιαίτερα τους πολυτέκνους. Σε μια μεγάλη οικογένεια δίνονται πολλές ευκαιρίες στα παιδιά να αναπτυχθούν κανονικά, εφόσον οι γονείς τους δίνουν σωστή αγωγή. Το ένα παιδί βοη­θάει το άλλο. Ή μεγαλύτερη κόρη βοηθάει την μητέρα, το δεύτερο παιδί φροντίζει το μικρότερο κ.λπ. Υπάρχει αυτό το δόσιμο καί ζουν μέσα σε μια ατμόσφαιρα θυσίας καί αγάπης. Ό μικρός τον μεγάλο καί τον αγαπά καί τον σέβεται. Αυτό φυσιολογικά καλλιεργείται σε μια πο­λύτεκνη οικογένεια.

Γι’ αυτό, όταν στην οικογένεια είναι μόνον ένα ή δυο παιδιά, οι γο­νείς χρειάζεται πολύ να προσέξουν πώς θα τα μεγαλώσουν. Συνήθως κοι­τάζουν να μην τους λείψει τίποτε, οπότε τα παιδιά τα έχουν όλα δικά τους καί αχρηστεύονται τελείως. Πάρε μια κοπέλα μοναχοκόρη πού τα έχει όλα. Έχει την υπηρέτρια, πού θα της φέρει το φαγητό στην ώρα του, πού θα της νοικοκυρέψει το δωμάτιο της κ.λπ. Ή υπηρέτρια πλη­ρώνεται, αλλά καλλιεργείται κιόλας, γιατί δίνεται, προσφέρει, ενώ αυτή, αν δεν κάνη καμιά θυσία, μένει κούτσουρο, ακαλλιέργητη. Ε­γώ συνιστώ στους νέους να πάρουν σύζυγο από πολύτεκνη οικογέ­νεια, γιατί τα παιδιά πού μεγαλώνουν με οικονομική δυσκολία συνηθίζουν στην θυσία, επειδή σκέφτονται πώς να βοηθήσουν τους γονείς. Αυτό σπά­νια το συναντάς στα καλομαθημένα παιδιά.

Αλλά καί οι πολύτεκνοι γονείς έχουν πλούσια καρδιά. Θυμάμαι στην Κατοχή ήταν στην γειτονιά μας ένα παιδάκι ορφανό, πού είχε μεί­νει τελείως μόνο του. Ένας πολύτεκνος οικογενειάρχης, με δέκα παι­διά, το λυπήθηκε, το πήρε στο σπίτι του καί το μεγάλωσε καί αυτό μα­ζί με τα δικά του παιδιά. Καί ξέρετε έπειτα τι ευλογίες είχε από τον Θεό! Θα τον άφηνε ό Θεός αβοήθητο με τέτοιο φιλότιμο πού, είχε;

Ένας πολύτεκνος μπορεί στις αρχές να αντιμετώπιση δυσκολίες, αλλά ό Θεός δεν θα τον αφήσει. Να σας πω καί για μια άλλη περίπτωση: Ένας πολύτεκνος, πού είχε έξι παιδιά, μου είπε μια φορά να κάνω προσευχή να φωτίζει ό Θεός τους νοικοκυραίους να μην τον βγάζουν από το σπίτι. Δυστυχώς, πολλοί ιδιοκτήτες, ενώ νοικιάζουν το σπίτι τους σε οικογένειες με δύο ανθρώπους καί πέντε σκύλους ή γατιά, πού το μουρνταρεύουν, δεν θέλουν οικογένειες με πολλά παιδιά, για να μην τους χαλάσουν  δήθεν το σπίτι τους. Αυτό λοιπόν ο οικογενειάρχης είχε κουραστεί ό καημένος να τον διώχνει ό ένας ιδιοκτήτης, να μην του νοικιάζει το σπί­τι του ό άλλος καί να μεταφέρει τα παιδάκια του καί τα πράγματα του από σπίτι σε σπίτι με πολλή αγωνία. Εργαζόταν σκληρά, οικονομούσε τα απαραίτητα για την οικογένεια του καί δεν έκανε παζάρια για το ενοί­κιο, αρκεί να τον άφηναν οι ιδιοκτήτες να μείνει λίγα χρόνια, για να μην ταλαιπωρούνται με τίς μετακομίσεις. Όταν τα άκουσα αυτά, τον πόνε­σα καί του είπα: «Μη στενοχωριέσαι ό Θεός έχει στον λογαριασμό Του καί τα δικά σου παιδιά. Αυτός είναι ό Δημιουργός πού δίνει στα παι­διά το κυριότερο, την ψυχή, ενώ εσύ με την σύζυγο, σαν συνδημιουργοί, δίνετε το σώμα. Επομένως ό Θεός ενδιαφέρεται πιο πολύ από σας για τα παιδιά σας». Δεν πέρασαν δύο-τρεις μήνες, έρχεται χαρούμενος καί μου λέει: «Δόξα τω Θεώ, ό Θεός μου οικονόμησε καί σπίτι καί μου περισσεύουν καί αρκετά χρήματα». Τον ρώτησα τι συνέβη καί μου διηγήθηκε το εξής περιστατικό:

«Πηγαίνοντας για το χωριό μου, κάθισα λίγο στο πρακτορείο, μέ­χρι να έρθει ή ώρα να φυγή το λεωφορείο. Με πλησιάζει λοιπόν ένας λαχειοπώλης καί μου λέει να πάρω λαχεία. Εγώ, επειδή είχα την αρχή ως Χριστιανός να μην παίρνω λαχεία, του είπα ότι δεν ήθελα. Όταν όμως είδα τον λαχειοπώλη να φεύγει, σκέφτηκα μήπως είχε μεγάλη ανάγκη, γι’ αυτό τον φώναξα πάλι καί έβγαλα χρήματα να του πληρώσω ένα λαχείο, χωρίς να το πάρω. Μα ό λαχειοπώλης ήταν φιλότιμος καί δεν το δέχθηκε αυτό. Πάλι στενοχωρήθηκα καί, επειδή ήθελα να τον βοηθήσω, του είπα: «Δώσ’ μου ένα λαχείο· ίσως μου χρειασθεί». Καί αγό­ρασα ένα λαχείο με σκοπό να χάρη ό άλλος καί εγώ να στενοχω­ρηθώ καί λίγο, πού παρέβηκα το τυπικό μου. Εκείνο λοιπόν το λαχείο κέρδισε ένα μεγάλο ποσό, αγόρασα σπίτι καί μου περίσσεψαν καί χρήματα, για να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Έμαθα καί που έμενε ό λαχειοπώλης καί πήγα αθόρυβα καί του άφησα στην θυρίδα του έναν φά­κελο με αρκετά χρήματα, επειδή ήξερα πώς δεν θα τα δεχόταν, εάν του τα έδινα στα χέρια». Είναι φοβερό πώς ενεργεί στους φιλότιμους ή αγά­πη του Θεού! (σ. 73-76).

Οι εκτρώσεις είναι φοβερή αμαρτία.

Γέροντα, κάποια κυρία σαράντα χρόνων, πού έχει μεγάλα παιδιά, είναι έγκυος τριών μηνών. Ό άνδρας της την απειλεί πώς, αν δεν κάνη έκτρωση, θα την χωρίσει.

Αν κάμει έκτρωση, θα την πληρώσουν τα άλλα παιδιά τους με αρρώ­στιες καί ατυχήματα Σήμερα οι γονείς σκοτώνουν τα παιδιά με τίς εκτρώ­σεις καί δεν έχουν την ευλογία του Θεού. Παλιά, αν γεννιόταν ένα παι­δάκι άρρωστο, το βάπτιζαν, πέθαινε αγγελούδι, καί ήταν πιο ασφαλισμένο.
Είχαν οι γονείς καί άλλα γερά παιδιά, είχαν καί την ευλογία  του Θεού. Τώρα γερά παιδιά τα σκοτώνουν με τίς εκτρώσεις καί διατηρούν στην ζωή άλλα πού είναι αρρωστημένα. Τρέχουν οι γονείς στην Αγγλία, στην Αμερική να τα θεραπεύσουν. Καί συνεχίζεται μετά να γεννιούνται πιο άρρωστα, γιατί καί αυτά, αν ζήσουν καί κάνουν οικογένεια, μπο­ρεί να γεννήσουν πάλι άρρωστα παιδιά, οπότε τι βγαίνει; Ενώ, αν γεννούσαν μερικά παιδιά, δεν θα έτρεχαν τόσο πολύ για το ένα, το άρρω­στο. Θα πέθαινε καί θα πήγαινε αγγελούδι.

–    Γέροντα, διάβασα κάπου ότι κάθε χρόνο γίνονται σε όλο , τον κόσμο πενήντα εκατομμύρια εκτρώσεις καί διακόσιες χιλιάδες γυ­ναίκες πεθαίνουν από τίς αμβλώσεις πού κάνουν.

–    Σκοτώνουν τα παιδιά, γιατί λένε ότι, αν πληθύνει ό κόσμος, δεν θα έχουν να φάνε, να συντηρηθούν οι άνθρωποι. Τόσες ακαλλιέργητες εκτάσεις υπάρχουν, τόσα δάση, πού σε λίγο χρόνο, με τα μέσα πού υπάρχουν σήμερα, μπορούν να τα κάνουν λ.χ. ελαιώνες καί να τα δώσουν στους ακτήμονες. Δεν είναι ότι θα κοπούν τα δένδρα καί δεν θα υπάρχει οξυγόνο, γιατί πάλι δένδρα θα μπουν. Στην Αμερική καίνε το σιτά­ρι καί εδώ στην Ελλάδα πετούν τα φρούτα κ.λπ. στην χωματερή, καί εκεί στην Αφρική οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Όταν στην Αβησσυνία πέθαιναν οι άνθρωποι από πείνα, γιατί είχε πολλή ανομβρία, είχα πει σε κάποιον γνωστό μου εφοπλιστή, πού βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις, να πάει στην χωματερή καί να παρακάλεση να φόρτωση κα­νένα πλοίο να τα πάει εκεί δωρεάν. Με κανέναν τρόπο δεν του έδωσαν.
Πόσες χιλιάδες έμβρυα σκοτώνονται κάθε μέρα!

–     Ή έκτρωση είναι φοβερή αμαρτία. Είναι φόνος, καί μάλιστα πολύ μεγάλος φόνος, για­ τι σκοτώνονται αβάπτιστα παιδιά. Πρέπει να καταλάβουν οι γονείς ότι ή ζωή αρχίζει από την στιγμή της συλλήψεως.

Μια νύχτα ό Θεός επέτρεψε να δω ένα φοβερό όραμα, πού με πλη­ροφόρησε γι αυτό το θέμα! Ήταν βράδυ, Τρίτη της Διακαινησίμου το 1984. Είχα ανάψει δυο κεράκια μέσα σε δυο τενεκεδάκια, όπως συνηθίζω να κάνω, ακόμη καί όταν κοιμάμαι, για όλους όσους πάσχουν ψυχικά καί σωματικά. Σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνω ζώντες καί κεκοιμημένους. στις δώ­δεκα τα μεσάνυχτα, εκεί πού έλεγα την Ευχή, βλέπω ένα μεγάλο χωράφι περιφραγμένο με μια μάνδρα, σπαρμένο με σιτάρι πού μόλις άρχιζε να ψηλώνει. Εγώ στεκόμουν έξω από το χωράφι, άναβα κεριά για τους κεκοιμημένους καί τα στερέωνα πάνω στον τοίχο της μάνδρας. Αρι­στερά ήταν ένας ξερότοπος, γεμάτος βράχους καί κρημνούς, πού σειόταν συνέχεια από μία δυνατή βοή από χιλιάδες σπαραχτικές φωνές, πού σου σπάραζαν την καρδιά. Καί ό πιο σκληρός άνθρωπος, αν τίς άκου­γε, ήταν αδύνατο να μη συγκλονισθεί. Ενώ υπέφερα από τίς σπαραχτικές φωνές καί αναρωτιόμουν από που προέρχονται καί τι σημαίνουν όλα αυτά πού έβλεπα, άκουσα μια φωνή να μου λέει: «Το χωράφι με το σπαρμένο σιτάρι, πού δεν έχει ακόμη ξεσταχυάσει, είναι το Κοιμητήρι με τίς ψυ­χές των νεκρών πού θα αναστηθούν. Στον τόπο δε πού σείεται από τίς σπαραχτικές φωνές βρίσκονται οι ψυχές των παιδιών πού έχουν σκοτωθεί με τίς εκτρώσεις»! Έπειτα από αυτό το όραμα μου ήταν αδύ­νατο να συνέλθω από τον μεγάλο πόνο πού δοκίμασα για τίς ψυχές εκεί­νων των παιδιών. Ούτε να ξαπλώσω μπορούσα, για να ξεκουραστώ, παρόλο πού ήμουν κατάκοπος εκείνη την ήμερα

 

.- Γέροντα, μπορεί να γίνει κάτι, ώστε να αρθεί ό νόμος για τίς εκτρώσεις;

Μπορεί, αλλά χρειάζεται να κινηθεί ή Πολιτεία, ή Εκκλησία κλπ., ώστε να ενημερωθεί ό κόσμος για τίς συνέπειες πού θα έχη ή υπο­γεννητικότητα. Οι Ιερείς να εξηγήσουν στον κόσμο ότι ό νόμος για τίς εκτρώσεις είναι αντίθετος προς τίς εντολές του Ευαγγελίου. Οι γιατροί πάλι από την δική τους πλευρά να μιλήσουν για τους κινδύνους πού δια­τρέχει ή γυναίκα πού κάνει έκτρωση. Βλέπεις, οι Ευρωπαίοι είχαν την ευγένεια καί την άφησαν κληρονομιά καί στα παιδιά τους.

‘Εμείς είχαμε τον φόβο του Θεού, αλλά τον χάσαμε καί δεν τον αφήσαμε κληρονομιά στην επόμενη γενιά, γι’ αυτό τώρα νομιμοποιούμε τίς εκτρώσεις, τον πολιτικό γάμο…Όταν παραβαίνει ένας άνθρωπος μια εντολή του Ευαγγελίου, ευθύ­νεται μόνον αυτός. Όταν όμως κάτι πού αντίκειται στις εντολές του Ευαγγελίου γίνεται από το κράτος νόμος, τότε έρχεται ή οργή του θεού σε όλο το έθνος, για να παιδαγωγηθεί (σ. 76—78).

Εγκυμοσύνη καί θηλασμός.

Ή ανατροφή του παιδιού αρχίζει από την εγκυμοσύνη. ‘Αν ή μητέρα πού κυοφορεί συγχύζεται καί στενοχωριέται, το έμβρυο μέσα στην κοιλιά της ταράζεται. Ενώ, όταν ή μάνα προσεύχεται καί ζει πνευματικά, το παιδάκι στην κοιλιά της μάνας αγιάζεται. Γι’ αυτό ή γυναίκα, όταν είναι έγκυος, πρέπει να λέει την Ευχή, να μελετάει λίγο από το Ευαγ­γέλιο, να ψάλει, να μην έχη άγχος, αλλά καί οι άλλοι να προσέχουν να μην την στενοχωρούν. Τότε το παιδί πού θα γεννηθεί θα είναι αγιασμένο καί οι γονείς δεν θα έχουν πρόβλημα μαζί του, ούτε όταν είναι μικρό, ούτε όταν μεγαλώσει.

Ύστερα, όταν γεννηθεί το παιδί, πρέπει να το θηλάσει, όσο πιο πολύ μπορεί. Το μητρικό γάλα δίνει υγεία στα παιδιά. Με τον θηλασμό τα παιδιά δεν θηλάζουν μόνο γάλα· θηλάζουν καί αγάπη, στοργή, πα­ρηγοριά, ασφάλεια, καί αποκτούν έτσι δυνατό χαρακτήρα. Άλλα καί την ίδια την μητέρα την βοηθάει ό θηλασμός. Όταν οι μητέρες δεν θηλάζουν τα παιδιά, δημιουργούνται ανωμαλίες στον οργανισμό τους, πού μπο­ρεί να οδηγήσουν σε μαστεκτομές.

Παλιά μια μητέρα μπορεί να θήλαζε καί το παιδί της γειτόνισ­σας, αν δεν είχε γάλα. Τώρα πολλές μητέρες βαριούνται να θηλάσουν ακόμη καί τα δικά τους παιδιά. Ή μάνα πού τεμπελιάζει καί δεν θη­λάζει το παιδί, μεταδίδει τεμπελιά καί στο παιδί. Παλιά τα κουτιά με το συμπυκνωμένο γάλα είχαν άπ’ έξω μια μάνα πού κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδάκι. Τώρα έχουν μια μάνα πού κρατάει κάτι λουλούδια! Δεν θηλάζουν οι μάνες τα παιδιά, οπότε τα παιδιά με­γαλώνουν απαρηγόρητα Ποιος θα τους δώσει στοργή καί αγάπη; Το κου­τί με το γάλα της αγελάδας; Θηλάζουν από το «παγωμένο» μπου­κάλι καί παγώνει ή καρδιά τους. «Ύστερα, όταν μεγαλώσουν, ζητούν πα­ρηγοριά στο μπουκάλι, στις ταβέρνες. Πίνουν, για να ξεχάσουν το άγχος, καί γίνονται αλκοολικά. Αν δεν πάρουν στοργή τα παιδιά, δεν θα έχουν να δώσουν στοργή, καί πάει σχοινί-κορδόνι. Έρχονται μετά οι μανάδες: «Κάνε προσευχή, πάτερ! Χάνω το παιδί μου» (σ. 84-85).

Ή ευθύνη των γονέων για την ανατροφή των παιδιών.

Να εμπιστευθούν οι γονείς τα  παιδιά τους Στον Θεό.

… Ό Θεός έδωσε στους Πρωτοπλάστους, στον Αδάμ καί την Εύα, την μεγάλη ευλογία να γίνονται συνδημιουργοί Του. Στην συνέχεια οι γονείς, οι παππούδες κλπ. είναι καί αυτοί συνδημιουργοί με τον Θεό, γιατί δίνουν το σώμα, ενώ ό Θεός δίνει την ψυχή.

Ό Θεός είναι κατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένος να νοιαστεί για τα παιδιά. Όταν βαπτιστή το παιδάκι, ό Θεός διαθέτει καί έναν Άγγελο, για να το προστατεύει, οπότε το παιδί προστατεύεται από τον Θεό, από τον Φύλακα Άγγελο καί από τους γονείς. Ό Φύλακας  Άγγελος είναι συνέχεια κοντά του καί το βοηθάει. Όσο μεγαλώνει το παιδί, τό­σο οι γονείς απαλλάσσονται από τις ευθύνες. Αν οι γονείς πεθάνουν, ό Θεός, καί από ψηλά καί από κοντά, αλλά καί ό Φύλακας Άγγελος από κοντά, συνεχίζουν για πάντα να προστατεύουν το παιδί.

Οι γονείς πρέπει να βοηθούν πνευματικά τα παιδιά, όταν είναι μι­κρά, γιατί τότε καί τα ελαττώματα τους είναι μικρά καί εύκολα μπο­ρούν να κοπούν. Είναι όπως ή φρέσκια πατάτα λίγο αν την ξύσης, ξε­φλουδίζεται. Αν όμως παλιώσει, πρέπει να πάρεις μαχαίρι να την καθαρίσεις καί, αν έχη καί κανένα μαυράκι, πρέπει να προχώρησης καί πιο βαθιά.

Αν τα παιδιά βοηθηθούν από μικρά καί γεμίσουν Χριστό, θα είναι κοντά Του για πάντα. Καί να ξεφύγουν λίγο, όταν μεγαλώσουν, λόγω της ηλικίας ή μιας κακής συναναστροφής, πάλι θα συνέλθουν. Γιατί ό φόβος του Θεού καί ή ευλάβεια, πού πότισαν τίς καρδιές τους στην μι­κρή ηλικία, δεν είναι δυνατόν ποτέ να εξαλειφθούν.

Ύστερα, στην εφηβεία, πού είναι ή πιο δύσκολη ηλικία, ή αγω­νία των γονέων είναι μεγαλύτερη για τα παιδιά τους, μέχρι να τα μορφώσουν καί να τα αποκαταστήσουν. Οι γονείς τότε ας κάνουν ό,τι μπορούν, για να τα βοηθήσουν, καί ό,τι δεν μπορούν να κάνουν, για­τί ξεπερνάει τίς δυνάμεις τους, ας το αναθέτουν στον Παντοδύναμο Θεό. Όταν εμπιστευθούν τα παιδιά τους στον Θεό, τότε ό Θεός είναι υπο­χρεωμένος να βοηθήσει για πράγματα πού δεν γίνονται ανθρωπίνως. Αν λ.χ. τα παιδιά δεν ακούν, να τα εμπιστευθούν στον Θεό, καί όχι να βρί­σκουν διαφόρους τρόπους να τα ζορίζουν. Να πει ή μητέρα στον Θεό: «Θεέ μου, δεν μ’ ακούν τα παιδιά μου. Εγώ δεν μπορώ να κάνω τί­ποτε. Φρόντισε τα Εσύ».

Μου έκανε εντύπωση προχθές στην Αγρυπνία μια μητέρα πού την γνώριζα από παλιά. Ήρθε να με χαιρετήσει. Βλέπω να έχη μαζί της μό­νον τα μεγαλύτερα παιδιά. «Πού είναι τα μικρά;», την ρωτάω. «Στο σπί­τι, Γέροντα, μου λέει. Τέτοια μέρα θέλαμε να ‘έρθουμε στην Αγρυπνία καί είπαμε με τον σύζυγο: Αφού σε Αγρυπνία πάμε, δεν πάμε κάπου για διασκέδαση, ό Θεός θα διάθεση έναν Άγγελο να φύλαξη τα μικρά μας». Σπάνια συναντάς σήμερα τέτοια εμπιστοσύνη, γιατί τώρα, όπως έλειψε ή εμπιστοσύνη των παιδιών στους γονείς, έλειψε καί ή εμπιστοσύνη των γονέων στον Θεό. Καί ακούς συχνά πολλούς γονείς να λένε: «Για­τί το δικό μας παιδί να πάρη κακό δρόμο; Εμείς εκκλησιαζόμαστε». Δεν δίνουν το κατσαβίδι στον Χριστό να σφίξη στα παιδιά λίγο καμιά …βίδα Θέλουν να τα κάνουν όλα μόνοι τους. Καί ενώ υπάρχει ό Θε­ός, πού προστατεύει τα παιδιά, καί ό Φύλακας Άγγελος είναι συνέχεια κοντά τους καί τα προστατεύει καί αυτός, αυτοί αγωνιούν, μέχρι πού αρρωσταίνουν. Καί παρόλο πού είναι πιστοί άνθρωποι, φέρονται σαν να μην υπάρχει Θεός, σαν να μην υπάρχει Φύλακας Άγγελος, οπότε εμπο­δίζουν την θεία επέμβαση. Ενώ πρέπει να ταπεινώνονται καί να ζητούν βοήθεια από τον Θεό καί ό Καλός Θεός θα προστατέψει τα παιδιά (σ. 91-93).

Ή πνευματική αναγέννηση των παιδιών.

–     Γέροντα, για την ανατροφή των παιδιών ευθύνονται μόνον οι γονείς;

Κυρίως οι γονείς ευθύνονται, γιατί, ανάλογα με την ανατροφή πού θα δώσουν στα παιδιά, θα γίνουν καλοί κληρικοί, καλοί εκπαιδευτικοί κλπ., καί θα βοηθούν καί αυτά με την σειρά τους τα παιδιά, καί τα δι κά τους καί του κόσμου. Ή μητέρα μάλιστα έχει περισσότερη ευθύνη από τον πατέρα για την ανατροφή των παιδιών.

‘Αν οι γονείς κατά το διάστημα πού το παιδάκι είναι ακόμη στην κοι­λιά της μητέρας προσεύχονται, ζουν πνευματικά, το παιδάκι θα γεννηθεί αγιασμένο. Καί στην συνέχεια, αν το βοηθήσουν πνευματικά, θα γίνει αγια­σμένος άνθρωπος καί θα βοηθάει την κοινωνία, είτε στην Εκκλησία θα διακονεί είτε στην εξουσία θα ανέβει κ.λπ. Πρέπει όλοι να βοηθούμε τα παιδιά, ώστε να γίνουν σωστοί άνθρωποι καί να μείνει λίγο προζύμι για τίς επόμενες γενιές. Γιατί τώρα, όπως πάνε τα πράγματα, πάει να χαθεί καί το προζύμι. Καί αν χαθεί το προζύμι, μετά τι θα γίνει;

Οι γονείς πού γεννούν τα παιδιά καί τους δίνουν το σώμα πρέπει να συντελέσουν, όσο μπορούν, καί στην πνευματική αναγέννηση τους. Γιατί ό άνθρωπος, εάν δεν αναγεννηθεί πνευματικά, είναι για την κό­λαση. Ύστερα οι γονείς, ό,τι δεν μπορούν να κάνουν οι ίδιοι για τα παι­διά τους, θα το αναθέσουν σε δασκάλους. Γι’ αυτό λέει καί ή Εκκλη­σία μας «τους γονείς ημών καί διδασκάλους». Υπάρχουν όμως καί οι πνευματικοί Πατέρες, πού μπορεί να μην έχουν παιδιά, αλλά βοη­θούν πιο θετικά στην αγωγή των παιδιών, γιατί εργάζονται για την πνευ­ματική τους αναγέννηση.

Θέλω να πω, όλοι πρέπει να βοηθούν, καθένας με τον τρόπο του, με το παράδειγμα του, για να αναγεννηθούν τα παιδιά, ώστε να ζήσουν ειρηνικά σ’ αυτήν την ζωή καί να πάνε στον Παράδεισο. Όταν τα παι­διά γίνουν πνευματικοί άνθρωποι, ούτε νόμους χρειάζονται ούτε τίποτε. «Δικαίω νόμος ου κείται (Α’ Τιμοθ. 1, 9). Ό νόμος είναι για τους παρανόμους. Ή πνευματική εξουσία είναι ανώτερη από τίς ανθρώπινες εξουσίες (σ. 93-94).

Το παράδειγμα των γονέων.

–    Γέροντα, όταν το παιδί δεν υπάκουη καί αντιδρά, πώς πρέπει να φερθούν οι γονείς;

–    Για να μην υπάκουη το παιδί καί να φέρεται άσχημα, κάτι θα φταίει. Μπορεί να βλέπει άσχημες σκηνές ή να ακούει άσχημα λόγια μέ­σα στο σπίτι ή έξω από αυτό. Πάντως τα παιδιά στα πνευματικά θέ­ματα τα βοηθούμε κυρίως με το παράδειγμα μας, όχι με το ζόρισμα. Πε­ρισσότερο μάλιστα τα βοηθάει ή μητέρα με το παράδειγμα της, με την υπακοή της καί τον σεβασμό της προς τον σύζυγο. Αν σε κάποιο θέμα έχη διαφορετική γνώμη από εκείνον, ποτέ να μην την εκφράζει μπροστά στα παιδιά, για να μην το εκμεταλλεύεται ό πονηρός. Ποτέ να μη χαλάει τον λογισμό των παιδιών για τον πατέρα. Ακόμη καί αν φταίει ό πατέρας, να τον δικαιολογεί. Αν λ.χ. φερθεί άσχημα, να πει στα
παιδιά: «ό μπαμπάς είναι κουρασμένος, γιατί ξενύχτησε, για να τελείωση μια επείγουσα δουλειά. Καί αυτό για σας το κάνει».

Πολλοί γονείς μαλώνουν μπροστά στα παιδιά καί τους δίνουν άσχη­μα μαθήματα. Τα καημένα τα παιδιά θλίβονται. Αρχίζουν μετά οι γο­νείς, για να τα παρηγορήσουν, να τους κάνουν όλα τα χατίρια. Πηγαίνει ό πατέρας καί καλοπιάνει το παιδί: «τι θέλεις, χρυσό μου, να σου πάρω;». Πηγαίνει καί ή μάνα, το καλοπιάνει κι εκείνη καί τελικά τα παιδιά μεγαλώνουν με νάζια καί καμώματα καί υστέρα, αν δεν μπορούν οι γονείς να τους δώσουν ότι τους ζητούν, τους απειλούν ότι θα αυτοκτονήσουν…

Όταν τα παιδιά βλέπουν τους γονείς τους να έχουν αγάπη μεταξύ τους, να έχουν σεβασμό, να φέρονται με σύνεση, να προσεύχονται κ.λπ., τότε αυτά τα τυπώνουν στην ψυχή τους. Γι’ αυτό λέω ότι ή καλύτερη κληρονομιά, πού μπορούν να αφήσουν οί γονείς στα παιδιά τους, είναι να τους μεταδώσουν την δική τους ευλάβεια… (σ. 94-96).

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΕΙΔΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Αρέσει σε %d bloggers: