ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ

Εισήγηση του Αγιορείτη μοναχού π. Μωϋσή στην Ημερίδα «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ», πού πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2001 στο Ιερό Κοινόβιο Όσιου Νικόδημου.

Αφού ευχαριστήσω θερμά την προ­σκαλούσα φίλη Ιερά Μονή και ταπεινά συγ­χαρώ για την εικοσαετή ανο­δική πορεία της θ’ αρχίσω την αφιλόδοξη εισήγηση μου με τη γνωστή αλλά σημαντική διήγηση περί του άββά Αγά­θωνος: «Άκούοντες τινές ότι έχει μεγάλην διάκρισιν, ηθέ­λησαν να τον δοκιμάσωσιν αν οργίζηταν όθεν είπον εις αυτόν «Σύ είσαι ό Αγαθών;

άκούομεν ότι είσαι πόρνος και υπερήφανος». Ό δε όσιος είπε· «Ναι, ούτως έχει ή αλήθεια». Πάλιν είπον «Σύ είσαι ό Αγαθών, ό φλύαρος και ό κατάλαλος;». Ό δε όσιος άπεκρίθη· «Ναι, εγώ είμαι». Οί δε πάλιν είπον «Σύ είσαι ό Αγαθών ό αιρετικός;». Ό όσιος άπεκρίθη· «Δεν είμαι αιρετικός». Εκείνοι δε παρεκάλεσαν αυτόν λέγοντες: «Διατί τάς μεν ύβρεις εδέ­χθης, ταύτην όμως δεν εβάστασας;». Άπεκρίθη ό Γέρων: Εκείνος μεν εδέχθην, διότι είναι όφελος εις την ψυχήν μου, το δε αιρετικός είναι χωρισμός από του Θεού και δια τούτο δεν το εδέχθην». Οί δε άκούσαντες θαύμασαν την διάκρισιν του και άπήλθον ωφεληθέντες».

Δεν θ’ αναφερθούμε εδώ στην ευαγγελική απαρχή του αγιοτρόφου μονα­χισμού στην Ιστορία, στους θεσμούς και στην προ­σφορά του. Δεν θ’ αντικρούσουμε τη διατηρούμενη πολεμική πολλών κατ’ αυτού, την παρεξήγηση, τη μη γνώση του σκοπού του, ακόμη κι ανθρώπων της Εκκλησίας, πού θέλουν να μετατρέψουν τους Μονα­χούς σε απλούς κοινωνικούς εργάτες, να τους χρη­σιμοποιήσουν και να τους εκμεταλλευθούν. Έτσι συμβαίνει το οξύμωρο σχήμα κι ενώ ορισμένοι κατη­γορούν τους μοναχούς ως φυγόκοσμους καί φυγό­πονους καί μη συνδράμοντες στο ποικίλο έργο της Εκκλησίας π.χ. κατά των αιρέσεων, άλλοι η καί οί ίδιοι «μετά της αυτής οξύτητος καί κριτικής καταδι­κάζουν τάς εμφανίσεις των μοναχών εις το στάδιο των θεολογικών η υπέρ των ιερών παραδόσεων γενι­κώς αγώνων, ως έργον μακράν της αποστολής των, ως έκφρασιν υπερήφανου διαθέσεως καί φιλοταράχου διαγωγής». Απερίφραστα αμέσως θα πούμε πώς οί κρίσεις αυτές φανερώνουν παχυλή άγνοια του ευαγ­γελίου, της πατερικής διδασκαλίας, της εκκλησιαστι­κής ιστορίας καί του συναξαριστή. Δεν ισχύουν για τους μοναχούς οί λόγοι του Αποστόλου Παύλου· «Στήκετε καί κρατείτε τάς παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών» καί «τάς δε βέβηλους κενοφωνίας περιίστασο»;.

Βέβαια θα πρέπει να τονίσουμε στους διάφορους επικριτές μας ότι άλλο είναι ή θεολογία, την οποία οί ασκητικοί πατέρες δεν επιτρέπουν στον καθένα μοναχό, καί άλλο ή απαραίτητη διαφύλαξη των δογμά­των, δηλαδή της ορθοδόξου πίστεως. Ή καλή ευαι­σθησία των μοναχών δεν τους κάνει δογματολόγους, αλλά ταπεινούς αγωνιστές υπέρ διασφαλίσεως των δια μακρών αγώνων των αγίων πατέρων ορθώς δογματισθέντων καί υπό διαφόρων κατά καιρούς αδαώς αθετουμένων  καί μάλιστα εκκλησιαστικών ποιμένων. Ό Άγιος Συμεών ό Νέος Θεολόγος λέγει χαρακτη­ριστικά:   «Ούτε  τω  θεολογούντι  αρμόζει μετάνοια ούτε τω μετανοούντι θεολογία· καθόσον γαρ απέχουσιν ανατολαί από δυσμών, κατά τοσούτον υψηλότερα ή θεολογία της μετανοίας εστί…… Όπως καί ό όσιος

Ιωάννης της Κλίμακας· «Ουκ εγκληθησόμεθα, ω ούτοι, εν εξόδω ψυχής, διατί ου τεθαυματουργήκαμεν, ούδ’ ότι ου τεθεολογήκαμεν, ούδ’ ότι θεωρητικοί ου γεγόναμεν αλλά λόγον πάντες δώσωμεν τω Θεώ, διότι αδιαλεί­πτως ου πεπενθήκαμεν». Ένα επίσης συνηθισμένο καί μάλλον υποκριτικό επιχείρημα είναι το λεγόμενο ότι οί μοναχοί θα πρέ­πει πάντοτε να είναι απόλυτα αφοσιωμένοι στα μονα­χικά τους αυστηρώς καθήκοντα καί ιδιαίτερα το της προσευχής. Ουδείς ουδόλως αντιλέγει. Το έργο της προσευχής όμως, το μεγάλο, ωραίο καί όντως δυνατό, δεν αναιρεί την έμπρακτη ομολογία στον καλό αγώνα κατά της πονηρής κακοδοξίας. Οί επιτήδειος σοβαροφανείς αυτές ενστάσεις δηλώνουν απουσία του φωτός της διακρίσεως καί σαφή παραποίηση της ορθοπραξίας. Το Ευαγγέλιο καί οί Πατέρες μας υποχρεώνουν στην ατάραχη κι εγνωσμένη ομολογία όταν ή πίστη κινδυνεύει. Πλεονάζει ό συναξαριστής ομολογητών οσίων καί είναι πλούσιος ό έπαινος της μητέρας Εκ­κλησίας υπέρ των υπομονετικών, επίμονων, θαρρε­τών καί τολμηρών, άφοβων καί γενναίων τέκνων της ερήμου. Ό άγιος Θεόδωρος ό Στουδίτης λέγει στους πολλούς μοναχούς του: «Έργο δε μοναχού, μηδέ το τυχόν ανέχεστε καινοτομήστε το Εύαγγέλιον, ίνα μη υπόδειγμα τοις λαικοίς προτιθέμενοι αιρέσεως καί αιρετικής συγκοινωνίας, της υπέρ αυτών απώλειας λόγον υφέξωσι». Καί με τον τρόπο αυτό γίνονται οί μοναχοί φως στους λαϊκούς κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος καί δεν προδίδουν τον Θεό ησυχάζοντες όταν το κινδύνευαν είναι ή ορθόδοξη πίστη καί γίνο­νται μαχητικοί οί ειρηνικοί καί πράοι ασκητές κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Όλοι οί ομολογητές όσιοι υπήρχαν πάντοτε καί ασκητές καί δεόμενοι, πιστά τέκνα της Εκκλησίας, υπάκουα καί πρόθυμα μέχρις αίματος. Οί αγωνιστές «υπέρ του κοινού κτή­ματος του θησαυρού της υγιαινούσης πίστεως», κατά τον Μέγα Βασίλειο δεν διακατέχονταν από ένα στείρο φανατισμό, μία προσκόλληση σε ανούσιους τύπους, ένα ανόητο ζηλωτισμό, ένα καλογερικό πείσμα, ένα νοσηρό φονταμενταλισμό. Οί ομολογητές όσιοι καί οί ακόλουθοι τους δεν υπήρξαν αγενείς, αφιλάδελφοι, αφιλάνθρωποι, αφιλόξενοι, γιατί, κι αυτοί οί χαρα­κτηρισμοί δυστυχώς ακούσθηκαν πρόσφατα από επί­σημα χείλη. Ή επιμονή των οσίων θεωρείται υπό των ορθολογιστών αδιαλλαξία, ή σιωπή τους ως έλλειψη αγάπης, ό λόγος τους αντιδραστικός, απηρχαιωμένος, αρτηριοσκληρωτικός, ασυμβίβαστος υπό των ευγε­νώς χαμογελούντων σύγχρονων οικουμενιστών.

Θεωρούμε επίσης απαραίτητο να αναφέρουμε πώς στον αντιαιρετικό αγώνα των μοναχών υπήρξαν καί αρκετές παραλείψεις, συχνές υπερβολές, ανεπίγνωστοι ζηλωτισμοί, αυθαιρεσίες, παραποιήσεις καί ασέβειες, πού δυστυχώς συνεχίζονται μέχρι σήμερα κι αποτελούν μελανές ιστορίες του μοναχισμού· εκτροπή, άμβλυνση καί παραχάραξη του. Ό Θεός να μας φυλάει από τις πολλές πλάνες, κι όπως ωραία λέγεται στο Αγιον Όρος: «Να πλανεθείς εύκολο να ξεπλανεθείς δύσκολο». Το πιο λυπηρό είναι να έχουμε ναυάγια στο λιμάνι. Φοβούμενοι κι αγωνιζόμενοι για την αποφυγή τους μακαρίζουμε κι ευγνωμονούμε θερμά τους οσίους πού αποτελούν τους οικουμενι­κούς διδασκάλους, τους καθηγητές της ερήμου, τους οσιομάρτυρες ομολογητές,  τους φωτοδότες νηπτικούς συγγραφείς, τους λάτρες της Αλήθειας.

Ή αίρεση αποτελεί παραποίηση της Αλήθειας, υποκειμενική, εγωιστική ερμηνεία ανθρώπων αταπείνωτων, φιλοδοξών, νοσηρών, συγχυσμένων καί ταλαίπωρων. Ό Μέγας Αντώνιος σε δράμα προείδε τους Αρειανούς ως κτήνη λακτίζοντα την αγία Τράπεζα. Στο θαυμάσιο βίο του, πού έγραψε ό Μ. Αθανάσιος, παρουσιάζεται ως ιεραπόστολος καί ιε­ροκήρυκας, πού άφησε την ησυχία της ερήμου καί κατήλθε στην Αλεξάνδρεια, για να ενισχύσει το λαό του Θεού από τη μάστιγα του αρειανισμού. Αναφέ­ρεται μάλιστα πώς στους «αιρετικούς μίλησε φιλι­κώς, παρά μόνον τόσον, όσον να νουθέτηση αυτούς να επιστρέψουν εις την ευσέβειαν, θεωρών καί διδά­σκων την φιλία καί ομιλία με αυτούς ως βλάβη καί απώλεια ψυχής». Αυτά είπε προς τους μαθητές καί λίγο προ του μακαρίου τέλους του καί αυτή ήταν ή στάση όλων των μοναχών της εποχής του προς τους αιρετικούς. Οϊ μοναχοί ακολουθούσαν τον Μ. Αθα­νάσιο καί ενισχύονταν από αυτόν. Τη στάση έναντι των αιρετικών πού είχε ό Μ. Αντώνιος είχαν καί οί άγιοι Μ. Παχώμιος καί Μακάριος ό Αιγύπτιος μετά των μαθητών τους.

Ο όσιος   Ιουλιανός δια προσευχών και διδασκαλιών εμψύ­χωσε τους Ορθοδόξους κατά των
ετεροδιδασκαλιών, ό όσιος Αφραάτης άφησε τον έγκλειστο βίο για να κηρύξει στους πιστούς τα Ορθό­δοξα δόγματα, πού παρερμήνευαν οί Αρειανοί καί ό όσιος Ισαάκιος – της Μονής Δαλμάτων δεν δίστασε να ελέγξει  καί τον αυτοκράτορα Ουάλεντα για τον επη­ρεασμό του από τον   Αρειανισμό. Ό κατανυκτικός όσιος ‘Εφραίμ ό Σύρος υπήρξε αυστηρός ασκητής καί ελεγκτής των αιρετικών Απολλιναρίου, Μάνητος, Βαρδησάνη καί Μαρκίωνος.

Από τους πρώτους πού αντέδρασαν στην αιρετική  νόσο του νεστοριανισμού  ήταν  ό ηγούμενος των Ρουφιανών Κωνσταντινουπό­λεως όσιος Υπάτιος, ό όποιος δεν δίστασε να αντικρούσει σθεναρές απειλές καί τιμωρίες πολιτικών καί εκκλησιαστικών αρχόντων. Τον μονοφυσιτισμό έγκαιρα καταδίκασαν απτόητοι οί όσιοι Μ. Ευθύμιος, Γελάσιος, Συμεών ό Στυλίτης, Ιωάννης Κολωνίας, Σάββας ό Ηγιασμένος καί Μ. Θεοδόσιος, δίχως να δειλιάσουν    στις απειλές,  κάμνοντας πορείες καί μακρές συζητήσεις μετά των υπευθύνων, ακολουθούμενοι υπό χιλιά­δων μοναχών.

Τον ωριγενισμό καταδίκασαν νωρίς οί όσιοι Μ. Παχώμιος, Σάββας ό Ηγιασμένος, Ιωάννης Κολωνίας, Κυριάκος ό Ανα­χωρητής, άββάς Βαρσανούφιος καί Μάξιμος ό Ομολογητής, ό όποιος αναδείχθηκε καί κύριος πολεμιστής του μονοθελητισμού, συνοδευόμενος υπό πολλών μοναχών, ύπομείνας κακουχίες πολλές, μαρτύρια καί εξορίες. Ή Ορθόδοξη χριστολογία εξαρτήθηκε από την αλύγιστη σταθερότητα ενός μονάχου, του οσίου Μαξίμου, πού του έκοψαν τη γλώσσα καί το χέρι, για να μη μιλά καί γράφει άλλο για την ελευθερία, την αγάπη, την αγιότητα.

Ό μοντερνισμός καί ή εκκοσμίκευση ήταν μάλλον οί αρχές της πολύχρονης ταραχής της εικονομαχίας. Μεταξύ των μεταρρυθμίσεων αναφέρονται ή συντόμευση της Θ . Λειτουρ­γίας, ή κατάργηση αγρυπνιών καί άλλων ιερών ακολουθιών, νηστειών καί εορτών, ή απλοποίηση της διατροφής ιών μονα­χών, ή δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας, ό περιορι­σμός κούρων καί χειροτονιών, ή εκλογή των επισκόπων να κυρώνεται από το αυτοκρατορικό συμβούλιο. Οί εικονομάχοι κύριους αντίπαλους είχαν τους μοναχούς, πού νωρίς καί θαρρειά στηλίτευσαν την καινοτομία. Πρόμαχοι αυτών οί όσιοι Ιωάννης ό Δαμασκηνός καί Θεόδωρος ό Στουδίτης, οί οποίοι υπέστησαν τα πάνδεινα απτόητοι. Ό αυτοκράτορας Κωνστα­ντίνος Ε’ ό Κοπρώνυμος γνωρίζοντας το έργο των Μονών διέταξε την κατάργηση τους καί τη δίωξη των μόνιμων οικητόρων τους, πιέζοντας τους να ακολουθήσουν τον έγγαμο βίο. Δίκαια οί ιστορικοί ονομάζουν την περίοδο μοναχομαχία. Οί όσιοι Στέφανος ό Νέος, Στέφανος ό Σαββαϊτης, Ανδρέας ό εν Κρίσει, Θεόφιλος, Προκόπιος καί Βασίλειος υποστήρι­ξαν την ορθή τιμή καί προσκύνηση των αγίων εικόνων κατά την πρώτη εικονομαχική περίοδο με πολλές περιπέτειες καί μεγάλα μαρτύρια. Καί κατά τη δεύτερη εικονομαχική περίοδο πλήθος ηγουμένων καί μοναχών διώχθηκαν καί μαρτύρησαν για την ορθή πίστη.

Ή δεύτερη χριστιανική χιλιετία, μετά την οριστικοποίηση του σχίσματος του 1054, τυγχάνει για τον Ορθόδοξο μοναχισμό πλήρως αντιλατινική, λόγω του υπόπτου καί ύπουλου  επεκτατισμού του Παπισμού. Ή Δύση συνεχώς παραποιεί την Ορθόδοξη παράδοση καί αλώνει την Ορθόδοξη Ανατολή με τίς σταυ­ροφορίες. Από τους πρώτους οσιομάρτυρες της παπικής θηριωδίας ήσαν οι 13 όσιοι της Μονής Καντάρας της Κύπρου. Παπικοί ανα­φέρουν πώς στα σχέδια τους για την ψευδή ένωση των Εκκλησιών καί την καθυπόταξη της Ορθοδοξίας στον Παπισμό κατά τους τελευταί­ους αιώνες του Βυζαντίου ήσαν οί μοναχοί, οί όποιοι επηρέαζαν ισχυρά τον λαό. Στους Λατινόφρονες της Κωνσταντινουπόλεως οί Αγιο­ρείτες μοναχοί απάντησαν ευθαρσώς, καί μετά τη Σύνοδο της Λυώνος (1274), οπού αντιστάθηκαν σθεναρά στα λατινικά δόγματα καί την πίστη τους υπέγραψαν με  αίμα Καρυώτες, Ιβηρίτες, Βατοπαιδινοί, Ζωγραφίτες καί Ξενοφωντινοί μοναχοί. Μεγάλος αντίπαλος της ψευδοσυνόδου της Λυώνος είναι καί ό όσιος Μελέτιος ό Γαλησιώτης, ό όποιος άφησε την ησυχία καί ήρθε στην Κωνσταντινούπολη για να καυτηριάσει τα καινοφανή δόγματα των Λατίνων καί για αυτό να εξοριστεί καί να του κοπεί ή γλώσσα. Στη φυλακή έγραψε το σπουδαίο αντιλατινικό έργο του «’ΑλφαβηταλφάΒητος».

Ένας πλανεμένος μοναχός, Βαρλαάμ ό Καλαβρός, ανεδεί­χθη πολέμιος του ησυχασμού του 14ου αιώνος. Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς μπροστά στον κίνδυνο αφήνει την αθωνική ησυχία καί με το βαρύ του πνευματικό οπλισμό κατατροπώνει την κακοδοξία καί αποστομώνει τον αιρετικό καί τους ακο­λούθους του, πού φτάνουν μέχρι τίς ήμερες μας, καί το χειρότερο, ορισμένοι βρίσκονται καί εντός των Ορθοδόξων τειχών, Αφού αδυνατούν ή δεν θέλουν να κατανοή­σουν ότι ό προσευχόμενος αγωνιστής μετέχει των άκτίστων ενεργειών του Θεού. Ό θεόπτης θεολόγος Αγιο­ρείτης άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς εκφράζοντας αριστοτεχνικά την αγιορείτικη παράδοση περί του ακτίστου φωτός κατετρόπωνε τους δυτικόφρονες, σχολαστικιστές, ουμανιστές κι ορθολογιστές, καί το έργο του αποτε­λεί πολύτιμη παρακαταθήκη. Ή προ­σφορά του παρεξηγήθηκε καί δεν κατενοήθη άπ’ όλους, ώστε σύγχρο­νοι του επίσκοποι ακόμη καί να τον φυλακίσουν παρασυρό­μενοι από τους αιρετικούς. Κλείνουμε την παράγραφο αυτή λέγοντας πώς αν δεν είχαμε τον άγιο Γρηγόριο ίσως να είμασταν όλοι ουνίτες, για αυτό καί οι Λατίνοι μισούν τόσο πολύ τον άγιο. Το πλήθος των μοναχών ήσαν παλαμιστές.

Την περίοδο της τουρκοκρατίας οι μοναχοί εργάσθηκαν σθεναρά να βαστηχτούν τα πόδια του έθνους: ή γλώσσα κι ή θρησκεία καί ν’ αντιμετωπίσουν τους λυμαινόμενους αιρετι­κούς, κυρίως τους παπικούς. Το αποδεδειγμένα γνήσια ανα­γεννητικό αγιορείτικο κίνημα των ιεροπρεπών Κολλυβάδων εργάσθηκε για την εμψύχωση του λάου καί την αντίκρουση των ετεροδιδασκαλιών. Σήμερα ή παναίρεση του Οικουμενι­σμού, κατά τον γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, καί τα κύματα του μοντερνισμού, πού καλούνται έκκοσμίκευση, κατά τον Γέρο­ντα Γεώργιο Γρηγοριάτη, απειλούν υποχθόνια την Ορθο­δοξία. Μόνο εδραιωμένος ό μοναχισμός στους αρχαίους μοναχικούς θεσμούς καί αφοσιωμένος ό παρθένος, ακτήμων καί υπάκουος μοναχός στο μόνιμο έργο της προσευχής και της ασκήσεως, θα έχει την πανοπλία του πνεύματος, γι να διατηρήσει ακραιφνή κι άβατο τον μοναχισμό από άλλο τρία ήθη καί να είναι ή πέτρα της πίστεως ή απαρασάλευτη στην αγιοτρόφο, μαρτυρική καί ομολογιακή παράδοση. Γιατί αν παρασυρθούμε κι εμείς από άγαπολογίες, υποχωρήσεις κολακείες καί χορηγίες, χαμόγελα, συγκρητισμούς, οπισθοχωρήσεις, ένοχες ανοχές καί παραχαράξεις, ό κίνδυνος θα είναι μεγάλος. Ή αντίσταση δεν θα πρέπει να είναι αντί δράση, ό λόγος να είναι τόσο ισχυρός όσο καί νηφάλιος ή σιωπή διακριτική, ή αγωνία καλή καί όχι αγχώδης, διαφορετικά θα εγκλεισθούμε σε ένα νευρικό, επιπόλαιο, ταραγμένο, αψυχολόγητο κι ανεπίτρεπτο ζηλωτισμό, που θα είναι λανθασμένος, Αφού δεν θα έχει τα στοιχεία της ειρήνης κα της ευλογίας των πιστών καί ταπεινών, έστω κι αν είναι λίγοι καταφρονεμένοι, κατηγορούμενοι καί μη χειροκροτούμενοι. Ό μοναχισμός θα ξαναπολεμηθεί, καλούμεθα να υπομείνουμε προσευχητικά καί γενναία ετοιμάζοντας τα δυνατά όπλα του πνεύματος. Το κυρίως ελλείπων είναι ή αγιότητα καί αυτί θα σώσει από την αλλοτρίωση τον κόσμο. Εύχεστε

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ
Αρέσει σε %d bloggers: