ΠΑΤΕΡΙΚΟ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ


Διηγήσεις από τη ζωή και τα κατορθώματα των οσίων πατέρων
Της Κίεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η ΛΑΥΡΑ των Σπηλαίων του Κιέβου, υπήρξε μία ζωηφόρος άμπελος, που
έθρεψε για χίλια σχεδόν χρόνια την Ορθοδοξία του Βορρά, με «βότρυας ζωής».
• Παλαίστρα υπερφυών αγώνων.
• Ορμητήριο πνευματικών αναβάσεων.
• Φυτώριο αγίων ανδρών. Ανδρών, που με τις πύρινες προσευχές, τ’
ασκητικά παλαίσματα, τις θαυματουργίες και την αγιότητά τους, ενίσχυσαν
και στερέωσαν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη Ρωσία.
Στο «Πατερικό των Σπηλαίων του Κιέβου» περιέχονται
τα στοιχεία που διασώθηκαν από τους βίους και τα
κατορθώματα των οσίων εκείνων πατέρων, των πρώτων
οικιστών των σπηλαίων και των μαθητών τους.
Συντάχθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα στη σλαβονική
γλώσσα.
Στα τρία πρώτα μέρη του βιβλίου, ο άγνωστος
συντάκτης του, συγκέντρωσε τις σχετικές διηγήσεις των
οσίων Νέστορος του χρονογράφου, Πολυκάρπου,
αρχιμανδρίτου της Λαύρας και Σίμωνος, επισκόπου
Βλαντιμίρ και Σουζντάλ.
Στο τέταρτο μέρος, δίνονται κάποια βιογραφικά στοιχεία για τους τρεις αυτούς
ιερούς συγγραφείς, ενώ έχουν προστεθεί και δύο μεταγενέστερες «διηγήσεις»
που σχετίζονται με τη μονή των Σπηλαίων.
Το «Πατερικό» γνώρισε και άλλες νεώτερες εκδόσεις στη σλαβονική και ρωσική
γλώσσα.
Μία απ’ αυτές, της Οδησσού (1903), απετέλεσε την κύρια πηγή μας για την
ελληνική μετάφραση, στην οποία προτάξαμε και ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα
για τη Λαύρα των Σπηλαίων.
Απ’ αυτή την έκδοση, προέρχονται και οι χαριτωμένες λαϊκές γκραβούρες που
συνοδεύουν το κείμενο.
Ανατρέξαμε ωστόσο και σ’ άλλα έργα, που μιαν επιλογή τους παραθέτουμε στο
τέλος του βιβλίου, για τη διαφώτιση κάποιων σκοτεινών ιστορικών σημείων, τη
διευκρίνιση ασαφειών, την αποκατάσταση σφαλμάτων σχετικών με χρονολογίες,
γεγονότα και πρόσωπα. Είναι αλήθεια ότι στους ιερούς χρονογράφους
παρατηρείται κάποτε, είτε άγνοια ορισμένων γεγονότων, είτε αδιαφορία για την
ακρίβεια και τεκμηρίωση των πληροφοριών που παρέχουν.
Δικαιολογημένη όμως είναι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη.
Η άγνοια, γιατί οι συνθήκες της εποχής τους δεν ευνοούσαν κατά κανόνα την
επαρκή ιστορική έρευνα και ενημέρωση.
Και η αδιαφορία, γιατί ένας ιερός χρονογράφος δεν «γράφει ιστορία», αλλά
«λαλεί οικοδομήν και παράκλησιν και παραμυθίαν», κατά τον απόστολο Παύλο,
«προς τον καταρτισμόν των αγίων…, εις οικοδομήν
τον σώματος του Χριστού».
Σημειώνουμε τέλος, ότι κατά την επεξεργασία της
ελληνικής μεταφράσεως, απαλλάξαμε το κείμενο από
ένα φόρτο περιττολογιών, επαναλήψεων και
εκφραστικών υπερβολών, που θα καθιστούσαν
κουραστική την ανάγνωσή του.
Μέσα στο «Πατερικό των Σπηλαίων του Κιέβου», ο
αναγνώστης δεν θα βρει τη σοφία του κόσμου
τούτου.
• Θα βρει όμως την παρουσία του Αγίου
Πνεύματος,
• θα βρει την περίσσεια της χάριτος,
• της σοφίας
• και της δυνάμεως του Θεού στους απλοϊκούς σπηλαιώτες πατέρες του
πρώιμου ρωσικού μοναχισμού.
Ο βίος και η πολιτεία τους, αποδεικνύουν γι’ άλλη μια φορά ότι «τα μωρά του
κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του
κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά και τα αγενή του κόσμου και
τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήσει».
Δ’ Κυριακή των Νηστειών
Μνήμη του οσίου πατρός ημών
Ιωάννου της Κλίμακας
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου
Η ΛΑΥΡΑ των Σπηλαίων του Κιέβου (Κίεβο-Πετσέρσκαγια ή απλώς Πετσέρσκαγια
Λαύρα) βρίσκεται στο νότιο άκρο του Κιέβου, πάνω σε δυο λοφίσκους της δεξιάς
όχθης του Δνείπερου πόταμου. Τον 11ο αιώνα, ο τόπος αυτός ήταν καλυμμένος
με πυκνά δάση.
Πρώτος ασκητής της περιοχής ήταν ο πρεσβύτερος Ιλαρίων, που έσκαψε εδώ ένα
σπήλαιο και επιδόθηκε στη νηστεία και την προσευχή.
Το 1051 ο Ιλαρίων γίνεται μητροπολίτης Κιέβου και το σπήλαιο του μένει έρημο.
Τότε έρχεται και κατοικεί σ’ αυτό ο όσιος Αντώνιος ο Αθωνίτης, ο πατέρας και
θεμελιωτής του ρώσικου μοναχισμού.
Μέσ’ από τις σελίδες του «Πατερικού» θα γνωρίσουμε τις συνθήκες και τα
περιστατικά που συνδέονται με την ίδρυση της Λαύρας στον τόπο που ασκήτεψε
ο όσιος Αντώνιος. Θα δούμε ακόμη την οργάνωσή της σε κοινόβιο, από το μεγάλο
οργανωτή του ρώσικου μοναχισμού όσιο Θεοδόσιο, με βάση το τυπικό της μονής
του Στουδίου Κωνσταντινουπόλεως.
**********
Στους δυο πρώτους αιώνες της υπάρξεώς της (11ο και 12ο), η μονή διαλάμπει
σαν μεγάλη μοναστική και πνευματική εστία, καθώς και σαν κέντρο
χρονογραφικών συγγραφών και συναξαριών.
Γύρω στα 1113 ο μοναχός της όσιος Νέστωρ (1050-1114), ολοκληρώνει το
«Χρονικό» του, που τον αναδεικνύει σε πρώτο χρονογράφο της Ρωσίας.
Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτούς τους δυο αιώνες από τη
μονή προήλθαν είκοσι επίσκοποι της Ρωσικής Εκκλησίας.
Μέχρι τα μέσα του 13ου Αι. η μονή των Σπηλαίων δεν θα γνωρίσει κάποια
σοβαρή καταστροφή, πέρα από κείνη που προκάλεσε στα 1096 μια από τις
επιδρομές των Πολόφτσων. Τότε έχασαν τη ζωή τους πολλοί μοναχοί,
καταστράφηκαν κειμήλια και πυρπολήθηκε ο κεντρικός ναός της Θεοτόκου,
εγκαινιασμένος μόλις επτά χρόνια πριν. Πενήντα χρόνια χρειάστηκαν οι μοναχοί
που επέζησαν για ν’ αποκαταστήσουν τις τεράστιες ζημιές.
Στα 1240 όμως, οι Μογγόλοι καταστρέφουν στο πέρασμά τους την εκκλησία και
τα περισσότερα κελιά, ενώ σε μια δεύτερη επιδρομή, στα 1300, αποτελειώνουν
ό,τι άφησαν την πρώτη φορά. Τότε οι μοναχοί σκορπίστηκαν στα γύρω βουνά,
όπου έσκαψε ο καθένας κι από μια σπηλιά. Συχνά όμως συγκεντρώνονταν στα
ερείπια της μονής για κοινές ακολουθίες.
Δυο φορές ακόμη θ’ ανοικοδομηθεί κι άλλες τόσες θα καταστροφή η πολύπαθη
μονή από τους Τατάρους, σ’ επιδρομές τους του 1399 και του 1484.
Μέχρι τα τέλη του 16ου Αι. η μονή υπάγεται στο μητροπολίτη Κιέβου. Τότε όμως
τη διοικητική και πνευματική της εποπτεία αναλαμβάνει το πατριαρχείο
Κωνσταντινουπόλεως, που την καθιστά πατριαρχικό σταυροπήγιο.
Στα τέλη του ίδιου αιώνα, η μονή αντιμετωπίζει έναν άλλου είδους εχθρό. Δεν
είναι τώρα οι βάρβαροι, «οι αποκτείνοντες το σώμα, την δε ψυχήν μη δυνάμενοι
αποκτείναι», αλλ’ οι ψυχοκτόνοι ουνίτες.
Συγκεκριμένα, στην ουνιτική ψευδοσύνοδο του Μπρέστ-Λιτόφσκ (1596), ο
βασιλιάς της Πολωνίας Σιγισμούνδος Γ’ (1566-1632) και ο πάπας Κλήμης Η’
(1592-1605), συμφώνησαν να υπαγάγουν πάλι τον αρχιμανδρίτη της Λαύρας στο
μητροπολίτη Κιέβου, που είχε προσχωρήσει στην Ουνία. Για την υλοποίηση της
αποφάσεως, έπρεπε πρώτα ν’ απομακρυνθεί ο ορθόδοξος αρχιμανδρίτης
Νικηφόρος Τούρα. Ο ουνίτης μητροπολίτης Κιέβου Μιχαήλ Ροσόγκα, ζήτησε για
το σκοπό αυτό τη βοήθεια του Πολωνού βασιλιά. Ο τελευταίος επιχείρησε
επέμβαση στη μονή για τη σύλληψη του αρχιμανδρίτη Νικηφόρου, που απέτυχε
χάρη στη δυναμική συσπείρωση και μαχητική αντίσταση των μοναχών.
Δυο χρόνια αργότερα (1598), ο βασιλιάς και ο ουνίτης μητροπολίτης, κάνουν νέα
απόπειρα, στέλνοντας στη μονή τον πανούργο Ιωάννη Κοσίτσυ. Κι αυτός όμως
αντικρίζει τις πύλες κλειστές και εκατοντάδες ορθοδόξων Κοζάκων να τις
φρουρούν. Ακολούθησε ένας αληθινός θρησκευτικός πόλεμος, που κατέληξε σε
θρίαμβο των μοναχών και της Ορθοδοξίας.
Μέχρι τα μέσα του 17ου αι. το μοναστήρι παραμένει ένα πανίσχυρο κέντρο
αντιδράσεως κατά της ουνίας και της λατινικής προπαγάνδας.
Στα 1688, έναν αιώνα μετά την ίδρυση του πατριαρχείου Μόσχας (1589),
περιέρχεται στη δικαιοδοσία του, χάνοντας οριστικά την κανονική εξάρτηση από
το οικουμενικό πατριαρχείο.
Στις αρχές του 17ου Αι. οι αρχιμανδρίτες Ελισαίος Πλετενέτσκυ και Ζαχαρίας
Κοπισιένσκυ, ίδρυσαν το μοναστηριακό τυπογραφείο, όπου μέχρι το τέλος του
ίδιου αιώνα τυπώθηκαν 117 αξιόλογα βιβλία, λειτουργικά και αντιλατινικά. Το
έργο τους συνέχισε και επέκτεινε ο αρχιμανδρίτης Πέτρος Μογίλας (1627-1633),
ο οποίος ίδρυσε και ανώτερη εκκλησιαστική σχολή. Η σχολή αυτή, η πρώτη στη
Ρωσία, εξελίχθηκε στην περίφημη θεολογική ακαδημία του Κιέβου.
Τον ίδιο όμως αιώνα, εξαιτίας των ρωσοτουρκικών διενέξεων, η μονή δέχεται
συχνές και καταστρεπτικές επιθέσεις των Τούρκων.
Για την προφύλαξή της, ο τσάρος την οχυρώνει απ’ όλες τις πλευρές, αρχικά με
χωμάτινα αναχώματα κι έπειτα με πέτρινο τείχος και πύργους.
Το 1718 μεγάλη πυρκαγιά καταστρέφει το τυπογραφείο, τη βιβλιοθήκη, την
εκκλησία και το μεγαλύτερο τμήμα του μοναστηριακού συγκροτήματος. Μέσ’ από
τη στάχτη, οι μοναχοί ανασύρουν τη θαυματουργό εικόνα της Θεοτόκου, που δεν
έχει υποστεί παρά ασήμαντες ζημιές. Την ημέρα εκείνη, ο αρχιμανδρίτης
Ιωαννίκιος, πηγαίνει για ν’ αναφέρει το τραγικό γεγονός στο Μ. Πέτρο.
Σώθηκε η εικόνα της Θεοτόκου; ρώτησε αμέσως ο τσάρος.
Σώθηκε!
Αν η εικόνα σώθηκε, τότε και η μονή σώθηκε! είπε ο μονάρχης με χαρά.
Την ίδια κιόλας ημέρα, άρχισε με αυτοκρατορική βοήθεια, η ανοικοδόμηση της
μονής. Ο Μ. Πέτρος, άφησε μάλιστα διαθήκη στους διαδόχους του, να την
προστατεύουν και να την ενισχύουν.
Στους επόμενους δύο αιώνες, μέχρι την πτώση του τσαρικού καθεστώτος, η
περίδοξη Κίεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρα — συνοδικό σταυροπήγιο από το 1721 — θα
λάμπει σ’ όλη τη ρωσική επικράτεια
• σαν εργαστήριο της ευσέβειας και της αγιότητας,
• σαν κάστρο Ορθοδοξίας και αντιαιρετικών αγώνων,
• σαν κέντρο εικονογραφίας και λοιπών εκκλησιαστικών τεχνών,
• σαν εστία καλλιέργειας των θεολογικών γραμμάτων και εκδόσεως
ορθοδόξων Βιβλίων.
Ο ακτινοβόλος αυτός φάρος του πνεύματος και της ορθοδόξου παραδόσεως,
έσβησε όμως βίαια, «κρίμασιν οις Κύριος οίδε», μετά την οκτωβριανή επανάσταση
του 1917.
Το 1941, η Λαύρα και ο ναός της, λεηλατήθηκαν από τους Γερμανούς
κατακτητές, που αφαίρεσαν μοναδικά μνημεία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής
των 11ου-18ου Αι.
Τα τελευταία χρόνια, στον ιερό αυτό τόπο, όπου για πολλές δεκαετίες δεν
συναντούσε κανείς «ούτε εορτή, ούτε θυμίαμα, ούτε προσφορά», με τη χάρη του
πανάγαθου Θεού, αρχίζει να λάμπει πάλι το θείο φως, της μοναχικής βιοτής και
πολιτείας.
Όσιος ΑΝΤΩΝΙΟΣ, κτίτωρ της Λαύρας των Σπηλαίων
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ του ευσεβούς μεγάλου ηγεμόνα της
ρωσικής γης Βλαδίμηρου ( Βλαδίμηρος Α’ ο Μέγας
(περ. 956-1015), άγιος και ισαπόστολος, «ο Μέγας
Κωνσταντίνος της Ρωσίας»• ηγεμόνας του
Νόβγκοροντ (970) και του Κιέβου (980 1015)• γιος
του Σβιατοσλάβου και εγγονός της αγίας
ισαποστόλου Όλγας.
Ένωσε κάτω από την εξουσία του το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών εδαφών.
Είναι ο δημιουργός της ένδοξης Ρωσίας του Κιέβου και αποτελεί την κεντρική
φυσιογνωμία της ιστορίας, των θρύλων και των έπων του ρώσικου λαού. Το 988
ασπάσθηκε την Ορθοδοξία και βαπτίσθηκε μαζί με το λαό του.
Έγινε έτσι ο θεμελιωτής της ορθόδοξης Αγίας Ρωσίας και ένας από τους μεγάλους
αγίους προστάτες της ρωσικής γης.
Το 989 νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του βυζαντινού αυτοκράτορα
Βασιλείου Β’ (976-1025), συσφίγγοντας τους πνευματικούς, πολιτικούς και
οικονομικούς δεσμούς του με το Βυζάντιο.
Η μνήμη του τιμάται στις 15 Ιουνίου.)
ευδόκησε ο Θεός ν’ αναδείξει ένα φωστήρα της Εκκλησίας Του και διδάσκαλο των
μοναχών, τον όσιο και θεοφόρο πατέρα μας Αντώνιο. Ο όσιος Αντώνιος, κατά κόσμον
Αντίπας, γεννήθηκε στην κωμόπολη Λιούμπετς, σαράντα βέρστια μακριά από το
Τσερνιγώφ, στα 983.
Από τους ευσεβείς γονείς του διδάχτηκε το φόβο του Θεού και νωρίς ένιωσε την
επιθυμία να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Ο Θεός τον φώτισε να έρθει γι’ αυτό το σκοπό
στη γη της Ελλάδος.
Χωρίς καθυστέρηση ξεκίνησε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη.
Από κει πέρασε στο Άγιο Όρος, τον ιερό Άθωνα. Περιόδευσε στις ιερές μονές και είδε
πολλούς μοναχούς, μιμητές της ζωής των αγγέλων.
Τότε ο όσιος Αντώνιος φλογίστηκε πιο πολύ από αγάπη στο Χριστό. Ήρθε στη μονή του
Εσφιγμένου και ικέτευσε τον ηγούμενο να τον κείρει μοναχό. Ο ηγούμενος Θεόκτιστος,
αγωνιστής μεγάλος και αξιωμένος προορατικού χαρίσματος, διέκρινε τις αρετές του
οσίου και προείδε τη μελλοντική αγία ζωή του. Δέχτηκε λοιπόν την παράκλησή του και
τον έκειρε μοναχό, αφού πρώτα τον δίδαξε όσα έπρεπε για τη μοναχική πολιτεία.
Από τότε ο άγιος αγωνιζόταν να ευαρεστεί σε όλα το Θεό. Βίαζε τον εαυτό του στους
ασκητικούς αγώνες, με τέλεια υπακοή και υπομονή, κι έγινε σύντομα τύπος και
παράδειγμα ενάρετης διαγωγής σ’ όλους τους αδελφούς.
Πέρασε αρκετός καιρός. Και να! Δόθηκε στον ηγούμενο θεϊκή εντολή να στείλει το
μοναχό Αντώνιο πίσω στη Ρωσία. Τον κάλεσε λοιπόν και του λέει:
-Αντώνιε! Πήγαινε στη Ρωσία και γίνε εκεί παράδειγμα και πνευματικός στυλοβάτης του
λαού. Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου!
Ο όσιος δέχτηκε την εντολή του ηγουμένου σαν από το στόμα του Θεού. Έφυγε λοιπόν
για τη Ρωσία κι έφτασε στην πόλη του Κιέβου γύρω στα 1013. Ψάχνοντας τόπο για να
εγκατασταθεί, επισκέφθηκε τα μοναστήρια της περιοχής, χωρίς όμως να σταθεί σε
κανένα. Έτσι ήθελε ο Θεός.
Κατευθύνθηκε στα γύρω βουνά, σε τόπους απόμερους και βρήκε ένα σπήλαιο που είχαν
σκάψει κάποτε οι Βαράγγοι. (Βαριάγοι ή Βαράγγοι: Σκανδιναβική φυλή, που το 862 μ. Χ. υπό την ηγεσία του
Ρούρικ ήρθε στη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Νόβγκοροντ, όπου ίδρυσε κράτος και τη δυναστεία των
Ρουρικιδών.)
Έκανε προσευχή κι εγκαταστάθηκε σ’ αυτό, ζώντας με μεγάλη εγκράτεια και άσκηση.
Μετά το θάνατο του ευσεβούς Βλαδίμηρου, το 1015, στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο
πρωτότοκος γιος του, ο ανόσιος Σβιατοπόλκ.
Αυτός, για να διατηρήσει μόνος την εξουσία σ’ ολόκληρη την πατρική κληρονομιά,
σκότωσε τους μικρότερους αδελφούς του Μπόρις και Γκλέμπ, αναδεικνύοντάς τους σε
μάρτυρες. Κίνησε ακόμη αιματηρό διωγμό εναντίον των αγίων ανδρών της Εκκλησίας.
Εξαιτίας εκείνης της αιματοχυσίας ο όσιος Αντώνιος αναγκάστηκε ν’ αναχωρήσει πάλι
για το Άγιο Όρος και να γυρίσει στον άγιο γέροντα του Θεόκτιστο. Τώρα όμως δεν
έμεινε για πολύ στο κοινόβιο του Εσφιγμένου. Μαθημένος στην πνευματική γλυκύτητα
της ιεράς ησυχίας, πήρε την ευλογία του ηγουμένου και αποσύρθηκε στο όρος της
Σαμάρειας, πάνω από το μοναστήρι, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ναός αφιερωμένος στο
όνομα του.
Στο μεταξύ, στα 1019, ο ευσεβής ηγεμόνας Γιαροσλάβος ο Σοφός- Γιος του αγίου
Βλαδίμηρου, ικανός και δυναμικός ηγεμόνας (1019-1054). Ενίσχυσε και στερέωσε το
χριστιανισμό στη Ρωσία.- νίκησε σε πόλεμο τον Σβιατοπόλκ, κατέλαβε το Κίεβο και
ανέβηκε στο θρόνο της μεγάλης ηγεμονίας. Ο Σβιατοπόλκ διέφυγε και πέθανε
αυτοεξόριστος στις στέπες της Βοημίας τον ίδιο χρόνο. Στα χρόνια του σοφού
Γιαροσλάβου διέλαμψε νια την ευσέβεια, την ασκητικότητα και τη βαθιά γνώση των
Γραφών κάποιος πρεσβύτερος Ιλαρίων. Γι’ αυτόν δεν ξέρουμε άλλο τίποτα, παρά μόνο
πως γύρω στα 1040 ήταν εφημέριος στο χωριό Μπιρίστοβο. Από κει ήρθε στον ποταμό
Δνείπερο, στο λόφο όπου χτίστηκε αργότερα η παλαιά μονή των Σπηλαίων. Ο τόπος
αυτός ήταν τότε καλυμμένος με πυκνό δάσος.
Εδώ ο πρεσβύτερος Ιλαρίων έσκαψε μια μικρή σπηλιά, δυο οργιές βάθος περίπου, κι
άρχισε ν’ αγωνίζεται μυστικά μέσα σ’ αυτήν με ψαλμωδίες και προσευχές.
Την εποχή εκείνη ο Θεός πληροφόρησε τον ηγούμενο της αγιορείτικης μονής
Εσφιγμένου να στείλει πάλι στη Ρωσία τον όσιο Αντώνιο. Τον κάλεσε λοιπόν και του
είπε:
-Αντώνιε! Είναι θέλημα Θεού να πας πάλι στην πατρίδα σου.
Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου. Έχεις την ευχή μου. Πορεύου εν ειρήνη!
Και μάθε ότι πολλοί θ’ αξιωθούν να πάρουν από τα χέρια σου το άγιο σχήμα.
Αφού πήρε την ευχή και την ευλογία του γέροντά του, ο όσιος έφυγε πάλι από τον
Άθωνα και ήρθε στο Κίεβο. Ο Θεός οδήγησε τα Βήματά του στο λόφο όπου ό
πρεσβύτερος Ιλαρίων είχε σκάψει το μικρό του σπήλαιο. Ήταν τώρα έρημο κι
ακατοίκητο, γιατί ο μακάριος Ιλαρίων είχε αξιωθεί ν’ ανέβει το 1051 στο μητροπολιτικό
θρόνο του Κιέβου.
Ο όσιος Αντώνιος αναπαύτηκε πολύ στη θέα του τόπου εκείνου. Του θύμιζε τον
αγαπημένο του Άθωνα, έτσι όπως ήταν απότομος κι απρόσιτος απ’ την πλευρά του
ποταμού, άγριος κι αδιάβατος απ’ το πυκνό δάσος που τον κάλυπτε.
Γονάτισε και προσευχήθηκε με δάκρυα στο Θεό.
-Κύριε, ας σκεπάσει αυτό τον τόπο η ευλογία του Αγίου Όρους και η ευχή του αγίου
γέροντά μου. Ενίσχυσέ με, με τη χάρη Σου για να μείνω και ν’ ασκηθώ εδώ.
Κατοίκησε λοιπόν ο όσιος σ’ εκείνη τη σπηλιά. Άρχισε ν’ ασκείται σκληρά, έχοντας έργο
αδιάλειπτο την προσευχή. Η τροφή του ήταν ξερό ψωμί και νερό, κι αυτό κάθε δυο ή
τρεις ήμερες. Κάποτε μάλιστα, παραδομένος πολλά μερόνυχτα στη θεωρία, δεν γεύτηκε
τροφή για ολόκληρη εβδομάδα.
Πολλοί άνθρωποι, που μάθαιναν για την ακτημοσύνη και την κακοπάθεια του οσίου,
έρχονταν στο σπήλαιο και του έφερναν όλα τα αναγκαία, ζητώντας την ευλογία του.
Μερικοί μάλιστα, σαγηνεμένοι από την αγία ζωή του, θέλησαν να μείνουν κοντά του και
ν’ ασκηθούν κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο
μακάριος ιερεύς Νίκων και ο όσιος Θεοδόσιος.
Στα 1054 πέθανε ο ευσεβής ηγεμόνας Παροσλάβος και στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο
μεγαλύτερος γιος του Ίζιασλάβος.
Εκείνη την εποχή ο φήμη του οσίου Αντωνίου είχε απλωθεί σ’ όλη τη ρωσική γη, καθώς
παλαιότερα του ομωνύμου του Μεγάλου Αντωνίου στην Αίγυπτο. Έτσι έφτασε μέχρι τ’
αυτιά του Ιζιασλάβου ο πληροφορία για την αγία ζωή του μονάχου Αντωνίου Πετσέρσκι
– μ’ αυτή την ονομασία ήταν γνωστός (Πετσέρσκι = των Σπηλαίων (από την
παλαιορωσική λέξη πέτσερα = κρύπτη, σπηλιά).
Κίνησε λοιπόν με τη συνοδεία του ο ηγεμόνας και ήρθε να πάρει την ευλογία του. Αυτό
ήταν, για τα ήθη της εποχής, ένδειξη πολύ μεγάλης τιμής προς τον όσιο.
Από τότε η καλή του φήμη απλώθηκε ακόμη περισσότερο και άρχισαν να έρχονται
πολλοί για να τους χειραγωγήσει στη μοναδική πολιτεία.
Γύρω στα 1060 ήρθαν στον όσιο Αντώνιο ο μακάριος Βαρλαάμ, γιος του βογιάρου
Ιωάννου, καθώς και ο φιλόθεος Εφραίμ, ευνούχος του ηγεμόνα, ποθώντας την
αφιέρωση στο Χριστό. Ο όσιος έδωσε εντολή στον ιερέα Νίκωνα να τους κείρει
μοναχούς.
Κατά παραχώρηση Θεού όμως, ο άγιος Αντώνιος και οι αδελφοί δοκιμάστηκαν σκληρά
γι’ αυτές τις δυο κούρες.
Ο βογιάρος Ιωάννης, μαζί με πολλούς δούλους του, ήρθε οργισμένος στα Σπήλαια και
διασκόρπισε με αγριότητα το θεοσύλλεκτο ποίμνιο του οσίου Αντωνίου. Το γιο του
Βαρλαάμ τον έσυρε βίαια έξω από το σπήλαιο, ξέσκισε με μανία το μοναχικό του
ένδυμα, τον έντυσε τη λαμπρή βογιάρικη φορεσιά και τον οδήγησε με τη βία στο παλάτι
του.
Αλλά και αυτός ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος οργίστηκε εναντίον του οσίου Αντωνίου, όταν
έμαθε πως είχε κείρει μοναχούς το γιο του βογιάρου του και τον ευνούχο του Εφραίμ.
Έδωσε εντολή να συλλάβουν το μακάριο Νίκωνα, που είχε κάνει τις κούρες, ενώ
απειλούσε να ρίξει σε μπουντρούμι όλους τους αδελφούς και ν’ ανασκάψει το σπήλαιο
τους.
Βλέποντας την τόση οργή του ηγεμόνα, ο όσιος Αντώνιος αποφάσισε να εγκαταλείψει
το σπήλαιο. Έφυγε λοιπόν σ’ άλλο τόπο, ενώ οι αδελφοί σκορπίστηκαν σε διάφορες
περιοχές.
Όταν όμως η γυναίκα του Ιζιασλάβου έμαθε για τη φυγή του οσίου, λυπήθηκε πολύ και
ικέτευσε το σύζυγο της να μην καταδιώκει τους δούλους του Θεού, για να μην ξεσπάσει
επάνω του η οργή Του. Η συνετή εκείνη γυναίκα υπενθύμισε στον Ιζιασλάβο το κακό
που είχε συμβεί πρόσφατα στην πατρίδα της, τη Λέχια ( Πολωνία). Ο πατέρας της,
βασιλιάς Μπολιεσλάβος, είχε διώξει από την επικράτειά του τους μοναχούς, εξαιτίας του
οσίου Μωϋσέως του Ούγγρου. Μετά όμως από το διωγμό των μοναχών, πικρός και
αιφνίδιος θάνατος βρήκε τον Μπολιεσλάβο, ενώ στο λαό δημιουργήθηκε ταραχή μεγάλη
και χύθηκε πολύ αίμα. Συμβούλεψε λοιπόν τον Ιζιασλάβο να μεταβάλει την οργή του σε
σύνεση, για να μην πάθη κι εκείνος τα ίδια.
Φοβήθηκε ο ηγεμόνας τη θεία τιμωρία όταν άκουσε τα λόγια εκείνα. Έστειλε
ανθρώπους στον όσιο Αντώνιο και τον κάλεσε να επιστρέψει άφοβα στον τόπο της
ασκήσεώς του μαζί με όλους τους αδελφούς.
Οι απεσταλμένοι αναζητούσαν τον όσιο τρεις ήμερες. Όταν τον βρήκαν, έπεσαν στα
πόδια του και τον ικέτευσαν να επιστρέψει στο ασκητήριό του.
Υπάκουσε ο όσιος και γύρισε στο σπήλαιο, όπου ησύχαζε παρακαλώντας αδιάλειπτα το
Θεό να συγκεντρώσει πάλι τα διασκορπισμένα πρόβατα της αγίας ποίμνης Του και να
τους δώσει δύναμη, για να υπομείνουν με γενναιότητα τους πειρασμούς του μισόκαλου
εχθρού.
Ο φιλάνθρωπος Θεός άκουσε την προσευχή του δούλου Του και μάζεψε πάλι γύρω από
τον όσιο όλους τους αδελφούς που είχαν σκορπίσει με το διωγμό του ηγεμόνα.
Αλλά και άλλοι πολλοί, διψασμένοι για σωτηρία, άρχισαν να συρρέουν στο σπήλαιο και
να παρακαλούν τον όσιο να τους φωτίσει, να τους λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας
και να τους χειραγωγήσει στο δρόμο προς τη βασιλεία των ουρανών. Και ο όσιος τους
δεχόταν όλους με αγάπη, τους δίδασκε τη μοναχική πολιτεία, κι έπειτα από την
κανονική δοκιμασία τους έδινε το μοναχικό σχήμα. Έτσι αυξήθηκε ο αριθμός των
αδελφών σε δώδεκα. Γι` αυτό αναγκάστηκαν να σκάψουν και να διευρύνουν το
σπήλαιο και κατόπιν να χτίσουν εκεί μέσα ναϋδριο και κελιά, που σώζονται μέχρι
σήμερα.
Κάποτε κάλεσε κοντά του ο όσιος όλους τους αδελφούς και τους είπε.
– Αδελφοί και παιδιά μου, γνωρίζετε ότι ο Κύριος μας έφερε όλους εδώ και μας
εγκατέστησε σαν απαρχή ευλογίας για τη χώρα μας και το λαό της. Εσείς είστε ευλογία
του αγιώνυμου όρους Άθω και της Κυρίας μας Θεοτόκου, που την έχουμε κοινή
προστάτιδα και παραμυθία. Όπως έκανε έμενα μοναχό ο αγιορείτης γέροντάς μου, έτσι
κι εγώ, με την ευλογία του και την ευλογία του Αγίου Όρους, έκανα εσάς μοναχούς και
σας αφήνω σαν αγιορείτικη κληρονομιά σ’ αυτό τον τόπο. Να ζείτε λοιπόν και να
πολιτεύεστε αντάξια της κλήσεώς σας και της ευλογίας που σας σκεπάζει.
Εδώ ο όσιος σιώπησε για λίγο.
-Παιδιά μου, πρόσθεσε κατόπιν. Νομίζω πως είναι καιρός ν’ αποσυρθώ από την
ηγουμενία. Ποθώ να ζήσω όπως και πριν στην ησυχία, «μόνος μόνω τω Θεώ». Θα σας
αφήσω άλλον ηγούμενο και θ’ αποσυρθώ. Δεν θ’ αποχωριστούμε, βέβαια. Στον τόπο
αυτό θα παραμείνω και θα σας συμπαραστέκομαι όσο ζω, σαν πνευματικός σας πατέρας.
Πράγματι, ο όσιος όρισε ηγούμενο το μακάριο Βαρλαάμ, σαν έμπειρο κι ενάρετο πολύ.
Ο ίδιος κλείστηκε σ’ ένα από τα κελάκια του σπηλαίου, αποφεύγοντας κάθε θόρυβο και
κάθε τιμή. Σύντομα όμως έφυγε σ’ άλλο λόφο, όπου έσκαψε νέο σπήλαιο, αυτό που
τώρα βρίσκεται κάτω από τη μεγάλη μονή των Σπηλαίων. Εκεί συνέχισε την ασκητική
του ζωή, δοξάζοντας το Θεό με αδιάλειπτες προσευχές και ασκητικά παλαίσματα,
καλλιεργώντας όλες τις αρετές και ανεβαίνοντας «εκ δυνάμεως εις δύναμιν». Γι` αυτό
και ο Θεός τον αντιδόξασε, στολίζοντάς τον πλούσια με τα χαρίσματα του Αγίου
Πνεύματος.
Ιδιαίτερα με το ιαματικό και το προορατικό.
ο όσιος Αντώνιος αναδείχθηκε σε θαυματουργό ιατρό και σε μεγάλο προφήτη της
ρωσικής γης. Πλήθη ασθενών θεράπευσε με την προσευχή του και μ’ ένα δηλητηριώδες
βότανο, που το ευλογούσε κι έπειτα τους το έδινε να το γευτούν. Πριν από την
προσευχή και την ευλογία του οσίου, το βότανο εκείνο σκορπούσε το θάνατο με το
δηλητήριό του. Μετά την ευλογία του οσίου, χάριζε τη ζωή και την απαλλαγή απ’ όλες
τις ασθένειες.
Όσο για το προορατικό χάρισμα του αγίου, αρκεί να το πιστοποίηση η πρόρρηση για την
οδυνηρή ήττα του ρώσικου στρατού και την καταστροφή της ρωσικής χώρας από τους
βαρβάρους Πολόφτσους που παραχώρησε τους χρόνους εκείνους ο Θεός για τις
αμαρτίες των χριστιανών.
Όμως ο πανάγαθος Κύριος επέτρεψε να δοκιμάσει και ο όσιος ένα μεγάλο πειρασμό, για
να λάμψη περισσότερο η υπομονή και η καρτερία του.
Μετά την ήττα των Ρώσων από τους Πολόφτσους, ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος κατέφυγε στο
Κίεβο. Εκεί βρισκόταν ο ηγεμόνας του Πολότσκ Βσιεσλάβος, φυλακισμένος από τους
αντιζήλους του αδελφούς Ιζιασλάβο, Σβιατοσλάβο και Βσέβολοντ.
Οι κάτοικοι του Κιέβου άρχισαν να παρακινούν επίμονα τον Ιζιασλάβο σε αντίσταση
κατά των βαρβάρων έχθρων, που είχαν διασκορπιστεί και λεηλατούσαν τη χώρα. Ο
ηγεμόνας όμως, φοβισμένος από την ήττα του, δεν αποφάσιζε να τους αντιμετωπίσει
ξανά. Τότε οι υπήκοοι του επαναστάτησαν, ελευθέρωσαν από τη φυλακή το Βσιεσλάβο
και τον ανακήρυξαν ηγεμόνα τους.
Ο Ιζιασλάβος κατόρθωσε να διαφύγει στη Λεχία, πατρίδα της γυναίκας του, όπου μέσα
σ’ επτά μήνες συγκρότησε στρατό, συμμάχησε με το βασιλιά της χώρας και ξεκίνησε νια
την ανακατάληψη του Κιέβου. Όταν το πληροφορήθηκε ο Βσιεσλάβος εγκατέλειψε την
πόλη και διέφυγε κρυφά στο Πολότσκ.
Ο Ιζιασλάβος μπήκε θριαμβευτής στο Κίεβο στα 1069.
Από τότε όμως άρχισε και η δοκιμασία του μακαρίου Αντωνίου. Κάποιος άνθρωπος του
ηγεμόνα συκοφάντησε τον όσιο ότι συμπαθούσε τάχα τον Βσιεσλάβο και ότι μάλλον
ήταν η κύριος υποκινητής της λαϊκής εξεγέρσεως που τον είχε ανεβάσει στον ηγεμονικό
θρόνο!
Ο Ιζιασλάβος πείστηκε στα λόγια του συκοφάντη και κυριεύτηκε από φοβερή οργή
εναντίον του αγίου.
Εκείνη την εποχή Ο όσιος διακονούσε στη σπηλιά του τον κατάκοιτο Ισαάκιο τον
έγκλειστο, που τον είχε πλανήσει ο διάβολος και τον είχε αφήσει μισοπεθαμένο.
Φαίνεται πως ο εχθρός κάθε καλού λύσσαξε για την προσπάθεια του οσίου να σώσει τον
Ισαάκιο, γι’ αυτό και βάλθηκε να τον εμποδίσει με κάθε τρόπο από το θεάρεστο αυτό
έργο.
Και για λίγο καιρό το πέτυχε.
Πριν προλάβει ό Ιζιασλάβος να κάνη κακό στο όσιο, ο ηγεμόνας του Τσερνιγώφ
Σβιατοσλάβος, που έμαθε νια την οργή του αδελφού του, έστειλε ανθρώπους του νύχτα
κι έφεραν το δούλο του Θεού στην επικράτειά του. Ο όσιος διάλεξε ένα ήσυχο μέρος
κοντά στην πόλη, στο βουνό Μπόλντιν, έσκαψε μια σπηλιά κι εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν.
Στον τόπο εκείνο χτίστηκε αργότερα μοναστήρι.
Αλλά ο επίβουλος του αγαθού δεν χάρηκε για πολύ. Ο Ιζιασλάβος έμαθε την αλήθεια
από πολλούς και αξιόπιστους ανθρώπους. Η οργή του μαλάκωσε. Σκέφτηκε νηφάλια και
πείστηκε για την αθωότητα και την αρετή του οσίου. Κατάλαβε πως οι κατηγορίες
εναντίον του ήταν συκοφαντικές και προκλήθηκαν από τον πονηρό. Μετανοημένος και
λυπημένος ο ηγεμόνας έστειλε αντιπροσώπους του στο Τσερνιγώφ, παρακαλώντας τον
Αντώνιο να επιστρέψει στο Κίεβο, κοντά στο θεοσύλλεκτο ποίμνιό του.
Ο «πράος και ταπεινός τη καρδία» Αντώνιος ανταποκρίθηκε στην παράκληση του
Ιζιασλάβου και γύρισε στην αδελφότητά του, που τόσον καιρό ήταν απορφανισμένη
από τον πνευματικό της πατέρα.
Μετά την επιστροφή του στο Κίεβο, ο όσιος επιδόθηκε σε μεγαλύτερους ακόμη αγώνες.
Όλη του η ζωή μέσα στο σπήλαιο ήταν ένας ασταμάτητος και σκληρός πόλεμος «προς
τας μεθοδείας του διαβόλου, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος
τούτου».
Πριν αναχωρήσει για τα ουράνια σκηνώματα, φρόντισε με προσευχές και
θαυματουργίες για την ανοικοδόμηση του ναού της μονής των Σπηλαίων, όπως θα
δούμε πιο κάτω.
Αφού ευλόγησε τον τόπο και την έναρξη της οικοδομής του ναού, ο όσιος Αντώνιος
άρχισε να ετοιμάζεται για τη μετάβασή του στην αιώνια και αχειροποίητη πόλη.
Καθώς λοιπόν προαισθανόταν να πλησιάζει ο καιρός της εκδημίας του, μάζευε γύρω του
τους αδελφούς και τους νουθετούσε, παρηγορώντας τους με την υπόσχεση ότι και μετά
το χωρισμό του από το φθαρτό σώμα δεν θα εγκαταλείψει τον τόπο των πνευματικών
παλαισμάτων του.
• Θα βρίσκομαι πάντοτε ανάμεσά σας, παιδιά μου.
• Θα επιβλέπω τους αγώνες και την πρόοδο σας στη μοναχική ζωή.
• Θα φροντίζω για τις ψυχές που προστρέχουν σ’ αυτό τον ιερό τόπο για να
ευαρεστήσουν το Θεό.
• Σας δίνω αυτή την υπόσχεση σαν τη μοναδική αλλά την πιο πολύτιμη
κληρονομιά.
• Και από τον ουρανό θα μεσιτεύω προς τον Κύριο, ώστε να βρείτε όλοι σας έλεος
κατά τη φοβερή ήμερα της Κρίσεως.
Έτσι, αφού συμπλήρωσε δεκαέξι χρόνια στο δεύτερο σπήλαιο κι ενενήντα χρόνια στη
ζωή, άφησε ο όσιος τον πρόσκαιρο κόσμο και αναχώρησε για την αιωνιότητα, στις 7
Μαΐου του έτους 6581 από κτίσεως κόσμου και 1073 από Χριστού, στα χρόνια του
ηγεμόνα Σβιατοσλάβου Γιαροσλάβιτς και του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως
Μιχαήλ Ζ’ Δούκα.
Το τίμιο σκήνωμα του οσίου, πρώτου Καθηγουμένου της μονής Πετσέρσκι, κατατέθηκε
τότε στο σπήλαιό του, κάτω από το σημερινό μεγάλο μοναστήρι.
Αλλά όπως όσο ζούσε ο όσιος, έμεινε μακριά από τ’ ανθρώπινα μάτια, προσευχόμενος
«εν τω κρύπτω», έτσι και τώρα ζήτησε από τον Κύριο να μείνει το τίμιο σώμα του
κρυμμένο από τους ανθρώπους. Κι Εκείνος πραγματοποίησε την επιθυμία του και τηρεί
στην αφάνεια τα σεπτά λείψανα του δούλου Του μέχρι σήμερα.
Όσοι κατά καιρούς δοκίμασαν ν’ ανασκάψουν το σπήλαιο και να τ’ αποκαλύψουν,
τιμωρήθηκαν για την τόλμη τους να εναντιωθούν στη βουλή του Θεού και την επιθυμία
του αγίου. Γιατί ξεπηδούσε φωτιά από τη γη και κατέκαιγε τα μέλη τους. Για πολύ καιρό
πολλά υπέφεραν, ώσπου μετανοούσαν για την πράξη τους κι έπαιρναν τη συγχώρηση
και την ίαση από το θαυματουργό άγιο.
Αν και κρυμμένα όμως από τα μάτια των ανθρώπων, τα άγια λείψανα του οσίου
Αντωνίου, δεν παύουν ν’ αποτελούν πηγή αγιασμού και βοηθείας και δυνάμεως.
Πολλά θαύματα επιτελούν από τον κρυφό τόπο της αναπαύσεώς τους, σ’ όσους με
πίστη προστρέχουν στο Ιερό σπήλαιο κι επικαλούνται τη μεσιτεία του οσίου.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή στις 10 Ιουλίου, οπότε τελείται και η μνήμη του.
Όσιος ΑΓΑΠΗΤΟΣ ο ιαματικός και Ανάργυρος
Ο ΘΕΟΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Αγαπητός ήταν
από την πόλη του Κιέβου και ήρθε στα Σπήλαια
στα χρόνια του οσίου Αντωνίου.
Με πόθο πολύ ζητούσε από τον όσιο να τον δεχτή
και να τον τιμήσει με το πανίερο μοναχικό σχήμα.
Κι εκείνος, μετά την κανονική δοκιμασία, τον
έκειρε και τον κράτησε κοντά του.
Βλέποντας ο θεσπέσιος Αγαπητός τον όσιο
Αντώνιο να υπηρετεί με αγάπη τους ασθενείς και
να τους θεραπεύει με τα βότανα και την
προσευχή του, θέλησε να γίνει μιμητής του. Αν
κάποιος αδελφός αρρώσταινε, ο σπλαχνικός
Αγαπητός άφηνε το κελί του και την ησυχία του
κι έτρεχε στον άρρωστο. Καθόταν δίπλα του και
ικανοποιούσε αγόγγυστα όλες του τις ανάγκες
μέχρι ν’ αναρρώσει. Συνάμα έκανε αδιάλειπτη θερμή προσευχή στον ιατρό των ψυχών
και των σωμάτων Ιησού Χριστό υπέρ της υγείας του ασθενούς αδελφού. Κι αν η
αρρώστια συνεχιζόταν για πολύν καιρό και ο αδελφός έχανε την υπομονή του και
μεμψιμοιρούσε, ο όσιος τον ενίσχυε και τον παρηγορούσε με λόγους αγάπης και
παρακλήσεως.
Ακολουθώντας έτσι ταπεινά το παράδειγμα του γέροντα του οσίου Αντωνίου, ο
φιλόθεος Αγαπητός αξιώθηκε από το Θεό της ίδιας θαυματουργικής χάριτος: Με τη
δύναμη του Χριστού θεράπευε όλες τις παθήσεις, κάνοντας προσευχή και δίνοντας
στους αρρώστους να φάνε λίγα χόρτα, από κείνα που έτρωγε ό ίδιος.
Η φήμη του δεν άργησε να διαδοθεί στην πόλη του Κιέβου.
Πλήθη χριστιανών που βασανίζονταν από ποικίλες ασθένειες άρχισαν να συρρέουν στη
μονή και να θεραπεύονται από τον ιαματικό
Αγαπητό.
Την εποχή εκείνη υπήρχε στο Κίεβο ένας γιατρός, Αρμένιος κατά την πίστη και το
γένος, διάσημος για τις διαγνωστικές και θεραπευτικές του ικανότητες. Με μια σύντομη
εξέταση μπορούσε να καταλάβει από τι έπασχε ο άρρωστος, αν θα γινόταν καλά ή αν
θα πέθαινε και πότε. Αν αντιλαμβανόταν ότι η κατάσταση του ήταν κρίσιμη, δεν τον
αναλάμβανε.
Κάποτε έφεραν στη μονή των Σπηλαίων έναν άρρωστο βογιάρο, αυλικό του ηγεμόνα
Βσέβολοντ. Ο Αρμένιος γιατρός τον είχε απελπίσει, λέγοντας του απερίφραστα πως θα
πέθαινε σε οκτώ μέρες.
Ο όσιος Αγαπητός προσευχήθηκε πάνω από τον ασθενή και κατόπιν του έδωσε να φάει
λίγα χόρτα από το πιάτο του. Ο άρρωστος θεραπεύτηκε αμέσως!
Μετά απ’ αυτό το θαύμα η δόξα του ιαματικού Αγαπητού έφτασε στο αποκορύφωμά της.
Ο Αρμένιος έλιωνε από ζήλια και κατηγορούσε το μακάριο σαν κομπογιαννίτη και
ψευτοθαυματοποιό. Θέλησε μάλιστα να τον ρεζιλέψει στους ανθρώπους. Με έμπιστους
υπηρέτες του, όμοιους μ’ αυτόν στην κακία, έστειλε στη μονή έναν ετοιμοθάνατο. Τους
είχε δασκαλέψει να του δώσουν με τρόπο να πιει ένα φαρμακερό υγρό. Έτσι θα ήταν
βέβαιος ό θάνατος του.
Όλα έγιναν όπως τα είχε προετοιμάσει ο μυσαρός Αρμένιος. Μόλις ήπιε το δηλητήριο ο
άρρωστος,, άρχισε να σπαρταράει σαν ψάρι και να βγάζει αφρούς από το στόμα. Ο
θάνατος τον είχε κιόλας αγγίξει.
Ο όσιος, βλέποντάς τον να πεθαίνει, έφερε λίγα χόρτα από το τραπέζι του και τα έβαλε
με δυσκολία στο στόμα του ετοιμοθάνατου. Ύστερα γονάτισε μπροστά του και
παραδόθηκε σε θερμή ικεσία προς το Θεό.
Πριν πέραση πολλή ώρα, ο ετοιμοθάνατος συνήλθε, γέμισε ζωή και σφρίγος και
σηκώθηκε όρθιος!!!!!!
Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο Αρμένιος, λύσσαξε από το κακό του. Διέταξε τους
ανθρώπους του να βρουν τρόπο και να ποτίσουν με το φαρμάκι τον ίδιο τον όσιο.
Εκείνοι πήγαν σαν ευλάβεια τάχα προσκυνητές και με πολλή πονηρία του πρόσφεραν το
δηλητήριο σαν ωφέλιμο ποτό, παρακαλώντας τον να το πιει και να τους ευλογήσει. Ο
όσιος το ήπιε, αλλά δεν έπαθε τίποτα. Ο Κύριος, που υποσχέθηκε στους δούλους Του
ότι «καν θανάσιμο τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει», λύτρωσε και τώρα το μακάριο
Αγαπητό από τη θανατηφόρα δράση του δηλητηρίου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και αρρώστησε ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος Βσεβολόντοβιτς ο
Μονομάχος. Βρισκόταν τότε στο Τσερνιγώφ.
Ο Αρμένιος γιατρός πάσχιζε μ’ όλα τα μέσα που διέθετε να τον βοηθήσει, αλλά χωρίς
αποτέλεσμα. Ο ηγεμόνας έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Απελπισμένος τότε
ειδοποίησε τον ηγούμενο της Λαύρας Ιωάννη, παρακαλώντας τον να στείλει στο
Τσερνιγώφ τον ιαματικό Αγαπητό για να τον θεραπεύσει με τη χάρη που είχε από το
Θεό.
Ο ηγούμενος Ιωάννης κάλεσε τον όσιο και του μετέφερε την παράκληση του άρρωστου
ηγεμόνα.
Αλλά ο μακάριος, που ποτέ δεν είχε βγει από το μοναστήρι, είπε ταπεινά:
— Τίμιε Γέροντα, αν πάω στον ηγεμόνα για τη θεραπεία του, τότε πρέπει να πηγαίνω
και στους άλλους που έχουν παρόμοια ανάγκη. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του
Θεού. Ζητώ λοιπόν την ευλογία σου να μην αναχωρήσω για το μέρος όπου με περιμένει
ανθρώπινη δόξα, γιατί υποσχέθηκα στο Θεό να την αποφεύγω μέχρι την τελευταία μου
αναπνοή. Δώσ’ μου την ευχή σου να φύγω σε άλλο μέρος και να κρυφτώ προσωρινά,
μέχρι να περάσει αυτή η δυσκολία. Αν όμως θελήσεις να με στείλεις εσύ στο
Τσερνιγώφ, θα κάνω υπακοή. «Ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ».
Ο ηγούμενος Ιωάννης θαύμασε την αρετή και την ταπείνωση του υποτακτικού του και
δεν επέμεινε. Είπε στους απεσταλμένους του ηγεμόνα πως δεν μπορεί να τον πιέσει. Αν
μπορούσαν εκείνοι ας τον έπειθαν. Άλλα όπως ήταν φυσικό και των απεσταλμένων οι
προσπάθειες έμειναν άκαρπες. Ο όσιος ήταν ανένδοτος.
Όταν είδαν κι απόειδαν, ζήτησαν τουλάχιστον λίγα χόρτα από το πιάτο του Αγαπητού.
Το αίτημά τους αυτό το συμμερίστηκε και ο ηγούμενος Ιωάννης, που έδωσε εντολή
στον όσιο να υπακούσει. Έτσι κι έγινε.
Ο πρίγκιπας γεύτηκε τα χόρτα που του έφεραν. Αμέσως έγινε καλά!!!!!
Τρελός από χαρά για τη σωτηρία του ο Βλαδίμηρος, πήρε μπόλικο χρυσάφι και ξεκίνησε
με μεγάλη συνοδεία για τη μονή των Σπηλαίων, θέλοντας ν’ αμείψει και να τιμήσει το
σωτήρα του.
Μόλις όμως ο ταπεινός Αγαπητός πληροφορήθηκε την άφιξή του, έτρεξε και κρύφτηκε.
Όσο κι αν έψαξαν ο ηγούμενος και οι αδελφοί, δεν μπόρεσαν να τον βρουν.
Στενοχωρημένος ο ηγεμόνας έδωσε το χρυσάφι στον ηγούμενο, προσκύνησε στην
εκκλησία κι έφυγε.
Άλλα σε λίγες ημέρες έστειλε ένα βογιάρο του με πολλά δώρα για τον όσιο. Ο βογιάρος
βρήκε τον Αγαπητό στο κελί του κι απόθεσε τα δώρα μπροστά στα πόδια του.
Ο όσιος τότε του είπε:
— Παιδί μου, ποτέ δεν παίρνω αμοιβή νια τις θεραπείες, γιατί αυτές γίνονται όχι με τη
δική μου δύναμη, αλλά με τη δύναμη του Χριστού. Γι’ αυτό και τώρα δεν μπορώ να
δεχτώ αυτή την προσφορά του κυρίου σου.
– Το γνωρίζει πάτερ κι εκείνος που μ’ έστειλε πως δεν παίρνεις αμοιβή, αποκρίθηκε ο
βογιάρος. Αλλά σε παρακαλώ, για να μη λυπήσεις τον άνθρωπο που έκανε υγιή Ο Θεός
με τη δική σου μεσολάβηση, δέξου αυτά τα δώρα και χρησιμοποίησέ τα όπως εσύ
νομίζεις. Μοίρασε τα αν θέλεις, στους φτωχούς.
– Να ‘ναι ευλογημένο τότε, είπε ο όσιος. Πες όμως σ’ αυτόν που σ’ έστειλε ότι, αν θέλει
να είναι ευάρεστος σ’ Εκείνον που τον γλίτωσε από το θάνατο, να μοιράζει στους
φτωχούς και από την υπόλοιπη περιουσία του. Γιατί δεν θα μπορέσω να τον βοηθήσω
άλλη φορά. Τον παρακαλώ με την καρδιά μου να υπακούσει, για να μην τον βρουν
χειρότερα.
Και λέγοντας αυτά ο Ανάργυρος Αγαπητός, πήρε τα δώρα και βγαίνοντας βιαστικά από
το κελί του τα πέταξε έξω, δίπλα στην πόρτα. Ο ίδιος εξαφανίστηκε και κρύφτηκε σε
άγνωστο μέρος.
Βγαίνοντας και ο βογιάρος έξω, είδε τα δώρα πεταμένα χάμω και τον όσιο πουθενά. Λες
και τον είχε καταπιεί η γη. Τα μάζεψε τότε και τα έφερε στον ηγούμενο.
Όταν επέστρεψε στον ηγεμόνα, διηγήθηκε σ’ εκείνον και τους αυλικούς του ό,τι είχε
συμβεί και όλοι δόξασαν το Θεό και το γνήσιο δούλο Του Αγαπητό, που στήριζε την
ελπίδα της αμοιβής του στον ουρανό, «όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου
κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν» τους αιώνιους θησαυρούς του Κυρίου, τους
ετοιμασμένους για τους πιστούς οικονόμους των χαρισμάτων Του.
Από τότε ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος άρχισε, κατά την εντολή του οσίου, να μοιράζει
απλόχερα τα πλούτη του στους φτωχούς.
Κάποτε όμως παραχώρησε ό Θεός ν’ αρρωστήσει και ο ιαματικός Αγαπητός.
Βρήκε τότε ευκαιρία και τον επισκέφθηκε ο Αρμένιος γιατρός, ενδιαφερόμενος δήθεν
για την υγεία του.
— Δε μου λες, γέροντα, ρώτησε ειρωνικά τον όσιο. Με τι χόρτο θεραπεύεται η δική σου
αρρώστια;
— Μ’ εκείνο που θα υποδείξει ό Κύριος, ο Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων,
αποκρίθηκε με ακακία ο μακάριος.
— Χμ! Ιδέα δεν έχει αυτός εδώ από ιατρική. Είναι τελείως άσχετος! αποφάνθηκε με
υπεροψία ο γιατρός, κοιτάζοντας με νόημα τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί.
Ύστερα έπιασε το χέρι του οσίου και είπε μ’ επισημότητα:
—Σου λέω στ’ αλήθεια ότι δεν έχεις πάνω από τρεις ήμερες ζωής. Σου δίνω το λόγο
μου, αν σε τρεις ήμερες δεν πεθάνεις, εγώ αλλάζω ζωή και γίνομαι μοναχός σαν
εσένα!!!!
Στα λόγια αυτά ο όσιος Αγαπητός αγανάκτησε.
— Αυτή είναι η τέχνη σου; είπε αυστηρά. Αντί να σώζεις, προλέγεις το θάνατο; Αν είσαι
ικανός, θεράπευσε με! Αν όχι, τότε για τι λες πως θα πεθάνω σε τρεις ήμερες; Ο Κύριος
με πληροφόρησε ότι θα με πάρει κοντά Του μετά από τρεις μήνες!
Αλλά ο Αρμένιος επέμενε:
—Μην έχεις τέτοιες μάταιες ελπίδες! Δε βλέπεις τα χάλια σου; Αποκλείεται να ζήσης
περισσότερο απ’ όσο σου λέω.
Στο μεταξύ έφεραν στον όσιο κάποιον άρρωστο από το Κίεβο για να τον θεραπεύσει.
Εκείνος, με θαυματουργική επέμβαση του Θεού, σηκώθηκε αμέσως από την κλίνη και
πήγε στο τραπέζι για να πάρει λίγα χόρτα.
— Να το χόρτο της θεραπείας μου! Δες το και συνετίσου! Είπε στο γιατρό, που τον
κοίταζε με έκπληξη να στέκεται όρθιος.
— Αυτό δεν φαίνεται να είναι από τα δικά μας χόρτα, είπε αμήχανα ο Αρμένιος. Μοιάζει
μ’ ένα φυτό που φυτρώνει στην περιοχή της Αλεξάνδρειας.
Γέλασε ο όσιος με την αμάθειά του κι έδωσε στον ασθενή να φάει, ενώ ο ίδιος γονάτισε
σε προσευχή.
Σε λίγο ο άνθρωπος είχε θεραπευθεί!!!!
Κατόπιν ό θείος Αγαπητός στράφηκε στο γιατρό:
— Φάε κι εσύ σε παρακαλώ, από τα χόρτα μου.
— Δεν μπορώ πάτερ, γιατί εμείς έχουμε αυτό το μήνα τέσσερις ήμερες νηστεία και η
σημερινή μέρα είναι νηστίσιμη.
— Μα σε ποια πίστη ανήκεις εσύ; ρώτησε με απορία ο όσιος.
— Καλά, δεν έχεις ακούσει για μένα; Είμαι Αρμένιος!
-Αρμένιος! φώναξε ο όσιος με ιερή οργή. Και πως τόλμησες, προδότη της Ορθοδοξίας,
να μπεις εδώ μέσα; Πως τόλμησες να βεβηλώσεις το κελί μου και να πιάσεις στα
αιρετικά σου χέρια το δικό μου αμαρτωλό χέρι; Φύγε από δω πλανεμένε, ασεβέστατε!
Ντροπιασμένος έφυγε ο γιατρός.
Ο θεοφιλής Αγαπητός έζησε, όπως τον είχε πληροφορήσει ό Θεός, τρεις μήνες ακόμη.
Και την 1η Ιουνίου εκοιμήθη ειρηνικά κι ενταφιάστηκε από τους αδελφούς στο σπήλαιο
του οσίου Αντωνίου.
Μετά από λίγο καιρό, ο γιατρός εμφανίστηκε «συντετριμμένος και τεταπεινωμένος»
στον ηγούμενο της μονής των Σπηλαίων.
— Αφήνω την πλάνη των Αρμενίων, είπε κλαίγοντας μετανιωμένος. Ασπάζομαι την αγία
Ορθοδοξίας, τη μόνη αληθινή πίστη και ποθώ να υπηρετήσω τον Κύριο μας Ιησού
Χριστό, φορώντας το άγιο μοναχικό σχήμα. Μου εμφανίστηκε χθες ο μακαριστός
Αγαπητός και μου είπε:
«Υποσχέθηκες ν’ αρνηθείς την πλάνη σου και να γίνεις μοναχός. Αν τώρα
υπαναχωρήσεις, θα καταστρέψεις την ψυχή σου. Ο Θεός ου μυκτηρίζεται!»
Τώρα πια πιστεύω ότι Ο Αγαπητός είναι άγιος!
Πράγματι, ο γιατρός ασπάσθηκε την ορθόδοξη πίστη, έμεινε στη μονή κι έγινε μοναχός,
αφιερώνοντας την υπόλοιπη ζωή του στην ίαση των τραυμάτων της δικής του ψυχής
και στην ευαρέστηση του μεγάλου Ιατρού, Ιησού Χριστού.
Όσιος ΑΛΥΠΙΟΣ ο εικονογράφος
ΜΙΜΗΤΗΣ του ιερού ευαγγελιστή και
πρώτου εικονογράφου Λουκά,
αναδείχθηκε ο όσιος πατέρας μας Αλύπιος
ο σπηλαιώτης.
Αυτός ο μακάριος, θαυμαστά
εικονογραφούσε τις μορφές των αγίων,
ενώ ταυτόχρονα και την ψυχή του στόλιζε
μ’ όλες τις αρετές. Έτσι ο Θεός τον αξίωσε
να γίνει γιατρός θαυματουργός ψυχών και
σωμάτων.
Ο μακάριος Αλύπιος ήταν λαϊκός ακόμη,
όταν έγινε μάρτυρας του εξαισίου
θαύματος που συνέβη μέσα στην
εκκλησία των Σπηλαίων, στη διάρκεια της
αγιογραφήσεώς της. Βοηθούσε τότε τους Έλληνες αγιογράφους που ιστορούσαν το ναό
της Θεοτόκου. Και είδε με τα ίδια του τα μάτια το περιστέρι που παράδοξα εμφανίστηκε,
όπως είδαμε πιο πάνω στη σχετική διήγηση.
Μετά από το θαυμαστό εκείνο γεγονός, ο Αλύπιος έμεινε στο μοναστήρι και έλαβε το
άγιο αγγελικό σχήμα από τα χέρια του ηγουμένου οσίου Νίκωνος, ενώ συνέχισε να
τελειοποιείται στην Ιερή τέχνη της εικονογραφίας. Και με τη χάρη του Θεού απέκτησε
την ικανότητα ν’ αποτυπώνει στις άψυχες, ζωγραφιστές μορφές των αγίων, όλες τις
αρετές και τα θεία χαρίσματα που τους στόλιζαν όσο ζούσαν. Την ικανότητα αυτή την
έδωσε ο Κύριος στον όσιο Αλύπιο επειδή ασκούσε την εικονογραφία όχι για πλουτισμό ή
έπαινο, αλλά για τη δόξα του Θεού και των αγίων Του.
Πολλές εικόνες φιλοτέχνησε για τη μονή και πολλές ακόμη για τον ηγούμενο και τους
αδελφούς. Έμαθε επίσης την τέχνη της συντηρήσεως παλαιών εικόνων και κοπίασε
πολύ για την αποκατάσταση, εκείνων που είχαν φέρει στη μονή οι πρώτοι πατέρες των
Σπηλαίων.
Ο όσιος Αλύπιος ποτέ δεν έμενε αργός. Με την εργατικότητά του έγινε μιμητής των
αρχαίων αγίων πατέρων, που μοίραζαν το χρόνο τους στην προσευχή και το εργόχειρο.
Ό,τι αποκτούσε ο όσιος από το εργόχειρό του, το χώριζε σε τρία ίσα μέρη.
• Το ένα μέρος το ξεχώριζε για ν’ αγοράζει τ’ απαραίτητα υλικά της εικονογραφίας.
• Το δεύτερο προοριζόταν για τους φτωχούς.
• Και το τρίτο για τις ανάγκες της μονής.
Έτσι έκανε πάντοτε, με την ευλογία του ηγουμένου, χωρίς να δίνη ανάπαυση στο σώμα
του μέρα και νύχτα. Τη νύχτα αγρυπνούσε με προσευχές και γονυκλισίες. Και την
ήμερα, τις ώρες που δεν είχαν κοινές ακολουθίες στην εκκλησία, έπιανε το εργόχειρο
με ταπείνωση, απροσπάθεια και υπομονή. Κανείς δεν τον είδε ποτέ αργό. Κανείς δεν
τον άκουσε ποτέ ν’ αργολογεί. Αλλά και ποτέ δεν παραμέλησε την προσευχή και τη
λατρεία του θεού για το εργόχειρο.
Βλέποντας ο ηγούμενος τη φιλοπονία, την αρετή και την ακρίβεια της μοναχικής
πολιτείας του οσίου, έλαβε από το Θεό την πληροφορία να τον αναδείξει Ιερέα.
Από τη μέρα της χειροτονίας του ο μακάριος Αλύπιος έλαμψε ακόμη περισσότερο με τις
μοναχικές του αρετές και με τη συνέπεια στα ιερατικά του καθήκοντα.
Αξιώθηκε μάλιστα να γίνει πνευματικός και να συγχωρεί με τη χάρη του Αγίου
Πνεύματος τις αμαρτίες και τα παραπτώματα των ανθρώπων. Η επιτέλεση της διακονίας
του αυτής συνδέεται και με αξιόλογα θαύματα, από τα οποία δεν θα παρασιωπήσουμε
όσα γνωρίζουμε.
Κάποιος πλούσιος χριστιανός από το Κίεβο προσβλήθηκε από λέπρα. Απεγνωσμένα
ζητούσε βοήθεια από τους γιατρούς. Αυτοί όμως δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν.
Πάνω στην απελπισία του κατέφυγε στους ειδωλολάτρες μάγους, ελπίζοντας να γίνει
καλά με τα δαιμονικά θεραπευτικά τους μέσα. Όχι όμως ωφέλεια δεν είδε, αλλά και
χειροτέρεψε.
Τότε ένας από τους φίλους του τον συμβούλεψε να πάει στη μονή των Σπηλαίων και να
παρακαλέσει τους πατέρες να τον βοηθήσουν. Αλλά εκείνος ο δυστυχής, ενώ είχε
πιστέψει πως θα τον έκαναν καλά οι δαιμονολάτρες μάγοι, δεν παραδεχόταν ότι
μπορούσαν να τον βοηθήσουν οι φιλόχριστοι μοναχοί. Γι’ αυτό δεν αποφάσιζε να πάει
στα Σπήλαια. Μετά όμως από τις φορτικές προτροπές του φίλου του, κάμφθηκε η
αντίδρασή του. Κίνησε για τη μονή με μισή καρδιά, συνοδευόμενος από τους δικούς
του.
Ο ηγούμενος του έδωσε να πιει νερό από το πηγάδι του οσίου Θεοδοσίου. Του άλειψε
επίσης τα μάτια και το κεφάλι με το ίδιο νερό και τον άφησε να φύγει. Όταν όμως ο
ταλαίπωρος άνθρωπος βρέθηκε στο σπίτι του διαπίστωσε πως η αρρώστια είχε
επιδεινωθεί. Οι πληγές του άνοιξαν κι έτρεχαν πύο, ενώ το σώμα του ανέδιδε μιαν
αφόρητη δυσοσμία, που έδιωχνε τους ανθρώπους μακριά. Αιτία του κακού ήταν, όπως
αποδείχτηκε απ’ όσα ακολούθησαν, η απιστία και η αμετανοησία του.
Ό λεπρός άρχισε να θρηνεί και να οδύρεται για το κακό που τον βρήκε. Πολλές ημέρες
έμεινε κλεισμένος και απομονωμένος στο σπίτι του. Γεμάτος ντροπή κι απόγνωση για το
θέαμα που εμφάνιζε και τη δυσοσμία που ανέδιδε, περίμενε το θάνατο, που δεν
φαινόταν να είναι μακριά.
Αλλά να! Ο φιλάνθρωπος Θεός τον φώτισε και κατάλαβε την ατία της αρρώστιάς του.
Και σαν δεύτερος Δαβίδ, φώναζε από μακριά στους συγγενείς του:
— «Εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπον μου! Απηλλοτριωμένος εγενήθην τοις αδελφοίς
μου και ξένος τοις υιοίς της μητρός μου», επειδή χωρίς πίστη και με την καρδιά
λερωμένη από αμαρτίες τόλμησα να πάω στη μονή και να ζητήσω θεραπεία!
Σηκώθηκε και ξαναπήγε αμέσως στο μοναστήρι. Ζήτησε από τον ηγούμενο να
εξομολογηθεί. Εκείνος τον έστειλε στον όσιο Αλύπιο. Με δάκρυα συντριβής ο λεπρός
του εξομολογήθηκε όλα τ’ αμαρτήματά του και με ειλικρινή μετάνοια ζήτησε από το Θεό
την άφεσή τους.
Ο όσιος του είπε:
– Παιδί μου, έργο μεγάλο και σωτήριο πραγματοποίησες με την εξομολόγηση των
παραπτωμάτων σου. Θυμάσαι τι λέει ό βασιλιάς και προφήτης Δαβίδ;
«Είπα• εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω και συ αφήκας την ασέβειαν
της καρδίας μου».
Αυτό ακριβώς έγινε και τώρα με σένα. Εξομολογήθηκες μετανοημένος ενώπιον του
Κυρίου, κι Εκείνος σε συγχωρεί, σαν αγαθός και φιλάνθρωπος που είναι.
Αφού ο θεοφώτιστος Αλύπιος είπε πολλά σωτήρια και ωφέλιμα λόγια στον ασθενή, πήρε
λίγο από το χρώμα που χρησιμοποιούσε στην αγιογραφία και άλειψε τις πληγές του.
Ύστερα τον έφερε στην εκκλησία και τον κοινώνησε με τα Τίμια Δώρα. Τέλος, τον
οδήγησε σε μία γωνία, όπου βρισκόταν μια λεκάνη με νερό. Μ’ αυτό πλένονταν οι ιερείς
μετά τη θεία Ευχαριστία.
— Πλύσου μ’ αυτό το νερό!, είπε ό όσιος στον άρρωστο.
Εκείνος, ξέπλυνε τα χρώματα και αυτοστιγμεί — ω του θαύματος! – οι πληγές
εξαφανίστηκαν και το πρόσωπό του καθάρισε!
Έπεσε αμέσως στα πόδια του οσίου και τα έβρεχε με τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του,
επειδή τον απάλλαξε τόσο από τη σωματική όσο και την ψυχική λέπρα.
Έκπληκτοι έμειναν οι συγγενείς του λεπρού σαν είδαν το θαύμα. Και ρωτούσαν:
– Μα πως έγινε αυτό; Γιατί την πρώτη φορά που ήρθε στο μοναστήρι η αρρώστια του
επιδεινώθηκε, ενώ τώρα θεραπεύτηκε;
– Αδελφοί, τους έλεγε ο πνευματέμφορος Αλύπιος, ο Κύριος μας λέει:
«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν».
Αυτός ο άνθρωπος δούλευε πριν με την αμαρτία στον εχθρό μας διάβολο. Και όταν
αρρώστησε, πάλι σ’ εκείνον πήγε για να θεραπευτή: στους μάγους και τα μαγικά. Και
δεν πίστευε στον Κύριο σαν μοναδικό Σωτήρα και ιατρό των ψυχών και των σωμάτων.
Την πρώτη φορά ήρθε με την καρδιά γεμάτη απιστία και ακαθαρσία. Γι` αυτό και η
ασθένειά του επιδεινώθηκε.
Διότι ο Κύριος είπε:
«πάντα όσα αν προσευχόμενοι αιτείσθε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και έσται υμίν».
Τώρα όμως που ήρθε με πίστη αλλά και με μετάνοια, ο Θεός τον θεράπευσε.
Μετά την εξήγηση του οσίου Αλυπίου, οι άνθρωποι έβαλαν βαθιά μετάνοια κι έφυγαν
«δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον…».
Στην ίδια πόλη του Κιέβου ζούσε κάποιος φιλόχριστος, που είχε χτίσει με έξοδα του ένα
μικρό ναό, και θέλησε να τον εμπλουτίσει μ’ επτά μεγάλες εικόνες. Για το σκοπό αυτό
έδωσε σε δυο γνωστούς του μοναχούς της Λαύρας αρκετά ασημένια νομίσματα, καθώς
και τα ξύλα που χρειάζονταν, και τους είπε:
—Σας παρακαλώ πατέρες, πείτε στον παπα-Αλύπιο να δεχτή το αργύριο τούτο, για την
αγάπη του Χριστού και να ζωγραφίσει επτά εικόνες για το εκκλησάκι μου.
Αλίμονο όμως!
Εκείνοι οι δύο ήταν μόνο κατά το φαινόμενο μοναχοί!
Η ψυχή τους ήταν παραδομένη στον πονηρό, γεμάτη κακία, φθόνο και φιλαργυρία.
Τι έκαναν λοιπόν;
Συμφώνησαν να κατακρατήσουν τα χρήματα και να μην πουν τίποτα στον Αλύπιο, που
τον φθονούσαν πολύ για την ενάρετη ζωή και την επίδοσή του στην αγιογραφία.
Ήταν κι εκείνοι αγιογράφοι. Βοηθοί του οσίου, αλλά για την αμέλεια και την πνευματική
τους ραθυμία δεν τους έδινε ό Θεός το ανυπέρβλητο χάρισμα του θεσπέσιου Αλύπιου.
Κρέμασαν λοιπόν τα σανίδια σ’ ένα παρεκκλήσι της μονής, που ήταν σχεδόν πάντοτε
κλειστό, κι έκρυψαν τα χρήματα σε ασφαλισμένο μέρος, χωρίς τύψεις για τη μεγάλη
αμαρτία που έκαναν.
Πέρασε καιρός. Ο πελάτης έστειλε μήνυμα στους δυο μοναχούς, ρωτώντας τους για την
παραγγελία του.
Εκείνοι όμως απάντησαν πως ο Αλύπιος ζητά άλλα τόσα αργυρά νομίσματα!
Χωρίς διαμαρτυρία ο χριστιανός τα έστειλε, με την παράκληση να επισπευτεί η εκτέλεση
της εργασίας. Κι αυτά όμως τα καταχράστηκαν οι αθεόφοβοι μοναχοί.
Υποδουλωμένοι εντελώς στην κακία και την απληστία, έφτασαν στο σημείο να ζητήσουν
και τρίτη φορά χρήματα, λέγοντας πάλι ότι τάχα τα ζητά ο Αλύπιος.
Ο φιλόθεος άνθρωπος ούτε τώρα αρνήθηκε. Γνωρίζοντας την πολιτεία του οσίου,
πίστεψε πως τα χρήματα που είχε στείλει τις δύο προηγούμενες φορές δεν ήταν αρκετά.
Του έστειλε λοιπόν ανυποψίαστος άλλα τόσα, ζητώντας με αγαθότητα τις προσευχές και
την ευλογία του.
Όταν όμως μετά από καιρό ο χριστιανός έστειλε πάλι στο μοναστήρι κάποιον για να
μάθη αν είναι έτοιμες οι εικόνες του, οι δυο εκείνοι μοναχοί, σκοτισμένοι από την
εμπάθεια, είπαν ότι ο Αλύπιος, αν και έλαβε τριπλή αμοιβή, αρνείται να ζωγραφίσει τις
εικόνες.
Έκπληκτος και σκανδαλισμένος ο άνθρωπος του Θεού, κίνησε με μεγάλη συνοδεία για
το μοναστήρι. Διηγήθηκε με παράπονο στον ηγούμενο Νίκωνα το πάθημά του και
ζήτησε την επανόρθωση της αδικίας που είχε τάχα υποστεί από τον παπα-Αλύπιο.
Ο μέγας Νίκων κάλεσε τον όσιο και του είπε αυστηρά:
– Γιατί πάτερ Αλύπιε αδίκησες αυτό το χριστιανό; Τόσες φορές σε παρακάλεσε και τόσα
χρήματα σου έστειλε για τις εικόνες του. Τι σημαίνουν όλα όσα άκουσα τώρα, αδελφέ;
Εγώ μέχρι τώρα νόμιζα ότι ήσουν αφιλοχρήματος και ζωγράφιζες τις εικόνες για τη
δόξα του Θεού και των αγίων Του.
— Τίμιε Γέροντα, αποκρίθηκε απορημένος ο όσιος, η αγιοσύνη σου γνωρίζει ότι δεν
αμέλησα ποτέ το ιερό εργόχειρό μου ούτε το εξάσκησα για τα χρήματα. Και τώρα δεν
γνωρίζω για ποιο πράγμα μιλάς.
– Τρεις φορές δεν σε πλήρωσε αυτός ο άνθρωπος για να του φτιάξης επτά εικόνες; Δεν
σου έστειλε και τα σανίδια γι’ αυτές; Γιατί δεν εκπλήρωσες την παραγγελία του; Και που
είναι τα ξύλα των εικόνων;
Όμως ο όσιος Αλύπιος τίποτα δεν είχε να πει.
Τότε ο ηγούμενος έστειλε δύο-τρεις μοναχούς να φέρουν τα σανίδια. Αυτοί, κατά
συγκυρία την προηγούμενη μέρα τα είχαν δει μέσα στο παρεκκλήσι και είχαν
αναρωτηθεί για τον προορισμό τους. Ο όσιος Νίκων κάλεσε επίσης τους δυο μοναχούς
που είχαν πάρει τα χρήματα για τις εικόνες.
Άλλες όμως είναι οι βουλές των ανθρώπων και άλλα τα κελεύσματα του θαυματουργού
Θεού. Τι συνέβη δηλαδή; Μόλις μπήκαν οι αδελφοί στο παρεκκλήσι, τι βλέπουν! Εκεί
που χθες είδαν να κρέμονται σκέτα ξύλα, τώρα ήταν εικόνες απαράμιλλης τέχνης!
Εικόνες του Κυρίου, της Θεοτόκου, των αγίων! Θαμπωμένοι και συγκλονισμένοι από το
θαυμαστό γεγονός, τις έφεραν στον ηγούμενο. Όταν σε λίγο όλοι κατάλαβαν τι είχε
συμβεί, έπεσαν κάτω και με συγκίνηση προσκύνησαν τις θεσπέσιες αχειροποίητες
εικόνες του ουράνιου Βασιλιά, της Παναγίας Μητέρας Του και των εκλεκτών δούλων
Του.
Στο μεταξύ ήρθαν και οι δύο συκοφάντες μοναχοί. Ανύποπτοι για το θαύμα του Θεού,
επιτέθηκαν με άπρεπα λόγια στον όσιο Αλύπιο, κατηγορώντας τον σαν κλέφτη και
απατεώνα.
Αγανακτισμένοι τότε οι παρευρισκόμενοι από την άδικη εκείνη επίθεση, τους έδειξαν τις
εικόνες λέγοντας:
– Σταματήστε ανόσιοι άνθρωποι! Να αυτές οι εικόνες που ζωγραφίστηκαν από το χέρι
του Θεού, μαρτυρούν για την αθωότητα του Αλυπίου και τη δική σας ενοχή!
Εκείνοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους μ’ αυτό που έβλεπαν. Γεμάτοι
φόβο και ντροπή, μαζεύτηκαν σε μια γωνιά και σιώπησαν. Αρνήθηκαν ωστόσο να
παραδεχθούν την ενοχή τους, που ήταν τόσο φανερή σε όλους.
Βλέποντας ο ηγούμενος Νίκων το κατάντημα και την πώρωση των δύο μοναχών, τους
απέκοψε σαν σαπρά μέλη από το σώμα της αδελφότητας, «ίνα και οι λοιποί αδελφοί
φόβον έχωσι». Τους εδίωξε από τη μονή για να μη μολυνθούν και άλλοι από τη βαρεία
ψυχική τους πάθηση.
Εκείνοι και όταν έφυγαν επέμειναν στην κακία και το φθόνο.
Άρχισαν να διαδίδουν παντού ότι είχαν ζωγραφίσει οι ίδιοι τις εικόνες και ότι ο
προϊστάμενός τους Αλύπιος, θέλοντας τάχα να κατακρατήσει για τον εαυτό του τα
χρήματα, άφησε να γίνει πιστευτό πως είχαν ζωγραφιστή αχειροποίητα και
θαυματουργικά.
Αλλά οι συκοφαντίες αυτές δεν έπιασαν τόπο. Πάλι ο ίδιος ό Θεός επενέβη και με νέα
θαυμαστά γεγονότα επιβεβαίωσε το θαύμα.
Δόξασε το δούλο Του Αλύπιο και κατήσχυνε τους συκοφάντες.
Συνέβη δηλαδή, κατά παραχώρηση Θεού, να ξεσπάσει λίγα χρόνια αργότερα μεγάλη
πυρκαγιά στο Κίεβο, που έκανε στάχτη μεγάλο μέρος της πόλεως. Κάηκε τότε και ο
ναός όπου βρίσκονταν οι επτά αχειροποίητες εικόνες. Όταν η φωτιά σβήστηκε, ενώ ο
ναός είχε αποτεφρωθεί εντελώς, οι εικόνες βρέθηκαν άθικτες, σαν καινούργιες!
Ο ηγεμόνας του Κιέβου Βλαδίμηρος Β’ ο Μονομάχος πληροφορήθηκε για το θαύμα. Για
να πιστέψει όμως θέλησε να το δη με τα ίδια του τα μάτια. Πράγματι, πήγε στον τόπο
της συμφοράς, όπου βρήκε τα πάντα κομμένα και σωριασμένα σε φρικτά ερείπια.
Μόνον οι επτά εικόνες έλαμπαν κάτω από τον ήλιο σαν να μην τις είχε αγγίξει όχι
φλόγα αλλά ούτε καπνός. Εκεί ο Βλαδίμηρος πληροφορήθηκε από το συγκεντρωμένο
πλήθος ότι οι μορφές των εικόνων δεν είχαν γίνει από ανθρώπινο χέρι. Είχαν
εμφανιστεί θαυματουργικά πάνω στα σανίδια με τη δύναμη του παντοδυνάμου Θεού και
για χάρη του αδικημένου δούλου Του Αλυπίου.
Συγκινημένος ο ηγεμόνας ζήτησε μιαν εικόνα, εκείνη που παρίστανε την Υπεραγία
Θεοτόκο, και την έστειλε στο Ροστώφ, στην πέτρινη εκκλησία που ο ίδιος είχε ανεγείρει
εκεί. Και εδώ όμως η εικόνα σώθηκε θαυματουργικά, όταν σ’ ένα σεισμό η εκκλησία
γκρεμίστηκε κι έγινε συντρίμμια. Κατόπιν μεταφέρθηκε σε άλλη ξύλινη εκκλησία, αλλά
κι αυτή σύντομα πήρε φωτιά και κάηκε. Για τρίτη φορά η αχειροποίητη εικόνα έμεινε
αβλαβής, χωρίς ίχνος μάλιστα της φωτιάς, που κράτησε πολλές ώρες.
Ας έρθουμε τώρα στο θαύμα που συνδέεται με τα τέλη της ζωής του οσίου Αλυπίου.
Κάποιος ευσεβής χριστιανός έδωσε στον Όσιο παραγγελία να ζωγραφίσει την εικόνα της
Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την είχε τάξει στην Παναγία νια την πανήγυρη της, στις 15
Αύγουστου και παρακάλεσε να είναι έτοιμη εγκαίρως.
Αλλά σε λίγες ήμερες ο θεοφιλής Αλύπιος αρρώστησε βαριά. Η κοίμησή του πλησίαζε.
Έτσι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει την παραγγελία.
Ο χριστιανός εκείνος έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Ήρθε στον άγιο, που βρισκόταν στην
κλίνη σε κακή κατάσταση και τον παρακαλούσε να βρει μια λύση ώστε να είναι έτοιμη η
εικόνα στην εορτή της Κοιμήσεως.
— Μη θλίβεσαι, παιδί μου, αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή ο όσιος. Έχε εμπιστοσύνη
στο Θεό και στο άγιο θέλημά Του. Η εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου θα βρίσκεται στη θέση
της την Ημέρα της εορτής.
Παρηγορημένος ο χριστιανός από τα λόγια του αγίου, επέστρεψε στο σπίτι του
χαρούμενος.
Ωστόσο, όταν ήρθε την παραμονή της εορτής για να πάρει την εικόνα, διαπίστωσε πως
δεν ήταν έτοιμη, ενώ ο μακάριος Αλύπιος είχε βαρύνει περισσότερο. Δυσαρεστημένος
τότε έλεγε:
—Γιατί, παπα-Αλύπιε, δεν με ειδοποίησες για την κατάσταση της υγείας σου; Θα
έβρισκα άλλον αγιογράφο να μου φτιάξη την εικόνα. Έχω υποσχεθεί να την πάω στην
εκκλησία αύριο. Τι θα κάνω τώρα; Με ντρόπιασες! Δεν το περίμενα αυτό από σένα!
– Τέκνο μου, αποκρίθηκε με πραότητα ο όσιος, μήπως από ραθυμία δεν ετοίμασα την
εικόνα σου;… Να ξέρης πως ο Κύριος μπορεί μόνο μ’ ένα Του λόγο να ζωγραφίσει την
εικόνα της Μητέρας Του. Εγώ βέβαια ήδη αναχωρώ απ’ αυτό τον κόσμο, όπως μου
φανέρωσε ο Θεός. Εσένα όμως δεν θα σ’ αφήσω λυπημένο.
Παρά τη διαβεβαίωση του αγίου όμως, ο χριστιανός έφυγε συγχυσμένος.
Αλλά να! Σε λίγο μπήκε μέσα στο κελί ένας ολόλαμπρος, φωτεινός νέος. Στάθηκε
μπροστά στο καβαλέτο κι άρχισε να ζωγραφίζει την εικόνα της Κοιμήσεως σιωπηλός. Ο
όσιος τον παρατήρησε προσεκτικά. Πρώτα άπλωσε στην εικόνα το χρυσό. Έπειτα έπιασε
να δουλεύει τα χρώματα με απίστευτη ταχύτητα. Σε τρεις ώρες είχε κιόλας τελειώσει!
Στράφηκε τότε στον κατάκοιτο όσιο και του είπε:
— Πάτερ! Της λείπει τίποτα; Έσφαλα σε κάτι;
Πολύ καλή την έκανες, άγγελε του Θεού, απάντησε εκείνος.
Ο Θεός σε βοήθησε να την κάνης υπέροχη.
Μετά απ’ αυτό ο θεόσταλτος «ζωγράφος» πήρε στα χέρια του την εικόνα κι έγινε
άφαντος.
Στο μεταξύ ο χριστιανός που την είχε παραγγείλει δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη τη
νύχτα από τη μεγάλη του λύπη.
Ξημέρωνε η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η πανήγυρη, Αλίμονο, θα γινόταν
χωρίς την εικόνα της!
Το πρωί σηκώθηκε με βαρεία καρδιά και κίνησε για την εκκλησία. Δεν είχε ξημερώσει
ακόμη καλά-καλά. Ήταν ο πρώτος που έφτασε στο ναό. Θα μπορούσε ανενόχλητος να
κλάψει εκεί για το σφάλμα του.
Μόλις όμως μπήκε μέσα, τι να δη! Η εικόνα, πανέμορφη κι αστραφτερή, ήταν
τοποθετημένη στο προσκυνητάρι της!
– Κύριε ελέησον! φώναξε, κι έπεσε κάτω, πιστεύοντας ότι βλέπει όραμα. Όσο περνούσε
η ώρα όμως, άρχισε να πείθεται ότι η εικόνα ήταν πραγματική.
«Εν φόβω και εν τρόμω» θυμήθηκε τη διαβεβαίωση του οσίου Αλύπιου, ότι η εικόνα θα
είναι έτοιμη στην εορτή της Παναγίας.
Γεμάτος δέος σηκώθηκε και γύρισε στο σπίτι του για να ειδοποιήσει τους δικούς του. Κι
έτρεξαν όλοι με χαρά μεγάλη στην εκκλησία, κρατώντας κεριά και θυμιάματα.
Αντίκρισαν την εικόνα να λάμπει σαν τον ήλιο. Τόσο πολύ, που δεν μπορούσαν να την
κοιτάξουν κατά πρόσωπο. Έπεσαν στη γη και την προσκύνησαν τρέμοντας από
συγκίνηση.
Μετά την εορτή ο ευσεβής εκείνος χριστιανός ήρθε στον ηγούμενο της μονής των
Σπηλαίων και του διηγήθηκε το θαύμα. Πήγαν μαζί στον αξιομακάριστο Αλύπιο.
Ο ηγούμενος τον ρώτησε:
—Πάτερ Αλύπιε, πως και από ποιόν ζωγραφίστηκε η εικόνα αυτού του ανθρώπου;
Εκείνος τότε τους διηγήθηκε όλα όσα έγιναν.
—Άγγελος Θεού την έφτιαξε, είπε. Αυτός την πήγε και στην εκκλησία. Και να! Ο ίδιος
άγγελος στέκεται τώρα εδώ, δίπλα μου, περιμένοντας εντολή από τον Κύριο για να
πάρει την ψυχή μου.
Τον βλέπετε; Ευλογητός ο Θεός!
Και με τα λόγια αυτά ο όσιος, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.
Ήταν 17 Αυγούστου.
Οι αδελφοί κήδεψαν με τιμές το τίμιο σώμα του στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, δίπλα
στους άλλους κεκοιμημένους πατέρες.
Έτσι ο άγιος και θαυματουργός εικονογράφος Αλύπιος, που στόλιζε τις εκκλησίες με τις
εικόνες του, στόλισε τώρα ο ίδιος τόσο τη γη όσο και τον ουρανό.
Τη γη, με το σεπτό και πάναγνο σώμα του.
Και τον ουρανό, με την οσία ψυχή του.
ΟΣΙΟΣ ΑΡΕΘΑΣ
ΑΞΙΟ ΚΑΙ δίκαιο είναι να ευχαριστούμε πάντοτε το Θεό όχι μόνο για τις ευεργεσίες,
αλλά και για τις δοκιμασίες Του. Γιατί οι δοκιμασίες, που αντιμετωπίζονται καρτερικά,
και το δίκαιο τον γεμίζουν χάρη, όπως συνέβη με τον πολύαθλο Ιώβ, αλλά και τον
αμαρτωλό τον καθαρίζουν και τον αγιάζουν.
Μια θεόσταλτη δοκιμασία έφερε σ’ επίγνωση και τον όσιο Αρέθα, που καταγόταν από το
Πολότσκ και ήταν μοναχός της Λαύρας των Σπηλαίων. Αυτός ο δυστυχής είχε το πάθος
της φιλαργυρίας, τη ρίζα όλων των κακών, κατά τον απόστολο. Μάζευε κρυφά κι
έκρυβε στο κελί του χρήματα και πολύτιμα είδη. Από το εργόχειρο του δεν έδινε τίποτα
στη μονή ή στους φτωχούς. Αλλά ούτε και για τον εαυτό του ξόδευε το παραμικρό.
Μόνο συγκέντρωνε…
Ο λόγος του Θεού δεν τον συνέτιζε.
Οι νουθεσίες και οι παραινέσεις του ηγουμένου δεν έφερναν αποτέλεσμα.
Οι συμβουλές των αδελφών δεν τον συγκινούσαν.
Κάποια νύχτα, με παραχώρηση Θεού, άγνωστοι κλέφτες του άρπαξαν όλη την
περιουσία κι εξαφανίστηκαν.
Όταν ο Αρέθας ανακάλυψε την κλοπή κεραυνοβολήθηκε. Ήταν τέτοια η απόγνωση του,
που μόνο με την επέμβαση του φιλάνθρωπου Θεού συγκρατήθηκε και δεν τερμάτισε τη
ζωή του. Έγινε όμως ένα αγρίμι από την οργή και την παράφορα.
Από την ήμερα εκείνη άρχισε να επιτίθεται στους αδελφούς, να τους προπηλακίζει και
να τους ζητάει τα λεφτά του. Όλους τους θεωρούσε ένοχους για την κλοπή. Έγινε ένας
αληθινός τύραννος της αδελφότητας.
Οι πατέρες τον βεβαίωναν πως ήταν αθώοι και τον συμβούλευαν να εμπιστευθεί τον
εαυτό του στο Θεό.
— Αδελφέ, του έλεγαν, «επίρριψον επί Κύριον την μέριμνά σου, και αυτός σε
διαθρέψει».
Που να τους ακούσει όμως εκείνος! Όχι μόνο δεν έδινε σημασία στα λόγια τους, αλλά
και τους «στόλιζε» με άπρεπες και προσβλητικές εκφράσεις. Ο πονηρός τον είχε
κυριέψει ολοκληρωτικά… Σε λίγο καιρό ο Αρέθας χτυπήθηκε από φοβερή αρρώστια κι
έφτασε μέχρι το θάνατο. Ωστόσο και στο κρεβάτι της οδύνης δεν έπαυε να βαρυγκωμά
και να κακολογεί τους αδελφούς. Στο τέλος έπεσε σε κώμα κι έμεινε για πολλές ώρες
σαν νεκρός. Μόλις που ανέπνεε. Οι αδελφοί με θλίψη περίμεναν το τέλος του.
Αλλ’ ο φιλάνθρωπος Κύριος, που δεν θέλει την καταστροφή των ανθρώπων αλλά τη
σωτηρία τους, έστειλε το έλεός Του στο ταλαίπωρο πλάσμα Του.
Καθώς κειτόταν ακίνητος ο Αρέθας, άρχισε ξαφνικά να φωνάζει:
– Κύριε, ελέησον! Κύριε, σώσον! Κύριε, αμάρτησα! Δικά σου είναι και δεν λυπάμαι που
τα έχασα!
Αμέσως συνήλθε, σηκώθηκε, κι εξήγησε φοβισμένος στους αδελφούς που τον
παράστεκαν, τι του είχε συμβεί.
— Είδα, τους είπε, πως ήρθαν άγγελοι και δαίμονες κοντά μου. Άρχισαν να φιλονικούν
για μένα, εξαιτίας του κλεμμένου μου πλούτου. Οι δαίμονες υποστήριζαν επίμονα πως
όχι μόνο δεν ευαρέστησα το Θεό, αλλά και τον βλασφήμησα με τη φιλαργυρία και τη
συμπεριφορά μου. «Γι’ αυτό είσαι δικός μας Αρέθα», μου έλεγαν, ενώ τους
παρακολουθούσα έντρομος. «Είσαι δικός μας και σε μας θα παραδοθείς!». Τότε οι
άγγελοι με κοίταξαν με λύπη. «Ώ άθλιε άνθρωπε!», είπαν. «Ώ ανάξιε μοναχέ, που τόσα
χρόνια ήσουν δούλος του πάθους της φιλαργυρίας! Δεν σε συνέτισε τουλάχιστον η
κλοπή των χρημάτων σου; Αν ευχαριστούσες και δόξαζες το Θεό για τη στέρηση τους,
θα σε λυπόταν και θα σ’ ελεούσε. Σ’ αυτή την περίπτωση θα σου λογάριαζε την απώλεια
σαν ελεημοσύνη, όπως έκανε στον Ιώβ. Όποιος ελεεί με τη θέληση του κάνει μεγάλο
έργο ενώπιον του Θεού. Αλλά και όποιος χάνει τον πλούτο του ακούσια,
αντιμετωπίζοντας όμως την απώλεια με πραότητα και με δοξολογία στο Θεό, αμείβεται
απ’ Αυτόν σαν ελεήμων. Ο διάβολος στέλνει τους κλέφτες ν’ αρπάξουν τα πλούτη των
ανθρώπων, για να κάνη τους τελευταίους ν’ αγανακτήσουν και να βλασφημήσουν το
Θεό!». Στα λόγια εκείνα των αγγέλων εγώ κραύγασα αυτό που ακούσατε: «Κύριε,
ελέησον! Κύριε, σώσον! Κύριε, αμάρτησα! Δικά σου είναι και δεν λυπάμαι που τα
έχασα!». Στην κραυγή μου οι δαίμονες εξαφανίστηκαν, ενώ οι άγγελοι χάρηκαν και
αποχώρησαν.
Σαν άκουσαν τη διήγηση του Αρέθα οι αδελφοί, θαύμασαν τη φιλάνθρωπη σοφία του
Θεού, που βρίσκει πάντοτε τρόπους να φέρνει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια.
Από την ημέρα εκείνη η ζωή του Αρέθα άλλαξε εντελώς.
Ενώ πριν κανείς δεν μπορούσε να τον συγκράτηση από την κακοτροπία και κακολογία
του, τώρα όλοι εκπλήττονταν με την πραότητα και την καλοσύνη του.
Με βαθιά μετάνοια, με απροσωπόληπτη αγάπη, με αδιάκριτη υπακοή, με δακρύρροη
προσευχή και σκληρή εγκράτεια ο μακάριος Αρέθας, πέρασε θεοφιλώς την υπόλοιπη
ζωή του.
Και τόσο ευαρέστησε το Θεό με την ταπείνωση και την άσκηση, ώστε, μετά την οσιακή
κοίμησή του, αξιώθηκε κι αυτός της αφθαρσίας του τιμίου λειψάνου του, που χαρίζει
πλούσια τα ελέη του Κυρίου σ’ όσους προστρέχουν σ’ αυτό με πίστη.
Όσιος ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ο έγκλειστος
ΕΙΠΕ ο Κύριος: «Εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη
ζήσεται• και πας ο ζών και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα». Αυτά είναι
τα λόγια του Κυρίου προς την αγία Μάρθα, πριν αναστήσει τον αδελφό της δίκαιο
Λάζαρο. Και μας έρχονται στη μνήμη τώρα που γράφουμε για τον όσιο πατέρα μας
Αθανάσιο, τον έγκλειστο σπηλαιώτη.
Ο όσιος Αθανάσιος ήταν ένας αγωνιστής μοναχός της Λαύρας των Σπηλαίων και έζησε
σ’ αυτήν πολύχρονη και θεοφιλή ζωή.
Μετά από πολλά ασκητικά παλαίσματα και κατορθώματα, γνωστά τα περισσότερα μόνο
στο Θεό, εκοιμήθη ειρηνικά.
Το σκήνωμά του ετοιμάστηκε από τους πατέρες για την ταφή. Ένα ανυπέρβλητο
εμπόδιο όμως προκάλεσε την καθυστέρηση του ενταφιασμού για δυο ολόκληρες
ήμερες. Ο θεσπέσιος Ποιμήν βρισκόταν στην εκκλησία, μαζί με τους άλλους πατέρες,
την ώρα του μαρτυρικού θανάτου του οσιομάρτυρος Κούκσα. Τη στιγμή που ο γενναίος
Κούκσα και ο μαθητής του, σε τεράστια απόσταση από τη μονή, παρέδιδαν τις ψυχές
τους στα χέρια του Θεού, ο διορατικός όσιος Ποιμήν στάθηκε στο κέντρο του ναού και
φώναξε δυνατά:
— Ο αδελφός μας Κούκσα και ο μαθητής του τελειώθηκαν μαρτυρικά αυτή την ώρα!
Αυτό είπε μόνο, και αμέσως έκλεισε κι ο ίδιος τα μάτια του για πάντα. Εκοιμήθη
ειρηνικά την ίδια μέρα, 27 Αυγούστου, εκεί, μέσα στην εκκλησία.
Έτσι και οι τρεις αδελφοί μπήκαν μαζί στη χαρά του Κυρίου τους, όπου τώρα
απολαμβάνουν «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου
ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν».
Τη δεύτερη νύχτα ο ηγούμενος της Λαύρας είδε στον ύπνο του άγγελο Κυρίου που του
είπε:
— Ο άνθρωπος του Θεού Αθανάσιος, έχει ήδη δυο μέρες άταφος κι εσύ αδιαφορείς γι`
αυτό;
Έντρομος ο ηγούμενος σηκώθηκε πρωί-πρωί την άλλη μέρα κι έσπευσε με τους
αδελφούς να ενταφιάσει το νεκρό. Αλλά τι να δουν!
Ο όσιος ήταν ζωντανός! Καθισμένος στο νεκροκρέβατο έκλαιγε πικρά!
Φρίκη και δέος κυρίεψε τους αδελφούς. Για πολλή ώρα στάθηκαν άφωνοι και
τρομαγμένοι μπροστά στο απίστευτο θέαμα. Έπειτα ρώτησαν τον Αθανάσιο:
– Αδελφέ, πως ξαναγύρισες στη ζωή; Που ήταν η ψυχή σου αυτές τις δυο μέρες; Που
είχες πάει; Τι είδες και τι άκουσες; Πες μας, σε ικετεύουμε!
Εκείνος όμως δεν απαντούσε. Μόνο επαναλάμβανε σταθερά ανάμεσα στους λυγμούς:
– Να σωθείτε, αδελφοί, να σωθείτε!
– Πες μας αδελφέ, για να μας ωφελήσεις! επέμεναν οι πατέρες.
– Και να σας πω, άραγε θα εφαρμόσετε τις συμβουλές μου;
Με όρκους υποσχέθηκαν οι αδελφοί ότι θα φυλάξουν όλα όσα θα τους έλεγε.
– Ακούστε τότε, είπε ο αναστημένος Αθανάσιος. Τρία πράγματα πρέπει να φυλάξετε για
να σωθείτε.
• Πρώτα, να κάνετε αδιάκριτη υπακοή στον ηγούμενο.
• Δεύτερο, να μετανοείτε κάθε ώρα και στιγμή για τις αμαρτίες σας.
• Και τρίτο, να προσεύχεστε συνεχώς στον Κύριο μας και τη Θεοτόκο να σας
αξιώσουν ειρηνικά τέλη και μάλιστα εδώ, στη μετάνοιά σας και πουθενά αλλού…
Αυτά τα τρία αν φυλάξετε, που είναι πάνω απ’ όλες τις αρετές, θα είστε μακάριοι.
Για τ’ άλλα μη με ρωτάτε. Και παρακαλώ να με συγχωρέσετε.
Την ίδια κιόλας ήμερα ο θείος Αθανάσιος κλείστηκε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου.
Έζησε εδώ δώδεκα χρόνια ακόμη! Ποτέ δεν βγήκε από τη σκοτεινή τρύπα του. Ποτέ δεν
είδε τον ήλιο. Σε κανένα δεν είπε ούτε μια λέξη. Έκλαιγε και προσευχόταν αδιάλειπτα
νύχτα και μέρα, όλ’ αυτά τα χρόνια, τρώγοντας μόνο λίγο ψωμί και πίνοντας λίγο νερό
μέρα παρά μέρα.
Όταν διαισθάνθηκε πως πλησίαζε το τέλος του, ο όσιος κάλεσε όλη την αδελφότητα κι
επανέλαβε τις τρεις συμβουλές του. Έπειτα τους αποχαιρέτησε και εκοιμήθη ειρηνικά.
Το τίμιο λείψανό του τοποθετήθηκε στο σπήλαιο της ασκήσεώς του, όπου επιτέλεσε
ιάσεις και θαύματα πολλά.
Κάποιος από τους αδελφούς, ονόματι Βαβύλας, έπασχε για πολλά χρόνια από μια
βασανιστική και επώδυνη ασθένεια, που τον είχε καθηλώσει στο κρεβάτι. Ενώ ήταν
κατάκοιτος και βογκούσε από τους πόνους, είδε ξαφνικά να μπαίνει κάποιος με τη
μορφή του αοιδίμου Αθανασίου και να του λέει:
– Έλα σε μένα και θα σε θεραπεύσω.
Ο άρρωστος έκανε να του μιλήσει, αλλά εκείνος έγινε αμέσως άφαντος.
Ο αδελφός Βαβύλας παρακάλεσε μερικούς πατέρες να τον μεταφέρουν στο λείψανο του
οσίου. Έπεσε πάνω του, το αγκάλιασε και ικέτευσε με δάκρυα τον εκλεκτό του Θεού να
μεσιτεύσει σ’ Εκείνον για τη θεραπεία του. Αμέσως σηκώθηκε θεραπευμένος!
Μετά από το θαύμα αυτό, που ήταν το πρώτο, όλοι πίστεψαν ότι ο μακάριος Αθανάσιος
ευαρέστησε τον Κύριο και συναριθμήθηκε στο χορό των αγίων .
Όσιος ΔΑΜΙΑΝΟΣ ο πρεσβύτερος και ιαματικός
Ο ΑΞΙΟΘΑΥΜΑΣΤΟΣ Δαμιανός έζησε στη
μονή των Σπηλαίων στα χρόνια της
ηγουμενίας του οσίου Θεοδοσίου.
Ο μακάριος αυτός μοναχός έγινε ακριβής
μιμητής της ισάγγελης ζωής του γέροντά
του. Με φλογερό ζήλο και συνεχή βία,
αγωνιζόταν να υπερβεί τη φύση του και να
πλησιάσει την τελειότητα των ευαγγελικών
αρετών. Όλοι οι αδελφοί ομολογούσαν με
θαυμασμό την τελωνική ταπείνωση, την
τέλεια υπακοή και τη βαθιά απλότητα του
οσίου. Παρ’ όλο που προσπαθούσε να
κρύψει την πνευματική του εργασία, αυτή
είχε πέσει στην αντίληψη των άλλων
συνασκητών του, που ένιωθαν δέος και
ευλάβεια απέναντι στον πιστό θεράποντα
του Χριστού και καθαιρέτη του εχθρού. Γιατί
ο όσιος δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου.
Οι μέρες και οι νύχτες του περνούσαν με
αγρυπνία, μελέτη των ιερών βιβλίων και
αδιάλειπτη προσευχή. Επιπλέον αναδείχθηκε
σε μεγάλο νηστευτή και εγκρατευτή. Πήρε ευλογία από τον όσιο Θεοδόσιο να μη
γεύεται τίποτε άλλο, εκτός από λίγο ψωμί και νερό. Αυτή τη δίαιτα κράτησε μέχρι το
τέλος της ζωής του. Γι’ αυτό ο αδιάψευστος Κύριος, που διαβεβαίωσε ότι το πονηρό
γένος των δαιμόνων δεν καταβάλλεται «ει μη εν προσευχή και νηστεία», βράβευσε τους
κόπους του εργάτη της προσευχής και της νηστείας οσίου Δαμιανού.
Τον τίμησε με το χάρισμα της θεραπείας των ασθενειών, που οι δαίμονες προκαλούν
στους ανθρώπους.
Όποτε λοιπόν εμφανιζόταν στο μοναστήρι άνθρωπος άρρωστος, ο όσιος ηγούμενος
Θεοδόσιος καλούσε το μακάριο Δαμιανό να προσευχηθεί πάνω από τον πάσχοντα. Κι
εκείνος, με ταπεινό φρόνημα και αγαθή διάθεση υποταγής, κλαίγοντας και θεωρώντας
τον εαυτό του ανάξιο του θείου χαρίσματος, άλειφε με άγιο έλαιο τον ασθενή και
προσευχόταν κοντά του ώρα πολλή, με δάκρυα και στεναγμούς. Με τη χάρη του Θεού
όλοι θεραπεύονταν και έφευγαν υγιείς και χαρούμενοι.
Όσα χρόνια έζησε σ’ αυτό τον πρόσκαιρο κόσμο ο θείος Δαμιανός, τα γέμισε με
ασκητικούς αγώνες και καλά έργα, με τα οποία και το Θεό δόξασε και την αιώνια ζωή
κέρδισε.
Κάποτε αρρώστησε και κατάλαβε πώς πλησίαζε το τέλος της επίγειας ζωής του.
Από την ασκητική στρωμνή του προσευχόταν με λυγμούς στο Θεό κι έλεγε:
Κύριε μου! Ιησού Χριστέ! Αξίωσέ με τον ανάξιο να γίνω μέτοχος της δόξης των αγίων
Σου και κληρονόμος της βασιλείας Σου! Σε παρακαλώ, Δέσποτά μου, μη με χωρίσεις
από τον πνευματικό μου πατέρα και διδάσκαλο, τον άγιο ηγούμενο Θεοδόσιο, αλλά
«χάρισαι αυτώ και εμοί την βασιλείαν Σου και την μέθεξιν των αφράστων και αιωνίων
Σου αγαθών και της Σης απέραντου και μακαρίας ζωής την απόλαυση», «ένθα ο των
εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος και η ανέκφραστος ηδονή των καθορώντων του σου
προσώπου το κάλλος το άρρητον»!
Ενώ έτσι προσευχόταν, εμφανίστηκε ξαφνικά δίπλα στη στρωμνή του ο όσιος
Θεοδόσιος. Έσκυψε στοργικά πάνω του, τον ασπάστηκε καλοσυνάτα και είπε:
– Τέκνο μου, η προσευχή σου εισακούστηκε από τον Κύριο. Αυτός μ’ έστειλε να σε
πληροφορήσω για την εκπλήρωση του αιτήματός σου. Όταν ο Θεός επιτρέψει να φύγεις
απ’ αυτή τη ζωή και να πάς κοντά Του, θα συναριθμηθής με τους αγίους Του και θα
συγκατοίκησης με τους εκλεκτούς Του στην ουράνια βασιλεία. Και δεν θα χωριστής
ποτέ από μένα! Θα είμαστε για πάντα μαζί στο Θείο νυμφώνα της δόξης του Κυρίου,
«ένθα ο των εορταζόντων ήχος ο ακατάπαυστος…»!
Αυτά είπε ο όσιος Θεοδόσιος κι έγινε άφαντος.
Παραξενεύτηκε ο μακάριος Δαμιανός, επειδή δεν κατάλαβε ούτε πως μπήκε ούτε πως
βγήκε ο πνευματικός του πατέρας. Ξαφνικά τον είδε δίπλα του, ξαφνικά και τον έχασε.
«Μήπως ήταν όραμα;» σκέφτηκε.
Για να λύση το μυστήριο, κάλεσε το γηροκόμο και τον παρακάλεσε:
Πήγαινε σε παρακαλώ αδελφέ μου και πες στον άγιο γέροντα ότι τον θέλω.
Όταν ήρθε ο όσιος Θεοδόσιος, ο Δαμιανός του είπε χαρούμενος:
Μπάτουσκα- πατερούλη.
Θα γίνουν όλα έτσι όπως μου υποσχέθηκες;
Δεν καταλαβαίνω, παιδί μου. Για ποια υπόσχεση μου μιλάς; ρώτησε με απορία ο
όσιος Θεοδόσιος.
Τότε ο μακάριος Δαμιανός του φανέρωσε για την προσευχή που έκανε στον Κύριο και
για τη θαυμαστή εμφάνιση εκείνου του άνδρα με τη μορφή του Θεοδοσίου.
Ο θεοφώτιστος ηγούμενος δόξασε το Θεό και είπε δακρυσμένος:
– Ε, τέκνο μου! Άγγελος Κυρίου σου φανερώθηκε με τη μορφή μου! Επομένως να είσαι
ήσυχος ότι θα γίνουν όλα όπως σου υποσχέθηκε. Πως ήταν δυνατόν εγώ, ένας
αμαρτωλός άνθρωπος, να σου υποσχεθώ τη δόξα την ετοιμασμένη για τους δικαίους
του;
Σαν άκουσε τη διαβεβαίωση του οσίου Θεοδοσίου, ο δίκαιος Δαμιανός ευφράνθηκε
πνευματικά και πληρώθηκε ολόκληρος με την παρηγορητική ελπίδα.
Ύστερα ζήτησε να έρθουν κοντά του οι αδελφοί.
Μαζεύτηκαν οι περισσότεροι. Τους ασπάσθηκε με δάκρυα, ζητώντας ταπεινά συγγνώμη,
ο αθώος και άκακος, για κάθε φταίξιμό του.
Με την καλή αυτή ομολογία της ταπεινοφροσύνης, παρέδωσε το πνεύμα «εν χειρί
Θεού», με συνοδούς τους αγγέλους που ήρθαν για να παραλάβουν την οσία ψυχή του.
Την ώρα του χωρισμού της ψυχής από το σώμα, το πρόσωπό του φωτίστηκε μ’ ένα
υπερκόσμιο φως, ενώ ένα γλυκύτατο χαμόγελο άνθισε στα χείλη του, φανερώνοντας τη
χαρά της νύμφης ψυχής, που αντάμωνε τον ποθητό της Νυμφίο.
Τότε ο όσιος Θεοδόσιος, έδωσε εντολή να χτυπήσουν το σήμαντρο για να έρθουν και οι
υπόλοιποι αδελφοί.
Και μετά, με μεγάλη τιμή και ψαλμωδίες, κήδεψαν στο σπήλαιο το τίμιο σώμα του
δούλου του Χριστού, που έζησε στη γη σαν άγγελος για τη δόξα του Τριαδικού Θεού και
ανήλθε στους ουρανούς, για να ζήση αιώνια μαζί με τους ασωμάτους αγγέλους.
Όσιος ΕΦΡΑΙΜ, επίσκοπος Περεγιασλάβ
Ο ΟΣΙΟΣ πατέρας μας Εφραίμ,
προερχόταν όπως και ο μακάριος Βαρλαάμ,
από γένος βογιάρων.
Ήταν ευνούχος και άνηκε στους έμπιστους
συμβούλους του ηγεμόνα Ιζιασλάβου.
Πόθησε κι αυτός ν’ αφιερωθεί ολοκληρωτικά
στον Κύριο και να σηκώσει «τον χρηστόν
ζυγόν» της μοναχικής ζωής.
Πήγε λοιπόν στον όσιο Αντώνιο και με θερμά
δάκρυα κι επίμονες ικεσίες, ζητούσε να τον
κρατήσει στο σπήλαιο και να του δώσει το
άγιο σχήμα.
Ο όσιος Αντώνιος, διαβλέποντας με το
θεοφώτιστο νου του την ειλικρινή πρόθεση
και τη μελλοντική πνευματική πορεία του
ευγενούς ευνούχου, έδωσε εντολή στον όσιο
Νίκωνα να τον κείρει μοναχό.
Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος φρύαξε βλέποντας να πληθύνεται η αγία οικογένεια των
σπηλαιωτών μοναχών. Έκανε λοιπόν τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο να οργιστεί και να
προκαλέσει θλίψεις πολλές στους δούλους του Θεού, όπως είδαμε στους βίους των
οσίων Αντωνίου και Νίκωνος.
Όταν με τη χάρη του Θεού ο πειρασμός αυτός πέρασε, ο μακάριος Εφραίμ, πιστεύοντας
ότι εξαιτίας του ταλαιπώρησε τη μονή ο πονηρός, με πρωτοφανή ζήλο επιδόθηκε στην
άσκηση, την προσευχή, τη νηστεία και την αγρυπνία, για να ευαρεστήσει το Θεό και να
καταισχύνη το σκανδαλοποιό διάβολο. Έκανε αδιάκριτη υπακοή στο γέροντά του όσιο
Αντώνιο και προσπαθούσε σ’ όλα να τον μιμηθεί.
Κάποτε πεθύμησε να επισκεφθεί τους ιερούς τόπους της χριστιανοσύνης, δηλαδή την
Κωνσταντινούπολη και την Παλαιστίνη. Ήθελε να γνωρίσει τα μέρη πού έζησαν,
αγωνίστηκαν, δίδαξαν και αγιάστηκαν οι απόστολοι, οι ομολογητές, οι όσιοι, οι Πατέρες
της Εκκλησίας, που το παράδειγμά τους φλόγιζε την ψυχή του με τον πόθο της
αγιότητας!…
Ο όσιος Αντώνιος του έδωσε πρόθυμα την ευλογία του γι’ αυτό το ταξίδι, αφού
διαπίστωσε πως η προαίρεσή του ήταν αγαθή. Έτσι ο μακάριος Εφραίμ αξιώθηκε να
ταξιδέψει στα μέρη των θεοφιλών ονείρων του.
Πήγε και προσκύνησε στα ιερά προσκυνήματα της Κωνσταντινουπόλεως, με τις
αμέτρητες εκκλησίες και τα μοναστήρια της. Πήγε και στην αγία Σιών, τη μητέρα των
Εκκλησιών, τον τόπο που περπάτησε ο Θεάνθρωπος.
Προσκύνησε εκεί το ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου μας και το ιερό σπήλαιο της
Γεννήσεως.
Λούστηκε στ’ αγιασμένα νερά του Ιορδάνη.
Είδε την Τιβεριάδα, την Κανά, την Καπερναούμ, τη Βηθανία…
Αναβαπτίσθηκε μέσα στη μεγάλη κολυμβήθρα των ευαγγελικών γεγονότων
και της θείας διδασκαλίας του Λυτρωτή μας.
Παντού γνώρισε μεγάλους ασκητές, ευλογημένους μοναχούς, που τον ωφέλησαν με
την αγία ζωή τους και τα θεόπνευστα λόγια τους.
Επιστρέφοντας στη Λαύρα ο όσιος Εφραίμ, έφερε όπως είδαμε, με παραγγελία του
οσίου Θεοδοσίου, το μοναστικό τυπικό και την τάξη της ζωής των στουδιτών μοναχών
της Κωνσταντινουπόλεως.
Με βάση το στουδίτικο τυπικό, οργανώθηκε κατόπιν η μοναχική ζωή στην
Πετσέρσκαγια και σ’ όλα τα μοναστήρια της ρωσικής γης.
Όταν γύρω στα 1090 εκοιμήθη ο Πέτρος, επίσκοπος Περεγιασλάβ, με την ευδοκία του
Θεού χειροτονήθηκε διάδοχός του από το μητροπολίτη Κιέβου Ιωάννη, ο μακάριος
Εφραίμ, που η φήμη του είχε απλωθεί παντού για τη θεάρεστη ζωή, τις πολλές αρετές
και τους μεγάλους ασκητικούς κόπους.
Από τότε που δέχτηκε τη χάρη της αρχιεροσύνης, ο εκλεκτός υπηρέτης του Κυρίου, όχι
μόνο βίαζε τον εαυτό του περισσότερο στον καλόν αγώνα των αρετών, αλλά και
ακούραστα μεριμνούσε για την πνευματική προκοπή του ποιμνίου του.
Με τις φροντίδες και τους κόπους του, χτίστηκε ο μεγάλος και θαυμάσιος πέτρινος ναός
του αγίου αρχιστρατήγου Μιχαήλ, καθεδρικός ναός της πόλεως του Περεγιασλάβ. Εκτός
απ’ αυτόν κατόρθωσε ν’ ανεγείρει τις εκκλησίες του αγίου Θεοδώρου, στην πύλη της
πόλεως, και του αγίου Ανδρέου του πρωτοκλήτου, καθώς επίσης και πολλές άλλες
εκκλησιαστικές οικοδομές, που τις χρησιμοποιούσε στο ποιμαντικό του έργο και ήταν
στολίδια για την πόλη. Δυστυχώς όμως αυτά τα κτίσματα γκρεμίστηκαν στη διάρκεια
των ταταρικών επιδρομών, στις αρχές του 13ου αι.
Ο όσιος Εφραίμ, αφού παραβρέθηκε στην ανακομιδή του σεπτού σκηνώματος του οσίου
Θεοδοσίου, όπως είδαμε στο βίο του, κλήθηκε κι ο ίδιος από τον ουράνιο Βασιλιά, στην
αιώνια βασιλεία Του
Όσιος ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ο νηστευτής και μάρτυς
ΟΠΩΣ φανερώνει και το ίδιο του το όνομα, ο μακάριος Ευστράτιος, εστρατεύθη «την
καλήν στρατείαν, έχων πίσην και αγαθήν συνείδησιν», πράγμα που φανερώθηκε στη
θεοφιλή ζωή και τα μαρτυρικά τέλη του. Μιμητής και γενναίος στρατιώτης του Σωτήρος
Χριστού, ο θείος Ευστράτιος υπέμεινε όμοια μ’ Εκείνον πάθη.
Καταγόταν από την πόλη του Κιέβου. Νιώθοντας ισχυρό πόθο να ενδυθεί «την
πανοπλίαν του Θεού», το άγιο μοναχικό σχήμα, διέκοψε κάθε δεσμό με τον κόσμο και
τις βιοτικές μέριμνες. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, μένοντας ο ίδιος
φτωχότερος απ’ όλους και πήγε στη μονή των Σπηλαίων για να κακοπαθήσει «ως καλός
στρατιώτης Ιησού Χριστού».
Μόλις έγινε μοναχός, άρχισε ν’ αγωνίζεται κατά των σαρκικών παθών και του διαβόλου
με «τα όπλα του φωτός», την αγρυπνία, την προσευχή και προπαντός τη χριστομίμητη
νηστεία. Με τον αγώνα και τη σκληρή εγκράτεια, ταπείνωνε τους δαίμονες και
εξουδετέρωνε τις προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ότι ο Κύριός του, ο Ιησούς
Χριστός, με τη σαρανταήμερη νηστεία και την προσευχή του κατέβαλε τον πονηρό.
Θυμόταν ακόμη ότι, αντίθετα, ο πρωτόπλαστος Αδάμ από την ακράτειά του έπεσε κι
εξορίστηκε από τον παράδεισο. Έτσι ο γενναίος Ευστράτιος έλιωσε πραγματικά το σώμα
του με την αυστηρή νηστεία, αλλά μαζί μ’ αυτό έλιωσε και τα πάθη και διέλυσε τις
δαιμονικές πλεκτάνες. Γι` αυτό επονομάστηκε νηστευτής.
Τα χρόνια εκείνα, «κρίμασιν οις Κύριος οίδε», ο ανόσιος χάνος Μπονιάκ, ηγέτης των
Πολόφτσων, εισέβαλε στη ρωσική γη, τη λεηλάτησε με τις ορδές του κι έσυρε στην
αιχμαλωσία πολλούς Ρώσους. Ανάμεσά τους ήταν και ο μακάριος Ευστράτιος, μαζί με
άλλους μοναχούς των Σπηλαίων και χριστιανούς της περιοχής του Κιέβου.
Οι Πολόφτσοι πούλησαν τους αιχμαλώτους σε άλλους τόπους. Τον όσιο Ευστράτιο τον
πούλησαν στην ελληνική γη της Χερσώνος σε κάποιο πλούσιο Εβραίο έμπορο, μαζί με
άλλους χριστιανούς. Πενήντα αιχμαλώτους αγόρασε συνολικά εκείνος ο Εβραίος,
τριάντα μοναστηριακούς και είκοσι κατοίκους του Κιέβου.
Από την πρώτη στιγμή ο μισόχριστος εκείνος άνθρωπος άρχισε να πιέζει τους
αιχμαλώτους ν’ αρνηθούν το Χριστό. Όταν είδε πως με το μαλακό δεν κατόρθωνε
τίποτε, αγρίεψε και δήλωσε ότι όποιος δεν υπέκυπτε, θα πέθαινε στα δεσμά με το αργό
μαρτύριο της πείνας και της δίψας.
Όταν έμειναν μόνοι οι αιχμάλωτοι, πήρε το λόγο ο φιλόχριστος Ευστράτιος και είπε:
— Αδελφοί! «Πάντες υιοί Θεού έστε δια της πίστεως εν Χριστώ Ιησού• όσοι γαρ εις
Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Στο όνομα λοιπόν του Κυρίου σας
παρακαλώ: Κανείς ας μην αρνηθεί το Χριστό! Κανείς ας μην καταπατήσει τις ιερές
υποσχέσεις που έδωσε στο άγιο βάπτισμα! Ας μιμηθούμε, αδελφοί μου, εκείνον που
είπε:
— «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος»!
Μετά τις θεόπνευστες νουθεσίες του μακαρίου Ευστρατίου, όλοι οι αιχμάλωτοι πήραν τη
σταθερή απόφαση να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον Κύριο Ιησού. Κι Εκείνος, σαν
φιλάνθρωπος, παραχώρησε να παραδώσουν σύντομα την ψυχή τους οι ασθενέστεροι
στο φρόνημα, για να μη μπουν σε πειρασμό και να μη διακινδυνέψουν τη σωτηρία της
ψυχής τους. Γιατί ο μισόθεος Εβραίος πραγματοποίησε την απειλή του και τους έριξε
όλους στα δεσμά, αφήνοντας τους χωρίς τροφή και νερό. Επιπλέον όμως, μανιασμένος
για τη γενική άρνησή τους ν’ αλλαξοπιστήσουν, τους παρέδωσε σ’ αιμοβόρους
βασανιστές, που τους βασάνισαν αλύπητα με άγριους ξυλοδαρμούς.
Μετά από τρεις ημέρες υπέκυψαν στο θάνατο ορισμένοι χριστιανοί. Άλλοι μετά από
τέσσερις, πέντε, επτά, εννιά μέρες. Οι πιο ανθεκτικοί μετά από δεκαήμερα φρικτά
βάσανα. Οι σαρανταεννέα από τους πενήντα πέθαναν σαν γενναίοι μάρτυρες, «καλώς
αθλήσαντες και στεφανωθέντες» από τον αγωνοθέτη Κύριο.
Μόνο ένας έμενε ζωντανός ακόμη: ο ανδρείος Ευστράτιος.
Μαθημένος από τα νεανικά του χρόνια στη σκληρή άσκηση και τη νηστεία, άντεξε
δεκατέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα.
Ο Εβραίος ξέχυσε τότε όλο το δηλητήριο του μίσους του για το Χριστό και τους
χριστιανούς πάνω στον όσιο, που είχε γίνει ο αίτιος να χάση όλα τα χρήματα της
αγοράς των αιχμαλώτων. Και τι έκανε; Σαν έφτασε η μεγάλη μέρα της ενδόξου
Αναστάσεως του Χριστού, αυτός και οι φίλοι του άρχισαν να βασανίζουν το μακάριο,
όπως ακριβώς οι προπάτορές του βασάνισαν τον Κύριο μας: Τον ράπιζαν, τον χλεύαζαν,
τον έφτυναν για πολλή ώρα. Έπειτα τον μαστίγωσαν ανελέητα. Και τέλος — ω στην
αθλιότητά τους! — τον κάρφωσαν πάνω σε σταυρό!
Ήταν η δέκατη πέμπτη μέρα του μαρτυρίου του και ζούσε ακόμη.
Οι Εβραίοι ύψωσαν το σταυρό στο ύπαιθρο και άρχισαν να λένε στον εσταυρωμένο
μιμητή του Θεανθρώπου:
– Γίνε, ανόητε, Εβραίος και θα σου χαρίσω τη ζωή. Αλλιώς όχι μόνο θα πεθάνεις, αλλά
θα πέσει πάνω στο κεφάλι σου και η κατάρα του προφήτη Μωυσή, που γράφει στο
Δευτερονόμιο: «Κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου»!
— Μεγάλη η χάρη του Θεού, αποκρίθηκε ο όσιος από το σταυρό, που μ’ αξίωσε να
υποφέρω για το πανάγιο όνομά Του, με τον ίδιο τρόπο που υπέφερε κι Εκείνος για τις
αμαρτίες μου. Ελπίζω να πει και σε μένα, όπως στο ληστή: «Σήμερον μετ’ εμού εση εν
τω παραδείσω». Εβραίος εγώ δεν γίνομαι και τις κατάρες του παλαιού νόμου δεν τις
φοβάμαι. Γιατί λέει ο άγιος απόστολος: «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του
νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα• γέγραπται γαρ επικατάρατος πας ο κρεμάμενος
επί ξύλου ίνα εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ γένηται εν Χριστώ Ιησού». Αυτός είναι
«η ζωή των απάντων», όπως βεβαίωσε προφητικά ο Μωϋσής: «και έσται η ζωή σου
κρεμάμενη απέναντι των οφθαλμών σου». Ενώ όμως για την εορτή του Πάσχα ο
ψαλμωδός Δαβίδ έλεγε «αυτή η ημέρα, ην εποίησεν ο Κύριος• αγαλλιασώμεθα και
ευφρανθώμεν εν αύτη», εσύ και οι όμοιοί σου, που με σταυρώσατε για την αγία πίστη
μου, θα κλάψετε και θα θρηνήσετε. «Τας νουμηνίας υμών και τας εορτάς υμών μισεί η
ψυχή μου», σας λέει ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ησαΐα. «Όταν έκτεινητε τας
χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου… αι γαρ χείρες υμών αίματος
πλήρεις». Έφτασε η ώρα σας! Πλησιάζει ο θάνατος και του προστάτη σας, του αρχηγού
της ανομίας!
Άναψε από οργή ο Εβραίος, ακούγοντας τ’ απειλητικά λόγια του θείου Ευστρατίου και
βλέποντας τη γενναία αντίστασή του. Άρπαξε έξαλλος ένα ακόντιο και το κάρφωσε με
δύναμη στην καρδιά του σταυρωμένου οσίου. Έτσι ο πιστός στρατιώτης του Χριστού
βρήκε τέλος αντάξιο των ανδρείων πολεμιστών.
Και να! Μόλις ο θεομακάριστος παρέδωσε την ψυχή του, φάνηκε πύρινη άμαξα, που
την παρέλαβε και την ανέβασε στον ουρανό. Την ίδια στιγμή ακούστηκε θεία φωνή να
λέει ελληνικά:
– Ιδού ο καλός πολίτης της ουράνιας πολιτείας!
Οι ανόσιοι σταυρωτές κατέβασαν το μαρτυρικό σώμα από το σταυρό και το πέταξαν στη
θάλασσα.
Όσο κι αν έψαξαν όμως αργότερα οι χριστιανοί, δεν μπόρεσαν να το βρουν. Η
ανεξερεύνητη οικονομία του Θεού μετέφερε το τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρίς
ανθρώπινη μεσολάβηση, στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου. Εκεί το βρήκαν με
κατάπληξη και δέος οι αδελφοί – εκείνοι που είχαν σωθεί και επιστρέψει στη μονή μετά
το πέρασμα των Πολόφτσων — και το κήδεψαν με τιμές και δοξολογίες.
Στον τόπο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, επιτελώντας
αναρίθμητα θαύματα στους πιστούς.
Η πρόρρηση του ενδόξου οσιομάρτυρος για την τιμωρία των σταυρωτών του δεν
άργησε να πραγματοποιηθεί.
Σχεδόν αμέσως μετά τη μαρτυρική τελευτή του, ήρθε διαταγή από τον Έλληνα
αυτοκράτορα να διωχτούν από τα όρια του κράτους του όλοι οι Εβραίοι, να δημευτούν
οι περιουσίες τους και να θανατωθούν οι άρχοντες τους, σαν υπαίτιοι των μαρτυρίων
πολλών χριστιανών.
Σύμφωνα με τα τελευταία προφητικά λόγια του οσίου Ευστρατίου, ο έπαρχος της
Χερσώνος και κρυφός προστάτης των Εβραίων θανατώθηκε, σαν υποκινητής και
πρωτεργάτης των εβραϊκών κακουργημάτων.
Ο έπαρχος αυτός ήταν Εβραίος, κατά το γένος και την πίστη, άνθρωπος ονομαστός και
πλούσιος. Κάποτε όμως έδειξε ότι πίστεψε στο Χριστό και ζήτησε να βαπτιστή. Μετά τη
βάπτισή του, ο αυτοκράτορας τον τίμησε και τον διόρισε διοικητή της Χερσώνος. Αλλά
εκείνος ο άθλιος, ενώ παρίστανε το χριστιανό, παρέμεινε κρυφά Εβραίος και προέτρεπε
μυστικά τους ομοπίστους του ν’ αγοράζουν τους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τους
εξαναγκάζουν σε άρνηση του Χριστού. Κι αν δεν υποκύπτουν, να τους βασανίζουν
μέχρι θανάτου.
Ο δίκαιος Θεός όμως δεν άργησε ν’ αποκάλυψη τη σκοτεινή και σατανική
δραστηριότητά του.
Κι έτσι, με βασιλική διαταγή, κηρύχθηκε διωγμός κατά των Εβραίων, ενώ οι ηγέτες
τους, όπως είπαμε, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και του οσίου
Ευστρατίου ο φονιάς, που κρεμάστηκε σ’ ένα δέντρο από τους στρατιώτες του
αυτοκράτορα.
Σαν του Κυρίου μας Ιησού ήταν το ένδοξο τέλος του οσιομάρτυρος Ευστρατίου.
Σαν του Ιούδα ήταν το άδοξο τέλος του αντίχριστου Εβραίου.
Κι ενώ αυτός απήλθε «εις κόλασιν αιώνιον», ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού και
αθλοφόρος Ευστράτιος αξιώθηκε ν’ ανέλθει στη βασιλεία των ουρανών και να ψάλλει
εκεί μαζί με τα ουράνια στρατεύματα τον επινίκιο ύμνο, δοξολογώντας ακατάπαυστα το
Νικητή του θανάτου, Κύριό μας Ιησού Χριστό .
ΟΣΙΟΣ ΕΡΑΣΜΟΣ
Η ΚΑΛΗ διαχείριση του πλούτου είναι θεία επιταγή. Γιατί ο πλούτος «δόξα Θεού εστίν».
Δεν κάνουν όμως όλοι οι άνθρωποι θεάρεστη χρήση των δώρων του Θεού.
Πολλοί καταστράφηκαν εξαιτίας του πλούτου: «Εδόθησαν εις πτώμα χάριν χρυσίου».
Με δυο κυρίως τρόπους μπορεί να επενδυθεί το χρήμα για την ωφέλεια της ψυχής μας: ή με
την ελεημοσύνη ή με την ανέγερση και τον ευπρεπισμό ιερών ναών και καθιδρυμάτων.
Ο όσιος Έρασμος διάλεξε το δεύτερο τρόπο. Ενώ ήταν πλούσιος και ένδοξος στον κόσμο, όταν
άκουσε τον άγιο Χρυσόστομο να προσεύχεται στη θεία Λειτουργία του για «τους αγαπώντας την
ευπρέπειαν του οίκου» του Κυρίου, διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για το στολισμό και
την ευπρέπιση του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων. Έπειτα έγινε κι ο ίδιος
μοναχός εκεί, κι άρχισε να στολίζει τον εαυτό του με τις αρετές, σαν ναό του Αγίου Πνεύματος
και ζωντανή εικόνα του Θεού.
Ο ψυχοκτόνος διάβολος όμως έστησε μιαν ολέθρια παγίδα στο δούλο του Θεού. Όταν πια όλο
το χρυσάφι του είχε χρησιμοποιηθεί για την εκκλησία της Παναγίας, ο μακάριος Έρασμος
σκέφτηκε ότι μάταια το ξόδεψε γι’ αυτό το σκοπό. «Αλίμονό μου!», συλλογιζόταν. «Κανένα
μισθό δεν θα λάβω. Χαμένα πήγαν τα χρήματα μου. Έπρεπε να τα μοιράσω στους φτωχούς».
Ο όσιος δεν κατάλαβε πως οι λογισμοί αυτοί ήταν πειρασμικοί. Έπεσε σε αθυμία και απόγνωση.
Ούτε οι προσπάθειες του ηγουμένου ούτε η συμπαράσταση και οι συμβουλές των αδελφών
στάθηκαν ικανές να τον βοηθήσουν και να τον παρηγορήσουν. Άρχισε να ζει απρόσεκτα και
αταίριαστα για μοναχό. Σπαταλούσε το χρόνο της ζωής του άσκοπα, χωρίς πνευματικό αγώνα,
χωρίς προσευχή, χωρίς υπακοή, βυθισμένος στην ψυχόλεθρη ακηδία και την αμέλεια.
Όταν είδαν οι πατέρες ότι τα λόγια τους όχι μόνο δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον εξερέθιζαν
κιόλας, σταμάτησαν πια να του μιλούν και ρίχτηκαν στην προσευχή.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν άφησε να πάνε χαμένοι οι προηγούμενοι κόποι και οι αρετές του
δούλου Του. Παραχώρησε λοιπόν να τον βρει μια βαριά αρρώστια.
Ο όσιος έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Για επτά μέρες ήταν αναίσθητος, μη μπορώντας να
πάρει τροφή ή να επικοινωνήσει με κανένα.
Την όγδοη μέρα ο ηγούμενος κάλεσε όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του. Βλέποντας οι
πατέρες πως δεν έβγαινε η ψυχή του, στέναζαν κι έλεγαν:
– Συμφορά στον αδελφό! Πέρασε τη ζωή του με αμέλεια και ραθυμία. Και τώρα η ψυχή του
βασανίζεται και δεν μπορεί να βγει από το σώμα.
Εκείνη τη στιγμή όμως — ω των θαυμάσιων Σου, Χριστέ! — ο ετοιμοθάνατος Έρασμος συνήλθε,
ανασηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι.
— Αδελφοί και πατέρες! είπε δυνατά, σαν να μην ήταν άρρωστος. Αλήθεια λέτε! Είμαι
αμαρτωλός κι έζησα ράθυμα. Ο θάνατος με βρήκε αμετανόητο. Ενώ όμως ο διάβολος με χαρά
περίμενε το τέλος μου, παρουσιάστηκαν οι όσιοι πατέρες μας Αντώνιος και Θεοδόσιος και μου
είπαν: «Αδελφέ, προσευχηθήκαμε για σένα στον Κύριο. Κι Εκείνος, σαν πολυεύσπλαχνος, σου
χάρισε καιρό μετανοίας». Μετά είδα και την Κυρία Θεοτόκο. «Έρασμε!», μου είπε. «Επειδή
στόλισες την εκκλησία μου και την πλούτισες με ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη,
μεσολάβησα για σένα στον Υιό μου. Θα σε αμείψω για την πράξη σου. Γιατί τους φτωχούς
πάντοτε τους έχετε κοντά σας και πάντοτε μπορείτε να τους βοηθήσετε. Η εκκλησία μου όμως,
μια φορά γίνεται και εξωραΐζεται. Σήκω τώρα, μετανόησε βαθιά για τις αμαρτίες σου και λάβε
έπειτα το μεγάλο αγγελικό σχήμα. Σε τρεις ημέρες θα σε πάρω κοντά μου, επειδή αγάπησες την
ευπρέπεια του οίκου μου».
Μόλις διηγήθηκε το όραμα του ο μακάριος Έρασμος, άρχισε με κλάματα και συντριβή να
εξομολογείται τις αμαρτίες του χωρίς ντροπή μπροστά σ’ ολόκληρη την αδελφότητα. Μετά
σηκώθηκε και πήγε στην εκκλησία.
Εκεί ο ηγούμενος τον έκειρε αμέσως, δίνοντάς του το μεγάλο αγγελικό σχήμα.
Τέλος, ο όσιος απομονώθηκε και ρίχτηκε στην προσευχή.
Την τρίτη μέρα, κατά τη διαβεβαίωση της Κυρίας Θεοτόκου, αναχώρησε ειρηνικά για τον
ουρανό,
Όσιος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, ο θαυματουργός
ΔΕΝ ΚΑΥΧΙΕΤΑΙ μόνο η Νεοκαισάρεια για
τον ένδοξο Ιεράρχη της Γρηγόριο το
θαυματουργό, αλλά και η αγία Λαύρα των
Σπηλαίων για τον ομώνυμό του,
θαυματουργό όσιο.
Ο μακάριος Γρηγόριος ήρθε στον όσιο
Θεοδόσιο όταν εκείνος έχτιζε το μοναστήρι
των Σπηλαίων. Αφού έλαβε το μοναχικό
σχήμα, διδάχτηκε από τον όσιο την
ακτημοσύνη, την εγκράτεια των παθών, την
υπακοή και τις άλλες αρετές. Ο φιλόθεος
Γρηγόριος όμως έδειξε ιδιαίτερη κλίση και
αγάπη στην καλλιέργεια της προσευχής.
Έτσι, με την ακρίβεια της μοναχικής του
βιοτής, τους κόπους και τα πνευματικά
παλαίσματα, από πολύ νωρίς στολίστηκε με
τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και
αξιώθηκε να επιτελή ποικίλα θαύματα στο όνομα του Χριστού, χάρη στα οποία
αποκλήθηκε θαυματουργός. Ιδιαίτερο χάρισμα του έδωσε ο Θεός εναντίον των
πονηρών πνευμάτων, που τα επιτιμούσε και τ’ απομάκρυνε από τους ανθρώπους με
προσευχές κι εξορκισμούς. Συχνά του έφερναν δαιμονισμένους για να τους θεραπεύσει.
Γνωρίζοντας οι δαίμονες τη δύναμη του Χριστόφορου οσίου, φώναζαν από μακριά:
— Αλίμονο μας, Γρηγόριε! Θα μας διώξεις με την προσευχή σου!
Και πράγματι, σε λίγο εξαφανίζονταν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένοι από τα φλογισμένα
βέλη της πύρινης προσευχής του μακαρίου.
Ο επίβουλος διάβολος δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί τους συνεχείς εξευτελισμούς του από
τον άνθρωπο του Θεού. Αλλά και δεν μπορούσε να τον βλάψει, γιατί ήταν
ασφαλισμένος με τα τείχη της δικής του ταπεινώσεως και της χάριτος του Κυρίου.
Έστειλε τότε εναντίον του δυο κακοποιούς, που βάλθηκαν να ληστέψουν τα λιγοστά
υπάρχοντά του.
Αλλά τι είχε ο όσιος στο κελί του; Τίποτε άλλο εκτός από τα βιβλία που μελετούσε
νύχτα και μέρα, στα διαστήματα ανάμεσα στις προσευχές του. Οι κακοποιοί θέλησαν να
κλέψουν αυτά τα βιβλία και να τα πουλήσουν. Ήρθαν αθόρυβα μια νύχτα, πιστεύοντας
πως ο άγιος κοιμάται και κρύφτηκαν μέσα στο σκοτεινό κελί του. Περίμεναν να πάει ο
γέροντας στην εκκλησία για τον όρθρο κι έπειτα να γδύσουν το κελί με την ησυχία
τους.
Ο όσιος, που ήταν γονατισμένος μες στο σκοτάδι και ξαγρυπνούσε προσευχόμενος,
αντιλήφθηκε την παρουσία τους. Ούτε κινήθηκε όμως, ούτε μίλησε. Τους άφησε να
«κρυφτούν» και μετά, θέλοντας να τους οδηγήσει σε συναίσθηση και μετάνοια,
προσευχήθηκε δυνατά:
— Κύριε μου, κοίμισε τους δούλους σου που ήρθαν μάταια εδώ, κάνοντας το θέλημα
του εχθρού σου διαβόλου.
Και τότε, ω του θαύματος! Οι κλέφτες έπεσαν αυτοστιγμεί σε βαθύ ύπνο. Έμειναν εκεί,
σε μια γωνιά του κελιού του οσίου Γρηγορίου, κοιμισμένοι για πέντε μέρες! Τότε ο όσιος
κάλεσε όλους τους αδελφούς και μπροστά τους απευθύνθηκε στους ληστές:
—Μα καλά, ως πότε θα παραφυλάτε για ν’ αρπάξετε τα πράγματα μου; Άντε, καιρός
είναι να πηγαίνετε στα σπίτια σας. Στο όνομα του Κυρίου μου Ιησού Χριστού ξυπνήστε
και φύγετε!
Αμέσως εκείνοι ξύπνησαν. Ήταν ανίκανοι όμως να σηκωθούν. Όχι τόσο από την
έκπληξη και το φόβο, όσο από εξάντληση, εξαιτίας της αναγκαστικής πενταήμερης
ασιτίας.
Ο όσιος τους έδωσε καλοσυνάτα άφθονη τροφή, τους περιποιήθηκε και τους άφησε να
φύγουν.
Το περιστατικό εκείνο έγινε γνωστό και στο Κίεβο. Όταν το πληροφορήθηκε ο
ηγεμόνας, έδωσε εντολή να φυλακίσουν τους επίδοξους κλέφτες. Ο φιλάνθρωπος
Γρηγόριος πολύ λυπήθηκε γι’ αυτό. Πήγε αμέσως ο ίδιος στον άρχοντα, του δώρισε
μερικά από τα βιβλία του και τον παρακάλεσε να ελευθερώσει για χάρη του τους δυο
φυλακισμένους. Έτσι κι έγινε. Άλλα και τα υπόλοιπα βιβλία του τα πούλησε ο όσιος και
μοίρασε το αντίτιμό τους στους φτωχούς. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα.
—Ο Θεός θα οικονομήσει τη σωτηρία μου και χωρίς τα βιβλία, είπε στους αδελφούς. Τα
πούλησα για να μη βάζω τους ανθρώπους
Κατάπληκτοι οι κλέφτες από την αγάπη του οσίου Γρηγορίου και τη θαυματουργική του
δύναμη, μετανόησαν κι έμειναν στη μονή των Σπηλαίων, όπου βοηθούσαν τους
πατέρες στις αγροτικές εργασίες. Κι εκείνοι τους έδιναν την αμοιβή του τίμιου κόπου
τους, με την οποία έτρεφαν από τότε τις οικογένειές τους.
Μετά από καιρό ήρθαν άλλοι κλέφτες, μπήκαν στο μικρό λαχανόκηπο, όπου ο όσιος
καλλιεργούσε λαχανικά και οπωρικά και γέμισαν τα σακιά τους με τους καρπούς των
κόπων του. Όταν όμως θέλησαν να φύγουν, δεν μπόρεσαν να κουνηθούν από τη θέση
τους. Κόλλησαν εκεί, φορτωμένοι με τα σακιά κι έμειναν έτσι δυο μερόνυχτα. Τότε
ήρθαν σε μετάνοια κι άρχισαν να θρηνούν και να ικετεύουν:
– Πάτερ Γρηγόριε! Άγιε του Θεού! Ελευθέρωσέ μας, σε παρακαλούμε! Δεν αντέχουμε
άλλο! Μετανοούμε για τις αμαρτίες μας! Ποτέ πια δεν θα κλέψουμε!
Τους άκουσαν μερικοί μοναχοί που δούλευαν μακρύτερα κι έτρεξαν κοντά τους. Όσο κι
αν προσπάθησαν όμως, δεν μπόρεσαν να τους ξεκολλήσουν από τη γη.
– Πως βρεθήκατε εδώ; ρώτησαν απορημένοι τους κλέφτες.
– Δυο μερόνυχτα είμαστε εδώ πέρα, αποκρίθηκαν εκείνοι.
– Μα εμείς κάθε μέρα ερχόμαστε και καλλιεργούμε αυτή τη γη. Εσάς όμως δεν σας
είδαμε.
– Ούτε κι εμείς εσάς. Αν σας βλέπαμε, θα σας παρακαλούσαμε να μεσιτεύσετε στον άγιο
γέροντα να μας συγχωρήσει και να μας λυτρώσει απ’ αυτό το μαρτύριο. Έχουμε
αποκάμει μέχρι θανάτου.
Τότε φάνηκε να έρχεται ο όσιος Γρηγόριος. Χωρίς περιστροφές είπε αμέσως στους
κλέφτες:
– Επειδή είστε τεμπέληδες και ζείτε άκοπα με την κλοπή των ξένων περιουσιών, τώρα
θα καταδικασθείτε να μείνετε εδώ αργοί, μέχρι το τέλος της ζωής σας!
Με γοερούς θρήνους απάντησαν οι κλέφτες στην παιδαγωγική απειλή του οσίου.
-Όχι, πάτερ. Λυπήσου μας. Σου δίνουμε την υπόσχεση ότι ποτέ πια δεν θ’ ασχοληθούμε
με τέτοιες πονηρές δουλειές.
-Αν αποφασίσατε πράγματι να ζήσετε στο μέλλον από τον κόπο των χεριών σας, θα
παρακαλέσω τον Κύριο να σας ελευθερώσει.
-Δίνουμε τώρα όρκο ιερό ενώπιον του Θεού ότι δεν θα σε παρακούσουμε.
Αφού προσευχήθηκε ο όσιος, στράφηκε πάλι στους κλέφτες:
-Ας είναι ευλογητός ο Θεός που σας φώτισε και σας βοήθησε. Από τώρα θα εργάζεστε
στους κήπους της μονής μαζί με τους αδελφούς κι απ’ αυτούς θα παίρνετε ό,τι
χρειάζεστε για να ζήσετε εσείς και οι οικογένειές σας.
Αμέσως οι κλέφτες ξεκόλλησαν από τη γη κι έπεσαν κάτω, ζητώντας συγγνώμη από τον
όσιο και δοξάζοντας το όνομα του μεγαλοδύναμου Θεού.
Μιαν άλλη φορά ήρθαν στο μακάριο Γρηγόριο τρεις άγνωστοι άνθρωποι. Είχαν
συνεννοηθεί να τον εξαπατήσουν για να τους δώσει πράγματα αξίας. Έδειχναν λοιπόν
οι δύο απ’ αυτούς τον τρίτο κι έλεγαν στον όσιο με υποκριτική απελπισία:
– Πάτερ, ο φίλος μας αυτός καταδικάστηκε σε θάνατο! Δώσ’ του κάτι για να εξαγοράσει
την ποινή του.
Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο χάρισμα για ν’ αντιληφθεί κανείς το χονδροειδές ψέμα των
κουτοπόνηρων χωρικών. Ο όσιος δάκρυσε και είπε σιγανά:
-Συμφορά στον άνθρωπο αυτό! Έφτασε η μέρα της καταστροφής του…
Οι άλλοι όμως δεν κατάλαβαν το νόημα των λόγων του και επέμειναν:
-Πάτερ, αν εσύ του δώσεις ό,τι έχεις, θα γλιτώσει το θάνατο.
-Και να σας δώσω δεν θα γλιτώσει. Πέστε μου όμως, σε τι θάνατο καταδικάστηκε;
-Θα τον κρεμάσουν από ένα δέντρο.
-Καλά το είπατε, είπε ο προορατικός όσιος. Αύριο θα γίνει αυτό!
Χωρίς να πει άλλο λόγο, κατέβηκε βαθιά στο σπήλαιό του, εκεί όπου συνήθως
προσευχόταν και διάβαζε με το κερί. Σε λίγο ανέβηκε κρατώντας λίγα πολύτιμα βιβλία.
Ήταν τα τελευταία που του είχαν μείνει. Πάρτε τα, είπε. Κι αν δεν σας χρειαστούν, να
μου τα επιστρέψετε.
Τα πήραν και βγήκαν κρυφογελώντας.
-Τι έλεγε ο καλόγερος; Να του τα επιστρέψουμε; Άσ’ τον να περιμένει! Θα πιάσουμε
καλά λεφτά σαν τα πουλήσουμε.
Τυφλωμένοι όμως από την απληστία οι τρεις απατεώνες δεν αρκέστηκαν στα βιβλία.
Βγαίνοντας είδαν το περιβόλι του οσίου γεμάτο καρπούς.
— Να ‘ρθουμε τη νύχτα να τους κλέψουμε, συμφώνησαν στα γρήγορα, χωρίς πολλή
συζήτηση.
Και πράγματι, σαν έπεσε η νύχτα, ήρθαν πάλι. Την ώρα εκείνη ο θεομακάριστος
Γρηγόριος ήταν στο βάθος του σπηλαίου και προσευχόταν. Πλησίασαν αθόρυβα κι
ασφάλισαν απ’ έξω την πόρτα, φυλακίζοντας τον όσιο μέσα. Ανενόχλητοι κατόπιν
ρίχτηκαν στη λεηλασία του κήπου. Οι δύο μάζευαν από κάτω, ενώ ο τρίτος — ο δήθεν
καταδικασμένος σε θάνατο — ανέβηκε σ’ ένα ψηλό δέντρο κι έκοβε τους καρπούς του.
Ξάφνου όμως το κλαδί που πατούσε έσπασε. Κι ο κλέφτης, πριν προλάβει να κρατηθεί,
έπεσε κατακόρυφα με το κεφάλι. Ο θόρυβος και οι σπαρακτικές φωνές του έκαναν τους
άλλους να τρομάξουν και να το βάλουν στα πόδια. Ο ίδιος όμως — αλίμονο! – βρήκε
οικτρό τέλος: Καθώς έπεφτε, το κεφάλι του πιάστηκε σε μια διχάλα και πνίγηκε.
Το πρωί οι αδελφοί δεν είδαν τον όσιο Γρηγόριο στην εκκλησία. Παραξενεμένοι πήγαν
μετά την ακολουθία στο κελί του για να δουν αν ήταν άρρωστος. Τότε είδαν με φρίκη
τον κρεμασμένο πάνω στο δέντρο.
Σε λίγο διαπίστωσαν ότι ή σπηλιά του οσίου ήταν μανταλωμένη απ’ έξω. Άνοιξαν και
τον ελευθέρωσαν.
Στο μεταξύ είχαν μαζευτεί εκεί γύρω πολλοί αδελφοί και λαϊκοί, που πληροφορήθηκαν
για το φρικτό θάνατο του κρεμασμένου. Ανάμεσά τους ο όσιος Γρηγόριος διέκρινε και
τους δύο φίλους του νεκρού, που είχαν επιστρέψει δειλά-δειλά και κοίταζαν από μακριά
το αιωρούμενο πτώμα του συντρόφου τους.
– Βλέπετε πως πραγματοποιήθηκε το άθλιο ψέμα σας; τους είπε αυστηρά ο όσιος.
Ο «θεός ου μυκτηρίζεται». Αν δεν με κλειδώνατε μέσα, θα έτρεχα να τον βοηθήσω και
θα γλίτωνε. Αλλά ο φίλος σας διάβολος, που σας δίδαξε την απάτη και το ψεύδος, είναι
ο αίτιος του πνευματικού και του σωματικού θανάτου. Κι από τότε που υποταχθήκατε σ’
αυτόν, το έλεος του Θεού σας εγκατέλειψε.
Τρέμοντας από το φόβο τους οι δυο χωρικοί έπεσαν στη γη και ζήτησαν με δάκρυα
συγχώρηση για την πράξη τους. Και ο όσιος τους πρόσταξε να κερδίζουν στο εξής το
ψωμί τους, με τον τίμιο ίδρωτα τους.
Ας έρθουμε τώρα στη μαρτυρική τελείωση του φιλόθεου και θαυματουργού
Γρηγορίου.
Κάποτε συνέβη να μολυνθεί το άγιο ποτήριο της εκκλησίας από ακάθαρτο ζώο. Ο όσιος
κατέβηκε μέχρι το Δνείπερο ποταμό για να φέρει πεντακάθαρο νερό και να καθαρίσει το
Ιερό σκεύος.
Στις όχθες του πόταμου συναντήθηκε με τους πρίγκιπες αδελφούς Ροσπσλάβο και
Βλαδίμηρο Β’ Βσεβολόντοβιτς. Κατευθύνονταν προς τη μονή για να προσκυνήσουν και
να πάρουν τις ευλογίες των πατέρων, πριν εκστρατεύσουν κατά των επιδρομέων
Πολόφτσων.
Μερικοί αδιάντροποι υπηρέτες του Ροσπσλάβου, θέλησαν να διασκεδάσουν με τον
άκακο γέροντα. Άρχισαν λοιπόν να γελούν σε βάρος του χλευαστικά και να του πετούν
αισχρά υπονοούμενα.
Ο ταπεινός όσιος δεν ταράχτηκε. Τους άκουγε ήρεμος και αμίλητος. Τα προορατικά του
μάτια όμως, είδαν τον επικείμενο θάνατο των χλευαστών του.
— Αχ, παιδιά μου! είπε λυπημένα. Γιατί ασεβείτε κατά του Θεού στο πρόσωπο ενός
γέρου μοναχού σαν κι εμένα; Εσείς τώρα χρειάζεστε πολλή προσευχή. Κλάψτε για το
χαμό σας και μετανοήστε για τις αμαρτίες σας. Για σας θα ‘ρθη πολύ γρήγορα Η κρίση
του Κυρίου. Όλοι σας θα πνιγείτε μέσα στο νερό μαζί με τον πρίγκιπά σας!
Ο Ροστισλάβος, ενώ τόση ώρα άκουγε τους υπηρέτες του χωρίς να επεμβαίνει, τώρα
έγινε έξω φρενών με τα λόγια του οσίου. Τα πήρε όχι σαν προειδοποίηση, μα σαν
κατάρα.
—Έμενα απειλείς, παλιοκαλόγερε; φώναξε στο φιλόχριστο Γρηγόριο κόκκινος από την
οργή. Το ξέρεις ότι δεν με φτάνει κανείς στο κολύμπι; Αλλά θα σου δείξω εγώ! Θα
χαθείς εσύ μ’ αυτό το θάνατο!
Και αμέσως ο ανόσιος πρίγκιπας, διέταξε να δέσουν τον όσιο χειροπόδαρα, να του
κρεμάσουν μια πέτρα στο λαιμό και να τον πετάξουν στο πιο βαθύ σημείο του πόταμου.
Η διαταγή του εκτελέστηκε χωρίς αργοπορία. Σε λίγο τα νερά του Δνείπερου κατάπιαν
το τίμιο σώμα του θαυματουργού.
Ο θηριώδης Ροσπσλάβος, μετά το φόνο του οσίου, γύρισε κι έφυγε συγχυσμένος και
αμετανόητος, χωρίς να πάει στο μοναστήρι. Ο αδελφός του όμως Βλαδίμηρος πήγε εκεί
και ζήτησε την ευλογία των πατέρων για την αντιμετώπιση των βαρβάρων Πολόφτσων.
Η μάχη έγινε κοντά στην Τρίπολη, στις όχθες του πόταμου Στούγκνα. Οι Ρώσοι
ηττήθηκαν από τους βαρβάρους και ό Ροσπσλάβος πνίγηκε μ’ ολόκληρο σχεδόν το
στράτευμά του. Ο Βλαδίμηρος όμως, χάρη στην ευλογία των αγίων της Λαύρας,
σώθηκε.
Στο μεταξύ, οι αδελφοί έψαχναν δυο μέρες τον όσιο, μα δεν τον εύρισκαν.
Την τρίτη μέρα μπαίνουν στο κελί του και τι να δουν! Το νεκρό σώμα του βρισκόταν
εδώ, με δεμένα τα χέρια και τα πόδια και με την πέτρα στο λαιμό! Το ένδυμα του ήταν
μουσκεμένο, ενώ το πρόσωπο φωτεινό και ιλαρό. Το σώμα του ήταν ζεστό και
εύκαμπτο, σαν ζωντανό.
Όλοι θαύμασαν για το ολοφάνερο σημείο της αγιότητας του μακαρίου αδελφού τους.
Ποτέ δεν έμαθαν πως βρέθηκε το σώμα του μέσα στο κελί.
Δόξασαν το μεγάλο Θεό, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού», σήκωσαν το σεπτό
σκήνωμα και το τοποθέτησαν με προσευχές και ψαλμωδίες στο σπήλαιο του οσίου
Αντωνίου.
Εκεί παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, κηρύττοντας σιωπηλά στους
ανθρώπους τη δύναμη της πίστεως και την παντοδυναμία του Θεού, του «ποιούντος
θαυμάσια».
Όσιος ΙΕΡΕΜΙΑΣ, ο προορατικός.
ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ το μεγάλο προφήτη του
Ισραήλ Ιερεμία, που έλαμψε στη γη της
Παλαιστίνης στα χρόνια του Νόμου, ο
Θεός ανέδειξε έναν αντάξιο χαρισματούχο
συνώνυμό του, στη γη της Ρωσίας, στα
χρόνια της χάριτος.
Είναι ο όσιος Ιερεμίας ο προορατικός.
Ο όσιος Ιερεμίας ήρθε στη μονή των
Σπηλαίων σε βαθιά γεράματα και
αξιώθηκε να λάβει το άγιο μοναχικό
σχήμα από τους οσίους Αντώνιο και
Θεοδόσιο.
Για τη ζωή του, δεν γνωρίζουμε πολλά
πράγματα.
Ξέρουμε μόνο ότι, παρά τα χρόνια του, με
τόσο ζήλο και αυταπάρνηση μιμήθηκε την
ισάγγελη ζωή των δύο αγίων χειραγωγών
του, ώστε ο δωρεοδότης Κύριος, τον
δόξασε σε πολύ λίγο χρόνο, με το μέγα
χάρισμα της γνώσεως των μελλοντικών γεγονότων και των μυστικών διαλογισμών των
ανθρώπων.
Ο όσιος Ιερεμίας, σαν σοφός και πιστός οικονόμος της δωρεάς του Χριστού, τη
χρησιμοποίησε για τη δόξα Εκείνου και για την οικοδομή των αδελφών του.
Αν διάβαζε κάποια κακή σκέψη ή διέκρινε αμαρτητική διάθεση σε κάποιον αδελφό, τον
έπαιρνε ιδιαιτέρως και τον συμβούλευε σοφά, πως ν’ αποκρούσει την επίθεση του
πονηρού και πως να φυλάγεται από τις επιβουλές του.
Με ιδιαίτερη προσοχή και με πολλή αγάπη, πλησίαζε τους αδελφούς εκείνους που με
απάτη του διαβόλου σκέπτονταν ν’ αφήσουν το μοναστήρι και να γυρίσουν στον κόσμο.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο φωτισμένος Ιερεμίας, σαν πατέρας κι αδελφός μαζί, πήγαινε
στον πειραζόμενο μοναχό, τον παρηγορούσε, τον νουθετούσε και με περισσή σοφία και
διάκριση ξεσκέπαζε τους λογισμούς του και την πλεκτάνη του σατανά. Ύστερα τον
προέτρεπε πειστικά να κάνη υπομονή και ν’ αντιστέκεται γενναία στον ακατάπαυστο
πόλεμο «του κοσμοκράτορος του σκότους του αιώνος τούτου».
Συνήθως, τόσο πολύ ενίσχυαν τα άγια και θεόπνευστα λόγια του τους κλονιζόμενους
αδελφούς, ώστε ποτέ πια στο μέλλον δεν είχαν παρόμοιο πόλεμο λογισμών.
Ακόμη ο διακριτικός Ιερεμίας έλεγε από πριν στους αδελφούς, αν κάποια ενέργεια ή
απόφασή τους ήταν σωστή ή λαθεμένη, σύμφωνη με το θέλημα του θεού ή αποτέλεσμα
απάτης του διαβόλου και ποια θα ήταν η έκβασή της.
Οι Λόγοι και οι προβλέψεις του έβγαιναν πάντοτε αληθινοί.
Ο όσιος Ιερεμίας, αφού πολλαπλασίασε το τάλαντο που του έδωσε ο Κύριος, άφησε σε
βαθύ γήρας αυτή τη γη και πορεύτηκε στην άλλη, την «καινή», για να ζήση μακάρια
την άμεση ενατένιση της Θείας Σοφίας, της Ζωαρχικής Τριάδος.
Όσιος ΙΩΑΝΝΗΣ ο πολύαθλος.
Ο ΟΣΙΟΣ Ιωάννης ο πολύαθλος, υπέμεινε
πολλές θλίψεις για την αγνεία και την
παρθενία, σαν επίγειος νυμφίος του
ουράνιου Νυμφίου.
Ο όσιος Ιωάννης τα τελευταία χρόνια της
ζωής του τα πέρασε έγκλειστος στο
σπήλαιο του οσίου Αντωνίου. Εκεί τον
επισκεπτόταν συχνά κάποιος από τους
αδελφούς, που ο διάβολος τον πολεμούσε
άγρια με ακάθαρτους λογισμούς.
– Πάτερ, σώσε με! έλεγε απελπισμένος
στον όσιο. Προσευχή σου στον Κύριο να
χαλαρώσει λίγο το σαρκικό πόλεμο, γιατί
δεν αντέχω άλλο.
– Αδελφέ μου, του απαντούσε ο μακάριος
Ιωάννης με λόγια ψαλμικά, «υπόμεινον τον
Κύριον ανδρίζου, και κραταιούσθω , η
καρδία σου και υπόμεινον τον Κύριον και
φύλαξον την οδόν αυτού και αυτός ρύσεταί
σε εκ χειρός εχθρού και συντρίψει τους
οδόντας αυτού».
Πάτερ, πίστεψε με! Αν δεν με βοηθήσεις,
παίρνω τα μάτια μου και φεύγω. Δεν ησυχάζω πουθενά. Μ’ έχει τρελάνει ο πόλεμος της
σάρκας, θα φύγω και θα τριγυρίζω σαν αγρίμι από τόπο σε τόπο.
– Γιατί, παιδί μου, θέλεις να παραδώσεις μόνος σου τον εαυτό σου στον εχθρό; Να!
Στέκεσαι κιόλας στο χείλος του γκρεμού. Ο εχθρός ετοιμάζεται να σε σπρώξει. Και θα
‘ναι η πτώση σου μεγάλη και θανάσιμη. Ποτέ δεν θα μπορέσεις πια να σηκωθείς. Αν
όμως παραμείνεις εδώ, στο μοναστήρι σου, στο σίγουρο λιμάνι, δεν θα είσαι πια στο
χείλος του γκρεμού και δεν θα υπάρχει κίνδυνος να σε γκρεμίσει και να σε θανάτωση
ψυχικά ο μοχθηρός εχθρός μας.
Ο Θεός τότε θα σε αμείψει για την υπομονή σου και θα σε βγάλει από την τάφρο των
παθών και τη λάσπη της ακαθαρσίας.
Αλλά για να παρηγορηθείς, θα σου διηγηθώ κάτι από τη ζωή μου.
Όταν ήρθα στο μοναστήρι και μπήκα στη μοναχική μας οικογένεια, άρχισα να
βασανίζομαι αφόρητα από το πνεύμα της πορνείας. Δεν μπορώ να σου περιγράψω τι
τράβηξα. Ρίχτηκα σε σκληρή άσκηση και νηστεία. Δεν έτρωγα τίποτα για δυο και τρεις
ημέρες συνέχεια, καμία φορά και για βδομάδα ολόκληρη. Αγρυπνούσα όλη τη νύχτα.
Προσευχόμουν αδιάλειπτα. Τρία χρόνια κράτησε το μαρτύριό μου, χωρίς να βρω
ανάπαυση.
«Έφυγα και ήρθα στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου. Έπεσα πάνω στον τάφο του,
έκλαιγα και τον παρακαλούσα να με βοηθήσει. Τρία μερόνυχτα έμεινα εκεί, χωρίς
τροφή και νερό. Και ξαφνικά άκουσα τη φωνή του οσίου:
– Ιωάννη! Ιωάννη! φώναξε. Πρέπει να μείνεις εδώ, στο σπήλαιό μου, να ζήσης
έγκλειστος με σιωπή και προσευχή. Και ο Κύριος θα σ’ απαλλάξει από τον πόλεμο του
εχθρού.
»Έτρεξα τότε και βρήκα τον ηγούμενο. Εκείνος, πληροφορημένος από το Θεό, μου
έδωσε ευλογία να κλειστώ σ’ αυτόν εδώ τον υγρό, στενό, σκοτεινό και απαρηγόρητο
τόπο. Συμπλήρωσα ήδη τριάντα χρόνια. Και να! Μόλις πριν από λίγο καιρό βρήκα
ανάπαυση. Όλ’ αυτά τα χρόνια πάλευα με τους πορνικούς λογισμούς και τα πάθη,
ταλαιπωρώντας το σώμα μου με νηστεία και αγρυπνία.
Κι εδώ όμως η φλόγα των σαρκικών παθών με κατέκαιγε. Μη βρίσκοντας άλλο τρόπο
να της αντισταθώ, αποφάσισα να βγάλω τα ρούχα και να κρεμάσω στα χέρια και στα
πόδια μου βαριά σίδερα, εκθέτοντας το σώμα μου στο μαρτύριο της παγωνιάς κι
εξουθενώνοντας τα μέλη μου με το ασήκωτο βάρος των σιδερικών. Αλλά κι αυτή η
άσκηση αποδείχθηκε ανεπαρκής.
Έσκαψα τότε στο αμμουδερό χώμα του σπηλαίου ένα βαθύ λάκκο, μπήκα μέσα και
σκεπάστηκα με την άμμο ολόκληρος, αφήνοντας έξω μόνο τα χέρια και το κεφάλι.
Ήταν τότε αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Έμεινα εκεί, μισοθαμένος και ακίνητος, όλη
την περίοδο της νηστείας. Στο διάστημα αυτό υπέφερα τα πάνδεινα από τον πονηρό,
που μεταχειρίστηκε κάθε τρόπο για να με βγάλει από το λάκκο.
Πρώτα με βασάνισε με μια οδυνηρή πάθηση των κάτω άκρων. Τα πόδια μου πρήστηκαν
και στράβωσαν. Οι αρθρώσεις λύθηκαν. Τα νεύρα παρέλυσαν. Μια βασανιστική
φλόγωση έλιωνε τα μέλη μου. Πονούσε και υπέφερε το σώμα μου. Χαιρόταν όμως και
δροσιζόταν η ψυχή μου, που λυτρώθηκε μ’ αυτή τη σκληρή άσκηση από τους
μολυσμούς και βρήκε την καθαρότητα και το θεϊκό της κάλλος. Προτιμούσα λοιπόν να
πεθάνω εκεί, να λιώσω μέσα στο λάκκο και να κερδίσω το Χριστό, παρά να βγω έξω και
να με κερδίσει ο διάβολος. Ήρθε η Μεγάλη Εβδομάδα. Τη Μεγάλη Δευτέρα
παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά μου ένας άγριος και φοβερός δράκοντας, που από το
τεράστιο στόμα του έβγαζε σε κάθε φύσημα φλόγες κι αστραπές. Με πλησίασε
απειλητικά, έτοιμος να με καταπιεί. Δεν με πείραξε όμως. Μόλις επικαλέστηκα τον
Κύριο κι έκανα το σημείο του σταυρού εξαφανίστηκε.
Οι απειλές του δράκοντα συνεχίστηκαν όλη την εβδομάδα των Παθών. Τη νύχτα της
Αναστάσεως, ο φοβερός δράκοντας ήρθε για τελευταία φορά. Τον είδα ξαφνικά να
ρίχνεται πάνω μου. Μ’ άρπαξε αστραπιαία κι έχωσε μέσα στο στόμα του το κεφάλι και
τα χέρια μου, ό,τι βρισκόταν δηλαδή έξω από το λάκκο. Τα μαλλιά και τα γένια μου
κάηκαν κι έμειναν έτσι καμένα, όπως βλέπεις, μέχρι σήμερα. Με επέμβαση του Θεού
όμως ο δράκοντας, δεν μ’ έβλαψε περισσότερο. Καθώς το κεφάλι μου ήταν μέσα στο
λαρύγγι του, φώναξα από τα βάθη της καρδιάς μου:
— Θεέ και Κύριε, σώσε με! Γιατί μ’ εγκατέλειψες; Σπλαχνίσου με, Δέσποτα, ο μόνος
φιλάνθρωπος. Σώσε με τον αμαρτωλό, ο μόνος αναμάρτητος. Απάλλαξε με από την
ακαθαρσία μου, για να μην πιαστώ στα δίχτυα του πονηρού για πάντα. Γλίτωσέ με από
τον εχθρό που θέλει να με καταπιεί. Έλα να με σώσεις με τη δύναμη Σου. Ρίξε αστραπή
και κάψ’ τον, για να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης!
Πράγματι, την ίδια στιγμή άστραψε ένα φως ουράνιο. Αμέσως το φοβερό θηρίο
εξαφανίστηκε και μέχρι σήμερα δεν το ξαναείδα, με τη χάρη του Θεού.
«»Άκουσα τότε μια φωνή να μου λέει:
– Ιωάννη! Ιωάννη! Σε βοήθησα, όπως Μου ζήτησες. Πρόσεχε τώρα την ψυχή σου, για
να μην πάθεις χειρότερα στο μέλλοντα αιώνα!
– Κύριε, ρώτησα με παράπονο, γιατί μ’ άφησες τόσο πολύ να βασανιστώ;
– Σε δοκίμασα κατά τη δύναμη της υπομονής σου. Περνώντας έτσι μέσα από το καμίνι
των πειρασμών, θα παρουσιαστής μπροστά Μου καθαρός σαν το χρυσάφι. Ποτέ δεν
επιτρέπω να δοκιμαστή ο άνθρωπος πάνω από τις δυνάμεις του, για να μην εμπαιχθεί
και νικηθεί από τον «αρχέκακο πονηρό Όφη». Εσύ όμως, για ν’ απαλλαχθείς από το
σαρκικό πόλεμο, προσευχήσου στον όσιο Μωϋσή τον Ούγγρο. Αυτός αναδείχθηκε
ανώτερος από τον πάγκαλο Ιωσήφ στη σωφροσύνη, γι’ αυτό μπορεί να βοηθήσει
αποτελεσματικά όσους πολεμούνται από το πάθος της πορνείας.
Εγώ τότε «εκέκραξα προς Κύριον»:
– Κύριε, δι’ ευχών του οσίου Μωϋσέως, ελέησε με!
Και να! Αμέσως μ’ έλουσε ένα υπέροχο, γλυκύτατο φως, που μέχρι τώρα παραμένει και
φωτίζει τη σπηλιά μου τόσο, ώστε δεν μου χρειάζονται κεριά. Και όσοι έρχονται εδώ με
πίστη, απλότητα και καθαρή καρδιά, βλέπουν το θείο αυτό φως, που με καταύγασε και
με απάλλαξε από τα βέλη του πονηρού εκείνη τη νύχτα της Αναστάσεως».
Τελειώνοντας τη διήγηση του ο πολύαθλος Ιωάννης, στράφηκε στο μοναχό που είχε
τον πόλεμο της πορνείας και του είπε:
– Αδελφέ, εμείς οι ίδιοι καρφώνουμε το νου μας στη λατρεία της σάρκας, Γι` αυτό
ταλαιπωρούμαστε. Και ο Κύριος με τη δίκαιη κρίση Του, αφήνει να πολεμηθούμε, γιατί
δεν έχουμε καρπούς μετανοίας. Τέλος πάντων, ζήτησε κι εσύ τις ευχές του μακαρίου
Μωϋσέως του Ούγγρου και ίσως να σε λυπηθεί ο Θεός.
Αφού προσευχήθηκε μαζί με το μοναχό ο ευλογημένος Ιωάννης, πήρε ένα τεμάχιο από
τα τίμια λείψανα του οσίου Μωϋσέως και είπε:
– Ακούμπησέ το στο σώμα σου.
Ο αδελφός έκανε όπως του είπε. Και αυτοστιγμεί ένιωσε να υποχωρεί η πύρωση και να
νεκρώνεται το πάθος της ακολασίας, που δεν τον ενόχλησε ποτέ πια.
Ο όσιος Ιωάννης ο πολύαθλος, αναχώρησε για τον ουρανό λίγο αργότερα, στις 18
Ιουλίου.
Τα άγια λείψανά του, κείτονται ασάλευτα μέχρι σήμερα στο λάκκο όπου ο ίδιος είχε
θάψει τον εαυτό ίου, ζωντανό ακόμη, για την αγάπη του Χριστού και παρέχουν
πλουσιοπάροχα την ίαση σ’ όσους ζητούν τη μεσιτεία του προς το Θεό.
Όσιος ΙΣΑΑΚΙΟΣ ο έγκλειστος
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ δυνατό ν’ αποφύγει ο
άνθρωπος τους πειρασμούς.
Εάν ο πονηρός τόλμησε να πειράξει στην
έρημο τον ίδιο τον Κύριο, πολύ
περισσότερο τους δούλους Του.
Αυτό όμως γίνεται κατά παραχώρηση
Θεού.
Γιατί όπως το χρυσάφι δοκιμάζεται μέσα
στη φωτιά και καθαρίζεται και
λαμπικάρετε και αστράφτει, έτσι και ο
πιστός άνθρωπος, που δοκιμάζεται μέσα
στη φωτιά των πειρασμών, θα λάμψη
τελικά σαν τον ήλιο μπροστά στο Θεό με
τα καλά του έργα, ενώ ο εχθρός που
σπέρνει τους πειρασμούς θα παραδοθεί
στο αιώνιο πυρ.
Μια μεγάλη πειρασμική δοκιμασία
πέρασε και ο όσιος πατέρας μας Ισαάκιος
ο έγκλειστος.
Ο όσιος Ισαάκιος, που το κοσμικό του επώνυμο ήταν Τοροπτσάνιν, ασκούσε το εμπόριο
και είχε αποκτήσει πολλά πλούτη. Κάποτε όμως η αγαθή του διάνοια σκέφτηκε ότι
«πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον ου παραμένει ο
πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα…». Μοίρασε τότε όλη την περιουσία του στους φτωχούς
και ήρθε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, ποθώντας ν’ αφιερωθεί στον Κύριο.
Ο όσιος Αντώνιος, αφού δοκίμασε την αγάπη του στο Θεό και το ζήλο του για το
μοναχικό βίο, τον κούρεψε μοναχό.
Από τότε ο ιερός Ισαάκιος, φλεγόμενος από θείο έρωτα, άρχισε μια σκληρή ασκητική
ζωή. Με την ευλογία του οσίου Αντωνίου κλείστηκε στο βάθος του σπηλαίου, στο πιο
σκοτεινό και ανάερο κελί.
Ήταν υγρό, αποπνικτικό και τόσο στενό, που έμοιαζε μάλλον με φρικώδη υπόγειο τάφο
παρά με μοναχικό κελί.
Θέλοντας επίσης να ταλαιπωρήσει και ν’ ασκήσει το σώμα του, έβγαλε το τρίχινο
πουκάμισο που φορούσαν όλοι οι αδελφοί. Ζήτησε να του αγοράσουν μια κατσίκα.
Όταν του την έφεραν, την έγδαρε και φόρεσε το τομάρι της, έτσι όπως ήταν, νωπό και
ακατέργαστο, και τ’ άφησε να στεγνώσει πάνω στο σώμα του!
Μ’ αυτό το «ένδυμα» κλείστηκε ο όσιος μέσα στην κατασκότεινη υπόγεια τρύπα του,
έχτισε την είσοδο της και παραδόθηκε στα χέρια του Θεού. Προσευχόταν αδιάλειπτα
στον Κύριο με δάκρυα, χωρίς να γνωρίζει πότε ήταν νύχτα και πότε μέρα. Στρώμα δεν
είχε και ποτέ δεν ξάπλωνε για ύπνο. Κοιμόταν ελάχιστα, καθισμένος σ’ ένα κούτσουρο.
Έτρωγε μόνο μέρα παρά μέρα λίγο πρόσφορο, κι έπινε λίγο νερό που του έφερνε ο
ίδιος ο όσιος Αντώνιος, ο μόνος που άλλαζε μαζί του μερικές κουβέντες. Την τροφή του
την έδινε από μια μικρή θυρίδα, απ’ όπου μόλις χωρούσε να περάσει το χέρι.
Ο όσιος Ισαάκιος πέρασε επτά χρόνια σ’ αυτή τη σκληρή άσκηση. Αλίμονο όμως! Η
καρδιά του δεν έμεινε εντελώς καθαρή από την κενοδοξία. Κάποια ίχνη του δαιμονικού
αυτού πάθους μόλυναν τη συνείδησή του. Κι έτσι τον βρήκε μεγάλη συμφορά.
Κάποια νύχτα, όταν ο μακάριος έκανε τις συνηθισμένες του μετάνοιες κι έλεγε τους
ψαλμούς του μεσονυκτικού, ένιωσε μεγάλη κόπωση και αισθάνθηκε να τον
εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Έσβησε το κερί και κάθισε.
Και να! Έξαφνα το σκοτάδι του κελιού διαλύθηκε. Έλαμψε «φως μέγα»! Τι φως ήταν
εκείνο! Δυνατό κι εκτυφλωτικό σαν του ήλιου! Ο όσιος αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια
του, ανίκανος να κοιτάξει ελεύθερα.
Την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν δυο πανέμορφοι νέοι με λαμπερά πρόσωπα.
— Ισαάκιε, είπαν στον όσιο, είμαστε άγγελοι και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε πως, να!,
έρχεται σε σένα ο Χριστός μαζί με τους άλλους αγγέλους τ’ ουρανού.
Ταλαίπωρε άνθρωπε του Θεού! Που να ήξερες ότι είχες μπροστά σου δαίμονες, που
ήρθαν για να σε πλανήσουν! Ξέχασες ότι ο σατανάς μπορεί να «μετασχηματίζεται εις
άγγελον φωτός» και «οι διάκονοι αυτού ως διάκονοι δικαιοσύνης»!…
Σήκωσε λοιπόν ο όσιος τα μάτια του με δυσκολία, και Τι βλέπει! Πλήθος δαιμόνων, που
εκείνος τους πέρασε για αγγέλους, με πρόσωπα αστραφτερά, κι ανάμεσα τους κάποιον
που έλαμπε περισσότερο από τους άλλους, εκπέμποντας φωτεινές ακτίνες.
– Ισαάκιε! πρόσταξαν οι δαίμονες. Να ο Χριστός! Πέσε να τον προσκύνησης!
Ανίκανος να διακρίνει τη δαιμονική πλεκτάνη ο μακάριος, ξέχασε να επικαλεσθεί τη
βοήθεια του Κυρίου ή να κάνη το σημείο του σταυρού, που κατατροπώνει τους
δαίμονες. Έπεσε λοιπόν ο δυστυχής και προσκύνησε το διάβολο σαν Χριστό!
Αυτοστιγμεί οι δαίμονες ξέσπασαν σε τρομακτικές νικητήριες ιαχές, κραυγάζοντας
θριαμβευτικά:
—Δικός μας είσαι, Ισαάκιε! Δικός μας!
Ύστερα άρπαξαν τον όσιο, τον έβαλαν να καθίσει χάμω και μαζεύτηκαν γύρω του.
Μεμιάς το κελί γέμισε ασφυκτικά με δαίμονες.
Τότε ο υποτιθέμενος Χριστός πρόσταξε:
— Πάρτε τα όργανα! Πιάστε τα τύμπανα! Παίξτε πανηγυρικά!
Και ο Ισαάκιος να μας χορέψει!
Εμφανίστηκαν αμέσως πολυάριθμοι δαίμονες με μουσικά όργανα και άρχισαν να
παίζουν μια μουσική εκκωφαντική και ανατριχιαστική, αληθινά δαιμονική. Την ίδια
στιγμή άλλοι δαίμονες σήκωσαν τον όσιο και τον ανάγκασαν να χορέψει μαζί τους στον
τρελό ρυθμό της μουσικής.
Ο χορός εκείνος κράτησε πολλές ώρες. Τόσες ώρες κράτησε και ο εμπαιγμός του οσίου
από τους δαίμονες. Αφού τον παίδεψαν έτσι βάναυσα, τον παράτησαν κάτω
μισοπεθαμένο κι εξαφανίστηκαν.
Είχε φτάσει ήδη το πρωί. Ο όσιος Αντώνιος ήρθε στο παραθυράκι του μικρού κελιού,
φέρνοντας όπως πάντα λίγο πρόσφορο και νερό.
—Ευλόγησον, πάτερ Ισαάκιε, είπε χαμηλόφωνα.
Δεν πήρε απάντηση.
– Πάτερ Ισαάκιε, ευλόγησον! είπε πάλι πιο δυνατά. Σιγή.
Ο όσιος Αντώνιος επανέλαβε δύο-τρεις φορές ακόμα το χαιρετισμό. Από το κελλάκι
όμως δεν ακουγόταν το παραμικρό. Νόμισε τότε ότι ο Ισαάκιος είχε παραδώσει το
πνεύμα του στον Κύριο.
Ειδοποίησε να έρθουν ο όσιος Θεοδόσιος και οι αδελφοί από το μοναστήρι.
Πράγματι, σε λίγο ήρθαν οι πατέρες, άνοιξαν την είσοδο της σπηλιάς και τράβηξαν τον
όσιο, νομίζοντας πως ήταν νεκρός. Όταν όμως τον έβγαλαν έξω διαπίστωσαν ότι ζούσε
ακόμη. Μόλις που ανέπνεε. Το σώμα του ήταν ξυλιασμένο, ανίκανο να κάνη την
παραμικρή κίνηση. Το στόμα μισάνοιχτο. Τα μάτια γουρλωμένα και το βλέμμα απλανές.
Σύντομα κατάλαβαν ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, να μιλήσει
ή να κατανοήσει οτιδήποτε.
Ο όσιος Αντώνιος δεν άργησε να καταλάβει πως ο έγκλειστος μοναχός είχε δεχτή
δαιμονική επίθεση. Από κείνη τη στιγμή τον πήρε στο μοναχικό του κελί και τον
υπηρετούσε με κόπο πολύ. Κι όταν αναγκάστηκε να φυγή από το Κίεβο, διωγμένος από
τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο, τη φροντίδα του δαιμονόπληκτου αδελφού ανέλαβαν ο άγιος
Θεοδόσιος και οι άλλοι πατέρες. Τον πήραν στη μονή των Σπηλαίων και μέρα-νύχτα
αγωνίζονταν να τον ανακουφίσουν και να τον συνεφέρουν.
Ο δυστυχής Ισαάκιος ήταν πράγματι σε κακό χάλι. Διαλυμένος ψυχικά και σωματικά,
κουφός και άλαλος, όχι μόνο να σηκωθεί δεν μπορούσε, αλλά ούτε να γυρίσει πάνω
στην κλίνη. Έμενε συνεχώς ξαπλωμένος και ακίνητος, ώσπου πλήγιασε και
σκουλήκιασε. Κι ας τον καθάριζε ακούραστα και με αγάπη κάθε μέρα ο ίδιος ο όσιος
Θεοδόσιος. Κι ας τον έπλεναν οι αδελφοί. Ούτε τροφή μπορούσε να πάρει. Με χίλιες
δυσκολίες κατόρθωναν να χώσουν από το μισάνοιχτο στόμα μέχρι το λαρύγγι του λίγη
υγρή τροφή, που την κατάπινε με πολύ κόπο.
Αυτή η κατάσταση κράτησε δυο χρόνια. Ο όσιος Θεοδόσιος προσευχόταν καθημερινά
από πάνω του και με δάκρυα παρακαλούσε τον πολυεύσπλαχνο Θεό να λυπηθεί το
δούλο Του και να τον λυτρώσει από την κυριαρχία των δαιμόνων. Ώσπου μια μέρα,
μπαίνοντας στον τρίτο χρόνο της ταλαιπωρίας του, ο Ισαάκιος μίλησε! Ζήτησε
ψιθυριστά να τον σηκώσουν και να τον στήσουν όρθιο.
Τον σήκωσαν.
Δεν μπόρεσε όμως να σταθεί.
Έπεσε κάτω και περπατούσε με τα τέσσερα, σαν μωρό παιδί.
Σιγά-σιγά έδειξε σημάδια βελτιώσεως. Στην εκκλησία όμως δεν πήγαινε. Τον οδήγησαν
αρκετές φορές με τη βία. Και με τον καιρό άρχισε να πηγαίνει μόνος του. Το ίδιο και
στην τράπεζα. Καθόταν ξέχωρα από τους αδελφούς και δεν επικοινωνούσε με κανένα.
Έβαζαν ψωμί μπροστά του, μα δεν το άγγιζε. Του το ‘βαζαν στα χέρια και τον
ανάγκαζαν να το φάει, πότε με παρακλήσεις πότε με επιτιμήσεις.
Κάποτε όμως ο όσιος Θεοδόσιος, θέλοντας να τον λυτρώσει από τη δαιμονική επήρεια,
είπε αυστηρά:
— Αφήστε το ψωμί μπροστά του, όχι στα χέρια! Να φάει μόνος του!
Για μια βδομάδα ο όσιος Ισαάκιος δεν έφαγε τίποτα. Κατόπιν όμως, βλέποντας τους
άλλους να τρώνε, έπιασε κι εκείνος το ψωμί και έφαγε. Αυτή ήταν η αρχή για την
οριστική απαλλαγή του από τα δαιμονικά δεσμά.
Μετά την κοίμηση του οσίου Θεοδοσίου, στην αρχή της ηγουμενίας του οσίου
Στεφάνου, ο μακάριος Ισαάκιος ξαναβρήκε εντελώς τον εαυτό του, απελευθερωμένος
πια από τις αλυσίδες του πονηρού.
Τότε, με την έγκριση του ηγουμένου Στεφάνου, ο όσιος ρίχτηκε πάλι σε σκληρή
άσκηση, όχι όμως τώρα στο σκοτεινό κελί, απομονωμένος και ανυπεράσπιστος, αλλά
μέσα στο μοναστήρι, περιφρουρημένος από την παρουσία και τη στήριξη του
ηγουμένου και των αδελφών.
Διδαγμένος τώρα από το πάθημα του, απευθυνόταν στον πονηρό και του έλεγε:
— Ω διάβολε, εσύ που με πλάνησες όταν ήμουν μόνος στο σπήλαιο! Από δω και πέρα
δεν θ’ αγωνιστώ πια μόνος και έγκλειστος. Θα σε πολεμήσω μέσα εδώ, στο μοναστήρι
μου και θα σε νικήσω με τη χάρη του Θεού και τις ευχές των αδελφών!
Φόρεσε, όπως όλοι, το τρίχινο ένδυμα και με ζήλο επιδόθηκε στα κοινοβιακά έργα.
Εργαζόταν υπάκουα κάτω από τις εντολές όλων των αδελφών διακονητών. Πρώτος
πήγαινε στο διακόνημα, πρώτος και στην εκκλησία. Όρθιος και αμετακίνητος στεκόταν
μέσα στο ναό μέχρι το τέλος των ακολουθιών. Φορούσε κάτι τρύπια παλιοπάπουτσα
χειμώνα-καλοκαίρι. Στις μεγάλες χειμωνιάτικες παγωνιές, τα μισόγυμνα πόδια του
ξύλιαζαν πάνω στις κρύες πέτρες του δαπέδου της εκκλησίας. Ο όσιος όμως, δεν έκανε
την παραμικρή κίνηση μέχρι την απόλυση.
Μετά την πρωινή ακολουθία πήγαινε στο μαγειρείο, άναβε τη φωτιά, έφερνε νερό κι
έκανε όλες τις αναγκαίες προετοιμασίες για το μαγείρεμα. Όταν έρχονταν οι μάγειροι,
τα εύρισκαν όλα έτοιμα.
Μια φορά ένας από τους μαγείρους, Ισαάκ στο όνομα, θέλησε να πειράξει το μακάριο
και του είπε:
— Πάτερ Ισαάκιε! Να, εκεί στο δέντρο κάθισε ένας κόρακας. Πήγαινε, πιάσ’ τον και φέρ’
τον εδώ!
Εκείνος έβαλε βαθιά μετάνοια, βγήκε έξω, σκαρφάλωσε στο δέντρο κι έπιασε τον
κόρακα χωρίς δυσκολία. Το πουλί, κατά παραχώρηση Θεού, δεν τρόμαξε ούτε
προσπάθησε να πετάξει. Άφησε τον όσιο να το πιάσει στ’ ασκητικά χέρια του και να το
φέρει στο μαγειρείο.
Έμειναν σαν αποσβολωμένοι οι μάγειροι σαν είδαν τ’ αποτελέσματα της απλότητας και
της υπακοής του αγίου. Ενημέρωσαν τον ηγούμενο και τους αδελφούς, που από τότε
άρχισαν να τον τιμούν σαν χαρισματούχο.
Ο θείος Ισαάκιος όμως, για ν’ αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων και μια δεύτερη πτώση
σε δαιμονική παγίδα, άρχισε να παριστάνει το σάλο. Έλεγε λόγια παράξενα, έκανε
τρέλες και προξενούσε ζημιές άλλοτε στους αδελφούς και άλλοτε στους περαστικούς
κοσμικούς, με αποτέλεσμα να δέχεται ονειδισμούς, πειράγματα και ραπίσματα.
Καταφύγιό του ήταν το σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, άδειο τώρα μετά την κοίμησή του.
Εκεί προσευχόταν νύχτα και μέρα γυμνός, υπομένοντας τη βασανιστική παγωνιά.
Μια νύχτα ο μακάριος άναψε την παλιά, τρύπια ξυλόσομπα του σπηλαίου. Αυτή όμως
κάποια στιγμή φούντωσε κι άρχισε να βγάζει μεγάλες φλόγες από τις ρωγμές. Τότε ο
όσιος, μην έχοντας άλλο μέσο για να καταστείλει τη φωτιά, άνοιξε το καπάκι της
σόμπας και πάτησε μέσα, πάνω στ’ αναμμένα ξύλα, με τα γυμνά του πόδια. Στεκόταν
εκεί αρκετή ώρα, μέχρι που η φωτιά έσβησε. Ωστόσο εκείνος δεν είχε υποστεί το
παραμικρό έγκαυμα.
Πολλά παρόμοια θαυμάσια επετέλεσε ο όσιος, που μετά τον εμπαιγμό του από τους
δαίμονες, είχε γίνει με τη χάρη του Θεού χλευαστής τους.
Πολλές φορές εμφανίστηκαν οι δαίμονες και προσπάθησαν να τον τρομάξουν,
φωνάζοντας:
– Είσαι δικός μας, Ισαάκιε! Είσαι δικός μας, γιατί προσκύνησες τον άρχοντα μας!
Εκείνος όμως τους απαντούσε θαρρετά:
—Ο άρχοντας σας είναι ο Βεελζεβούλ, που δεν έχει δύναμη περισσότερη από μια μύγα.
Γι` αυτό και δεν τον φοβάμαι, όπως δεν φοβάμαι κι εσάς τα μυγάκια, τους δούλους
του. Με απατήσατε μια φορά, γιατί δεν γνώριζα τις πονηριές και τις πλεκτάνες σας.
Τώρα όμως, με τη δύναμη του Κυρίου μου Ιησού Χριστού και με τις ευχές των οσίων
πατέρων μου Αντωνίου και Θεοδοσίου, δεν θα με νικήσετε πια. Θα νικηθείτε και θα
σκορπίσετε σαν μύγες!
Και λέγοντας αυτά ο όσιος σχημάτιζε το σημείο του σταυρού πάνω στο σώμα του κι
έδιωχνε τους δαίμονες, που έφευγαν ουρλιάζοντας σαν πληγωμένα σκυλιά. Όμως δεν
το έβαζαν κάτω. Ξανάρχονταν αργότερα με την ίδια κακία και περισσότερη αγριότητα.
Τις νύχτες μαζεύονταν έξω από το κελί του οσίου και δημιουργούσαν τρομακτικούς
θορύβους. Τσίριζαν, κραύγαζαν, χτυπούσαν σιδερικά, απειλούσαν…
— Ισαάκιεεεε! φώναζαν. Θα κατασκάψουμε το σπήλαιο και θα σε θάψουμε ζωντανό!
— Φύγε από δω, καταραμένε!, έλεγαν άλλοι. Θα σε παραχώσουμε μέσα στη γη!
Ο όσιος όμως με ηρεμία και παρρησία τους απαντούσε:
—Αν ήσασταν άνθρωποι του Θεού θα περπατούσατε στο φως της ημέρας, «ότι ο Θεός
φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ εστίν ουδεμία». Επειδή όμως υπηρετείτε το σκοτεινό
διάβολο, γι’ αυτό περπατάτε στο σκοτάδι της νύχτας, όπως ο αρχηγός σας, ο
κοσμοκράτορας του σκότους, που «εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί και ουκ
οίδε που υπάγει, ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού».
Τέτοια και άλλα παρόμοια έλεγε ο μακάριος Ισαάκιος στους δαίμονες, κάνοντας πάντοτε
το σημείο του τιμίου σταυρού. Αμέσως οι δαίμονες εξαφανίζονταν σαν καπνός.
Άλλοτε έπαιρναν τη μορφή αγρίων ζώων. Μετασχηματίζονταν σε αρκούδες, λύκους,
λιοντάρια ή άλλα αρπακτικά θηρία και ορμούσαν με μουγκρητά και ουρλιαχτά εναντίον
του, τάχα για να τον κατασπαράξουν. Άλλοτε πάλι έρχονταν κατά εκατοντάδες σαν
φίδια, βατράχια, ποντίκια και άλλα ερπετά ή τρωκτικά, σφυρίζοντας απαίσια.
Σ’ όλες τις περιπτώσεις όμως οι δαιμονικές φαντασίες διαλύονταν με την επίκληση του
ονόματος του Χριστού και με το σημείο του σταυρού. Και τα πονηρά πνεύματα έφευγαν
έντρομα, ξεφωνίζοντας:
– Αχ, Ισαάκιε, μας νίκησες! Μας νίκησες!
– Δεν σας νίκησα εγώ, αλλά ο παντοδύναμος Κύριός μου! απαντούσε ο όσιος. Εμένα με
νικήσατε, τότε που μου φανερωθήκατε με τη μορφή των αγγέλων και του Κυρίου. Αλλά
να! Τώρα εμφανίζεστε έτσι που σας ταιριάζει, με τη μορφή ακάθαρτων ζώων, αφού κι
εσείς είστε ακάθαρτοι!
Τρία χρόνια πολέμησε έτσι σκληρά με τους δαίμονες ο θειότατος Ισαάκιος. Μετά δεν
τόλμησαν να τον ξαναπειράξουν, ηττημένοι πια από τη χάρη του Θεού, που
αναπαυόταν στο βιαστή και πνευματέμφορο δούλο Του.
Από τότε εγκαταστάθηκε πάλι στο μοναχικό του σπήλαιο, περιμένοντας το τέλος του με
μεγαλύτερη ακόμη άσκηση — νηστεία, αγρυπνία και προσευχή.
Σε λίγο καιρό όμως ασθένησε. Είχε έρθει η ώρα της κλήσεώς του από τον Κύριο, στις
αιώνιες μονές του Πατρός.
Οι αδελφοί τον μετέφεραν στο μοναστήρι.
Σε οκτώ μέρες αναχώρησε ειρηνικά για τη χώρα των ζώντων.
Ό ηγούμενος Ιωάννης και οι αδελφοί, κήδεψαν με μεγάλη τιμή το σώμα του στον
υπόγειο τόπο όπου αναπαύονται τα σεπτά λείψανα και των άλλων αγίων ασκητών της
Λαύρας.
Έτσι ο καλός στρατιώτης του Χριστού, αν και νικήθηκε αρχικά από τον πανούργο εχθρό
της σωτηρίας μας, μετά αναδείχθηκε νικητής και κληρονόμος της βασιλείας των
ουρανών.
Όσιος ΗΣΑΪΑΣ ο θαυματουργός, επίσκοπος Ροστώφ
Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ησαΐας, γεννήθηκε στη
γη του Κιέβου από ευγενείς και
φιλόχριστους γονείς, που του έδωσαν
χριστιανική αγωγή.
Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε το
Χριστό, περιφρόνησε όλες τις κοσμικές
απολαύσεις και ήρθε στη μονή των
Σπηλαίων για να γίνει μοναχός.
Ηγούμενος ήταν τότε ο όσιος
Θεοδόσιος, που διείδε με τη χαρισματική
του διάνοια τη μελλοντική εξέλιξη του
νέου και τον έντυσε με το μοναχικό
ένδυμα.
Από τότε ο Ησαΐας δόθηκε «ψυχή τε και
σώματι» στο Νυμφίο Χριστό και άρχισε
μιαν αυστηρή ασκητική ζωή.
Ήταν απλός, ταπεινός, υπάκουος,
αφιλάργυρος, Φιλάδελφος, γνήσιος
ενσαρκωτής της αγγελικής ζωής. Με την
εγκράτεια και την υπομονή του νέκρωσε
σύντομα τα πάθη και τις επιθυμίες της
σάρκας. Στολισμένος έτσι με σοφία,
διάκριση, ανδρεία και σωφροσύνη, έγινε από τη ζωή αυτή ένας ουρανοπολίτης, που
βάδιζε γοργά για την άνω Ιερουσαλήμ. Και επειδή «ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω
όρους κειμένη», η φήμη των αρετών και της αγιότητάς του διαδόθηκε σ` όλη την
κιεβική χώρα κι έφτασε μέχρι τα` αυτιά του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου Παροσλάβιτς.
Άρχισε τότε εκείνος να παρακαλεί επίμονα τον όσιο Θεοδόσιο να δώσει την ευλογία του
για να τοποθετηθεί ο Ησαΐας, ηγούμενος στο μοναστήρι του αγίου Δημητρίου, μια και ο
μακάριος Βαρλαάμ είχε κοιμηθεί εν Κυρίω.
Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε εσωτερικά από το Πανάγιο Πνεύμα ότι ήταν
θέλημα Θεού ν’ αναλάβει ο υποτακτικός του τη διακονία του ηγουμένου. Έτσι έδωσε τη
συγκατάθεση και την ευλογία να γίνει ο Ησαΐας ηγούμενος. Κι εκείνος, μη θέλοντας να
παρακούσει, σήκωσε με πόνο το βαρύ φορτίο κι έγινε «ο ποιμήν ο καλός» των μοναχών
της νέας μονής του.
Ούτε ο τρόπος της ζωής του άλλαξε, ούτε το ταπεινό φρόνημά του αλλοιώθηκε από το
αξίωμα που ανέλαβε. Ο νους του ήταν πάντοτε προσκολλημένος στη μνήμη του Θεού
και του θανάτου, της κρίσεως και της βασιλείας των ουρανών. Γι’ αυτό συνέχιζε, με
περισσότερο τώρα ζήλο, τις ασκήσεις και τους αγώνες του και γινόταν ζωντανό
παράδειγμα αγγελικής βιοτής για τους υποτακτικούς του, καλώντας τους στις κορυφές
των αρετών και εκπληρώνοντας πάντοτε πρώτος εκείνο που ζητούσε από τους άλλους.
Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος χαιρόταν κι ευγνωμονούσε το Θεό και τον όσιο Του Θεοδόσιο,
που έστειλαν στη μονή του αγίου Δημητρίου ένα τέτοιον «έμψυχο αδάμαντα». Αλλά
περισσότερο ο Κύριος δόξασε τον πιστό δούλο Του, τιμώντας τον με το υψηλό και θείο
αρχιερατικό αξίωμα. Μετά τη μακάρια κοίμηση του θεοφιλούς Λεοντίου, επισκόπου του
Ροστώφ, ο όσιος Ησαΐας, με κοινή βουλή Θεού και ανθρώπων, αναδείχθηκε επίσκοπος
σ’ εκείνη την επαρχία.
Όταν ήρθε στη θεόσωστη γη του Ροστώφ, ο όσιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς
χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει
πολλές παλιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν από άγνοια σοβαρά
αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο όσιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη
διαφώτιση και τη στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και τη διδασκαλία του Χριστού.
«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», φώναζε στα κηρύγματά του
προς το λαό. Γι` αυτό μόνο στο Χριστό να πιστεύετε. Μόνο το Χριστό ν` ακολουθείτε.
Μόνο τη διδασκαλία Εκείνου και τις διδαχές των ποιμένων Του να εφαρμόζετε στη ζωή
σας. Ν’ απαλλαγείτε από τις πλάνες των ειδώλων και τις απάτες των δαιμόνων για να μη
βλασφημείται, αλλά να δοξάζεται με τη ζωή και τα έργα σας το όνομα του Θεού!
Περιόδευε ακατάπαυστα ο όσιος στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής Ροστώφ και
Σουζντάλ και κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα
προπύργια του νοητού εχθρού.
Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να
κατεδαφιστούν ή να παραδοθούν στη φωτιά, κι έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την
ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους
πίστευαν, βαπτίζονταν από τον όσιο Ιεράρχη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και
του Αγίου Πνεύματος. Κι όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν
με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο όσιος με τη δύναμη του
παντοδύναμου Θεού.
Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η
μακροθυμία του μακαρίου Ησαΐα.
Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χηρών
και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικούμενων. «Οφθαλμός ην
τυφλών, πους δε χωλών», όπως ο δίκαιος Ιώβ, έτσι που όλοι χαίρονταν και δόξαζαν
τον Κύριο, γιατί τους χάρισε ένα τέτοιο πατέρα και διδάσκαλο.
Ο όσιος Ιεράρχης Ησαΐας, αξιώθηκε να παρευρεθεί και στα εγκαίνια του πάνσεπτου
ναού της Λαύρας, καλεσμένος από άγγελο Κυρίου, όπως είδαμε στη σχετική διήγηση.
Μετά τα εγκαίνια, έζησε εννέα μήνες ακόμη.
Στις 15 Μαΐου του 1090, αφού μετέστρεψε στην αληθινή πίστη πολλές ψυχές που
ζούσαν «εν σκότει και σκιά θανάτου» και αφού ευαρέστησε τον Κύριο με την ενάρετη
ζωή του, εκοιμήθη ειρηνικά και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια των αγγέλων,
που τη μετέφεραν στον ουρανό.
Όσιος ΗΣΑΪΑΣ ο θαυματουργός, επίσκοπος Ροστώφ
Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ησαΐας, γεννήθηκε στη
γη του Κιέβου από ευγενείς και
φιλόχριστους γονείς, που του έδωσαν
χριστιανική αγωγή.
Από τα νεανικά του χρόνια αγάπησε το
Χριστό, περιφρόνησε όλες τις κοσμικές
απολαύσεις και ήρθε στη μονή των
Σπηλαίων για να γίνει μοναχός.
Ηγούμενος ήταν τότε ο όσιος
Θεοδόσιος, που διείδε με τη χαρισματική
του διάνοια τη μελλοντική εξέλιξη του
νέου και τον έντυσε με το μοναχικό
ένδυμα.
Από τότε ο Ησαΐας δόθηκε «ψυχή τε και
σώματι» στο Νυμφίο Χριστό και άρχισε
μιαν αυστηρή ασκητική ζωή.
Ήταν απλός, ταπεινός, υπάκουος,
αφιλάργυρος, Φιλάδελφος, γνήσιος
ενσαρκωτής της αγγελικής ζωής. Με την
εγκράτεια και την υπομονή του νέκρωσε
σύντομα τα πάθη και τις επιθυμίες της
σάρκας. Στολισμένος έτσι με σοφία,
διάκριση, ανδρεία και σωφροσύνη, έγινε από τη ζωή αυτή ένας ουρανοπολίτης, που
βάδιζε γοργά για την άνω Ιερουσαλήμ. Και επειδή «ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω
όρους κειμένη», η φήμη των αρετών και της αγιότητάς του διαδόθηκε σ` όλη την
κιεβική χώρα κι έφτασε μέχρι τα` αυτιά του μεγάλου ηγεμόνα Ιζιασλάβου Παροσλάβιτς.
Άρχισε τότε εκείνος να παρακαλεί επίμονα τον όσιο Θεοδόσιο να δώσει την ευλογία του
για να τοποθετηθεί ο Ησαΐας, ηγούμενος στο μοναστήρι του αγίου Δημητρίου, μια και ο
μακάριος Βαρλαάμ είχε κοιμηθεί εν Κυρίω.
Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος πληροφορήθηκε εσωτερικά από το Πανάγιο Πνεύμα ότι ήταν
θέλημα Θεού ν’ αναλάβει ο υποτακτικός του τη διακονία του ηγουμένου. Έτσι έδωσε τη
συγκατάθεση και την ευλογία να γίνει ο Ησαΐας ηγούμενος. Κι εκείνος, μη θέλοντας να
παρακούσει, σήκωσε με πόνο το βαρύ φορτίο κι έγινε «ο ποιμήν ο καλός» των μοναχών
της νέας μονής του.
Ούτε ο τρόπος της ζωής του άλλαξε, ούτε το ταπεινό φρόνημά του αλλοιώθηκε από το
αξίωμα που ανέλαβε. Ο νους του ήταν πάντοτε προσκολλημένος στη μνήμη του Θεού
και του θανάτου, της κρίσεως και της βασιλείας των ουρανών. Γι’ αυτό συνέχιζε, με
περισσότερο τώρα ζήλο, τις ασκήσεις και τους αγώνες του και γινόταν ζωντανό
παράδειγμα αγγελικής βιοτής για τους υποτακτικούς του, καλώντας τους στις κορυφές
των αρετών και εκπληρώνοντας πάντοτε πρώτος εκείνο που ζητούσε από τους άλλους.
Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος χαιρόταν κι ευγνωμονούσε το Θεό και τον όσιο Του Θεοδόσιο,
που έστειλαν στη μονή του αγίου Δημητρίου ένα τέτοιον «έμψυχο αδάμαντα». Αλλά
περισσότερο ο Κύριος δόξασε τον πιστό δούλο Του, τιμώντας τον με το υψηλό και θείο
αρχιερατικό αξίωμα. Μετά τη μακάρια κοίμηση του θεοφιλούς Λεοντίου, επισκόπου του
Ροστώφ, ο όσιος Ησαΐας, με κοινή βουλή Θεού και ανθρώπων, αναδείχθηκε επίσκοπος
σ’ εκείνη την επαρχία.
Όταν ήρθε στη θεόσωστη γη του Ροστώφ, ο όσιος ποιμενάρχης βρήκε πολλούς
χριστιανούς, πρόσφατα βαπτισμένους αλλά αστερέωτους στην πίστη. Είχαν κρατήσει
πολλές παλιές ειδωλολατρικές συνήθειες και διέπρατταν από άγνοια σοβαρά
αμαρτήματα. Άρχισε τότε ο όσιος ένα δύσκολο και κοπιαστικό ποιμαντικό αγώνα, για τη
διαφώτιση και τη στήριξη του ποιμνίου του στην πίστη και τη διδασκαλία του Χριστού.
«Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», φώναζε στα κηρύγματά του
προς το λαό. Γι` αυτό μόνο στο Χριστό να πιστεύετε. Μόνο το Χριστό ν` ακολουθείτε.
Μόνο τη διδασκαλία Εκείνου και τις διδαχές των ποιμένων Του να εφαρμόζετε στη ζωή
σας. Ν’ απαλλαγείτε από τις πλάνες των ειδώλων και τις απάτες των δαιμόνων για να μη
βλασφημείται, αλλά να δοξάζεται με τη ζωή και τα έργα σας το όνομα του Θεού!
Περιόδευε ακατάπαυστα ο όσιος στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής Ροστώφ και
Σουζντάλ και κατηχούσε, κήρυττε, νουθετούσε, δίδασκε, διέλυε τις πλάνες, κατέλυε τα
προπύργια του νοητού εχθρού.
Όπου έβλεπε να υπάρχουν ακόμα είδωλα ή ειδωλολατρικοί ναοί, έδινε εντολή να
κατεδαφιστούν ή να παραδοθούν στη φωτιά, κι έπειτα δίδασκε στους κατοίκους την
ορθόδοξη πίστη στην Αγία και Ομοούσιο Τριάδα. Όσοι από τους αβάπτιστους Ρώσους
πίστευαν, βαπτίζονταν από τον όσιο Ιεράρχη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και
του Αγίου Πνεύματος. Κι όσοι δεν πίστευαν με την κατήχηση και το κήρυγμα, πείθονταν
με τα υπερφυσικά θαύματα και σημεία που επιτελούσε ο όσιος με τη δύναμη του
παντοδύναμου Θεού.
Αλλά και τις πιο σκληρές καρδιές τις λύγιζε η αγάπη, η ευσπλαχνία, η ακακία και η
μακροθυμία του μακαρίου Ησαΐα.
Ήταν παρηγορητής των θλιβομένων, τροφός των πεινασμένων, προστάτης των χηρών
και ορφανών, βοηθός των φτωχών, υπερασπιστής των αδικούμενων. «Οφθαλμός ην
τυφλών, πους δε χωλών», όπως ο δίκαιος Ιώβ, έτσι που όλοι χαίρονταν και δόξαζαν
τον Κύριο, γιατί τους χάρισε ένα τέτοιο πατέρα και διδάσκαλο.
Ο όσιος Ιεράρχης Ησαΐας, αξιώθηκε να παρευρεθεί και στα εγκαίνια του πάνσεπτου
ναού της Λαύρας, καλεσμένος από άγγελο Κυρίου, όπως είδαμε στη σχετική διήγηση.
Μετά τα εγκαίνια, έζησε εννέα μήνες ακόμη.
Στις 15 Μαΐου του 1090, αφού μετέστρεψε στην αληθινή πίστη πολλές ψυχές που
ζούσαν «εν σκότει και σκιά θανάτου» και αφού ευαρέστησε τον Κύριο με την ενάρετη
ζωή του, εκοιμήθη ειρηνικά και παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια των αγγέλων,
που τη μετέφεραν στον ουρανό.
Όσιοι ΚΟΥΚΣΑ ο ιερομάρτυς και ΠΟΙΜΗΝ ο νηστευτής
ΓΙΑ ΤΟΥΣ οσίους πατέρες μας Κούκσα και Ποιμένα δεν γνωρίζουμε πολλά. Αλλά και
δεν χρειάζονται πολλά, μια και τα λίγα που ξέρουμε μαρτυρούν ολοφάνερα για την
αγιότητα τους.
Ο ιερομάρτυς Κούκσα ήταν ένας από τους πατέρες της μονής των Σπηλαίων και ο Θεός
τον είχε τιμήσει με το χάρισμα της ιεροσύνης. Έγινε ξακουστός κηρύττοντας την αγία
πίστη του Χριστού στους άπιστους Βιάτιτσους, που κατοικούσαν στην περιοχή του
ποταμού Οκά, στη ΒΑ. Ρωσία.
Το φλογερό του κήρυγμα, βγαλμένο από τα βάθη της πιστής και αφοσιωμένης στον
Κύριο καρδιάς του, μετέστρεψε από το σκοτάδι της αγνωσίας στο φως της θείας
γνώσεως πλήθη ειδωλολατρών, που βαπτίζονταν και γίνονταν μέλη της αγίας
Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Μαζί με το θεόπνευστο κήρυγμα, ευεργέτησε πολλές φορές το νεόφυτο ποίμνιο του με
εξαίσια θαύματα και σημεία.
Με την προσευχή του και τη δύναμη του Θεού, φυγάδευε τα πονηρά πνεύματα από
τους δαιμονισμένους.
Κάποτε προκάλεσε την πτώση ευεργετικής βροχής σε περίοδο καταστρεπτικής
ανομβρίας, ενώ άλλοτε αποξήρανε μια λίμνη, μετατρέποντας την σε ωφέλιμη
καλλιεργήσιμη έκταση.
Σαν επιβράβευση των αγώνων και των θεοφιλών κόπων του, ο μακάριος Κούκσα
αξιώθηκε να λάβει και το στεφάνι του μαρτυρίου: Μερικοί φανατικοί ειδωλολάτρες
Βιάτιτσοι τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν μαζί μ’ ένα μαθητή του, αφού πρώτα
υπέβαλαν και τους δυο σε φρικτά βασανιστήρια.
Την ίδια εποχή ασκήτευε στη Λαύρα των Σπηλαίων ο θαυμάσιος Ποιμήν ο νηστευτής.
Για τη μεγάλη του εγκράτεια, την ασκητική βία και τα υπερφυή κατορθώματα,
βραβεύτηκε από το Θεό με τα μεγάλα χαρίσματα της ιάσεως των ασθενών, της
διοράσεως και προοράσεως.
Πολλούς αρρώστους, ακόμη κι ετοιμοθάνατους, θεράπευσε, καθώς μαρτυρούν οι
παλαιοί πατέρες και πολλές προρρήσεις έκανε, προλέγοντας ανάμεσα στ’ άλλα και για
τα δικά του τέλη, δυο χρόνια νωρίτερα.
Ο θεσπέσιος Ποιμήν βρισκόταν στην εκκλησία, μαζί με τους άλλους πατέρες, την ώρα
του μαρτυρικού θανάτου του οσιομάρτυρος Κούκσα. Τη στιγμή που ο γενναίος Κούκσα
και ο μαθητής του, σε τεράστια απόσταση από τη μονή, παρέδιδαν τις ψυχές τους στα
χέρια του Θεού, ο διορατικός όσιος Ποιμήν στάθηκε στο κέντρο του ναού και φώναξε
δυνατά:
— Ο αδελφός μας Κούκσα και ο μαθητής του τελειώθηκαν μαρτυρικά αυτή την ώρα!
Αυτό είπε μόνο και αμέσως έκλεισε κι ο ίδιος τα μάτια του για πάντα.
Εκοιμήθη ειρηνικά την ίδια μέρα, 27 Αυγούστου, εκεί, μέσα στην εκκλησία.
Έτσι και οι τρεις αδελφοί μπήκαν μαζί στη χαρά του Κυρίου τους, όπου τώρα
απολαμβάνουν «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου
ουκ ανέθη, α ητοίμασεν ο θεός τοις αγαπώσιν αυτόν».
Όσιος ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ο έγκλειστος
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ εκείνα, μετά τα δυσάρεστα
γεγονότα των οσίων εγκλείστων
σπηλαιωτών Ισαακίου και Νικήτα, ήρθε στο
μοναστήρι ένας νέος ασκητής, ο μακάριος
Λαυρέντιος. Είχε κι αυτός τον πόθο, σαν
γενναίος στρατιώτης του Χριστού, ν’
ασκηθεί και να πολεμήσει τον
ανθρωποκτόνο εχθρό σαν έγκλειστος,
εφαρμόζοντας πιστά σ’ όλη του τη ζωή την
παραγγελία του Κυρίου: «συ δε όταν
προσευχή, είσελθε εις το ταμείον σου, και
κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί
σου τω εν τω κρύπτω, και ο πατήρ σου ο
βλέπων εν τω κρύπτω αποδώσει σοι εν τω
φανερώ».
Οι πατέρες όμως, έχοντας πρόσφατη την
ανάμνηση των παθημάτων των μακαρίων
Ισαακίου και Νικήτα, του είπαν
τρομαγμένοι:
– Αδελφέ, αν θέλεις ν’ ασκηθείς έγκλειστος,
μην το κάνης εδώ στη μονή μας, που περισσότερο απ’ όλες πολεμείται από το δαίμονα
της πλάνης. Ήδη πλανήθηκαν δυο αδελφοί μας, που τόλμησαν ν’ ανοίξουν προσωπικό
πόλεμο μαζί του. Και παρά λίγο θα χάνονταν για πάντα, αλλά η φιλανθρωπία του Θεού
και οι προσευχές των αγίων τους γλίτωσαν. Γι’ αυτό, αν επιμένεις σ’ αυτό τον τρόπο της
ασκήσεως, πήγαινε κάπου άλλου. Εδώ κινδυνεύεις.
Τότε ο θεομακάριστος Λαυρέντιος έβαλε μετάνοια στους πατέρες, πήρε την ευχή τους
και πήγε στη μονή του αγίου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου.
Εκεί άρχισε μιαν αυστηρή έγκλειστη ζωή. Με μοναδική φροντίδα τη σωτηρία της ψυχής
του, ο ιερός Λαυρέντιος επέβαλλε κάθε μέρα στον εαυτό του περισσότερους και
σκληρότερους κόπους.
Νέκρωνε τα σαρκικά πάθη με την άσκηση της πείνας.
Έσφαζε τους εμπαθείς λογισμούς με το πνευματικό ξίφος της προσευχής.
Έσβηνε τα πυρωμένα βέλη του πονηρού με ποταμούς δακρύων.
Και με τη χάρη του Θεού όχι μόνο απελευθερώθηκε από τους δαίμονες,
αλλά και έλαβε την εξουσία να θεραπεύει θαυματουργικά τους αρρώστους
και να εκδιώκει τα πονηρά πνεύματα.
Κάποτε έφεραν στον όσιο έναν άνθρωπο από το Κίεβο, που βασανιζόταν από φοβερό
και ακατάβλητο δαιμόνιο. Ήταν τόσο ισχυρό, ώστε ο δαιμονισμένος μπορούσε σε
στιγμές κρίσεως να ξεριζώσει και να πετάξει μακριά ένα μεγάλο δέντρο, πράγμα
ακατόρθωτο για δέκα ρωμαλέους άντρες.
Ο μακάριος Λαυρέντιος από ταπείνωση προφασίστηκε ότι δεν μπορούσε να βγάλει ένα
τόσο ισχυρό δαιμόνιο. Για ν’ αποκαλυφθεί σε όλους η δύναμη και η χάρη του Θεού, που
αναπαυόταν στην αγία μονή των Σπηλαίων, είπε να οδηγήσουν εκεί το δαιμονισμένο.
Εκείνος όμως, μόλις το άκουσε, άρχισε να φωνάζει έντρομος:
— Που με στέλνεις; Εγώ δεν τολμώ ούτε να πλησιάσω σ’ αυτό το μοναστήρι!
Βρίσκονται εκεί τριάντα άγιοι, που μ’ έχουν κατεξευτελίσει! Με τους άλλους κάνω
πόλεμο, μ’ αυτούς όχι! Μ’ έχουν κάψει! Τους φοβάμαι! Μη!… Όχι!… Μη με στέλνεις
εκεί!
Πληροφορημένος όμως τώρα ο όσιος και από τον ίδιο το δαίμονα για την αρετή και την
πνευματική δύναμη των αδελφών των Σπηλαίων, έδωσε πιο επίμονα και πιο
αποφασιστικά την εντολή να τον οδηγήσουν εκεί.
Οι οικείοι του δαιμονισμένου, ήξεραν ότι ποτέ δεν είχε πάει στα Σπήλαια και ότι όλοι οι
μοναχοί του ήταν άγνωστοι. Καθώς πήγαιναν λοιπόν προς τη μονή τον ρωτούσαν:
– Ποιους μοναχούς φοβάσαι; Καθώς γνωρίζουμε, σήμερα στο μοναστήρι ζουν εκατόν
ογδόντα καλόγεροι. Ποιοι είν’ αυτοί οι τριάντα που σ’ έχουν «κάψει»;
Ο δαιμονισμένος τότε ανέφερε ένα-ένα τα ονόματα τριάντα αδελφών και πρόσθεσε:
—Αυτοί οι τριάντα μπορούν να με διώξουν σαν σκόνη, ακόμη και μ’ ένα τους λόγο.
—Τότε να σε κλείσουμε στο σπήλαιο με τα λείψανα των πεθαμένων μοναχών, είπαν οι
άλλοι.
Και ο δαιμονισμένος, κατά παραχώρηση Θεού, αποκρίθηκε τούτα τα θαυμαστά:
—Και νομίζετε ότι μπορώ να κάνω πόλεμο με τους νεκρούς;
Είναι κι αυτοί απολέμητοι. Και έχουν μεγάλη παρρησία στο Θεό. Αδιάκοπα προσεύχονται
για τους μοναχούς των Σπηλαίων και για τους ανθρώπους που προστρέχουν σ’ αυτούς.
Αλλ’ αν θέλετε να δείτε τη δύναμή μου, φέρτε με στο μοναστήρι. Γιατί εκτός από τους
τριάντα που σας κατονόμασα, με όλους τους άλλους μπορώ να παλέψω!
Καθώς όμως πλησίαζαν στη μονή, ο δαιμονισμένος έπεσε σε κρίση. Έμεινε για λίγη ώρα
σαν εκστατικός και κεραυνοχτυπημένος, χωρίς επικοινωνία με το περιβάλλον. Από το
στόμα του έβγαιναν παράξενες και ακατανόητες φράσεις, ένα συνονθύλευμα από
εβραϊκές, λατινικές και ελληνικές λέξεις. Και μετά – ω του θαύματος! – ακριβώς μπροστά
στην πύλη του μοναστηρίου, το ακάθαρτο πνεύμα τον άφησε κι έγινε καπνός. Ο
ταλαιπωρημένος άνθρωπος συνήλθε, κι έδειξε να έχει απαλλαγή οριστικά από τη
δαιμονική τυραννία.
Δοξάζοντας το Θεό εκείνος και οι συνοδοί του, μπήκαν στη μονή και πήγαν στη μεγάλη
εκκλησία της για να Τον ευχαριστήσουν.
Ο ηγούμενος πληροφορήθηκε το γεγονός και ήρθε στο ναό με μερικούς αδελφούς.
Ωστόσο ο θεραπευμένος άνθρωπος δεν γνώριζε ούτε τον ηγούμενο, ούτε κάποιον
άλλον από τους τριάντα μοναχούς, που τα ονόματά τους είχε αναφέρει στη διάρκεια της
δαιμονοπληξίας του.
— Ποιος σ’ έκανε καλά; Και πως; τον ρώτησαν μ’ ενδιαφέρον.
Κι εκείνος, δείχνοντας τη θαυματουργή εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, είπε:
– Στην είσοδο της μονής, μας προϋπάντησαν οι τριάντα άγιοι πατέρες μ’ αυτή την
εικόνα. Μόλις την αντίκρισα θεραπεύτηκα.
Τα ονόματα των τριάντα εκείνων πατέρων τα θυμόταν όλα. Κανέναν όμως δεν
μπορούσε ν’ αναγνωρίσει, γιατί δεν τους είχε δει ποτέ.
Όλοι τότε, μοναχοί και λαϊκοί, ύμνησαν τον Κύριο και την πανάχραντη Μητέρα Του,
που με την αγία βούλησή Τους, είχαν ευλογήσει τη μονή των Σπηλαίων- και χαριτώσει
τους μοναχούς της, επειδή πρόσφεραν ολόκληρο τον εαυτό τους «θυσίαν δεκτήν,
ευάρεστον τω Θεώ».
Ο όσιος Λαυρέντιος, αφού «εποίησε καρπόν πολύν» στη μονή του αγίου Δημητρίου και
άφησε πολλούς μιμητές της ισάγγελης πολιτείας του, ήρθε στην Πετσέρσκαγια.
Εδώ συνέχισε τη θεοφιλή πολιτεία του για αρκετά χρόνια και αναδείχθηκε ισάξιος των
προηγουμένων αγίων ασκητών.
Κατόπιν παρέδωσε τη μακάρια ψυχή του στον Κύριο και εισήλθε «δια της στενής
πύλης» στην αιώνια ζωή.
Το τίμιο σώμα του, τοποθετήθηκε από τους πατέρες στο σπήλαιο των κεκοιμημένων
αδελφών, όπου μέχρι σήμερα αναπαύεται άφθορο και δοξασμένο από το μισθαποδότη
Θεό.
Όσιοι ΜΑΡΚΟΣ ο σπηλαιώτης και ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Μάρκος, ασκήτεψε στη
μονή των Σπηλαίων στα χρόνια του
ηγουμένου Ιωάννου, τότε που έγινε η
ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του
οσίου Θεοδοσίου από το σπήλαιο στη
μεγάλη εκκλησία. Από τότε που έλαβε
το άγιο αγγελικό σχήμα, δεν έδωσε
«ύπνων τοις οφθαλμοίς και τοις
βλεφάροις νυσταγμόν και ανάπαυσιν
τοις κροτάφοις» του, αλλά τις
περισσότερες ώρες της νύχτας
αγρυπνούσε προσευχόμενος. Ελάχιστο
χρόνο διέθετε νια σωματική ανάπαυση.
Την ημέρα, όταν δεν συνέχιζε την
προσευχή χωμένος βαθιά στο σκοτεινό
του σπήλαιο, έσκαβε λάκκους για την
ταφή των κεκοιμημένων αδελφών.
Ό όσιος Μάρκος ήταν ολιγαρκής και
λιτοδίαιτος. Οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια
του, φρόντιζε να το δώσει αμέσως σε
κάποιο φτωχό. Όχι μόνο τροφή, αλλά
και νερό γευόταν με μεγάλη εγκράτεια,
πίνοντας πάντοτε λιγότερο απ’ όσο
χρειαζόταν για να ξεδιψάσει. Και για
μεγαλύτερη ακόμη άσκηση, τύλιξε το σώμα του, μέσα από το τριμμένο μοναχικό
ένδυμα, με βαριά και βασανιστικά σίδερα. Αυτά τα σίδερα του πίεζαν το σώμα, τον
βάραιναν, τον πλήγωναν, τον εμπόδιζαν στην εργασία και στη νυχτερινή ανάπαυση.
Όμως ποτέ όσο ζούσε δεν τα έβγαλε από πάνω του.
Μ’ αυτή τη σκληρή ασκητική ζωή, με τις νυχθημερές προσευχές, με τις παθοκτόνες
νηστείες, με τους σωματικούς κόπους, με την άσκηση της σιωπής, ο γενναίος Μάρκος,
νέκρωσε τη σάρκα και το σαρκικό φρόνημα.
Κι άλλο πόθο δεν είχε, παρά να φύγει το συντομότερο για τον άλλο, τον ουράνιο
κόσμο, και να συναντήσει τον Κύριο και Νυμφίο του.
Ο θάνατος όχι μόνο δεν τον τρόμαζε, αλλά τον γέμιζε χαρά και θεία προσδοκία. Γι`
αυτό κι έλαβε από το Θεό το υπερφυσικό χάρισμα να συνομιλεί με τους νεκρούς!
Με φυσικότητα και απλότητα, όπως βίωνε ο ίδιος την πραγματικότητα του θανάτου και
της άλλης ζωής, επικοινωνούσε με τους κεκοιμημένους σαν να ήταν ζωντανοί. Τους
μιλούσε, τους έδινε εντολές, τους έστελνε μηνύματα και παραγγελίες. Κι εκείνοι, με
παραχώρηση του Θεού, εκτελούσαν όλες τις εντολές του. Η απλότητα και η αγιότητα
του μακαρίου, συνέτριβε κι αυτά τα άλυτα δεσμά του θανάτου!
Κάποτε ο όσιος, έσκαψε ένα τάφο για κάποιο κεκοιμημένο αδελφό. Εξαντλημένος όμως
καθώς ήταν από τη νυχτερινή αγρυπνία και ορθοστασία, δεν μπόρεσε να τον κάνη
αρκετά ευρύχωρο. Όταν έφεραν το σώμα του νεκρού και δοκίμασαν να το
τοποθετήσουν στον τάφο, διαπίστωσαν ότι μόλις και μετά βίας χωρούσε μέσα. Άρχισαν
τότε οι αδελφοί να παραπονιούνται και να βαρυγκωμούν κατά του οσίου Μάρκου.
—Αδελφέ, του έλεγαν, τι μνήμα είν’ αυτό που έσκαψες; Ούτε το νεκρό μπορούμε να
θάψουμε καλά, ούτε να τον περιχύσουμε με λάδι, όπως συνηθίζεται. Γιατί το ‘ κάνες
τόσο στενό;
Ό όσιος έβαλε ταπεινά μετάνοια.
— Συγχωρέστε με πατέρες, είπε, γιατί από σωματική αδυναμία δεν έκανα σωστά την
εργασία.
Εκείνοι όμως δεν ησύχασαν, αλλά πολλαπλασίασαν τα παράπονα και τις διαμαρτυρίες.
Τότε ο όσιος στράφηκε στο νεκρό.
– Επειδή είναι στενός ο χώρος του τάφου σου αδελφέ, του είπε με απλότητα, βολέψου
μόνος σου μέσα. Να, πάρε και το λάδι και χύσε στο σώμα σου όσο πρέπει.
Χωρίς δεύτερη προτροπή, ο νεκρός κινήθηκε και τακτοποίησε το σώμα του μέσα στο
λάκκο. Έπειτα άπλωσε το χέρι, πήρε το λάδι κι έχυσε στο πρόσωπο και στο στήθος του
σταυροειδώς. Έβαλε τέλος πάλι το δοχείο στα χέρια του οσίου, ξάπλωσε ήσυχα κι
έμεινε ακίνητος.
Φόβος και τρόμος κυρίεψε όλους τους αδελφούς μ’ αυτό το εξαίσιο θαύμα. Δεν
άργησαν όμως να δουν και άλλο παρόμοιο.
Συνέβη, δηλαδή, να πεθάνει κάποιος άλλος αδελφός μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Ο
ηγούμενος ανέθεσε σ’ ένα μοναχό να ετοιμάσει το νεκρό για την ταφή. Πράγματι, αφού
εκείνος σκούπισε το λείψανο με το σφουγγάρι, πήγε στο σπήλαιο να δη τον τόπο της
ταφής. Βρήκε τον όσιο Μάρκο και τον ρώτησε:
— Που θα βάλουμε πάτερ Μάρκε τον αδελφό μας που αναπαύτηκε; Δεν βλέπω να ‘χεις
τόπο ετοιμασμένο.
— Πήγαινε και πες στον αδελφό να περιμένει μέχρι αύριο το πρωί, γιατί δεν έχω
σκαμμένο τάφο. Ας μ’ αφήσει τη νύχτα να του ετοιμάσω το μνήμα, κι έπειτα αναχωρεί
για τον ουρανό!
– Μα…, πάτερ Μάρκε, αποκρίθηκε σαστισμένος ο άλλος μοναχός, εγώ ο ίδιος σκούπισα
κιόλας με τα χέρια μου το σώμα του νεκρού. Σε ποιόν μου λες να μεταφέρω την
παραγγελία σου;
-Καλά, δεν Βλέπεις αδελφέ μου; ξαναείπε ο απλούστατος Μάρκος. Δεν είν’ ακόμα
έτοιμος ο τόπος για την ταφή. Πήγαινε σου λέω και πες στο νεκρό: «Ο αμαρτωλός
Μάρκος σε παρακαλεί να παραμείνεις σ’ αυτό τον κόσμο ακόμη μια μέρα. Ας είναι μέχρι
αύριο το πρωί. Και τότε φεύγεις και πάς στον αγαπημένο σου Χριστό. Στο μεταξύ αυτός
θα ετοιμάσει τον τάφο σου και θα σε ειδοποίηση».
Ο μοναχός γέμισε λογισμούς με την παράδοξη προσταγή του οσίου. Έκανε όμως
υπακοή. Γύρισε στο μοναστήρι την ώρα που οι πατέρες έψελναν κιόλας την εξόδιο
ακολουθία. Πλησίασε στο νεκροκρέβατο, έσκυψε στ’ αυτί του νεκρού και του ψιθύρισε:
— Αδελφέ, ο πατήρ Μάρκος με στέλνει να σου πω ότι ο τάφος σου δεν είναι έτοιμος. Γι’
αυτό σε παρακαλεί να περιμένεις τουλάχιστον μέχρι το πρωί, οπότε θα σε ειδοποίηση.
Αμέσως ο νεκρός άνοιξε τα μάτια! Με κατάπληξη οι πατέρες είδαν να επιστρέφει η ψυχή
στο νεκρό σώμα, που άρχισε ν’ αναπνέει και να ζει κανονικά! Δεν κινήθηκε όμως
καθόλου από τη νεκρική στάση, ούτε είπε σε κανένα τίποτε.
Έμεινε εκεί, ακίνητος και αμίλητος, αλλά ζωντανός μέχρι το πρωί. Τότε πήγε πάλι στο
σπήλαιο ο ίδιος αδελφός.
— Είν’ έτοιμο το μνήμα; ρώτησε το μακάριο Μάρκο.
— Έτοιμο είναι. Πήγαινε τώρα και πες σ’ εκείνον που με περιμένει: «Ο αμαρτωλός
Μάρκος σου παραγγέλλει ν’ αφήσεις πια το μάταιο κόσμο και να φύγεις για την
αιωνιότητα. Παράδωσε το πνεύμα σου στα χέρια του Θεού και άφησε το σώμα σου να
τοποθετηθεί στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, μαζί με τους άλλους αγίους πατέρες. Ο
τόπος σου είναι έτοιμος, δίπλα σ’ αυτούς».
Η παραγγελία του θεσπέσιου Μάρκου, μεταφέρθηκε αμέσως στον αδελφό που
καθυστερούσε την αναχώρησή του. Κι εκείνος, μόλις την άκουσε, έκλεισε τα μάτια και
ξεψύχησε οριστικά.
Το πρωτάκουστο αυτό θαύμα γέμισε δέος τους πατέρες της Λαύρας και όλους τους
κατοίκους της χώρας του Κιέβου, που δεν άργησαν να το πληροφορηθούν. Όλοι
δόξασαν το Θεό για τα θαυμαστά έργα που επιτελεί η πίστη και η αγιότητα των αγαθών
δούλων Του.
Δεν πρέπει όμως ν’ αποσιωπήσουμε και τη διακριτική παιδαγωγία από τον Όσιο Μάρκο
ενός αδελφού, που έπεσε κάποτε σε παράπτωμα, γιατί είναι πολύ μεγάλη η ωφέλεια
που μας παρέχει το πάθημα, αλλά και η μετάνοιά του.
Εγκαταβίωναν τότε στη μονή των Σπηλαίων δύο μοναχοί, ο Θεόφιλος και ο Ιωάννης.
Αυτοί, είχαν στενό ψυχικό σύνδεσμο από τα παιδικά τους χρόνια, πάντοτε «το αυτό εις
αλλήλους φρονούντες», «εν τω αυτώ νοι και εν τη αύτη γνώμη». Μαζί ήρθαν και στο
μοναστήρι, δίνοντας σ’ όλους το παράδειγμα της αδελφικής αγάπης και ομόνοιας.
Οι δύο αυτοί αδελφοί, παρακάλεσαν τον όσιο Μάρκο να ετοιμάσει ένα κοινό τόπο
ταφής, για να είναι αχώριστοι ακόμη και στον τάφο, όταν ο Κύριος θα διέκοπτε την
επίγεια ζωή τους.
Κάποτε ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Θεόφιλος, έφυγε από την Πετσέρσκαγια για
υποθέσεις της μονής. Στη διάρκεια της απουσίας του ασθένησε ο μικρότερος, ο
Ιωάννης, κι έφυγε απροσδόκητα για τον ουρανό. Όταν επέστρεψε ο Θεόφιλος, είχε ήδη
τοποθετηθεί το νεκρό σώμα στον ετοιμασμένο από τον όσιο Μάρκο τόπο. Έκλαψε πικρά
ο μακάριος Θεόφιλος τον αγαπημένο του αδελφό, παρηγορήθηκε όμως με τη σκέψη ότι
η όσια ψυχή του, θ’ αναπαυόταν τώρα στους κόλπους του Κυρίου.
Θέλησε αμέσως να επισκεφθεί τον τάφο του νεκρού. Πήγε στο σπήλαιο με τη συνοδεία
μερικών ακόμη πατέρων και βρήκε τον Ιωάννη τοποθετημένο στο διπλό τάφο, που είχε
ανοίξει ο όσιος Μάρκος, αλλά στην πρώτη θέση.
Παρακινημένος τότε από τον πονηρό, αγανάκτησε κι έβαλε τις φωνές.
– Πάτερ Μάρκε, φώναξε στον όσιο, γιατί τον έβαλες σ’ αυτή τη θέση; Εγώ είμαι
μεγαλύτερος και πρέπει να ταφώ στην πρώτη σειρά. Τι είν’ αυτά τα πράγματα; Δεν
ήξερες ότι ο μακαρίτης ο Ιωάννης είναι νεώτερος μου;
Ό ταπεινός Μάρκος έβαλε μετάνοια και είπε απλά:
— Συγχώρεσέ με, πάτερ. Αμάρτησα.
Έπειτα στράφηκε στο νεκρό και τον πρόσταξε:
— Σήκω αδελφέ και παραχώρησε την πρώτη θέση στο μεγαλύτερό σου. Εσύ βολέψου
στη δεύτερη σειρά.
Με φρίκη είδαν τότε οι πατέρες το νεκρό να σηκώνεται και ν’ αλλάζει θέση!
Αμέσως, ο μακάριος Θεόφιλος ήρθε στον εαυτό του, συναισθάνθηκε την αμαρτία του κι
έπεσε στα πόδια του οσίου Μάρκου, θρηνώντας και λέγοντας:
— Αμάρτησα, πάτερ! Συγχώρεσέ με! Δεν έπρεπε να ζητήσω τη μετακίνηση του
αδελφού. Σε ικετεύω, πες του να επιστρέψει πάλι στην πρώτη θέση!
Αλλά ο όσιος αποκρίθηκε:
—Δεν είμ’ εγώ που τον μετακίνησα, μα ο ίδιος ο Κύριος. Θέλησε να διαλύσει τη
δυσφορία σου εναντίον μου και να σε διδάξει την ταπείνωση. Αλλά και ο μακάριος
Ιωάννης σου έδειξε έτσι και μετά θάνατο, την αγάπη του, παραχωρώντας ταπεινά την
πρώτη θέση
σε σένα, σαν αρχαιότερο. Η έγερση των νεκρών είναι έργο του Θεού. Δεν μπορώ
λοιπόν εγώ χωρίς την εντολή και τη βούλησή Του, να μετακινήσω πάλι το νεκρό. Πες
του εσύ αν θέλεις, να επανέλθει στην προηγούμενη θέση του. Ίσως να σ’ ακούσει.
Γνώριζε ωστόσο και τούτο: Θα έπρεπε εσύ να μη βγεις τώρα από δω μέσα, αλλά να
ξαπλώσεις αμέσως σ’ αυτό το μνήμα και να κληρονομήσεις την ιεραρχική
προτεραιότητα, που τόσο ζηλότυπα επιζητείς! Επειδή όμως δεν είσαι ακόμη έτοιμος για
την έξοδό σου, πήγαινε και φρόντισε για τη σωτηρία της ψυχής σου. Πριν περάσει
πολύς καιρός, θα σε φέρουν πάλι εδώ, οριστικά αυτή τη φορά!
Με τρόμο άκουσε τα λόγια του οσίου Μάρκου ο Θεόφιλος. Φοβήθηκε πως δεν θα
προλάβει ούτε στο μοναστήρι να φτάσει, αλλά θα πέσει κάτω νεκρός, τιμωρημένος
σκληρά, αλλά δίκαια, για την υπεροψία του, απέναντι στον κεκοιμημένο αδελφό.
Με δυσκολία έφτασε μέχρι το κελί του. Μοίρασε αμέσως στους άλλους πατέρες τα λίγα
πράγματα που είχε — βιβλία, ρούχα, έπιπλα — κρατώντας μόνο το νεκρικό μανδύα για
την ταφή του σώματός του. Την ίδια κιόλας ημέρα, κλείστηκε στο άδειο κελί του κι
άρχισε να κλαίει και να οδύρεται νύχτα και μέρα, περιμένοντας κάθε στιγμή το θάνατο.
Κανείς δεν μπόρεσε να σταματήσει ή να μετριάσει τον ακατάπαυστο και γοερό θρήνο
του ευλογημένου Θεοφίλου. Ούτε ο ηγούμενος ούτε κανένας άλλος αδελφός. Οι
προσπάθειες όλων να τον παρηγορήσουν, γεννούσαν περισσότερα δάκρυα μετανοίας,
μεγαλύτερη συντριβή και βαθύτερο ψυχικό πόνο στο μακάριο μοναχό.
Φαγητό μαγειρεμένο δεν ήθελε να γευτεί. Ελάχιστη μόνο ξερή τροφή έπαιρνε, κι αυτή
μετά από αυστηρή εντολή του ηγουμένου. Τα δάκρυά του ήταν ο επιούσιος άρτος του.
Κάθε πρωί, φώναζε θρηνώντας όπως ο ψαλμωδός: «Εγενήθη τα δάκρυα μου εμοί άρτος
ημέρας και νυκτός», γιατί δεν γνωρίζω πόσες ώρες ζωής έχω ακόμη. Άραγε θα ζήσω
μέχρι το βράδυ;
Κάθε βράδυ πάλι έσβηνε τη φλόγα της ψυχικής οδύνης του με άλλα δάκρυα ικεσίας:
— «Κύριε, μη τω θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τη οργή σου παίδευσης με… εκοπίασα εν
τω στεναγμοί μου, λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνην μου, εν δάκρυσί μου την
στρωμνήν μου βρέξω», γιατί δεν γνωρίζω, θα ζήσω άραγε μέχρι την ανατολή του
ήλιου;
Σ’ αυτή την κατάσταση της συντριβής έζησε ο μακάριος Θεόφιλος πολλά χρόνια. Από
την εξάντληση της νηστείας και της αϋπνίας, το σώμα του αδυνάτισε τόσο, ώστε κάτω
από το δέρμα μπορούσε κανείς να διακρίνει όλα τα κόκαλα.
Τελικά, από το αδιάκοπο κλάμα, έχασε την όρασή του και τυφλώθηκε εντελώς.
Κάποτε ο όσιος Μάρκος, πληροφορήθηκε από τον Κύριο ότι πλησίαζε η ώρα της
κοιμήσεώς του. Κάλεσε τότε τον ευλογημένο Θεόφιλο και του είπε:
– Συγχώρεσέ με αδελφέ που σε λύπησα και σ’ έκανα να κλαις τόσα χρόνια.
Προσευχήσου για μένα, γιατί αναχωρώ από τη γη. Κι αν βρω παρρησία στο Θεό, δεν θα
ξεχάσω να Τον παρακαλέσω για σένα, ώστε ν’ αξιωθείς κι εσύ να κληρονομήσεις «τον
θείον νυμφώνα της δόξης Αυτού» και να βλέπεις αιώνια, μαζί με τους οσίους πατέρες
μας Αντώνιο και Θεοδόσιο, το άρρητο κάλλος του προσώπου του Θεού.
Τ’ ασταμάτητα δάκρυα του μακαρίου Θεοφίλου, έγιναν τώρα χείμαρρος ορμητικός.
– Γιατί πάτερ μ’ εγκαταλείπεις εδώ; παραπονέθηκε. Ή πάρε με μαζί σου ή χάρισέ μου
πάλι το φως των ματιών μου. Είν’ αλήθεια πως αμάρτησα βαριά τότε στο σπήλαιο. Θα
‘πρεπε να είχα πεθάνει εκεί, μπροστά στα πόδια σου, όταν μετακίνησες για χάρη μου το
λείψανο του αδελφού Ιωάννου. Αλλά ο Κύριος με λυπήθηκε και μου χάρισε καιρό
μετανοίας. Τώρα όμως που φεύγεις, βοήθησε με.
Παρακάλεσε τον Κύριο ή να μου δώσει πάλι την όραση ή να μ’ αξιώσει να φύγω μαζί
σου για την άλλη ζωή.
Αδελφέ, αποκρίθηκε ο όσιος Μάρκος, μη θλίβεσαι για την τύφλωσή σου. Ο Θεός
επέτρεψε να τυφλωθούν τα σωματικά σου μάτια για ν’ ανοιχτούν τα πνευματικά. Δεν
είμαι εγώ, ούτε ο Θεός, που σου στερήσαμε το φως σου. Η μεγάλη σου μετάνοια στο
στέρησε. Έτσι όμως ταπεινώθηκες και κέρδισες την αιωνιότητα, γιατί «καρδίαν
συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Έτσι εξαγόρασες τον
παράδεισο κι έσωσες την ψυχή σου. Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη να δεις το πρόσκαιρο
γήινο φως. Ο Κύριος θα σ’ αξιώσει να δεις το αιώνιο και αιδοίο φως της θείας δόξης
Του. Και μην επιδιώκεις το θάνατο. Θα έρθει τη στιγμή που πρέπει, έστω κι αν δεν τον
επιζήτησης. Μάθε όμως από τώρα ότι ο Κύριος θα σε προειδοποίηση για την αναχώρησή
σου μ’ αυτό το σημείο: Τρεις ήμερες Πριν από την κοίμησή σου, θα ξαναβρείς το φως
σου. Μετά θα φύγεις από δω και θα πας να συναντήσεις το Φως του κόσμου!
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του οσίου Μάρκου προς τον ευλογημένο Θεόφιλο. Μετά
από λίγο, έκλινε την οσία κεφαλή του και «παρέδωκε το πνεύμα», μεταβαίνοντας «εκ
του θανάτου εις την ζωήν».
Τα τίμια λείψανά του, τοποθετήθηκαν μέσα στο σπήλαιο, στον τάφο που ο ίδιος είχε
ανοίξει για τον εαυτό του, κι έγιναν αμέσως αστείρευτη πηγή θαυματουργιών και
ιάσεων ψυχών και σωμάτων. Εδώ τοποθετήθηκαν επίσης τα σίδερα που φορούσε
πάντοτε ο όσιος, καθώς και ο ορειχάλκινος θαυματουργός σταυρός του.
Μετά την κοίμηση του θεσπέσιου Μάρκου, ο μακάριος Θεόφιλος αύξησε τους θρήνους,
τη νηστεία και τις ασκήσεις, περιμένοντας με πόθο και λαχτάρα την εκπλήρωση της
προρρήσεως του οσίου. Έβαζε μπροστά του ένα μεγάλο πήλινο αγγείο κι έκλαιγε πάνω
του, χύνοντας εκεί μέσα τα δάκρυα.
Όταν μετά από καιρό το σκεύος εκείνο γέμισε, ο όσιος απέκτησε την όρασή του!
Κατάλαβε τότε ότι πλησίαζε το τέλος του. Ύψωσε τα χέρια στον ουρανό και
προσευχήθηκε:
– Δέσποτα φιλάνθρωπε, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μου! Εσύ που δεν θέλεις το θάνατο
του αμαρτωλού, αλλά περιμένεις μακρόθυμα τη μετάνοιά του, Εσύ που γνωρίζεις τα
πανιά, ακόμη και τις πιο κρυφές προθέσεις μας, στείλε μου, Σε παρακαλώ, την ώρα
τούτη το έλεός Σου! Δέξου τα πικρά μου δάκρυα, Παράκλητε αγαθέ και ευδόκησε να με
σκεπάσει η χάρη Σου, με τις προσευχές των οσίων πατέρων Αντωνίου και Θεοδοσίου
και πάντων των αγίων, για να μη μ’ αρπάξουν τα εναέρια τελώνια και με κερδίσει ο
άρχοντας του σκότους.
Και να! Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά στον προσευχόμενο όσιο, άγγελος Κυρίου, σαν
νέος λευκοφορεμένος κι επιβλητικός.
– Θεοφιλώς προσεύχεσαι, Θεόφιλε! είπε με φωνή απόκοσμη, ουράνια. Γνώριζε ότι δεν
είναι μόνο τα δάκρυα που μάζεψες εσύ στο σκεύος σου. Είναι κι εκείνα που μάζεψα
εγώ, που ήμουν δίπλα σου όταν προσευχόσουν, εκείνα που σκούπιζες με την παλάμη ή
με το μανίκι ή με την άκρη του ζωστικού σου. Όλ’ αυτά τα δάκρυα, βρίσκονται μέσα σε
τούτο το αγγείο που κρατώ. Ο Θεός μ’ έστειλε τώρα να σου αναγγείλω τη χαρμόσυνη
είδηση: Φεύγεις για τον Κύριό σου! Φεύγεις για Εκείνον που βεβαίωσε: «Μακάριοι οι
πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται»! «Μακάριοι οι κλαίοντες νυν, ότι γελάσετε»!
«Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ Θεόφιλε! Είσελθε λοιπόν, εις την χαράν του Κυρίου σου»!
Και λέγοντες αυτά ο άγγελος, άφησε μπροστά στα πόδια του οσίου ένα μεγάλο αγγείο,
που ανέδιδε άρρητη ευωδιά, κι έγινε άφαντος.
Συνεπαρμένος από το όραμα ο θαυμάσιος Θεόφιλος, κάλεσε τον ηγούμενο, του
διηγήθηκε την εμφάνιση και αποκάλυψη του αγγέλου, και του έδειξε τα δυο σκεύη
γεμάτα δάκρυα.
– Σε παρακαλώ, τίμιε Γέροντα, αν είν’ ευλογημένο, μόλις αναχωρήσει η ψυχή μου για
τον ουρανό, ας περιχύσουν οι αδελφοί στο σώμα μου το περιεχόμενο του αγγελικού
αγγείου.
Ο ηγούμενος αποδέχθηκε συγκινημένος την παράκληση του οσίου και τον ασπάστηκε
με δέος και πνευματική ευφροσύνη.
Σε λίγο, η μακαρία ψυχή του αναχώρησε πράγματι για τους κόλπους του Αβραάμ, για
τις ουράνιες σκηνές των δικαίων.
Ήταν η τρίτη μέρα από τότε που ξαναβρήκε την όρασή του.
Το τίμιο σώμα του, τοποθετήθηκε στο σπήλαιο, δίπλα στο σκήνωμα του μακαριστού
αδελφού Ιωάννου και όχι μακριά από το άγιο λείψανο του οσίου Μάρκου. Όταν το
άλειψαν με το περιεχόμενο του αγγελικού αγγείου, ο τόπος γέμισε από μεθυστική,
ουράνια ευωδία.
Κατόπιν έχυσαν επάνω του και το περιεχόμενο του δικού του δοχείου, τα δάκρυα με τα
οποία πότισε τον αγρό της ψυχής του, για να θερίσει τα στάχυα της αιωνίας
μακαριότητας, στον αγρό της βασιλείας του Θεού.
Όσιος ΜΑΤΘΑΙΟΣ ο προορατικός
Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ματθαίος ο σπηλαιώτης,
όχι μόνο ως προς το όνομα έμοιαζε με τον
πρώτο από τους αγίους ευαγγελιστές,
αλλά και ως προς τα θεία έργα. Διότι
όπως ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος
απελευθέρωσε με το κήρυγμα και τη
διδασκαλία του το λαό της Αιθιοπίας από
την πλάνη των δαιμόνων, έτσι και ο
προορατικός Ματθαίος, με τη σκληρή του
άσκηση στη μονή των Σπηλαίων, έλαβε
από τον Κύριο το χάρισμα ν’
απελευθερώνει το λαό της Ρωσίας από τις
δαιμονικές πλεκτάνες.
Με τα φωτισμένα μάτια της ψυχής του,
έβλεπε τους μισάνθρωπους δαίμονες
• να στήνουν παγίδες,
• να κατασκευάζουν πλεκτάνες,
• να σπέρνουν πονηρούς λογισμούς,
• να καλλιεργούν τα πάθη
• και να ρίχνουν σε αμαρτίες τα έμψυχα πλάσματα του Θεού.
Ο όσιος ξεσκέπαζε όλ’ αυτά τα κρυφά και πονηρά έργα τους και συνέβαλλε έτσι στην
ψυχική σωτηρία των αδελφών.
Κάποια μέρα, στη διάρκεια της πρωινής ακολουθίας, ο ευλογημένος Ματθαίος στεκόταν
μέσα στην εκκλησία, στη συνηθισμένη θέση του. Είδε τότε ένα δαίμονα, με στολή
στρατιώτη, να περιέρχεται τους μοναχούς και να τους πετάει άνθη φλαμουριάς, αφού
πρώτα τα ράντιζε με μια παράξενη ουσία, σαν κόλλα. Αν το λουλούδι κολλούσε πάνω
σε κάποιον αδελφό, αυτός αμέσως κυριευόταν από νύστα, κόπωση και ακηδία. Η
προσοχή του χαλάρωνε, κάθε διάθεση για προσευχή χανόταν και με κάποια πρόφαση
έβγαινε βιαστικά από το ναό και πήγαινε στο κελί του, όπου παραδινόταν στον ύπνο. Αν
το λουλούδι έπεφτε κάτω χωρίς να κολλήσει στον αδελφό, αυτός παρέμενε όπως και
πριν στο ναό και αγωνιζόταν στην προσευχή μέχρι το τέλος της ακολουθίας.
Όλα όσα είδε εκείνη τη μέρα ο όσιος γέροντας, τα ανακοίνωσε στους αδελφούς. Και
από τότε όλοι έγιναν προσεκτικότεροι και πιο επιμελείς στις λατρευτικές συνάξεις.
Ο μακάριος Ματθαίος, είχε τη συνήθεια να φεύγει από την εκκλησία τελευταίος. Μετά
από κάθε ακολουθία έμενε αρκετή ώρα μέσα στο ναό και προσευχόταν μέσα στο
μισοσκόταδο και την ησυχία. Έπειτα αποσυρόταν στο κελί του.
Μια μέρα, μετά την πρωινή ακολουθία, κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί κάτω από το
καμπαναριό, γιατί το κελί του ήταν αρκετά μακριά. Εκεί του φάνηκε πως τον πήρε για
λίγο ο ύπνος. Και τι να δη! Πλήθος πολύ δαιμόνων ερχόταν μέσα στην αυλή της μονής
από την ανοιχτή πύλη! Παρατήρησε προσεκτικότερα και είδε πως κάποιος δαίμονας
ερχόταν περήφανα, καβάλα σ’ ένα χοίρο, ενώ οι υπόλοιποι τον περικύκλωναν σαν
υποτελείς. «Που πάτε εσείς;», τους ρώτησε ο όσιος. «Στο Μιχαήλ Τομπόλκοβιτς»,
απάντησε εκείνος που καθόταν στο χοίρο.
Τότε ο όσιος ξύπνησε. Σταυροκοπήθηκε και τράβηξε για το κελί του. Είχε ήδη φέξει νια
καλά.
– Σε παρακαλώ, είπε σ’ ένα νέο μοναχό, για πήγαινε να μάθεις, είναι στο κελί του ο
αδελφός Μιχαήλ;
Ο μοναχός δεν άργησε να επιστρέψει.
– Σήμερα, είπε, μετά τον όρθρο, κάποιος τον είδε να βγαίνει από τη μάντρα της μονής.
Κανείς δεν ξέρει που πήγε.
Την ίδια μέρα ο όσιος αποκάλυψε το όραμά του στον ηγούμενο και τους πιο μεγάλους
αδελφούς. Ο ηγούμενος κάλεσε τον ταλαίπωρο εκείνο αδελφό, που είχε γίνει υποχείριο
του πονηρού και είχε πέσει σε βαρεία αμαρτία. Με κατάλληλες νουθεσίες τον βοήθησε
να μετανοήσει και να λυτρωθεί από τη δαιμονική επήρεια.
Ζούσε ακόμη ο μακάριος Ματθαίος, όταν έγινε ηγούμενος ο όσιος Νίκων.
Μια μέρα, την ώρα του όρθρου, ο όσιος Ματθαίος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς
τη θέση του ηγουμένου. Αντί να δη όμως το Νίκωνα, είδε… ένα γάιδαρο!
Όταν ο όσιος γέροντας το είπε στον ηγούμενο, εκείνος κατάλαβε πως ήταν μια
επέμβαση του Θεού για να τον συνετίσει, επειδή δεν παρακολουθούσε με προσοχή την
ακολουθία.
Αλλά και πολλά άλλα θεόσταλτα οράματα αξιώθηκε να δη ο όσιος γέροντας, με τα οποία
ωφελούσε και στήριζε τους αδελφούς μέχρι την ειρηνική τελευτή του, σε βαθιά
γεράματα.
Το άφθορο σκήνωμά του, αναπαύεται στα σπήλαια, μαζί με τα λείψανα των άλλων
αγίων ασκητών.
Όσιος ΝΙΚΗΤΑΣ ο έγκλειστος, επίσκοπος Νόβγκοροντ
ΣΕ ΟΛΟΥΣ τους αγωνιστές του
Χριστού, περισσότερη τιμή πρέπει σ’
εκείνους τους γενναίους που ξεκόβουν
από την παράταξη των άλλων μαχητών,
ορμούν άφοβα μπροστά και πολεμούν
τον εχθρό μόνοι τους.
Σ’ αυτούς τους στρατιώτες Του,
παραχωρεί κάποτε ο Κύριος να συμβεί
μια μεγάλη πτώση, με άρση της χάριτός
Του, «ίνα μη υπεραίρονται». Βλέποντας
ωστόσο το ζήλο και τη γενναιότητά
τους, δεν τους εγκαταλείπει οριακά,
αλλ’ αφού τους παιδαγωγήσει για
ορισμένο χρόνο, τους αποκαθιστά και
τους χαριτώνει πάλι, καθιστώντας τους
ανίκητους από τους δαίμονες.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους γενναίους
πολεμιστές του Χριστού, μια από τις
πρώτες θέσεις κατείχε και ο μακάριος
Νικήτας ο έγκλειστος, μοναχός της
μονής των Σπηλαίων.
Ο όσιος Νικήτας ήταν νεώτερος κατά σάρκα αδελφός του μεγάλου Νίκωνος. Όταν
λοιπόν ο τελευταίος έγινε ηγούμενος στην Πετσέρσκαγια, ο Νικήτας άρχισε επίμονα να
τον παρακαλεί:
– Δώσ’ μου γέροντα ευλογία ν’ ασκήσω τον έγκλειστο βίο!
-Τέκνο μου, του απαντούσε ο όσιος Νίκων, δεν θα σε ωφελήσει αυτό. Δεν μπορείς
ακόμα, νέος μοναχός όπως είσαι, να κλειστής μέσα σ’ ένα μικρό κελί και να επιδοθείς
στην προσευχή. Δεν είναι για τα μέτρα σου αυτή η εργασία. Είναι ασφαλέστερο να
παραμείνεις μαζί με όλους τους αδελφούς, να κάνης αδιάκριτη υπακοή, να εργάζεσαι μ’
επιμέλεια στο διακόνημά σου, ν’ ασκείς όλες τις πρακτικές αρετές, και να ‘σαι Βέβαιος
ότι δεν θα στερηθείς του μισθού σου. Δεν είδες τι έπαθε ο αδελφός μας Ισαάκιος;
Θέλησε να ζήση έγκλειστος, απατήθηκε οικτρά από τους δαίμονες και μόνο η χάρη του
Θεού και οι ευχές των οσίων πατέρων μας τον σώσανε!
Άλλα παρ’ όλες τις προσπάθειες του οσίου Νίκωνος να τον μεταπείσει, ο Νικήτας
επέμενε:
– Ποτέ, ποτέ πάτερ, δεν θ’ απατηθώ! Θα σταθώ δυνατός εναντίον των δαιμονικών
σκευωριών και θα παρακαλέσω το φιλάνθρωπο Θεό να μου δωρίσει το χάρισμα της
θαυματουργίας, όπως στον Ισαάκιο, που μέχρι σήμερα κάνει πολλά θαύματα.
Ο ηγούμενος του είπε πάλι:
– Παιδί μου, η επιθυμία σου ξεπερνά τις δυνατότητές σου και κρύβει κενοδοξία. Πρόσεξε
μήπως πέσεις πριν καν προλάβεις ν’ ανέβεις στα ύψη που θέλεις. «Ο δοκών εστάναι
βλεπέτω μη πέση», προειδοποιεί ο άγιος απόστολος. Εγώ σου συνιστώ νια τελευταία
φορά να μείνεις και ν’ αγωνιστής μαζί με τους άλλους αδελφούς, με ταπείνωση και
υπακοή, για να λάβεις από τον Κύριο το αμάραντο στεφάνι. Οτιδήποτε άλλο κάνης θα
είναι καρπός του δικού σου θελήματος και γι’ αυτό επικίνδυνο για την ψυχή σου. Ο
Θεός να σε φωτίσει στο αγαθό…
Ο Νικήτας όμως δεν θέλησε ν’ ακούσει τις συμβουλές του ηγουμένου, γιατί δεν
μπορούσε να κατανικήσει το δυνατό πόθο για έγκλειστη ασκητική ζωή, που κατέκαιγε
την ψυχή του. Έκανε λοιπόν ο δυστυχής το θέλημά του!
Κλείστηκε στο κελί του, ασφάλισε την πόρτα κι έμεινε μόνος, προσευχόμενος
αδιάλειπτα. Ζήτησε μόνο να του φέρνουν λίγη τροφή κάθε μέρα.
Ο όσιος Νίκων είδε με θλίψη και ανησυχία την πράξη του αδελφού του. Περίμενε με
φόβο την τιμωρία της παρακοής του, που δυστυχώς, δεν άργησε καθόλου.
Μόλις μερικές ήμερες μετά τον εγκλεισμό του ο όσιος Νικήτας, άκουσε μια φωνή δίπλα
του. Σαν να ήταν κάποιος που συμπροσευχόταν μ’ εκείνον. Ταυτόχρονα ένιωσε μιαν
άρρητη ευωδιά να πλημμυρίζει το κελί. Ο διάβολος είχε κιόλας στήσει την παγίδα του.
Και ο απειροπόλεμος Νικήτας παγιδεύτηκε αμέσως!
«Άγγελος θα είναι!» σκέφτηκε μ’ ένα παράξενο σκίρτημα δέους. «Αν δεν ήταν άγγελος,
δεν θα προσευχόταν μαζί μου. Ούτε θα ευωδίαζε, αφού οι δαίμονες είναι δυσώδεις.
Είναι φανερό πως το κελί μου έχει πληρωθεί με την ευωδιά του Αγίου Πνεύματος!».
Αυτά συλλογίστηκε ο ταλαίπωρος και άρχισε πάλι να προσεύχεται μ’ επιμονή και
δάκρυα λέγοντας:
– Κύριε, φανερώσου, Σε παρακαλώ, για να σε δω με τα μάτια μου!
Άκουσε τότε φωνή να του λέει:
– Δεν πρέπει να σου φανερωθώ, γιατί είσαι νέος ακόμα! Θα υπερηφανευθείς και θα
πέσεις σε πλάνη!
– Όχι Κύριε, αποκρίθηκε κλαίγοντας ο Νικήτας. Ποτέ δεν θα πλανηθώ, γιατί ο
ηγούμενός μου με καθοδήγησε πως ν’ αποφεύγω τις παγίδες του διαβόλου. Ό,τι μου
πεις εσύ, Κύριε μου, θα το κάνω!
Τότε ο πονηρός σατανάς του είπε:
Νικήτα, «ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου• ου γαρ μη ιδεί άνθρωπος το πρόσωπόν
μου και ζήσεται»! Αλλά να! Σου στέλνω έναν άγγελό μου, θα μείνει μαζί σου. Να κάνης
ό,τι σου λέει!
Αυτοστιγμεί εμφανίστηκε μπροστά στον έγκλειστο ένας δαίμονας με μορφή αγγέλου. Ο
Νικήτας, πλανημένος πια εντελώς, έπεσε και τον προσκύνησε σαν απεσταλμένο του
Θεού! Κι εκείνος του είπε:
Νικήτα, από δω και πέρα εσύ δεν χρειάζεται να προσεύχεσαι. Θα προσεύχομαι εγώ στη
θέση σου. Εσύ μόνο να μελετάς βιβλία και να προσφέρεις λόγους ωφελείας σ’ εκείνους
που θα σου στέλνει ο Θεός. Θα γίνεις μέγας καθοδηγητής ψυχών και σωτήρας των
ανθρώπων!
Φυσικά ο Νικήτας υπάκουσε τυφλά στις εντολές του «αγγέλου». Υποχείριος πλέον στον
κοσμοκράτορα του σκότους, έπαψε να προσεύχεται κι έπεσε με μεγάλο ζήλο στη
μελέτη. Έβλεπε το δαίμονα να στέκεται συνεχώς σε στάση προσευχής και χαιρόταν,
πιστεύοντας ότι παρακαλούσε το Θεό για τη σωτηρία του!
Ο ίδιος άρχισε να συζητά ακατάπαυστα με τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν για τη
Γραφή, για την πίστη, για την ωφέλεια της ψυχής και για ποικίλα άλλα θέματα. Δεν
άργησε ν’ αποκτήσει και φήμη προορατικού και χαρισματούχου μοναχού. Η φήμη του
απλώθηκε μακριά κι όλοι τον θαύμαζαν νια την ακριβή εκπλήρωση των προφητικών του
λόγων.
Η δόξα του έφτασε στο απόγειό της, όταν κάποτε έστειλε στον πρίγκιπα Ιζιασλάβο το
εξής μήνυμα:
«Σήμερα φονεύθηκε στο Ζαβόλτς ο πρίγκιπας του Νόβγκοροντ Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς.
Στείλε γρήγορα το γιο σου Σβιατοπόλκ, να πάρει το θρόνο του Νόβγκοροντ».
Μετά από μερικές ημέρες, ήρθε πράγματι η είδηση για τη δολοφονία του πρίγκιπα
Γκλέμπ. Ο Σβιατοπόλκ επίσης πρόλαβε και κατέλαβε το θρόνο του. Από τότε ο Νικήτας
έγινε σεβαστός και φοβερός για την «προφητική» του δύναμη σε ηγεμόνες, σε
βογιάρους και σ’ όλο το λαό.
Ο ηγούμενος Νίκων όμως, ήταν επιφυλακτικός και κάτι περίμενε… Διαπίστωσε σύντομα
ότι ενώ ο Νικήτας γνώριζε απ’ έξω ολόκληρη σχεδόν την Παλαιά Διαθήκη και τη
χρησιμοποιούσε μ’ εκπληκτική ευχέρεια στις συζητήσεις του, δεν ήξερε αντίθετα,
καθόλου την Καινή Διαθήκη. Δεν τη μελετούσε ποτέ και δεν ήθελε να γίνεται ούτε
λόγος γι’ αυτήν! Απ’ αυτή τη συμπεριφορά του, δεν άργησαν οι πατέρες όλοι να
πεισθούν ότι είχε πλανηθεί από το διάβολο. Και δεν θέλησαν ν’ ανεχθούν το δαιμονικό
εμπαιγμό του αδελφού τους.
Ο ηγούμενος Νίκων πήρε μαζί του μερικούς αδελφούς — τον κατοπινό ηγούμενο
Ιωάννη, τον Ποιμένα το νηστευτή, τον Ησαΐα, κατοπινό επίσκοπο Ροστώφ, τον Ισαάκιο
τον έγκλειστο, τον Αγαπητό τον Ιαματικό, το Γρηγόριο το θαυματουργό και άλλους –
και πήγαν στο κελί του Νικήτα. Άνοιξαν με τη βία την ασφαλισμένη πόρτα. Ο Νικήτας
τότε, με την επήρεια του πονηρού που κυριαρχούσε πάνω του, έγινε εκτός εαυτού,
θηρίο άγριο και ατιθάσευτο. Άρχισε να ωρύεται, να χτυπιέται, ν’ απειλή, να ουρλιάζει
σαν πληγωμένο θηρίο, καθώς μερικοί αδελφοί τον συγκρατούσαν και ο ηγούμενος του
διάβαζε εξορκισμούς για την απαλλαγή του από το δαιμόνιο.
Η φιλανθρωπία του Θεού, έδιωξε τελικά μακριά τον εχθρό.
Ο ταλαιπωρημένος αδελφός ξαναβρήκε τον εαυτό του και ειρήνευσε.
Μετά απ’ αυτό, οι αδελφοί τον ρώτησαν ορισμένα πράγματα από την Παλαιά Διαθήκη.
Εκείνος όμως δεν θυμόταν τίποτα. Κι όταν τον βεβαίωσαν ότι πριν από λίγο ήξερε
ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη απ’ έξω, με έκπληξη ορκιζόταν ότι δεν την είχε διαβάσει
ποτέ! Όπως διαπιστώθηκε σε λίγο, είχε ξεχάσει τελείως, όχι μόνο ό,τι είχε μάθει όσο
τον κυβερνούσε το δαιμόνιο, αλλά και αυτή τη γραφή και την ανάγνωση ακόμη! Έτσι οι
πατέρες αναγκάστηκαν να τον διδάξουν από την αρχή ανάγνωση και γραφή, σαν να
ήταν μικρό παιδί!
Όταν ο Νικήτας κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί, έπεσε μετανοημένος στα πόδια του
οσίου Νίκωνος, παρακαλώντας κι εκείνον και το Θεό να τον συγχωρήσουν για την
ανυπακοή και την έπαρσή του, που τον έριξαν στα χέρια του σατανά.
Από τότε ο μακάριος παραδόθηκε με συντριβή στην κοινοβιακή ζωή της υπακοής και
της εκκοπής του ιδίου θελήματος, κλαίγοντας νύχτα και μέρα για την πτώση του. Κι
έδειξε τέτοια αυταπάρνηση, ώστε ξεπέρασε όλους τους αδελφούς στην αρετή.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος, βλέποντας τη βαθιά τελωνική μετάνοια και ταπείνωση του
δούλου Του, δέχτηκε τα δάκρυά του σαν μαρτυρικό αίμα και τον συγχώρησε για την
πτώση του, όπως είχε συγχωρήσει τον απόστολο Πέτρο, που τρεις φορές τον αρνήθηκε,
αλλά κατόπιν μετανόησε και «έκλαυσε πικρώς».
Και όπως ο Κύριος αξίωσε τον Πέτρο, παρά την τριπλή άρνησή του, να γίνει απόστολος
και ποιμένας των λογικών προβάτων Του, έτσι έδειξε το έλεός Του και στο μετανοημένο
όσιο Νικήτα και τον ανέδειξε ποιμένα και επίσκοπο του Νόβγκοροντ, στα 1096.
Επιπλέον τον δόξασε με το χάρισμα της θαυματουργίας, με το οποίο ευεργετούσε και
ελεούσε το ποίμνιό του.
Πολλά θαύματα έκανε σαν επίσκοπος ο όσιος Νικήτας, με τα οποία δοξάστηκε το όνομα
του θεού.
Κάποια φορά, μετά από πολύχρονη και βασανιστική ανομβρία, με την προσευχή του
ήρθε ξαφνική βροχή, ποτιστική κι ευεργετική.
Άλλη φορά πάλι, όταν ξέσπασε μια φοβερή και καταστρεπτική πυρκαγιά στην πόλη, που
ήταν αδύνατο να σβηστή ή να ελεγχθεί, ο όσιος την κατέστειλε με μόνη την προσευχή
του, χωρίς ανθρώπινη επέμβαση.
Αλλά και πολλά άλλα θαύματα έκανε ο θεοφιλής ιεράρχης με τις προσευχές του,
ευεργετώντας τους ανθρώπους του Θεού, δοξάζοντας το πανάγιο όνομά Του και
στηρίζοντας στην ορθόδοξη πίστη τους αδυνάτους.
Αφού θεάρεστα και σοφά ποίμανε το λογικό του ποίμνιο ο μακάριος Νικήτας «μετέστη
προς Κύριον» στα 1109, αποκτώντας το στεφάνι της αιώνιας ζωής.
Όσιος ΝΙΚΟΛΑΟΣ Σβιατόσα, πρίγκιπας του Τσερνιγώφ.
ΠΑΝΤΑ ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον ου παραμένει ο
πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα• επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».
Αυτή την αλήθεια κατανόησε βαθιά ο ευσεβής πρίγκιπας Νικόλαος Σβιατόσα, γι’ αυτό
άφησε τον ηγεμονικό πλούτο και την πριγκιπική δόξα και «εξελέξατο την αγαθήν
μερίδα» της μοναχικής ζωής.
Ο πρίγκιπας Νικόλαος ήταν γιος του ηγεμόνα του Τσερνιγώφ, Δαβίδ Σβιατοσλάβιτς και
εγγονός του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Σβιατοσλάβου Παροσλάβιτς, που στα χρόνια
του θεμελιώθηκε η αγία εκκλησία των Σπηλαίων.
Πυρπολημένος από τον έρωτα του Θεού και φλογισμένος από τον πόθο της βασιλείας
των ουρανών, ο σοφός Νικόλαος ήρθε στη μονή, ξεντύθηκε τα πολύτιμα πριγκιπικά
φορέματα και ντύθηκε με χαρά το ταπεινό τρίχινο μοναχικό ένδυμα.
Δεν έγινε όμως μοναχός μόνο κατά την εξωτερική εμφάνιση, όπως – αλίμονο! – γίνονται
άλλοι.
Από την αρχή διακρίθηκε στην αρετή της υπακοής. Αν και πριγκιπόπουλο, ποτέ δεν
παρατηρήθηκε για ανυπακοή ή αναλογία ή Ιδιοτροπία ή θέλημα. Διακονούσε στο
μαγειρείο της μονής, βοηθώντας τους μαγείρους πρόθυμα κι ακούραστα στις πιο
σκληρές δουλειές. Με τα χέρια του έκοβε κάθε μέρα τα ξύλα για το μαγείρεμα και τα
κουβαλούσε στους ώμους από την όχθη του ποταμού μέχρι το μοναστήρι.
Όταν οι κατά σάρκα αδελφοί του, πρίγκιπες Ιζιασλάβος και Βλαδίμηρος,
πληροφορήθηκαν τους κόπους του αδελφού τους, πήγαν στον ηγούμενο και τον
παρακάλεσαν να του αναθέσει ελαφρότερη εργασία.
Ο ευλογημένος Νικόλαος όμως ούτε να τ’ ακούσει δεν ήθελε. Πρώτα επέπληξε αυστηρά
τους αδελφούς του για την ανάρμοστη ανάμιξή τους στα εσωτερικά της μονής. Κι έπειτα
έπεσε στα πόδια του ηγουμένου και τον παρακάλεσε με δάκρυα να τον αφήσει
τουλάχιστον ένα χρόνο ακόμη στο κοπιαστικό διακόνημα του βοηθού του μαγειρείου.
Πράγματι, τον άφησαν όχι ένα αλλά τρία χρόνια σ’ αυτή την υπηρεσία, όπου εργάστηκε
με ταπείνωση, προσοχή κι επιμέλεια. Έπειτα του ανέθεσαν το διακόνημα του πορτάρη,
όπου έμεινε άλλα τρία χρόνια χωρίς ν’ απομακρύνεται ποτέ από την πύλη της μονής,
παρά μόνο για να πάει στην εκκλησία. Κι από δω τον έστειλαν να διακονήσει στην
τράπεζα.
Μετά από πολύχρονη άσκηση στην υπακοή, ο ηγούμενος τον συμβούλεψε ν’
απομονωθεί πια στο κελί του και ν’ αγωνιστή στην ησυχία για τη σωτηρία του. Σαν
γνήσιο τέκνο της υπακοής ο μακάριος Νικόλαος κλείστηκε στο κελί του, όπου μοίραζε
το χρόνο του ανάμεσα στην προσευχή και την εργασία. Ποτέ δεν έμενε αργός. Την ώρα
που τα χέρια του ήταν απασχολημένα με το εργόχειρο, τα χείλη του ψιθύριζαν με
κατάνυξη την ευχή του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με!».
Εκτός από τη λιτή τροφή της κοινής μοναστηριακής τραπέζης, ο όσιος τίποτε άλλο δεν
έβαζε στο στόμα του όλη την ημέρα. Κι αν αποκτούσε κάτι υλικό – τρόφιμα ή χρήματα ή
αντικείμενα – φρόντιζε ν’ απαλλαγή αμέσως από το βάρος του, δίνοντάς το στους
φτωχούς. Με την ευλογία μάλιστα του ηγουμένου, μοίραζε πάντοτε ένα μέρος του
μόχθου του σ’ όσους είχαν ανάγκη. Οι φτωχοί κάτοικοι της περιοχής του Κιέβου
έβλεπαν στο πρόσωπό του ένα συμπαραστάτη, ευεργέτη και αδελφό.
Μαζί με το φιλόχριστο Νικόλαο είχε έρθει στο μοναστήρι και ένας αδελφικός του φίλος,
γιατρός άριστος. Ονομαζόταν Πέτρος και ήταν Σύρος. Βαθιά αγάπη συνέδεε τον Πέτρο
με το Νικόλαο. Γι’ αυτό, όπως ήταν αχώριστοι στον κόσμο, έτσι θέλησαν να είναι και
στην πνευματική παλαίστρα του μοναστηρίου.
Δυστυχώς όμως ο Πέτρος δεν έμεινε εδώ για πολύ. Βλέποντας τις κακοπάθειες του
φίλου και κυρίου του, βλέποντας το πριγκιπόπουλο, που ζούσε πρώτα αμέριμνα μέσα σε
ηγεμονικά παλάτια ν’ ασκείται σκληρά στο στάδιο της υπακοής και της εκούσιας
πτώχειας, έφυγε λυπημένος από τη μονή. Πήγε στο Κίεβο και ασκούσε το επάγγελμα
του γιατρού.
Πολλές φορές, ωστόσο, ήρθε στη Λαύρα, ξεμονάχιαζε τον όσιο και του έλεγε:
– Αδελφέ και κύριε μου! Γιατί δεν φροντίζεις για την υγεία σου; Γιατί ταλαιπωρείς τη
σάρκα σου με τόσους κόπους και νηστείες; Μ’ αυτά που κάνεις, δεν θα μπόρεσης να
σηκώσεις μέχρι τέλους το ζυγό του Χριστού. Ο Θεός δεν ζητά υπέρμετρη εγκράτεια και
άσκηση, αλλά μόνο καρδιά καθαρή και ταπεινή. Εσύ όμως δουλεύεις στους καλόγερους
σαν αγορασμένος δούλος. Ούτε μαθημένος είσαι σε τέτοια ζωή, ούτε αξιοπρεπές είναι
για ένα πρίγκιπα σαν εσένα, ν’ ασχολείται με τόσο ταπεινωτικές δουλειές. Τ’ αδέλφια
σου, ο Ιζιασλάβος και ο Βλαδίμηρος, είναι απαρηγόρητοι για το κατάντημά σου. Ήσουν
πλούσιος και δοξασμένος και κατάντησες πάμπτωχος, ταπεινός και άσημος. Οι βογιάροι,
που μέχρι χθες ήταν υποτακτικοί σου, κατοικούν σε παλάτια κι έχουν όλα τα καλά, ενώ
εσύ, ο κύριός τους, μένεις μέσα σ’ ένα σκοτεινό κελί και στερείσαι τα πάντα. Ποιος από
τους Ρώσους πρίγκιπες ταπεινώθηκε ποτέ τόσο; Μήπως ο πατέρας σου Δαβίδ ή ο
παππούς σου Σβιατοσλάβος; Κύριέ μου, άκουσε με και μετρίασε τις ασκήσεις σου,
αλλιώς θα πεθάνεις πριν την ώρα σου!
— Αδελφέ μου, απαντούσε στις προτροπές του Πέτρου ο όσιος. Όλα όσα μου Λες τα
έχω σκεφτεί. Μάθε όμως ότι δεν πρέπει να Λυπάται κανείς τη σάρκα του, για να μην
ξεσηκωθούν τα πάθη και καταστροφή η ψυχή. Είπες ότι ο Θεός δεν ζητάει τόσο
εγκράτεια και σωματικές ασκήσεις, όσο καρδιά καθαρή και ταπεινή. Αυτό είναι σωστό.
Αλλά πως θα καθαριστή και θα ταπεινωθεί η καρδιά χωρίς την άσκηση, τη νηστεία, την
κακοπάθεια; Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την κάθαρση και τη σωτηρία. Κι όσοι δεν
τον ακολούθησαν, «καταλιπόντες ευθείαν οδόν επλανήθησαν», κατά τον απόστολο. Ας
κοπιάζει το σώμα. Ας αδυνατίζει. Ας αρρωσταίνει. «Η γαρ δύναμής μου εν ασθενεία
τελειούται», λέει ο απόστολος. Άλλωστε, «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς
την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς». Χωρίς νηστεία και χωρίς κόπο, αδελφέ
μου, δεν θα ‘χουμε μερίδα στη μελλοντική δόξα των αγίων. Η νηστεία είναι η μητέρα
της αγνείας και καθαρότητας. και ο κόπος, ο πατέρας της ταπεινώσεως. «Εταπεινώθη εν
κόποις η καρδία αυτών», λέει ο ψαλμωδός. Γι’ αυτό κι εγώ δοξάζω το Θεό που μ’
ελευθέρωσε από τα κοσμικά δεσμά και μ’ έκανε δούλο των δούλων Του, δηλαδή αυτών
των μακαρίων μοναχών. Τι ήμουν; Πρίγκιπας. Και τώρα τι κάνω; Υπηρετώ τον ουράνιο
«Βασιλέα των βασιλέων». Ποιο από τα δυο είν’ ανώτερο; Όσο για τ’ αδέλφια μου, δεν
τους άφησα την εξουσία και την περιουσία μου; Ας ασχοληθούν μ’ αυτά, αφού τους
σαγηνεύουν τόσο πολύ και ας κοιτάξουν τον εαυτό τους. Εγώ «ηγούμαι πάντα…
σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήσω». Αλλά κι εσύ, γιατί μέμφεσαι τη νηστεία και την
εγκράτειά μου; Μήπως, σαν γιατρός που είσαι, δεν συνιστάς στους ασθενείς σου ν’
αποφεύγουν μερικά φαγητά, για να θεραπεύσουν τις σωματικές τους παθήσεις; Αυτό
κάνω κι εγώ για να θεραπεύσω τα ψυχικά μου πάθη. Κι αν το σώμα μου καταβληθεί και
πεθάνει πρόωρα για χάρη του Χριστού, κέρδος μου θα είναι. Και γιατί με θεωρείς
κατώτερο από τους Βογιάρους που απολαμβάνουν γήινη και προσωρινή δόξα, αφού
εγώ, αν με σώσει με το έλεός Του ο Θεός, θα συμβασιλεύσω μαζί Του στον ουρανό
αιώνια; Όσο για τους άλλους Ρώσους πρίγκιπες, δεν μ’ ενδιαφέρει που κανείς τους δεν
ακολούθησε το δικό μου δρόμο. Μακάρι να μιμηθούν το παράδειγμα μου… Αλλ’ αρκετά
μίλησα. Μυαλό έχεις και σκέψου μόνος σου τα υπόλοιπα. Τα ίδια να πεις και σ’ εκείνους
που σε δασκάλεψαν.
Από τις στερήσεις και τους κόπους συνέβαινε ν’ αρρωσταίνει κατά καιρούς ο μακάριος
Νικόλαος. Όταν το μάθαινε ο Πέτρος, του έστελνε διάφορα θεραπευτικά βότανα. Μα ο
όσιος ποτέ δεν τα χρησιμοποιούσε. Πάντοτε γινόταν καλά με τη βοήθεια του Θεού, που
του προσφερόταν πλούσια μετά από τις θερμές του προσευχές.
Συνέβη όμως κάποτε ν’ αρρωστήσει και ο γιατρός. Ο όσιος το πληροφορήθηκε και του
έστειλε μήνυμα: «Μην πιεις κανένα φάρμακο. Ζήτησε την ίαση από τον Κύριο και πολύ
γρήγορα θα γίνεις καλά. Αν δεν μ’ ακούσης, θα υποφέρεις πολύ».
Ο Πέτρος υποσχέθηκε να υπακούσει. Κρυφά όμως παρασκεύασε ο ολιγόπιστος ένα
φαρμακευτικό μίγμα και το ήπιε. Αλλά μάταια περίμενε τη θεραπεία του. Αντίθετα,
χειροτέρεψε τόσο, που κινδύνεψε να πεθάνει. Μόνο οι εκτενείς προσευχές του οσίου
τον γλίτωσαν. Έτσι πήρε ένα καλό μάθημα.
Όταν αργότερα αρρώστησε πάλι, ειδοποίησε σχετικά τον όσιο. Εκείνος του παρήγγειλε
γι’ άλλη μια φορά: «Μην πάρεις κανένα φάρμακο. Κάνε μόνο προσευχή και την τρίτη
μέρα θα γίνεις καλά».
Αυτή τη φορά ο Πέτρος δεν τόλμησε να παρακούσει. Και πράγματι, σύμφωνα με την
υπόσχεση του οσίου, την τρίτη μέρα θεραπεύτηκε.
Τότε όμως ο όσιος τον κάλεσε στο μοναστήρι.
– Πέτρο, του είπε, σε φώναξα για να σ’ αποχαιρετήσω. Σε τρεις ημέρες φεύγω απ’ αυτό
τον κόσμο!
Ο Πέτρος δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Έπεσε στο χώμα κι έκλαιγε γοερά.
– Αλίμονο σε μένα, αδελφέ και κύριέ μου! Ποιος θα γλυκάνει τη μοναξιά μου; Ποιος θα
παρηγόρηση τ’ αδέλφια σου;
Ποιος θ’ ανακουφίζει τους φτωχούς, τα ορφανά και τις χήρες; Μη φύγεις, πρίγκιπά μου,
γιατί από σένα μπορούν να ωφεληθούν πολλοί. Από που έχεις αλήθεια αυτή την
πληροφορία; Από τον Κύριο; Παρακάλεσέ Τον να πεθάνω εγώ στη θέση σου!…
Ο μακάριος Νικόλαος έπιασε στοργικά τον Πέτρο και τον σήκωσε.
— Πέτρο, μη λυπάσαι, του είπε. Ο Κύριος γνωρίζει πως θα φροντίσει και πως θα
διαφυλάξει ολόκληρη την πλάση, που δημιούργησε από το μηδέν. Αυτός μπορεί να
θρέψη τους πεινασμένους, να ελεήσει τους φτωχούς, να θεραπεύσει τους αρρώστους.
Αυτός θα προστατέψει και σένα. Και τ’ αδέλφια μου ας μην κλαίνε για μένα. Ας κλαίνε
για τους εαυτούς τους και τις αμαρτίες τους. Έτσι θα βρουν παράκληση και παρηγοριά
στην άλλη ζωή. Εγώ πάντως δεν ζητώ από τον Κύριο παράταση της ζωής μου. Προ
πολλού πέθανα για όλα τα γήινα και πρόσκαιρα.
Και λέγοντας αυτά ο θείος Νικόλαος πήγε στο σπήλαιο για να ετοιμάσει τον τόπο της
ταφής του. Ο γιατρός τον ακολούθησε.
— Ποιος από τους δυο μας αγαπά περισσότερο αυτό τον τόπο; ρώτησε ο όσιος.
Τον Πέτρο τον πήραν πάλι τα δάκρυα.
– Ξέρω καλά, αποκρίθηκε, πως αν εσύ θελήσεις, ο Κύριος θα σου παρατείνει τη ζωή.
Παρακάλεσέ Τον λοιπόν γι’ αυτό και βάλε εμένα μέσα σ’ αυτό το μνήμα.
Ο όσιος δεν αρνήθηκε αυτή τη χάρη στον Πέτρο. Βυθίστηκε για λίγο σε θερμή
προσευχή.
— Ας γίνει η επιθυμία σου, αφού είναι αρεστή στο Θεό, είπε έπειτα συγκαταβατικά.
Προηγουμένως όμως ας λάβεις το άγιο μοναχικό σχήμα.
Ο Πέτρος κουρεύτηκε σύντομα μοναχός και αμέσως κλείστηκε στο σπήλαιο, όπου επί
τρεις μήνες έκλαιγε μέρα-νύχτα και προσευχόταν για τη σωτηρία του.
Κάποτε ο όσιος Νικόλαος τον πλησίασε και του είπε:
— Αδελφέ Πέτρο, μήπως θέλεις να σε πάρω μαζί μου;
— Όχι, αποκρίθηκε εκείνος. Θέλω — αν είναι θέλημα Θεού και δική σου επιθυμία — να
μου επιτρέψεις να κοιμηθώ εγώ στη θέση σου. Εσύ να μείνεις εδώ και να προσεύχεσαι
για μένα στο Σωτήρα.
— Τότε να είσαι ξάγρυπνος και έτοιμος, αδελφέ, γιατί πλησιάζει η ώρα. «Ιδού, ο
Νυμφίος έρχεται». Σε τρεις ημέρες θα φύγεις απ’ αυτό τον κόσμο, σύμφωνα με την ιερή
επιθυμία σου.
Σε τρεις ήμερες, μετά από αδιάλειπτη αγρυπνία και προσευχή, ο μακάριος Πέτρος
κοινώνησε των θείων και ζωοποιών Μυστηρίων, ξαπλώθηκε μόνος του στο
νεκροκρέβατο και παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου.
Μετά την κοίμηση του Πέτρου, ο πάγκαλος Νικόλαος έζησε ακόμη τριάντα χρόνια
ασκητικής ζωής, χωρίς ποτέ να βγει από τη μονή. Αφού έφτασε σε ύψη αγιότητας, ο
θεοφιλής πρίγκιπας μετέστη στα ουράνια σκηνώματα.
Όταν μαθεύτηκε η μακαρία κοίμησή του, όλη η πόλη του Κιέβου συγκεντρώθηκε στη
Λαύρα, για να του δώσει τον τελευταίο ασπασμό και να πάρει την ευλογία του σεπτού
σκηνώματός του.
Οι αδελφοί του Ιζιασλάβος και Βλαδίμηρος έκλαιγαν απαρηγόρητα. Ο πρώτος
παρακάλεσε τον ηγούμενο να του δώσει ως ευλογία και παρηγοριά το σταυρό, το
κουκούλι και το στρωσίδι που χρησιμοποιούσε ο όσιος για να κάνη τις μετάνοιές του. Ο
ηγούμενος του τα έδωσε λέγοντας:
— Κατά το μέτρο της πίστεώς σου, ας λάβεις απ’ αυτά βοήθεια και ευλογία στη ζωή σου.
Ο Ιζιασλάβος τα παρέλαβε συγκινημένος κι έστειλε στο μοναστήρι πολλά δώρα.
Μετά από μερικούς μήνες συνέβη ν’ αρρωστήσει ο πρίγκιπας και μάλιστα τόσο βαριά,
που έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Η γυναίκα του, τα παιδιά του και οι βογιάροι,
ήταν κοντά του και περίμεναν να ξεψυχήσει.
Ο Ιζιασλάβος ήταν ξαπλωμένος στην επιθανάτια κλίνη, σε κωματώδη κατάσταση. Εκεί
που τον περίμεναν όμως, άνοιξε απρόσμενα τα μάτια, ανασηκώθηκε λίγο και ψιθύρισε:
— Φέρτε μου λίγο νερό από το πηγάδι των Σπηλαίων.
Αμέσως μετά έπεσε πάλι σε κώμα.
Μερικοί βογιάροι έτρεξαν την ίδια στιγμή στο μοναστήρι και ζήτησαν νερό. Ο ηγούμενος
τους έδωσε πρόθυμα, αφού πρώτα έπλυνε μ’ αυτό τον τάφο του οσίου Θεοδοσίου.
— Πάρτε νερό που έχει την ευλογία του οσίου πατέρα μας Θεοδοσίου. Αλλά να! Πάρτε
και τον τρίχινο χιτώνα του μακαρίου Νικολάου Σβιατόσα και φορέστε τον στον άρρωστο
αδελφό του. Οι ευχές των οσίων ας τον θεραπεύσουν!
Δεν είχαν μπει ακόμα στο Κίεβο οι βογιάροι που έφερναν το νερό και το χιτώνα, όταν ο
πρίγκιπας Ιζιασλάβος ήρθε πάλι στον εαυτό του και μίλησε.
– Πηγαίνετε γρήγορα, είπε, έξω από την πόλη, να προϋπαντήσετε τους οσίους πατέρες
Θεοδόσιο και Νικόλαο. Έρχονται σε μας!
Την ώρα που οι βογιάροι έμπαιναν μέσα στο πριγκιπικό ανάκτορο, ο Ιζιασλάβος
φώναξε:
– Νικόλαε! Νικόλαε Σβιατόσα!
Του έδωσαν να πιει το νερό και του φόρεσαν το χιτώνα.
Και — ω του θαύματος! — αμέσως έγινε καλά και σηκώθηκε!
Όλοι δόξασαν το Θεό και τους οσίους δούλους Του, που τόσες ευεργεσίες παρέχουν
δωρεάν στους ανθρώπους.
Από τότε ο Ιζιασλάβος, κάθε φορά που αρρώσταινε, φορούσε το χιτώνα και γινόταν
καλά. Τον φορούσε επίσης σ’ όλες τις εκστρατείες και τους πολέμους, σαν θώρακα
αδιαπέραστο από κάθε εχθρικό χτύπημα.
Καθώς λένε όμως οι παλαιότεροι, κάποτε ο πρίγκιπας αμάρτησε βαριά και από φόβο και
ντροπή, δεν τόλμησε να βάλλει τον οσιακό χιτώνα. Έφυγε για το μέτωπο και στην
πρώτη μάχη σκοτώθηκε!..
Με τις προσευχές του οσίου πρίγκιπα Νικολάου ΣΒιατόσα, είθε να βρούμε κι εμείς τη
θεραπεία απ’ όλες τις σωματικές και ψυχικές μας ασθένειες, με τη χάρη του Κυρίου μας
Ιησού Χριστού.
Όσιος ΝΙΚΩΝ, καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων
ΟΤΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ευδόκησε να
φυτευτή στη Ρωσία το πολύκαρπο
δέντρο του μοναχικού βίου από τον
όσιο πατέρα μας Αντώνιο, του έδωσε
έναν άξιο υποτακτικό και συνασκητή.
Αυτός ήταν ο όσιος Νίκων.
Ο διδάσκαλος Αντώνιος, επιδόθηκε με
ζήλο στη μίμησή του, ανεβαίνοντας
γοργά τις βαθμίδες της κλίμακας των
αρετών. Επιπλέον έδειξε εξαιρετικές
ικανότητες μοναχικού ηγέτη και
συνετού χειραγωγού των λογικών
προβάτων του Χριστού στην ασκητική
ζωή.
Τιμημένος από το Θεό με το ιερατικό
αξίωμα, ο Νίκων έκειρε με εντολή του
οσίου Αντωνίου όσους ζητούσαν με
πόθο το αγγελικό σχήμα, μετά από την
κανονική δοκιμασία και την κατάλληλη
πνευματική προετοιμασία τους.
Τίποτε απολύτως δεν έκανε ο μακάριος
Νίκων χωρίς την εντολή ή την ευλογία
του γέροντά του. Όλα τα έκανε με
πνεύμα απόλυτης υποταγής, υπομένοντας με ανδρεία τους πειρασμούς και διαλύοντας
με ταπείνωση και διάκριση τις πλεκτάνες του πονηρού. Αξιώθηκε μάλιστα της μεγάλης
τιμής να κείρει με τα χέρια του τον όσιο Θεοδόσιο, το μεγάλο θεμελιωτή της μοναχικής
ζωής στη Ρωσία. Έκειρε ακόμη, στα 1062, δυο μεγάλες μορφές της Πετσέρσκαγια, τον
επιφανή βογιάρο Βαρλαάμ και τον ευνούχο του ηγεμόνα, Εφραίμ.
Γι’ αυτές όμως τις κούρες υπέμεινε μεγάλη θλίψη. Γιατί ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος
συγχύστηκε πολύ που έχασε από κοντά του δυο σπουδαία πρόσωπα, δυο χρήσιμους
συνεργάτες και θύμωσε με τους οσίους. Διέταξε να φέρουν μπροστά του εκείνον που
τόλμησε να τους κάνη μοναχούς.
Σε λίγο ο Νίκων οδηγήθηκε στον ηγεμόνα. Εκείνος τον κοίταξε με περισσή οργή και
φώναξε:
– Εσύ καλόγερε, τόλμησες να κάνης σαν κι εσένα το βογιάρο και τον ευνούχο μου;
Ναι, εγώ, με την εντολή του οσίου πατέρα μου και την ευλογία του ουράνιου Βασιλιά
Ιησού Χριστού, που τους κάλεσε σ’ αυτό το δρόμο της ασκήσεως, αποκρίθηκε ο όσιος
ήρεμα και θαρρετά.
Ο ηγεμόνας άναψε και κοκκίνισε από μανία.
Άκου να σου πω, ούρλιαξε, ή θα τους πείσεις να γυρίσουν πίσω ή θα στείλω κι εσένα
και τους συντρόφους σου στην εξορία! Και το σπήλαιό σας θα το κατασκάψω.
Ό,τι θέλεις κάνε, άρχοντα μου. Εγώ πάντως δεν έχω εξουσία ν’ αποσπώ τους
στρατιώτες του ουράνιου Βασιλιά από κοντά Του!
Αυτά είπε ο μακάριος Νίκων κι έφυγε από το παλάτι του ηγεμόνα.
Μετά από το επεισόδιο αυτό, οι αδελφοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπήλαιο
και να φύγουν μακριά, σ’ άλλο τόπο, όπου δεν θα έφτανε η ηγεμονική οργή. Τότε ο
μέγας Νίκων πήγε στο Τμουταρακάν κι εκεί, κοντά στην πολίχνη, βρήκε έναν έρημο
τόπο, όπου εγκαταστάθηκε. Επιδόθηκε αμέσως σε σκληρούς ασκητικούς αγώνες,
ζώντας με σιωπή, «μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος», προσθέτοντας καθημερινά
κόπους στους κόπους και ασκήσεις στις ασκήσεις. Δεν άργησε να γίνει γνωστή η
παρουσία του και ν’ απλωθεί η φήμη του σ’ ολόκληρη την περιοχή. Η ορθόδοξη
χριστιανική πίστη δεν είχε ακόμη στερεωθεί εκεί και η μοναχική ζωή ήταν τελείως
άγνωστη.
Σιγά-σιγά οι κάτοικοι άρχισαν να πλησιάζουν τον όσιο και να εντυπωσιάζονται από την
παράξενη γι’ αυτούς ζωή του. Εκείνος τότε, για τη δόξα του Κυρίου, έλυνε τη σιωπή
του και τους μιλούσε για τον αληθινό Τριαδικό Θεό και την αγία ορθόδοξη πίστη. Όλοι
σαγηνεύονταν από τη σοφία, τη γνώση και την αγιότητά του, μετανοούσαν και δόξαζαν
τον Κύριο με τη ζωή και τα έργα τους.
Αργότερα, ορισμένοι ζήτησαν από τον όσιο να τους κάνη μοναχούς. Κι εκείνος, αφού
τους δοκίμαζε και τους νουθετούσε, τους έκειρε. Έτσι μπήκαν οι βάσεις για την
κατοπινή ανέγερση της μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου, που έγινε σπουδαίο μοναστικό
κέντρο, ισάξιο της μονής των Σπηλαίων. Μετά το θάνατο του ηγεμόνα του
Τμουταρακάν Ροστισλάβου Βλαντιμίροβιτς, οι κάτοικοι της χώρας παρακάλεσαν τον
όσιο Νίκωνα, στον οποίο έτρεφαν απεριόριστη εμπιστοσύνη και αφοσίωση, να πάει στον
ηγεμόνα του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβο Γιαροσλάβιτς και να ζητήσει το γιο του Γκλέμπ,
για την ηγεμονία του Τμουταρακάν.
Ο όσιος εκτέλεσε μ’ επιτυχία τη διακονία που του ανέθεσε το ποίμνιό του.
Επιστρέφοντας μαζί με τον πρίγκιπα Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς, πέρασε από το Κίεβο κι
επισκέφθηκε τη μονή των Σπηλαίων. Όταν ο μακάριος ηγούμενος Θεοδόσιος αντίκρισε,
μετά από τόσα χρόνια, τον παλιό συνασκητή του, σκίρτησε από χαρά. Έπεσαν κι οι δυο
στη γη κι έβαλαν βαθιά μετάνοια ο ένας στον άλλον. Ύστερα αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας
από συγκίνηση και κάθισαν παράμερα να συζητήσουν. Είχαν τόσα να πουν…
Όταν ο μέγας Νίκων μετά από ώρα πολλή ετοιμάστηκε να φύγει, ο μακάριος Θεοδόσιος
ξέσπασε πάλι σε λυγμούς και τον παρακαλούσε να παραμείνει στα Σπήλαια, για να
συνεχίσουν μαζί την επίγεια ασκητική οδοιπορία τους.
– Πρέπει να πάω, είπε ο Νίκων, να ρυθμίσω ό,τι αφορά το μοναστήρι μου. Έπειτα, αν
είναι θέλημα Θεού, θα επιστρέψω.
Πράγματι, ο όσιος πήγε στο Τμουταρακάν με τον πρίγκιπα Γκλέμπ, όπου εκείνος
ανέλαβε την ηγεμονία της χώρας. Ο ίδιος φρόντισε να τακτοποίηση μ’ επιμέλεια τα της
μονής του και κατόπιν, σύμφωνα με την υπόσχεσή του, γύρισε στην Πετσέρσκαγια
κοντά στον όσιο Θεοδόσιο. Υποτάχθηκε με ταπείνωση στον άγιο ηγούμενο κι εκτελούσε
με ακρίβεια όλες του τις εντολές, νεκρώνοντας το δικό του θέλημα. Και ο μακάριος
Θεοδόσιος, όταν χρειαζόταν να λείψει από τη μονή, άφηνε σαν αντικαταστάτη του, στη
διαποίμανση της αδελφότητας το Νίκωνα, σαν αρχαιότερο, εμπειρότερο και
αγωνιστικώτερο όλων.
Πολλές φορές ο όσιος Νίκων, που γνώριζε την τέχνη της βιβλιοδεσίας, έραβε και έδενε
βιβλία. Τότε ο Θεοδόσιος καθόταν ταπεινά δίπλα του, αν και ήταν ηγούμενος και του
ετοίμαζε τους σπόγγους που χρειαζόταν για το εργόχειρό του. Την ώρα εκείνη, αλλά και
σε άλλες ευκαιρίες, οι δυο όσιοι μάζευαν γύρω τους τους αδελφούς και τους
νουθετούσαν με πνευματικές διδαχές και ασκητικούς λόγους.
Αργότερα όμως ξέσπασε η γνωστή μας διαμάχη ανάμεσα στους τρεις αδελφούς
ηγεμόνες του Κιέβου Ιζιασλάβο, του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβο και του Περεγιασλάβ
Βσέβολοντ. Η διαμάχη εκείνη δημιούργησε στην περιοχή μεγάλη αναταραχή, που
ανάγκασε το φιλέρημο και φιλήσυχο Νίκωνα ν’ αναχωρήσει πάλι από την Πετσέρσκαγια
μαζί με δύο μοναχούς. Γύρισε στο Τμουταρακάν, όπου έζησε μερικά χρόνια με τον ίδιο
ασκητικό ζήλο.
Όταν έμαθε ότι ειρήνευσε ο τόπος του Κιέβου, ο μακάριος πήρε πάλι το δρόμο για τη
Λαύρα. Φτάνοντας όμως εκεί διαπίστωσε πως ο όσιος Θεοδόσιος δεν ήταν πια στη ζωή.
Ηγούμενος ήταν τώρα ο φιλόθεος Στέφανος.
Ο Νίκων αποφάσισε να τελειώσει τον επίγειο βίο του στη μονή της μετανοίας του.
Έμεινε λοιπόν εκεί, κι επισκεπτόταν συχνά τον τάφο του οσίου Θεοδοσίου, λούζοντάς
τον κάθε φορά με καυτά δάκρυα χαρμολύπης. Λύπης, γιατί αποχωρίστηκε τον
αγαπημένο του πνευματικό αδελφό. Και χαράς, γιατί ήταν βέβαιος πως αναπαυόταν
τώρα μέσα στα χέρια του Θεού.
Όταν με συνεργία του πονηρού ορισμένοι αδελφοί δημιούργησαν αναταραχή στην
αδελφότητα και απομάκρυναν το μακάριο Στέφανο από την ηγουμενία της μονής,
ηγούμενος αναδείχθηκε ο όσιος Νίκων.
Με διάκριση και σοφία αγωνίστηκε ο μακάριος να φέρει την ειρήνη και την ομόνοια
στην αδελφότητα. Και το κατόρθωσε με μεγάλο κόπο, πολλή υπομονή και περισσότερη
προσευχή. Οι αδελφοί, αναγνωρίζοντας την ακεραιότητα, τη σύνεση και την αγιότητά
του, ησύχασαν και υποτάχθηκαν σ’ αυτόν, σαν σε φωτισμένο πατέρα, διδάσκαλο και
πνευματικό οδηγό.
Πολλές φορές ο μοχθηρός διάβολος προσπάθησε να δημιουργήσει νέα σκάνδαλα και να
βάλει εμπόδια στην ανύστακτη φροντίδα του οσίου να καθοδηγεί στο δρόμο της
σωτηρίας τις ψυχές που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος. Οι σκοτεινοί σκοποί του όμως δεν
μπορούσαν να σβήσουν το φως των αρετών του πιστού δούλου του Θεού.
Στα χρόνια της ηγουμενίας του μεγάλου Νίκωνος, έγινε με τρόπο θαυμαστό η
αγιογράφηση της εκκλησίας των Σπηλαίων από Έλληνες αγιογράφους, σταλμένους από
την Κυρία Θεοτόκο, όπως είδαμε πιο πάνω στη σχετική διήγηση.
Τέλος, το έτος 1088, όταν ηγεμόνας στο Κίεβο ήταν ο Βσέβολοντ Γιαροσλάβιτς, ο όσιος
Νίκων παρέδωσε την ψυχή του «εν χειρί Θεού».
Κηδεύτηκε στη μονή των Σπηλαίων, όπου μέχρι σήμερα το τίμιο σκήνωμά του
αναπαύεται άφθορο και ακέραιο, τιμημένο με τη δόξα και τη χάρη του Θεού και επιτελεί
πολλά θαύματα..
Όσιος ΝΙΚΩΝ Σουχόι
ΜΙΜΝΗΣΚΕΣΘΕ των δέσμιων ως συνδεδεμένοι, των κακουχουμένων ως και αυτοί όντες
εν σώματι», προέτρεπε ο δέσμιος του Χριστού απόστολος Παύλος τους εξ Ιουδαίων
χριστιανούς. Και η προτροπή του μας φέρνει στο νου τα δεσμά και τις κακουχίες του
μακαρίου δεσμώτη Νίκωνος.
Ο φιλόχριστος Νίκων
καταγόταν από την πόλη του
Κιέβου και προερχόταν από
οικογένεια πλούσια και
αρχοντική. Περιφρόνησε όμως
και πλούτη και δόξα,
προτιμώντας «τον ονειδισμόν
του Χριστού».
Ήρθε στο μοναστήρι των
Σπηλαίων κι έγινε γρήγορα
ένας από τους πιο αγωνιστές
μοναχούς. Ελευθέρωσε το νου
του από κάθε κοσμικό λογισμό
κι έκλινε τον τράχηλο στη
σωτήρια «αιχμαλωσία» της
υπακοής.
Όταν έκαναν την επιδρομή
στη ρωσική γη οι Πολόφτσοι,
αιχμαλώτισαν, εκτός από τον
όσιο Ευστράτιο και το μακάριο
Νίκωνα. Σιδηροδέσμιο τον
οδήγησαν στη χώρα τους και
τον φυλάκισαν μαζί με άλλους
πολλούς χριστιανούς.
Όταν έπαψαν οι εχθροπραξίες
κι έγινε ανακωχή, κάποιος
φιλάνθρωπος από το Κίεβο
ήρθε με χρυσάφι, ζητώντας από τους Πολόφτσους την εξαγορά αιχμαλώτων. Ζήτησε
τον όσιο Νίκωνα από τους πρώτους, σ’ ένδειξη σεβασμού προς το μοναχικό του σχήμα.
Αλλά ο όσιος δεν αποδέχθηκε τη φιλάνθρωπη προσφορά του χριστιανού.
– Σ’ ευχαριστώ, αδελφέ μου, του είπε. Ο Κύριος να σ’ ευλογεί για την αγάπη σου. Αλλά
δεν έχω ανάγκη εγώ την εξαγορά σου. Ελευθέρωσε με τα χρήματα σου άλλους
αιχμαλώτους.
Ο καλός άνθρωπος σκέφτηκε ότι ο όσιος περιμένει την εξαγορά του από τους πλούσιους
συγγενείς του, γι’ αυτό και δεν επέμεινε. Πλήρωσε για άλλους, τους ελευθέρωσε και
γύρισε μαζί τους στο Κίεβο.
Εκεί βρήκε τους συγγενείς του οσίου και τους πληροφόρησε για την κατάστασή του και
τον τόπο της αιχμαλωσίας του.
Χωρίς καθυστέρηση εκείνοι ήρθαν στη χώρα των Πολόφτσων με πολύ χρυσάφι, για να
ζητήσουν την απελευθέρωσή του. Μόλις όμως τους είδε ο αιχμάλωτος είπε:
— Μην ξοδεύετε άδικα την περιουσία σας. Αν ο Κύριος ήθελε να είμαι ελεύθερος, δεν
θα με παρέδιδε στα χέρια των βαρβάρων. Εκείνος στέλνει τις ευεργεσίες, εκείνος
παραχωρεί και τις δοκιμασίες. «Ει δε τα αγαθά εδεξάμεθα εκ χειρός Κυρίου, τα κακά
ουχ υποίσομεν;».
Μάταια προσπάθησαν οι συγγενείς του οσίου να τον μεταπείσουν. Μάταια τον
ικέτευσαν. Μάταια έκλαψαν. Ο δούλος του Θεού ήταν ανυποχώρητος. Στο τέλος,
οργισμένοι από τη στάση του, τον επέπληξαν αυστηρά κι έφυγαν για το Κίεβο άπρακτοι.
Οι Πολόφτσοι τότε, βλέποντας ότι εξαιτίας της αρνήσεως του σκλάβου μοναχού
στερήθηκαν μεγάλο πλούτο, έγιναν θηρία από την οργή. Για να τον εκδικηθούν
άρχισαν άσπλαχνα να τον βασανίζουν.
Επί τρία χρόνια τον μαστίγωναν, τον έκαιγαν, τον ράβδιζαν, τον έσκιζαν με κοφτερά
μαχαίρια. Και σαν έφτανε στα πρόθυρα του θανάτου, τον άφηναν για λίγο να συνέλθει
κι έπειτα άρχιζαν πάλι τα βασανιστήρια. Τροφή και νερό του έδιναν μέρα παρά μέρα ή
κάθε τρεις ημέρες. Όταν δεν τον βασάνιζαν, τον έδεναν χειροπόδαρα με βαριές
σιδερένιες αλυσίδες. Το καλοκαίρι τον άφηναν να λιώνει κάτω από τον κοφτερό ήλιο.
Και το χειμώνα τον έβγαζαν στο χιόνι και μελάνιαζε ολόκληρος από την παγωνιά.
Παρά τα φοβερά του μαρτύρια όμως, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού είχε το
κουράγιο να εμψυχώνει και να στηρίζει τους συναιχμαλώτους του.
Με τη χάρη του Θεού μάλιστα επιτέλεσε εξαίσια θαύματα για την ανακούφιση τους. Δυο
χαρακτηριστικά απ’ αυτά θ’ αναφέρουμε.
Κάποτε αρρώστησαν κι έπεσαν κάτω σχεδόν όλοι οι αιχμάλωτοι από την πείνα και τις
κακουχίες. Έφτασαν οι περισσότεροι κοντά στο θάνατο. Όταν ζήτησαν τροφή από τους
ειδωλολάτρες δεσμοφύλακες, τους έφεραν ειδωλόθυτα για να τους μιάνουν. Ο όσιος με
πύρινους λόγους τους έδωσε θάρρος, αποτρέποντας τους από το μολυσμό. Έπειτα
έπεσε σε θερμή προσευχή. Και σε λίγο έγινε το θαύμα! Όλοι οι ως τότε ανήμποροι
σηκώθηκαν όρθιοι, νιώθοντας υγιείς και ακμαίοι, χορτάτοι και δυνατοί, κι ας μην είχαν
φάει ή πιει τίποτα. Και σε λίγο καιρό έδωσε ο Θεός και απελευθερώθηκαν όλοι με
εξαγορά. Άλλοτε πάλι συνέβη ν’ αρρωστήσει βαριά ο αρχιδεσμοφύλακας των
αιχμαλώτων. Καταλαβαίνοντας ότι πλησιάζει το τέλος του, κάλεσε τη γυναίκα και τα
παιδιά του και τους έδωσε εντολή να σταυρώσουν τον καλόγερο Νίκωνα πάνω από τον
τάφο του. Νόμιζε ο ανόητος ειδωλολάτρης ότι μ’ αυτή τη φρικτή ανθρωποθυσία, θα
εξευμένιζε τα δαιμόνια, που λάτρευε σαν θεούς.
Ο όσιος το πληροφορήθηκε. Και προβλέποντας τη μελλοντική μετάνοια του βαρβάρου,
όπως θα δούμε παρακάτω, προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο να τον θεραπεύσει.
Πράγματι, την ίδια ώρα ο Πολόφτσος έγινε καλά και σηκώθηκε από την κλίνη, όπου
ήταν κατάκοιτος. Βυθισμένος όμως όπως ήταν στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, δόξασε
τα δαιμόνια νια τη θεραπεία του!
Έπειτα συνέχισε όπως πρώτα ν’ απειλή και να προτρέπει τον όσιο:
— Ειδοποίησε, ανόητε, τους συγγενείς σου, να φέρουν πολύ χρυσάφι και να σε
γλιτώσουν από τα χέρια μας. Ειδοποίησέ τους, γιατί αλλιώς θα βρεις πικρό και οδυνηρό
θάνατο!
– Ο Κύριος θα με λυτρώσει δωρεάν από τ’ άνομα χέρια σας, αποκρίθηκε ειρηνικά ο
όσιος. Ο αδελφός μου Ευστράτιος, που τον πουλήσατε στους Εβραίους κι εκείνοι τον
σταύρωσαν, ήρθε και με πληροφόρησε για τη σύντομη απελευθέρωσή μου. «Με τις
προσευχές των οσίων πατέρων μας Αντωνίου και Θεοδοσίου», μου είπε, «σε τρεις
ημέρες θα βρίσκεσαι στο μοναστήρι των Σπηλαίων».
Οι Πολόφτσοι δεν κατάλαβαν τη σημασία των λόγων του οσίου. Ο αρχιδεσμοφύλακας
νόμισε πως ο αιχμάλωτος είχε την πρόθεση να δραπετεύσει. Για να εμποδίσει λοιπόν
την απόδρασή του, τράβηξε το ξίφος και του κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα στα
πόδια. Ποτάμι άρχισε να τρέχει το αίμα από τις κομμένες φλέβες του γενναίου Νίκωνος,
που υπέμεινε το μαρτύριο χωρίς την παραμικρή κραυγή πόνου. Πριν φύγει ο αιμοβόρος
βάρβαρος άφησε ισχυρή φρουρά για τη φύλαξή του. Ήταν έτσι βέβαιος ότι δεν θα
μπορούσε να δραπέτευση.
Πέρασαν τρεις ημέρες. Ο φιλάνθρωπος Θεός είχε σταματήσει την αιμορραγία από τα
πόδια του αθλοφόρου, αλλά οι πληγές ήταν φρικτές και η μετακίνηση του αδύνατη.
Ξαφνικά, γύρω στο μεσημέρι, οι οπλισμένοι στρατιώτες έχασαν τον όσιο από τα μάτια
τους. Είχε γίνει αόρατος! Άκουγαν για λίγο τη φωνή του μόνο να ψέλνει: —Πάσα πνοή
αινεσάτω τον Κύριον!… Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών!…
Σε λίγο όμως δεν άκουγαν ούτε τη φωνή. Ο όσιος είχε φύγει μακριά! Μεταφέρθηκε
αυτοστιγμεί αόρατα στην εκκλησία της Κυρίας Θεοτόκου των Σπηλαίων!
Την ώρα εκείνη οι πατέρες τελούσαν τη Θεία Λειτουργία κι έψελναν τα Τυπικά. Σαν
είδαν ξάφνου μπροστά τους το μακάριο Νίκωνα, τα έχασαν. Διέκοψαν την ψαλμωδία
και τον περικύκλωσαν σαστισμένοι. Με δέος και έκπληξη τον ρωτούσαν:
— Αδελφέ, πως βρέθηκες εδώ; Σε είχαμε για χαμένο. Πως ήρθες; Τι συνέβη;
Βροχή έπεφταν οι ερωτήσεις επάνω στον όσιο. Εκείνος στην αρχή σιωπούσε, μη
θέλοντας ν’ αποκάλυψη το θαύμα. Πως να το κρύψει όμως, όταν οι αδελφοί τον
έβλεπαν δεμένο με τα σιδερένια δεσμά, με το σώμα καταπληγωμένο και κυρτωμένο από
τις ταλαιπωρίες και την ασιτία, με τα κατακομμένα πόδια;
Όλοι οι πατέρες συνέχισαν να τον ικετεύουν.
— Σ’ εξορκίζουμε αδελφέ, πες μας όλη την αλήθεια. Μη μας κρύψεις τίποτα, για να
δοξάσουμε το Θεό και να τιμήσουμε τα θαυμαστά έργα Του!
Τότε ο όσιος διηγήθηκε όλα όσα του συνέβησαν στα χρόνια της αιχμαλωσίας.
Παρακάλεσε όμως τους αδελφούς να μην του βγάλουν τα δεσμά, αλλά να τον αφήσουν
να τελειώσει μ’ αυτά την επίγεια ζωή του.
Αλλά επενέβη ο ηγούμενος.
– Αδελφέ, είπε, αν ο Κύριος ήθελε να σε βλέπει μέσα σ’ αυτά τα δεσμά, δεν θα σ’
ελευθέρωνε θαυματουργικά από την αιχμαλωσία. Κάνε λοιπόν υπακοή και βγάλ’ τα.
Ο όσιος δεν έφερε αντίρρηση. Τα μαρτυρικά εκείνα σίδερα μεταφέρθηκαν στην
εκκλησία. Αργότερα τα έλιωσαν και τα χρησιμοποίησαν για την κατασκευή βοηθητικών
σκευών του ιερού βήματος.
Πέρασε πολύς καιρός. Με τους Πολόφτσους υπογράφθηκε συνθήκη ειρήνης. Πολλοί
βάρβαροι ασπάστηκαν τότε την αγία πίστη του Χριστού και βαπτίστηκαν. Ανάμεσα σ’
αυτούς ήταν και ο Πολόφτσος, εκείνος που κατέκαψε τα πόδια του μακαρίου Νίκωνος.
Όταν ήρθε κάποτε στη μονή των Σπηλαίων για να προσκυνήσει, είδε το γερασμένο πια
όσιο και τον αναγνώρισε.
Πήγε αμέσως στον ηγούμενο. Με δάκρυα μετανοίας και συντριβής του διηγήθηκε με
κάθε λεπτομέρεια την ανόσια συμπεριφορά του απέναντι στον άγιο του Θεού και ζήτησε
συγχώρηση για τις μεγάλες αμαρτίες που είχε διαπράξει τότε που αγνοούσε την
αλήθεια. Ο ηγούμενος δόξασε το Θεό και αφού παρηγόρησε τον Πολόφτσο με
συμβουλές και νουθεσίες, του είπε να γυρίσει στον τόπο του.
Εκείνος όμως δεν θέλησε να φύγει πια από το μοναστήρι! Έπεσε στα πόδια του
ηγουμένου και τον παρακαλούσε με θρήνους να τον δεχτή και να τον συγκαταλέξει στη
χορεία των πατέρων της μονής, κάνοντάς τον μοναχό.
Συγκινημένος ο ηγούμενος τον κράτησε, τον δοκίμασε αρκετό χρόνο και, αφού τον
έκρινε άξιο, του έδωσε το άγιο αγγελικό σχήμα.
Ο Πολόφτσος τελείωσε με μετάνοια την επίγεια ζωή του, υπηρετώντας με αξιοθαύμαστη
αυταπάρνηση την αδελφότητα και ιδιαίτερα τον ανήμπορο πρώην αιχμάλωτό του όσιο
Νίκωνα.
Στη μνήμη των πατέρων της Λαύρας, ο μακάριος Νίκων έμεινε με την επωνυμία
«σουχόι», δηλαδή ξηρός, γιατί από την ασιτία, τη δίψα, τις κακουχίες, τα τραύματα και
τις αιμορραγίες, αποστεώνθηκε και στέγνωσε, «επάγη δέρμα αυτού επί τα οστέα αυτού,
εξηράνθη, εγεννήθη ώσπερ ξύλον», κατά τον προφήτη Ιερεμία.
Έτσι σχεδόν εξαϋλωμένος και ασώματος ο όσιος, πολιτευόταν σαν άγγελος πάνω στη
γη, φλεγόμενος από αγάπη στο Θεό και λάμποντας σαν ήλιος ακτινοβόλος σ’ όλη τη
ρωσική γη.
Μετά τη μακαριά κοίμηση του οσίου Νίκωνος, το σεπτό λείψανό του, παρέμεινε
αμάραντο και άφθαρτο, περιβεβλημένο τη δόξα τ’ ουρανού.
Αυτή η δόξα περιβάλλει μέχρι σήμερα το τίμιο σκήνωμα, που παραμένει στο σπήλαιο
της Λαύρας, μαρτυρώντας με ιάσεις και ποικίλα θαύματα, τη μακαριότητα που
απολαμβάνει στις ουράνιες μονές η ψυχή του αγίου Νίκωνος, κοντά στο Δεσπότη
Χριστό.
Όσιος ΠΡΟΧΟΡΟΣ, ο θαυματουργός
Ο ΠΟΛΥΕΛΕΟΣ και πολυεύσπλαχνος
Κύριος πολύ συχνά παραχωρεί να
βρουν τους ανθρώπους δυστυχίες και
θλίψεις, αποβλέποντας μ’ αυτές στην
παιδαγωγία, τη νουθεσία και τη
διόρθωσή τους. Δεν παραλείπει όμως
κάθε φορά, ως φιλάνθρωπος, να
«ποιοι συν τω πειρασμώ και την
έκβαση;», όπως βλέπουμε και στο βίο
του οσίου Προχόρου του
θαυματουργού.
Ο όσιος Πρόχορος έλαμψε με τη ζωή
και τα έργα του στα χρόνια του
μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Μιχαήλ
Σβιατοπόλκ Ιζιασλάβιτς, φημισμένου
για τη σκληρότητα και τις αδικίες του.
Πολλές θλίψεις και βάσανα υπέμειναν
οι κάτοικοι του Κιέβου στο διάστημα
της εξουσίας του. Τα βάσανα τους
πλήθαιναν περισσότερο με τις
αδιάκοπες επιδρομές των Πολόφτσων
και άλλων γειτονικών λαών εναντίον
του Κιέβου. Οι συνεχείς πόλεμοι με
τους εξωτερικούς εχθρούς, καθώς
επίσης και οι εμφύλιοι σπαραγμοί μεταξύ των Ρώσων ηγεμόνων, οι διωγμοί, οι
αιχμαλωσίες, οι λεηλασίες και οι ποικίλες αναταραχές, ήταν μόνιμες αιτίες φτώχειας,
δυστυχίας και οδύνης του ρώσικου λάου.
Σ’ αυτά τα δύσκολα και ζοφερά χρόνια ήρθε από το Σμολένσκ στη μονή των Σπηλαίων
ο μακάριος Πρόχορος, ζητώντας από τον ηγούμενο Ιωάννη να τον κείρει μοναχό και να
τον συναριθμήσει με τα πνευματικά του τέκνα. Μετά από κανονική και προσεκτική
δοκιμασία, που φανέρωσε καθαρά τον ένθεο ζήλο του φιλόθεου Προχόρου, ο
ηγούμενος τον έκειρε κατά την επιθυμία του. Με πολλή βία και απαρέγκλιτη ακρίβεια
στις αρχές του μοναχικού βίου, πολεμούσε ο όσιος τους νοητούς εχθρούς κι επιδιδόταν
στις ασκήσεις που του ανέθετε ο γέροντάς του. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και η άσκηση
της αυστηρής νηστείας. Όχι μόνο δεν γευόταν ποτέ άλλη τροφή εκτός από ψωμί και
νερό, αλλά και αυτό το ψωμί του ήταν φτιαγμένο από το κατάπικρο χόρτο λέμπεντα.
Κάθε καλοκαίρι μάζευε ο ίδιος το χόρτο αυτό, το έτριβε κι ετοίμαζε ψωμιά για όλο το
χρόνο.
Σ’ όλη του τη ζωή ο όσιος τρεφόταν με λέμπεντα, γι’ αυτό οι συνασκητές του, του
έδωσαν την προσωνυμία «λέμπεντνικ». Άλλο χορταρικό ή κηπουρικό δεν έβαλε στο
στόμα του μέχρι την κοίμησή του. Ούτε ψωμί σταρένιο έφαγε, πέρα από το αντίδωρο
που έπαιρνε στην εκκλησία.
Ο πανάγαθος Θεός, βλέποντας τη βία και την υπομονή του μακαρίου, μετέβαλε για
χάρη του την πίκρα του χόρτου αυτού σε γλυκύτητα, κι έτσι το ψωμί που ετοίμαζε
εκείνος, έπαιρνε μια γλυκεία, ευχάριστη γεύση. Μόλις διαπίστωσε ο όσιος το θαύμα
τούτο του Κυρίου «εχάρη χαράν μεγάλην σφόδρα» και μ’ ευγνωμοσύνη προς τον
ουράνιο Ευεργέτη του, συνέχισε με περισσή προθυμία την παθοκτόνο άσκησή του.
Στη ζωή του θείου Προχόρου, εκπληρώνονταν οι προτρεπτικοί λόγοι του Σωτήρος: «Μη
μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε… Εμβλέψατε εις τα πετεινό του
ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας και ο πατήρ
υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά».
Σαν τα πουλιά τ’ ουρανού και ο όσιος, αμέριμνος και παραδομένος στην πρόνοια και
την αγάπη του Θεού, τρεφόταν με τροφή που δεν έσπειρε και δεν καλλιέργησε.
Πήγαινε στους τόπους που έσπερνε αντί γι’ αυτόν ο ουράνιος Σποριάς, μάζευε το
καλλιεργημένο από Κείνων χόρτο και γύριζε στο μοναστήρι δοξολογώντας Τον για τις
ευεργεσίες Του.
Τα χρόνια εκείνα, λόγω των πολεμικών αναστατώσεων, έπεσε μεγάλη πείνα στη Ρωσία.
Το φάσμα του θανάτου απειλούσε τους κατοίκους του Κιέβου. Ο Κύριος τότε, θέλοντας
να σώσει τους ανθρώπους από το φρικτό θάνατο της πείνας, αλλά και να δοξάσει τον
πιστό δούλο Του Πρόχορο, έκανε να φυτρώσουν στη γύρω περιοχή τόσα πολλά
λέμπεντα, όσα ποτέ άλλοτε. Ο όσιος ακούραστος, με ιδιαίτερο ζήλο, μάζευε ασταμάτητα
το χόρτο σε μεγάλες ποσότητες, ετοίμαζε νύχτα και μέρα ψωμιά και τα μοίραζε στους
φτωχούς και πεινασμένους.
Μερικοί θέλησαν να μιμηθούν το μακάριο και να φτιάξουν μόνοι τους ψωμί από
λέμπεντα. Ήταν όμως αδύνατο να το γευτούν, γιατί έγινε πικρό σαν αψιθιά και μαύρο
σαν κάρβουνο. Τότε κατάλαβαν ότι κάποιο θαύμα επιτελούσε ο μεγαλοδύναμος θεός με
το θεσπέσιο δούλο Του και δεν επιχείρησαν άλλη φορά να τον μιμηθούν. Όλοι όσοι
είχαν ανάγκη απευθύνονταν στον όσιο. Κι εκείνος κανένα δεν άφηνε να φυγή μ’ άδεια
χέρια. Το ψωμί που τους έδινε, πράγμα ανεξήγητο, όχι μόνο δεν πίκριζε, αλλά ήταν
γλυκύτατο και νοστιμότατο, καλύτερο κι απ’ το σταρένιο.
Συνέβη όμως κι ένα άλλο παράδοξο.
Κάποιος αδελφός, αφού δοκίμασε να φτιάξη μόνος του ψωμί από λέμπεντα και απέτυχε,
σκέφτηκε να πάρει κρυφά από τα ψωμιά του οσίου. Πήρε μία και δύο και τρεις φορές.
Κάθε φορά όμως που το δοκίμαζε, έβρισκε πως ήταν πικρό. Ντράπηκε ν’ αποκαλύψει
στον όσιο την αμαρτία του. Τελικά, βασανισμένος από την πείνα, πήγε και διηγήθηκε
την πράξη και το πάθημά του στον ηγούμενο Ιωάννη. Ο ηγούμενος δεν τον πίστεψε
στην αρχή. Έστειλε έναν άλλο αδελφό να πάρει κι εκείνος κρυφά ένα από τα ψωμιά του
Προχόρου. Ούτε κι αυτό όμως μπόρεσαν να το γευτούν από τη μεγάλη του πικράδα.
Θέλοντας να διαλευκάνει οπωσδήποτε το μυστήριο, ο ηγούμενος σκέφτηκε ένα άλλο
τέχνασμα.
– Πήγαινε στον πατέρα Πρόχορο, είπε στον αδελφό και ζήτησε του ένα ψωμί για μένα.
Καθώς θα φεύγεις όμως, πάρε κρυφά άλλο ένα και φέρ’ το κι αυτό εδώ.
Ό αδελφός εκτέλεσε κατά γράμμα την εντολή. Σε λίγο παρουσιάστηκε με δυο ψωμιά.
Αλλά να! Το ψωμί που πήρε από τα χέρια και με την ευλογία του οσίου ήταν
χρυσόχρωμο και γλυκόγευστο, ενώ το άλλο ήταν μαύρο και κατάπικρο.
Μετά κι απ’ αυτή την επιβεβαίωση, το θαύμα διαδόθηκε παντού και δόξασαν όλοι,
μοναχοί και λαός, το φιλάνθρωπο Κύριο, που έστειλε βοήθεια στους πεινασμένους δια
μέσου του θαυματουργού οσίου.
Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Σβιατοπόλκ και τους πρίγκιπες του
Βλαντιμίρ και Περεμίσλσκ, δεν μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το Κίεβο έμποροι
τροφίμων. Ενώ όμως υπήρχαν αποθέματα άλλων προϊόντων, παρουσιάστηκε μεγάλη
έλλειψη αλατιού.
Όταν ο μακάριος Πρόχορος είδε την ανάγκη του λαού, μάζεψε από τα κελιά των
αδελφών όλη τη στάχτη, τη συγκέντρωσε στο κελί του κι έπεσε σε θερμή και εγκάρδια
προσευχή. Η στάχτη δεν άργησε να μεταβληθεί σε γνήσιο, λευκό, καθαρό αλάτι!
Ο όσιος ειδοποίησε να έρθουν και να πάρουν όσοι θέλουν. Γρήγορα μαθεύτηκε ότι ο
σπηλαιώτης Πρόχορος μοίραζε αλάτι κι έτρεχαν όλοι να προμηθευτούν απ’ αυτόν. Το
πιο παράδοξο ήταν, ότι το αλάτι εκείνο δεν τελείωνε ποτέ. Όσο το μοίραζε ο όσιος, τόσο
αυξανόταν. Έτσι ο λαός, που προηγουμένως έψαχνε μάταια στην αγορά για ν’ αγοράσει
λίγο αλάτι σε πολύ ανεβασμένη τιμή, έτρεχε τώρα στη μονή των Σπηλαίων να πάρει
όσο ήθελε δωρεάν. Μερικοί όμως μαυραγορίτες έμποροι, που εκμεταλλεύονταν την
έλλειψη του αλατιού για να πλουτίσουν και το πουλούσαν σε αστρονομικές τιμές,
οργίστηκαν εναντίον του οσίου και πήγαν να παραπονεθούν στον ηγεμόνα.
-Άρχοντα, του είπαν, ο καλόγερος Πρόχορος των Σπηλαίων, μας έκανε μεγάλη ζημιά. Η
αγορά άδειασε, γιατί όλοι τρέχουν να πάρουν από Κείνων αλάτι δωρεάν. Κι εμείς, που
σου πληρώνουμε τόσους φόρους, δεν μπορούμε να πουλήσουμε το αλάτι που είχαμε
κρύψει στις αποθήκες μας. Καταστραφήκαμε εξαιτίας του.
Ο πονηρός και φιλάργυρος Σβιατοπόλκ σκέφτηκε να εκμεταλλευτή την περίσταση και
να ωφεληθεί διπλά: και τους εμπόρους να ικανοποίηση και ο ίδιος να κερδίσει χρήματα
πολλά. Έστειλε λοιπόν ανθρώπους ν’ αρπάξουν το αλάτι του μακαρίου Προχόρου και να
το φέρουν στο παλάτι του. Όρισε πολύ υψηλή τιμή πωλήσεως, ενώ ταυτόχρονα
πληροφόρησε το λαό ότι το αλάτι θα πωλείται πλέον μόνο από την ηγεμονική αυλή.
– Για χάρη σας θα λεηλατήσω τον καλόγερο, είπε στους εμπόρους.
Το είπε και το έκανε.
Όταν όμως το αλάτι μεταφέρθηκε στην αυλή του Σβιατοπόλκ, είδαν όλοι πως ήταν
στάχτη! Ο ηγεμόνας είπε σε μερικούς να δοκιμάσουν.
– Στάχτη είναι! Στάχτη! διαβεβαίωσαν εκείνοι.
Κανείς δεν μπορούσε να εξήγηση τι είχε συμβεί. Αμήχανος ο Σβιατοπόλκ πρόσταξε να
τη φυλάξουν για τρεις ημέρες, μήπως κατόρθωναν να εξηγήσουν το παράδοξο εκείνο
φαινόμενο. Οι τρεις ήμερες πέρασαν, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Έτσι ο ηγεμόνας διέταξε
να πετάξουν εκείνη την άχρηστη στάχτη πίσω από το παλάτι, λίγο πιο πέρα από τη
θύρα των υπηρετών.
Στο μεταξύ ο λαός συνέχιζε να έρχεται στον όσιο Πρόχορο και να ζητά αλάτι. Όταν
μάθαιναν για την αρπαγή του, έφευγαν λυπημένοι και μ’ άδεια χέρια, ξεστομίζοντας
κατάρες για Κείνων που το έκλεψε. Ο όσιος τους παρηγορούσε λέγοντας:
—Όταν ο πρίγκιπας πετάξει το αλάτι, να πάτε και να το μαζέψετε. Θα το βρείτε
σωριασμένο στην πίσω πόρτα του παλατιού.
Πράγματι, πήγαν οι άνθρωποι εκεί και αντί για στάχτη βρήκαν αλάτι!
Όταν διαδόθηκε πως υπήρχε αλάτι έξω από το πριγκιπικό ανάκτορο, όλοι έτρεχαν να
πάρουν όσο μπορούσαν.
Ο ηγεμόνας πήγε να τρελαθεί από την απόγνωση και το κακό του. Ζήτησε να μάθη
λεπτομέρειες για τον άγιο Πρόχορο. Τον πληροφόρησαν για την ασκητική ζωή και τα
θαύματά του — όχι μόνο για τη μεταβολή της στάχτης σε αλάτι, αλλά και για την
Παρασκευή γλυκού ψωμιού από το πικρό λέμπεντα.
Ο Σβιατοπόλκ τότε ντράπηκε για την πράξη του, πήγε μετανιωμένος στη μονή των
Σπηλαίων και πρόσπεσε στον όσιο με δάκρυα, ζητώντας συγχώρηση και δίνοντας
υποσχέσεις να μην αδικήσει κανένα στο μέλλον. Ακόμη, με την εντολή και μεσολάβηση
του οσίου, συμφιλιώθηκε και με τον ηγούμενο Ιωάννη, με τον οποίο βρισκόταν σε
ρήξη, επειδή ασκούσε εναντίον του σκληρό έλεγχο για τις αδικίες και τις ανομίες του.
Μέχρι το τέλος της ζωής του ο ηγεμόνας έτρεφε βαθύ σεβασμό απέναντι στον όσιο και
άκουγε με ταπείνωση τις συμβουλές του. Κάποια μέρα μάλιστα του ανακοίνωσε μια
ιδιαίτερη επιθυμία του:
– Αν είναι θέλημα Θεού πάτερ ν’ αναχωρήσω για τον άλλο κόσμο πριν από σένα, σε
παρακαλώ να με βάλεις εσύ στον τάφο, με τα ίδια σου τα χέρια. Αν πάλι φύγεις εσύ
πρώτος, άφησέ με, άγιε του Θεού, να μεταφέρω το σώμα σου με τα δικά μου χέρια στο
σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, μήπως έτσι ο Κύριος με λυπηθεί και συγχωρήσει τη
βαρεία αμαρτία που διέπραξα σε βάρος σου.
Πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια. Κάποτε ο όσιος αρρώστησε και κατάλαβε ότι τελείωνε
η επίγεια ζωή του. Έστειλε λοιπόν μήνυμα στον ηγεμόνα Σβιατοπόλκ, που πολεμούσε
τότε τους Πολόφτσους: «Άρχοντα, πλησίασε η ώρα της αναχωρήσεώς μου από τη γη.
Αν θέλεις να εκπληρώσεις την επιθυμία σου και να βρεις από το Θεό έλεος, έλα να
λάβεις τη συγχώρηση και να με τοποθετήσεις με τα χέρια σου στο μνήμα. Περιμένω τον
ερχομό σου. Αν καθυστερήσεις και αναχωρήσω χωρίς να ιδωθούμε, δεν θα είναι δικό
μου το φταίξιμο για ότι θ’ ακολουθήσει. Γιατί τότε η εκστρατεία σου δεν θα έχει την
έκβαση που θα είχε αν ερχόσουν εγκαίρως και με προλάβαινες ζωντανό».
Μόλις πήρε το μήνυμα ο Σβιατοπόλκ, άφησε το στράτευμά του κι έτρεξε όλο αγωνία
στη μονή των Σπηλαίων. Πρόλαβε το μακάριο Πρόχορο στην επιθανάτια κλίνη.
Στην τελευταία του συζήτηση με τον ηγεμόνα, ο όσιος του μίλησε πολύ για την αγάπη,
την ελεημοσύνη, τις υποχρεώσεις του απέναντι στο λαό που διοικούσε, κι ακόμη για τη
μέλλουσα κρίση, τη μεταθανάτια ζωή, τα αιώνια αγαθά των δικαίων και τ’ ατέλειωτα
βάσανα τον αμαρτωλών. Ύστερα του έδωσε συγχώρηση για την αδικία που είχε
διαπράξει σε βάρος του, τον ευλόγησε και τον αποχαιρέτησε εγκάρδια. Τέλος, ύψωσε τα
τίμια χέρια του στον ουρανό και παρέδωσε γαλήνια το πνεύμα του στα χέρια του Θεού.
Ο Σβιατοπόλκ σήκωσε δακρυσμένος το σώμα του οσίου. Με τη συνοδεία των μοναχών
το μετέφερε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου και το τοποθέτησε στον τάφο. Οι αδελφοί
το κήδεψαν με τιμές, ενώ ο ηγεμόνας έφυγε αμέσως για το στρατό του.
Η συνέχεια της εκστρατείας ήταν θριαμβευτική. Ο Σβιατοπόλκ προήλασε ακάθεκτος και
συνέτριψε τους Πολόφτσους μέσα στις ίδιες τις περιοχές τους, υποτάσσοντάς τες
ολοκληρωτικά κι αιχμαλωτίζοντας πλήθη Βαρβάρων. Ήταν μια νίκη χαρισμένη από το
Θεό στο ρωσικό έθνος, με την προσευχή του θεοφιλούς Προχόρου.
Από τότε ο ηγεμόνας, κάθε φορά που ξεκινούσε για εκστρατεία η για κυνήγι, περνούσε
από το μοναστήρι των Σπηλαίων για να προσευχηθεί στην εικόνα της Υπεραγίας
Θεοτόκου, να πάρει την ευλογία των πατέρων και να προσκυνήσει τους τάφους των
οσίων Αντωνίου, Θεοδοσίου και Προχόρου.
Ο άγιος Πρόχορος και μετά την κοίμησή του, αδιάκοπα φροντίζει για τον ορθόδοξο
ρωσικό λαό. Κάνει πολλά θαύματα για να τον ανακουφίση από συμφορές, πείνες,
επιδρομές και επιδημίες, πρεσβεύοντας πάντοτε γι’ αυτόν στον πανάγαθο και
παντοδύναμο
Όσιοι ΣΠΥΡΙΔΩΝ και ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ, οι προσφοράρηδες
ΓΕΜΑΤΗ χάρη Θεού, είναι κάθε καρδιά
απλή και καθαρή.
Κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος,
είναι κάθε άνθρωπος ξένος προς την
πονηρία, την κακία και την υποκρισία.
Σ’ αυτή τη χορεία των εκλεκτών του
Κυρίου, ανήκε και ο όσιος πατέρας μας,
Σπυρίδων ο προσφοράρης, ο όντως
απλούς, άκακος και απονήρευτος σαν
μικρό παιδί.
Ο μακάριος Σπυρίδων καταγόταν από
φτωχή και άσημη οικογένεια. Ήταν
εντελώς αγράμματος και τραχύς στους
τρόπους, αλλ’ αυθόρμητος και
ανεπιτήδευτος.
• Ένας «χωριάτης» για τους
αριστοκράτες,
• ένας «αγροίκος» για τους
μεγαλωμένους στα σαλόνια,
• ένας «μωρός» για τους σοφούς του κόσμου τούτου.
Κι όμως ο όσιος, ξεπέρασε σε αξία και τους σοφούς και τους ισχυρούς και τους
ευγενείς, με την ανώτερη πνευματική του ζωή, με τα θεάρεστα έργα της αρετής του, με
την ασκητική Βία, με το φόβο του Θεού, που είναι η αρχή και η πηγή της πραγματικής
σοφίας.
Ο όσιος Σπυρίδων, ήρθε στη μονή των Σπηλαίων και άρχισε την τραχεία ασκητική του
ζωή στα 1139.
Ήταν ήδη σε ώριμη ηλικία, αλλά δεν ήξερε γράμματα, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να
μελετά τα ιερά βιβλία.
Αυτό τον γέμιζε θλίψη.
Προσευχήθηκε ολόκαρδα στον Κύριο να του δώσει φωτισμό και δύναμη για να μάθη
ανάγνωση.
Πράγματι, με σκληρή προσπάθεια, σε πολύ λίγο χρόνο έμαθε να διαβάζει. Ήταν
απερίγραπτη η χαρά του που μπορούσε πια να μελετά τα θεία λόγια του Κυρίου και τα
θεόπνευστα έργα των αγίων. Έμαθε απ’ έξω ολόκληρο το Ψαλτήρι και το έλεγε μ’
ευλάβεια και ψυχική μέθεξη κάθε μέρα, την ώρα που εργαζόταν με υπομονή και
επιμέλεια στα διακονήματα του μοναστηρίου.
Ηγούμενος τα χρόνια εκείνα, ήταν ένας μεγάλος νηστευτής και αγωνιστής ιερομόναχος,
ο μακάριος Ποιμήν.
Βλέποντας την καθαρότητα, την ακακία, την ευσέβεια και τη φιλοπονία του
υποτακτικού του Σπυρίδωνος, του ανέθεσε το ευλογημένο διακόνημα του προσφοράρη.
Ο όσιος θα έφτιαχνε τα πρόσφορα για το μεγάλο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και γι’
αυτό ήταν ολόχαρος και συγκινημένος βαθιά.
Με ψαλμούς,
με ύμνους,
με ωδές πνευματικές
και με την αδιάλειπτη ευχή του Ιησού,
εκτελούσε τη θεοφιλή διακονία του ο δίκαιος Σπυρίδων:
Έκοβε ξύλα,
έκαιγε το φούρνο,
κοσκίνιζε το αλεύρι,
έπλαθε το ζυμάρι…
Κάποια μέρα, εκτελώντας τη συνήθη εργασία του, ο όσιος άναψε φωτιά στο φούρνο,
για να ψήσει τα πρόσφορα που είχε ετοιμάσει. Ξαφνικά όμως μια σπίθα πήδησε μέσ’
από τις φλόγες και πετάχτηκε μέχρι το καλαμένιο ταβάνι, που άρπαξε αμέσως φωτιά.
Αμέσως ο δούλος του Θεού έβγαλε το μανδύα του κι έκλεισε μ’ αυτόν βιαστικά το
άνοιγμα του φούρνου. Έπειτα έβγαλε και το τρίχινο πουκάμισό του, έδεσε τα μανίκια
μεταξύ τους, έτρεξε στο κοντινό πηγάδι και το γέμισε νερό! Επιστρέφοντας γοργά
φώναξε:
– Αδελφοί! Βοήθεια! Φωτιά! Τρέξτε!
Έτρεξαν οι αδελφοί με κουβάδες, αλλά τι να δουν!
Ο μανδύας, με τον οποίο ο όσιος είχε κλείσει τον αναμμένο φούρνο, ήταν εντελώς
απείραχτος από τη φωτιά. Και το δεμένο πουκάμισο ήταν γεμάτο νερό, σαν ασκί
στεγανό και δεν άφηνε ούτε μια σταγόνα να χυθεί! Με το νερό εκείνο έσβησε ο
μακάριος τη φωτιά, χωρίς να χρειαστεί τη βοήθεια των αδελφών.
Κι αυτοί δόξασαν το Θεό, που η χάρη Του ολοφάνερα επισκίαζε και βοηθούσε τον
πνευματοφόρο αδελφό τους.
Βοηθός του οσίου Σπυρίδωνος στο προσφορειό ήταν ο μοναχός Νικόδημος.
Ευλαβέστατος και υπάκουος, αληθινά νεκρός για τον κόσμο, τη σάρκα και το σαρκικό
θέλημα, προσπαθούσε πάντοτε με ζήλο κι επιμέλεια, να μιμητοί τον ευλογημένο
Σπυρίδωνα, τόσο στους χειρωνακτικούς κόπους, όσο και στο θεάρεστο ήθος, στην
αδιάλειπτη προσευχή, στον ενάρετο βίο.
Έφτασε έτσι σε μεγάλα μέτρα αρετής και αγιότητας.
0ι δύο όσιοι, αφού διακόνησαν θεοφιλώς το μοναστήρι τους τριάντα χρόνια σαν
προσφοράρηδες, κοιμήθηκαν ειρηνικά εν Κυρίω, σε βαθύ γήρας και πήγαν να
συναντήσουν τον ποθούμενο Ιησού, τον Άρτο της Ζωής, «τον εσθιόμενον και μηδέποτε
δαπανώμενον»
Ο Όσιος ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ, καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων
ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ Βασίλιεφ (σημερινό Βασίλκωφ), κοντά στο Κίεβο, ζούσαν
οι ευσεβείς χριστιανοί γονείς του οσίου Θεοδοσίου. Οκτώ μέρες μετά
τη γέννησή του, στα 1029, οι γονείς του τον έφεραν στον Ιερέα για να
του δώσει τ’ όνομά του. Εκείνος, μόλις τον αντίκρισε, πρόβλεψε με τα
μάτια της ψυχής του, πως από μικρός θ’ αφιερωνόταν στο Θεό και τον
ονόμασε Θεοδόσιο. Μετά από σαράντα μέρες έγινε η βάπτιση. Ο μικρός
μεγάλωνε κάτω από τη στοργή των γονέων του, ενώ η χάρη του Θεού
τον επισκίαζε.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι γονείς του αναγκάστηκαν με διαταγή
του ηγεμόνα να μετοικήσουν μακριά, σε άλλη πόλη, στο Κούρσκ. Αυτό
ήταν οικονομία Θεού, για να λάμψη εκεί ο μικρός Θεοδόσιος με την
ενάρετη ζωή του.
Σ’ αυτή την πόλη μεγάλωνε σωματικά, αλλ’ αυξανόταν και πνευματικά
στη σοφία και στην αγάπη του Θεού. Μελετούσε μ’ επιμέλεια το θείο
λόγο και πολύ γρήγορα έγινε κάτοχος όλης της Αγίας Γραφής. Όλοι
έμεναν έκπληκτοι από τη σοφία του, την αντίληψη και την ταχύτητα εκμαθήσεως.
Καθημερινά επισκεπτόταν το ναό του Θεού και παρακολουθούσε μ’ όλη του την προσοχή τις
ιερές ακολουθίες.
Στις συντροφιές των συνομηλίκων του δεν πλησίαζε, όπως συνήθως γίνεται, αλλ’
αποστρεφόταν και αντιπαθούσε τα παιχνίδια τους. Και δεν του άρεσε καθόλου να στολίζεται με
φανταχτερά ρούχα. Ένιωθε ευχαρίστηση να ντύνεται τα πιο απλά.
Σε ηλικία δεκατριών ετών, ο θάνατος του στέρησε τον πατέρα. Από τότε ο μακάριος έγινε
περισσότερο ασκητικός. Πήγαινε μαζί με τους υπηρέτες του σπιτιού στα χωράφια κι έκανε το
κάθε τι με βαθιά ταπείνωση.
Η μητέρα του τον μάλωνε γι’ αυτά τα φερσίματα. Απαιτούσε να ντύνεται με ωραιότερα ρούχα
και να συναναστρέφεται με τους ομοίους του.
—Εσύ, του έλεγε, έτσι που συμπεριφέρεσαι ,προσβάλλεις τον εαυτό σου και την καταγωγή σου.
Ο Θεοδόσιος όμως, όχι μόνο δεν την άκουγε, αλλά ποθούσε πιο πολύ να γίνεται ένα με τους
φτωχούς. Αυτό την εξόργιζε τόσο, ώστε πολλές φορές τον έδερνε αλύπητα. Στο μεταξύ ο
μακάριος νέος συλλογιζόταν με ποιο τρόπο θα εύρισκε τη σωτηρία του. Έτσι, όταν κάποτε
άκουσε για τους Αγίους Τόπους, όπου πραγματοποίησε ο Κύριος το έργο της σωτηρίας,
επιθύμησε να φτάσει ως εκεί και να τους προσκυνήσει.
Κι ενώ προσευχόταν πολύ γι’ αυτό, να! ήρθαν στο Κούρσκ προσκυνητές. Βλέποντάς τους ο
Θεοδόσιος, έτρεξε κοντά τους γεμάτος χαρά. Έβαλε μετάνοια, τους ασπάστηκε μ’ ευλάβεια και
τους ρώτησε από που έρχονται και που πηγαίνουν.
— Ερχόμαστε από την αγία πόλη Ιερουσαλήμ, του αποκρίθηκαν. Και, αν είναι θέλημα Θεού,
επιθυμούμε πολύ να πάμε σ’ αυτή και πάλι.
Τους παρακάλεσε τότε ο μακάριος να τον πάρουν μαζί τους. Όταν του υποσχέθηκαν πως θα
ικανοποιήσουν τον πόθο του, πέταξε από χαρά και γύρισε ευτυχισμένος στο σπίτι του. Ήρθε ο
καιρός της αναχωρήσεως και οι προσκυνητές τον ειδοποίησαν. Εκείνος σηκώθηκε νύχτα. Και
κρυφά, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, βγήκε από το σπίτι, μη κρατώντας τίποτε μαζί του,
εκτός από τ’ αναγκαία ρούχα του.
Έτσι πήρε από πίσω τους προσκυνητές.
Μα ο πανάγαθος Θεός δεν θέλησε ν’ απομακρύνει από τη γη της Ρωσίας αυτόν που προόριζε
«εκ κοιλίας μητρός» ποιμένα των λογικών προβάτων της, που θ’ ασπάζονταν το αγγελικό
σχήμα.
Όταν λοιπόν η μητέρα του υστέρα από τρεις ημέρες διαπίστωσε πως ο μικρός γιος της
αναχώρησε μαζί με τους προσκυνητές, άρχισε την καταδίωξη. Μετά από πολύ δρόμο τους
έφτασε και τους τον άρπαξε.
Ήταν τόσο μεγάλη η οργή και η μανία της, ώστε τον έπιασε από τα μαλλιά, τον έριξε καταγής
και τον χτυπούσε με τα πόδια της. Έπειτα, αφού επέπληξε άγρια τους προσκυνητές, πήρε το
δρόμο του γυρισμού. Δεμένο σαν εγκληματία έσερνε το νεαρό Θεοδόσιο. Ο θυμός της ήταν
τόσο μεγάλος, ώστε και στο σπίτι ακόμη τον χτυπούσα, μέχρι που κουράστηκε πια να τον
δέρνει.
Έπειτα τον οδήγησε σ’ ένα δωμάτιο. Τον κλείδωσε και τον άφησε δεμένο εκεί. Και ο
ευλογημένος νέος τα δεχόταν όλα με χαρά. Προσευχόταν κι ευχαριστούσε το Θεό.
Ύστερα από δυο μέρες τον έλυσε και του έδωσε να φάει. Μα η οργή της δεν είχε ακόμα
ξεθυμάνει. Του πλάκωσε τα πόδια μ’ ένα βαρύ σίδερο, επιτηρώντας τον διαρκώς για να μην της
ξαναφύγει.
Πέρασε έτσι πολλές ημέρες ο «αιχμάλωτος». Τελικά η μητέρα του φάνηκε σπλαχνική. Τον
θερμοπαρακαλούσε να μην ξαναφύγει ποτέ πια από κοντά της. Τον αγαπούσε πιο πολύ από τα
άλλα της παιδιά και δεν μπορούσε να τον αποχωριστή.
Εκείνος υποσχέθηκε πως δεν θ’ απομακρυνθεί, εφ’ όσον αυτό είναι το θέλημα του Θεού, κι έτσι
του έβγαλε τα σίδερα από τα πόδια, αφήνοντάς τον να κινείτε ελεύθερος.
Ο μακάριος Θεοδόσιος ξαναβρήκε πάλι τις παλιές του ασκήσεις και καθημερινά πήγαινε στο ναό
του Κυρίου. Δοκίμαζε όμως μεγάλη θλίψη βλέποντας πως αρκετές φορές δεν γινόταν θεία
Λειτουργία, γιατί δεν υπήρχαν πάντοτε πρόσφορα. Με το ταπεινό λοιπόν φρόνημα που τον
διέκρινε, να τι έκανε: Αγόραζε σιτάρι, το άλεθε με τα ίδια του τα χέρια, έψηνε τα πρόσφορα και
τα πήγαινε στην εκκλησία. Πουλώντας λίγα, εξοικονομούσε μερικά χρήματα και αγόραζε έτσι
σιτάρι για να ξαναφτιάξει άλλα. Όσα χρήματα περίσσευαν τα μοίραζε στους φτωχούς. Μια τέτοια
πράξη ευαρεστούσε πολύ το Θεό, γιατί έρχονταν στην εκκλησία πρόσφορα καθαρά, φτιαγμένα
από τα χέρια του αγνού αυτού νέου.
Περισσότερο από δύο χρόνια εκτελούσε το ιερό αυτό έργο. Στο διάστημα αυτό τα παιδιά της
ηλικίας του, τον αντιμετώπιζαν με ύβρεις, χλευασμούς και εχθρότητα. Εκείνος ο μακάριος τα
δεχόταν όλα με χαρά και σιωπή. Ο εχθρός όμως του καλού, βλέποντάς τον εαυτό του νικημένο
από την ταπείνωση του εργατικού νέου, δεν ησύχασε. Θέλοντας να τον αποσπάσει από το
θεάρεστο κόπο του, άρχισε να εξοπλίζει εναντίον του τη μητέρα του. Μη μπορώντας να βλέπει
το γιο της σε τέτοια ταπεινωτική, όπως πίστευε, απασχόληση, του έλεγε με αγάπη:
– Σε ικετεύω, παιδί μου, σταμάτησε αυτή τη δουλειά. Φέρνεις ντροπή στη γενιά σου… Δεν
αντέχω πια να δέχομαι απ’ όλους προσβολές. Σ’ ένα παιδί σαν κι εσένα δεν ταιριάζουν αυτές οι
ενέργειες. Άκουσέ με σε παρακαλώ μητέρα, απαντούσε με ταπείνωση.
Φορώντας ο μακάριος για λίγες ημέρες τη λαμπρή εκείνη στολή, την ένιωθε Βάρος επάνω του,
και γι’ αυτό την έδωσε στους φτωχούς. Έτσι εμφανίστηκε πάλι στο ναό με τα δικά του ταπεινά
ρούχα. Ο κυβερνήτης, σαν τον είδε μ’ αυτά, του χάρισε καινούργια στολή, καλύτερη από την
πρώτη, και τον παρακάλεσε να τη χρησιμοποιεί. Εκείνος όμως την έδωσε πάλι στους φτωχούς.
Η ιστορία επαναλήφθηκε πολλές φορές. Αυτό έκανε τον άρχοντα να τον αγαπά πιο πολύ και να
θαυμάζει την ταπεινοφροσύνη του.
Κάποτε ο Θεοδόσιος πήγε σ’ ένα σιδερά και παρήγγειλε μια σιδερένια ζώνη. Όταν ετοιμάστηκε,
την πήρε και τη φόρεσε κατά-σάρκα, χωρίς να τη βγάζει καθόλου από πάνω του. Ήταν στενή,
έσφιγγε πολύ το σώμα του και προξενούσε πόνους, που τους υπέμενε όμως καρτερικά σαν να
μη συνέβαινε τίποτε.
Σ’ ένα γιορταστικό γεύμα, που θα δινόταν στο μέγαρο του άρχοντα και θα παραβρίσκονταν όλοι
οι προύχοντες της πόλεως, έπρεπε να πάει και ο Θεοδόσιος για να υπηρετήσει. Αναγκάστηκε
λοιπόν από τη μητέρα του να ντυθεί την καλή του στολή. Καθώς τη φορούσε δεν μπόρεσε να
προφυλαχτεί, και το διακριτικό μάτι της μητέρας πρόσεξε πάνω στη φανέλα στίγματα από αίμα.
Πλησίασε να εξετάσει, και μόλις διαπίστωσε πως οφειλόταν στο σφίξιμο της σιδερένιας ζώνης,
άναψε από το κακό της. Όρμησε πάνω του με μανία, άρχισε να τον χτυπάει, του ξέσκισε τη
φανέλα και του αφαίρεσε τη ζώνη οργισμένη. Αλλά ο ευλογημένος εκείνος νέος, σα να μην του
συνέβαινε κανένα κακό, ντύθηκε τα ρούχα του και ξεκίνησε ειρηνικά για να υπηρετήσει στο
γεύμα.
Μια μέρα άκουσε στο Ευαγγέλιο τον Κύριο να λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ
εστί μου άξιος…». «Μήτηρ μου και αδελφοί μου ούτοι είσιν, οι τον λόγον του Θεού ακούοντες
και ποιούντες αυτόν». Επίσης άκουσε και άλλα: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και
πεφορτισμένοι, κάγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού ότι
πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών». Με τα λόγια
αυτά πυρπολήθηκε η καρδιά του φωτισμένου από τον Κύριο Θεοδοσίου. Και φλεγόμενος από
θείο έρωτα, συλλογιζόταν καθημερινά πως θα μπορούσε, κρυφά από τη μητέρα του, να ντυθεί
το άγιο μοναχικό σχήμα.
Κατά θεϊκή οικονομία, η μητέρα του έλειψε για αρκετές ημέρες ο μακάριος Θεοδόσιος. Ο Κύριος
και Θεός μας Ιησούς Χριστός θέλησε να γίνει φτωχός και ταπεινός. Έδωσε έτσι το παράδειγμα
για να φάνουμε κι εμείς ταπεινοί. Εκείνος δέχτηκε ύβρεις, εμπτυσμούς, ραπίσματα, και όλα τα
υπέμεινε για τη σωτηρία μας. Πόσα θα πρέπει τώρα να υπομείνουμε εμείς για χάρη Του! Και για
το έργο που κάνω, άκουσε: Ο Κύριος μας, στο Μυστικό Δείπνο, πήρε στα χέρια Του τον άρτο,
τον ευλόγησε και μοιράζοντας τον στους μαθητές είπε: «Λάβετε, φάγετε• τούτο μου εστί το
σώμα το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Αφού λοιπόν ο Κύριος ονόμασε σώμα Του
τον άρτο εκείνο, δεν θα πρέπει να χαίρομαι κι εγώ που αξιώνομαι να φτιάχνω άρτους, οι οποίοι
στο μέγα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας μεταβάλλονται σε σώμα Χριστού;
Η μητέρα του, ακούγοντας τα λόγια αυτά, θαύμασε τη σοφία του παιδιού και το άφησε ήσυχο.
Πέρασε λίγος καιρός, και μια μέρα τον βλέπει καπνισμένο από το φούρνο. Ερεθίστηκε πάλι κι
άρχισε να τον επιπλήττει — άλλοτε με ήπιο τρόπο, άλλοτε με απειλές, κάποτε χρησιμοποιώντας
και το ξύλο — για να σταματήσει μια τέτοια εργασία. Με τη συμπεριφορά της αυτή ο μακάριος
νέος δοκίμαζε μεγάλη θλίψη. Μη γνωρίζοντας τι να κάνη, μια νύχτα έφυγε κρυφά από το σπίτι
και πήγε σ’ άλλη πόλη, όχι πολύ μακριά από το Κούρσκ. Εκεί έμεινε σ’ ένα γνωστό του ιερέα και
συνέχισε το συνηθισμένο του έργο.
Η μητέρα του, αφού έψαξε όλη την πόλη και δεν τον βρήκε, καταστενοχωρήθηκε. Όταν ύστερα
από πολλές ημέρες πληροφορήθηκε που βρίσκεται, ξεκίνησε γεμάτη οργή. Τον βρήκε πράγματι
στο σπίτι του ιερέως. Χτυπώντας τον, τον έφερε πίσω.
— Από κοντά μου, τον προειδοποίησε, δεν πρόκειται πια ν’ απομακρυνθείς. Αν επιχείρησης κάτι
τέτοιο, θα σε γυρίσω δεμένο στο Κούρσκ.
Ταπεινός στην καρδιά και υπάκουος σ’ όλους, όπως ήταν ο Θεοδόσιος, κέρδισε και την αγάπη
του άρχοντα του Κούρσκ, ο οποίος παρατήρησε την ταπείνωση και την αφοσίωση του στην
Εκκλησία. Μάλιστα του είπε να επισκέπτεται και το δικό του ναό. Του πρόσφερε ακόμη μια
όμορφη φορεσιά για να πηγαίνει μ’ αυτήν εκεί από το Κούρσκ. Και ο μακάριος, γεμάτος χαρά,
έκανε την προσευχή του στο Θεό και αναχώρησε κρυφά από το σπίτι.
Βάδιζε προς την πόλη του Κιέβου, γιατί είχε ακούσει για τους μοναχούς που ζούσαν εκεί. Δεν
γνώριζε όμως το δρόμο και προσευχόταν στο Θεό να του στείλει κάποιον, που θα τον συνόδευε
και θα τον οδηγούσε ως εκεί. Και να, κατά θεία συγκυρία, κάποιοι έμποροι, με τα βαριά τους
εμπορεύματα και τ’ αμάξια τους, σκόπευαν να κάνουν το ίδιο δρομολόγιο. Μόλις κατάλαβε ο
μακάριος πως πήγαιναν για το Κίεβο, δόξασε το Θεό και τους ακολούθησε από μακριά, χωρίς
εκείνοι να τον πάρουν είδηση. Όταν στάθμευαν για διανυκτέρευση, σταματούσε κι αυτός την
πορεία του – σε τέτοια απόσταση, ώστε να μην τους χάση από τα μάτια του — και αναπαυόταν
στηριζόμενος μόνο στην προστασία του Κυρίου. Τρεις εβδομάδες κράτησε η οδοιπορία από το
Κούρσκ ως το Κίεβο, την πρωτεύουσα της χώρας.
Σαν έφτασε εκεί, επισκέφθηκε όλα τα μοναστήρια και παρακαλούσε τους μοναχούς να τον
δεχτούν. Εκείνοι, καθώς τον έβλεπαν νεαρό κι εξαθλιωμένο, με ρούχα φθαρμένα, δεν έδειχναν
διαθέσεις να τον προσλάβουν.
Το θέλημα του Θεού ήταν να πάει σ’ εκείνο το μέρος για το οποίο ήταν προορισμένος «εκ
κοιλίας μητρός», όπως και έγινε.
Συνέβη ν’ ακούσει τότε για τον όσιο Αντώνιο, που ασκήτευε με σκληρό τρόπο μέσα σε σπηλιές.
Σκίρτησε η καρδιά του και ξεκίνησε για κει. Μόλις αντίκρισε τον άγιο γέροντα, έπεσε να τον
προσκυνήσει, παρακαλώντας τον με δάκρυα να τον δεχτή κοντά του.
—Τέκνο μου, του είπε ο όσιος Αντώνιος, δεν βλέπεις πόσο «στενή και τεθλιμμένη» είναι η
σπηλιά αυτή; Εσύ δεν θα μπορέσεις να υπομείνεις το στενόχωρο αυτό τόπο. Δεν είπε τα λόγια
αυτά για να τον δοκιμάσει, αλλά γιατί διέβλεπε προφητικά πως ο Θεοδόσιος επρόκειτο να
επεκτείνει το μέρος εκείνο και να χτίση ένα ξακουστό μοναστήρι, όπου θα συνάζονταν πολλοί
μοναχοί.
Ο θεοφώτιστος Θεοδόσιος ικετευτικά του αποκρίθηκε:
—Να γνωρίζεις, τίμιε πάτερ, πως ο Χριστός με οδήγησε στην αγιότητά σου για να σωθώ και είμαι
έτοιμος να κάνω ό,τι θα μου πεις. Τότε ο όσιος Αντώνιος του είπε:
-Ευλογητός ο Θεός παιδί μου, που ενισχύει τέτοιες προσπάθειες. Να το μέρος που είναι για
σένα. Εκεί να μείνεις.
Ο μακάριος Θεοδόσιος έπεσε πάλι στα γόνατα, ζητώντας την ευλογία του γέροντα. Εκείνος τον
ευλόγησε και στη συνέχεια έδωσε εντολή στο μακάριο Νίκωνα, που ήταν ιερεύς, να τον κείρει.
Αυτός πήρε το Θεοδόσιο, τον κούρεψε σαν άκακο αρνίο, κατά την τάξη των αγίων Πατέρων, και
τον έντυσε τα ρούχα του μοναχού, σε ηλικία εικοσιτριών ετών, την εποχή που ηγεμόνευε στο
Κίεβο ο Παροσλάβος Βλαντιμίροβιτς.
Ο όσιος Θεοδόσιος παραδόθηκε τώρα ολόψυχα στο Θεό και στο θεοφόρο γέροντα του Αντώνιο.
Επιδόθηκε σε μεγάλες ασκήσεις και βάσταζε με χαρά το ζυγό της μοναχικής ζωής. Τις νύχτες τις
αφιέρωνε στη δοξολογία του Κυρίου, αρνούμενος την ξεκούραση του ύπνου. Τις ημέρες
σκληραγωγούσε τον εαυτό του με την εγκράτεια, τη νηστεία και τη χειρωνακτική εργασία.
Πάντοτε θυμόταν το ψαλμικό: «Ιδε την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου και άφες πάσας τας
αμαρτίας μου».
Με την εγκράτεια και τη νηστεία ταπείνωνε την ψυχή και με την αγρυπνία και τη χειρωνακτική
εργασία ταλαιπωρούσε το σώμα, ώστε να προκαλεί το θαυμασμό του οσίου Αντωνίου και του
μακαρίου Νίκωνος. Τον θαύμαζαν για τη φρόνησή του, την ταπείνωση, την υπακοή, το θάρρος
και την αντοχή — παρ’ όλο που ήταν τόσο νέος – και δόξαζαν γι’ αυτά το Θεό. Στο μεταξύ η
μητέρα του τον αναζητούσε παντού, στην πόλη και στα περίχωρα, αλλά δεν τον εύρισκε
πουθενά. Με πικρούς κοπετούς τον θρηνούσε σαν νεκρό. Ειδοποίησε σ’ όλη τη χώρα, πως
εκείνος που θα τον δη και θα την πληροφορήσει, θα πάρει μεγάλη αμοιβή. Και να, κάποιοι που
ήρθαν από το Κίεβο της ανήγγειλαν:
-Εμείς τον είδαμε στην πόλη μας, στο Κίεβο, πριν από τέσσερα χρόνια περίπου, ν’ αναζητά
μοναστήρι για να γίνει μοναχός.
Εκείνη, μόλις πήρε την πληροφορία αυτή, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση και χωρίς να
λογαριάσει την απόσταση, ξεκίνησε για το Κίεβο. Αφού έψαξε μάταια σ’ όλα τα μοναστήρια, της
είπαν να πάει και Στις σπηλιές, στο γέροντα Αντώνιο. Σαν έφτασε εκεί, αναζήτησε τον περίφημο
ασκητή.
—Πέστε στον όσιο, έλεγε στους πατέρες, πως έχω έρθει από πολύ μακριά για να τον
προσκυνήσω και να πάρω την ευλογία του.
Ο γέροντας, μόλις ειδοποιήθηκε, βγήκε από τη σπηλιά του. Εκείνη του έβαλε βαθιά μετάνοια
μέχρι το χώμα, ζητώντας την ευλογία του. Ο γέροντας την ευλόγησε κι έπειτα τη δέχτηκε σε
συζήτηση. Του είπε πολλά και στο τέλος αποκάλυψε το λόγο για τον οποίο είχε έρθει.
— Σε ικετεύω λοιπόν, πάτερ, του λέει. Πες μου την αλήθεια. Είναι εδώ ο γιος μου, που τόσα
υπέφερα γι’ αυτόν, χωρίς να ξέρω αν είναι ζωντανός;
Ο γιος σου είναι ζωντανός. Να μη θλίβεσαι και να μην πονάς γι’ αυτόν. Βρίσκεται εδώ.
Θα μπορούσα, πάτερ, να τον έβλεπα; Τόσο δρόμο περπάτησα για να φτάσω ως εδώ. Να τον δω
μόνο, κι έπειτα φεύγω.
Έχει αρχή του, της απάντησε ο γέροντας, να μη βλέπει κανένα. Ωστόσο έλα πάλι αύριο πρωί-
πρωί κι εγώ θα τον ειδοποιήσω.
Η γυναίκα έβαλε μετάνοια κι απομακρύνθηκε. Ο όσιος μπήκε στη σπηλιά για να ενημερώσει το
μακάριο Θεοδόσιο, που η θλίψη του ήταν μεγάλη σαν έμαθε πως η μητέρα του τον ανακάλυψε.
Πολύ νωρίς το άλλο πρωί η μητέρα κατέφθασε. Αλλά ό Θεοδόσιος δεν δεχόταν να τη δη, παρ’
όλη την επιμονή του γέροντα.
– Παρακάλεσα πολύ το γιο σου να ‘ρθη να σε δη, αλλά δεν θέλει, της είπε ο όσιος Αντώνιος.
Στα λόγια αυτά, η μέχρι τότε ταπεινή τάχα γυναίκα έγινε έξω φρενών. Αντέδρασε γεμάτη οργή:
«Ω! Να παρακαλώ εγώ αυτόν τον γέροντα! Αυτόν που πήρε το παιδί μου και το έκρυψε στη
σπηλιά και δεν μου το παρουσιάζει!
Να μου φανερώσεις το παιδί μου! Δεν αντέχω άλλο, πεθαίνω αν δεν το δω. Η φέρνεις το παιδί
μου, η αυτοκτονώ εδώ μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς!
Καταστενοχωρημένος ο όσιος πήγε να παρακαλέσει και πάλι το Θεοδόσιο, που τη φορά αυτή,
για να μη λυπήσει το γέροντά του, υπάκουσε και βγήκε. Εκείνη, μόλις τον αντίκρισε κάτισχνο
και με πρόσωπο βαθουλωμένο από την άσκηση, έπεσε στο λαιμό του κι έχυνε για πολλή ώρα
πικρά δάκρυα.
Όταν άρχισε σιγά-σιγά να συνέρχεται από τους λυγμούς, έπιασε τα θερμά παρακάλια:
Γύρισε παιδί μου στο σπίτι. Ότι κάνεις εδώ για την ψυχή σου, μπορείς να το εκτελείς κι εκεί.
Έλα να είσαι κοντά μου. Έλα να θάψεις το σώμα μου, όταν φύγω από τον κόσμο αυτό και τότε
γυρίζεις πάλι στη σπηλιά. Εγώ παιδί μου, δεν μπορώ να ζω χωρίς να βλέπω το πρόσωπό σου.
Κι εκείνος ο μακάριος της αποκρίθηκε:
-Α μητέρα, αν θέλεις να με βλέπεις, μείνε εδώ στο Κίεβο. Να γίνεις μοναχή στο γυναικείο
μοναστήρι, ώστε κι εμένα να βλέπεις από καιρό σε καιρό και τη σωτηρία σου να εξασφαλίσεις.
Διαφορετικά σε βεβαιώνω πως δεν πρόκειται ποτέ να με ξαναδείς.
Για αρκετές ημέρες, που τον επισκεπτόταν η μητέρα του, τη νουθετούσε και προσπαθούσε να τη
μεταστρέψει. Εκείνη όμως δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει για μοναστήρι.
Στο μεταξύ ο όσιος, μόλις αυτή απομακρυνόταν, έμπαινε στη σπηλιά και παραδινόταν σε θερμή
δέηση. Παρακαλούσε το Θεό να μεταβάλει την καρδιά της, ώστε να δεχτή τις σωτήριες
συμβουλές του.
Και ο Θεός άκουσε τις ικεσίες του δούλου Του, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη: «Εγγύς
Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία. Θέλημα των φοβούμενων αυτόν ποιήσει και
της δεήσεως αυτών επακούσεται».
Έτσι, μετά από λίγο καιρό, η μητέρα του έδειχνε διαφορετική.
– Ναι παιδί μου του είπε, θα κάνω ό,τι μου ζήτησες. Δεν θα γυρίσω πίσω, αλλά, αφού έτσι
ευδόκησε ο Θεός, θα μείνω στο γυναικείο μοναστήρι για να ζήσω εκεί σαν μοναχή την υπόλοιπη
ζωή μου. Τώρα κατάλαβα πόσο πρόσκαιρος είναι αυτός ο κόσμος.
Αγαλλίασε το πνεύμα του οσίου στα λόγια αυτά κι έσπευσε να τα ανακοινώσει στον όσιο
Αντώνιο. Εκείνος δοξολόγησε το Θεό για τη μεταστροφή της δούλης Του και βγήκε να της πει
λόγους ωφελείας. Έπειτα μεσίτευσε στην πριγκίπισσα για να διευκολυνθεί η είσοδός της στη
γυναικεία μονή του αγίου Νικολάου. Εκεί εκάρη μοναχή κι αφού έζησε με μετάνοια τα υπόλοιπα
χρόνια της ζωής της, που υπήρξαν αρκετά, εκοιμήθη εν Κυρίω.
Οι ασκητικοί αγώνες του οσίου Θεοδοσίου μέσα στη σπηλιά, πολύ γρήγορα τον ανέδειξαν
τροπαιοφόρο νικητή κατά των πονηρών πνευμάτων. Όταν μάλιστα η μητέρα του ξεπέρασε τον
πόνο της κι έγινε μοναχή, τότε επιδόθηκε σε μεγαλύτερες ασκήσεις, φλεγόμενος από θείο
έρωτα. Μέσα στη σπηλιά μπορούσε τότε να δη κανείς τρεις λαμπάδες αναμμένες, που με την
προσευχή και τη νηστεία διέλυαν το σκότος των δαιμόνων: τον όσιο Αντώνιο, το μακάριο
Θεοδόσιο και το μεγάλο Νίκωνα.
Όταν αργότερα στα 1062, ο ηγεμόνας οργίστηκε κατά των σπηλαιωτών μοναχών, επειδή είχαν
δεχτή στη μονή το βογιάρο Βαρλαάμ και τον ευνούχο Εφραίμ, ο μακάριος Νίκων αναγκάστηκε
να φυγή με μερικούς αδελφούς. Πήγε στο Τμουταρακάν, στην ανατολική όχθη της Αζοφικής
θάλασσας, όπου ίδρυσε μοναστήρι κι έμεινε μέχρι το 1068. Τότε ο όσιος Θεοδόσιος, με θέλημα
του Θεού και επιθυμία του οσίου Αντωνίου, χειροτονήθηκε ιερεύς.
Σαν Ιερεύς τελούσε καθημερινά τη θεία Λειτουργία με πνεύμα ταπεινοφροσύνης. Ξεχώριζες
πάνω του τη-φυσική πραότητα, την αταραξία των λογισμών και την απλότητα της καρδίας.
Ήταν γεμάτος πνευματική σοφία κι έτρεφε αγάπη προς όλους αδιάκριτα τους αδελφούς, που
μαζεύτηκαν γύρω από τον όσιο Αντώνιο.
Μετά από αρκετό καιρό ο όσιος Αντώνιος ανέθεσε την ηγουμενία στο μακάριο Βαρλαάμ και
αναχώρησε σ’ έναν ήσυχο λόφο. Εκεί άνοιξε μιαν άλλη σπηλιά και συνέχισε την ασκητική του
ζωή.
Ο ηγούμενος Βαρλαάμ και οι αδελφοί, αφού πήραν την ευχή και ευλογία του οσίου, συνέχισαν
να ζουν οσιακά και ενάρετα στο πρώτο σπήλαιο. Επειδή όμως η αδελφότητα σιγά-σιγά αυξήθηκε
και ο χώρος του σπηλαίου δεν επαρκούσε για τις λατρευτικές συνάξεις της, ο ευλαβέστατος
Θεοδόσιος και ο μακάριος Βαρλαάμ, με την ευλογία του οσίου Αντωνίου, έχτισαν πάνω από τη
σπηλιά ένα πιο ευρύχωρο ξύλινο εκκλησάκι, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Υπεραγίας
Θεοτόκου, για να συναθροίζονται σ’ αυτό οι αδελφοί και να κάνουν τις ακολουθίες.
Η στενότητα του χώρου μέσα στη σπηλιά και οι κόποι της ασκήσεως προξενούσαν στους
πατέρες μεγάλες θλίψεις και ταλαιπωρίες, που μόνο ο Θεός τις γνωρίζει και που γλώσσα
ανθρώπου δεν μπορεί να τις εκφράσει.
Συντηρούσαν τον εαυτό τους με νερό και λίγο ψωμί από σίκαλη. Φαγητό μαγειρεμένο έτρωγαν
μόνο το Σαββατοκύριακο• και όχι πάντα, γιατί ορισμένες φορές δεν υπήρχε, οπότε κατέφευγαν
στα βρασμένα χόρτα.
Ανάμεσα στις άλλες εργασίες, έπλεκαν καθημερινά καλάθια, τα πουλούσαν και με τα χρήματα
που έπαιρναν αγόραζαν σιτάρι. Τη νύχτα άλεθε ο καθένας το μερίδιο του, κι έπειτα
συγκέντρωναν το αλεύρι για να φτιάξουν ψωμί.
Πριν ξημερώσει συναθροίζονταν στην εκκλησία για τον όρθρο. Κατόπιν πήγαιναν στα εργόχειρά
τους, που προορίζονταν για πούλημα. Αν είχαν περιθώριο χρόνου, δούλευαν και στον κήπο.
Έπειτα τελούσαν στο ναό τις ώρες και τη θεία Λειτουργία και στη συνέχεια, παίρνοντας λίγο
ψωμί, συνέχιζαν τις εργασίες τους, που διαρκούσαν ως την ώρα του εσπερινού και του
αποδείπνου.
Έτσι μοχθούσαν κάθε μέρα, αφοσιωμένοι στην αγάπη του Θεού.
Ό όσιος Θεοδόσιος, που ήταν τώρα και ιερεύς, κατέπλησσε όλους τους άλλους αδελφούς με τη
νηστεία, την ανδρεία, την εργατικότητα, την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή του. Ήταν
πρόθυμος να τους εξυπηρετεί όλους. Μετέφερε νερό ή ξύλα από το δάσος. Ορισμένες φορές,
ενώ οι αδελφοί αναπαύονταν, μάζευε το σιτάρι που έπρεπε ν’ αλέσουν εκείνοι και το άλεθε ο
ίδιος, εργαζόμενος και προσευχόμενος όλη τη νύχτα.
Κάποτε που έπεσαν πολλές σκνίπες και κουνούπια στην περιοχή, για ν’ ασκηθεί έβγαινε τη
νύχτα έξω από τη σπηλιά. Άφηνε το σώμα του γυμνό ως τη μέση κι εκτεθειμένο στα τσιμπήματα
τους, ενώ με τα χέρια του έπλεκε καλάθια και τα χείλη του ψέλλιζαν ψαλμούς του Δαβίδ. Παρ’
όλο που το σώμα του καταματωνόταν, αυτός παρέμενε ακίνητος στη θέση του μέχρι τα
χαράματα. Έπειτα πήγαινε στο ναό για τον όρθρο. Και σ’ όλη την ακολουθία δεν κουνιόταν
καθόλου από τη θέση του, ούτε απομάκρυνε το νου του από την προσευχή. Έτσι τον
αγαπούσαν όλοι οι αδελφοί, τον είχαν σαν πατέρα τους και τον θαύμαζαν υπερβολικά για την
ταπείνωση και την υπακοή του.
Αλλά συνέβη κάποτε να προσκληθεί ο μακάριος Βαρλαάμ, ο ηγούμενος της αδελφότητας, από
τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο, για ν’ αναλάβει την ηγουμενία της μονής του αγίου μεγαλομάρτυρας
Δημητρίου, που ο ίδιος είχε ιδρύσει.
Ο ηγεμόνας φιλοδοξούσε, με τα πλούτη που διέθετε, να δώσει ιδιαίτερο μεγαλείο στο μοναστήρι
του, ώστε να ξεπεράσει σε αίγλη τη μονή των Σπηλαίων.
Ματαιοπονούσε όμως.
Γιατί πολλά μοναστήρια χτίζονται με τους θησαυρούς βασιλιάδων και αρχόντων.
Δεν έχουν όμως την αξία εκείνων που θεμελιώνονται με τις προσευχές και τα δάκρυα, με τις
νηστείες και τις αγρυπνίες των αγίων. Ο ιδρυτής της μονής των Σπηλαίων όσιος Αντώνιος, δεν
είχε χρυσάφι και ασήμι, φύτεψε όμως με νηστείες και πότισε με δάκρυα το νοητό αμπελώνα
του. Γι` αυτό αυξήθηκε και δοξάστηκε κι ευλογήθηκε πλούσια από το Θεό.
Όταν λοιπόν ο μακάριος Βαρλαάμ έφυγε για το μοναστήρι του αγίου Δημητρίου, οι αδελφοί
πήγαν και ζήτησαν ομόφωνα από τον όσιο Αντώνιο να τοποθετήσει ηγούμενο τον όσιο
Θεοδόσιο. Ο όσιος Αντώνιος συμφώνησε. Με την ευλογία του ο όσιος Θεοδόσιος έγινε
ηγούμενος των είκοσι αδελφών. Ο αξιοθαύμαστος Θεοδόσιος, αν και έγινε ηγούμενος, δεν
απέβαλε το ταπεινό φρόνημα, αλλά θυμόταν πάντοτε τα λόγια του Κυρίου: «Ός αν θέλει εν υμίν
είναι πρώτος, έσται υμών δούλος». Ταπείνωνε τον εαυτό του και γινόταν «έσχατος» και
υπηρέτης όλων. Στο κάθε τι «εαυτόν παρείχε τύπον καλών έργων». Στην εργασία και στο ναό
ήταν ο πρώτος που πήγαινε και ο τελευταίος που έφευγε. Οι δεήσεις του δικαίου Θεοδοσίου
έφεραν πολλές ευλογίες και η ζωή της αδελφότητας άνθιζε και προόδευε. Σαν το σπόρο που
έπεσε σ’ εύφορη γη κι έφερε καρπό εκατονταπλάσιο, έτσι μεγάλωσε σε μικρό χρονικό διάστημα
η αδελφότητα κι έφτασε τους εκατό αδελφούς. Και όλοι προόδευαν με την ενάρετη ζωή τους
και την προσευχή.
Με την αύξηση της αδελφότητας, η σπηλιά δεν προσφερόταν πλέον για τη ζωή της σιωπής.
Επίσης ο μικρός ναός πάνω απ’ αυτήν δεν επαρκούσε για τις ακολουθίες. Ο όσιος όμως δεν
έδειξε ποια στενοχωρημένος με την πληκτική αυτή ατμόσφαιρα. Αντίθετα, παρηγορούσε
καθημερινά τους αδελφούς και τους δίδασκε να μην ασχολούνται με τα γήινα. Τους υπενθύμιζε
τα λόγια του Κυρίου: «Εν τη οικία του Πατρός μου μοναί πολλοί είσιν» και «Ζητείτε πρώτον την
βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμιν».
Στο μεταξύ, είδε εκεί κάπου, όχι πολύ μακριά από τη σπηλιά, ένα χώρο εξαιρετικό και
σκεπτόταν πως θα ήταν κατάλληλος για θεμελίωση μοναστηριού. Άρχισε να πιστεύει και να
ελπίζει σε κάτι τέτοιο κι έδειχνε πολύ ενδιαφέρον για να τον αποκτήσει.
Πήραν την ευλογία του οσίου Αντωνίου και απευθύνθηκαν στον ηγεμόνα Ιζιασλάβο για την
περιοχή εκείνη.
Πράγματι, τους παραχωρήθηκε η έκταση και σε μικρό χρονικό διάστημα ανεγέρθηκε εκεί, με τη
βοήθεια του Θεού, μεγάλη ξύλινη εκκλησία, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Υπεραγίας
Θεοτόκου. Χτίστηκαν επίσης πολλά κελιά και οι αδελφοί εγκαταστάθηκαν σ’ αυτά. Το μέρος
εκείνο ευλογήθηκε ιδιαίτερα από το Θεό κι έγινε ένδοξη μονή, η Πετσέρσκαγια.
Το όνομα αυτό οφείλεται στη σπηλιά, όπου διέμενε αρχικά η αδελφότητα και διατηρείται μέχρι
σήμερα. Με τη νέα μορφή που πήρε η ζωή τους, ο όσιος Θεοδόσιος σκεπτόταν το τυπικό που θα
έπρεπε να βάλει στο μοναστήρι. Τον απασχολούσε πολύ το θέμα αυτό. Κατέφυγε και Στις
προσευχές και ευλογίες του οσίου Αντωνίου. Ο Θεός δεν άργησε ν’ απαντήσει. Οικονόμησε έτσι
τα πράγματα, ώστε να τους γίνει γνωστό το τυπικό της μονής του Στουδίου.
Ο ευσεβής στουδίτης μοναχός Μιχαήλ, που προερχόταν από την Ελλάδα, βρισκόταν τότε κοντά
τους. Είχε έρθει από την Κωνσταντινούπολη, συνοδεύοντας το νεοχειροτόνητο μητροπολίτη
Κιέβου Γεώργιο (1062). Πληροφόρησε λοιπόν τον όσιο Θεοδόσιο για τη θεάρεστη ζωή των
στουδιτών μοναχών, ζωή που αξιώθηκε κι ο ίδιος να ζήση.
Οι πληροφορίες αυτές άρεσαν πολύ στον όσιο. Χωρίς καθυστέρηση, στέλνει κάποιον αδελφό
στην Κωνσταντινούπολη με την εντολή να βρει το μοναχό Εφραίμ, τον ευνούχο, που τότε
επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους και να του αναθέσει το σπουδαίο αυτό έργο: Να επισκεφθεί
δηλαδή τη μονή του Στουδίου, να γνωρίσει ο ίδιος με τον ακριβέστερο τρόπο την τάξη και το
τυπικό της και να τα καταγράψει όλα με κάθε λεπτομέρεια:
• πως ψέλνουν,
• πως διαβάζουν,
• πως κάνουν τις μετάνοιες,
• πως στέκονται στο ναό,
• πως κάθονται στην τράπεζα,
• τι τρώνε τις διάφορες ημέρες…
Πράγματι, ο μακάριος Εφραίμ, σύμφωνα με την εντολή του οσίου, παρακολούθησε την τάξη της
μονής, κατέγραψε με ακρίβεια το τυπικό και επέστρεψε. Μόλις πήρε στα χέρια του ο όσιος
Θεοδόσιος το κείμενο, έδωσε εντολή να διαβαστεί σ’ όλη την αδελφότητα. Από τότε η
Πετσέρσκαγια άρχισε να εφαρμόζει το στουδίτικο τυπικό. Από κει το παρέλαβαν και τ’ αλλά
μοναστήρια, όπως ακριβώς το εφήρμοσε ο όσιος. Έτσι, όλες οι ρωσικές μονές, που
προηγουμένως δεν γνώριζαν το καθαυτό μοναστηριακό τυπικό, τώρα έστρεφαν τα βλέμματα
στην Πετσέρσκαγια και τη θεωρούσαν για το κάθε τι σαν πρότυπό τους.
Σ’ όλη τη διάρκεια της ηγουμενίας του, δεν έπαυε ο όσιος Θεοδόσιος να λάμπει με την ενάρετη
ζωή του. Τους υποψήφιους μοναχούς τους δεχόταν με μεγάλη εγκαρδιότητα. Γνώριζε τη θλίψη
που δοκιμάζει όποιος ποθεί τη μοναχική ζωή και δεν γίνεται δεκτός. Κι ο ίδιος γεύτηκε τη θλίψη
αυτή όταν, παλαιά που ξεκίνησε για μοναχός, τα μοναστήρια του Κιέβου του έκλειναν τις
πόρτες.
Δεν βιαζόταν όμως να κουρέψει κάποιον μοναχό, ούτε του φορούσε αμέσως τα ράσα. Τον
άφηνε με τα κοσμικά του ρούχα αρκετό χρόνο, μέχρι να γνωρίσει καλά τη ζωή της μονής. Αφού
τον δοκίμαζε σ’ όλα τα διακονήματα, τον έκειρε μικρόσχημο μοναχό. Αργότερα, αν διακρινόταν
για την καθαρότητα της ζωής του, τον αξίωνε να φορέσει το μεγάλο αγγελικό σχήμα.
Δεν έπαυε να παροτρύνει τους μαθητές του σε μια ζωή μετανοίας. Είχε και τη συνήθεια ο άγιος
να περνάει τις νύχτες απ’ όλα τα κελιά για να βλέπει πως ζει και πως λατρεύει τον Κύριο ο κάθε
αδελφός. Όταν αντιλαμβανόταν ότι προσεύχεται, δόξαζε το Θεό γεμάτος χαρά. Αν όμως έβλεπε
πως δύο ή τρεις είχαν μαζευτεί σ’ ένα κελί μετά το απόδειπνο κι είχαν πιάσει συζήτηση,
χτυπούσε με το χέρι του την πόρτα κι απομακρυνόταν λυπημένος. Έτσι τους άφηνε να
εννοήσουν την παρουσία του. Το πρωί τους καλούσε και με πετυχημένα παραδείγματα τους
παιδαγωγούσε να εντείνουν την αφοσίωσή τους Στο Θεό. Ο αδελφός που είχε ταπεινή καρδιά
καταλάβαινε το σφάλμα του, έβαζε μετάνοια και ζητούσε συγχώρηση. Εκείνον που είχε την
καρδιά του σκοτισμένη από την επήρεια του διαβόλου και δεν διέκρινε το σφάλμα του, αλλά
θεωρούσε τον εαυτό του αθώο και τα λόγια του οσίου άσχετα με την περίπτωση του, τον
νουθετούσε πολύν ώρα και τον άφηνε, αφού του όριζε και κάποιο επιτίμιο. Έτσι λοιπόν δίδασκε
όλους να επιμελούνται την προσευχή τους, να μη συζητούν μετά το απόδειπνο, να μην
πηγαίνουν από κελί σε κελί, αλλά να μένουν στο δικό τους και να προσεύχονται. Τους έλεγε
επίσης, όταν εργάζονται την ημέρα, αν μπορούν, να λένε τους ψαλμούς του Δαβίδ.
Μεταξύ άλλων τους νουθετούσε:
-Σας ικετεύω, αδελφοί. Ας προοδεύσουμε στη νηστεία και στην προσευχή, ας φροντίσουμε για
τη σωτηρία των ψυχών μας, ας επιστρέψουμε από τις κακίες μας και τους δρόμους του
πονηρού. Ας πλησιάζουμε το Θεό με στεναγμούς, με δάκρυα, με τη μετάνοια, τις αγρυπνίες και
την υπακοή, ώστε ν’ αποσπάσουμε το έλεός Του. Κι ας μισήσουμε τον παρόντα κόσμο, έχοντας
πάντοτε στη σκέψη μας τα λόγια του Κυρίου: Ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα
εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφός, έτι δε
και την εαυτού ψυχήν, ου δύναται μου μαθητής είναι». Επίσης: Ο εύρων την ψυχήν αυτού
απολέσει αυτήν, και ο απωλέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν».
Έτσι κι εμείς αδελφοί, που απαρνηθήκαμε τον κόσμο, ας απαρνηθούμε και τα πράγματα του
κόσμου. Ας μισήσουμε το ψέμα, που μας ελκύει σε πράγματα ελεεινά, κι ας μη στραφούμε Στις
πρώτες αμαρτίες μας «ως κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα». Γιατί, όπως λέει ο Κύριος,
«ουδείς επιβολών την χείρα αυτού έπ’ άροτρο και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την
βασιλείαν του Θεού».
Πως θ’ αποφύγουμε την αιώνια κόλαση, αν τελειώσουμε τη ζωή μας με οκνηρία και χωρίς
μετάνοια; Η μετάνοια είναι το κλειδί της βασιλείας των ουρανών και χωρίς αυτή κανείς δεν
μπορεί να την κερδίσει. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αιώνια πατρίδα. Ας τον ακολουθήσουμε
με φόβο Θεού, κι ας στερεώσουμε πάνω του γερά τα βήματα μας. Στην οδό της μετανοίας δεν
πλησιάζει ο πονηρός, και παρ’ όλο που τώρα είναι «τεθλιμμένη», αργότερα θα μας γεμίσει χαρά.
Προτού πλησιάσουν οι έσχατες Ημέρες, ας πάρουμε το δρόμο αυτό, για να κερδίσουμε τα
μέλλοντα αγαθά».
Εξασκώντας ο ίδιος κάθε αρετή, δίδασκε με το παράδειγμά του τούς αδελφούς, που δέχονταν
σαν την εύφορη γη το σπόρο της διδασκαλίας του και καρποφορούσαν, κατά το λόγο του
Κυρίου, «ο μεν εκατόν, ο δε εξήκοντα, ο δε τριάκοντα».
Μπορούσες να δεις τους ανθρώπους αυτούς να ζουν σαν άγγελοι πάνω στη γη και την
Πετσέρσκαγια να μοιάζει με ουρανό, που στο θόλο του ακτινοβολούσε σαν μεγάλο αστέρι ο
όσιος Θεοδόσιος με τα ενάρετα έργα του.
Πολλές φορές μάλιστα έλαμπε και πραγματικά, με φως άκτιστο, με το οποίο τον δόξαζε ο Θεός.
Όταν κάποτε, μια σκοτεινή νύχτα ο Σωφρόνιος, ο ηγούμενος της μονής του αρχιστρατήγου
Μιχαήλ, γύριζε στο μοναστήρι του, είδε πάνω από την Πετσέρσκαγια ένα εξαίσιο φως, που
σχημάτιζε τη μορφή του οσίου Θεοδοσίου. Κατάπληκτος τότε δόξασε το Θεό:
– Μεγάλη η χάρη σου, Κύριε! Ανέδειξες στις ημέρες μας έναν τέτοιο φωστήρα, που καταυγάζει
όλη την Πετσέρσκαγια! Αλλά και πολλοί άλλοι αντίκρισαν αρκετές φορές το φως αυτό και το
διηγήθηκαν παντού.
Τότε άρχισαν να έρχονται σ’ αυτόν πολλοί, να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους και να
επιστρέφουν αποκομίζοντας πάντοτε μεγάλη πνευματική ωφέλεια. Άρχισαν μάλιστα να
προσφέρουν και βοηθήματα στο μοναστήρι για τις ανάγκες του και το χτίσιμό του. Ορισμένοι
απ’ αυτούς αφιέρωσαν και κτήματα.
Πολύ αγαπούσε τον άγιο και ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος. Συχνά τον καλούσε κοντά του, ενώ πολλές
φορές τον επισκεπτόταν ο ίδιος και ευφραινόταν από τα πνευματέμφορα λόγια του.
Ανάμεσα σ’ άλλους κανονισμούς ο όσιος είχε θεσπίσει και τούτον: Όρισε στον πορτάρη να μην
ανοίγει σε κανένα επισκέπτη την πόρτα μετά το μεσημβρινό φαγητό και μέχρι την ώρα του
εσπερινού. Αυτό το καθιέρωσε για ν’ αναπαύονται το μεσημέρι οι αδελφοί, έπειτα από τον κόπο
που προηγήθηκε (νυχτερινή έγερση, προσευχές και ακολουθίες, διακονήματα κ.λ.π.).
Ένα μεσημέρι ο ηγεμόνας ξεκίνησε για το μοναστήρι μαζί με το μικρό του παιδί. Μόλις έφτασε,
κατέβηκε από το άλογό του -γιατί δεν έπρεπε να μπει κανείς στο μοναστήρι με το άλογο —
χτύπησε την εξώπορτα και ζήτησε να του ανοίξουν. Ο πορτάρης όμως του απάντησε:
Έχω εντολή από το γέροντά μας, να μην ανοίξω σε κανένα την πόρτα ως την ώρα του
εσπερινού.
—Δεν θ’ ανοίξεις ούτε σ’ εμένα; είπε ο ηγεμόνας.
Ο πορτάρης όμως δεν κατάλαβε ποιος ήταν.
— Μα σου λέω, μ’ έχει διατάξει ο ηγούμενος: «Κι αν ακόμα έρθει ο ίδιος ο ηγεμόνας, εσύ να
μην ανοίξεις την πόρτα». Κάνε λίγη υπομονή μέχρι την ώρα του εσπερινού και θα μπεις.
— Μα εγώ είμαι! Ο ηγεμόνας!
Τότε ο πορτάρης πλησίασε στην πόρτα και διαπίστωσε ότι πράγματι ήταν ο Ιζιασλάβος. Εν
τούτοις δεν του άνοιξε, αλλά έσπευσε να το αναγγείλει στον ηγούμενο.
Ο όσιος ήρθε να τον υποδεχθεί και τον καλωσόρισε με πολλή τιμή.
-Τι αυστηρή διαταγή είν’ αυτή, του είπε ο Ιζιασλάβος, ώστε να λέει τούτος ο υποτακτικός πως κι
ο ηγεμόνας ο ίδιος αν έρθει δεν πρέπει ν’ ανοίξει η πόρτα;
—Ευλογημένε άρχοντα, του εξήγησε ο όσιος, το ορίσαμε αυτό για να ξεκουράζονται οι αδελφοί
από τον κόπο της νυχτερινής ακολουθίας. Η δική σου αφοσίωση στην Υπεραγία Θεοτόκο είναι
ευπρόσδεκτη, κι ο ερχομός σου, που φανερώνει την πνευματική σου πρόοδο, μας προξενεί
μεγάλη χαρά.
Προχώρησαν στην εκκλησία, όπου ο όσιος έκανε μια μικρή δέηση, κι έπειτα κάθισαν να
συζητήσουν πνευματικά. Τόσο πολύ ευφραινόταν ο Ιζιασλάβος από τα μελιστάλακτα λόγια του
οσίου, που δεν τα χόρταινε. Τέλος, ωφελημένος πολύ, επέστρεψε Στο μέγαρό του δοξάζοντας
το Θεό. Μάλιστα από την ημέρα εκείνη, άρχισε ν’ αγαπά περισσότερο τον άγιο, να τον θεωρεί
ισάξιο των αρχαίων αγίων Πατέρων και ν’ ακούει κάθε συμβουλή του.
Αν και τόσο πολύ τιμούσαν τον όσιο Θεοδόσιο ο ηγεμόνας και οι άρχοντες, αυτός δεν το
έπαιρνε καθόλου επάνω του. Παρ’ όλο που ήταν όλος ένα φως, επιδίωκε να κρύβεται πιο πολύ
μέσα στην αφάνεια.
Ταπείνωνε τώρα περισσότερο τον εαυτό του. Εργαζόταν χειρωνακτικά όλη την ημέρα και
δίδασκε όχι με λόγια, αλλά με έργα.
Αν και ήταν ηγούμενος, πήγαινε πολλές φορές στο μαγκιπειό και δούλευε μαζί με τους
αδελφούς. Ζύμωνε το ψωμί με πολλή επιτυχία και ταυτόχρονα παρηγορούσε κι ενίσχυε τους
ζυμωτές, για να μην κλονίζονται στο κοπιαστικό έργο τους.
Μια μέρα, ενώ πλησίαζε η εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, δεν υπήρχε στο
μαγειρείο νερό. Ο αδελφός Θεόδωρος, που ήταν τότε μάγειρας, απευθύνθηκε στον όσιο:
-Δεν έχω κανένα να μου φέρει λίγο νερό.
Τότε ο όσιος σηκώθηκε κι άρχισε ο ίδιος να μεταφέρει νερό από το πηγάδι. Μα σαν τον είδε
ένας αδελφός να κουράζεται έτσι, έσπευσε να το αναγγείλει και στους άλλους. Έτρεξαν όλοι με
προθυμία κι έφεραν τόσο νερό, ώστε ξεχείλισαν τα δοχεία του μαγειρείου. Άλλοτε, που δεν
υπήρχαν έτοιμα ξύλα για το μαγείρεμα, είπε ο ίδιος Θεόδωρος στον όσιο:
Γέροντα, πες σε κάποιον που δεν έχει δουλειά να φέρει ξύλα, γιατί τα χρειάζομαι.
Και ο όσιος απάντησε: Να, εγώ είμαι αργόσχολος. Εγώ θα πάω.
Ήταν τότε ώρα φαγητού. Ο μακάριος έδωσε εντολή στους αδελφούς να πάνε στην τράπεζα, ενώ
ο ίδιος με το τσεκούρι άρχισε να κόβει ξύλα. Σαν τελείωσε το φαγητό και είδαν οι πατέρες τον
ηγούμενό τους να ετοιμάζει ξύλα, πήραν κι αυτοί τσεκούρια κι έκοψαν τόσα πολλά, που
έφτασαν για μέρες.
Όταν ο μακάριος Νίκων επέστρεψε στην Πετσέρσκαγια, ο όσιος, αν και ηγούμενος, τον τίμησε
σαν πατέρα του. Και πολλές φορές, επειδή ο Νίκων ασκούσε το εργόχειρο του βιβλιοδέτη, τον
βοηθούσε. Του έφτιαχνε τις κλωστές που είχε ανάγκη στη βιβλιοδεσία. Τόσο ταπεινός και απλός
ήταν.
Ακόμη και τα ρούχα που φορούσε ως ηγούμενος, ήταν ταπεινά και φτωχικά. Φορούσε
κατάσαρκα μια φανέλα, που ήταν φτιαγμένη από σκληρό μαλλί και τον αγκύλωνε. Όμοιος ήταν
και ο σκούφος του. Ήταν μάλιστα πολύ στενός και μακρύς, ώστε να του σκεπάζει πολύ το
κεφάλι και να μη διακρίνει κανείς ούτε τρίχα.
Μια φορά ο όσιος πήγε για κάποια υπόθεση στον ηγεμόνα, που τότε έμενε μακριά από την πόλη
και καθυστέρησε μέχρι που βράδιασε. Ο Ιζιασλάβος, του διέθεσε μιαν αμαξά, ώστε να κάνη
αναπαυτικά το νυχτερινό ταξίδι.
Στο δρόμο, ο μικρός που οδηγούσε την αμαξά, βλέποντάς τον μ’ εκείνα τα φτωχικά ενδύματα,
δεν φαντάστηκε πως ήταν ηγούμενος.
Του λέει λοιπόν:
– Καλόγερε, εσύ όλη την ημέρα τεμπελιάζεις. Εγώ όμως πάντοτε κοπιάζω και θέλω τώρα να
κοιμηθώ. Σαν ξεκούραστος που είσαι, έλα να καθίσεις στο άλογο.
Ο όσιος με πολλή ταπείνωση σηκώθηκε, βοήθησε το μικρό ν’ ανέβει και να ξαπλώσει στην
άμαξα κι έπειτα ανέβηκε ο ίδιος στο άλογο. Καθώς προχωρούσε καθισμένος στο ζώο, ζαλιζόταν
από τη νύστα. Γι’ αυτό κατέβαινε κάθε τόσο και βάδιζε πεζός. Όταν κουραζόταν, ανέβαινε πάλι.
Κατά τα ξημερώματα συναντούσαν στο δρόμο τους αξιωματούχους, που κατευθύνονταν προς
τον ηγεμόνα. Μόλις από μακριά αναγνώριζαν τον όσιο, κατέβαιναν από τ’ αλόγα τους για να του
κάνουν υπόκλιση.
Τότε ο όσιος είπε στο μικρό:
– Να, παιδί μου, ξημέρωσε πια. Έλα να καθίσεις εσύ στο άλογο.
Ο μικρός, καθώς έβλεπε τους βογιάρους να υποκλίνονται στον όσιο, κυριεύτηκε από μεγάλο
φόβο και κάθισε στο άλογο τρέμοντας. Προχωρώντας συναντούσαν όλο και πιο πολλούς
μεγιστάνες που υποκλίνονταν. Και ο φόβος του μικρού αμαξά όλο και μεγάλωνε.
Σαν έφτασαν στο μοναστήρι και ξεπέζεψαν, οι αδελφοί έβαλαν μετάνοια, πράγμα που τάραξε
ακόμα πιο πολύ το μικρό.
«Ποιος να είναι αυτός που όλοι υποκλίνονται μπροστά του;» συλλογίστηκε.
Ο όσιος τότε τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στην τράπεζα. Εκεί είπε να του δώσουν
φαγητό και στη συνέχεια, αφού του πρόσφερε κάποιο χρηματικό φιλοδώρημα, τον άφησε να
επιστρέψει.
Όλ’ αυτά τα πληροφορηθήκαμε από τον ίδιο το μικρό, που τα εξομολογήθηκε στους αδελφούς,
γιατί ο μακάριος Θεοδόσιος δεν φανέρωσε το παραμικρό.
Όταν έπαιρνε είδηση ο όσιος πως κάτι έγινε χωρίς ευλογία και υπακοή, το χαρακτήριζε «μερίδιο
του εχθρού». Αν επρόκειτο για φαγητό, ποτέ δεν επέτρεπε στους αδελφούς να το γευθούν.
Έδινε εντολή να το πετάξουν στον ποταμό Δνείπερο ή στο φούρνο για να καεί. Την τακτική του
αυτή τη διαπιστώνει κανείς και στο επόμενο περιστατικό.
Ήταν ή εορτή του αγίου μεγαλομάρτυρας Δημητρίου, και ό όσιος Θεοδόσιος μαζί με ορισμένους
αδελφούς επισκέφθηκε το μοναστήρι του αγίου. Εκεί κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί του
πρόσφεραν εκλεκτούς άρτους. Ο όσιος τους έστειλε στην Πετσέρσκαγια και παρήγγειλε στον
κελάρι να τους παράθεση στην τράπεζα, σ’ όσους αδελφούς είχαν απομείνει στη μονή. Εκείνος
όμως δεν έκανε υπακοή. «Ας τους βάλω στο τραπέζι αύριο το πρωί που θα είναι όλοι οι
αδελφοί», σκέφτηκε. «Τώρα ας παραθέσω ψωμί δικό μας». Έτσι κι έγινε.
Το πρωί, όταν κάθισαν οι αδελφοί στην τράπεζα, ο όσιος είδε τους άρτους. Φωνάζει τότε τον
κελάρι.
— Που βρέθηκαν αυτοί οι άρτοι;
— Είναι αυτοί που μου έστειλε χθες η οσιότης σου, Γέροντα. Επειδή όμως ήταν λίγοι οι αδελφοί,
σκέφτηκα να τους βάλω σήμερα που είμαστε όλοι.
—Θα ήταν προτιμότερο να έκανες υπακοή και να μην εμπιστευόσουν το λογισμό σου, του
υπέδειξε αυστηρά ο όσιος.
Και αμέσως είπε σ’ έναν αδελφό να βάλει τους άρτους εκείνους σε κοφίνια και να τους πετάξει
στο ποτάμι, ενώ στον κελάρι έβαλε επιτίμιο για την ανυπακοή του.
Γνωρίζοντας ο όσιος Θεοδόσιος πως η απληστία και οι φροντίδες για το αύριο αρμόζουν μόνο σε
μοναχούς ασυνεπείς προς τις υποσχέσεις τους, πήρε μιαν απόφαση: Να διδάξει επίμονα στους
αδελφούς την αρετή της ακτημοσύνης, για να μάθουν να πλουτούν στην πίστη και στην ελπίδα
και να μη στηρίζονται στα υλικά.
Πολλές φορές έκανε επισκέψεις στα κελιά τους και σαν εύρισκε κάτι φαγώσιμο ή παραπανίσιο
ένδυμα ή άλλο περιττό, τα πετούσε στη φωτιά. Τα θεωρούσε όπως είπαμε, «μερίδιο του
εχθρού» και πράξη παρακοής.
Δεν πρέπει αδελφοί, τους νουθετούσε εμείς που ασπασθήκαμε τη μοναχική πολιτεία και
απαρνηθήκαμε τα πράγματα του κόσμου, να τα μαζεύουμε πάλι στο κελί μας. Τι καθαρή
προσευχή να προσφέρουμε στο Θεό, όταν έχουμε τόσα πράγματα στο κελί μας; «Όπου γαρ
έσην ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών» μας λέει ο Κύριος. Ας αρκούμαστε
λοιπόν αδελφοί, στο καθορισμένο ένδυμα και στην τροφή που παρατίθεται στην τράπεζα. Τίποτε
περισσότερο ας μην ύπαρχοι στο κελί μας. Έτσι η προσευχή μας θ’ ανέρχεται στο Θεό ένθερμη,
από νου καθαρό.
Με τέτοιες συμβουλές νουθετούσε τους αδελφούς. Σε καμιά περίπτωση δεν παρουσιάστηκε
άδικος ή οργίλος ή οξύς, αλλά ήταν καλοσυνάτος σε όλους. Αν τύχαινε κανένας από τους
αμελείς μοναχούς να λιποψυχήσει και να εγκατάλειψη το μοναστήρι, τότε τον κυρίευε μεγάλη
θλίψη. Έκανε δακρύβρεχτες προσευχές στο Θεό για να επιτρέψει στη μάνδρα το πρόβατο που
έφυγε. Κι αν γύριζε, τον υποδεχόταν όλος χαρά και τον νουθετούσε. «Όσες ψυχές ακολουθούν
το δρόμο της φυγής είναι άνανδρες», έλεγε, «και υποκύπτουν στα κατώτερα πάθη τους και στο
διάβολο».
Υπήρχε στο μοναστήρι κάποιος αδελφός χωρίς υπομονή, που κάθε τόσο το εγκατέλειπε κι
υστέρα από λίγο ξαναγύριζε. Ο όσιος τον δεχόταν κάθε φορά με χαρά. Βεβαίωνε μάλιστα τους
αδελφούς πως ο Θεός δεν θα τον αφήσει να πεθάνει έξω, αλλά στο τέλος θα τον πάρει από τη
μονή για τον ουρανό.
Κάποια φορά, υστέρα από πολλές αποχωρήσεις, γύρισε πάλι ο αδελφός και ικέτευε τον όσιο να
τον δεχτή. Πράγματι, σαν σπλαχνικός, τον συγκαταρίθμησε και πάλι στα πρόβατα της ποίμνης.
Ύστερα από λίγο ο αδελφός ήρθε να δώσει στον όσιο τα χρήματα που είχε αποκτήσει στον
κόσμο, εργαζόμενος σαν ιεροράπτης. Τον άκουσε όμως να του λέει:
– Αν θέλεις να γίνεις τέλειος υποτακτικός, πέταξέ τα στη φωτιά, γιατί προέρχονται από
ανυπακοή.
Εκείνος συγκέντρωσε τη μικρή περιουσία που είχε αποκτήσει στον κόσμο και, όπως παρήγγειλε
ο όσιος, την έκαψε. Από τότε δεν ξανάφυγε από τη μονή. Σ’ αυτήν εκοιμήθη ειρηνικά, ζώντας
με μετάνοια τις υπόλοιπες ημέρες της ζωής του. Έτσι επαλήθευσε και η πρόρρηση του οσίου.
Μ’ αυτούς τους τρόπους ήξερε ο όσιος να παρακινεί στην ακτημοσύνη και να εμπνέει την πίστη
και την ελπίδα, ώστε κανένα πρόβατο να μην ξεκόβει από το κοπάδι.
Στους φτωχούς ο όσιος έδειχνε πολλή αγάπη κι ευσπλαχνία. Σαν έβλεπε ένα ζητιάνο ή κάποιο
φτωχό, εξαθλιωμένους και ρακένδυτους, πονούσε για την κατάστασή τους και τους ελεούσε με
δάκρυα στα μάτια. Έτσι παρακινήθηκε να χτίση κοντά στο μοναστήρι πανδοχείο και ναό
αφιερωμένο στον άγιο πρωτομάρτυρα Στέφανο, για να βρίσκουν στέγη οι φτωχοί, οι τυφλοί, οι
χωλοί, οι λεπροί… Άφησε εντολή να φροντίζει το μοναστήρι για τις ανάγκες τους, και να τους
διαθέτη το δέκατο της περιουσίας του. Επίσης κάθε Σάββατο έστελνε ένα αμάξι γεμάτο ψωμιά
στους δέσμιους των φυλακών.
Η ευσπλαχνία του στρεφόταν όχι μόνο προς τους φτωχούς, αλλά και σ’ εκείνους που είχαν
αδικήσει το μοναστήρι. Κάποια φορά για παράδειγμα, έφεραν δεμένους στον όσιο ληστές, που
τους συνέλαβαν σ’ ένα κτήμα του μοναστηρίου ενώ επιχειρούσαν να κλέψουν. Σαν τους είδε
δεμένους και με θλιμμένη όψη, δάκρυσε από πόνο. Είπε να τους λύσουν και να τους δώσουν
φαγητό. Έπειτα τους συμβούλεψε για αρκετή ώρα ν’ αποφεύγουν το κακό και τις αδικίες. Κι
αφού τους φίλεψε με αγαθά της μονής, τους άφησε να φύγουν ειρηνικά. Εκείνοι φεύγοντας
δόξαζαν το Θεό και τον όσιο για το έλεος που βρήκαν, κι από τότε δεν έβλαψαν άνθρωπο, αλλά
περιορίζονταν στους δικούς τους κόπους.
Με την αύξηση των αδελφών αναγκάστηκε ο όσιος να επεκτείνει το μοναστήρι. Άρχισε με τα
ίδια του τα χέρια και μαζί με τους άλλους αδελφούς να χτίζει κελιά και να μεγαλώνει τη μάντρα.
Την περίοδο εκείνη, που το μοναστήρι βρισκόταν εκτεθειμένο, κάποια πολύ σκοτεινή νύχτα
δέχτηκε την επίθεση ληστών. Είχαν στόχο την εκκλησία, υπολογίζοντας πως εκεί, στα διάφορα
διαμερίσματά της, θα υπήρχαν κρυμμένοι οι θησαυροί της μονής.
Χωρίς να πειράξουν κανένα κελί, πλησίασαν στο ναό, απ’ όπου άκουσαν ψαλμωδία.
Φαντάστηκαν πως είναι μέσα οι μοναχοί και ψέλνουν το απόδειπνο. Γι’ αυτό αρχικά
απομακρύνθηκαν. Πέρασαν λίγη ώρα μέσα στο διπλανό πυκνό δάσος και κατόπιν, με την ελπίδα
πως θα είχε πια τελειώσει η ακολουθία, ξεκίνησαν για την εκκλησία. Αλλά και πάλι άκουσαν τις
ίδιες υμνωδίες, ενώ τώρα αντίκρισαν κι ένα υπερθαύμαστο φως μέσα στο ναό. Ταυτόχρονα
αισθάνονταν άρρητη ευωδία. Έψελναν άγγελοι!
Οι ληστές νόμισαν πως οι αδελφοί τελούσαν τώρα το Μεσονυκτικό κι έτσι απομακρύνθηκαν πάλι
για Λίγο. Αυτή η ιστορία επαναλήφθηκε πολλές φορές και πάντα ακούγονταν οι ίδιες αγγελικές
φωνές.
Στο μεταξύ έφτασε η ώρα της πρωινής ακολουθίας και κατά τη συνήθεια, ο εκκλησιαστικός πήγε
πρώτα στο κελί του οσίου Θεοδοσίου.
Ευλόγησαν Γέροντα, φώναξε. Πήρε την ευλογία του ηγουμένου κι άρχισε να σημαίνει για τον
όρθρο.
Οι ληστές, σαν άκουσαν το σήμαντρο, κρύφτηκαν μέσα στο δάσος.
— Τι θα κάνουμε τώρα; είπαν. Φαίνεται πως βλέπαμε φαντάσματα προηγουμένως. Ας τους
αφήσουμε να μπουν στο ναό κι έπειτα ορμάμε μέσα και τους σκοτώνουμε όλους. Έτσι θα
βάλουμε στο χέρι την περιουσία τους.
Τέτοια τους συμβούλευε ο διάβολος, όχι τόσο γιατί ήθελε να χάσουν οι μοναχοί τα χρήματά
τους, αλλά για να εξαφανίσει την αδελφότητα αυτή, στην οποία τόσες ψυχές θα εύρισκαν τη
σωτηρία τους. Δεν το πέτυχε όμως ο εχθρός, που είχε νικηθεί από τις προσευχές του οσίου
Θεοδοσίου.
Περίμεναν λοιπόν αρκετή ώρα οι κακοποιοί, ώσπου να συγκεντρωθεί στην εκκλησία το
θεοσύλλεκτο εκείνο ποίμνιο με το μακάριο ποιμένα του Θεοδόσιο και μόλις άρχισαν οι ορθρινοί
ψαλμοί όρμησαν σαν άγρια θηρία εναντίον τους.
Όταν όμως έφτασαν μπροστά στο ναό, αναχαιτίσθηκαν από ένα φοβερό θαύμα:
Ο ναός, μαζί με όσους βρίσκονταν μέσα, άρχισε ν’ αποχωρίζεται από το έδαφος. Ανυψώθηκε
στον αέρα σε τέτοιο ύψος, ώστε δεν μπορούσαν να τον φτάσουν.
Οι πατέρες που ήταν μέσα δεν κατάλαβαν τίποτε. Οι ληστές, μπροστά στο θαύμα, κυριεύτηκαν
από μεγάλο φόβο και γύρισαν τρέμοντας στα σπίτια τους. Από τότε μετανόησαν και πήραν την
απόφαση να μην ξανακάνουν κακό σε άνθρωπο. Ο αρχιληστής μάλιστα ήρθε με τρεις άλλους
ληστές στη μονή κι εξομολογήθηκε στον όσιο όσα συνέβησαν. Εκείνος, μόλις τ’ άκουσε, δόξασε
το Θεό, που κι αυτούς τους έσωσε από φρικτό θάνατο, αλλά και τα πράγματα της εκκλησίας
προστάτεψε. Οι ληστές, αφού άκουσαν λόγους σωτηρίας, έφυγαν δοξάζοντας κι ευχαριστώντας
το Θεό και τον όσιό Του.
Το ίδιο θαύμα επαναλήφθηκε νια δεύτερη φορά, κι έτσι έγινε πια ολοφάνερο πως
προστατεύονται από τον Κύριο το μοναστήρι και η εκκλησία του.
Κάποιος από τους βογιάρους του ηγεμόνα Ιζιασλάβου διέσχιζε μια νύχτα τον κάμπο, εννέα
χιλιόμετρα μακριά από τη μονή του οσίου Θεοδοσίου. Και να! Ανακρύζει από κει μιαν εκκλησία
να είναι σηκωμένη πολύ ψηλά, κάτω από τα σύννεφα. Κατάπληκτος από τρόμο και θαυμασμό,
στράφηκε και προχώρησε προς το μέρος της. Ήθελε από κοντά να διαπίστωση ποια εκκλησία
ήταν. Πλησιάζοντας προς το μοναστήρι, αντίκρισε την εκκλησία να κατεβαίνει πάλι και να
στέκεται μέσα στη μονή, στη θέση της.
Έτρεξε αμέσως στον όσιο και του αποκάλυψε αυτό που είδε. Και από τότε τον επισκεπτόταν
συχνά και ευφραινόταν από τα σοφά λόγια του. Μάλιστα ενίσχυε και οικονομικά το χτίσιμο του
μοναστηρίου και τον εξωραϊσμό του ναού του.
Όχι μόνο για την εκκλησία, αλλά και για τη συντήρηση της μονής ο Θεός έδειχνε με
θαυματουργικό τρόπο την προστασία Του.
Συνέβη κάποτε να περνούν έξω από κάποιο κτήμα της Πετσέρσκαγια μερικοί ληστές, που τους
οδηγούσαν δεμένους στην πόλη νια να τους δικάσουν. Τότε ένας απ’ αυτούς, βλέποντας το
κτήμα, άρχισε να κουνάει το κεφάλι του και να λέει:
– Μια νύχτα ήρθαμε εδώ για ν’ αρπάξουμε ό,τι θα υπήρχε, αλλ’ αποτύχαμε. Βρήκαμε τη μάντρα
τόσο ψηλή, που ήταν αδύνατο να πηδήξουμε μέσα.
Έτσι ο Θεός, με τις προσευχές του οσίου Θεοδοσίου, που είχε στηρίξει τις ελπίδες του σ’ Αυτόν,
διαφύλαξε από τους ληστές την περιουσία της μονής. Γιατί ο όσιος συνήθιζε να περιφέρεται
όλες τις νύχτες μέσα στο μοναστήρι και να προσεύχεται. Με τις προσευχές αυτές περιτείχιζε σαν
με οχυρό τείχος τη μονή και τα εξαρτήματά της.
Ο όσιος Θεοδόσιος, ο δάσκαλος της ακτημοσύνης, πίστευε πως ο ίδιος ο Κύριος θα
εξοικονομούσε, εκτός από τ’ αναγκαία και όσα απαιτούσε ο εξωραϊσμός της μονής. Στην πίστη
του αυτή πήρε απάντηση από την επόμενη θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας.
Ένας βογιάρος του Ιζιασλάβου, που ονομαζόταν αρχικά Σουτισλάβος Γεούεβιτς και μετά το άγιο
βάπτισμα Κλήμης, ξεκινώντας κάποτε μαζί με τον ηγεμόνα για πόλεμο υποσχέθηκε τα εξής: Αν
επιστρέψω σώος στο σπίτι μου, θα δώσω στη μονή του μακαρίου Θεοδοσίου δυο χρυσά
νομίσματα για την Υπεραγία Θεοτόκο. Θα κατασκευάσω επίσης και το φωτοστέφανο της εικόνας
της.
Ο πόλεμος έγινε. Σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο παρατάξεις. Τελικά κατόρθωσαν να
νικήσουν τους εχθρούς. Όσοι σώθηκαν, γύρισαν πίσω στα σπίτια τους νικητές. Ο βογιάρος όμως
λησμόνησε την υπόσχεσή του. Και να τι συνέβη υστέρα από μερικές ημέρες.
Ήταν μεσημέρι και κοιμόταν στο σπίτι του, όταν άκουσε μέσα στον ύπνο του μια φοβερή φωνή
να τον καλή με τ’ όνομά του:
– Κλήμη!
Πετάχτηκε πάνω, και τι να δη! Μπροστά του βρισκόταν η εικόνα τις Υπεραγίας Θεοτόκου –
εκείνη του μοναστηρίου του οσίου Θεοδοσίου — και του φώναζε:
— Γιατί Κλήμη δεν μου έδωσες αυτό που υποσχέθηκες; Φρόντισε να εκτελέσεις την υπόσχεσή
σου!
Μόλις έπαψε η φωνή, η εικόνα έγινε άφαντη. Ο Κλήμης τότε πήρε τρομοκρατημένος τα χρυσά
νομίσματα που είχε υποσχεθεί, κατασκεύασε και το χρυσό στεφάνι για τη διακόσμηση της
εικόνας, κι έφτασε στην Πετσέρσκαγια για να τα δώσει στον όσιο Θεοδόσιο. Εκείνος τα πήρε
χωρίς να ξέρη όσα μεσολάβησαν.
Ύστερα από λίγες ημέρες ο ίδιος βογιάρος, με θεία έμπνευση, πήρε την απόφαση να δωρίσει στο
μοναστήρι ένα Ευαγγέλιο. Έτσι μια μέρα, με το Ευαγγέλιο κρυμμένο κάτω από τα ρούχα του,
έρχεται στον όσιο. Μετά την ακολουθία κάθισαν να συζητήσουν. Ο Κλήμης δεν ανέφερε τίποτα
για το Ευαγγέλιο. Μα ο όσιος του λέει ξαφνικά:
— Αδελφέ Κλήμη, δώσ’ μου πρώτα το άγιο Ευαγγέλιο που υποσχέθηκες στην Υπεραγία Θεοτόκο
και το έχεις σκεπασμένο με τα ρούχα σου, κι έπειτα ας συζητήσουμε.
Στα λόγια αυτά ο βογιάρος θαύμασε το διορατικό χάρισμα του οσίου, γιατί σε κανένα δεν είχε
πει τίποτα για το Ευαγγέλιο και το παρέδωσε στα χέρια του.
Επιστρέφοντας στο σπίτι του κήρυττε παντού πως ο ακτήμων Θεοδόσιος, που τα έχει αναθέσει
όλα στο Θεό, είναι στολισμένος όχι μόνο με θεοφιλή έργα, αλλά και με το υπερφυσικό χάρισμα
της διοράσεως.
Όσο περισσότερη εμπιστοσύνη έδειχνε ο όσιος στο Θεό, στις διάφορες στερήσεις και
οικονομικές δυσχέρειες, τόσο περισσότερο Εκείνος τον ευεργετούσε.
Από τα πολυπληθή σχετικά θαύματα θ’ αναφέρουμε μερικά στη συνέχεια.
Ο μοναχός Ιλαρίων μέρα-νύχτα αντέγραφε Βιβλία στο κελί του οσίου Θεοδοσίου, την ώρα που
εκείνος ψέλλιζε τους ψαλμούς γνέθοντας μαλλί.
Κάποιο Βράδυ, ενώ εργάζονταν, ήρθε ο οικονόμος της μονής μοναχός Αναστάσιος και ανέφερε
πως δεν υπάρχουν χρήματα για την προμήθεια του πρωινού φαγητού και τις άλλες ανάγκες.
Όπως βλέπεις, τώρα είναι βράδυ. Ως το ξημέρωμα έχουμε καιρό. Πήγαινε λοιπόν να
προσευχηθείς, κάνε λίγη υπομονή κι ο Θεός θα μεριμνήσει, του είπε ο όσιος.
Όταν ο υποτακτικός έφυγε, ο όσιος πήγε στο βάθος του κελιού του για να κάνη, όπως συνήθιζε,
τον κανόνα του. Μετά την προσευχή γύρισε στην εργασία του.
Αλλά να, σε λίγο ο οικονόμος έρχεται πάλι και τον ενοχλεί για ιό ίδιο ζήτημα.
-Δεν σου είπα, τον έκοψε ο όσιος, να κάνης προσευχή; Ησύχασε! Το πρωί πηγαίνεις στην πόλη
κι αγοράζεις με πίστωση ό,τι έχουμε ανάγκη. Και αργότερα, όταν ο Θεός μας στείλει χρήματα,
εξοφλούμε το χρέος. Είναι αξιόπιστος Εκείνος που λέει: «Μη ουν μεριμνήστε εις την αύριον ή
γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής».
Ο Κύριος δεν θα μας στερήσει την ευλογία Του.
Μετά την αναχώρηση του οικονόμου παρουσιάστηκε στο κελί του οσίου ένας φωτεινός νέος με
στρατιωτική ενδυμασία. Έκανε υπόκλιση, ακούμπησε στο τραπέζι ένα χρυσό νόμισμα κι
απομακρύνθηκε αμέσως, χωρίς να πει τίποτα. Ο όσιος σηκώθηκε και πήρε στα χέρια του το
νόμισμα, δοξολογώντας με δάκρυα στα μάτια του.
Το πρωί, φώναξε τον πορτάρη για να μάθη αν μπήκε κανείς τη νύχτα στο μοναστήρι. Εκείνος
τον βεβαίωσε πως η πόρτα παρέμενε ακόμα κλειστή, από τη δύση του ήλιου και πως κανένας
δεν ήρθε. Τότε κάλεσε τον οικονόμο.
Πως λες, αδελφέ Αναστάσιε, ότι δεν έχουμε χρήματα; Μ’ αυτό το χρυσό νόμισμα πήγαινε κι
αγόρασε ό,τι μας χρειάζεται.
Ο οικονόμος δεν μπόρεσε ν’ αντιληφθεί την ευλογία του Θεού. Νόμισε πως δεν είχε ψάξει καλά
και γι’ αυτό έβαλε μετάνοια ζητώντας συγγνώμη.
Αδελφέ, τον νουθέτησε ο όσιος, να μην απελπίζεσαι ποτέ. Να ‘χεις πίστη. Κάθε σου στενοχώρια
να την αναθέτεις στον Κύριο. Αυτός φροντίζει για τις ανάγκες μας. Σήμερα μάλιστα να
ετοιμάσεις πλούσιο γεύμα στους αδελφούς, γιατί είναι μέρα θείας επισκέψεως. Και σαν
φτωχύνουμε, ο Θεός πάλι θα φροντίσει — όπως και έγινε.
Κάποια μέρα ο κελάρης Θεόδωρος αναγγέλλει στον όσιο:
Σήμερα δεν έχουμε τίποτα να παραθέσουμε στην τράπεζα για τους αδελφούς.
Πήγαινε, του αποκρίθηκε εκείνος, και προσευχήσου μ’ επιμονή στο Θεό για να δείξει την
πρόνοιά Του. Σε περίπτωση που δεν φάνουμε άξιοι, θα βράσης σιτάρι, θα το ανακατέψεις με
μέλι και θα το προσφέρεις στους αδελφούς. Ωστόσο ελπίζουμε στον Κύριο.
Αυτός που έστειλε στους απειθείς Ισραηλίτες ουράνια τροφή στην έρημο, μπορεί να κάνη το ίδιο
και σε μας σήμερα.
Μετά την αναχώρησή του από το κελάρι, ο όσιος παραδόθηκε σε θερμή προσευχή.
Και να! Ό Ιωάννης, ο πρώτος από τους βογιάρους του Ιζιασλάβου, φωτίστηκε από το Θεό και
τους έστελνε τρεις άμαξες γεμάτες τρόφιμα — ψωμί, τυρί, ψάρια, κρασί, σιτάρι και μέλι. Μόλις
αντίκρισε το θέαμα ο όσιος, δόξασε ολόψυχα το Θεό. Βλέπεις, αδελφέ Θεόδωρε, είπε στον
κελάρι, πως δεν μας εγκαταλείπει ο Πανάγαθος, αρκεί να ελπίζουμε ολόψυχα σ’ Αυτόν; Πήγαινε
λοιπόν να ετοιμάσεις πλούσιο γεύμα στους αδελφούς, γιατί μας επισκέφθηκε σήμερα ο Κύριος.
Κάποια άλλη φορά παρουσιάστηκε στον όσιο Θεοδόσιο ένας ιερεύς από την πόλη του Κιέβου και
ζήτησε κρασί νια τη Θεία Λειτουργία. Ο όσιος είπε στον εκκλησιαστικό να του δώσει. Εκείνος
όμως του γνωστοποίησε πως το κρασί είχε λιγοστέψει και μόλις επαρκούσε για τρεις-τέσσερις
Λειτουργίες.
-Να το δώσεις όλο και για μας θα φροντίσει ο Θεός, διέταξε ο όσιος.
Ο εκκλησιαστικός όμως, κράτησε ένα μέρος για τη Λειτουργία της επόμενης ημέρας.
Ο ιερεύς πήρε το κρασί και, όπως το είδε λίγο, το έδειξε στον όσιο. Εκείνος μάλωσε τότε τον
εκκλησιαστικό.
– Μα δεν είπαμε να το δώσεις όλο; Να μην ανησυχείς για αύριο, γιατί δεν είναι δυνατόν ο Θεός
να στερήσει το ναό της Μητέρας Του από τη Θεία Λειτουργία. Και όχι μόνο αυτό, αλλ’ ακόμη
περισσότερο σήμερα θα ξεχειλίσει τα Βαρέλια μας από κρασί!
Τότε ο εκκλησιαστικός έδωσε στον ιερέα όλο το κρασί. Και το βράδυ, μετά το φαγητό, σύμφωνα
με την πρόρρηση του οσίου, ήρθαν οι ευλογίες του Θεού: Κάποια ευσεβής γυναίκα, οικονόμος
στο μέγαρο του ηγεμόνα Βσέβολοντ, έστειλε τρία αμάξια με βαρέλια γεμάτα κρασί.
Ο εκκλησιαστικός δεν ήξερε πως να δοξάσει το Θεό, θαυμάζοντας συγχρόνως τον προορατικό
όσιο που είχε πει «σήμερα θα ξεχειλίσει ο Θεός τα βαρέλια μας από κρασί».
Ο ίδιος εκκλησιαστικός διηγήθηκε και άλλο παρόμοιο θαύμα που έγινε με τις προσευχές του
οσίου.
Πλησίαζε η εορτή της Κοιμήσεως και δεν υπήρχε λάδι για τα καντήλια. Έτσι ο εκκλησιαστικός
σκέφτηκε να καταφύγει στο σπορέλαιο. Σε σχετική του ερώτηση ο όσιος τον άφησε να
ενεργήσει όπως νόμιζε. Αλλά τι συνέβη; Πηγαίνοντας ο εκκλησιαστικός να χρησιμοποίηση το
σπορέλαιο, βλέπει μέσα στο δοχείο ένα ψόφιο ποντικό. Τρέχει γρήγορα και το αναφέρει στον
όσιο.
-Αν και σκέπασα πολύ προσεκτικά το δοχείο, παράδοξα, άγνωστο πως, έπεσε μέσα και πνίγηκε
ένας ποντικός.
Ο όσιος, που ήξερε ότι αυτό το επέτρεψε ο Θεός για να τιμωρήσει την απιστία του, είπε: Πρέπει
αδελφέ, να ελπίζουμε στο Θεό. Να πιστεύουμε πως μπορεί να μας στείλει ό,τι χρειαζόμαστε. Να
μη συμπεριφερόμαστε σαν άπιστοι. Χύσε τώρα εκείνο το λάδι. Ας επιμείνουμε στην προσευχή, κι
Εκείνος θα μας στείλει σήμερα αρκετό ελαιόλαδο.
Ο εκκλησιαστικός εκτέλεσε την εντολή και ο όσιος αφοσιώθηκε στην προσευχή. Το απόγευμα
κάποιος πλούσιος έφερε ένα μεγάλο δοχείο γεμάτο ελαιόλαδο. Και πάλι ο όσιος δόξασε το Θεό
που τόσο γρήγορα άκουσε τη δέησή του. Έτσι όχι μόνο όλα τα καντήλια γέμισαν με λάδι, αλλά
περίσσεψε και αρκετό. Και την άλλη μέρα το πρωί ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου άστραφτε
από τη φωτοχυσία.
Στ’ ατέλειωτα θαύματα, που με τις προσευχές του οσίου αναπλήρωναν κάθε έλλειψη, ας
προστεθεί και τούτο:
Ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος, που έτρεφε βαθιά αισθήματα αγάπης προς τον όσιο Θεοδόσιο και συχνά
ερχόταν για να ευφρανθεί από τα γλυκά σαν το μέλι λόγια του, κάποια φορά παρέτεινε τη
συνομιλία μαζί του ως τον εσπερινό. Έπειτα παραβρέθηκε και στο απόδειπνο.
Σε λίγο – αυτό ήταν το θέλημα του Θεού – πιάνει μια καταρρακτώδης βροχή. Τότε ο όσιος δίνει
εντολή στον κελάρι να ετοιμάσει στον Ιζιασλάβο βραδινό φαγητό. Εκείνος όμως του ανήγγειλε
πως τους είχε τελειώσει το μελίκρατο κι έτσι δεν είχαν να παραθέσουν το καθιερωμένο ποτό
στον ηγεμόνα και τη συνοδεία του.
— Δεν υπάρχει καθόλου; ρώτησε ο όσιος. Όχι, απάντησε ο κελάρης. Γι` αυτό κοίταξε να δεις
μήπως έμεινε έστω και λίγο. Πίστεψέ με πάτερ, το έχουμε αναποδογυρίσει το δοχείο.
Πήγαινε και στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού θα βρεις, του λέει γεμάτος Θεία χάρη ό
όσιος.
Σαν έφτασε εκεί ο κελάρης, βρήκε το δοχείο όρθιο και ξέχειλο από μελίκρατο. Θαμπωμένος από
το θαύμα, έτρεξε να το αναγγείλει στον όσιο.
Να κρατήσεις σιωπή παιδί μου, του σύστησε εκείνος. Μην πεις σε κανένα τίποτα. Στρώσε τώρα
το τραπέζι για τον ηγεμόνα. Βάλε και στους αδελφούς μελίκρατο. Πρόκειται για ευλογία του
Θεού.
Αργότερα, όταν η βροχή σταμάτησε, ο ηγεμόνας επέστρεψε στο μέγαρό του. Το ευλογημένο
εκείνο ποτό κράτησε πολύ καιρό στο μοναστήρι και το γεύτηκαν πλούσια οι αδελφοί. Το
μελίκρατο ή υδρόμελι, είναι ποτό από μέλι αραιωμένο με νερό.
Τις νύχτες τις περνούσε πάντα προσευχόμενος. Με πολλές γονυκλισίες και δάκρυα
ευγνωμονούσε και δόξαζε το Θεό για όλες Του τις ευεργεσίες. Πολλές φορές τον
αντιλαμβάνονταν οι αδελφοί που διακονούσαν σαν εκκλησιαστικοί.
Πριν σημάνει την έγερση ο εκκλησιαστικός, πήγαινε αθόρυβα στο κελί του οσίου για να πάρει
ευλογία. Καθώς πλησίαζε, τον άκουγε να προσεύχεται έντονα με λυγμούς και στρωτές
μετάνοιες, χτυπώντας το κεφάλι του στο δάπεδο. Υποχωρούσε τότε λίγο κι άρχιζε να βηματίζει
πιο δυνατά, για να τον ακούσει ο όσιος. Εκείνος, μόλις τον καταλάβαινε, σταματούσε την
προσευχή κι έκανε πως κοιμάται. Ο εκκλησιαστικός χτυπούσε την πόρτα λέγοντας το
«ευλόγησαν πάτερ», ο όσιος όμως δεν απαντούσε. Όταν το χτύπημα και το «ευλόγησαν πάτερ»
ακούγονταν για τρίτη φορά, ο όσιος, που έκανε πως μόλις τότε ξυπνούσε, απαντούσε: «Ο
Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είθε να σ’ ευλογεί, τέκνο μου». Έπειτα πήγαινε πρώτος στην
εκκλησία.
Την τακτική αυτή τη συνέχισε όλες τις νύχτες της ζωής του.
Στη διάρκεια της ηγουμενίας του, επιδιδόταν και σ’ άλλες ασκήσεις, όχι μόνο για δική του
πνευματική ωφέλεια, αλλά και του ποιμνίου που του είχε αναθέσει ο Θεός.
Έτσι ποτέ δεν τον είδαν οι αδελφοί να γείρει στο πλευρό και να κατακλιθεί. Όταν τελείωνε το
απόδειπνο και ήθελε ν’ αναπαυθεί, καθόταν για λίγο κάπου. Ύστερα από σύντομη ανάπαυση
σηκωνόταν κι άρχιζε τις γονυκλισίες, περιμένοντας την ακολουθία του μεσονυκτικού.
Ποτέ δεν τον είδαν να λούζεται για να ευχαριστήσει το σώμα του. Έπλενε μόνο τα χέρια και το
πρόσωπο. Όταν επέβαλλε εγκράτεια στους αδελφούς, έδινε πρώτος το παράδειγμα, αρκούμενος
στο ξερό ψωμί, στο νερό και στα νερόβραστα χόρτα.
Επίσης ποτέ δεν έδειχνε θλιμμένος. Στην κοινή τράπεζα ποτέ δεν τον είδαν σκυθρωπό. Η όψη
του ήταν ιλαρή, χαρούμενη, φωτισμένη από τη χάρη του Θεού. Κάθε χρόνο τη Μεγάλη
Σαρακοστή αποσυρόταν σε μια σπηλιά. Σ’ αυτήν αργότερα ενταφιάστηκε το τίμιο σκήνωμά του.
Απομονωμένος ασκήτευε εκεί μέχρι την εβδομάδα των Βαΐων. Και την Παρασκευή, κατά τον
εσπερινό του Λαζάρου, επέστρεφε και καθόταν στην πόρτα του ναού. Νουθετούσε τους
αδελφούς, δίνοντάς τους θάρρος και παρηγορώντας τους για τους κόπους της νηστείας. Τη δική
του άσκηση την παρουσίαζε σαν μηδαμινή μπροστά στο δικό τους αγώνα.
Τις ημέρες αυτές πολλές φορές ο όσιος αναχωρούσε τη νύχτα, χωρίς να τον πάρει κανείς
είδηση, κι εύρισκε άλλη σπηλιά, μακρινή κι απόκρυφη, για ν’ ασκείται εκεί μόνος του, φανερός
μόνο στο Θεό. Από κει κάποια βραδιά, πριν από την Παρασκευή της εβδομάδας των Βαΐων,
γύριζε στο πρώτο σπήλαιο. Και την Παρασκευή επέστρεφε στο μοναστήρι.
Στη σπηλιά που ασκήτευε, τα πονηρά πνεύματα τον ταλαιπωρούσαν πολύ, ιδιαίτερα όταν μετά
το απόδειπνο καθόταν λίγο να ξεκούραστη. Άλλοι δαίμονες φώναζαν δυνατά, άλλοι περνούσαν
τάχα με άμαξες, άλλοι χτυπούσαν τύμπανα, άλλοι έπαιζαν φλογέρα. Και από τις κραυγές και
τους θορύβους, τρανταζόταν ολόκληρη η σπηλιά.
Εκείνος δεν τρόμαζε απ’ όλ’ αυτά. Σφραγιζόταν με το σημείο του σταυρού, σηκωνόταν από το
κάθισμά του κι άρχιζε ν’ απαγγέλλει το Ψαλτήρι. Έτσι οι φωνές, οι θόρυβοι και όλα τα δαιμονικά
φόβητρα εξαφανίζονταν.
Μόλις όμως καθόταν λίγο να ξεκουραστεί, οι θόρυβοι των δαιμόνων ξανάρχιζαν. Σηκωνόταν
πάλι, άρχιζε τους ψαλμούς και οι δαιμονικές κραυγές χάνονταν. Η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε
αρκετές φορές και δεν μπορούσε ούτε για λίγο ν’ αναπαυθεί, μέχρι που, με τη χάρη του Θεού,
βγήκε νικητής: Έλαβε το κατά δαιμόνων χάρισμα και στο εξής, όπως είπαμε, ούτε να
πλησιάσουν στη σπηλιά δεν τολμούσαν.
Γνωρίσαμε πολλές θαυματουργίες του οσίου εναντίον των δαιμόνων. Μερικές τις καταχωρίζουμε
εδώ.
Συνήθιζαν οι δαίμονες, όταν ετοιμαζόταν στο μοναστήρι το ψήσιμο του ψωμιού, να κάνουν
πολλές κακοήθειες. Σκορπούσαν το αλεύρι, έριχναν κάτω τη ζύμη, έκαναν διάφορες ζημιές… Ο
υπεύθυνος διακονητής, ο αρχιμάγκιπας, περιέγραψε την κατάσταση στον όσιο Θεοδόσιο.
Εκείνος ένα βράδυ επισκέφθηκε το μαγκιπειό, και κλεισμένος εκεί αφοσιώθηκε στην προσευχή
μέχρι που ξημέρωσε. Από τότε δεν παρουσιάστηκαν πια δαίμονες στο μέρος εκείνο.
Ένας αδελφός, που υπηρετούσε στα ζώα του μοναστηρίου, ήρθε από το μαντρί στον όσιο και
παραπονέθηκε: Στο μαντρί έχουν εγκατασταθεί δαίμονες και δημιουργούν μεγάλη αναστάτωση.
Με την ταραχή που κάνουν, τα ζώα μας δεν μπορούν να φάνε ήσυχα. Ο μεγαλύτερος αδελφός
προσευχήθηκε πολλές φορές, έριξε και αγιασμό, αλλά δεν έγινε τίποτα.
Ο όσιος, οπλισμένος γι’ άλλη μια φορά με την προσευχή και τη νηστεία, ξεκίνησε για το μαντρί.
Έφτασε εκεί το βράδυ. Έκλεισε την πόρτα και όλη τη νύχτα ξαγρύπνησε στην προσευχή. Το
αποτέλεσμα ήταν πως από τότε, όχι μόνο στο μαντρί, αλλά και σ’ όλη τη γύρω περιοχή δεν
εμφανίστηκαν πια δαίμονες, ούτε προξένησαν το παραμικρό κακό.
Δεν επαναπαυόταν ο όσιος στις δικές του νίκες εναντίον του διαβόλου. Ήθελε να το βλέπει αυτό
και στους άλλους. Γι’ αυτό, όταν μάθαινε πως οι πονηροί λογισμοί πολεμούσαν άγρια κάποιον
αδελφό, τον καλούσε κοντά του. Τον παρότρυνε ν’ αντιστέκεται στα μηχανήματα του διαβόλου.
Να μην τα χάνει από τις επιθέσεις του. Να μη λιποτακτεί από τον τόπο της μάχης. Να οπλίζεται
με τη νηστεία και την προσευχή, και ν’ αγωνίζεται μέχρι να του χαρίσει ο Θεός τη νίκη.
Σχετικά με την πάλη του προς τους δαίμονες, ο όσιος διηγήθηκε στους αδελφούς το επόμενο
περιστατικό, που του συνέβη όταν ήταν νεώτερος:
—Κάποια νύχτα, που ήμουνα στο κελί μου κι έψελνα, αντικρίζω ακριβώς μπροστά μου ένα
μαύρο σκύλο. Στεκόταν εκεί ακίνητος και μ’ εμπόδιζε Στις μετάνοιές μου. Στην αρχή τον
περιφρόνησα. Πέρασαν πολλές ώρες, οπότε πήρα την απόφαση να τον χτυπήσω. Μόλις
ετοιμάστηκα να το κάνω, εξαφανίστηκε. Φοβήθηκα τότε τόσο πολύ, που ήθελα να το βάλω στα
πόδια και να φύγω από το μέρος εκείνο. Και θα το έκανα, αν δεν με βοηθούσε ο Κύριος. Όταν
συνήλθα από τη μεγάλη μου φρίκη, άρχισα επίμονα να προσεύχομαι και να κάνω γονυκλισίες.
Στο τέλος έφυγε εντελώς από πάνω μου ο φόβος. Από τότε δεν τρόμαζα, όσες δαιμονικές
εμφανίσεις κι αν πρόβαλλαν μπροστά μου.
Μ’ αυτά και με πολλά άλλα λόγια, ο όσιος ενίσχυε τους αδελφούς στην πάλη εναντίον των
πονηρών πνευμάτων.
Ο αδελφός Ιλαρίων, που τον αναφέραμε πιο πάνω, διηγήθηκε στο μακάριο Νέστορα τα εξής:
— Υπέφερα πολλά στο κελί μου από τους δαίμονες. Μια νύχτα μάλιστα, μόλις έπεσα στο
κρεβάτι, παρουσιάστηκε ένα ολόκληρο στίφος. Επιτέθηκε εναντίον μου. Με τραβούσαν από τα
μαλλιά, μ’ έσερναν και με χτυπούσαν. Άλλοι σήκωναν τον τοίχο και μου έλεγαν απειλητικά: «Θα
τον ρίξουμε πάνω σου, για να σε σκοτώσουμε». Και η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και τις
επόμενες νύχτες. Δεν άντεχα πια άλλο και κατέφυγα στον όσιο Θεοδόσιο. Του είπα πως
σκέφτομαι ν’ αλλάξω κελί. Εκείνος όμως δεν συμφώνησε. «Όχι αδελφέ μου», μου είπε, «μην
απομακρυνθείς και κάνης τα πονηρά πνεύματα να χαρούν, βλέποντας πως σε ανάγκασαν να
τραπείς σε φυγή. Έτσι θα σου προξενήσουν περισσότερο κακό, γιατί θ’ αποκτήσουν εξουσία
πάνω σου. Να παραμείνεις εκεί και να καλλιεργείς την προσευχή. Και ο Θεός, βλέποντας την
υπομονή σου, θα σου χαρίσει τη νίκη». Εγώ πάλι του είπα: «Πάτερ, σε ικετεύω, είναι αδύνατο
να παραμείνω στο κελί μου. Έχει μέσα ένα σωρό σατανάδες». Τότε ο όσιος με σταύρωσε και
μου είπε: «Πήγαινε αδελφέ μου στο κελί σου. Από τώρα ούτε θα τους ξαναδείς πια ούτε θα σε
βλάψουν». Το πίστεψα, έβαλα μετάνοια στον όσιο κι απομακρύνθηκα.
Οι πολυμήχανοι δαίμονες δεν παρουσιάστηκαν άλλη φορά στο κελί μου. Οι προσευχές του οσίου
Θεοδοσίου τους έδιωξαν από κει.
Όχι μόνο προς τους αόρατους, αλλά και προς τους ορατούς εχθρούς φάνηκε ανδρείος ο όσιος
πατέρας μας Θεοδόσιος. Πολλές φορές συνήθιζε να φεύγει τη νύχτα κρυφά από το μοναστήρι
και να πηγαίνει στους Εβραίους. Λογομαχούσε μαζί τους με παρρησία για το πρόσωπο του
Χριστού. Γεμάτος από ιερή αγανάκτηση, τους αποκαλούσε προδότες του Νόμου και θεοκτόνους.
Ήταν μεγάλη του επιθυμία να ομολογήσει την πίστη του στο Χριστό, και ν’ αντιμετωπίσει ακόμη
και το θάνατο απ’ αυτούς που Τον θανάτωσαν. Θα γινόταν έτσι πραγματικός μιμητής Του.
Ο γενναίος όσιος επιθυμούσε να υποφέρει ως ομολογητής της αλήθειας. Τούτο φαίνεται και από
το επόμενο γεγονός.
Ένα χρόνο πριν την κοίμησή του, στα 1073, με τη συνεργία του πονηρού, συνέβη μια διαμάχη
και φιλονικία ανάμεσα στους τρεις αδελφούς ηγεμόνες της Ρωσίας. Ο ηγεμόνας του Τσερνιγώφ
Σβιατοσλάβος και ο ηγεμόνας του Περεγιασλάβ Βσέβολοντ κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον του
ηγεμόνα του Κιέβου Ιζιασλάβου, που ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός τους. Κατόρθωσαν μάλιστα
να καταλάβουν το Κίεβο και να τον διώξουν από κει.
Κάποτε κάλεσαν σ’ επίσημο γεύμα και τον όσιο Θεοδόσιο. Ο όσιος, γνωρίζοντας πως άδικα
διώχτηκε ο Ιζιασλάβος, απάντησε με θάρρος στον απεσταλμένο τους:
Απαξιώ να έρθω στην τράπεζα της Ιεζάβελ και να γευτώ τροφή που στάζει αίμα και μυρίζει
φόνο. Του είπε και άλλα, προσθέτοντας στο τέλος:
Να μεταφέρεις σε παρακαλώ, ό,τι σου είπα στους κυρίους σου.
Πράγματι, οι ηγεμόνες πληροφορήθηκαν τη στάση του οσίου, αλλά δεν οργίστηκαν απέναντι
του. Κατάλαβαν πως είχε δίκιο. Ωστόσο δεν άκουσαν τις συμβουλές του. Ούτε έπαψαν να
καταδιώκουν τον αδελφό τους, μέχρι που τον απομάκρυναν από τα όρια της παλαιάς του
ηγεμονίας. Έτσι ο Σβιατοσλάβος κατέλαβε την περιφέρεια του Κιέβου, ενώ ο Βσέβολοντ, σαν
μικρότερος, αρκέστηκε στο Περεγιασλάβ.
Ο όσιος Θεοδόσιος εξαπέλυσε τότε αμείλικτο κατηγορητήριο εναντίον του Σβιατοσλάβου. Τον
στηλίτευε για την αδικία που διέπραξε, για την παράνομη κατάληψη του θρόνου και για την
εκδίωξη του μεγαλύτερου αδελφού του. Όλ’ αυτά τα διαβίβαζε στον ηγεμόνα ή με επιστολές ή
με τους αξιωματούχους που επισκέπτονταν το μοναστήρι.
Στο τέλος μάλιστα του έστειλε μιαν εκτενή επιστολή, στην οποία τον επέπληττε δριμύτατα:
«Φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς τον Θεόν», όπως του Άβελ εναντίον του Κάιν, του
έγραφε.
Απαρίθμησε πολλούς από τους αρχαίους φονιάδες, μισάδελφους και διώκτες, με τους οποίους
τον παραλλήλιζε καυστικά.
Μόλις διάβασε την επιστολή ο ηγεμόνας έγινε θηρίο. Την πέταξε στο χώμα, την πάτησε με μανία
και σαν λιοντάρι βρυχήθηκε εναντίον του οσίου, αποφασισμένος να τον ρίξει στη φυλακή.
ΟΙ αδελφοί της μονής, γεμάτοι θλίψη, ικέτευαν τον όσιο να σταματήσει την τακτική του
έλεγχου. Επίσης διάφοροι αξιωματούχοι τον συμβούλεψαν να μην εναντιώνεται άλλο στον
ηγεμόνα. «Είναι έτοιμος να σε φυλακίσει», του έλεγαν.
Ο όσιος, σαν άκουσε την φυλάκιση, ενθουσιάστηκε.
– Αυτός ο λόγος, αδελφοί, μου δίνει μεγάλη χαρά, είπε. Τίποτα δεν θα μου χαρίσει τόση
μακαριότητα στη ζωή αυτή, όσο το να υποφέρω διωγμούς για χάρη της αλήθειας. Μήπως
πρόκειται να χάσω τα πλούτη μου; Μήπως θα χωριστώ από τα παιδιά μου και την πατρίδα μου;
Όταν ήρθαμε στον κόσμο, δεν φέραμε τίποτα μαζί μας. Γυμνοί γεννηθήκαμε και γυμνοί θα
φύγουμε. Εγώ είμαι έτοιμος και για τη φυλακή και για το θάνατο ακόμη.
Επιθυμούσε ειλικρινά τη φυλάκιση ο όσιος και γι’ αυτό στηλίτευε όλο και περισσότερο το
μισάδελφο ηγεμόνα. Όπως ήταν φυσικό, η οργή του Σβιατοσλάβου αυξήθηκε περισσότερο, δεν
τολμούσε όμως να βάλει χέρι πάνω του, γιατί τον αναγνώριζε σαν άνθρωπο δίκαιο, όσιο και
σεβαστό σ’ όλους τους υπηκόους του.
Σε λίγο καιρό όμως ο όσιος Θεοδόσιος, πιεζόμενος από τους αδελφούς και τους μεγιστάνες,
άλλαξε τακτική. Σκέφτηκε πως ο ηγεμόνας δεν ωφελείται καθόλου από τους έλεγχους.
Αποφάσισε λοιπόν να χρησιμοποίηση καλό τρόπο, μήπως και τον συνετίσει έτσι και τον πείσει να
επανορθώσει το κακό που έκανε στον αδελφό του.
Μέσα σε λίγες ημέρες ο Σβιατοσλάβος έμαθε τη μεταβολή του κι αισθάνθηκε μεγάλη χαρά. Ήταν
παλαιά του επιθυμία να ευφρανθεί από τα θεόπνευστα λόγια του οσίου. Πήρε λοιπόν το θάρρος
και ζήτησε να του επιτραπεί μια επίσκεψη στο μοναστήρι. Πληροφορήθηκε τη συγκατάθεση του
οσίου και χαρούμενος ξεκίνησε με τη συνοδεία των βογιάρων του.
Ο όσιος και οι αδελφοί βγήκαν από το ναό και μ’ επισημότητα τους υποδέχθηκαν. Απέδωσαν τις
συνηθισμένες τιμές στον ηγεμόνα. Εκείνος ασπάστηκε τον όσιο.
– Εγώ πάτερ, του είπε, δεν τολμούσα να σ’ επισκεφθώ. Συλλογιζόμουν πως δεν θα μου
επέτρεπες την είσοδο, γιατί ήσουν οργισμένος εναντίον μου.
– Και τι είναι αφέντη μου, η οργή μας μπροστά στην εξουσία σου; απάντησε ο όσιος. Εμείς
πάντως είμαστε υποχρεωμένοι να ελέγχουμε και να υπογραμμίζουμε όσα είναι αναγκαία για τη
σωτηρία της ψυχής, κι εσείς έχετε καθήκον να μας ακούτε.
Αφού έγινε μια μικρή δέηση στο ναό, ο όσιος δέχτηκε σε συζήτηση τον ηγεμόνα. Αναφέροντας
αγιογραφικά κείμενα, του τόνισε πολύ την αγάπη που πρέπει να έχουν οι αδελφοί. Ο ηγεμόνας
όμως προφασίστηκε πως υπήρχαν πολλά σε βάρος του αδελφού του και γι’ αυτό δεν ήταν
εύκολο να συμφιλιωθεί μαζί του. Τέλος, μετά από πολύωρη ωφέλιμη συζήτηση, αναχώρησε
δοξάζοντας το Θεό που αξιώθηκε να συζητήσει με τέτοιο μεγάλο άνδρα. Από τότε επισκεπτόταν
συχνά τον όσιο.
Αλλά και ο Θεοδόσιος επισκεπτόταν τον ηγεμόνα και του θύμιζε πάντοτε το φόβο του Θεού και
την αγάπη προς τον αδελφό.
Σε μια από τις επισκέψεις αυτές, μπαίνοντας στο παλάτι, βλέπει ένα πλήθος μουσικών. Από τα
έγχορδα, τα πνευστά και τ’ άλλα όργανα, έβγαιναν ηχηρές μελωδίες, που διασκέδαζαν τον
ηγεμόνα. Ο όσιος τότε κάθισε δίπλα του σκυθρωπός, με χαμηλωμένο το βλέμμα. Έπειτα
πλησίασε λίγο και του είπε:
— Στην άλλη ζωή θα υπάρχουν άραγε αυτά;
Η παρατήρηση εκείνη έκανε τον Σβιατοσλάβο να συγκινηθεί. Διέταξε να πάψουν οι μουσικές.
Και από τότε, κάθε φορά που τον επισκεπτόταν ο όσιος, έδινε εντολή να σταματούν τα όργανα.
Ακόμη, όταν ήξερε από πριν για τον ερχομό του, έβγαινε ως τις πύλες του μεγάρου του και τον
προϋπαντούσε με έκδηλα αισθήματα χαράς. Πλημμυρισμένος κάποτε από αγαλλίαση, τον
υποδέχθηκε με τα εξής λόγια:
Πάτερ, σου τ’ ομολογώ με κάθε ειλικρίνεια. Αν κάποιος μου έλεγε πως ο πατέρας μου θ’
αναστηθεί από τον τάφο, δεν θα ένιωθα τη χαρά που μου δίνει ο ερχομός σου. Ούτε πάλι θα
δοκίμαζα το φόβο που μου προξενεί η οσία σου μορφή.
Κι εκείνος του απάντησε:
Αν πράγματι νιώθεις τόσο πολύ δέος απέναντή μου, συμμορφώσου με την υπόδειξή μου και
δώσε πίσω στον αδελφό σου το θρόνο που του κληροδότησε ο πατέρας σου.
Σαν άκουσε τα λόγια αυτά ο ηγεμόνας τα ‘χάσε. Γεμάτος αμηχανία έκλεισε το στόμα του και δεν
ήξερε τι ν’ αποκριθεί. Του είχε εμπνεύσει ο πονηρός τόσο μίσος κατά του αδελφού του, που και
τ’ όνομά του δεν ανεχόταν ν’ ακούει.
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως ο γνωστός μας άγιος Νίκων, αυτός που είχε κείρει μοναχό τον
όσιο Θεοδόσιο, μ’ όλη εκείνη την αναταραχή ανάμεσα στους ηγεμόνες, έφυγε πάλι μαζί με δυο
μοναχούς από την Πετσέρσκαγια και ξαναπήγε στο Τμουταρακάν, στο μοναστήρι που είχε
ιδρύσει εκεί, παρ’ όλο που ο όσιος Θεοδόσιος τον παρακαλούσε επίμονα να μείνει κοντά του.
Ήθελε, όσο θα βρισκόταν ακόμα στη ζωή, να μην τον αποχωριστή.
Το θέλημα του Θεού όμως ήταν διαφορετικό, κι έτσι ο όσιος ρίχτηκε στους αγώνες που τον
περίμεναν χωρίς τη συμπαράσταση του αγαπημένου του Νίκωνος, από τα χέρια του οποίου είχε
λάβει το άγιο σχήμα,
Βλέποντας ο όσιος Θεοδόσιος πως το μοναστήρι ήταν μικρό για τους αδελφούς, απορούσε τι να
κάνη. Ζητούσε μ’ επίμονες προσευχές να του δείξει ο Θεός ένα ευρύχωρο μέρος, για ν’
ανεγείρει μεγάλο πετρόχτιστο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Πράγματι, οι προσευχές του
υπήρξαν ευπρόσδεκτες στο Θεό, που με θαυμαστό τρόπο αποκάλυψε το μέρος που θα χτιζόταν
ο ναός.
Κάποιος ευσεβής και θεοφοβούμενος χριστιανός βάδιζε μια σκοτεινή νύχτα στα υψώματα, πλάι
στην Πετσέρσκαγια. Και τι αξιώθηκε ν’ αντικρίσει! Πάνω από τη μονή πρόβαλε ένα θαυμάσιο
φως – σαν εκείνο που είχε δει ο ηγούμενος Σωφρόνιος — και στη μέση βρισκόταν ο όσιος
Θεοδόσιος. Ήταν μπροστά στην εκκλησία και με υψωμένα τα χέρια στον ουρανό
προσκαρτερούσε στην προσευχή. Έκθαμβος από το όραμα ο άνθρωπος του Θεού, βλέπει σε
λίγο μια πελώρια φλόγα να πετάγεται από το ναό. Πήρε σχήμα τόξου και κατέληξε σ’ ένα λόφο,
εκεί ακριβώς που χτίστηκε αργότερα ο καινούργιος ναός. Μέχρι που χάθηκε ο άνθρωπος εκείνος
πίσω από το βουνό, η φλόγα παρέμενε εκεί, με τη μία άκρη στην κορυφή της εκκλησίας και την
άλλη στο λόφο. Αυτά που είδε δεν άργησε να τ’ αναγγείλει στον όσιο.
Παρόμοιο θαύμα παρουσίασε ο Θεός και στους κατοίκους της γειτονικής περιοχής. Ήταν νύχτα.
Ξαφνικά ακούγονται ψαλμωδίες από αναρίθμητα στόματα. Πετάγονται οι άνθρωποι από τον
ύπνο τους κι ανεβαίνουν σ’ ό,τι ψηλότερο υπήρχε, για να δουν από που προέρχονται οι φωνές.
Και να! Λουσμένη σε πλούσιο φως παρουσιάζεται μπροστά τους η Πετσέρσκαγια. Από την
εκκλησία έβγαινε πλήθος μοναχών. Άλλοι βάσταζαν την εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και
άλλοι έψελναν κρατώντας αναμμένα κεριά. Επικεφαλής προχωρούσε ο ηγούμενος τους
Θεοδόσιος. Σαν έφτασαν στο μέρος όπου χτίστηκε αργότερα η καινούργια εκκλησία, ανέπεμψαν
στο Θεό ψαλμωδίες και προσευχές. Έπειτα ξαναγύρισαν με ύμνους στο ναό.
Όχι ένας και δύο, αλλά πολλοί ήταν εκείνοι που αντίκρισαν το όραμα. Και διαπιστώθηκε πως
εκείνοι που έψελναν δεν ήταν μοναχοί, αλλ’ άγγελοι, γιατί οι αδελφοί της μονής δεν είχαν ιδέα
για το θαυμαστό γεγονός. Δόξασαν λοιπόν όλοι μ’ ένα στόμα το Θεό, που χάρη Στις προσευχές
του οσίου Θεοδοσίου ευλόγησε τόσο πολύ τον τόπο εκείνο.
Ενώ ο όσιος προσευχόταν μέσα στο μοναστήρι για την ανοικοδόμηση του καινούργιου ναού,
πήρε αμέσως απάντηση στα αιτήματά του. Ήταν κάτι το ανέλπιστο: Ο όσιος Αντώνιος ερχόταν
να βοηθήσει. Πίσω του ακολουθούσαν οικοδόμοι, που προέρχονταν από την
Κωνσταντινούπολη. Με θαυμαστά σημεία ο Θεός τους είχε φέρει εδώ για να οικοδομήσουν το
ναό της Μητέρας Του.
Όταν με θεϊκή υπόδειξη άρχισε η ανοικοδόμηση του ναού, μοχθούσε καθημερινά μαζί με τους
αδελφούς και ο ίδιος ο όσιος. Όποιος τον έβλεπε να εργάζεται, ποτέ του δεν τον λογάριαζε για
ηγούμενο. Τα ρούχα και η όλη εξωτερική του εμφάνιση τον έκαναν να φαίνεται σαν ένας από
τους μαστόρους.
Μια φτωχή χήρα, που ζητούσε τη βοήθειά του, τον είδε ανάμεσα στους χτίστες.
— Έ, καλόγερε, του λέει, είναι στο μοναστήρι ο ηγούμενός σας;
Και ο όσιος της απάντησε: Τι τον θέλεις αυτό τον άνθρωπο; Αυτός είναι αμαρτωλός.
— Αν είναι αμαρτωλός ή όχι δεν το ξέρω, είπε η γυναίκα. Εκείνο που ξέρω είναι πως έσωσε
πολλούς απελπισμένους και δυστυχισμένους. Θέλω να βοηθήσει κι εμένα, που έχω αδικηθεί από
το δικαστή.
Τότε ο όσιος ενδιαφέρθηκε να μάθη το πρόβλημά της κι ένιωσε βαθιά συμπόνια σαν άκουσε την
αδικία που είχε γίνει σε βάρος της.
– Γύρισε στο σπίτι σου, της είπε, κι εγώ θα τα πω όλα στον ηγούμενο. Εκείνος θα σε απαλλάξει
από τη θλίψη σου.
Πράγματι, μίλησε στο δικαστή για τη φτωχή χήρα. Ζήτησε να επιστρέψουν ότι της είχαν πάρει
άδικα κι έτσι η γυναίκα απαλλάχτηκε από τη δοκιμασία της.
Με παρόμοια έργα, αντάξια τ’ ουρανού, αγωνιζόταν ο όσιος για τη γρήγορη ανέγερση της
εκκλησίας. Δεν αξιώθηκε όμως να την τελειώσει, γιατί τον βρήκε στο μεταξύ ο θάνατος. Αλλά
και μετά το θάνατό του, κοντά στο Θεό που ήταν, ενίσχυε με τις προσευχές του το έργο, που
αποπερατώθηκε στην εντέλεια από το μακάριο Στέφανο, το διάδοχό του στην ηγουμενία.
Ο όσιος πατέρας μας Θεοδόσιος, πλησίαζε τώρα προς το τέλος της επίγειας ζωής του κι ας ήταν
μόνο σαρανταπέντε χρονών. Προαισθάνθηκε μάλιστα την ημέρα της αναχωρήσεώς του. Γι’ αυτό
έδωσε εντολή και συνάχτηκε κοντά του όλη η αδελφότητα: και οι αδελφοί που βρίσκονταν στο
μοναστήρι και εκείνοι που ήταν στα περίχωρα και όσοι είχαν σταλεί σε κάποια διακονία.
Συγκινημένος άρχισε να τους νουθετεί όλους. Τους υπέδειξε να εκτελούν με πολλή προσοχή κι
επιμέλεια το διακόνημά τους. Ενώ από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα, τους μίλησε για τη
σωτηρία, για τη θεάρεστη ζωή, για την άσκηση, για τη νηστεία. Τους σύστησε να επιμελούνται
Ιδιαίτερα το ναό και να μπαίνουν εκεί με πολλή ευλάβεια και φόβο Θεού. Να έχουν αγάπη και
να κάνουν υπακοή όχι μόνο στους μεγαλύτερους, αλλά σ’ όλους τους αδελφούς. Στο τέλος τους
έδωσε την ευλογία του και τους απέλυσε με συγκίνηση.
Τότε δέχτηκε και την επίσκεψη του ηγεμόνα. Απηύθυνε και σ’ αυτόν τις τελευταίες νουθεσίες.
Του συνέστησε να καλλιεργεί την ευσέβεια, να προστατεύει την Ορθοδοξία και να ενδιαφέρεται
για τους Ιερούς ναούς.
– Προσεύχομαι, του είπε, στον Κύριο και στην πανάμωμη Μητέρα Του, να σου χαρίσουν ήσυχο
και ειρηνικό το βασίλειο. Και αναθέτω στην ευσέβειά σου την προστασία τούτου του
μοναστηρίου, που είναι οίκος της Υπεραγίας Θεοτόκου και που η ίδρυσή του οφείλεται στη δική
της ευδοκία.
Ένα ρίγος μαζί με ψηλό πυρετό κατέλαβε στη συνέχεια τον όσιο. Εξαντλημένος, αναγκάστηκε
να ξαπλώσει στο κρεβάτι — άλλη φορά μέχρι τότε δεν είχε κατακλιθεί σ’ αυτό.
Ας γίνει το θέλημα του Θεού, είπε. Ας κάνη ο Κύριος ότι έχει ορίσει για μένα. Σε ικετεύω όμως,
Δέσποτα μου Ιησού Χριστέ, να φανείς ευσπλαχνικός στην ψυχή μου. Ας μην την απειλήσουν οι
αποτρόπαιοι δαίμονες, αλλ’ ας την υποδεχθούν οι άγγελοί σου. Αυτοί να την περάσουν από τα
τελώνια (Τα τελώνια είναι πονηρά πνεύματα, που ανακρίνουν μετά το θάνατο την ψυχή) και
αγωνίζονται να την κερδίσουν του σκότους και να την οδηγήσουν στο φως του ελέους Σου.
Μετά απ’ αυτά τα λόγια σταμάτησε. Έπεσε σε σιωπή. Δεν μπορούσε να προφέρει τίποτα, ούτε ν’
άνοιξη τα μάτια του. Με πόνο ψυχής παρακολουθούσαν οι αδελφοί την κατάστασή του, που
κράτησε τρεις ημέρες. Αν δεν έβλεπαν πως ανέπνεε, θα νόμιζαν πως είχε πεθάνει.
Ύστερα από τρεις ημέρες, η αρρώστια υποχώρησε και ο όσιος σηκώθηκε από το κρεβάτι.
Συνάχτηκαν πάλι κοντά του οι αδελφοί.
— Αδελφοί και πατέρες, τους είπε, να που ο χρόνος της επίγειας ζωής μου τελειώνει. Μου το
είχε φανερώσει στο παρελθόν ο Κύριος, όταν κάποτε, τις μέρες της Μεγάλης Σαρακοστής,
προσευχόμουνα στη σπηλιά. Εκείνο που ζητώ από σας είναι να μαζευτείτε και να εκλέξετε
ηγούμενο, για να τον εγκαταστήσω στη θέση μου.
Στα λόγια αυτά οι αδελφοί δοκίμασαν μεγάλο πόνο και ξέσπασαν σε κλάματα. Με βαρεία καρδιά
πήγαν να βγάλουν το νέο ηγούμενο τους. Όλοι ομόφωνα εξέλεξαν το Στέφανο, που είχε το
διακόνημα του εκκλησιαστικού.
Την άλλη μέρα ο όσιος κάλεσε πάλι τους αδελφούς. Τι αποφασίσατε, παιδιά μου; Ποιόν θεωρείτε
άξιο για ηγούμενό σας;
– Ο Στέφανος είναι άξιος, αποκρίθηκαν μ’ ένα στόμα.
Ο όσιος φώναξε κοντά του το Στέφανο, τον ευλόγησε με το άγιο χέρι του και τον κατέστησε
επίσημα διάδοχό του.
— Τώρα τέκνο μου του είπε, σου αναθέτω τη μονή. Να διαφυλάξεις με πολλή προσοχή τους
κανονισμούς των διακονημάτων. Να κράτησης καλά τις καθιερωμένες παραδόσεις. Να μην
αλλάξεις το τυπικό, αλλά να ενεργής πάντοτε σύμφωνα με την κανονική μοναστηριακή τάξη.
Απευθύνθηκε έπειτα στους αδελφούς. Τους συμβούλεψε να κάνουν υπακοή στο νέο ηγούμενο.
Επέμεινε πολύ σ’ αυτό. Στο τέλος τους ανήγγειλε την ώρα της εκδημίας του.
Το Σάββατο, καθώς θα βασιλεύει ο ήλιος, η ψυχή μου θα εγκαταλείψει το σώμα.
Σιγά-σιγά ο όσιος ένιωθε να τον καταβάλλει η αρρώστια. Ο Στέφανος δεν απομακρυνόταν από
κοντά του. Τον υπηρετούσε με πολλή ταπείνωση και άκουγε συμβουλές σχετικά με τα νέα του
καθήκοντα.
Τα ξημερώματα του Σαββάτου ο όσιος κάλεσε πάλι τους αδελφούς. Μέσα σε κλάματα και σε
θρήνους έδωσε στον καθένα ξεχωριστά τον αποχαιρετιστήριο ασπασμό.
Αγαπητά μου παιδιά, αδελφοί μου, τους είπε, σας έδωσα τον ασπασμό της αγάπης, γιατί
πλησιάζει η αναχώρησή μου προς το Δεσπότη μου Ιησού Χριστό. Να ο ηγούμενος που εσείς οι
ίδιοι διαλέξατε. Να τον έχετε πνευματικό πατέρα, να τον σέβεστε πολύ και να συμμορφώνεστε
με τις εντολές του. Ο Θεός, ο σοφός δημιουργός του παντός, να σας ευλογεί, να σας
διαφυλάττει αβλαβείς από τον πολυμήχανο εχθρό και να σας διατηρεί πάντοτε ενωμένους, με
ακλόνητη πίστη, ομόνοια και αγάπη. Είθε να σας αξιώσει να τον υπηρετείτε χωρίς πάθη,
ενωμένοι, αγαπημένοι, ομόψυχοι, με ταπείνωση και υπακοή, ώστε να γίνετε τέλειοι, «καθώς και
ο πατήρ υμών ο ουράνιος τέλειος εστί». Ο Κύριος να ‘ναι μαζί σας.
Στη συνέχεια ο όσιος ζήτησε να μην του αποδώσουν τιμές στην κηδεία του:
– Και τώρα σας παρακαλώ και συγχρόνως σας εξορκίζω, να μ’ ενταφιάσετε στη σπηλιά που
περνούσα τις ημέρες της νηστείας.
Ούτε να λούσετε το φτωχό μου σώμα, ούτε ν’ αλλάξετε τα ρούχα που φορώ τώρα. Κι εκτός από
σας, κανείς άλλος να μην παρακολουθήσει την κηδεία μου.
Με αναφιλητά δέχτηκαν οι αδελφοί τα λόγια του. Εκείνος τότε, για να τους παρηγορήσει,
πρόσθεσε:
Σας το υπόσχομαι, αδελφοί και πατέρες, πως αν και με το σώμα φεύγω, με το πνεύμα όμως θα
είμαι παντοτινά μαζί σας.
Τη φορά αυτή τους απέλυσε όλους. Ήθελε να είναι μόνος του. Κάποιος αδελφός όμως, που τον
υπηρετούσε πιστά πάντοτε, μπόρεσε να παρακολουθήσει τις τελευταίες του στιγμές από μια
μικρή τρύπα που είχε κάνει στην πόρτα.
Ο όσιος σηκώθηκε από το κρεβάτι, γονάτισε κι άρχισε να παρακαλεί με θερμά δάκρυα τον
ελεήμονα θεό για τη σωτηρία της ψυχής του. Προσευχήθηκε σ’ όλους τους αγίους, μα ιδιαίτερα
στην Κυρία Θεοτόκο, που στην προστασία της εμπιστευόταν τη μονή και το ποίμνιό του.
Έπεσε πάλι στο κρεβάτι ν’ αναπαυθεί κάπως. Σε λίγο ανασηκώθηκε. Έστρεψε το βλέμμα ψηλά
προς τον ουρανό και το πρόσωπό του έλαμψε από χαρά. Τότε με φωνή μεγάλη αναφώνησε:
Ευλογητός ο Θεός! Αν είναι έτσι, δεν φοβάμαι καθόλου. Αντίθετα, χαίρομαι υπερβολικά για την
αναχώρησή μου από τον κόσμο αυτό.
Οπωσδήποτε κάποιο όραμα θ’ αντίκριζε. Ύστερα ξάπλωσε προσεκτικά, σταύρωσε τα χέρια πάνω
στο στήθος και παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού. Ήταν η ώρα που βασίλευε ο
ήλιος, όπως το προείπε, ημέρα Σάββατο, 3 Μαΐου του 1074.
Μόλις γνωστοποιήθηκε ο θάνατός του, οι αδελφοί «εποίησαν κοπετόν μέγαν έπ’ αύτω». Τον
έφεραν θρηνώντας στο ναό για τη νεκρώσιμη ακολουθία.
Πολλοί χριστιανοί, χωρίς κανείς να τους ειδοποιήσει, σαν να τους έσπρωχνε κάποια θεία
δύναμη, μαζεύτηκαν έξω από την πύλη της μονής και περίμεναν κλαίγοντας την ώρα της
εκφοράς. Οι αδελφοί, σύμφωνα με την παραγγελία του οσίου, είχαν ασφαλισμένη την πόρτα.
Όσο υπήρχε ο κόσμος αυτός, οι αδελφοί δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν για τον ενταφιασμό.
Ευτυχώς όμως, κατά θεία βούληση, ο ουρανός σκεπάστηκε ξαφνικά με σύννεφα και μια δυνατή
βροχή σκόρπισε τα πλήθη που περίμεναν.
Μόλις ο κόσμος απομακρύνθηκε, ο ήλιος έλαμψε πάλι. Έτσι οι αδελφοί μπόρεσαν να κάνουν την
εκφορά. Έφεραν το σκήνωμα του οσίου στην καθορισμένη σπηλιά και το έθαψαν εκεί με τιμές.
Αφού το ασφάλισαν, γύρισαν περίλυποι στη μονή. Την ημέρα εκείνη δεν έβαλαν τίποτα στο
στόμα τους.
Την ώρα που εκοιμήθη ο όσιος, ο Σβιατοσλάβος βρισκόταν πολύ μακριά. Ατενίζοντας από κει
προς το μέρος της Πετσέρσκαγια, είδε ένα πύρινο στυλό που υψωνόταν από το μοναστήρι ως
τον ουρανό. Απ’ αυτό κατάλαβε πως ο όσιος, που την προηγούμενη μέρα τον είχε αφήσει βαριά
άρρωστο, έφυγε από τη ζωή.
Μου φαίνεται πως σήμερα ο όσιος Θεοδόσιος ανέβηκε στους ουρανούς, έλεγε στους ανθρώπους
του.
Ξεκίνησε λοιπόν για το μοναστήρι, όπου πράγματι πληροφορήθηκε το θάνατό του και τον
θρήνησε πολύ.
Τη χρονιά εκείνη στα Σπήλαια σκορπίστηκαν πολλές ευλογίες. Πλήθυναν τ’ αγαθά της μονής,
ευλογήθηκαν οι κήποι και τα χωράφια, αυξήθηκαν τα ζωντανά. Κάτι παρόμοιο ποτέ μέχρι τότε
δεν είχε συμβεί. Οι αδελφοί θυμήθηκαν τις υποσχέσεις του οσίου και δόξασαν το Θεό, που ο
διδάσκαλος και ηγούμενός τους έλαβε τόση χάρη.
Όχι όμως τότε μόνο, αλλά και μέχρι σήμερα βλέπουμε πως με τις πρεσβείες του ο Θεός δεν έχει
εγκαταλείψει την μονή του. Επαληθεύονται έτσι τα λόγια της Γραφής: «Δίκαιοι εις τον αιώνα
ζώσι, και εν Κυρίω ο μισθός αυτών και η φροντίς αυτών παρά Υψίστω».
Αν και σωματικά ο όσιος χωρίστηκε από τα πνευματικά τέκνα του, το πνεύμα του όμως
περιφέρεται πάντοτε ανάμεσά τους, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει και από τις πολλές
θαυματουργίες που έκανε μετά την κοίμησή του.
Απ’ αυτές ορισμένες μόνο θ’ αναφέρουμε παρακάτω.
Σκυθρωπός και γεμάτος θλίψη κάποιος βογιάρος, που έπεσε στην δυσμένεια του ηγεμόνα,
άκουγε να του λένε: «Ο ηγεμόνας θα σε ρίξει στη φυλακή».
Κατέφυγε τότε στην προσευχή. Ζήτησε και τη βοήθεια του οσίου Θεοδοσίου: «Γνωρίζω πάτερ
πως είσαι άγιος και σε παρακαλώ, τώρα που πλησιάζει η ώρα του κινδύνου, σπλαχνίσου με.
Παρακάλεσε το Δεσπότη τ’ ουρανού να με λυτρώσει».
Και να! Ένα μεσημέρι, την ώρα που αναπαυόταν, εμφανίζεται ο όσιος και του λέει: Γιατί
θλίβεσαι τόσο πολύ; Νομίζεις πως έχω φύγει από κοντά σας; Με το σώμα μου Ναι, αλλά με την
ψυχή μου όχι. Αύριο το πρωί θα σε φωνάξει ο ηγεμόνας και όχι μόνο δεν θα σε τιμωρήσει, αλλά
θα σου δώσει πάλι τη θέση σου.
Ο βογιάρος νόμιζε πως έβλεπε όνειρο. Μόλις όμως άνοιξε τα μάτια, είδε να βγαίνει από το
δωμάτιο του ο όσιος!
Την άλλη μέρα ο λόγος του πραγματοποιήθηκε.
Κάποιος χριστιανός, έτοιμος για ταξίδι, πέρασε από την Πετσέρσκαγια κι εμπιστεύτηκε ένα κουτί
με ασημένια νομίσματα στο μοναχό Κόνωνα, που ήταν γνωστός του. Αυτό όμως έπεσε στην
αντίληψη του μοναχού Νικολάου, που νικήθηκε από το δαίμονα της φιλαργυρίας, πήρε κρυφά
το κουτί και το καταχώνιασε σ’ ένα απόκρυφο μέρος.
Όταν ο Κόνων διαπίστωσε πως έλειπε το κουτί, έπεσε σε βαρεία θλίψη. Με δάκρυα άρχισε να
επικαλείται τον όσιο Θεοδόσιο. Ζητούσε να τον βοηθήσει. Να μη ντροπιαστεί στον άνθρωπο που
του έδειξε εμπιστοσύνη.
Αποκοιμήθηκε και σε λίγο βλέπει στον ύπνο του τον όσιο:
Αυτό για το οποίο θλίβεσαι, το πήρε με τη συμβουλή του διαβόλου ο αδελφός Νικόλαος και το
έκρυψε στην τάδε σπηλιά. Του έδειξε ακριβώς το μέρος.
Πήγαινε τώρα να το πάρεις, αλλά μην αναφέρεις τίποτα για την κλοπή.
Ξύπνησε χαρούμενος ο Κόνων, άναψε ένα κερί και ξεκίνησε νια τη σπηλιά. Βρήκε πράγματι εκεί
το κουτί και δεν ήξερε πως να δοξολογήσει το Θεό και το θαυμαστό δούλο Του Θεοδόσιο.
Κάποιος από τους κληρικούς του καθεδρικού ναού του Κιέβου, της Αγίας Σοφίας, υπέφερε πολύ
από ελονοσία. Μόλις συνήλθε λίγο από τον πυρετό, ικέτευσε το Θεό και τον όσιο Θεοδόσιο να
τον κάνουν καλά. Κάποια στιγμή αποκοιμήθηκε. Είδε τότε στον ύπνο του τον όσιο, που
κρατούσε το ραβδί του.
Πάρε το ραβδί μου και περπάτησε λίγο μ’ αυτό, του λέει.
Όταν ξύπνησε, ένιωσε πως ο πυρετός είχε φύγει. Ανήγγειλε με χαρά στους δικούς του την
επίσκεψη και την ευεργεσία του οσίου. Πήγε και στο μοναστήρι και διηγήθηκε στους αδελφούς
πως θεραπεύτηκε. Μόλις τον άκουσαν, δόξασαν όλοι το όνομα του Θεού για τη χάρη που έλαβε
ο πατέρας τους.
Αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του οσίου συνέβη και τούτο:
Ο μακάριος ηγούμενος Στέφανος, εξαιτίας μιας ταραχής που συνέβη μέσα στην αδελφότητα,
αναγκάστηκε ν’ απομακρυνθεί από το μοναστήρι. Ανέλαβε τότε ηγούμενος ο μέγας Νίκων, που
μετά την εκδημία του οσίου είχε γυρίσει από το Τμουταρακάν.
Πλησίαζε η Παρασκευή της πρώτης εβδομάδας των Νηστειών.
Την ημέρα αυτή ο όσιος είχε ορίσει να παρατίθεται στην τράπεζα εκλεκτό σταρένιο ψωμί, μέλι
και σουσάμι, γιατί οι αδελφοί κουράζονταν πολύ με τη νηστεία. Ο μακάριος Νίκων ειδοποίησε
τον κελάρη να τηρήσει την εντολή του οσίου. Εκείνος όμως έκανε παρακοή από οκνηρία. Είπε
μάλιστα ψέματα πως τελείωσε το αλεύρι. Αλλά ο Θεός δεν θέλησε να παραβλέψει τους κόπους
και τις προσευχές των δούλων του, ούτε να περιφρονηθεί η εντολή του οσίου Θεοδοσίου.
Μετά τη Θεία Λειτουργία οι αδελφοί πήγαιναν στην τράπεζα για το νηστίσιμο φαγητό τους.
Είδαν τότε με μεγάλη έκπληξη να έχει έρθει στο μοναστήρι ένα φόρτωμα εκλεκτά σταρένια
ψωμιά! Όλοι θαύμασαν την πρόνοια του Θεού. Ο πατέρας και διδάσκαλός τους όσιος Θεοδόσιος,
φρόντιζε κι από τον ουρανό για τις ανάγκες τους.
Ύστερα από δυο μέρες ο κελάρης έβαλε τους αρτοποιούς να ζυμώσουν ψωμί με το αλεύρι
εκείνο που είχε πει πως δεν υπάρχει.
Και τι συνέβη; Καθώς έριχναν βραστό νερό στο ζυμάρι, έπεσε μέσα κι ένας βάτραχος που από
απροσεξία τους είχε βουτήξει στο καζάνι κι είχε βράσει μαζί με το νερό. Όλη τους η εργασία
πήγε χαμένη.
Ήταν καρπός της παρακοής, Γι` αυτό και ο Θεός δεν επέτρεψε, έπειτα από την άσκηση όλης της
εβδομάδας, να μολυνθούν οι αδελφοί με «το μερίδιο του εχθρού». Έτσι έμαθαν όλοι να είναι
πιο προσεκτικοί και υπάκουοι.
Από τον καιρό που ή ψυχή του οσίου Θεοδοσίου οδηγήθηκε στον ουρανό, πέρασαν δεκαοκτώ
χρόνια. Όλοι οι αδελφοί της Λαύρας, με τον ηγούμενό τους Ιωάννη, αποφάσισαν σε γενική
σύναξη την ανακομιδή των λειψάνων του στη μεγάλη εκκλησία.
Χωρίς χρονοτριβή ετοίμασαν τον κατάλληλο χώρο και μία όμορφη πέτρινη λάρνακα, όπου θα τ’
απέθεταν.
Τρεις ημέρες πριν από την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, με την εντολή του ηγουμένου
άρχισε στη σπηλιά το σκάψιμο. Πρωτοστατούσε σ’ αυτό ο μακάριος Νέστωρ ο οποίος μάλιστα
αξιώθηκε ν’ αντικρίσει, πρώτος απ’ όλους τους αδελφούς, το ιερό σκήνωμα του οσίου. Και
αυτός θα μας κάνη τώρα τη σχετική αφήγηση.
«Ό,τι θα σας διηγηθώ δεν το έμαθα από άλλους, αλλά το έζησα ο ίδιος από κοντά.
»Μου είπε ο ηγούμενος να πάω στον όσιο Θεοδόσιο, στη σπηλιά. Έφτασα εκεί χωρίς να μ’
αντιληφθεί κανείς και προσδιόρισα το μέρος όπου θα γινόταν το σκάψιμο. Γύρισα έπειτα στο
μοναστήρι και ο ηγούμενος μου ανέθεσε την εκταφή:
Πάρε όποιους αδελφούς θέλεις και πήγαινε. Φρόντησε όμως να μη μάθουν οι άλλοι τίποτα μέχρι
να ξεθάψετε τα τίμια λείψανα. Την ίδια μέρα, Τρίτη, ετοίμασα τα εργαλεία. Και το βράδυ, αφού
νύχτωσε καλά, ξεκίνησα. Με συνόδευαν δυο αδελφοί, εκλεκτοί για την αρετή τους. Οι άλλοι
μοναχοί δεν γνώριζαν τίποτα. Φτάσαμε στη σπηλιά κι επιδοθήκαμε στο έργο με μετάνοιες και
ψαλμικούς ύμνους.
Άρχισα με ζήλο την εργασία. Όταν πια κουράστηκα, συνέχισε άλλος αδελφός. Η νύχτα στο
μεταξύ προχωρούσε, έφτασαν τα μεσάνυχτα και το αποτέλεσμα μηδέν. Δεν μπορούσαμε να
βρούμε τίποτα. Μας έπιασε βαρεία θλίψη. Από τα μάτια μας έτρεχαν δάκρυα. Μήπως ο άγιος δεν
ευδοκούσε να φανερωθεί; Μήπως έπρεπε να σκάψουμε στην άλλη πλευρά; Μας ανησυχούσαν
τέτοιες σκέψεις.
Παρ’ όλ’ αυτά πήρα πάλι στα χέρια μου τα εργαλεία και με πολλή προσοχή συνέχισα την
εργασία. Στο μοναστήρι χτύπησαν τα σήμαντρα του όρθρου, μου φώναξε ο ένας αδελφός, που
βρισκόταν μπροστά στη σπηλιά. Θα τελειώσω κι εγώ τώρα, του απάντησα.
Χωρίς να το ξέρω, έσκαβα ακριβώς πάνω από το τίμιο λείψανο. Όταν σε λίγο το κατάλαβα, με
κυρίεψε μεγάλος φόβος. Κύριε, με τις πρεσβείες του οσίου Θεοδοσίου, ελέησέ με, άρχισα να
λέω. Έστειλα αμέσως τους αδελφούς να ειδοποιήσουν τον ηγούμενο. Αργότερα έφτασαν κι οι
Τρεις. Εγώ στο μεταξύ προχώρησα αρκετά την εργασία. Καθώς έσκυψα να δω καλύτερα, τι
βλέπω! Το λείψανο ήταν γεμάτο αγιοπρέπεια, ανέπαφο, ακέραιο, άφθαρτο! Το πρόσωπο
φωτεινό, τα μάτια κλεισμένα, τα χείλη ενωμένα, τα μαλλιά της κεφαλής στη θέση τους. Με τη
βοήθεια των αδελφών το τοποθετήσαμε σε κλίνη και το μεταφέραμε μπροστά στη σπηλιά.
Αυτά που μας διηγήθηκε ο άγιος Νέστωρ προξενούν το θαυμασμό μας για τα μεγαλεία του
Θεού. Αναφέρονται όμως και άλλα θαυμάσια…
Πολλοί μοναχοί της Πετσέρσκαγια, μόλις σήμανε ο όρθρος κι ενώ πήγαιναν στο ναό ατενίζοντας
προς το μέρος της σπηλιάς, είδαν επάνω της θαυμαστό φως. Τούτο το αντίκρισαν και πολλοί
ευσεβείς από την πόλη του Κιέβου.
Ο εκλεκτός Στέφανος — ο διάδοχος του οσίου Θεοδοσίου στην ηγουμενία, που αργότερα ίδρυσε
μοναστήρι στο Κλόβ και τώρα ήταν επίσκοπος στο Βλανπμίρ – βρισκόταν τη βραδιά εκείνη στο
μοναστήρι του Κλόβ. Κοιτάζοντας προς την Πετσέρσκαγια, είδε κι αυτός μέσα στη νύχτα ένα
θαυμαστό φως πάνω από τη σπηλιά του οσίου.
Σκέφτηκε πως θα γίνεται η ανακομιδή των λειψάνων του μακαρίου Θεοδοσίου και δοκίμασε
μεγάλη θλίψη που θ’ απουσίαζε, τη στιγμή μάλιστα που είχε ειδοποιηθεί για την επόμενη μέρα.
Τότε με τη συνοδεία του Κλήμεντος, που τον είχε αφήσει διάδοχο του ηγούμενο στο Κλόβ,
ανέβηκε σ’ ένα άλογο και ξεκίνησε βιαστικά για τη μονή των Σπηλαίων.
Προχωρώντας, αντίκρισε πάλι από μακριά εκείνο το φως. Καθώς πλησίαζε περισσότερο, έβλεπε
πάνω από τη σπηλιά ένα πλήθος αναμμένα κεριά. Σαν έφτασε όμως εκεί, δεν είδε τίποτε απ’ όλ’
αυτά και κατάλαβε πως ήταν σημεία που αποκάλυπταν την υπερφυσική χάρη, την κρυμμένη στα
τίμια λείψανα του αγίου.
Την επομένη από την ημέρα της ευρέσεως του λειψάνου συναθροίστηκαν στην περιοχή της
σπηλιάς πολλοί — οι θεοφιλείς επίσκοποι Εφραίμ του Περεγιασλάβ, τοποτηρητής τότε του
μητροπολιτικού θρόνου του Κιέβου, Στέφανος του Βλαντιμίρ, Ιωάννης του Τσερνιγώφ και
Μαρίνος του Γιούργιεφ, οι ηγούμενοι όλων των μονών της περιοχής με πολλούς μοναχούς και
πλήθος ευσεβών χριστιανών από διάφορα μέρη.
Παρέλαβαν έτσι με κάθε επισημότητα, με κεριά και θυμιάματα τα λείψανα του οσίου και τα
μετέφεραν στην εκκλησία.
Το θέαμα μέσα στο ναό ήταν απερίγραπτο. Τ’ αναμμένα κεριά σκορπούσαν μια μυσταγωγική
φωτοχυσία. Οι ιεράρχες ασπάζονταν το άγιο λείψανο, οι ιερείς γονάτιζαν μπροστά του, οι
μοναχοί και τα πλήθη του λάου συνωστίζονταν για να το προσκυνήσουν με ιερό πόθο. Ύμνους
δοξολογίας ανέπεμπαν όλοι προς το Θεό και αίνους ευχαριστίας προς τον όσιο.
Με τέτοια ιερή έξαρση το σεπτό σκήνωμα τοποθετήθηκε στην εκκλησία της Υπεραγίας
Θεοτόκου, στο δεξιό μέρος.
Ήταν τότε Πέμπτη, 14 Αύγουστου του 1091.
Η μέρα εκείνη γιορτάστηκε πανηγυρικά.
Θέλοντας ο Κύριος να δοξάσει περισσότερο το δούλο του, ευδόκησε ώστε, δεκαοκτώ χρόνια
μετά την ανακομιδή, το έτος 1108, να γίνει ένδοξο τ’ όνομά του σ’ όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τότε, στην ανακομιδή, βγήκε από το σκοτάδι της σπηλιάς• τώρα από το σκοτάδι της αφάνειας.
Και να πως έγινε αυτό:
Ο καρδιογνώστης Κύριος ένευσε στην καρδιά του τότε ηγουμένου Θεόκτιστου να ενεργήσει για
την επίσημη εγγραφή του οσίου στο χορό των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Θεόκτιστος,
μίλησε σχετικά στον ηγεμόνα Μιχαήλ ΣΒιατοπόλκ Ιζιασλάβιτς. Τον παρακάλεσε να εισηγηθεί στο
σεβασμιότατο μητροπολίτη Νικηφόρο, τη σύγκληση συνόδου, που θα εξέταζε την υπόθεση.
Ο μέγας ηγεμόνας Σβιατοπόλκ είχε μάθει για την αγία ζωή του Θεοδοσίου. Έδειξε λοιπόν ζωηρό
ενδιαφέρον.
Στη σύνοδο που συγκλήθηκε συγκεντρώθηκαν οι επίσκοποι, οι ηγούμενοι και όλος ο κλήρος. Ο
μητροπολίτης τους ανήγγειλε το θέμα. Ο Σβιατοπόλκ, γεμάτος ενθουσιασμό, τους μίλησε για τη
ζωή και την πολιτεία του οσίου. Και όλοι συμφώνησαν για την επίσημη διακήρυξη της αγιότητάς
του.
Ο μητροπολίτης έδωσε εντολή στους επισκόπους ν’ αναγράψουν σ’ όλες τις εκκλησίες το όνομα
του Θεοδοσίου, στα δίπτυχα των αγίων. Οι επίσκοποι το δέχτηκαν με πολλή χαρά.
Από τότε άρχισαν να μνημονεύουν τον όσιο σ’ όλους τους ναούς, να προσεύχονται σ’ αυτόν και
να πανηγυρίζουν με λαμπρότητα την ετήσια μνήμη του — 3 Μαΐου —, για τη δόξα του Θεού.
Όσιος ΤΙΤΟΣ, ο πρεσβύτερος
ΟΠΩΣ, κατά τον Ιερό Παύλο, «αποκαλύπτεται οργή Θεού απ’ ουρανού επί πάσαν ασέβειαν και
αδικίαν ανθρώπων», έτσι, αντίθετα «και η ειρήνη του Θεού, η υπερέχουσα πάντα νουν»
αποκαλύπτεται σ’ εκείνους που επιθυμούν να κληθούν «υιοί Θεού».
Αυτό το φανέρωσε καθαρά ο Κύριος και στην περίπτωση του οσίου Τίτου του σπηλαιώτου.
Ο μακάριος Τίτος μόναζε στη Λαύρα των Σπηλαίων και είχε τιμηθεί με το αξίωμα του
πρεσβυτέρου. Η ασκητική του βιοτή ήταν θεοφιλής και ισάγγελη, ενώ η αγάπη του προς όλους
τους αδελφούς ανιδιοτελής και ανυπόκριτη.
Στα χρόνια εκείνα ζούσε στη Λαύρα κι ένας διάκονος, ο Ευάγριος. Ο μισόκαλος διάβολος, που
πάντοτε «σπείρει ζιζάνια ανά μέσον του σίτου και απέρχεται», έσπειρε έχθρα ανάμεσα στον
πρεσβύτερο Τίτο και στο διάκονο Ευάγριο. Κι ενώ πρώτα έτρεφαν ο ένας για τον άλλο βαθιά
αμοιβαία αγάπη, έφτασαν τώρα να μη θέλουν ούτε να ιδωθούν. Τόσο πολύ μάλιστα τους
σκότισε η οργή και η μνησικακία, ώστε, όταν θύμιαζε ο ένας στην εκκλησία, ο άλλος έφευγε
μακριά. Κι αν δεν έφευγε, ο πρώτος τον προσπερνούσε χωρίς να τον θυμιάσει!
Έχοντας βυθισθεί σε τέτοιο σκοτάδι εμπάθειας, οι δυο αδελφοί τολμούσαν να λειτουργούν, να
προσφέρουν τα τίμια Δώρα και να κοινωνούν, ξεχνώντας την εντολή του Κυρίου: «Εάν
προσφέρεις το δώρον σου επί το θυσιαστήριον κάκει μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά
σου, άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και υπάγε πρώτον διαλλάγηθι τω
αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου».
Οι αδελφοί «εβδομηκοντάκις επτά» πάσχισαν να τους συμφιλιώσουν, αλλά εκείνοι ούτε να τ’
ακούσουν δεν ήθελαν.
Κάποτε συνέβη ν’ αρρωστήσει πολύ σοβαρά ο πρεσβύτερος Τίτος. Είχε μάλιστα φτάσει στα
πρόθυρα του θανάτου, όταν άρχισε ξαφνικά πικρά να κλαίει και σπαρακτικά να θρηνεί για την
αμαρτία του.
— Στο όνομα του Χριστού αδελφοί! φώναξε. Κάντε αγάπη και πηγαίνετε στον αδελφό Ευάγριο.
Πέστε του να με συγχωρέσει, για τον Κύριο!
Οι αδελφοί έτρεξαν αμέσως στο διάκονο. Εκείνος όμως όχι μόνο δεν δέχτηκε να συγχωρέσει τον
ετοιμοθάνατο αδελφό, αλλ’ άρχισε να τον καταριέται και να τον περιλούζει από μακριά με λόγια
μίσους και κακίας.
Τότε τον άρπαξαν και τον έφεραν με τη βία στον κατάκοιτο Τίτο για να συγχωρεθούν. Μόλις τον
είδε ο πρεσβύτερος ανασηκώθηκε με δυσκολία, έσκυψε προς το μέρος του και τον ικέτευσε
κλαίγοντας:
– Συγχώρεσέ με, πάτερ! Συγχώρεσέ με κι ευλόγησε με! Φεύγω απ’ αυτό τον κόσμο!
Ούτε τώρα λύγισε ο ανελέητος Ευάγριος. Αποστράφηκε άσπλαχνα τον αδελφό του και δήλωσε
μπροστά σε όλους:
— Ποτέ δεν θα συμφιλιωθώ μαζί του, ούτε σ’ αυτή τη ζωή ούτε στην άλλη!
Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει το λόγο του, κι έπεσε κάτω ξερός!
Οι πατέρες έτρεξαν να τον σηκώσουν, αλλά διαπίστωσαν πως ήταν νεκρός. Το σώμα του
αμέσως κοκάλωσε και πάγωσε σαν μάρμαρο. Ούτε τα μέλη του μπορούσαν να λυγίσουν ούτε τα
μάτια του να σφαλίσουν ούτε το στόμα του να κλείσουν.
Την ίδια στιγμή ο πρεσβύτερος Τίτος σηκώθηκε όρθιος, εντελώς υγιής, σαν να μην είχε
αρρωστήσει ποτέ!
Με φρίκη και δέος αντίκρισαν όλοι τον άδοξο θάνατο του μνησίκακου Ευαγρίου και τη
θαυματουργική ίαση του πρεσβυτέρου Τίτου. Ζήτησαν αμέσως από τον δεύτερο εξηγήσεις. Κι
εκείνος τους διηγήθηκε τι του αποκαλύφθηκε.
-Βρισκόμουν, καθώς είδατε, στην επιθανάτια κλίνη, χωρίς να έχω συμφιλιωθεί με τον Ευάγριο.
Και τότε, τι να δω! Άγγελοι με ζύγωσαν, μα έφυγαν αμέσως από κοντά μου, κλαίγοντας για το
χαμό της ψυχής μου. Αντίθετα, οι δαίμονες ήρθαν και παρέμειναν δίπλα μου, χαρούμενοι που
θα κέρδιζαν την ψυχή μου εξαιτίας της οργής και της μνησικακίας. Τότε έβαλα φωνή και σας
παρακάλεσα να πάτε και να μεταφέρετε στον αδελφό τη συγγνώμη μου. Εσείς τον φέρατε εδώ.
Όταν όμως έσκυψα στα πόδια του, κι εκείνος έστρεψε αλλού το πρόσωπο του, είδα ξαφνικά
δίπλα μου έναν άγγελο φοβερό. Στα χέρια του κρατούσε ένα φλογισμένο ακόντιο. Μ’ αυτό
τρύπησε ανε