ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ. Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ & ΘΕΡΑΠΕΙΑ

υπό Κωνσταντίνου Ε. Ευθυμίου

 

Πα­νο­σι­ο­λο­γώ­τα­τε Αρ­χι­ε­ρα­τι­κέ Ε­πί­τρο­πε π. Δα­μα­σκη­νέ, Αι­δε­σι­μο­λο­γι­ώ­τα­τε π. Πα­να­γι­ώ­τη, Αι­δε­σι­μώ­τα­τοι πα­τέ­ρες, Κυ­ρί­ες και Κύ­ρι­οι,

 

1.  Ας ευ­χα­ρι­στή­σου­με πρώ­τα-πρώ­τα τον ά­γι­ο Θε­ό, που ευ­δό­κη­σε να συ­να­χθού­με σή­με­ρα όλοι μας ε­δώ ύστε­ρα τον ά­γι­ο Ε­πί­σκο­πο και Σε­βα­στό μας Ποι­με­νάρ­χη κ. κ. Γερ­μα­νό, με την ευλο­γί­α του ο­ποί­ου λει­τουρ­γεί το Πνευ­μα­τι­κό μας Κέ­ντρο και με­τά τον δω­ρη­τή αυ­τού του Κέντρου και ε­κλε­κτό συ­μπο­λί­τη μας κ. Δη­μή­τρι­ο Γούρ­γου­ρα, ευ­χό­με­νοι για την υ­γεί­α ψυ­χής και σώ­μα­τος του ι­δί­ου και των συγ­γε­νών του αλ­λά και για την α­νά­παυ­ση των κε­κοι­μη­μέ­νων προ­σφι­λών του προ­σώ­πων.

Ε­γώ δε προ­σω­πι­κά θα ή­θε­λα α­κό­μη να ευ­χα­ρι­στή­σω εκ βά­θους καρ­δί­ας τον Αιδεσιμολογιώ­τα­το και σε­βα­στό μας πα­τέ­ρα Πα­να­γι­ώ­τη Βα­σι­λεί­ου για την ε­ξαι­ρε­τι­κή τι­μή, που μου έ­κα­νε με την πρό­σκλη­σή του, να πα­ρου­σι­ά­σω την ει­σή­γη­σή μου για έ­να τό­σο σο­βα­ρό θέ­μα στους ευ­λα­βείς α­κρο­α­τές του Πνευ­μα­τι­κού Κέ­ντρου της Ε­νο­ρί­ας του α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου.

 

Ει­σή­γη­ση βά­σει του βι­βλί­ου του ει­ση­γη­τού Ο ΓΑ­ΜΟΣ και η με­τα­σκευ­ή του «εξ αρρώστιας εις ρώ­σιν», που δό­θη­κε στο Ε­νο­ρι­α­κό Πνευ­μα­τι­κό Κέ­ντρο του α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου Α­μα­λι­ά­δος στις 27 Νο­εμ­βρί­ου 2002.

Ο­μο­λο­γώ ό­τι με δι­α­κα­τέ­χει έ­νας φό­βος. Ο φό­βος μου εί­ναι δι­και­ο­λο­γη­μέ­νος, γι­α­τί δεν διαθέ­τω ού­τε πα­νε­πι­στη­μι­α­κές περ­γα­μη­νές, ού­τε ε­μπει­ρί­α ει­ση­γη­τού. Πα­ρά ταύ­τα, υπακούοντας στην πρό­σκλη­ση του Αι­δε­σι­μο­λο­γι­ω­τά­του π. Πα­να­γι­ώ­του, παίρ­νω θάρ­ρος να απευ­θυν­θώ προς ε­σάς και να σας πα­ρου­σι­ά­σω ε­λά­χι­στα α­πό ε­κεί­να που γνώ­ρι­σα, με­λε­τώ­ντας τους Πα­τέ­ρες της Εκ­κ­λη­σί­ας και ό­σα βε­βαι­ώ­θη­κα ό­τι ω­φε­λούν την ψυ­χή και α­πο­κα­λύ­πτουν πως μό­νον η ά­νω­θεν κα­τα­πε­μπό­με­νη α­γά­πη συ­σφίγ­γει, α­γι­ά­ζει και κα­θι­στά άρ­ρη­κτη την συζυγι­κή κοι­νω­νί­α. Α­κό­μη πως ο γά­μος εί­ναι δώ­ρο του Θε­ού προς τον άν­θρω­πο, για να κατακτή­σει την α­γί­α τα­πεί­νω­ση, να μά­θει να α­γα­πά και να γί­νει έ­τσι φι­λό­θε­ος και φιλάνθρωπος, χρη­σι­μο­ποι­ώ­ντας ό­λα τα θε­ρα­πευ­τι­κά και α­σκη­τι­κά μέ­σα που με­τα­χει­ρί­ζε­ται η Εκ­κ­λη­σί­α.

 

2.  Εί­ναι κοι­νή λοι­πόν δι­α­πί­στω­ση ό­τι σή­με­ρα οι πα­ρα­δο­σι­α­κοί θε­σμοί της αν­θρώ­πι­νης κοινω­νί­ας δι­έρ­χο­νται πα­γκο­σμί­ως μία βα­θύ­τα­τη κρί­ση. Η κυ­ρι­ό­τε­ρη γε­νε­σι­ουρ­γός αι­τί­α αυ­τής της κρί­σε­ως, κα­τά την γνώ­μη μας, α­πο­τε­λεί η α­πο­τυ­χί­α του γά­μου και της οι­κο­γε­νεί­ας να εκπλη­ρώ­σουν την α­πο­στο­λήτους ή εί­ναι του­λά­χι­στον στε­νά συν­δε­δε­μέ­νη με αυ­τήν.

Η δε α­πο­τυ­χί­α του γά­μου ο­φεί­λε­ται στην έλ­λει­ψη συ­νει­δη­το­ποί­η­σης α­πό τον σύγ­χρο­νο άνθρω­πο, που ζει στο ά­θε­ο κλί­μα της ε­πο­χής, πως ο γά­μος εί­ναι ψυ­χο­σω­μα­τι­κή και σωματικοπνευ­μα­τι­κή έ­νω­ση, μυ­στή­ρι­ο ε­νώ­σε­ως των συ­ζύ­γων εν Χρι­στώ και εν τη Εκ­κ­λη­σί­α, ει­κό­να της σχέ­σε­ως Χρι­στού και Εκ­κ­λη­σι­ας· και ό­τι ο σκο­πός του γά­μου εί­ναι η κα­τά­κτη­ση της με­γα­λύ­τε­ρης δυ­να­τής βελ­τί­ω­σης του προ­σώ­που με α­μοι­βαί­α τα­πεί­νω­ση ό­τι εί­ναι πο­ρεί­α προς την κα­τά χά­ριν θέ­ω­ση.

Α­κό­μη δυ­σκο­λό­τε­ρο εί­ναι να κα­τα­νο­η­θεί και αυ­τή ακό­μη η διδασκαλία της Εκ­κ­λη­σί­ας για τον γά­μο ως «μυ­στη­ρί­ου εις Χριστό και εις την Εκκλησία», γι­α­τί οι πε­ρισ­σό­τε­ροι δεν έ­χου­με ορ­θή α­ντί­λη­ψη της Ορ­θό­δο­ξης Πί­στε­ως για τον αρ­χι­κό προ­ο­ρι­σμό του αν­θρώ­που, που δεν ήταν η αυ­το­θέ­ω­ση, ε­ξαι­τί­ας της ο­ποί­ας αρ­χι­κά μα­ται­ώ­θη­κε, αλ­λά η θέ­ω­ση της αν­θρώ­πι­νης φύσε­ως, που αρ­γό­τε­ρα πρα­γμα­το­ποι­ή­θη­κε δια της ε­ναν­θρω­πή­σε­ως του Λό­γου του Θε­ού και Σω­τή­ρος μας Χρι­στού.

Γι­’ αυ­τό τα δώ­ρα του Θε­ού ο γά­μος και η οι­κο­γέ­νει­α βάλ­λο­νται α­πό πα­ντού και έ­χουν να αντι­με­τω­πί­σουν άπει­ρες α­ντι­ξο­ό­τη­τες και δυ­σκο­λί­ες, που α­να­πό­φευ­κτα ο­δη­γούν στην κρί­ση. Οι άν­θρω­ποι μο­λο­νό­τι την δι­α­πι­στώ­νουν, α­δυ­να­τούν να την ξε­πε­ρά­σουν.

Αυ­τή η α­δυ­να­μί­α θα πρέ­πει να α­να­ζη­τη­θεί ό­χι στους αι­τι­α­κούς πα­ρά­γο­ντες της ε­πι­στή­μης ού­τε στις α­ντι­λή­ψεις του κό­σμου, αλ­λά στην δι­δα­σκα­λί­α της Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κ­λη­σί­ας στην προπτω­τι­κή κα­τά­στα­ση του αν­θρώ­που και στην πτώ­ση του. Γι­α­τί, κα­τά τους θε­ο­φό­ρους Πατέ­ρες, ε­κεί­νη η κα­τά­στα­ση που κα­θο­ρί­ζει τον άν­θρω­πο, ακό­μη και με­τά την πτώ­ση, και δίνει βα­ρύ­τη­τα στον γή­ϊ­νο προ­ο­ρι­σμό, εί­ναι η προ­πτω­τι­κή κα­τά­στα­ση της αν­θρω­πί­νης φύσεως, εί­ναι ο Πα­ρά­δει­σος.

Ο ε­ρευ­νη­τής ό­μως εύ­κο­λα μπο­ρεί να δι­α­πι­στώ­σει ό­τι ό­λα ό­σα α­φο­ρούν στον άν­θρω­πο (όπως ο γά­μος, η οι­κο­γέ­νει­α) αλ­λά και ο ί­δι­ος ο άν­θρω­πος ε­ξε­τά­ζο­νται α­πό την σύγ­χρο­νη έρευνα και με­λε­τώ­νται στην πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη και νο­ση­ρή κα­τά­στα­ση της πτώ­σε­ως του ανθρώ­που. δεν λο­γα­ρι­ά­ζε­ται ού­τε η προ­πτω­τι­κή κα­τά­στα­ση του αν­θρώ­που, ού­τε η πτώ­ση του και οι συ­νέ­πει­ές της, ού­τε η Εν­σάρ­κω­ση του Θε­ού Λό­γου και η σω­τή­ρι­α δι­δα­σκα­λί­α Του, ού­τε η ύ­παρ­ξη του δι­α­βό­λου.

Η ά­γνοι­α ή η πε­ρι­φρό­νη­ση της πτώ­σε­ως, η αυ­το­θέ­ω­ση και η αυ­το­δι­καί­ω­ση εί­ναι οι γενεσιουρ­γές αι­τί­ες που τα συ­μπε­ρά­σμα­τα των με­λε­τη­τών ο­δη­γού­νται και ο­δη­γούν σε πλανεμένες α­ντι­λή­ψεις α­να­φο­ρι­κά με την ορ­θή κα­τα­νό­η­ση του ι­δί­ου του αν­θρώ­που, των κοινω­νι­κών θε­σμών, και συ­νε­πώς του μυ­στη­ρί­ου του γά­μου, που μας εν­δι­α­φέ­ρει.

Η α­πο­τυ­χί­α του γά­μου και της οι­κο­γε­νεί­ας να εκ­πλη­ρώ­σουν την α­πο­στο­λή τους φαί­νε­ται ότι ο­φεί­λε­ται σε ε­ξω­γε­νείς πα­ρά­γο­ντες. Στην πρα­γμα­τι­κό­τη­τα ό­μως η αι­τί­α της εί­ναι ενδογενής· α­νά­γε­ται στην πτώ­ση του αν­θρώ­που, ό­χι α­πλώς των Πρω­το­πλά­στων τό­τε, αλ­λά και του κα­θε­νός μας σή­με­ρα στην α­πο­κο­πή του α­πό τον Θε­ό στην δι­α­στρο­φή της α­γά­πης στην ε­πά­ρα­τη φι­λαυ­τί­α δη­λα­δή στην α­κό­ρε­στη λα­χτά­ρα και φλο­γε­ρή ε­πι­θυ­μί­α του α­τό­μου για ι­κα­νο­ποί­η­ση των πα­θών του, τα ο­ποί­α ταυ­τί­ζει α­πό πλά­νη ή α­πό ά­γνοι­α με τον ε­αυ­τό του.

Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­ντι­λαμ­βά­νο­νται τον γά­μο μό­νον ως φυ­σι­κό, βι­ο­λο­γι­κό ή κοινωνικοοικονο­μι­κό γε­γο­νός. Δεν μπο­ρούν να τον κα­τα­νο­ή­σουν ως ψυ­χο­σω­μα­τι­κή και σωματι­κο­πνευ­μα­τι­κή έ­νω­ση, ως μυ­στή­ρι­ο ε­νώ­σε­ως των συ­ζύ­γων εν Χρι­στώ και εν τή Εκκλησί­α.

Α­πό δει­γμα­το­λη­πτι­κή α­πει­κό­νι­ση της κοι­νής γνώ­μης δι­α­πι­στώ­θη­κε ό­τι έρ­χο­νται εις γά­μου κοι­νω­νί­αν:

  • με­ρι­κοί ει­κή και ως έ­τυ­χεν,
  • άλ­λοι για την α­πό­κτη­ση γνη­σί­ων δι­α­δό­χων και κλη­ρο­νό­μων,
  • οι πε­ρισ­σό­τε­ροι για την ι­κα­νο­ποί­η­ση οι­κο­νο­μι­κών σκο­πών ή την α­ντι­με­τώ­πι­ση του τυραννι­κού αι­σθή­μα­τος της μο­να­ξι­άς ή άλ­λων ψυ­χο­λο­γι­κών α­δυ­να­μι­ών τους,
  • με­ρι­κές γυ­ναί­κες πα­ντρεύ­ο­νται για να βι­ώ­σουν το μη­τρι­κό τους φίλ­τρο, χω­ρίς ι­δι­αί­τε­ρο ενδι­α­φέ­ρον για τον σύ­ζυ­γο και πα­τέ­ρα των παι­δι­ών τους,
  • άλ­λες για να «φτι­ά­ξουν» ή να «κά­νουν» την ζω­ή τους, δη­λα­δή να ζή­σουν ό­πως ε­κεί­νες θέλουν, δί­χως να δε­σμεύ­ο­νται α­πό γνώ­μες ή κα­νό­νες άλ­λων,
  • οι πιο πολ­λές γι­α­τί πι­στεύ­ουν ό­τι α­γα­πούν τον υ­πο­ψή­φι­ο σύ­ζυ­γο. Δι­α­κρι­νό­με­νες ό­μως α­πό αρ­νη­τι­κή δι­ά­θε­ση για τους γο­νείς του, τον θέ­λουν α­πο­κομ­μέ­νο α­πό το σόϊ του,
  • πολ­λοί άλ­λοι θε­ω­ρούν ό­τι ο γά­μος εί­ναι μί­α κοι­νω­νι­κά α­να­γνω­ρι­σμέ­νη και νό­μι­μη ε­ρω­τι­κή σχέ­ση χω­ρίς κα­μί­α συ­νεί­δη­ση βα­θύ­τε­ρης ευ­θύ­νης και α­πο­στο­λής,
  • το ι­δε­ώ­δες του γά­μου για αυ­τούς εί­ναι η ι­κα­νο­ποί­η­ση του α­το­μι­κού τους ε­γω­ϊ­σμού ό­που επι­δι­ώ­κουν την πρα­γμα­το­ποί­η­ση των ε­πι­θυ­μι­ών τους, χω­ρίς πο­τέ να νοι­ά­ζο­νται για τον άλ­λον τον βλέ­πουν σαν α­ντι­κεί­με­νο ηδο­νής και συ­νά­μα τον α­πο­στρέ­φο­νται α­πό κα­κό­τη­τα και μί­σος
  • υ­πάρ­χουν και ε­κεί­νοι που ε­πι­θυ­μούν να προ­σφέ­ρουν, αλ­λά κυ­ρί­ως που α­ξι­ώ­νουν να λαμβά­νουν. Η «α­γά­πη» τους κα­θο­ρί­ζε­ται σχε­δόν πά­ντο­τε α­πό την κα­λή συ­μπε­ρι­φο­ρά του άλλου και γι­’ αυ­τό, ό­ταν για κά­ποι­ον λό­γο λεί­ψει η α­ντα­πό­δο­ση, ο «ε­ρω­τευ­μέ­νος» ανακαλύπτει ό­τι κά­τω α­πό την φαι­νο­με­νι­κή αρ­μο­νί­α υ­πάρ­χει ένα α­γε­φύ­ρω­το ρή­γμα, και τό­τε ο έ­ρω­τάς του με­τα­τρέ­πε­ται σε σφο­δρή α­πέ­χθει­α.

Α­πο­δεί­χθη­κε ε­πί­σης α­πό την έ­ρευ­να, ό­τι οι μελ­λό­νυμ­φοι ή οι σύ­ζυ­γοι α­γνο­ούν, α­δυ­να­τούν ή δεν θέ­λουν να κα­τα­νο­ή­σουν τον γά­μο ως κοι­νω­νί­α α­γα­πη­τι­κή α­γα­πω­μέ­νων και μετανοούντων προ­σώ­πων που α­νή­κουν στο Σώ­μα του Χρι­στού, στην Εκ­κ­λη­σί­α ως κοι­νω­νί­α αγά­πης που στη­ρί­ζε­ται στην προ­σφο­ρά χω­ρίς ί­δι­ον ό­φε­λος, κα­τά το πα­ρά­δει­γμα του  Ι­η­σού, Χρι­στού, που σταυ­ρώ­θη­κε για μας χω­ρίς κα­νέ­να α­ντάλ­λα­γμα και δί­χως να το α­ξί­ζου­με.

Σε αυ­τή την ά­γνοι­α ή την α­δυ­να­μί­α κα­τα­νό­η­σης του γά­μου ως μυ­στη­ρί­ου εν Χρι­στώ και εν τή Εκ­κ­λη­σί­α, συ­ντε­λούν οι α­ντι­λή­ψεις του «πο­λι­τι­σμέ­νου» κό­σμου κά­θε ε­πο­χής, οι με­λέ­τες των τε­χνο­κρα­τών, οι θε­ω­ρί­ες των φι­λο­σό­φων και οι πα­ρα­τη­ρή­σεις των ε­πι­στη­μό­νων, οι οποί­οι, επει­δή δεν εμ­φο­ρού­νται α­πό το πνεύ­μα της Ορθό­δο­ξης Εκ­κ­λη­σί­ας, θε­ω­ρούν τον γά­μο αλ­λά και την οι­κο­γέ­νει­α, μό­νο ως κοι­νω­νι­κό, φυ­σι­κό, βι­ο­λο­γι­κό και οι­κο­νο­μι­κό γε­γο­νός.

Γι  αυ­τό και προ­σπα­θούν να «ε­ξα­σφα­λί­σουν» την βι­ω­σι­μό­τη­τα του γά­μου και να αντιμετωπί­σουν τα δρα­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα της οι­κο­γε­νεί­ας με νο­μο­σχέ­δι­α, κοι­νω­νι­κά και οικο­νο­μι­κο­τε­χνι­κά μέ­τρα.  Αλ­λά πα­ρ’ ό­λες τις φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ές τους πα­ρα­τη­ρεί­ται σε όλες τις πο­λι­τι­σμέ­νες χώ­ρες με­γά­λη αύ­ξη­ση δι­α­ζυ­γί­ων, ε­πί­τα­ση της δι­α­φθο­ράς, ε­πι­δεί­νω­ση των ψυ­χι­κών νο­ση­μά­των και έ­ξαρ­ση της βί­ας και της ε­γκλη­μα­τι­κό­τη­τας.

Η σκλη­ρή δη­λα­δή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα φα­νε­ρώ­νει ό­τι τα αί­τι­α των οι­κο­γε­νει­α­κών προβλημάτων, της κρί­σε­ως του γά­μου, αλ­λά και της γε­νι­κώ­τε­ρης κα­τά­πτω­σης των η­θι­κών αξιών της κοι­νω­νί­ας δεν α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται με νο­μι­κά, ε­πι­στη­μο­νι­κά ή τε­χνο­κρα­τι­κά μέ­τρα.

Η ρί­ζα της κρί­σε­ως του γά­μου ε­ντο­πί­ζε­ται, κα­τά την ά­πο­ψή μας, στην ψυ­χή του αν­θρώ­που, για την ο­ποί­α οι αν­θρώ­πι­νοι νό­μοι κα­θί­στα­νται α­πο­λύ­τως α­νί­σχυ­ροι, επει­δή αυ­τή υ­πό­κει­ται α­πο­κλει­στι­κά στούς πνευ­μα­τι­κούς νό­μους, που ό­σο και αν αμ­φι­σβη­τού­νται, α­γνο­ού­νται ή περι­γε­λού­νται α­πό τους πολ­λούς, υ­πάρ­χουν και λει­τουρ­γούν.

Πολ­λοί λοι­πόν ε­πι­στή­μο­νες και φι­λό­σο­φοι θε­ω­ρούν ό­τι ο κλο­νι­σμός του γά­μου ο­φεί­λε­ται σε δι­ά­φο­ρα αί­τι­α, με­ρι­κά α­πό τα ο­ποί­α ε­κτι­μούν ό­τι εί­ναι:

  • τα αυ­ξη­μέ­να έ­ξο­δα λό­γω της ε­ξέ­λι­ξης της τε­χνο­λο­γίας και της κα­τευ­θυ­νό­με­νης υπερκατανά­λω­σης,
  • η  ε­ξω­σπι­τι­κή ερ­γα­σί­α της μη­τέ­ρας, που γί­νε­ται α­πό α­νά­γκη,
  • η έλ­λει­ψη προ­σω­πι­κής ε­πα­φής και ε­πι­κοι­νω­νί­ας των με­λών της οι­κο­γε­νεί­ας,
  • η τε­χνη­τή ε­ξί­σω­ση της γυ­ναί­κας με τον άν­δρα και οι συ­νέ­πει­ές της,
  • η πα­ράλ­λη­λη σχέ­ση των συ­ζύ­γων, δη­λα­δή η μοι­χεί­α,
  • η σε­ξου­α­λι­κή ε­λευ­θε­ρι­ό­τη­τα, η μο­να­ξι­ά και οι ψυ­χο-νευ­ρω­τι­κές δι­α­τα­ρα­χές,
  • η δυ­σκο­λί­α προ­σαρ­μο­γής των συ­ζύ­γων,
  • οι δι­α­φο­ρές των α­ντι­λή­ψε­ων, οι ο­ποί­ες συ­νή­θως ο­δη­γούν σε συ­γκρού­σεις,
  • η πει­σμα­τι­κή ή ε­γω­ϊ­στι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά των συ­ζύ­γων,
  • η ι­δι­ο­συ­γκρα­σί­α και ο χα­ρα­κτή­ρας τους,
  • η κο­σμο­θε­ω­ρί­α τους για τον γά­μο, καί
  • πολ­λές άλ­λες υ­πο­κει­με­νι­κές ή α­ντι­κει­με­νι­κές αι­τί­ες.

Ο­λα αυ­τά πρά­γμα­τι δυ­σχε­ραί­νουν την συ­ζυ­γί­α, αλ­λά δεν α­πο­τε­λούν τις γε­νε­σι­ουρ­γές αιτί­ες της κρί­σε­ως του γά­μου. Γι­α­τί, αν αυ­τά ή ο­ποι­οι­δή­πο­τε άλ­λοι ε­ξω­τε­ρι­κοί πα­ρά­γο­ντες ή και άλ­λοι άν­θρω­ποι προ­κα­λού­σαν τον κλο­νι­σμό της έγ­γα­μης δι­α­βί­ω­σης, τό­τε θα έ­πρε­πε να γίνει δε­κτό ό­τι οι σύ­ζυ­γοι δεν ευ­θύ­νο­νται για τις πρά­ξεις τους, α­φού α­να­γκά­ζο­νται πα­ρά την θέ­λη­σή τους να τις δι­α­πρά­ξουν.

Ο­λοι ό­μως α­να­γνω­ρί­ζου­με ό­τι ο κά­θε άν­θρω­πος ευ­θύ­νε­ται για τις πρά­ξεις του, ε­πει­δή τις δια­πράτ­τει ή τις α­πο­φεύ­γει με την θέ­λη­σή του ύ­στε­ρα α­πό δι­κή του σκέ­ψη και α­πό­φα­ση. σε αντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση θα εί­χε το α­κα­τα­λό­γι­στο των πρά­ξε­ών του.

Συ­νε­πώς η α­να­ζή­τη­ση και η θε­ρα­πεί­α των αι­τί­ων της κρί­σε­ως του γά­μου θα πρέ­πει να προσα­να­το­λι­σθεί στην προ­σω­πι­κή ευ­θύ­νη, δη­λα­δή στα πά­θη και στις εγ­γε­νείς α­δυ­να­μί­ες των φο­ρέ­ων του θε­σμού. και ε­πει­δή ο κα­θέ­νας ό­ντως ευ­θύ­νε­ται για τις πρά­ξεις του, βο­ή­θει­α χρειάζο­νται οι σύ­ζυ­γοι και μά­λι­στα την Ποι­μα­ντι­κή βο­ή­θει­α της  Εκ­κ­λη­σί­ας. Αλ­λά για να την λά­βουν, θα πρέ­πει οι ί­δι­οι να κα­τα­λά­βουν και να έ­χουν δι­ά­θε­ση να πα­ρα­δε­χθούν ό­τι την έχουν α­νά­γκη, ώ­στε με­τά να την α­να­ζη­τή­σουν.

Α­κό­μη χρει­ά­ζε­ται να κα­τα­νο­ή­σουν οι σύ­ζυ­γοι ό­τι λό­γω του προ­πα­το­ρι­κού α­μαρ­τή­μα­τος, της α­πο­κο­πής του αν­θρώ­που α­πό τον Δη­μι­ουρ­γό του, δη­λα­δή της αυ­το­θέ­ω­σης, ο ί­δι­ος ο άνθρω­πος, η ζω­ή, η κοι­νω­νί­α, η φύ­ση έχουν δη­λη­τη­ρι­α­σθεί και νο­σούν θα­νά­σι­μα.

Ε­τσι και ο γά­μος ως φυ­σι­κό ή κοι­νω­νι­κό μό­νον γε­γο­νός, μα­κρι­ά α­πό τον Θε­ό εί­ναι α­σθε­νής και α­δύ­να­τος από την φύ­ση του, για να σω­θεί και να λυ­τρώ­σει τον άν­θρω­πο, να του χα­ρί­σει ακε­ραί­α και ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη ζω­ή. Γι  αυ­τό χρει­ά­ζε­ται να πε­ρά­σει μέ­σα στην  Εκ­κ­λη­σί­α, την Βασι­λεί­α αυ­τήν του Θε­ού, για να με­τα­μορ­φω­θεί, να γί­νει «μυ­στή­ρι­ον».

Ό­ταν γί­νει «μυ­στή­ρι­ον», με­τα­θέ­τει τους συ­ζύ­γους και την φυ­σι­κή τους έ­νω­ση, α­πό τον παλαι­ό, α­λύ­τρω­το και χω­ρίς Θε­ό κό­σμο του ε­γω­ϊ­σμού, της φθο­ράς και του θα­νά­του στον καινούρ­γι­ο, στον θε­αν­θρώ­πι­νο κό­σμο της Βα­σι­λεί­ας του Θε­ού, της α­γά­πης, της  Εκ­κ­λη­σί­ας.

Πολ­λοί ό­μως κοι­νω­νι­ο­λό­γοι, ψυ­χο­λό­γοι, φι­λό­σο­φοι και άλ­λοι ε­πι­στή­μο­νες, που εμφορούνται α­πό το κο­σμι­κό και ά­θε­ο κλί­μα της ε­πο­χής, δι­α­κη­ρύτ­τουν και προ­τεί­νουν αναδιάρ­θρω­ση του γά­μου με κύ­ρι­α φρο­ντί­δα την «ε­ξα­σφά­λι­ση» της φυ­σι­ο­λο­γι­κής και ψυχοδι­α­νο­η­τι­κής α­νά­πτυ­ξης των παι­δι­ών.

Οι κυ­ρι­ό­τε­ρες α­πό τις προ­τά­σεις τους εί­ναι:

  • η ε­ξα­σφά­λι­ση ε­νός γά­μου θε­με­λι­ω­μέ­νου στην αλ­λη­λεγ­γύ­η και ό­χι στην α­νε­ξαρ­τη­σί­α των συ­ζύ­γων, με ι­δε­ώ­δες την ευ­χα­ρί­στη­ση α­πό την ι­κα­νο­ποί­η­ση των ε­πι­θυ­μι­ών του   ε­νός α­πό τον άλ­λον,
  • η με­τα­τρο­πή της μνη­στεί­ας σε συμ­βι­ω­τι­κή ή δο­κι­μα­στι­κό γά­μο με δυ­να­τό­τη­τα ι­σό­βι­ας συμβί­ω­σης, η ο­ποί­α να  μπο­ρεί να δι­α­λύ­ε­ται χω­ρίς συ­νέ­πει­ες και δι­α­τυ­πώ­σεις, αν δεν υ­πάρ­χουν παι­δι­ά, κά­τι που κα­τά την γνώ­μη τους προ­στα­τεύ­ει την νε­ό­τη­τα α­πό την δι­α­φθο­ρά, την πορνεί­α, τις νευ­ρώ­σεις, τα ναρ­κω­τι­κά και λοι­πά ε­γκλή­μα­τα,
  • η α­πα­γό­ρευ­ση της τε­κνο­γο­νί­ας κα­τά την πε­ρί­ο­δο της δο­κι­μα­σί­ας και για έ­να χρό­νο με­τά τον γά­μο, ώ­στε να βε­βαι­ω­θούν οι συμ­βι­ού­ντες για την αρ­μο­νι­κή συμ­βί­ω­ση και να α­πο­φευ­χθεί η γέν­νη­ση νό­θων παι­δι­ών, τα δι­α­ζύ­γι­α και οι σο­βα­ρές συ­νέ­πει­ες στα παι­δι­ά,
  • η δι­ά­λυ­ση του γά­μου πρίν α­πό την τε­κνο­γο­νί­α να γί­νε­ται με α­πλές δι­α­τυ­πώ­σεις και χω­ρίς συ­νέ­πει­ες. Με­τά ό­μως την τε­κνο­γο­νί­α να α­πα­γο­ρεύ­ε­ται το δι­α­ζύ­γι­ο μέ­χρι να τε­λει­ώ­σουν τις σπου­δές τους τα παι­δι­ά. σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, οι γο­νείς να τι­μω­ρού­νται αυ­στη­ρό­τα­τα,

η νο­μι­κή και θρη­σκευ­τι­κή γα­μι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση ι­σό­βι­ας συμ­βί­ω­σης δύ­ο αν­θρώ­πων που δεν γνωρίζο­νται κα­λά να θε­ω­ρεί­ται ως πα­ρά­νο­μη,

  • το ε­πί­κε­ντρο του εν­δι­α­φέ­ρο­ντος να με­τα­τε­θεί α­πό την γυ­ναί­κα α­πο­κλει­στι­κά στο παι­δί, για την δη­μι­ουρ­γία μιάς κα­λύ­τε­ρης αν­θρω­πό­τη­τας,
  • να με­τρι­α­σθεί η ση­μα­σί­α του γά­μου των ά­τε­κνων συ­ζύ­γων και να με­γι­στο­ποι­η­θεί ε­κεί­νου με παι­δι­ά, αλ­λά με δύ­ο μό­νο, για την α­πο­φυ­γή του υ­περ­πλη­θυ­σμού και των κα­τα­στρο­φι­κών συ­νε­πει­ών του,
  • γι­α κά­θε δι­έ­νε­ξη των συ­ζύ­γων με­τά την τε­κνο­γο­νί­α θα προ­σφεύ­γουν σε ει­δι­κούς στα­θμούς του υ­πουρ­γεί­ου Κοι­νω­νι­κών Υ­πη­ρε­σι­ών. Δη­λα­δή σε δι­οι­κη­τι­κούς υ­παλ­λή­λους ή ε­πι­στή­μο­νες, οι ο­ποί­οι α­σκούν το λει­τούρ­γη­μά τους με γνώ­μο­να τις υ­παρ­κτές κοι­νω­νι­κές ή οι­κο­νο­μι­κές συνθή­κες και α­παι­τή­σεις, χω­ρίς να προ­τάσ­σουν ως κρι­τή­ρι­ο τις  συ­νέ­πει­ες των ε­πι­λο­γών τους για τον αν­θρώ­πι­νο πα­ρά­γο­ντα.

Αν προ­σέ­ξει κα­νείς τις προ­τά­σεις των ει­δι­κών, θα ο­δη­γη­θεί α­βί­α­στα στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι ο άν­θρω­πος ε­ξε­τά­ζε­ται μό­νο σαν βι­ο­λο­γι­κή ο­ντό­τη­τα ό­πως έ­να πρό­βα­το ή έ­να μο­σχά­ρι και ό­χι ως ψυ­χο­σω­μα­τι­κό όν, ως ει­κό­να Χρι­στού, και πως α­γνο­εί­ται η δι­δα­σκα­λί­α του Χρι­στού.

Αυ­τός εί­ναι ο λό­γος που τα ει­σα­γό­με­να α­πό την δύ­ση μέ­τρα, πολ­λά α­πό τα ο­ποί­α ι­σχύ­ουν δυ­στυ­χώς και στην δι­κή μας κοι­νω­νί­α, α­πο­δει­κνύ­ο­νται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο αναποτελεσματικά και α­νε­παρ­κή.

Η φυ­σι­ο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη των παι­δι­ών, έ­στω και αν η συ­μπε­ρι­φο­ρά των συ­ζύ­γων έ­χει μια αυτό­βου­λη ή α­πό το νό­μο α­να­γκα­στι­κή ε­πί­φα­ση ευ­γέ­νει­ας και κα­λω­σύ­νης, εί­ναι α­δύ­να­τη.

Η έλ­λει­ψη βα­θι­άς αν­θρω­πι­νής σχέ­σε­ως και καρ­δι­α­κής ενό­τη­τας, που κα­τορ­θώ­νε­ται μό­νο εν Χρι­στώ, πλη­γώ­νει α­νε­πα­νόρ­θω­τα τις παι­δι­κές ψυ­χές, πρά­γμα που συμ­βαί­νει τό­σο συ­χνά και φαί­νε­ται τό­σο κα­θα­ρά στις μέ­ρες μας σε οι­κο­γέ­νει­ες, ό­που οι σύ­ζυ­γοι ζουν συμ­βα­τι­κά κά­τω από την ί­δι­α στέ­γη. Αυ­τή εί­ναι μια κα­τά­στα­ση πο­λύ δυ­σά­ρε­στη, αλ­λά –πρέ­πει να τονισθεί- χίλιες φο­ρές προ­τι­μό­τε­ρη α­πό τον χω­ρι­σμό. Γι­α­τί στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση τα παι­δι­ά, που η ελπί­δα εί­ναι η ζω­ή τους, συ­νε­χί­ζουν να ελ­πί­ζουν ό­τι οι γο­νείς τους μια μέ­ρα θα α­γα­πη­θούν, άρα να ζούν. Στην δεύ­τε­ρη ό­μως πε­ρί­πτω­ση, δη­λα­δή του δι­α­ζυ­γί­ου, παύ­ουν να ελ­πί­ζουν και ζουν έ­τσι την πιο α­πάν­θρω­πη και βάρ­βα­ρη ζω­ή, ε­ξαι­τί­ας αυ­τών που τα γέν­νη­σαν.

Γι  αυ­τό τον λό­γο τα κά­θε μορ­φής προ­βλή­μα­τα του γά­μου και της οι­κο­γε­νεί­ας θεραπεύονται μό­νο στο Θε­αν­θρώ­πι­νο Σώ­μα του  Ι­η­σού Χρι­στού, στην  Εκ­κ­λη­σί­α, και ό­χι σε ψυ­χο­λό­γους ή αλ­λους πα­ρεμ­φε­ρείς «ει­δή­μο­νες», που δεν ζουν την κα­τά Χρι­στόν ζω­ή, και ακόμη χει­ρό­τε­ρα στην τη­λε­ό­ρα­ση, η ο­ποί­α στο ό­νο­μα του κέρ­δους κα­ταρ­ρα­κώ­νει το ανθρώπινο πρό­σω­πο και προ­καλεί μεί­ζο­να προ­βλή­μα­τα.

Η α­που­σί­α θε­αν­θρω­πο­κε­ντρι­κής ζω­ής μέ­σα στην οι­κο­γέ­νει­α ό­χι μό­νο δεν συ­ντε­λεί στην ο­μα­λή ε­ξέ­λι­ξη των παι­δι­ών, αλ­λά εί­ναι η ση­μα­ντι­κώ­τε­ρη γε­νε­σι­ουρ­γός αι­τί­α των κά­θε μορφής προ­βλη­μά­των τους, που απα­ρη­γό­ρη­τα α­πό την χά­ρι του Θε­ού κα­λού­νται να σηκώσουν το α­βά­στα­χτο φορ­τί­ο της σκλη­ρής και α­πάν­θρω­πης ζω­ής. τα δι­α­ζύ­γι­α, τα εγκαταλειμ­μέ­να παι­δι­ά και τα συ­να­κό­λου­θα (ψυ­χο­πά­θει­ες, βί­α, ε­γκλή­μα­τα, ναρ­κω­τι­κά κ.λ­π.) αυ­ξά­νουν α­πό μέ­ρα σε μέ­ρα και πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Η βα­σι­κή αι­τί­α της α­πο­τυ­χί­ας των προ­σπα­θει­ών των κα­λο­προ­αί­ρε­των κοι­νω­νι­ο­λό­γων, νομι­κών και άλ­λων πα­ρα­γό­ντων, για την «α­να­δι­ορ­γά­νω­ση» του γά­μου και την α­ντι­με­τώ­πι­ση των οι­κο­γε­νει­α­κών και κοι­νω­νι­κών προ­βλη­μά­των ο­φεί­λε­ται στην λαν­θα­σμέ­νη προ­σέγ­γι­ση του αν­θρω­πί­νου προ­σώ­που.

Η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη α­ντί­λη­ψη της κοι­νω­νί­ας μας θε­ω­ρεί τον άν­θρω­πο-ό­πως προαναφέρθηκεμέ ε­γκό­σμι­α, υ­λι­κή μό­νο ζω­ή και α­πο­στο­λή, που με τον θά­να­τό του χά­νε­ται όπως και οι άλ­λες υ­λι­κές υ­πάρ­ξεις, ζώ­α, πτη­νά, ψά­ρι­α, φυ­τά, δέν­δρα. Γι  αυ­τό πολ­λοί πιστεύουν ό­τι οι προϋ­πο­θέ­σεις που μπο­ρούν να ε­ξα­σφα­λί­σουν την ευ­τυ­χί­α τους εί­ναι:

  • η ε­πι­λο­γή συ­ζύ­γου με ε­ξω­τε­ρι­κά και κυ­ρί­ως οι­κο­νο­μι­κά προ­σό­ντα,
  • η με­γι­στο­ποί­η­ση του α­το­μι­κού συμ­φέ­ρο­ντος του ενός δι­ά του άλ­λου, που ε­πι­τυγ­χά­νε­ται, όπως το α­ντι­λαμ­βά­νο­νται, με την αλ­λη­λεγ­γύ­η και την α­βρό­τη­τα,
  • οι αρ­μο­νι­κές ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις,
  • η δε­σπο­τι­κή κυ­ρι­αρ­χί­α ή η δου­λι­κή υ­πο­τα­γή του ε­νός στον άλ­λο,
  • η α­γά­πη σαν συ­ναί­σθη­μα, πό­θος και ευ­χα­ρί­στη­ση που προ­κα­λεί­ται α­πό τον άλ­λον.

Κά­τω α­πό τέ­τοι­ες συν­θή­κες, εί­ναι μάλ­λον α­να­πό­φευ­κτη συ­νέ­πει­α η ε­πι­λο­γή συ­ζύ­γου να γίνε­ται σύμ­φω­να με τις α­παι­τή­σεις του συρ­μού, τις έμ­φυ­τες φυ­σι­κές πα­ρορ­μή­σεις, τις φο­βί­ες, τις ι­δι­ο­τε­λείς ε­πι­δι­ώ­ξεις και υ­πο­λο­γι­σμούς, αλ­λά ό­χι σπά­νι­α και για εκ­δί­κη­ση ή ε­γκα­τά­λει­ψη της πα­τρι­κής οι­κο­γε­νεί­ας.

Γί­νε­ται δη­λα­δή η ε­πι­λο­γή α­νά­λο­γα με τις πρα­γμα­τι­κές ή τις τε­χνη­τά προ­κα­λού­με­νες ανάγκες και ψυ­χο­λο­γι­κές αδυ­να­μί­ες ε­κεί­νου που κά­νει την ε­πι­λο­γή, α­φού πρώ­τα έ­χει εκτιμήσει, αν και κα­τά πό­σο μπο­ρεί να α­ξι­ο­ποι­ή­σει τις δυ­να­τό­τη­τες του άλ­λου, για την ικανοποί­η­ση των ατο­μι­κών του α­δυ­να­μι­ών, α­να­γκών και συμ­φε­ρό­ντων. με άλ­λα λό­γι­α, εξωθείται σή­με­ρα ο νέ­ος να ε­κλέ­ξει ως σύ­ζυ­γο το κα­λύ­τε­ρο δι­α­θέ­σι­μο «προϊ­όν στην α­γο­ρά».

Αυ­τή η α­ντί­λη­ψη, μο­λο­νό­τι εί­ναι α­χα­ρα­κτή­ρι­στη, δεν πρέ­πει να θε­ω­ρεί­ται κα­θό­λου παράξε­νη στην α­το­μο­κρα­τού­με­νη κοι­νω­νί­α, ό­που ε­πι­κρα­τεί για το ά­το­μο το συμ­φέ­ρον και για τον πο­λι­τι­σμό το πνεύ­μα της ε­μπο­ρι­κής ανταλ­λα­γής και δο­σο­λη­ψί­ας.

Στήν ε­πο­χή μας ό­που ο αλ­τρου­ϊ­σμός, η συ­μπό­νι­α, η συμ­φι­λί­ω­ση, η υ­πα­κο­ή, η ταπεινοφροσύ­νη και η πί­στη στον α­λη­θι­νό Θε­ό σπα­νί­ζουν ή πε­ρι­φρο­νού­νται, θα α­πο­τε­λού­σε για κά­ποι­ον πρά­ξη ευ­γε­νή και γεν­ναί­α, αν ε­πέ­λε­γε σύ­ζυ­γο για να α­φο­σι­ω­θεί σε αυ­τήν, να την φρο­ντί­ζει και να α­γα­πά την ί­δι­α και τους συγ­γε­νείς της, χω­ρίς να α­πο­βλέ­πει σε κα­νέ­να προσωπι­κό του ό­φε­λος, ού­τε ακό­μα και στην α­νά­γκη να τον α­γα­πούν.

Η ε­πι­τυ­χί­α του σκο­πού και της α­πο­στο­λής του γά­μου και της οι­κο­γε­νεί­ας χω­ρίς την καρδιακή εν τώ Θε­αν­θρώ­πω έ­νω­ση των με­λών, δί­χως την προ­ο­πτι­κή αι­ώ­νι­ας ζω­ής με τον Θεάν­θρω­πο Χρι­στό και εν Αυ­τώ εί­ναι μί­α κα­θα­ρή ου­το­πί­α.

Αν η ζω­ή του αν­θρώ­που τε­λεί­ω­νε στον τά­φο, αν δη­λα­δή ο άν­θρω­πος ή­ταν μό­νο μια βιολογι­κή ύ­παρ­ξη, τό­τε οι με­λέ­τες και τα προ­γράμ­μα­τα των ει­δι­κών θα εί­χαν πλή­ρη ε­φαρ­μο­γή και ε­πι­τυ­χί­α, ό­πως άλ­λω­στε έ­χουν άλ­λες οι­κο­νο­μο­τε­χνι­κές με­λέ­τεςγι­ά την βι­ω­σι­μό­τη­τα κτηνοτρο­φι­κών μο­νά­δων και τό­σων άλ­λων ε­μπο­ρι­κών και πο­λε­μι­κών βι­ο­μη­χα­νι­ών. Ού­τε θα υπήρ­χε λό­γος να α­γω­νί­ζε­ται κα­νείς ε­να­ντί­ον της φι­λαυ­τί­ας του για να α­γα­πή­σει τους συνανθρώ­πους του ή κα­τά των άλ­λων πα­θών του για να κα­λυ­τε­ρέ­ψει την υ­γεί­α της ανύπαρκτης για «τούς υι­ούς της α­πει­θεί­ας» ψυ­χής του.

Ο γά­μος δεν μπο­ρεί να εί­ναι υ­γι­ής ού­τε αρ­μο­νι­κός ού­τε στα­θε­ρός, ό­ταν οι σύ­ζυ­γοι βρίσκονται έ­ξω α­πό την  Εκ­κ­λη­σί­α του Χρι­στού. Γι­α­τί τό­τε ως πε­πτω­κό­τες νο­σούν θα­νά­σι­μα, χω­ρίς να το συ­νει­δη­το­ποι­ούν.

Οι κοι­νω­νι­κές λοι­πόν πο­λι­τι­στι­κές και λοι­πές α­ντι­λή­ψεις, που ε­κά­στο­τε ε­πι­κρα­τούν, επηρεά­ζουν βε­βαί­ως τον γά­μο, την οι­κο­γέ­νει­α και τον χα­ρα­κτή­ρα του αν­θρώ­που, ό­χι ό­μως γιατί αυ­τές κα­θαυ­τές έ­χουν κά­ποι­α φυ­σι­κή εξου­σί­α πά­νω του, αλ­λά γι­α­τί ο ί­δι­ος ο άν­θρω­πος τις υιο­θε­τεί και ε­πι­θυ­μεί να ζεί σύμ­φω­να με το πνεύ­μα τους.  Α­ρα η ευ­θύ­νη των πρά­ξε­ων του κα­θε­νός βα­ρύ­νει πρω­τί­στως τον ί­δι­ο και δευ­τε­ρευ­ό­ντως την κοι­νω­νί­α και τον πο­λι­τι­σμό της.

Αλ­λά ο­ποι­εσ­δή­πο­τε προ­σπά­θει­ες και αν κα­τα­βάλ­λει μό­νος του κα­νείς, για να α­ντι­στα­θεί στις δι­α­βρω­τι­κές και δη­λη­τη­ρι­ώ­δεις κοι­νω­νι­κές ε­πι­δρά­σεις, α­πο­φέ­ρουν συ­νή­θως πο­λύ πε­νι­χρά α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Γι  αυ­τό χρει­ά­ζε­ται μα­ζί με την δι­κή του συμ­με­το­χή στην μυ­στη­ρι­α­κή, στην ασκη­τι­κή και λει­τουρ­γι­κή ζω­ή της  Εκ­κ­λη­σί­ας, την λυ­τρω­τι­κή της βο­ή­θει­α, γι­α­τί μό­νον η Μί­α,  Α­γί­α Εκ­κλη­σί­α του  Ι­η­σού Χρι­στού θε­ρα­πεύ­ει τα αν­θρώ­πι­να πά­θη και μό­νον αυ­τή μεταμορφώ­νει τον γά­μο α­πό θε­σμό αρ­ρω­στη­μέ­νο σε υ­γι­ή και ε­πω­φε­λή, σε πρα­γμα­τι­κό μυστή­ρι­ο για την σω­τη­ρί­α και την θέ­ω­ση των συ­ζύ­γων και των τέ­κνων τους.

Γι­’ αυ­τό οι φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες και ε­πι­δι­ώ­ξεις των προ­α­να­φερ­θέ­ντων ε­πι­στη­μό­νων να προσ­δι­ο­ρί­σουν αρ­χές και δι­α­τά­ξεις που θα προ­στά­τευ­αν κα­τά την γνώ­μη τους α­σφα­λέ­στε­ρα τον γά­μο και την οι­κο­γέ­νει­α, ό­πως εί­ναι:

  • ο α­μοι­βαί­ος σε­βα­σμός, η φι­λαλ­λη­λί­α και η αλ­λη­λεγ­γύ­η,
  • η ε­κτί­μη­ση και πί­στη με­τα­ξύ των συ­ζύ­γων,
  • η κα­τα­νό­η­ση και α­νε­κτι­κό­τη­τα,
  • οι η­δο­νι­στι­κές σαρ­κι­κές σχέ­σεις,
  • η τε­κνο­γο­νί­α, καί
  • κα­τοι­κί­α α­νε­ξάρ­τη­τη α­πό τους γο­νείς,

η έγ­γα­μη συμ­βί­ω­ση συ­νε­χί­ζει να έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα, ο­δυ­νη­ρό­τε­ρες θλί­ψεις και δυ­σκο­λό­τε­ρες κα­τα­στά­σεις να α­ντι­με­τω­πί­σει.

Πρά­γμα­τι ο σύγ­χρο­νος τρό­πος ζω­ής γί­νε­ται πρό­ξε­νος πολ­λών δυ­σκο­λι­ών και προβληματικών κα­τα­στά­σε­ων. Στην ου­σί­α ό­μως ο πρω­τεύ­ων αι­τι­α­κός πα­ρά­γο­ντας, κα­τά μί­α χρι­στι­α­νι­κή ά­πο­ψη, που κά­νει δυ­σά­ρε­στη μέ­χρι και α­φό­ρη­τη την έγ­γα­μη συμ­βί­ω­ση εί­ναι: η λή­θη του Θεού. Γι­α­τί αυ­τή έ­χει ως α­πο­τέ­λε­σμα:

  • την αυ­το­θέ­ω­ση της λο­γι­κής και την ε­ξα­χρεί­ω­ση του αν­θρώ­που ως προ­σώ­που,
  • την αυ­το­νο­μί­α και την αυ­τάρ­κει­α,
  • την δι­α­φθο­ρά της α­γά­πης και την δι­α­στρο­φή της σε φι­λαυ­τί­α,
  • τον φό­βο της ο­δύ­νης και την ε­πι­θυ­μί­α της η­δο­νής,
  • την α­συμ­φω­νί­α της γνώ­μης και την αυ­το­δι­καί­ω­ση,
  • την προ­σω­πο­λα­τρί­α, την ει­δω­λο­ποί­η­ση των συ­ζύ­γων και της οι­κο­γε­νεί­ας,
  • την προ­σή­λω­ση στην ι­δι­ο­κτη­σί­α ό­χι μό­νον κι­νη­τών ή και α­κι­νή­των αλ­λά και γνώ­μης, απόψε­ων, ι­δε­ών, γνώ­σε­ων, φί­λων με σκο­πό την αυ­το­πε­ποί­θη­ση και την αυ­το­ε­κτί­μη­ση,
  • τον φό­βο πρός το άλ­λο φύ­λο αλ­λά και α­πώ­λει­ας των στοι­χεί­ων της ι­δι­ο­κτη­σί­ας,
  • την α­πο­ξέ­νω­ση και την μο­να­ξι­ά καί
  • την πλα­νε­μέ­νη πε­ποί­θη­ση του κά­θε συ­ζύ­γου ό­τι φταί­ει ο άλ­λος.

Η α­λή­θει­α ό­μως εί­ναι πως ο κα­θέ­νας εί­ναι προ­σω­πι­κά υ­πεύ­θυ­νος για ό­σα πράτ­τει, λέ­γει ή του συμ­βαί­νουν στον γά­μο του. Έ­τσι ο κα­θέ­νας θά

πρέ­πει να στρα­φεί πρός τον ε­αυ­τό του και μό­νο σε αυ­τόν, ως υ­παί­τι­ου για ό­λα τα προβλήμα­τα που α­να­κύ­πτουν στον γά­μο του. για ό­λα αυ­τά ου­δό­λως και ου­δα­μώς ευ­θύ­νε­ται ο άλ­λος αλ­λά μό­νος υ­πεύ­θυ­νος εί­ναι ο ί­δι­ος. Γι­’ αυ­τό, για να α­γα­πάς άλ­λος τρό­πος δεν υπάρχει πα­ρά μό­νον αυ­τός: «νά κα­τη­γο­ρείς και να κα­τα­κρί­νεις πά­ντο­τε τον ε­αυ­τό σου».

Αλ­λά στην αν­θρω­πο­κε­ντρι­κή κοι­νω­νί­α μας δεν φαί­νε­ται να εί­ναι προ­σφι­λής η α­νά­λη­ψη ευθύ­νης και μά­λι­στα για άλ­λα πρό­σω­πα ού­τε γί­νε­ται ευ­ρύ­τε­ρα α­πο­δε­κτό ό­τι ο άν­θρω­πος θα πρέ­πει να ζεί με τα­πεί­νω­ση και υ­πα­κο­ή μια ευ­χα­ρι­στι­α­κή ζω­ή να α­γα­πά χω­ρίς να πε­ρι­μέ­νει να α­γα­πη­θεί.

Αυ­τός εί­ναι ο λό­γος που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι σή­με­ρα νοι­ά­ζο­νται πως να α­γα­πη­θούν α­πό τους άλ­λους και ό­χι πως να α­γα­πή­σουν αυ­τοί ε­κεί­νους. Προ­κει­μέ­νου δέ να πε­τύ­χουν στον σκο­πό τους α­κο­λου­θούν δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ό­πως πλου­τι­σμό, κοι­νω­νι­κή θέ­ση, υ­πο­κρι­τι­κή ευ­γέ­νει­α και γλυ­κύ­τη­τα και ό­λα ε­κεί­να που συν­δυ­ά­ζουν την συ­μπά­θει­α με την ε­ρω­τι­κή έλ­ξη. Θε­ω­ρούν ό­τι η α­γά­πη εί­ναι το πιο εύ­κο­λο πρά­γμα και ό­τι το δύ­σκο­λο εί­ναι να βρε­θεί το κα­τάλ­λη­λο ά­το­μο, για να τους α­γα­πή­σει.

Ό­λοι δι­ψούν για α­γά­πη, αλ­λά οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­γνο­ούν ή συγ­χέ­ουν την γνή­σι­α α­γά­πη-πού εί­ναι σκλη­ρός α­γώ­νας και θεί­ο δώ­ρο-μέ α­φη­ρη­μέ­νες έν­νοι­ες, πα­ρορ­μή­σεις ή αι­σθή­μα­τα. Γι  αυτό και α­πο­τυγ­χά­νουν σε αυ­τήν τό­σο συ­χνά, ό­σο σε τί­πο­τα άλ­λο σε αυ­τόν τον κό­σμο.

Ε­ντού­τοις δεν φαί­νο­νται πρό­θυ­μοι να ε­ξε­τά­σουν τους λό­γους της ο­δυ­νη­ρής αυ­τής αποτυχίας, αλ­λά ού­τε και μπο­ρούν α­πό μό­νοι τους να μά­θουν, ό­τι:

  • η α­γά­πη εί­ναι ε­λευ­θε­ρί­α, τρό­πος ζω­ής, ο­φει­λή και υ­πο­χρέ­ω­ση πρός τους ε­αυ­τούς τους και πρός τους άλ­λους χω­ρίς δι­και­ώ­μα­τα ή ο­φέ­λη,
  • αυ­τό μα­θαί­νε­ται μέ­σα στην Εκ­κ­λη­σί­α ζώ­ντας την ασκη­τι­κή, την λει­τουρ­γι­κή και την μυ­στη­ρι­α­κή της ζω­ή,
  • η α­γά­πη δεν εί­ναι συ­ναί­σθη­μα εί­ναι σταυ­ρι­κή ζω­ή για τα­πεί­νω­ση, η ο­ποί­α ελ­κύ­ει την χά­ρι του Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος που φέρ­νει στο αν­δρό­γυ­νο και στην οι­κο­γέ­νει­α α­λη­θι­νή χαρά.

 

3.  Α­πο­τε­λεί κοι­νή δι­α­πί­στω­ση ό­τι ό­ποι­ος ζεί χω­ρίς Χρι­στό και πι­στεύ­ει ό­τι α­δι­κεί­ται, συ­νή­θως γί­νε­ται τυ­φλό ε­κτε­λε­στι­κό όρ­γα­νο του μί­σους, του φθό­νου, της εκ­δί­κη­σης και των άλλων πα­θών του με βλα­πτι­κές συ­νέ­πει­ες για τον ί­δι­ο και για ό­σους ε­ξαρ­τώ­νται ή σχετίζονται ά­με­σα με αυ­τόν.

Πρέ­πει ε­ξάλ­λου να ση­μει­ω­θεί ό­τι, α­κό­μη και ευ­λα­βείς χρι­στι­α­νοί σύ­ζυ­γοι, ό­ταν συγκρούονται, δεν μπο­ρούν να σκέ­πτο­νται τον Θε­ό. Αυ­τό συμ­βαί­νει, γι­α­τί ο έ­νας προ­σέ­χει τα λό­γι­α του άλ­λου που πη­γά­ζουν α­πό τα πά­θη ή α­πό λο­γι­σμούς του δι­α­βό­λου. Τό­τε ο νούς τους σκο­τί­ζε­ται α­πό τα πά­θη και α­ντί να σκέ­πτε­ται τον Θε­ό, γί­νε­ται έρ­μαι­ο των πα­θών. Έ­τσι η σύγκρου­ση κα­θί­στα­ται σχε­δόν α­να­πό­φευ­κτη.

Άν ό­μως έ­στω ο έ­νας σύ­ζυ­γος, μο­λο­νό­τι «πε­ρι­λού­ζε­ται» α­πό τον άλ­λον με α­κα­το­νό­μα­στες ύ­βρεις, κα­τορ­θώ­νει να έ­χει τον νού του στον Θε­ό, τό­τε ό­χι μό­νο δεν χά­νει την νη­φα­λι­ό­τη­τά του και την υ­πο­μο­νή του αλ­λά με την γα­λή­νη του συ­νή­θως η­ρε­μεί και τον άλ­λον.

Οι νο­ση­ρές κα­τα­στά­σεις, που προ­κα­λού­νται α­πό τα πά­θη, θε­ρα­πεύ­ο­νται μό­νο ζώ­ντας ο άνθρω­πος την ζω­ή της Εκ­κ­λη­σί­ας. Γι­α­τί έ­ξω α­πό την Εκ­κ­λη­σί­α βα­σι­λεύ­ει ο ανθρωποκεντρισμός, ε­νώ μέ­σα σε αυ­τήν ο θε­αν­θρω­πο­κε­ντρι­σμός. Συ­νε­πώς μπαί­νο­ντας κα­νείς στην Εκ­κ­λη­σί­α απο­το­ξι­νώ­νε­ται α­πό ό­σα πνευ­μα­τι­κά δη­λη­τή­ρι­α παίρ­νει κά­θε μέ­ρα έ­ξω στην κοι­νω­νί­α που ζεί. Γί­νε­ται α­πο­το­ξί­νω­ση πνευ­μα­τι­κή. Έ­τσι υι­ο­θε­τεί την α­γά­πη και το πνεύ­μα της θυ­σί­ας, της υ­πο­μο­νής, της τα­πει­νο­φρο­σύ­νης του Χρι­στού. Κέ­ντρο της ζω­ής του γί­νε­ται ο Χρι­στός.

Αυ­τή η ζω­ή συ­νε­πά­γε­ται βέ­βαι­α σκλη­ρούς α­γώ­νες και πρα­γμα­τι­κές θυ­σί­ες, δη­λα­δή Σταυ­ρό, αλ­λά έ­τσι μπο­ρεί κα­νείς να γί­νε­ται λί­γο-λί­γο μάρ­τυ­ρας του Σταυ­ρω­θέ­ντος και Α­να­στά­ντος Ιησού Χρι­στού και να ζεί την α­λη­θι­νή χα­ρά. να κα­τα­νο­εί και να συ­μπο­νεί τον άλ­λον.

 

4.  αν δεν α­πο­κτή­σου­με ε­πί­γνω­ση:

  • ό­τι βρι­σκό­μα­στε σε πτώ­ση,
  • πως εκ­πέ­σα­με α­πό «τής δό­ξης του Θε­ού»,
  • ό­τι ο άν­θρω­πος και τα «πε­ρί τον άν­θρω­πον» μπο­ρούν να κα­τα­νο­η­θούν και να θεραπευθούν ξε­κι­νώ­ντας μό­νον α­πό τον Θε­ό και με κέ­ντρο τον Θε­άν­θρω­πο, καί
  • πως τα πά­θη μας μπο­ρού­με να τα με­τα­μορ­φώ­σου­με σε α­ρε­τές και να α­πο­κτή­σου­με βε­βαί­α πί­στη και πρα­γμα­τι­κή α­γά­πη μό­νο με την βο­ή­θει­α του Θε­ού,

θά ο­δη­γού­με­θα σε πλα­νε­μέ­νες α­ντι­λή­ψεις και ε­σφαλ­μέ­νες λύ­σεις.

 

5.   Ο άν­θρω­πος πλά­σθη­κε ε­λεύ­θε­ρος ό­χι για να κά­νει «ό,τι του κα­τέ­βει»-πρά­γμα που και αυ­τό μπο­ρεί να κά­νει-αλ­λά για να μά­θει να α­γα­πά, χω­ρίς πο­τέ να προσ­δο­κά να α­γα­πη­θεί. Για­τί ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο η α­γά­πη α­πο­σπά­ται α­πό το «συμ­φέ­ρον», τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο καθορίζεται α­πό το πνεύ­μα της αυ­τα­πάρ­νη­σης, της θυ­σί­ας και της ε­λευ­θε­ρί­ας.

Ε­κεί­νος που α­γα­πά με αυ­τό το πνεύ­μα, στην πρά­ξη έ­χει κα­ταρ­γή­σει κά­θε πε­ρι­ο­ρι­σμό εί­ναι πρά­γμα­τι ε­λεύ­θε­ρος και α­λη­θι­νός και μπαί­νει στην κα­θο­λι­κή δι­ά­στα­ση. Α­νή­κει ό­ντας ελεύθερος σε ό­λους και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο στην σύ­ζυ­γό του χω­ρίς να θέ­λει, ού­τε κάν να σκέπτεται, να α­νή­κει αυ­τή σε αυ­τόν.

Γι­α να ε­νω­θεί ό­μως κα­νείς και να α­νή­κει σε ό­λους χρει­ά­ζε­ται να με­τα­μορ­φώ­σει τα πά­θη του, ώ­στε να μπο­ρέ­σει να ταυ­τί­σει το θέ­λη­μά του με ε­κεί­νο του Θε­ού. αν το κα­τορ­θώ­σει, ακόμη και ό­ταν προ­σπα­θεί να το πε­τύ­χει, δι­α­πι­στώ­νει ό­τι ευ­ρί­σκε­ται σε α­γα­στή σύ­μπνοι­α, σε συμ­φι­λί­ω­ση και σε ο­μο­φρο­σύ­νη με ό­λους τους άλ­λους αν­θρώ­πους που έ­χουν κα­τορ­θώ­σει ή που προ­σπα­θούν το ί­δι­ο με αυ­τόν. και ό­λοι μα­ζί εί­ναι ε­νω­μέ­νοι με τον Σω­τή­ρα Χρι­στό. Είναι ο έ­νας για τον άλ­λον και ο ένας μέ­σα στον άλ­λον.  Ε­τσι μό­νο μπο­ρούν να α­νή­κουν στον Θε­ό. Δι­α­φο­ρε­τι­κά ο άν­θρω­πος α­δυ­να­τεί να κα­τα­νο­ή­σει τον προ­ο­ρι­σμό του και εν προκει­μέ­νω τον σκο­πό του γά­μου να εί­ναι ο έ­νας μέ­σα στον άλ­λον να εί­ναι έ­να αν­δρό­γυ­νο: «ό ο Θε­ός συ­νέ­ζευ­ξεν».

Α­ντί­θε­τα, ο χω­ρι­σμός του αν­θρώ­που α­πό τον Θε­ό του προ­ξε­νεί αυ­το­στι­γμεί μια ρω­γμή στην ψυ­χή του.  Ενα ξέ­νο στοι­χεί­ο ει­σέρ­χε­ται στις σχέ­σεις ό­λων η δι­ά­σπα­ση. Η α­μοι­βαί­α οικει­ό­τη­τα χά­νε­ται και ο έ­νας προ­σπα­θεί μά­ται­α να συ­να­ντή­σει, να ε­νω­θεί με τον άλ­λον.

Ε­τσι προ­κύ­πτει ό­τι η δι­ά­σπα­ση του αν­δρο­γύ­νου σε άν­δρα και σε γυ­ναί­κα εί­ναι πρω­τί­στως πρό­βλη­μα πνευ­μα­τι­κής πτώ­σε­ως και δευ­τε­ρευ­ό­ντως φυ­σι­κής α­ντι­πα­λό­τη­τας ή ψυ­χο­λο­γί­ας.  Γι  αυ­τό ο  Α­πό­στο­λος Παύ­λος λέει: «ού­τε γυ­νή χω­ρίς αν­δρός ού­τε α­νήρ χω­ρίς γυ­ναι­κός εν Κυρίω».

Η εκ νέ­ου ο­λο­κλή­ρω­ση του αν­δρο­γύ­νου βρί­σκε­ται στο μυ­στή­ρι­ο του γά­μου.  Ο άν­θρω­πος μπο­ρεί να ζή­σει αυ­τό το μυ­στή­ρι­ο α­νά­λο­γα με τον βα­θμό της πνευ­μα­τι­κό­τη­τός του.

Στην α­λη­θι­νή ορ­θό­δο­ξη χρι­στι­α­νι­κή οι­κο­γέ­νει­α δεν βα­σι­λεύ­ει αυ­ταρ­χι­κά ο άν­δρας ή η γυναί­κα, αλ­λά ο Χριστός, ο ο­ποί­ος ε­ξα­γι­ά­ζει τα αν­θρώ­πι­να, ε­νώ­νει τους συ­ζύ­γους και εξασφαλί­ζει στις α­δυ­να­μί­ες τους νί­κη και σω­φρο­σύ­νη.  Ε­πει­δή και οι δύ­ο ε­πι­θυ­μούν και αγωνίζο­νται να ε­φαρ­μό­σουν στην ζω­ή τους τις ε­ντο­λές του Χριστού και ό­χι να κά­νει ο κα­θέ­νας τους το δι­κό του θέ­λη­μα.

Η α­μοι­βαι­ό­τη­τα α­νά­με­σα στον άν­δρα και στην γυ­ναί­κα βρί­σκε­ται κατ  αρ­χήν στην σχέ­ση του Χρι­στού και της  Εκ­κ­λη­σί­ας Του. Γι  αυ­τό ο­φεί­λου­με να α­να­ζη­τή­σου­με την μό­νη α­λη­θι­νή λύ­ση των αν­θρω­πί­νων σχέ­σε­ων μέ­σα στο κλί­μα των σχέ­σε­ων του Χρι­στού με την  Εκ­κλη­σί­α Του. Μό­νο μέ­σα α­πό αυ­τές τις σχέ­σεις εί­ναι δυ­να­τό να χει­ρα­γω­γη­θούν και να α­να­πτύ­ξουν σωστές σχέ­σεις ο έ­νας με τον άλ­λο και οι δύ­ο με τα παι­δι­ά τους.  Η υ­λο­ποί­η­ση ό­μως αυ­τή συνιστά έρ­γο ο­λό­κλη­ρης ζω­ής και μό­νο δι­α­δο­χι­κά μπο­ρεί κα­νείς να το προ­σεγ­γί­ζει.

6.  Οι σύ­ζυ­γοι που συ­γκρού­ο­νται με­τα­ξύ τους, που κά­νουν τον βί­ο τους α­βί­ω­το και πιστεύουν ό­τι μό­νον ένα δι­α­ζύ­γι­ο θα τους λυ­τρώ­σει α­πό τα βά­σα­να καί, πως έ­νας δεύ­τε­ρος γάμος με έ­να κα­λύ­τε­ρο πρό­σω­πο θα τους βο­η­θή­σει, να βρούν κα­τα­φύ­γι­ο και πα­ρη­γο­ρι­ά, να έχουν ει­ρή­νη, ο­μό­νοι­α, αλ­λη­λο­κα­τα­νό­η­ση, πλα­νώ­νται οι­κτρά, α­φού φο­ρέ­ας της α­σθέ­νει­ας είναι ο κα­θέ­νας μό­νος του και ό­χι, κα­τά την πλα­νε­μέ­νη α­ντί­λη­ψη, ο άλ­λος.

Ε­φό­σον κου­βα­λά­με τα πά­θη μας και ζού­με για αυ­τά, ό­που και να πά­με, με ό­ποι­ον και να συ­ζή­σου­με, ό­σες φο­ρές και αν πα­ντρευ­τού­με τί­πο­τα δεν θα κερ­δί­σου­με, αλλά θα κά­νου­με τα ίδι­α και θα υ­πο­φέ­ρου­με δει­νό­τε­ρη δυ­στυ­χί­α.

Ε­κεί­νο πά­λι που α­πω­θεί τους συ­ζύ­γους, σαν την μα­γνη­τι­κή δύ­να­μη τους α­ντί­θε­τους πό­λους, εί­ναι ό­χι μό­νο το μί­σος και ο φθό­νος αλ­λά και η ε­μπα­θής α­γά­πη η ε­γω­ϊ­στι­κή α­γά­πη. Αυ­τή εκδη­λώ­νε­ται α­γα­πη­τι­κά μό­νον ό­ταν ο άλ­λος α­νέ­χε­ται να χρη­σι­μο­ποι­εί­ται σαν α­ντι­κεί­με­νο ιδι­ο­κτη­σί­ας και σκεύ­ος η­δο­νής. Εί­ναι δαι­μο­νι­κή α­γά­πη. Γι­’ αυ­τό-ό­χι σπά­νι­α-ο­δη­γεί α­κό­μη και σε αυ­τόν τον φόνο.

Η α­νι­δι­ο­τε­λής ό­μως α­γά­πη, η ε­λεύ­θε­ρη α­πό τα πά­θη μας α­γά­πη, δεν ε­ξαρ­τά­ται ού­τε α­πό την συ­μπε­ρι­φο­ρά ού­τε α­πό τις ε­νέρ­γει­ες ού­τε α­πό τις πρά­ξεις του άλ­λου. Αυ­τή η α­γά­πη είναι α­γά­πη πό­νου και θυ­σί­ας εί­ναι α­γά­πη σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μη αλ­λά και ε­λευ­θε­ρί­ας έ­χει ως θε­μέ­λι­ο τον Χρι­στό και α­γα­πά­με τον ή την σύ­ζυ­γο και τους άλ­λους αν­θρώ­πους, ε­πει­δή ε­μείς θέ­λου­με να τους αγα­πά­με αλ­λά και για να δο­ξά­ζε­ται το Πα­νά­γι­ο ό­νο­μα του Θε­ού. Γι­’ αυ­τό αυ­τή η α­γά­πη ζεί εις τον αι­ώ­να και φέρ­νει ει­ρή­νη την ει­ρή­νη και την γλυ­κύ­τη­τα του Χριστού. αν δεν ή­ταν έ­τσι, ο Χρι­στός δεν θα μας έ­δι­νε ε­ντο­λή να α­γα­πά­με α­κό­μα και τους εχθρούς μας. Ε­πι­πλέ­ον, ό­πως λέ­ει ο ά­γι­ος Μά­ξι­μος ο Ο­μο­λο­γη­τής, η α­γά­πη συν­δέ­ει τον Θε­ό και τους αν­θρώ­πους με τον ε­αυ­τό της και με ε­κεί­νον που την έ­χει.

Ε­τσι λοι­πόν ό­σοι θέ­λουν να χω­ρί­σουν, ζη­τούν το χω­ρι­σμό α­πό φθό­νο πρός τον ή την σύζυγο, που μέ­χρι πρίν λί­γο δι­ε­κή­ρυτ­ταν πως τά­χα θα θυ­σί­α­ζαν και αυτήν την ζω­ή τους για αυ­τόν ή για αυ­τήν, αλ­λά και από ά­γνοι­α για το κα­λύ­τε­ρο. το κα­λύ­τε­ρο εί­ναι το θέλη­μα του Θε­ού «ό ο Θε­ός συ­νέ­ζευ­ξεν, άν­θρω­πος μή χω­ρι­ζέ­τω»  εί­ναι η συν-χώ­ρη­ση, η υ­πο­μο­νή, η ταπεί­νω­ση, η α­γά­πη, η Βα­σι­λεί­α του Θε­ού. Σταυ­ρός μέν, Α­νά­στα­ση δέ.

Α­ντί­θε­τα, το δι­α­ζύ­γι­ο πα­ρα­κά­μπτει τον Σταυ­ρό του Χρι­στού Εί­ναι ό­μως και αυ­τό σταυ­ρός, αλ­λά σταυ­ρός χω­ρίς σω­τη­ρί­α εί­ναι ο σταυ­ρός του «εξ ευ­ω­νύ­μων» λη­στού εί­ναι ε­πι­κύ­ρω­ση της φι­λαυ­τί­ας των συ­ζύ­γων και δρό­μος πρός την κό­λα­ση, πρός την οι­κο­γε­νει­α­κή και κοι­νω­νι­κή συμ­φο­ρά.

 

7.  Α­ναμ­φι­βό­λως ε­κεί­νο που μπο­ρεί να βο­η­θή­σει τους συ­ζύ­γους εί­ναι πρά­γμα­τι η αλ­λα­γή. να αλ­λά­ξουν ό­μως ό­χι ο έ­νας τον άλ­λον με κά­ποι­ο άλ­λο πρό­σω­πο, αλ­λά ο κα­θέ­νας την δι­κή του γνώ­μη και θέ­λη­ση και τον προ­σω­πι­κό του τρό­πο σκέ­ψε­ως. να με­τα­νο­ή­σουν να μεταμορφώ­σουν με την βο­ή­θει­α του Θε­ού την ε­πά­ρα­τη φι­λαυ­τί­α τους σε α­γά­πη πρός τον Θεό και πρός τους άλ­λους, να ταυ­τί­σουν την θέ­λη­σή τους με το θέ­λη­μα του Θε­ού, και να γίνουν πά­λι έ­να.

Νά πα­ρα­βλέ­πουν και να συγ­χω­ρούν τα λά­θη και τις πα­ρα­λεί­ψεις του άλ­λου, να προσπαθούν να κα­τα­νο­ούν και να συμ­με­τέ­χουν στην ψυ­χι­κή του κα­τά­στα­ση. να συγ­χω­ρούν και να εν­δι­α­φέ­ρο­νται ο έ­νας για την σω­τη­ρί­α του άλ­λου. Α­ρι­θμη­τι­κά ό­ρι­α για το πό­σες φο­ρές οφεί­λει κα­νείς να συγ­χω­ρεί τον άλ­λον δεν υ­πάρ­χουν. Για­τί ο Θε­ός συγ­χω­ρεί τα α­μαρ­τή­μα­τα των αν­θρώ­πων μό­νον ό­ταν κα­τά τον ί­δι­ο τρό­πο και οι ί­δι­οι συγ­χω­ρούν τα με­τα­ξύ τους παραπτώ­μα­τα.

 

8.  Φυ­σι­κά για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους εί­ναι πρά­γμα­τα υπερ­βο­λι­κά δύ­σκο­λα, αν ό­χι α­δύ­να­τα, αλ­λά μέ­σα στην  Εκ­κ­λη­σί­α με με­τά­νοι­α, ε­ξο­μο­λό­γη­ση, θεί­α Κοι­νω­νί­α ό­λα αλ­λά­ζουν με πολλούς κό­πους και θλί­ψεις, με με­γά­λη υπο­μο­νή, αλ­λά πά­ντο­τε με  ε­πι­τυ­χί­α.

Ο­σοι δεν γεύ­τη­καν τους καρ­πούς της με­τα­νοί­ας δεν μπο­ρούν να κα­τα­λά­βουν την γλυκύτητα της θεί­ας χά­ρι­τος και την πα­ρη­γο­ρι­ά του Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Γι  αυτό καταγίνονται με ε­πί­γει­ες και αν­θρώ­πι­νες μι­κρο­χαρές, οι ο­ποί­ες στο βά­θος κρύ­βουν ο­δύ­νη, λύ­πη και μο­να­ξι­ά.

Ο­σοι ό­μως γεύ­τη­καν μέ­σα α­πό την με­τά­νοι­α τις δω­ρε­ές του Θε­ού, την α­να­κού­φι­ση, την παρη­γο­ρι­ά, την ηδύ­τη­τα, το χα­ρο­ποι­ό πέν­θος και την α­παλ­λα­γή α­πό τις ε­νο­χές, αυ­τοί καταλαβαί­νουν το νό­η­μα και την πρα­γμα­τι­κή χα­ρά της πνευ­μα­τι­κής ζω­ής.

Ο άν­θρω­πος, ό­ταν α­γα­πά α­λη­θι­νά, δο­νεί­ται σε ο­λό­κλη­ρο το εί­ναι του και ω­θεί­ται με ισχυ­ρή ω­στι­κή δύ­να­μη πρός το πρό­σω­πο που α­γα­πά, με το ο­ποί­ο γί­νε­ται ένα, αλ­λά ταυτοχρό­νως δι­α­τη­ρεί την μο­να­δι­κό­τη­τα και α­κε­ραι­ό­τη­τα του ε­αυ­τού του, ε­νώ η α­γά­πη του δεν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται μό­νο σε αυ­τό το πρό­σω­πο. Μέ­σω αυ­τού ε­νώ­νε­ται με ο­λό­κλη­ρο τον κό­σμο.

Γι­’ αυ­τό και δεν μπο­ρεί κα­νείς να δι­αρ­ρή­ξει τα δε­σμά αυ­τής της α­γά­πης, α­φού ε­νώ­νει, ό­πως λέ­ει ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, και ε­κεί­νους που τους χω­ρί­ζουν οι ω­κε­α­νοί.

 

9.  Ο άν­δρας και η γυ­ναί­κα προ­κει­μέ­νου να πα­ντρευ­τούν αρ­χί­ζουν έ­να τα­ξί­δι α­φή­νουν την πα­τρι­κή τους οι­κο­γέ­νει­α α­φή­νουν α­λη­θι­νά την ζω­ή τους σε αυ­τόν τον πα­ρό­ντα και συγκεκριμέ­νο κό­σμο και συ­ντε­λεί­ται κιόλας μια πρά­ξη μυ­στη­ρι­α­κή, μια πρά­ξη που εί­ναι προϋπό­θε­ση ο­ποι­ου­δή­πο­τε άλ­λου πρά­γμα­τος που θα ακο­λου­θή­σει. Ή­σαν πρό­σω­πα χω­ρι­στά και τώ­ρα κλή­θη­καν να γί­νουν κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ε­κεί­νο που ή­σαν: μια νέ­α ζω­ή, να ενωθούν «εις σάρ­κα μί­αν», να γί­νουν μια μι­κρή εκ­κ­λη­σί­α, ό­πως θε­ό­πνευ­στα δι­δά­σκουν οι άγιοι Πα­τέ­ρες της  Εκ­κ­λη­σί­ας, και το πλή­ρω­μα της με­γά­λης Εκ­κ­λη­σί­ας, και αυ­τό ση­μαί­νει να ε­νω­θούν με τον Σταυ­ρω­θέ­ντα και Α­να­στά­ντα Χρι­στό.

Ο γά­μος λοι­πόν αρ­χί­ζει σαν έ­νας πρα­γμα­τι­κός χω­ρι­σμός α­πό τον κό­σμο, γι­α­τί δεν πρέ­πει να μας δι­α­φεύ­γει ό­τι ο Χρι­στός εί­ναι «ουκ εκ του κό­σμου τού­του» και πως με­τά την Α­νά­στα­σή του δεν τον α­να­γνώ­ρι­σαν ού­τε οι μα­θη­τές Του. Ο Λου­κάς και ο Κλε­ό­πας κα­θώς πή­γαι­ναν στούς Εμ­μα­ούς, τους πλη­σί­α­σε ο ί­δι­ος ο Ι­η­σούς και βά­δι­ζε μα­ζί τους. Δεν τον ε­γνώ­ρι­σαν μέ­χρι που κά­θι­σε μα­ζί τους για φα­γη­τό, πή­ρε το ψω­μί, το ευ­λό­γη­σε και αφού το έ­κο­ψε σε κομ­μά­τι­α, τους έ­δω­σε. Α­νοί­χτη­καν τό­τε τα μά­τι­α τους και κα­τά­λα­βαν ποι­ός εί­ναι.

Οι α­σκού­με­νοι στην τα­πεί­νω­ση σύ­ζυ­γοι με πολ­λή υπο­μο­νή ση­κώ­νουν τον σταυ­ρό στην ζω­ή τους-καί ό­χι μό­νο τον δι­κό τους, αλ­λά και του ή της συ­ζύ­γου τους-έστω με α­δυ­να­μί­ες και α­τέ­λει­ες, οι ο­ποί­ες η­μέ­ρα με την η­μέ­ρα ε­ξα­λεί­φο­νται, και στην θέ­ση τους ε­ντυ­πώ­νο­νται τα σταυ­ρι­κά της α­γά­πης «στί­γμα­τα του  Ι­η­σού» στο σώ­μα και στην ψυ­χή τους. Εί­ναι οι γυναί­κες και οι άν­δρες που πα­σχί­ζουν να α­γα­πούν πρα­γμα­τι­κά, να κα­τα­νο­ούν τον ή την σύ­ζυ­γό τους με τις α­μαρ­τί­ες και τις α­δυ­να­μί­ες που έ­χει, να τον ή την α­πο­δέ­χο­νται ό­πως εί­ναι, ακόμη και ό­ταν δεν το α­ξί­ζει, μι­μού­με­νοι τον Χρι­στό που τους α­γά­πη­σε χω­ρίς να το α­ξί­ζουν.

 

10.  στον γά­μο οι α­γω­νι­ζό­με­νοι και τα­πει­νοί χρι­στι­α­νοί σύ­ζυ­γοι δεν συ­νη­θί­ζουν ο έ­νας τον άλ­λον, ώ­στε αυ­τή η συ­νή­θει­α να τους α­πω­θεί (ό­πως συμ­βαί­νει στούς ε­κτός Εκ­κ­λη­σί­ας πεπτωκό­τες συ­ζύ­γους), αλ­λά μέ­σα α­πό τους α­γώ­νες, τις θυ­σί­ες, τις δο­κι­μα­σί­ες ω­ρι­μά­ζουν ό­σο περ­νά­ει ο και­ρός. Α­να­κα­λύ­πτουν ο έ­νας στον άλ­λον κά­θε μέ­ρα και κά­τι το νέ­ο. Ο­μοι­ά­ζει, θα έλε­γε κα­νείς, με το ηλιο­βα­σί­λε­μα ή την α­να­το­λή του η­λί­ου, που ε­νώ ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται κά­θε μέ­ρα, δεν χορ­ταί­νο­νται. Γι­α­τί μα­θαί­νουν οι τα­πει­νοί και με­τα­νο­ού­ντες σύ­ζυ­γοι να ξε­περ­νούν τον ε­γω­ϊ­σμό τους·  το «ε­γώ» και το «ε­σύ» γί­νο­νται «ε­μείς» και ε­πι­τυγ­χά­νουν έ­τσι μεγαλύτερες βα­θμί­δες αγά­πης, η ο­ποί­α δεν εί­ναι μό­νο σαρ­κι­κή, αλ­λά εί­ναι και πνευ­μα­τι­κή. Αι­σθά­νο­νται αυ­τήν την α­γά­πη να ε­πε­κτεί­νε­ται πρός τα παι­δι­ά στην αρ­χή που θα γεν­νη­θούν, και με­τά να βγαί­νει σι­γά-σι­γά α­πό την οι­κο­γέ­νει­α και να αγκα­λι­ά­ζει τους συγ­γε­νείς, τους φίλους και ό­λο τον κόσμο.

Χρει­ά­ζε­ται ό­μως να προ­σέ­χου­με. Γι­α­τί η α­γά­πη της οι­κο­γε­νεί­ας-καί αυ­τή α­κό­μη!-μπο­ρεί να έ­χει έ­να ε­γω­κε­ντρι­σμό, να α­γα­πά­με δη­λα­δή μό­νον ό­σους κλεί­νουν οι τέσ­σε­ρεις τοί­χοι του σπιτι­ού μας. Αυ­τό εί­ναι μια δαι­μο­νι­κή α­γά­πη.

Οι χρι­στι­α­νοί σύ­ζυ­γοι α­γα­πά­με τον σύ­ντρο­φο της ζω­ής μας, α­γα­πά­με τα παι­δι­ά μας, για να μπο­ρού­με με­τά να α­γα­πή­σου­με ό­λο τον κό­σμο.  Α­ρα η α­γά­πη αρ­χί­ζει από την οι­κο­γέ­νει­α, αλλά δεν τε­λει­ώ­νει στην οι­κο­γέ­νεια, πρέ­πει να εί­ναι κα­θο­λι­κή α­γά­πη για ό­λους τους ανθρώπους. Η οι­κο­γέ­νει­α υ­πάρ­χει για να εί­ναι γέ­φυ­ρα που μας ο­δη­γεί στην α­γά­πη πρός τον Θε­ό και πρός όλους τους αν­θρώ­πους.

 

11.  Ο άν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε α­πό τον Θε­ό κατ  ει­κό­να Του με σώ­μα ο­ρα­τό και ψυ­χή α­ό­ρα­τη. Ο σκο­πός του εί­ναι να γί­νει κα­τά χά­ριν θε­ός, να ε­ξο­μοι­ω­θεί με τον Πλά­στη του. Κα­τά συ­νέ­πει­α κά­θε ε­νέρ­γει­α, σκέ­ψη και πρά­ξη του αν­θρώ­που πρέ­πει να α­πο­βλέ­πει στην  θέ­ω­ση.

Εν προ­κει­μέ­νω λοι­πόν, ό­ταν έ­νας άν­δρας ή μια γυ­ναί­κα α­πο­φα­σί­ζει να ε­κλέ­ξει σύ­ζυ­γο, οφεί­λει να βρεί σύ­ντρο­φο που να μπο­ρούν να βο­η­θούν ο έ­νας τον άλ­λον πρω­τί­στως στην πνευ­μα­τι­κή προ­κο­πή, στον α­γι­α­σμό και στην θέ­ω­ση και δευ­τε­ρευ­ό­ντως στα βι­ο­τι­κά.

Γι  αυ­τό, ό­ταν ε­ξε­τά­ζεις και ζη­τείς σύ­ζυ­γο, να α­να­ζη­τείς πρό­σω­πο που έ­χει, ό­πως και ε­σύ, ευ­λά­βει­α της ψυ­χής, φι­λό­ξε­νη δι­ά­θε­ση, ε­πι­εί­κει­α, α­λη­θι­νή σύ­νε­ση και τον φό­βο του Θε­ού, αν θέ­λεις να ζείς με α­λη­θι­νή χα­ρά.

 

12.  το μυ­στή­ρι­ο του γά­μου αρ­χί­ζει με τό: «Ευ­λο­γη­μέ­νη η Βα­σι­λεί­α του Πα­τρός και του Υιού και του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, νύν και α­εί και εις τους αι­ώ­νας των αιώ­νων. Α­μήν». Α­πό την αρ­χή δη­λώ­νε­ται ο προ­ο­ρι­σμός: πο­ρευ­ό­μα­στε α­λη­θι­νά πρός την Βα­σι­λεί­α την α­να­κη­ρύτ­του­με σκο­πό για ο­λό­κλη­ρη την ζω­ή μας. «Ευ­λο­γη­μέ­νη» ση­μαί­νει να α­πο­δέ­χε­σαι με α­γά­πη και να πο­ρεύ­ε­σαι πρός ε­κεί­νο που α­γα­πάς και α­πο­δέ­χε­σαι. το «Α­μήν» δη­λώ­νει κα­θα­ρά πως η πο­ρεί­α των νε­ο­νύμ­φων πρός τον Θε­ό έ­χει ήδη αρ­χί­σει, προ­η­γου­μέ­νου του Χρι­στού και του Ευαγγελί­ου.

Εν­νο­εί­ται ό­μως ό­τι για να συ­νε­χί­σουν οι σύ­ζυ­γοι την πο­ρεί­α τους πρός τον Θε­ό, χρει­ά­ζε­ται συ­νε­χώς να ξε­περ­νούν τον πα­λαι­ό άν­θρω­πο που κρύ­βουν μέ­σα τους, να σταυ­ρώ­νουν τον εγωϊσμό και τα πά­θη τους και να α­πο­κτούν την α­γί­α α­ρε­τή της τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, για να προσφέ­ρουν ο κα­θέ­νας τους τον ε­αυ­τό του στον σύ­ντρο­φο της ζω­ής του.

Α­πό την ά­πο­ψη αυ­τή ο γά­μος εί­ναι μί­α συμ­με­το­χή στον θά­να­το και στην Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Αυ­τό εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο εί­ναι εί­δος μαρ­τυ­ρί­ου. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο ό­τι στην ακολουθία του γά­μου ψάλ­λε­ται το «Ά­γι­οι Μάρ­τυ­ρες, οι κα­λώς α­θλή­σα­ντες και στεφανωθέντες…» εί­ναι έ­νας συ­νε­χής και σκλη­ρός α­γώ­νας για την κα­τά­κτη­ση με την χά­ρι του Θε­ού της α­γι­ό­τη­τας.

Έ­τσι ό­μως μπο­ρεί ο άν­δρας να δέ­χε­ται την γυ­ναί­κα και η γυ­ναί­κα τον άν­δρα, τα υ­λι­κά πρά­γμα­τα, τον ε­αυ­τό τους ως δώ­ρα του Θε­ού και ευ­χα­ρι­στώ­ντας τον Θε­ό να τα επαναπροσφέρουν πά­λι στον Θε­ό και Πα­τέ­ρα τους ως θυ­σί­α να ζουν θε­ο­κε­ντρι­κά να έ­χουν ως κέ­ντρο της ζω­ής τους τον Θε­ό να δέ­χο­νται τα πά­ντα ως δώ­ρα του Θε­ού και ό­λα να τα αντιπρο­σφέ­ρουν με ευ­χα­ρι­στί­α στον Θε­ό ως δώ­ρα δι­κά Του  «τά σά εκ των σών». να ζουν την σταυ­ρι­κή και την ευ­χα­ρι­στι­α­κή ζω­ή στην χα­ρά της Α­να­στά­σε­ως.

Τό­τε θα α­ξι­ω­θούν σε αυ­τήν την πρό­σκαι­ρη ζω­ή τους οι σύ­ζυ­γοι να συ­νο­δοι­πο­ρούν με τον Σταυ­ρω­θέ­ντα και Α­να­στά­ντα Κύ­ρι­ο, ό­πως οι ά­γι­οι Μα­θη­τές Του Λου­κάς και Κλε­ό­πας το εσπέ­ρας της Κυ­ρι­α­κής του Πά­σχα, οι οποί­οι πο­ρεύ­ο­νταν α­πό την  Ι­ε­ρου­σα­λήμ πρός τους  Εμμα­ούς.

Συ­νο­δοι­πο­ρού­ντες δέ οι γο­νείς και τα παι­δι­ά τους σε τού­τη την ζω­ή με τον Κύ­ρι­ο της Δό­ξης θα έ­χουν την ευλο­γί­α να συ­νο­μι­λούν μα­ζί Του με την προ­σευ­χή, και το σπου­δαι­ό­τε­ρο, θα διανοί­γο­νται οι πνευ­μα­τι­κοί οφθαλ­μοί τους για να τον α­να­γνω­ρί­ζουν «στόν τε­μα­χι­σμό του  Αρ­του», δη­λα­δή κα­τά την Θεί­α Ευ­χα­ρι­στί­α. και ό­ταν τους κυ­κλώ­νουν τα νέ­φη των δοκιμασιών και ό­λα γύ­ρω τους εί­ναι σκο­τει­νά, θα μπο­ρούν να του πούν, ό­πως οι δύ­ο Μα­θη­τές Του, «Κύ­ρι­ε, μεί­νε μα­ζί μας, γι­α­τί βρά­δι­α­σε και η η­μέ­ρα ή­δη τε­λει­ώ­νει».

 

13.  Κα­τα­βλή­θη­κε μέ­γι­στη προ­σπά­θει­α να φα­νεί στο μέ­τρο του δυ­να­τού η α­νά­γκη εξυγίανσης και ε­ξα­γι­α­σμού του γά­μου μέ­σα α­πό την Εκ­κ­λη­σί­α. Αλ­λά και ό­τι χρει­ά­ζε­ται η αγωνί­α και ο προ­σω­πι­κός σκλη­ρός α­γώ­νας του κα­θε­νός ε­να­ντί­ον των πα­θών του και πο­τέ κατά του άλ­λου συ­ζύ­γου. Α­κό­μη πως τα προ­βλή­μα­τα του γά­μου και η λύ­ση τους βρί­σκο­νται στην καρ­δι­ά του κα­θε­νός μας. Αλ­λά και οι α­ρε­τές δεν βρί­σκο­νται κά­που έ­ξω α­πό τον άνθρωπο, υ­πάρ­χουν στην καρ­δι­ά του  και για να φα­νούν χρει­ά­ζε­ται να κα­θαρ­θεί η καρ­δι­ά από την κα­κί­α που τις σκε­πά­ζει. Ε­πί­σης, ό­τι ο άλ­λος δεν εί­ναι ε­χθρός, δεν εί­ναι ξέ­νος εί­ναι ευερ­γέ­της, φί­λος, α­δελ­φός, σύ­ζυ­γος, παι­δί μας  και πως ό­λοι μα­ζί μπο­ρού­με να γί­νου­με φί­λοι και α­δελ­φοί Ε­κεί­νου που σταυ­ρώ­σα­με και ε­ντα­φι­ά­σα­με Ε­κεί­νου που μας χα­ρί­ζει, αν θέ­λου­με, ά­φε­ση των α­μαρ­τι­ών μας και Α­νά­στα­ση ζω­ής.

Κο­ντο­λο­γίς αυ­τή η ερ­γα­σί­α έ­γι­νε για να φα­νεί ό­τι:

  • ο γά­μος εί­ναι δώ­ρο του Θε­ού προς τον άν­δρα και την γυ­ναί­κα για να πο­ρευ­θούν μέ­σα α­πό την ά­σκη­ση και με τα Ά­γι­α Μυ­στή­ρι­α της Εκ­κ­λη­σί­ας στην Βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών,
  • ως φυ­σι­κό ό­μως και κοι­νω­νι­κό γε­γο­νός α­νή­κει στον πε­σό­ντα κό­σμο που υ­πάρ­χει ε­κτός της Εκ­κ­λη­σί­ας,
  • έ­νας τέ­τοι­ος γά­μος εί­ναι α­δύ­να­τος να λυ­τρώ­σει τον άν­θρω­πο και να του χα­ρί­σει α­κε­ραί­α και ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη ζω­ή, και
  • η οι­κο­γέ­νει­α που δεν ο­δη­γεί τα μέ­λη της στην ο­λο­κλή­ρω­ση, τα κα­τευ­θύ­νει στην αλλοτρίωση,
  • εί­ναι α­να­γκαί­α η στρο­φή του αν­θρώ­που προς τον εαυ­τό του και μό­νο σε αυ­τόν, ως υπαίτι­ου για ό­λα τα προ­βλή­μα­τα που α­να­κύ­πτουν στον γά­μο ο κα­θέ­νας είναι προ­σω­πι­κά υπεύ­θυ­νος για τις πρά­ξεις του,
  • ο γά­μος ως πε­πτω­κώς έ­χει αρ­ρω­στή­σει θα­νά­σι­μα και χρει­ά­ζε­ται να με­τα­μορ­φω­θεί α­πό θεσμός αρ­ρω­στη­μέ­νος σε υ­γι­ή και ε­πω­φε­λή να πε­ρά­σει μέ­σα στην Εκ­κ­λη­σί­α να γί­νει «μυστήριο» για την σω­τη­ρί­α και την θέ­ω­ση των συ­ζύ­γων και των τέ­κνων τους,
  • ο ε­ξα­γι­α­σμός του γά­μου εί­ναι έρ­γο σταυ­ρι­κής ζω­ής των συ­ζύ­γων για τα­πεί­νω­ση και μετά­νοι­α, για με­τα­μόρ­φω­ση της φι­λαυ­τί­ας τους σε α­λη­θι­νή α­γά­πη εί­ναι προ πά­ντων δώ­ρο της χά­ρι­τος του  Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

 

Τώ­ρα εί­μαι πρό­θυ­μος να α­κού­σω τις ε­ρω­τή­σεις και τις κρί­σεις σας, για τις ο­ποί­ες σας υπόσχο­μαι ό­τι θα είμαι ευ­γνώ­μων. σας ευ­χα­ρι­στώ.

 

 

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ. Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ & ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Αρέσει σε %d bloggers: