ΣΑΝ ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΣΤΟ ΚΑΜΙΝΙ


ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ ΕΝΑΡΕΤΟΥ ΘΕΟΦΩΤΙΣΤΟΥ ΒΙΟΠΑΛΑΙΣΤΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΙΩΒ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Μ., (1929-2004)

ΈΚΔΟΣΗΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2005

Σημείωμα εκδότου

Ή του Θεού άπειρη φιλανθρωπία ευδόκησε, ώστε να φανέρωση έναν άγνωστο κρυμμένων εκλεκτό δουλον του, πού διέθετε ακλόνητη πίστη καί αγάπη στον αναμάρτητο Χριστό καί υπηρετούσε το θέλημα του Θεαν­θρώπου με την καρδιά του. Πρόκειται για τον αξιομακάριστο εν Χριστώ αδελφό Αναστάσιο από ένα χωριό της Μακεδονίας μας πού μετατέθηκε από την στρατευόμενη Εκκλησία στην θριαμβεύουσα στις 30 Αυγούστου του 2004.

Θέλοντας ό Κύριος να αποκάλυψη τον εργάτη της α­ρετής, να μας στήριξη πνευματικά καί να επιβεβαίωση ότι «Ιησούς Χριστός χθες καί σήμερον ό Αυτός καί εις τους αιώνας» (Έβρ. 13, 7), καί «ότι χωρίς εμού ου δύνα­σθε ποιείν ουδέν» (Ίωάν. 15, 5), έστειλε κοντά του ένα φιλόχριστο άνθρωπο, ό όποιος στις συχνές επισκέψεις του στον ασθενή Αναστάσιο, έκαμνε διάφορες πνευματικές ερωτήσεις για να ωφελείται ψυχικά. Βλέποντας, όμως, τα λεγόμενα του πώς έχουν θεϊκή σοφία καί χάρη Θεού, καί από φώτιση Θεού, σημείωνε σε πρόχειρα χαρτιά τίς απαντήσεις πού έδιδε ό φωτισμένος καί μαρτυρικός αυτός άνθρωπος του Θεού.

Μετά την έκδημία του ευλογημένου Αναστασίου έβαλε σε κάποια σειρά τίς σημειώσεις του για προσωπική του χρήση.

Κατά θέληση, όμως, Θεού έλαβαν γνώσιν αυτής της θεοφιλούς εργασίας οι εκδόσεις «Όρθόδοξος Κυψέλη» καί, κατόπιν συνεννοήσεως με τον κοπιάσαντα άδελφόν, κρίθηκε χρήσιμο όπως δη το φως της δημοσιότητας προς δόξαν του ζώντος Τριαδικού μας Θεού, τιμήν του αφοσιωμένου δούλου Του Αναστασίου καί πνευματική ωφέλεια των καλοπροαίρετων αναγνωστών.

 

Ευχής έργον όχι μόνον προσεκτικά να μελετήσουμε αυτές τίς φωτεινές εμπειρίες, αλλά καί να μαθητεύσουμε στα όσα θεοδίδακτα μας καταθέτει ό στολισμένος με δω­ρεές, αρετές καί καρπούς του Αγίου Πνεύματος δούλος Του Αναστάσιος, ό όποιος εφάρμοζε στην πράξη το Ευαγγέλιο καί ζούσε ως ουρανοπολίτης εδώ κάτω στην πρόσκαιρη ζωή.

Τέλος μετά Θεόν εκφράζαμε θερμές ευχαριστίες καί στον εν Χριστώ άδελφόν πού διέσωσε μέρος από τον πνευματικόν θησαυρόν του μεταστάντος, καί εύχόμεθα από τον Κύριο να λαβή πλούσια την αντίδοση του κό­που της αγάπης του καί της πνευματικής ελεημοσύνης.

 

Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το «Αγιον» βρύει προφη­τείας, ιερέας τέλειοι, αγράμματους σοφία δίδαξεν, α­λιείς θεολόγους ανέδειξε, όλον συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας. Ομοούσιε καί ομόθρονε, τω Πατρί καί τω Υιώ, Παράκλητε δόξα σοι.

(Στιχηρόν Ιδιόμελο του Εσπερινού της Πεντηκοστής).

Σημείωσης: Το τεύχος αυτό διανέμεται δωρεάν προς παρηγοριά καί στήριξη θλιβομένων συνανθρώπων μας από χρόνιες παθήσεις, από τίς εκδόσεις «Όρθόδοξος Κυψέλη».

Πληροφορίες στο τηλ. 2310.212659 καί σε ώρες κα­ταστημάτων.

 

Αναστάσιος Μ. (1929-2004)

Ό Θεός διάλεξε τους απλοϊκούς πού ό κόσμος θεω­ρεί μωρούς για να καταντροπιάσει τους σοφούς. Καί εξέ­λεξε όσους ό κόσμος θεωρεί ανίσχυρους για να ντροπιάσει τελικά εκείνους πού έχουν κοσμική δύναμη, καί διάλεξε ό Θεός εκείνους πού έχουν ασημή καταγωγή καί τους περιφρονημένους κι εκείνους πού τους θεωρούν τό­σο τιποτένιους σαν να μην υπάρχουν καν, για να καταρ­γήσει όσους θαρρούν πώς είναι κάτι. Καί τούτο για να μην μπορεί να καυχηθεί ενώπιον του Θεού κανείς απολύ­τως.

(Α’Κορινθίους α’, 27)

Τα ανωτέρω αρμόζουν για τον ταπεινό καί πολυβα­σανισμένο, μακαριστό κ. Τάσο, ό όποιος με την έμπρα­κτη πίστη του στον Χριστό, είχε λάβει πολλά ουράνια χαρίσματα. Γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1929 στην Κ………, ένα χωριό μικρό κοντά στην λίμνη

Από μικρό παιδί μπήκε στην βιοπάλη, ήταν ορφανός α­πό πατέρα από την ηλικία των τριών ετών. Στην αρχή ή­ταν τσοπανάκος, μετά στα χωράφια, αργότερα στις οι­κοδομές, χαμάλης σε αποθήκες, καλλιεργητής σε λαχα­νόκηπους, πλανόδιος μανάβης. Όπως έλεγε ό ίδιος σε ηλικία 16 ετών, σκέφτηκε, ποιο δρόμο να πάρη κι από τό­τε, έπεσε στο βήμα του Χριστού, στο Ευαγγέλιο, νιώθο­ντας «σαν επιστρατευμένος». Όταν συναντιόνταν στα βουνά μ’ έναν άλλον πιστό βοσκό τον κ. Νεοκλή, φώνα­ζε ό ένας τον άλλον, σαν σύνθημα καί σαν χαιρετισμό Αγαπάς τον Χριστό; -Ναι, τον αγαπώ! Με την πρώτη ευκαιρία πουλά ένα γομάρι κι αγοράζει μια Καινή Δια­θήκη, άπ’ αυτές πού κυκλοφορούσαν τότε σε παράφραση στην καθομιλουμένη. Αυτό το βιβλίο το έκανε κτήμα του, ώστε να το πονά καί να κλαίει γι’ αυτό. Είχε γίνει τόσο βίωμα του, ώστε όταν μιλούσε ανέφερε πάντα κάτι άπ’ το Ευαγγέλιο, δύο κεφάλαια μάλιστα τα έλεγε με την αργόσυρτη παιδική φωνή του άπ’ έξω: τους Μακαρισμούς από το κατά Ματθαίον, καί από το κατά Ιωάννη το 14ο κεφάλαιο «μη ταράζεται ή καρδιά σας… Πιστέψε­τε εις τον Θεόν καί εις έμέ πιστέψετε… στην οικία του πατέρα μου είναι πολλά οικήματα…». Είχε βαθιά αγάπη για την Εκκλησία, για τίς ακολουθίες της, τα μυστήρια της. Ή λατρεία του Θεού είναι λαχτάρα, έλεγε. Σε ανά­παυε καί μόνο πού τον έβλεπες γιατί μιλούσε το παρά­δειγμα του, πράος, ανεξίκακος, εργατικός, πονόψυχος. Επειδή είχε ζήσει μες στα βουνά από μικρό παιδί, κατα­νοούσε αβίαστα τα χωρία εκείνα, τίς παραβολές ιδίως του Ευαγγελίου πού έχουν σχέση με την αγροτική ζωή κι έδινε με χαριτωμένο τρόπο παραδείγματα άπ’ τη ζωή στη φύση. Διδακτός Θεού, πράγματι, γιατί σχολείο ούτε τρεις τάξεις δεν πρόλαβε να πάει, κι έλεγε πράγματα πού νόμιζες πώς είχε διαβάσει πατέρες της Εκκλησίας ενώ αυτός το μόνο πού είχε διαβάσει ήταν τα τέσσερα ευαγ­γέλια άπ’ την παλιά, φθαρμένη μα τόσο αγαπημένη του Καινή Διαθήκη. Μα δεν έλεγε μόνο, αλλά καί τα εφάρ­μοζε στην πράξη με την βοήθεια της προσευχής. Έλεγε, αχ Θεέ μου, καθάρισε με από τα κρύφια κι άθελα μου, πού βρίσκεται στον 18ο Ψαλμό, (εκ των κρύφιων μου καθάρισαν με) αλλά καί στο Γεροντικό: «Κύριε, εκ των κρύφιων μου καθάρισαν με για να μην ντροπιάζομαι στην προσευχή μου».

Στα σαράντα του χρόνια τον βρήκε το «ζάχαρο» πού το έλεγε ευλογία. Δέχτηκε την αρρώστια αυτή με τίς πολλές επιπλοκές σαν έναν απαραίτητο σταθμό στην ζωή του. Δεν διέκοψε την εργασία του, παρά την ειδική αγωγή (ινσουλίνες, δίαιτα σχετική, συχνούς εργαστηριακούς ελέγχους), αντιθέτως, δούλευε ως τα 67 χρόνια του σκληρά, με την τσάπα, το φτυάρι, τα ποτίσματα στους μπαξέδες πού νοίκιαζε, γιατί δεν είχε χωράφια δι­κά του. Όταν γινόταν ή σοδειά, γυρνούσε στο χωριό με το κάρο κι αργότερα μ’ ένα χειροκίνητο καροτσάκι με τρεις ρόδες καί διαλαλούσε, με την αθώα παιδιάστικη φωνή του, την μαναβική του. Πάντα έβαζε στη σακούλα του αγοραστή περισσότερα άπ’ οσα ζύγιζε, χώρια πού πήγαινε σε αναγκεμένους κι άφηνε κρυφά τα καλύτερα άπ’ τα προϊόντα του μόχθου του. Έπαθε πολλές φορές κώμα από υπεργλυκαιμία καί το αντίθετο από υπογλυκαιμία, με νοσηλείες σε νοσοκομεία. Λόγο διαβητικής αγγειοπάθειας έπαθε γάγγραινα στο αριστερό πόδι πού είχε συνέπεια να του το κόψουν κάτω άπ’ το γόνατο, ενώ σε λίγο τυφλώθηκε, λόγω διαβητικής αμφιβληστροπάθειας. Έτσι καθηλώθηκε, έγκλειστος τα τελευταία 7 χρόνια της ζωής του στο δωμάτιο του «μόνος μόνω Θεώ», μετακινούμενος μόνο μέσα-στο σπίτι μ’ ένα ανα­πηρικό καροτσάκι, ενώ καί στο άλλο πόδι εμφανίστη­καν έλκη, οιδήματα, μελανά δάκτυλα από γάγγραινα, πού του έφερνε πόνους. Κάποτε ένιωθε σαν να του πριο­νίζουν το πόδι, ενώ δεν έλειπαν οι πόνοι καί στο ακρωτηριασμένο – αυτό πού ονομάζεται ιατρικώς «φά­ντασμα μέλος». Όταν όμως τον ρωτούσες τι κάνει, έλε­γε, καλύτερα εδώ μέσα, ίσως άμα ήμουν στο πλατάνι, στην πλατεία, να αμαρτανόμουν. Κι έτσι, στην ησυχία, έφτανε στην απαραίτητη γι’ αυτόν αυτοσυγκέντρωση καί στην πιο αγαπημένη του ενασχόληση, την προσευ­χή, πού τον τραβούσε σαν μαγνήτης.

Προσεκτικός στα λόγια, ποτέ κατάκριση, αυτός πού τόσα χρόνια είχε να βάλει γλυκό στο στόμα του, ποτέ δεν έβγαλε λόγο πικρό για κάποιον ή να ρίξει κάπου μια σκιά, κι όλα αυτά αβίαστα χωρίς να σου δίνει την εντύ­πωση ότι αυτολογοκρίνεται ή κάτι άγνωστο εντελώς σ’ αυτόν, να υποκρίνεται. Λες κι είχε ύπ’ όψιν του τίς συμ­βουλές του Άποστ. Παύλου στον Τιμόθεο καί στον Ή- το, πού δεν τίς είχε διαβάσει: «να έχεις νίψη σε όλα, κακοπάθησε, κάμε έργο Ευαγγελιστού, να είσαι άμαχος, ε­πιεικής, πράος». Τα πρωινά άκουγε, (από τότε πού στα­μάτησε να δουλεύει, γιατί προηγουμένως ξυπνούσε άπ’ τα χαράματα) από τον σταθμό της Λυδίας το συναξάρι του αγίου της ημέρας καί ακούγοντας το ήταν σε κατά­νυξη καί περισυλλογή. Δες πώς είναι ή πίστη μας ζωντα­νή, έλεγε, καί στο τέλος ακούγοντας το τροπάριο του α­γίου, χαιρόταν. Χαρμολύπη!

Τους τελευταίους μήνες της ζωής του ήρθαν απανω­τές οί επιπλοκές της χρονιάς πάθησης του κι έγιναν πολλές εισαγωγές σε πολλά νοσοκομεία: πνευμονικό οί­δημα με ορθόπνοια βασανιστική, στηθαγχικές προσβο­λές, εμφράγματα σιωπηλά καί φανερά, καί από κοντά α­φόρητοι πόνοι στο γαγγραινιασμένο πόδι, με το ζάχαρο να απορυθμίζεται συχνά, τρυπημένος πόσες χιλιάδες φορές για τίς ενέσεις ινσουλίνης, για τίς αναλύσεις, σε ράντζα, σε θαλάμους καί στην εντατική καί από εκεί πού ήταν σοβαρά να αναλαμβάνει πάλι. Χαρακτηριστικά ό διευθυντής μιας καρδιολογικής κλινικής είπε απορώ­ντας, πώς «αυτός είχε μια μη αναμενόμενη βελτίωση». Καί ό κ. Τάσος σαν άνθρωπος πού μπαινόβγαινε σε νο­σοκομεία, με φορεία καί ασθενοφόρα, είχε βέβαια τα ση­μάδια της κόπωσης, την έγνοια ότι κουράζει τους άλ­λους, μια πού εξαρτιόταν στις κινήσεις του, όμως στο πρόσωπο του, στην συμπεριφορά του, ήταν έκδηλος ό καρπός του Αγίου Πνεύματος: αγάπη καί ενδιαφέρον για όλους, πίστη, ανεκτικότητα, υπομονή, εγκράτεια. Εγκράτεια σε όλα, στη γλώσσα, στην τροφή του πού στην περίπτωση του ήταν κυριολεκτικά καί το φάρμακο του. Τηρούσε τίς νηστείες καί όταν περίμενε να μεταλάβει, όπως όρισε ό ξομολόγος, περίμενε νηστικός ώσπου νάρθει ό παπάς μετά την απόλυση, έβλεπες ότι είχε απόπνοια οξόνης λόγω του διαβήτη, καί περίμενε με πόθο την θεία Κοινωνία πού μ’ αυτήν «παίρνουμε, όπως έλεγε, μερτικό άπ’ τον Χριστό».

Κι αφού καθαρίστηκε σαν το χρυσάφι στο καμίνι των θλίψεων με την υπομονή, έφτασε τίς τελευταίες ήμε­ρες της ζωής του να λέει: «Αχ Θεέ μου, σώσε με! Αχ Θεέ μου, συγχώρεσε με! Δώσε μου δύναμη καί κουράγιο τ’ όνομα σου να ‘χω στην καρδιά μου. Αχ! τίποτα δε θέλω άλλο…… Καί τίς επόμενες ημέρες δεν παρακαλούσε για τον εαυτό του αλλά έλεγε με φωνή ικετευτική, σαν σε παράκληση, ενώ το ίσο το κρατούσε ό βόμβος άπ’ το μηχάνημα πού του έδινε οξυγόνο.

-Αχ Θεέ μου, σώσε την ανθρωπότητα.., Θεέ μου σώσε την ανθρωπότητα…, σώσε την ανθρωπότητα… καί νόμιζες ότι βρισκόταν άλλου…

Καί τώρα, εκεί πού βρίσκεσαι, αγαθέ καί χαριτωμέ­νε κ. Τάσο, στην ουράνια αγαλλίαση, εσύ πού δεν γνώ­ρισες μάταιες χαρές του κόσμου τούτου, αλλά τίς δωρεές της χάριτος, αιωνία σου ή μνήμη….

Λίγα βιογραφικά

Ό κ. Τάσος (Αναστάσιος) Μ. γεννήθηκε το 1929. Το 1932 πέθανε ό πατέρας του σε ηλικία 37 χρονών από «πούντα». Ή καταγωγή του ήταν από στο Σχολάρι της Θράκης. Ήταν θεοσεβούμενος καί είχε αγοράσει από έ­να μετόχι την εικόνα των Αγίων Αναργύρων καί την έ­φερε στην εκκλησία του χωρίου. Ή μητέρα του ήταν κι αυτή Θρακιώτισσα από το Νηχώρι, κοντά στην Ραιδε­στό, γέννησε 6 παιδιά. Όπως αφηγείται ό ίδιος, «Από μικρός πέρασα μαρτύρια. Ήμουν έως 2 χρονών, αβράκωτος, με φουστανάκι τότες μας είχαν, καί πήγα κι έπεσα πάνω στην πυροστιά. Τότες νέ φάρμακα… νέ τίποτα… Με πρακτικά να με γιατρέψουν! Επειδή είμασταν 5 ορ­φανά, εμένα το τελευταίο μ’ έδωκαν για υιοθεσία σ’ ένα διπλανό χωριό. Ήμουν δίδυμος μ’ έναν αδελφό μου πού γεννήθηκε πολύ ζωηρός, μπαμπάτσικο μωρό λέγανε, ενώ εγώ ήμουν σα ψοφίμι, ζαλίμι με έλεγαν! Εκείνο το βύζαι­ναν, εμένα μ’ είχαν παραπετάξει, μα ό πατέρας με λυπό­ταν καί μου ‘δινε λίγο λαδάκι με ζάχαρη. Περιφρονημέ­νος ήμουν από μικρός. Καί πεθαίνει εκείνο το κατάγερο καί μνήσκω εγώ! Γι’ αυτό να λέμε πόσος ντουνιάς πέρα­σε άπ’ αυτήν την γης, τι ‘ναι τα χρόνια, σα μια μέρα, σαν ένα κύμα… Να λέμε ήμαρτον, συχώρεσε μας Κύριε, χορτάρια είμαστε. Μ’ έδωκε ή μάνα μου ένα κομμάτι πί­τα, είχε το ταψί μπροστά εκείνη την ώρα, καί έγινε ή υιοθεσία! Δυόμισι χρονών να ‘μουνα τότε πού με έδωκαν ορφανό σε ξένα χέρια…

Με πήρε σα κουτάβι με κλειστά μάτια ό πατριός να με πάγει στο άλλο χωριό. Με πήγε κατευθείαν στο καφενείο. Εκεί μέσα 4-5 καρέκλες κι εγώ ούτε να κλάψω, να παραπονεθώ κι έλεγε ό πατριός μου στον κόσμο εκεί μέ­σα πώς με πήρε για παιδί του. Μετά με πήγε στο σπίτι του. Δεν είχαν αυτοί παιδιά. Με δείχνει την γυναίκα του, αυτήν θα λες μητέρα, έμενα θα με λες πατέρα. Ναι;  Ναι! Αυτή όμως ή γυναίκα του ήταν σα τσαγκάδα (προ­βατίνα πού όταν γεννά δεν παίρνει κοντά τα αρνάκια της). Με χτύπαγε αλύπητα, για σκοτωμό. Από το ξύλο, μια μέρα βάφτηκαν τα σανίδια της παράγκας όλο αίμα. Ύστερα από λίγο έφτασε αυτός. -τι ‘ναι; -Μ’ έδειρε ή μάνα! Τότε κι αυτός άρχισε να δέρνει αυτήν. Ώσπου με τα πολλά κάτι γειτόνοι ειδοποίησαν τη μάνα μου, θα σκοτώσει αυτή το παιδί, τρέχα! Κι ήρθε καί μ’ αρπάζει αβράκωτον, κρυφά, άπ’ την αυλή. Την άλλη μέρα ήρθε αυτός για να με ξαναπάρει μα οί δικοί μου μ’ έκρυψαν.

Όλη ή ζωή μου γεμάτη είναι με θαυμαστά, από τότε πού ήμουν τσοπανάκος μέχρι καί τώρα. Τα σπίτια μας ήταν παλιά, τούρκικα, σαν αχούρια. Με λάσπη καί κο­πριά για ντουβάρια, με άχερο μέσα, με ραγάζια (καλά­μια), πλεγμένα σάζια. Τότε ή ζωή ήταν απλή. Παλιά ό κόσμος μ’ ένα παραμύθι το βράδυ κοιμόταν πολύ ευχαρι­στημένος. Τώρα δε παρηγορείται με τίποτα. Τότε ζούσα­με σαν αγριάνθρωποι, μες στους κινδύνους. Κάποτε ξέχασαν το ποντικοφάρμακο μες στην πινακωτή, παραλίγο να μας ξολόθρευε. Καί τι τρώγαμε… κατσαμάκι (καλαμποκίσιο αλεύρι), σαμόλαδο με ζάχαρη, σα χαλβάς ή­ταν. Μικρό μ’ έστελναν με τα γουρούνια στο βάλτο, μες στα μπαντάκια ( = λάσπη). Εκεί έπινα θολό νερό βροχής καί κάποτε πού δεν είχα ποτήρι, έβαζα το παπούτσι μου μέσα στις  λακκούβες καί έπινα… Πάσχα μόνο είχε κρέας, μετά άμα σφάζαμε κάνα γουρούνι, είχε λίγδα, τσιγαρίδα, καβουρμά, κι αυτά λιγοστά. Κάποτε τρώγαμε καί χέλια από τη λίμνη. Τα φρούτα μας ήταν τα γκόρτσια (άγρια απίδια), τίποτα βατόμουρα, σταφύλια… Μες στις βατσινιές σαν αλεπούδες μεγαλώνα­με… Ξυπόλητα μες στα μπαντάκια. Μια μέρα, καμιά15αριά χρονών  θα ‘μουνα, βάλαμε τα γουρούνια μες στη λίμνη καί μένα, μ’ έπιασε ύπνος, κόβω ένα κομμάτι κα­λάμι, το βάζω όρθιο για να φυλαχτώ άπ’ τον ήλιο καί πέ­φτω καί ξαπλώνω με το κεφάλι μου πάνω στο χέρι’ όταν σηκώθηκα είχε πρηστεί καί μαύρισε το χέρι, πόναγα, τρόμαξαν να το γιάνουν….

Παιδική ηλικία

Τότε σα τσομπάνης 130 πρόβατα είχα… Ό τσομπάνης δεν κοιμάται, σαν τον Χριστό αγρυπνά. Όταν θελή­σουν για να φύγουν τα πρόβατα, βάζουν το κουδούνι τους κοντά στο λαιμό καί δεν ακούγονται καί ξεμακραίνουν… Τα βάζει έτσι ό σατανάς για να τα φάει ό λύκος. Άμα σκαρίσουν, πάνε προς τα πάνω. Ένα βράδυ κοιμό­μουν κι αυτά έφυγαν. Δίνω μια σκουντιά στον γέρο δίπλα μου καί τραβώ κατά πάνω τροχάδην. Άμα ό λύκος αρπάξει την προβατίνα, την αρπάζει άπ’ το λαιμό, την βαρά με την ουρά καί φεύγουν….

Όταν έγινα 16 χρονών σκέφτηκα ποιόν δρόμο να πά­ρω της αρετής ή της κακίας; Γονάτισα κάτω, θυμήθηκα τι μας έλεγε ό δάσκαλος. Κι από τότε, αυτή ή κατάστα­ση δεν μ’ αφήνει.

Εγώ είχα μεράκι στα πρόβατα καί στην προσευχή. Με πιάνει μία συγκίνηση καί θρηνώ καί οδύρομαι για το πιστεύω. Γιατί το πιστεύω είναι ένα σχοινί πού μας κρατά καί προσπαθεί να μας το κόψη ό πειρασμός.

Από 4 χρονών σαλάγιζα τη στρούγκα. Είδα πολλά: είμαστε μουρντάρικο μελέτι, στην Αλβανία σφάζαν μο­σχάρια….

Πήγαινα στα γουρούνια, από 6-7 χρονών, κρύο, χειμώνας, έτρεμα άπ’ την παγωνιά, τι να κάνω; πήρα μια σφεντόνα, έριξα σ’ ένα πουλάκι, έτσι πού ήταν παγωμέ­νο, το ‘ριξα κάτω. Όταν ήμασταν μικρά, τρώγαμε όλοι, δίχως πιάτα, μέσα άπ’ το ταψί, κατσαμάκι δίπλα άπ’ τη φωτιά. Από μικρός όλο με γέρους ήθελα να μιλώ, ότι ά­κουγα το κέρδιζα μέσα μου….

Δεν γνώριζα τι θα πει κούραση. Έμπαινα σε ρεμα­τιές, φορτωνόμουν ξύλα καί τα ανέβαζα με την πλάτη. Ό βοσκός σα βραχεί το πρωί, το βράδυ θα στεγνώσουν τα ρούχα πάνω του.

Μικρό παιδί, άφοβος ήμουν. Μια σκύλα με δάγκασε βαθιά, μου ‘βγάλε κομμάτι. Το τύλιξαν με μια πατσαβούρα. Να το σημάδι….

Θα ‘μουνα καμιά 6-7 χρονών, όταν συλλογιόμουν κι έλεγα μόνος μου, πώς θα χαθούμε; πώς θα σβήσουμε; Αυτό πού πιστεύω, με σκέπαζε… Φτωχός ήμουνα καί έ­καμνα όλες τίς δουλειές, γεωργία, ζώα καί λοιπά…

Μετά άπ’ τη δουλειά, όταν θέριζα, δεν έτρωγα. Όταν αρρώστησε κάποτε ή γυναίκα μου καί χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο, έπαιρνα τα παιδιά, τα πήγαινα σε μια αποθήκη πού δούλευα καί τ’ άφηνα εκεί στα ντουβάρια καί εγώ στοίβαζα χαμάλης 120 οκάδες στην πλάτη….

Μικρός κοιμήθηκα πάνω σε φίδι. Όταν φυτρώνουν τα καλαμπόκια πάνε οί κάργες καί τρώνε το σπόρο καί εκείνο ξεραίνεται. Ε… κοιμόμουν καί ‘γώ καί ήταν μισοπαραχωμένη μια οχιά στο χώμα’ κοιμόμουν πάνω. Ή οχιά δε χαρίζει. Έναν χωριανό μας, ήταν στο κάρο πάνω κι από κάτω του δίνουν ένα δεμάτι, να σου ένα φίδι, τον τσίμπησε, μέχρι να τον φέρουν έλιωσε. Μην πατή­σεις λοιπόν φίδι, το ‘χει για προσβολή, γιατί έχει εγωι­σμό. Σαρντίζεται πάνω σου… Έμαθα για τα ζώα πολλά. Ό λύκος άμα είναι γλυκαμένος, αν έχη φάει ανθρώπινο κρέας, θα ορμήξη… Παραφυλάει πότε το μουλάρι θα το πιάσει ύπνος να ορμήξη.

Ό πισινός του μουλαριού, σα βυζούνι πετιέται, άπ’ εκεί το αρπάζει… Ενώ το άλογο άμα το ορμήξουν, φυσάει, φεύγει. Κάποτε πού ήμουν τσοπανάκος, καμιά 9 χρονών, βλέπω ένα τσακάλι να ορμά πάνω στο μουλάρι, να το κρατά, να το σκάση. Ό άνθρωπος είναι το πιο θη­ρίο, γιατί λέει, κατακυριεύσατε τη γη, έτσι είπε ό Θεός. Το γελάδι δε φοβάται τίποτα. Γι’ αυτό ό θάνατος είναι μια μύγα, νταβάνι. Άμα το τσιμπήσει κι άμα το τρυπήσει, σηκώνει την ουρά καί τρελαίνεται. Ή αλεπού πάλι μαγνητίζει τίς κότες. Οί κάργες κάνουν βόλτες κι αρπά­ζουν σπουργίτια.

Δεν φοβόμασταν τίποτα μικροί, ότι καί ν’ ανταμώ­ναμε. Μέχρι πού απολύθηκα κι ακόμα δυο χρόνια ήμου­να τσοπάνος, μετά καπνά, κι υστέρα πήγα με μαστό­ρους.

Σχολείο πήγα τρεις τάξεις, καί κείνο, μια τάξη δεν πήγα γιατί ήμουν πολύ άρρωστος, έβηχα, έξι μήνες άρ­ρωστος. Ό δάσκαλος μας ήταν πολύ αυστηρός, μας έ­δερνε. Όμως μετά, όταν γέρασε, μας μάζευε κάτω άπ’ το πλατάνι κι έλεγε ιστορίες. Μια μέρα μας είπε την ιστο­ρία του Δαβίδ, πού ήταν τσοπανάκος, και πώς έγινε βα­σιλιάς κι ή στολή του είχε όλα τα χρώματα της γης. Πολλές ιστορίες μας έλεγε από την Βίβλο. Μας είπε κά­ποτε και για τον αδελφό του πού έπαθε μελαγχολία και πώς του είπανε να λέει το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με….

Δε φοβόμουν… Καμιά δέκα χρονών θα ‘μουν, με στέλ­νουν μεσάνυχτα να πάω ψωμί στη λίμνη πού ‘χαν τα γουρούνια. Μόλις ξεφούρνισε το ψωμί, φορτώνω στο γαϊδούρι τα γκιούμια με το νερό, το ψωμί καί πάω στους τσομπάνους μόνος μου…

Μετά άρχισε ό πόλεμος, 10 χρονών, πού ήμουν. Μ’ ά­ρεζε να μιλάω με γέρους, ότι άκουγα άπ’ τους μεγάλους το άρπαζα. Ό,τι άκουγα γινόταν προίκα μου.

Το ’44 μας έκαψαν τα σπίτια στο χωριό.

Έρχονταν το τραίνο με Γερμανούς, Βουλγάρους, έκαναν ενέδρα οί αντάρτες, πιστόλια ακουγόταν σα βατρά­χια, χαλασμός! Ή μηχανή ξεκλείδωσε καί έφυγε, τα βαγόνια έμειναν. Μετά οί Γερμανοί, για εκδίκηση, γκρέμι­σαν την σκεπή στο σχολείο καί έκαιγαν τα σπίτια. Εγώ έβαλα ένα καπέλο στ’ αυτί μου, οί σφαίρες σφύριζαν, καί πετάχτηκα σ’ ένα χαντάκι. Μετά φύγαμε στα βου­νά… Εκεί ένα βράδυ με λέει ό αδελφός μου, δεν πάς στο χωριό μας μήπως βρεις ψωμί; Πάω! τι ήμουν, 14 χρονών! Βλέπω ένα φως, ζητάω λίγο ψωμί, με δίνουν καί ντομά­τες καί παίρνω κάτι ρεματιές, δεν ήξερα που θα βρεθώ, αλλά δεν ήξερα τι θα πει φόβος καί βάζω μια φωνή ‘Έεε Φωτάκι! Άκουσα φωνή, με την φωνή πήγα πάνω!

Όταν κατεβήκαμε άπ’ το χωριό στην Μ……………… , ήμουν καμιά 35 χρονών, δούλεψα με μαστόρους, χτίζαμε σπίτια. Ένα αφεντικό έβριζε πολύ, όλο φώναζε, μέχρι καί κλέ­φτη μ’ έλεγε καί συνέχεια ό θάνατος σου ή ζωή μου, φώ­ναζε κι εγώ να κουβαλάω τους ντενεκέδες με λάσπη στον ώμο. Τα ‘βαζε με μένα, όμως τα έβαζε με τον αναμάρτητο Χριστό… βρισιές! Θα έσκαζα αν νευρίαζα, όμως εγώ δεν ήξερα τι θα πει θυμός, δεν ήξερα να παρεξη­γηθώ, δεν σχολίαζα, δεν κατέκρινα. Όταν τελειώναμε δεν έλεγε ούτε ένα ευχαριστώ, μα εγώ δεν τον έκρινα στους άλλους. Μια μέρα, όταν ρίχναμε την πλάκα, έψη­σε ένα αρνί καί μου έλεγε, έλα να φας, μα εγώ δεν έτρω­γα γιατί ήταν Παρασκευή, εγώ ελιές… Από τότε πού δεν έφαγα αρνί μ’ έβαλε πιο πολύ στο μάτι… βρισιές! Ήξερε ότι είμαι απείραχτος κάκου κι όμως… Πώς ήρθαν όμως τα πράγματα, σα πέρασαν τα χρόνια, ένας δικός του…., ήλθε μετανιωμένος καί άρχισε να ρωτά για το Ευαγγέλιο καί την Εκκλησία καί γύρισε στο πιστεύω….

Για την περιφρόνηση καί τους πειρασμούς

Ό κ. Τάσος για να διαθέτει στον κόσμο τα ζαρζαβατικά του στεκόταν έξω από μαγαζιά ή στις γωνίες ή προ- χωρούσε μ’ ένα καροτσάκι φωνάζοντας με την χαριτωμέ­νη, σαν παιδική φωνή του, ελάτε, πράσα, σέλινα, ντομά­τες!

Άφηνε να διαλέγουν ότι ήθελαν όσοι αγόραζαν κι από πάνω έβαζε στη σακούλα κι αλλά. Μια μέρα, μια γυναίκα αγόρασε μελιτζάνες. Μεγάλο βάρος το είχε, ό­ταν τον ξαναείδε καί του είπε ότι ήταν σποριάρικες, αυ­τός της έβαλε αλλά κηπευτικά καί το είχε για αμαρτία του. Μια άλλη γυναίκα επειδή «ζουλούσε» τίς ντομάτες για να διάλεξη καί της είπε ευγενικά, τι θα γίνη αν όλοι κάνουν έτσι, τον άρχισε τίς φωνές, εσείς μόνο με τους μεγάλους σταυρούς κ.τ.λ. Μια άλλη κάποτε πού πουλού­σε κουκιά, έξω από το μαγαζί της (άσχετο με μαναβική) τον έδιωξε με φωνές…. Φύγε άπ’ εδώ! Κι αυτός; Φρόντι­ζε κρυφά, σ’ όσους την αδικούσαν να αφήνει έξω από τη πόρτα τους τα καλύτερα, τα πιο φρέσκα λαχανικά… Έλεγε: Το στόμα των ανθρώπων είναι σαν ηφαίστειο. Όμως όπως λέει, αλλοίμονον σας, αν πούνε καλά για σας λόγια.

Όμως καί όταν παλεύεις με την αδικία, πίσω, μπρος, πίσω, μπρος, σε σακατεύει….

Μ’ έναν πιαστήκαμε σε λόγια, γιατί ράντισα το χω­ράφι, καί χωρίς να ξέρω ψόφησαν κάτι κουνέλια του, κι ήθελα να συχωρεθώ… Πάω καί του αφήνω τα καλύτερα άπ’ τη σοδειά, στα κρυφά.

Είναι μερικοί πού μάθανε μόνο να παίρνουν καί να μην αναγνωρίζουν την καλοσύνη.

Μια μέρα γυρνούσα με το κάρο άπ’ το χωράφι καί 3 παιδιά, μεγάλα, για στρατό, μ’ έφραξαν το δρόμο καί με κορόιδευαν: μπάρμπα ή κοπριά αγοράζεται; Ε…. ό κό­σμος είναι ένας αναβρασμός….

Είναι αυτό πού λέει, μίσησαν με δωρεάν. Όμως τίς προσβολές μόνο ή προσευχή τίς διαλύει. Λιώνει την α­δικία. Εάν είναι θλιμμένη ή προσευχή μου, θα πάθουν κακό, γι’ αυτό θέλει προσοχή να μην ριζώσει το μίσος μέσα σου. Όχι. Άμα πέσω σε θλιμμένη προσευχή θα πά­θη ό άλλος ζημιά. Όχι να κάνω ζημιά στον άλλον. Έρχομαι σε απαρηγόρητη προσευχή καί πέφτω στο ήμαρτον, ζητώ μια παρηγοριά, συχώρεση….

Αν μ’ έρθει περιφρόνηση, θεωρώ τον εαυτό μου α­μαρτωλό, καί αρχίζω, συχώρεσε με Κύριε, συχώρεσε με….

Το να ρωτάς γιατί βρίσκεσαι στο χάος. Δεν βρίσκεις άκρη. Ισότητα μόνο στον θάνατο. Όλα είναι σα μια μέ­ρα. Καί 100 χρονών να γενείς, σαν χθες να ‘ρθες στον κόσμο. Οί ελπίδες μας να πέσουν στην άλλη ζωή, την αιώνια. Εάν μας λυπηθεί ό Θεός, εκεί δεν έχει τέλος.

Δεν βλέπω ποια καλοσύνη έκανα εγώ, βλέπω πότε πλήγωσα αυτό το Φως μπροστά μου. Γιατί κι εγώ μέχρι 16 χρονών έκανα πολλές αταξίες παιδικές (θυμόταν σαν μεγάλο παράπτωμα του πού πετούσαν κάτι γάτες από κά­τι Παλιά τούρκικα σπίτια καί πέφτανε αυτές καταγής).

Όλους να τους βλέπουμε καλούς, να παρακαλάμε για όλους. Δεν θα κάνεις κτήμα το κακό.

Πολλοί πιστεύουν στον Μαμωνά. Θέλουν να κερδί­σουν άκοπα δίχως κούραση. Έφυγε όμως ή ευλογία. Γιατί, λέει, με τον ίδρωτα να βγάζεις το ψωμί σου. Όχι να βγάζουν πολλά λεφτά άκοπα. Αυτοί θέλουν αιχμάλωτους στο συμφέρον.

Εμείς δεν θα κάνουμε κακό σ’ όσους μας κάνουν κα­κό γιατί μετά θα το έχεις «κανόνα» για όλη σου τη ζωή, θα ‘ναι αυτό εμπόδιο στην προσευχή. Αστούς, επειδή εί­ναι αυτοί στη λάσπη, θέλουν να τραβήξουν κι εσένα προς τα κάτω. Εμείς χρωστάμε να αγαπάμε όλους.

Καί άπ’ τους Χριστιανούς έχει το μερτικό ή κακιά ώρα. Ό άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Τον νταλαμπέρνει ό λογισμός, άμα φωλιάζει μέσα σου καί σε κάνει κτήμα του….

Δεν θα κάνης κτήμα το κακό. Δεν θα το καλλιεργήσεις. Ή μοχθηρία είναι απιστία. Άμα πιστεύεις, συγκρα­τιέσαι σε κάποια λογική. Αν κάτι δεν πιάνει τόπο… θάψτο το κατηγόριο. Απαγορεύεται αυστηρά.

Τον εχθρό μας να τον φέρνουμε στο ύψος καί εμείς στα πόδια του να παρακαλούμε τον Θεό να τον συχώρε­ση να δίνης εκτίμηση στον εχθρό. Στο ύψος να τους βά­λουμε καί μείς στα πόδια τους να είμαστε των εχθρών μας. Το πιστεύω μας δεν είναι αέρας, θα πει να μη χαλάσεις την καρδιά του άλλου. Όσο πιστεύεις στο Θεό τόσο δεν θέλεις να χαλάσεις την ψυχή του άλλου. Δεν λέει προσευχηθείτε για όσους σας κατατρέχουν; Αν σ’ έλθη φώτιση να πεις αχ, Θεέ μου! Θα πόνεσης καί θα κλάψεις για το Ευαγγέλιο.

Έμενα με κύκλωσαν αδικίες κι έκανα προσευχή. Ό­ταν έβλεπα αδικία καί δεν μπορούσα να τη σταματήσω γονατούσα καί φώναζα συχωώωωρεσέ με Κύριε… Έτσι με περνούσε ή στεναχώρια… Γιατί οι προσευχές φτά­νουν επάνω. Οί προσευχές τα πάντα τα λιώνουν, κι αμέ­σως προλαβαίνει ή καλοσύνη του Θεού. Α! πού να σκά­σης τρανέ σατανά! Αν με φερθούν άσχημα, να πέσω στο ήμαρτον. Αν το αφήσω θα με κάνει ζημιά. Αν ένας με φταίξει τον παρουσιάζω σ’ ένα κλοιό προσευχής. Με την προσευχή τα διαλύεις όλα. Εάν μαλώσω με κάποιον χάνω την καλοσύνη του Θεού. Να μην χαλάσεις καρδιά ανθρώπου, γιατί σε παρασέρνει ό πειρασμός. Όσο λα­τρεύεις τον Θεό, τόσο να τιμάς καί τον άνθρωπο. Ή ανταπόκριση του ανθρώπου είναι στις δυσκολίες, είναι ή υπομονή, …. Έχει ανθρώπους πού κλαίνε γιατί δεν αρ­ρωστάνε.

Τα Παλιά χρόνια ήξερες τον αντίθεο. Τώρα δεν τον γνωρίζεις. Άμα βγεις έξω καί μιλήσεις όλοι θα σε περι­λάβουν. Θέλει τα δικαιώματα του ό Σατανάς ανέκαθεν ήταν έτσι.

Άκουγα ειρωνείες καί στη δουλειά πού έκανα καί στην πλατεία όταν καθόμουν βρε τον κοιμισμένο, άκου­σα να λεν για μένα, μα εγώ δεν ήξερα να παρεξηγηθώ. Με έλεγαν, γιατί δεν γλεντάς, γιατί δεν γυρνάς; Εγώ σαν άνθρωπος πήγαινα σε γιορτές μα δεν ήξερα άλλα, καί τους λέω μια φορά βρε σεις, είδατε στις εικόνες κάνα Άγιο να γελάει;

Κάποτε ένας δίχως να με ακούσει τι θα τον έλεγα, φώναζε: Ου ου ου… καί κάνετε καί μεγάλους σταυρούς! Κάποτε ή δύναμη του πονηρού κυριαρχεί. Άμα όμως μπούμε στην κοινωνία όπως σκέφτονται αυτοί, θα φύ­γουμε οπωσδήποτε από το Ευαγγέλιο. Εμείς να πι­στεύουμε σ’ αυτό καί θα είμαστε οί πιο θεραπευμένοι. Να μην πεις ποτέ ότι έχασα το δίκιο μου, γιατί θα σε ντελαπάρη. Άμα φωλιάσει μέσα σου το γιατί, να χάσω το δίκιο μου, γίνεσαι άλλος άνθρωπος, φεύγει ή χάρη. Εμείς στόχο το Φως θα έχουμε. Αυτό είναι ή καλύτερη περιουσία. Όλα να τα Λιώνει ή προσευχή. Είναι προσω­ρινή ή κυριαρχία του σκότους, δεν έχουν φως αυτές οί δουλειές. Μεγαλύτερη περιουσία είναι να μείνουμε στον Χριστό με υπομονή, να μην διαλογιζόμαστε. Τότε είσαι ό πιο ευτυχισμένος άνθρωπος.

Πάντα παραπέφτουμε όταν μιλάμε. Μια φορά στο χωριό, μια νευρικιά πολύ γυναίκα μάλωσε καί μας έ­σπασε με πέτρες όλα τα τζάμια. Ήρθε ή αστυνομία καί ρώτησε, να κάνουμε μήνυση; Όχι είπα. Θα πας στην α­στυνομία μόνο αν είσαι κάνας δεσπότης καί σε παίρνει το κύμα, μαζί με παπάδες, για κάτι πού γράφουν, τότε Ναι, αλλιώς όχι για τον εαυτό σου. Εσύ αποστραφήτω, πού λένε, μ’ ένα κρύο χαμόγελο καί θα πάς μακριά….

Αυτοί πού πίστεψαν στον Σατανά είναι θολωμένοι, τους βοηθά με σατανικό φως, τους εξυψώνει. Με σατανι­κές ενέργειες κάνουν διαφώτιση, να διεγείρει την ανθρω­πότητα στο σκότος. Δεν έχουν φώτιση. Από που να έ­χουν φώτιση; Άπ’ την παραλογία; Ενώ οί άλλοι είναι φωτισμένοι από «άνωθεν». Μην συνερίζεσαι με τον κό­σμο. Ή αυστηρότητα όμως απαγορεύεται. Αλλιώς έχεις αιμοβορία μέσα σου. Κάνε κάποτε ότι δεν γνωρίζεις τί­ποτα, γιατί που θα βρεις άκρη αν μπλεχτείς με γλωσσο­φαγιά;

Τώρα ό κόσμος είναι χωρίς θεμέλια, από κάτω προς τα επάνω είμαστε σε μια ομίχλη όλοι μας. Όποιος φω­νάζει όμως βοήθεια, θα σωθεί. Ό Χριστός είναι επανάστάση καλοσύνης. Ό κόσμος πίστεψε στο χρήμα και στον σαρκικό ερωτά. Ή πίστη στον αναμάρτητο Χριστό μόνο θα μας σώσει.

Άμα ρθεις σε λόγια με τον κόσμο, ζαλίζεσαι και δεν μπορείς να προσπέσεις σε προσευχή να, πώς βάζεις νε­ρό μες στο φαγητό καί ξανοσταίνει, έτσι δύσκολα να βρεις τα «όστια σου» πάλι.

Καμιά φορά στον ύπνο βλέπω σκυλιά σα να με δεί­χνουν τα δόντια τους, όλα τα διαλύει όμως ή προσευχή.

Μικρός, όταν ήμουνα, δεν οργιζόμουνα καθόλου ού­τε έβλεπα κακό ή αδικία… Να, ένας πήρε την κομπίνα στο χωράφι του ενώ εγώ είχα πει πιο μπροστά να έλθουν στο δικό μου χωράφι. Αυτοί όμως τον ξεγέλασαν καί πή­γε σ’ αυτούς. Ε… αλωνίζει το δικό τους. Δεν ήλθε στο δικό μου. Το βράδυ εκείνο, όμως, πιάνει ένα χαλάζι, κα­ταστροφή! Εγώ, τι να κάνω; Για να μην φωλιάσει μέσα μου το κακό, πήγα καί θέρισα το χόρτο, αυτουνού δηλα­δή πού με ξεγέλασε, στα κρυφά. Για να μπορώ να τον φέρνω μετά στο μυαλό μου χωρίς κακία. Κι έφυγα, αφού θέρισα το χόρτο τους-, χαράματα μη με δουν.

Μιαν άλλη φορά, ό καφετζής είπε, επειδή, όταν πή­γαινα για ξεκούραση κανένα  απόγευμα στο καφενείο, δεν έπαιζα στα χαρτιά καί δεν παράγγελνα πολλά – πολλά. Είπε λοιπόν ό καφετζής, ε, άμα ήταν όλοι σαν τον Τά­σο, θα πεθνήσκαμε, θα το κλείναμε… τι να κάμω; Πάω, φορτώνω πουρνάρια καί τ’ αφήνω κρυφά έξω άπ’ το κα­φενείο, για τη σόμπα. Δεν του το ‘πα. Χτύπησα με τέτοιο τρόπο τον Σατανά. Όταν κάποιος μ’ έκανε κακό, κοίτα­ζα στα σκοτεινά, να ‘μαι μέσα στο στάβλο μοναχός μου, σκλήριζα, φώναζα με φωνή’ ήμαρτον Κύριε! συχώρεσε με’ κι άλλοτε στα χωράφια, πού δεν μ’ άκουγαν συχωρά με, φώναζα, όπως ουρλιάζει ό λύκος γυρεύοντας βοή­θεια. Αποκηρυγμένος ήμουνα….

Ένα καλοκαίρι πού αλωνίζαμε, με ένα ζευγάρι βό­δια με το δοκάνι, έρχεται ένας στρατιώτης, ντυμένος σαν τους Μάηδες καί μας διατάζει’ ξεζέψτε καί πάτε να θερίσετε το χωράφι του τάδε… Μα, είπαμε εμείς, θέλου­με να λιχνίσουμε. Δεν έχει! μη μιλάς γιατί έχεις δυο α­δέλφια αντάρτες. Εγώ καθόλου δεν είχα ανάμειξη σε τέ­τοια. Μετά με αδικήσανε… Έφεραν ένα χασάπη έμπορα να πάρη τα ζώα καί με λέει’ Λίρες θέλεις ή λεφτά;

Αυτός πού ήταν 38 χρόνια παράλυτος καί τον γιά­τρεψε ό Χριστός, αυτός λένε ήταν πού τον έδωσε το ρά­πισμα, τότε στον αρχιερέα. Όπως το λέει, εάν εμένα έ­διωξαν, καί εσάς το ‘ίδιο. Όποτε να περιμένουμε άπ’ τους ανθρώπους πολλά. Έμενα μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι Άγιοι καί ό Χριστός με τα αίματα στον Σταυρό. Βρήκαν να τον κατηγορήσουν επειδή έκανε καλοσύνες το Σάββατο καί ‘γώ, ακούγοντας το, μ’ ήρθε να πω, βρε το κα­λό μου το παιδί, τόσο πολύ το χάρηκα! Για κάποιον πού τον πρόσβαλε, στεναχωριόταν κι έλεγε’ γιατί να χάση ό καλός Θεός μια ψυχούλα; Τον συνέλαβα στην προσευχή μου, για να μην φωλιάσει κακία μέσα μου….

Τι περιπέτειες είχα καί με το ζάχαρο πού με βρήκε στα σαράντα χρόνια μου!… Θυμάμαι πώς το κατάλαβα… Είχα φάει γλυκό κουταλιού κι’ άρχισα να βλέπω τους ανθρώπους σα σκιές, σαν ένα δάχτυλο του χεριού. Πάμε στο νοσοκομείο, μ’ αρχίζουν ινσουλίνες. Όταν επέστρε­ψα στο χωριό με σταματά ό γιατρός ό αγροτικός, με ρω­τά, καί μ’ αρχίνα στις μούντζες, λέγοντας’ γιατί δέχτη­κες; Καί με πάνε στο Σανατόριο της Καβάλας, όλο φυματικοί. Γράφω γράμμα σπίτι, ελάτε να με πάρετε, πεθαί­νω… Είχα γίνει ελεεινός… Έρχεται ή γυναίκα μου με τον αδελφό της να με πάρουν, στον δρόμο δεν έλεγαν ούτε μια λέξη άπ’ τη στεναχώρια, νόμιζαν πώς θα είχα πεθάνει. Μας δίνουν εξιτήριο και δίαιτα, τι να τρώω… Γυρνάμε σπίτι καί άρχισα να τρώω τυρί, όπως το έπηζαν στην τσαντίλα. Έβαλα βάρος γιατί μ’ είχε πει ένας για­τρός εκεί ότι, αν βάλεις κιλά, πέφτει το ζάχαρο! Κόβου­με την ινσουλίνη καί παθαίνω ένα κώμα καί με τρέχουν στο ΑΧΕΠΑ με το στόμα ανοιχτό. Εκεί μια φοιτήτρια, λέει στην γυναίκα μου, έλα να δής πώς μυρίζει, ή αναπνοή του, σάπιο μήλο. «Οξονάρα»! Κι άρχισα πάλι τις ενέσεις, τίς μονάδες….

Παρ’ όλο πού είχε «ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη» καί δικαιούταν επίδομα από την Πρόνοια, δεν έπαψε να δουλεύει μέχρι το 1998, πού του έκοψαν το αριστερό πό­δι, καί έλεγε γιατί να πάρω επίδομα εις βάρος του κρά­τους, αφού μπορώ να προσφέρω;….

Για την Οικογένεια

Από την οικογένεια να ξεκινά το ηφαίστειο της α­γάπης, γιατί άμα θυσιάζεσαι για τον κόσμο καί δεν υπο­λογίζεις την οικογένεια είναι άχρηστα. Είναι λάθος τε­ράστιο πού μερικοί δεν υπολογίζουν οικογένεια. Εάν κρατάνε αντίθετη στάση προς τον Αναμάρτητο Χριστό τι θα γίνει; Μια μέρα θα πέσουν πάνω του.

Ή γυναίκα τον άντρα της τον έχει κορώνα επειδή εί­ναι άπ’ την πλευρά του. Από κει περιμένει χαρά, τα πά­ντα… Όλες οί γραφές για τον άντρα λένε… μακάριος ό ανήρ ό φοβούμενος τον Κύριο. Την γυναίκα σου να την έχεις σα παιδί. Πώς χαίρεσαι ένα παιδάκι, πάντα έτσι να την έχεις. Άμα κάνη κάτι ό ένας να το ξέρη καί ό άλ­λος, αλλιώς είναι σαν απάτη…

Ή συνέπεια έχει καί τα βάσανα της. Όμως ή δύναμις της καλοσύνης δεν αφήνει. Μεγαλύτερη περιουσία είναι να μένουμε στο Χριστό με υπομονή καί να μη δια­λογιζόμαστε.

Για τα παιδιά να μην βασίζεσαι στις δικές σου δυνά­μεις. Μόνο ό Θεός θα τα προστατεύει εκ θαύματος.

Τώρα είναι μπόσικα τα λουριά – ξώλυτες γυναίκες.

Εύα θα πει ζωή.

Πάντα να επιμένεις για το Θεό στα παιδιά, μια μέρα θα πέσουν εκεί.

Όταν είσαι παντρεμένος να λες ότι, πριν από μένα ό Χριστός το έβαλε αυτό το στεφάνι.

Τα παιδιά να πιάσουν προζύμι πνευματικό από την Δημιουργία του Θεού, τι εντολές έδωσε…

Ξημερώνοντας Τετάρτη καί Παρασκευή καί Κυριακή ό άνθρωπος να είναι καθαρός.

Αν δεν έχουν στο γάμο στόχο για παιδί, μαζεύονται οί σατανάδες καί παίζουν… Ό γάμος είναι ένα επίγειο α­γαθό. Χωρίς όμως τον γάμο είναι μόλυνση. Δεν το θέλει, διότι ή Χριστιανοσύνη προήλθε από παρθενικό βίο. Ή Ελισάβετ καί ό Ζαχαρίας σε βαθιά γεράματα έκαναν τον Άγιο Πρόδρομο, το ίδιο καί ό Ιωακείμ καί ή Άννα. Μεγάλη τιμή θέλει αυτό, να μην το πάρουμε σβάρνα….

Για την εγκράτεια

Αν είσαι πιστός έχεις εγκράτεια. Μετά ένα κήρυγμα οπού ένας μιλούσε κάπως για ελεύθερες σχέσεις, του έ­κανε έντονα παρατήρηση. Ή θρησκεία μας προέρχεται από παρθενικό βίο. Θέλει τιμή. Ή Παναγία παράδειγμα, ό Αγ. Ιωάννης Πρόδρομος….

Όταν μιλάς με γυναίκες να δίνης εκτίμηση όπως ό π. Ζωσιμάς στην οσία Μαρία. Το ελάχιστο πονηρό να είναι, πάει, χαλάει το μέσα σου. Αγνά να βάδισης. Αν προκαλεί ή γυναίκα θα πεις, αν έλθη σαρκική αγάπη θα πέσουμε στο βούρκο. Αν μπει ιδέα, μόνο φρένο πού στα­ματά, είναι ή τιμή.

Ή παραβολή του ασώτου έχει εφαρμογή στον καθέ­να για να λέμε, 30-40-50 φορές το ήμαρτον….

Με τα σαρκικά μοιράζεται ό νους του άνθρωπου. Ό­ταν ένας ριχτή στην αμαρτία, δεν μένει καθαρός, ή καρ­διά δεν είναι καθαρή, αλλά το Ευαγγέλιο λέει, οί καθα­ροί τον Θεόν όψονται. Γι’ αυτό τον σαρκικό άνθρωπο καί κοσμικό όσα καί να του λες δεν πιστεύει αυτός στην Ανάσταση των νεκρών. Ό κόσμος είναι θολωμένος τώ­ρα… Ένας τότε με τον Αλβανικό πόλεμο πήγε καί πόρ­νεψε καί μόλις γύρισε στο μέτωπο ή σφαίρα πήγε σ’ αυ­τόν! Ή αμαρτία τραβά τον θάνατο.

Ή μάνα μας, μας είπε να σταθείτε καθαροί με το στε­φάνι σας, στο γάμο, κάτω άπ’ το Ευαγγέλιο. Όταν ήμα­σταν στην Καλαμάτα, στρατιώτες, ένα απόγευμα είχαμε έξοδο. Μόνος ήμουν κι εκεί πού βάδιζα, να ένας χωρια­νός μου με πιάνει καί με σβάρνα με φόρτσα, σχεδόν να παλεύουμε να με τραβήξει μέσα σ’ ένα τέτοιο σπίτι με γυναίκες. Σου λέει αυτός δεν έχει ζυγώσει σε τέτοια μέ­ρη. Αυτός ήταν μέσα προηγουμένως καί βγαίνει καί αρ­πάζεται καί κρεμάζεται πάνω μου! Με σβαρνούσε να πά­με. Εγώ του λέω, ή μάνα μου είπε θα σταθείτε κάτω από το Ευαγγέλιο σαν λουλούδια. Αύτη τη λέξη άκουσα καί με έφτασε να γλιτώσω. Μόλις το είπα αυτό, εκείνος μ’ άφησε. Καλά πού δεν πήγα. Αν πήγαινα θα μάθαινα, γιατί όσο είναι αθώο το παιδί καί δεν ξέρει από τέτοια, δεν τον τραβά.

Ή μεγαλύτερη πτώση είναι ή πορνεία, καί το μεγα­λύτερο τέχνασμα του σατανά, να παρασύρει τον άνθρω­πο σ’ αυτά. Όμως ή δύναμη καί ή καλοσύνη του Θεού ε­πεμβαίνει. Εκεί πού είμασταν υπέρ αμαρτωλοί, ήρθε ό Χριστός για να σώσει ανθρώπους. Ή Εκκλησία μας βα­σίζεται στον παρθενικό βίο, δες στον Άη-Γιάννη τον Πρόδρομο. Ό διάβολος βάζει όλες του τις δυνάμεις, ό­ταν δη αγνό άνθρωπο, καί τότε ό άνθρωπος λέει Θέ μου σώσε με, καί τον κυκλώνουν τότε μεγάλες δυνάμεις. Άμα πιστεύει, έχτισε το σπίτι του πάνω στην πέτρα αν έχεις πίστη γερή ό άλλος δεν σε παρασέρνει.

Αργότερα, όταν ήταν να απολυθούμε, μας ήλθε από­σπαση, είχαμε διοικητή τον κ, Σωτήριο Κουδουνά καί από Καλαμάτα θα πηγαίναμε στα Σέρβια. Τρία μερόνυ­χτα μέχρι να φτάσουμε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί μείναμε βράδυ στο ξενοδοχείο καί πέσαμε ψόφιοι για ύπνο. Τα μεσάνυχτα ανοίγει ή πόρτα καί μπαίνει μια καί με γαργαλάει στο πόδι. Εγώ δεν άνοιξα τα μάτια μου καί λέω, είμαστε πεθαμένοι στην κούραση, Φύγε! Μ’ άφησε, έφυ­γε. Δεν άφησα τον εαυτό μου να με παρασύρει ή βρωμιά. Δυο καρπούζια δεν πιάνονται με ένα χέρι. Έμ να δουλεύεις, Έμ να γυρίζεις καί τη νύχτα. Παραπανίσια δεν έκανα, να πηγαίνω βόλτες, κι ας με κορόιδευαν πολλοί.

Για την προσευχή

Ό Θεός είναι εύσπλαχνος καί θα μας λυπηθεί, όταν προσευχηθούμε. Ή προσευχή συχωρά όλες τίς αμαρτίες. Μόνο ή προσευχή σβήνει το λάθος. Να εξαγνίσουμε το μόλυσμα. Ήμαρτον Θεέ μου! Γονάτισε καί λυώστο με την προσευχή γιατί θα το σκέφτεσαι καί θα σ’ αρρωστήσει. Όταν πέση στην προσευχή ό άνθρωπος αγιάζει τον τόπο, θα έχη ευλογία το μέρος εκείνο. Μόνο με προσευ­χή ξεκολλά το μίσος των άλλων. Ή αμαρτία είναι υγρα­σία, σαν ομίχλη πού φτάνει στον ουρανό. Σαν παιδί πού φωνάζει την μάνα του, έτσι πρέπει να κάνει. Όποιος ζη­τήσει βοήθεια, θα γλιτώσει. Πονάν τα όστια του (οστέα) όταν μιλάει στην προσευχή. Καί λέει από μέσα του’ τι είπα, πού δεν έπρεπε να το πω; Μας λέει στο Ευαγγέλιο:

«Δεν θέλετε εισέλθετε εκείθεν έως αποδώσετε το έ­σχατο λεπτό. Εάν μη περισσέψει ή δικαιοσύνη σας πε­ρισσότερο από των Φαρισαίων, δεν θα ανεβείτε επάνω».

Ό πειρασμός έχει συμμετοχή σ’ όλους μας. Ό Θεός είναι δύναμη ελευθερίας καί έχει δώσει το ελεύθερο καί σ’ αυτόν τον διάβολο, δεν τον εμποδίζει τον σατανά, δεν τον κατέστρεψε ό Θεός, κι ό σατανάς δουλεύει μέρα νύ­χτα, αλλά περισσότερο την νύχτα.

Όμως έστειλε τον Θεάνθρωπο να τον πολεμήση, κι οποίος γυρεύει βοήθεια, να γλιτώνει.

Πίστεψες; σώθηκες….

Ή προσευχή έχει πολύ περισσότερη δύναμη από τα μηχανήματα. Όσοι ξέρουν την δύναμη της προσευχής έ­χουν πολύ περισσότερη δύναμη άπ’ όσους κάνουν τα κο­μπιούτερ…

Ό Αναμάρτητος Χριστός μας λέει’ ζητάτε πρώτα τη συχώρεση κι όλα τα άλλα θα σας προστεθούν δίχως να το καταλάβετε, καί θα λές’ πώς ήλθαν τόσο βολικά!

Αφού δεν μας αφήνει εδώ να χαθούμε, δεν θα μας α­φήσει ούτε εκεί επάνω. Ναι, δεν σ’ αφήνει ό Θεός να χαθείς. Εγώ με τόσα πού τράβηξα δεν ήξερα κατάθλι­ψη, δεν ήξερα αϋπνίες, όλα τα διαλύει αυτά ή προσευ­χή.

Μόνο ό αναμάρτητος Χριστός είναι το φως. Χριστέ μου, μην φεύγεις άπ’ την καρδιά μας. Θέλει όμως καλοσύνη. Να χαίρεσαι όταν σε κατηγοράνε. Το κατηγόρια είναι καλό γιατί είναι σαν να γίνεται ένα φαγάκι καί ρί­χνεις μέσα καί λίγο αλατάκι. Τότε καταλαβαίνεις αν συ­χωράς τον άλλον. Εκεί φαίνεται ή αξία του πιστεύοντα. Να σε κατηγοράνε καί να κρύβεσαι σε κρυφό μέρος να παρακαλάς γι’ αυτόν, να τον σώσει. Κάποτε νοίκιαζα ένα μπαξέ. Από 5 στρέμματα πού νοίκιασα, το έκανα δεκα­πέντε, μέσα στα καλάμια. Δουλειά! Βουρλιές μέχρι το μπόι μου! Τρία στρέμματα είχα σέλια, πράσα, ήταν σαν ένα κύμα ό μπαξές. Μια μέρα περνά ένας γεωπόνος, με κοιλιά μεγάλη, άπ’ τους αρχαίους… Στο τσαρδάκι καθόμουν  Απαγορεύεται εν ονόματι του νόμου, ούτε ένα φύλ­λο δεν θα βάλεις από σήμερα, τίποτα… – Γιατί; ρωτάω εγώ. Ήταν κρατικό, υδραυλικό το χωράφι εκείνο, Γουέβ…. Κι όμως μου το πήραν τον μπαξέ. Φώναζε ό ένας Το θέλω το χωράφι μου τώρα. Βρε, τους έλεγα, με τα πράσα είναι, περιμένετε να τα δώσω… Αυτοί φώναζαν! Άλλος πήρε τα σέλινα, άλλος τα πράσα. Σ’ αυτό το μέ­ρος πού έπεσα, εγώ ξέρω πόσο αδικήθηκα… Έρχεται έ­νας άλλος με κορδέλα, μετρά, μου το παίρνουν. Το 1975 αναγκάστηκα καί το χάλασα το μπαξέ….

Αυτός πού με πείραξε τότε με τα χωράφια, μια μέρα ήρθε καί με φωνάζει αμάν, ή γίδα μου, βοήθεια! Πάω γρήγορα την σηκώνω τη γίδα, τη ζουπάω την κοιλιά καί πετάει δυο κατσικάκια. Έγινα και μάμος! Έβλεπα ποιος κινδυνεύει καί ποιος είχε ανάγκη καί τον βοηθούσα. Κρυβόμουν μέσα στα θερμοκήπια καί παρακαλούσα τον Θεό να του δίνη δύναμη.

Γιατί το μίσος είναι δαιμόνων πειράξει. Φωλιάζει μέ­σα σου, είναι σατανικό πέρα ως πέρα. Πρέπει με κάθε θυσία, με προσευχή να φυγή αυτό το μίσος. Αν κάποιος σε προκαλεί, αποστραφήτω, πού λέει, όμως να τον βάλεις στην προσευχή. Να μη φωλιάσει ό λογισμός μέσα σου. Δεν σκέφτομαι τα καλά, ούτε τα περνώ άπ’ το νου όσα έκανα για αυτούς. Μόνο τα σφάλματα μου σκέφτο­μαι. Γιατί δεν κάνει να κλάψει άνθρωπος για σένα, ότι τον αδίκησες. Κάποτε μ’ ειρωνεύτηκαν σ’ ένα σπίτι. Μό­λις βγήκα έξω άπ’ το χωριό έλεγα γονατιστά, όπως ουρ­λιάζει ένα σκυλί’ συχώρεσε με Θέ μου! Δεν είπα τι με έκαναν. Έβαλα τον εαυτό μου κάτω από το Φως. Μέχρι τελευταία ώρα θα πολεμηθούμε, θα αντιμετωπίσουμε πει­ρασμούς, μόνο με προσευχή και με έργα θα νικήσουμε. Το μεγαλύτερο όπλο να αντισταθούμε είναι το όπλο της προσευχής. Να παρακαλάς από καρδιάς. Με την υπομο­νή σας θα αποκτήσετε τάς ψυχάς, λέει το Ευαγγέλιο. Αυτό θα πει ότι προέβλεψε ό Χριστός, ότι θα ζείτε με ζό­ρι όλοι. Ή υπομονή αποκτάται από το πιστεύω καί από την προσευχή.

Ή δύναμη της προσευχής είναι να ξαγρυπνήσει το μυαλό σου καί να φτάσει ψηλά. Πώς φτάνει εκεί στο θρόνο του Θεού; Να λες, συχώρεσε με, συχώρεσε με, κι ό Θεός ξέρει τι ζητάς.

Αν όμως κουραζόμαστε στην προσευχή; Ε… αυτό είναι ανθρώπινο. Τους μαθητές τους είπε, σταματάτε εδώ καί προσεύχεστε, μην σας πάρη ύπνος, στον κήπο της Γεσθημανή. Αυτοί όμως κοιμόταν το πνεύμα πρόθυμο, ή σαρξ ασθενής….

Όταν είσαι μόνος, τότε πιο γερή προσευχή. Τα με­σάνυχτα είναι καλά, γιατί τότε δεν σ’ εμποδίζει τίποτε….

Μακάριος πού δεν θα σκανδαλισθεί εν εμοί… Να θυ­μόμαστε αυτό πού λέει ό αναμάρτητος Χριστός πού εί­ναι φως εκ φωτός. Γιατί άμα ερευνάμε το γιατί; πάμε χα­μένοι. Μεσάνυχτα λέω προσευχή. Άγιος ό Θεός… Πολ­λές φορές… Πέφτω στα παρακάλια.

Ή προσευχή είναι ένα αόρατο πράγμα. Για να προσευχηθείς πρέπει να έλθεις κοντά στον Θεό, όπως ζυγώ­νουν σ’ ένα άνθρωπο; Πρέπει να είσαι επάνω, ίσως να πιαστεί, με δάκρυα εγκάρδια… Πολύ χαρά ό Χριστιανός.

Αν, τον άφήσης τον λογισμό καί αφουγκραστούμε καί μιλά ό λογισμός θα φωλιάσει σιγά – σιγά καί θα πούμε ας το κάνω… Θέλει, αμέσως μόλις ελθη ό λογισμός, τον σταυρό μας καί να πούμε Χριστέ μου, σώσε με, εσύ θυσιάστηκες για μας, έρχεται σαν καϊμάκια τότε ό λογι­σμός, όμως θα λέμε’ Κύριε Ιησού Χριστέ, δια της Θεο­τόκου καί πάντων των Αγίων, ελέησε με… Αυτό είναι ό αγώνας ό χριστιανικός.

Όταν προχωράς σε έργα καλοσύνης είναι μεγάλος αγώνας στον όποιον σε βοηθά το φως. Άμα γλιστράς να πέσεις, ή δύναμη του Θεού είναι μεγάλη, καί δεν σ’ αφή­νει να χαθείς. Κάνεις αμάρτημα; είναι όπως μπαίνεις σε βάρκα καί βουλιάζεις… Κάνεις καλοσύνη; γλιτώνεις. Ό­μως θέλει αγώνα….

Να εξετάζουμε καθημερινά πώς βαδίζουμε. τι είπα σήμερα πού δεν έπρεπε; Ήμαρτον! Θέ μου, συχωρά με. Μακάριοι οί καθαροί… Αυτό ζητά: Καθαρή καρδιά, νου καθαρό.

Αν ή προσευχή σου είναι καλλιεργήσιμη φτάνεις ψηλά, αλλιώς νευριάζεις. Να μην ξεχνάμε τον Χριστό πού είναι σταυρωμένος για μας. Γλίτωσε μας Εσύ, πού Θυσιάστηκες για μας. Ό Θεός είναι δύναμη καλοσύνης.

Εάν κάποιος μας αδικήσει να παρακαλάμε γι’ αυτόν Εγώ, τότε λέω: Θέ μου, από μένα σε παρακαλώ μη δικάσεις άνθρωπο, καί λέγοντας Κύριε Ιησού Χριστέ, ελεησόν με τον αμαρτωλό, τον φέρνω αυτόν πού με αδίκησε στο ύψος καί είναι σαν να προσεύχεται αυτός. Εσύ τον παίρνεις εκ των προτέρων στην προσευχή σου κι αυτός από «άνωθεν» θα φωτιστή. Θα φέρεις αυτόν στο ύψος καί θα προσεύχεσαι, ελέησε με τον αμαρτωλό, το πνεύμα σου θα είναι σ’ αυτόν, αλλά αυτά δεν λέγονται, γιατί ή προσευχή είναι αόρατο πράγμα.

Τώρα δεν είναι εύκολο να κερδίσεις άνθρωπο, γι’ αυ­τό άμα δής κάποιον πού σου έκανε κακό, όχι μούτρα, αλλά όχι καί συναναστροφή με τέτοιον άνθρωπο, γιατί θα σ’ αδικήσει….

Προπάντων μη πιάνεις κακία. Το χαμόγελο μην το κόβεις, την αγάπη σου θα δίνεις. τι λέει; δια την υπομο­νή σας θα αποκτήσετε τάς ψυχάς σας, δηλαδή θα γλιτώσετε τίς ψυχές σας. Υπομονή, κι ας τον να πάει στο κα­λό. Ανεξικακία…. Ε πρέπει να ‘χεις κι αντίπαλο για να δοκιμαστής, εκεί είναι πού θα γίνει λίγο νόστιμο το φαΐ ρίχνεις το αλατάκι – υπομονή καί νοστιμεύει….

Τα μεσάνυχτα ζυγώνεις εκεί, πιο καλά να προσεύχε­σαι τότε. Ό νους πρέπει να είναι καθαρός καί μετά αρχί­ζω πολλές φορές, Άγιος ό Θεός… μετά Δόξα σοι ό Θε­ός… Μπροστά ή δόξα κι υστέρα τ’ άλλα… αφού δοξάσεις πρώτα, μετά προχωράς… Μετά Πάτερ ημών καί αρχίζω λέω άπ’ το Ευαγγέλιο τους Μακαρισμούς… πέφτω στα παρακάλια Κύριε Ιησού Χριστέ, δια της Θεοτόκου καί πάντων των Αγίων, ελέησαν με τον αμαρτωλό… Μετά λέω άλλο κεφάλαιο…» όταν έλθη ό Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού, θα χωρίσει ερίφια καί πρόβατα…» εδίψησα, επείνασα… γυμνός ήμουν… καί μετά πάλι» Κύριε Ιησού Χριστέ. Μετά λέω από τον Ιωάννη «εν τη οικία του πατρός μου πολλά οικήματα». Μετά προχωράω σ’ άλλο κεφάλαιο» άνθρωπος νέος καί πλούσιος, καί ρώτη­σε τον Ιησού τι να κάνω να σωθώ; Τον είπε τι εντολές να τήρηση…, ου ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου, καί στο τέλος» πώλησον τα υπάρχοντα σου καί δός πτωχοίς» καί λέει ό αναμάρτητος Χριστός» οί έχοντες θάρρος στα χρήματα δύσκολα θα σωθούν, κι αυτό θα πει’ να μην κάνης άλματα να πάρεις το ψωμί άπ’ τον άλλον, καί μετά λέει’ τα αδύνατα παρ’ άνθρώποις, δυνατά στο Θεό είναι, πού πάει να πει για τους αμαρτωλούς είναι α­δύνατο, όχι όμως για τον Θεό. Φωνάζεις έλεος κι έρχε­ται το φως καί ξελεφτερώνεσαι, αρκεί μόνο να ζήτησης βοήθεια.

Γιατί ό αμαρτωλός γλιτώνει πιο γρήγορα άπ’ αυτόν πού αγωνίζεται, αν κλάψει για βοήθεια. Αν πεις, συχώρε­σε με Θέ μου καί δακρύσεις. Πιάνει πολύ το δάκρυ εκεί­νο, σα να είναι μισό βάπτισμα…

Έμενα πολύ μ’ αρέσει εκείνο πού λέει’ «Τα πλήθη των πεπραγμένων μοι δεινών, εννόων ό τάλας, τρέμω την φοβεράν ημέραν της Κρίσεως, αλλά θαρρών εις το έ­λεος της ευσπλαχνίας σον, ως ό Δαβίδ βοώ σοι’ ελέησαν με ό Θεός, κατά το μέγα σου έλεος».

Ό Δαβίδ μετά τον φόνο καί την πορνεία ντύθηκε τα­πεινά κι έπεσε σε ένα λάκκο κι έκλαιγε με το’ Ελέησον με καί τους ψαλμούς…, γιατί ό Θεός συχωρά… Όπως ό κεχαγιάς πού είχε 100 πρόβατα καί γυρεύει το ένα το πλανεμένο καί χαίρεται περισσότερο γι’ αυτό πού κέρδι­σε παρά για τα αλλά….

Μετά στην προσευχή αρχινώ άλλο Ευαγγέλιο για τον Καλό Σαμαρείτη… Μετά, αφού πω Κύριε ελεησόν, προχωρώ σ’ εκείνο πού λέει’ εγώ είμαι ό Ποιμήν ό κα­λός, ό μισθωτός φεύγει όταν δη τον λύκο… Όμως για να ζητήσω την βοήθεια του Θεού, πρέπει να μην έχω τίπο­τα στο νου για να φτάσει ή προσευχή ψηλά. Έστω καί μακριά, καί σ’ άλλον τόπο να είναι κάποιος, τότε θα τον βρει ή προσευχή.

‘Ο Χριστός στάλθηκε άπ’ τον Θεό για να σώσει τον άνθρωπο.

Να πιστεύουμε στο Αίμα του Σταυρού, στον Εσταυ­ρωμένο. Το Αίμα πού στάζει άπ’ τον Σταυρό να στάζει μέσα στην καρδιά σου.

Πώς λυπάσαι το παιδί σου; Να γίνεις ένα σώμα με τον Χριστό. Να θυμόμαστε τι είπε στον Φίλιππο, όταν είπε, δείξε μας τον Πατέρα, τότε ό Χριστός του είπε, τόσο καιρό μεθ’ υμών ήμουνα καί δεν πιστεύεις; Έτσι καί με μας… Έμενα πόσες φορές με Γλίτωσε άπ’ τον χάρο… Πόσες φορές γλίτωσα ήμαρτον, Θεέ μου!

Ή προσευχή είναι το μεγαλύτερο όπλο στον άνθρω­πο, έχει μεγάλη δύναμη.

Ή προσευχή σου θα ‘ναι οί άλλοι, καί συ θα είσαι αλλού’ θέλει πολύ αυτοσυγκέντρωση. Ό άνθρωπος αγιά­ζει τον τόπο όχι ό τόπος τον άνθρωπο. Άμα κάνεις προ­σευχή όλο το μέρος θα είναι στο φως. Λες ήμαρτον, πέ­φτεις στο ήμαρτον, αναγνωρίζεις την καλοσύνη του Θεού, κι όσο βαδίζεις στην αθωότητα καί την καλοσύνη, τόσο σε τραβά ό μαγνήτης να προσεύχεσαι. Ή προσευ­χή είναι σύντροφος της καλοσύνης. Το καλό θέλει καί συμπαράσταση. Σε τραβά κάτι καί προσεύχεσαι καί σε διατάζει να κάνης καλοσύνη, σε μιλά να, πάρε το ψωμί καί παν το στον φτωχό. Εάν αυτοσυγκεντρωθείς, γιατί γνήσια προσευχή είναι να μην σκεφτείς τίποτα, ό νους σου να είναι αφοσιωμένος πάνω, ώσπου να δώσεις πα­ρών στο Θεό καί ό Θεός σε φωτίζει. Ή προσευχή είναι αόρατο πράγμα, δύσκολο να δώσεις να καταλάβει ό άλ­λος τι είναι.

Μια μέρα είδα ένα φως να πηγάζει από γης, καί εγώ έκλαιγα κι έλεγα’ Άγιος ό Θεός, Άγιος ό Θεός, συνέ­χεια… Τόσα χρόνια πού το σκέφτομαι κλαίω μ’ αυτό.

Μια άλλη μέρα σα να είδα έναν νέο, σαν αξιωματικό καί να βγαίνει όχλος πολύς σαν κύματα θαλάσσης, κι αυ­τός να τους κάνει, άπ’ εδώ, άπ’ εδώ καί να τους βάζει σε μια μεριά!

Ή αμαρτία είναι σαν παγόβουνο. Όπως υπάρχουν πάγοι στον Βόρειο Πόλο καί για να λιώσουν θέλει θερ­μές ακτίνες ηλίου έτσι καί ή αμαρτία… Θέλει πολύ προσευχή, πού είναι σαν τίς ακτίνες του ήλιου. Ή αμαρ­τία δύσκολα συχωρείται, δύσκολα διαλύεται, θέλει πολύ προσευχή.

Όταν προσεύχεσαι για κάποιον, να τον πιάνεις σαν καθρέφτη, σαν να προσεύχεται. Να τον φέρνεις επάνω καί να τον βλέπεις να προσεύχεται ό ίδιος επάνω. Εάν τότε βλέπεις, ότι αυτός ό άνθρωπος προσεύχεται, θα πει ότι έχει πίστη.

Ή προσευχή είναι απαραίτητη γιατί καλλιεργείται ή ψυχή.

Ή λατρεία του Θεού είναι λαχτάρα.

Μεγάλη αξία έχουν οί Άγιοι.

Ή φοβία είναι ολιγοπιστία.

Ένας κυνηγός σκότωνε πουλιά καί του λέω, βρε! αυ­τήν την ώρα μπορεί να δοξολογεί τον Θεό κι εσύ το σκο­τώνεις!

Ή βαθιά προσευχή είναι σαν επιστήμη, δεν μπορώ να στο εξηγήσω… Να παρακαλέσουμε τον Θεό να νεκρωθεί ό εαυτός μας καί να βρεθεί εκεί πού είναι ό πό­νος. Τον εαυτό μας θα τον συγκεντρώνουμε να φτάσει στο φως κοντά καί να ζητά βοήθεια. Θέλει μεγάλο αγώ­να. Έχει χρόνια πού παρακαλώ να με φώτιση όπως το θέλει Αυτός… Με την προσευχή μου καί την βοήθεια του Θεού θα βρω ακόμη κι ένα ξένον άνθρωπο… Όταν

ήμουν στην Σ……. (στο νοσοκομείο για το πόδι, με την

γάγγραινα) είδα την κόρη μου να κλαίει φαρμακερά. Πέ­φτω στην προσευχή να μας φωτίση. Μετά 3 μέρες μαθαί­νουμε ότι ό εγγονός μου θα σκοτωνόταν με την μοτοσικλέτα στη γέφυρα πάνω. Χτύπησε κι έκανε πέρα. Ένα άλλο παιδί τον είδε, σαν να τον έπιασε ένας, ένα χέρι, με τέτοια φόρα πού είχε, καί να τον άφησε κάτω.

Ή Εκκλησία είναι κιβωτός τον Νώε. Εγώ για τους καλόγερους καί το ράσο κάνω ιδιαίτερη προσευχή. Χω­ρίς Ευαγγέλιο, δεν καταλαβαίνεις τι λέει ή Εκκλησία. Θέλω να ζω για να προσφέρω λατρεία με το ήμαρτον στον Θεό, φέρνω στο νου μου καί όλους τους πεθαμέ­νους.

Την Μεγάλη Σαρακοστή είναι επικηρυγμένος ό Χρι­στός καί με τους Χαιρετισμούς παρηγοράμε την Μάνα Του. Χαίρε Μήτηρ Θεού καί πάντων των Αγίων, χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε… Των Αγίων ή καλοσύνη δεν πεθαίνει. Όταν πέφτω στην προσευχή όλα τα ξεχνώ καί είναι σαν θεραπεία. Άγιοι, Άγιοι, πιστεύω, Πάτερ ημών, καί βλέπω τον Χριστό στον Σταυρό καί την Μητέρα Του.

Ή προσευχή είναι αόρατο πράγμα πού δεν μπορεί να συλλαβή ό νους μας, εκ βάθους καρδίας πάντως καί με αυτοσυγκέντρωση. Άμα κάνης σαρκικά είναι δύσκο­λο να ‘σαι με δάκρυα κάτω από τον αναμάρτητο Θεό.

Ν’ αφήσω την φωνή μου πριν να φύγω από αυτόν τον κόσμο.

Παρακαλάω καί βλέπω τον Χριστό σταυρωμένο μπροστά μου καί λέω:

Βοήθησε μου να σ’ ευχαριστήσω…

Εγώ από τότε πού γνώρισα το Ευαγγέλιο, είδα τον εαυτό μου σαν αποκηρυγμένο.

Κάποτε είδα κάτι φοβερό. Ήρθε ένας από ψηλά, σαν να με πίεζε, άρχισα να λέω’ Άγιος ό Θεός, Άγιος ό Θεός πολλές φορές, μα καί εκείνος το έλεγε πιο δυνατά, όταν, όμως είπα’ Κύριε Ιησού Χριστέ, άκουσα μπάμ! κι εξαφανίστηκε.

Αυτός πού προσεύχεται, Χριστέ μου, μην φεύγεις μέ­σα άπ’ την καρδιά του. Δεν κουράζεται ή καρδιά του να λέει συνέχεια… Άγιοι Πάντες, συχωρέστε με, μη φεύγετε άπ’ την καρδιά μου κι έτσι αρχινάνε αυτοί να λένε, βοη­θάνε αυτοί, βοήθεια από Αγίους, γιατί μόνος δεν μπορώ.

Στην προσευχή θέλει να σταματάς δυο λεπτά κάθε τόσο, να είσαι ήρεμος καί να μην σκέφτεσαι τίποτα, καί ξανά να ανεβαίνεις σαν σκαλοπάτι πάνω, σταματάς – προ­χωράς, σιγά – σιγά ώσπου να φτάσεις επάνω, βγαίνεις στο φως, φτάνεις στη λάμψη’ άμα φτάσεις επάνω, μαγνή­της, δεν σ’ αφήνει να πάς κάτω, χαρά, μόνο άμα ανταμώ­νω τη λάμψη φωνάζω’ ήμαρτον, ήμαρτον, συγκινείσαι. Όμως χρειάζεται να είσαι επιφυλακτικός, σα στρατιώτης με κράνος, καί τότε αισθάνεσαι ότι είσαι αμαρτωλός… Άμα το αισθανθείς, έχει στήριγμα ή προσευχή.

Σιγά – σιγά φτάνεις στον καιρό των πρωτοπλάστων καί διπλασιάζεις τίς προσευχούλες. Γερό φρένο στην προσευχή είναι όταν τα οστέα σου να μην ξεσηκώνο­νται, να αποφύγουμε νευριασμό, να ζητάμε Χριστό.

Θωρακισμένος τότε είσαι.

Όταν βλέπω κάποιον, πού υπάρχει έστω καί ίχνος, ότι τον αδίκησα εγώ ή κάποιος δικός μου λέω, εγώ θα σε συλλάβω στην προσευχή μου, και θα βρεις καλύτερη κατάσταση…

Οι Χάρες, οι Άγιοι πάνε σε απλούς ανθρώπους (α­νέφερε την κ. Ελένη πού ξεψυχώντας έλεγε συνέχεια α­πό το Ψαλτήρι, το όποιο καί συνέχεια διάβαζε, το «Ραντιείς με υσσώπω καί καθαρισθήσομαι»}. Οί Χάρες φεύ­γουν από κει πού πάνε τα λεφτά. Ό Χριστός όμως δεν ξεχωρίζει κανέναν, όλους τους έχει το ίσο, αν γυρέψουν την βοήθεια του. Ένας αντάρτης, καλή καρδιά, τον εί­χαν ξεγελάσει κι ανέβηκε στα βουνά, από τίς αδικίες πού είχε δει; από μόνος του; πάντως καί μια βούκα ψωμί να ‘χε την μοίραζε σε ψίχουλα σε όλους, κι όταν βρέθη­καν μ’ άλλους αντάρτες σε ανάγκη, θα πεθάνουμε είπαν άπ’ την πείνα, κι Άγιο καπετάνιος πρόσταξε ρίξτε κάτω τα όπλα καί κάντε το σταυρό σας. Καί πράγματι, σε λίγο βρήκαν τρόφιμα καί προμήθειες. Καί εγώ ως άτομο, τι έ­κανα στην ζωή μου; Ήμαρτον με πόνο καί δάκρυ. Μόνο μ’ αυτήν την ελπίδα νικάμε ότι μας έρχεται. Τίποτ’ άλ­λο, μόνο με προσευχή, όταν θα παρακαλάμε με πόνο, με πάθος, λέγοντας’ βοήθησε με, Κύριε, μόνο Εσύ είσαι ή σωτηρία, μην φεύγεις άπ’ την καρδιά μου….

Στην προσευχή λέω, καθάρισε με από τα άθελα καί τα κρύφια…. Γιατί Θέ μου, να σε πικραίνω;

Να προσέχουμε, να ‘χουμε σεβασμό σ’ όλους τους Α­γίους αλλά καί στον κάθε άνθρωπο, ας είναι καί κακός. Παρακαλάτε να τον συχώρεση… Ό αμαρτωλός για να σωθεί πρέπει να αγωνιστή πολύ, όπως αγωνίζεται ένας για να κάνη περιουσία καινούργια. Χαρά στον άνθρωπο πού θυσιάζεται γι’ αυτό καί κλαίει γι’ αυτά πού πιστεύει.

Για την πίστη

Ό αναμάρτητος Χριστός είναι φως εκ φωτός καί για να μας εμπιστευτεί πρέπει να δη τα παρακάλια μας, τα καλά μας έργα, καί τίς προσευχές μας

Κάθε Κυριακή πήγαινα στην Εκκλησία (τώρα με το ‘να πόδι κομμένο, καί τυφλός, ακούω από ραδιόφωνο). Ή Εκκλησία βοηθά πολύ τον άνθρωπο, σα παιδί της. Χαράματα ξύπναγα την Κυριακή… Κάθε μέρα, για να εχη το άλογο μας κουράγιο, ήθελε βοσκή. Τις Κυριακές, πέντε ή ώρα το πρωί, το ‘δενα στον βάλτο, στις καλα­μιές καί ήμουν έτοιμος για την εκκλησιά.

Θα παίρνουμε παράδειγμα τον αναμάρτητο Χριστό. Ποιόν να έχουμε φίλο άλλον; Πουθενά εμπιστοσύνη άλ­λου. Φίλος μας ό αναμάρτητος Χριστός πού μεγάλωσε με φτώχια, με τυραννία…

Ή λατρεία του Θεού είναι λαχτάρα.

Να παρακαλάμε την μανούλα του’ Σώσε μας! Τους Αγίους να έχουμε μπροστά μας: άλλοι λιανισμένοι, άλ­λοι σφαγμένοι, άλλοι πετροβολημένοι.

Το πρωί θα κάνης τον σταυρό σου, αυτό το ρόφημα σου. Άμα είχαμε πίστη θα θεραπεύαμε.

-Πώς να εμπιστευτούμε στον Θεό;

-Αυτό είναι εμπειρία. Εμείς να Τον βλέπουμε με δε­μένα τα χέρια καί να τον χτυπάνε με το καλάμι. Εμείς θα πιστεύουμε σ’ Αυτόν καί θα είμαστε οί πιο θεραπευ­μένοι. Στόχος μας είναι το φως, πώς να έχουμε το φως, αυτό είναι ή καλύτερη περιουσία.

Σαν την καλοσύνη, σαν το φως πού χαρίζει δεν υ­πάρχει μεγαλύτερο. Εξ αρχής υπάρχουν καλοί καί κακοί. Με το πέρασμα του χρόνου χάνονται οί καλοί. όσο χαλά ή άνθρωπότης αραιώνουν οί πιστοί σιγά – σιγά.

Οί πιστοί είναι σαν τίς κολώνες πού στηρίζουν μια πλάκα’ αναφέρθηκε στην κ. Ελένη πού γηροκομούσε την Εκατοντάχρονοι σχεδόν μάνα της με αγάπη καί υπο­μονή, διαβάζοντας το Ψαλτήρι, κι είχε όσιακό τέλος, λέ­γοντας το «Ραντιείς με υσσώπω καί καθαρισθήσομαι». Να, τέτοιοι χαρακτήρες είναι δυσεύρετοι. Καί για μια άλλη κ. Άννα, με καρκίνο πού δοξολογούσε τον Θεό, α­ναφέρθηκε. Καί με την ευκαιρία αυτή να σημειώσουμε πώς ό κ. Τάσος μόνο σε καλά παραδείγματα επέμενε, χω­ρίς να σχολιάζει τα αλλά. Σε θέματα σκανδάλων, στον κλήρο κάποτε, έλεγε ό Χριστός μας λέει, στην καθέδρα του Μωυσής κάθισαν οι γραμματείς, όσα σας λένε να τα κάνετε, κατά τα έργα τους να μην κάνετε καί σκέπαζε, αλλάζοντας θέμα. Ή καλοσύνη, το θεμέλιο καλοσύνης πρέπει να συνοδεύεται με καθαρό έργο.

Το βήμα του Χρίστου είναι «άνωθεν» Σοφία. «Αν ή­ταν ανθρώπινο κάπου θα σκόνταβε. Κάθε πράγμα έχει την εποχή του. Υπάρχει καί εποχή αμαρτίας. Ή δύναμη του Θεού είναι πανταχού. Όπως ό ήλιος πού όλους τους φωτίζει.

Ή Αγία Φωτεινή, ή Σαμαρείτισσα, όταν μετάνιωσε κατατάχτηκε στον μαρτυρικό χορό.

Μήπως κι ό Χριστός δεν κουράστηκε στην έρημο; Κι όμως δεν έκανε πίσω.

Δεν θα βασίζεσαι στην δική σου δύναμη. Δεν θα σας αφήσω ορφανούς, μας είπε στο Ευαγγέλιο. Ώρα τώρα εί­ναι κανείς να γυρέψει βοήθεια καί θα τον απαλλάξει αμέ­σως, γιατί ξέρεις τι σκοτάδι είναι μέσα στον κόσμο; Μό­νο ένα πράγμα να πιστεύουμε, τον αναμάρτητο Χριστό, ότι είναι φως εκ φωτός.

Ή πίστη μας είναι ζωντανή. Μέγας είσαι Κύριε! Δες στον βίο της Αγίας Θεοδώρας πού ήταν στην Αλεξάν­δρεια τον 5ο αιώνα. Αυτή κόπιαζε, με αφάνταστους κό­πους να ξεπλύνει την αμαρτία της και πήρε το χάρισμα να θαυματουργή….

Για Πίστη καί Ευαγγέλιο

Ή Πίστη είναι εμπιστοσύνη στον Θεό.

Όπως κρέμεται αυτό το σκυλί σε μένα, έτσι και εγώ κρέμομαι στον μεγάλο Θεό πού μου λέει, πίστευε σε μένα.

Στο βραχυκύκλωμα πού παθαίνουμε μέσα στον κό­σμο, το φάρμακο είναι ή προσευχή.

Ό Χριστός απολύει ένα αγκίστρι από πάνω για να μας γλιτώσει από την πύρινη κόλαση πού είναι ό κό­σμος, γι’ αυτό να παρακαλάμε με πίστη.

Να ζητάς προσευχή σαν πουλάκι άρρωστο, αδύναμο, δειλό, καί να ‘χεις τον εαυτό σου σα μυρμήγκι φτωχό.

Ή πίστη είναι σα μαγνήτης.

Έρχεται ώρα πού σε λέει επιστρατεύεσαι! Σαν τον τελώνη, σαν τον Ματθαίο. Αν δώσεις σημασία, αρχινάς να προσεύχεσαι καί σ’ αρέσει αυτός ό δρόμος, κλαις γι’ αυτόν, ότι και να ‘χεις το καταπολεμάς μ’ αυτό το κου­ράγιο. Έχεις κανόνα πίστεως. Αν όχι, φεύγει το πνεύμα του Θεού, ή χάρη του Θεού είναι το μεγαλύτερο πράγμα.

Εγώ έξελεξάμην, λέει ό Χριστός, οικογένεια μας να είναι οί Άγιοι.

Το Ευαγγέλιο τώρα είναι ορφανό καί σα να κλαίει! Μόνο άμα κάνης τα έργα του Ευαγγελίου, τότε θα το πό­νεσης καί θα το κλάψεις.

Εσένα ό κόσμος σου θα είναι ό αναμάρτητος Χρι­στός. Μόνο ό αναμάρτητος Χριστός είναι για μένα, αλ­λιώς δεν ξεκολλάς από τον Σατανά. Όλοι πολεμάνε να τον βγάλουν άκυρο τον Χριστό, αλλά δεν θα τα καταφέρουν. Όπως με την ξαστεριά, βλέπεις ένα αστέρι εδώ, ένα αστέ­ρι εκεί, έτσι θα είναι οί δίκαιοι. Είναι αριά – αριά. Στύλος ακλόνητος, κάποιοι χριστιανοί. Έχει καί τώρα σαν τον Λώτ ανάμεσα στον κόσμο. Εως την συντέλεια του αιώ­νος, πού γράφει, καί δεν θα σταματήσει αυτό, «νυμφευόμενοι καί νυμφεύοντες», καί θα ‘χει όμως καί αγίους.

Χαρά στον άνθρωπο πού θ’ αγωνίζεται να είναι έμπροσθεν του Θεού. Να μένη σ’ αυτήν την οικογένεια. Τότε θα σωθεί!

Όταν είναι καθαρά τα «εγκαρδά» σον, τον θεωρείς όλον τον κόσμο σαν τον εαυτό σου, και λυπάσαι και προσεύχεσαι.

Δεν είναι μόνο να παραδεχόμαστε Θεό αλλά και να λατρεύομε.

Άμα φτάσεις στην λεπτότητα δεν σε χωρά ό τόπος, άμα αμαρτήσεις σε κάτι, ελέγχεις καί το ελάχιστο, αν δεν το ελέγξεις, θα σε μολύνει. Το παραμικρό αμάρτημα πρέπει να το κάνουμε προσευχή ώσπου να λιώσει.

Γιατί να ρίξω το βάρος στον Θεό με το γιατί; Εκ του πονηρού είναι να στεναχωριέται κανείς με το γιατί. Άμα το καλλιεργούμε το γιατί, είναι εκ του πονηρού, για να σε εξολόθρευση. Ό διάβολος δίνει όλες του τίς δυνάμεις για να μην χάση την συμμετοχή πού έχει μέσα μας. Με την απελπισία καταβολαδιάζομαι. Πέφτω στο ήμαρτον, προχωράς σε έργα καλοσύνης, έρχεται το φως.

Λεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη άπ’ το πιστεύω. Κα­τά την πίστη σου, ας γίνη… Ή πίστη κλονίζεται γι’ αυτό θέλει επιφυλακή, μην φωλιάσει μέσα μας καί μας ντελαπάρει ή αρνητική δύναμη.

Μόλις σκανδαλιστούμε, πολλές φορές να πούμε, ή­μαρτον, όχι μία καί δύο….

Τα παράπονα μας επάνω, στον Πατέρα μας, επειδή είναι τα έσχατα όταν ένας επιμένει γερά, τον κυκλώνουν σατανάδες. Ό άπιστος έχει ένα σατανά, καί μπορεί να ευλογήσει τα έργα του, ενώ ένας πιστός, πού λέει όλο ή­μαρτον, έχει γύρω του οκτώ σατανάδες για να τον κλονί­σουν, κι όλο κατσιποδιές του έρχονται. Ό Χριστιανός όμως όχι σκυθρωπάζων…

Πως να φέρεις χαρά μέσα σον; αδιαλείπτως προσευχή. Ήμαρτον… Ήμαρτον… Θα καταπραΰνουν τα ένστικτα σον. Εσύ μόνο, Κύριε, θα μας φύλαξης. Εμείς δεν μπο­ρούμε να φυλαχτούμε ούτε από αρρώστια ούτε από κακά. Όλα σατανικά τα κινούμενα σήμερα. Ό Θεός δεν μπορεί να θέλει παρά το καλό μας, όχι την καταστροφή μας, αλ­λά εμείς βαδίζουμε ποιο δρόμο; Τον Αβελ; Του Κάιν; Ό κόσμος βαδίζει τον δρόμο του σκότους. Ή Εκκλησία εί­ναι άγρυπνη μέρα – νύχτα, το Αγιον Όρος σε επιφυλακή για να ζαπωθή το καλό, σκέψου να σταματήσει κι αυτό.

Να μην χάσουμε το πιστεύω μας. Είναι το σχοινί πού μας ενώνει με τον Θεό, πού μας δένει με τον Θεό.

Εκκλησία: όπως μια μέλισσα μαζεύει άπ’ όλα τα λουλουδάκια λίγο – λίγο καί τα κάνει μέλι, άπ’ όλα τα χρώματα της γης, έτσι κι ό Χριστός κρατά την καλοσύνη μες στην Εκκλησία.

Να μην σκανδαλίσεις την καλοσύνη, διότι φεύγει ή χάρις του Θεού, φεύγει ή δύναμις.

Το τάλαντο πού λέει στην παραβολή ό Χριστός εί­ναι ή καλοσύνη. όχι τα ταλέντα!

Κάθε Χριστιανός είναι λυχνάρι. Είναι καθρέφτης να βλέπεις το πρόσωπο σου.

Κάποτε λέγαμε θα χαλάσει ό κόσμος… τώρα λέμε θα χαθούμε. Τώρα ξεσκεπάστηκε ή ντροπή….

Οί ίδιοι εμείς θα χαθούμε. Θα λέμε σε λίγο, καλά πού προλάβαμε καί ζήσαμε….

Άραγε έχει καλούς; είναι κανείς να καταδικάζει τον εαυτό του, να σκέφτεται καλά;

Είχα στο νου μου όσους με περιφρόνησαν καί έλεγαν λόγια στην πλατεία, όταν με έβλεπαν, ας πούμε… εσείς πού κάνετε τους μεγάλους σταυρούς και άλλα…, κι Έλεγε  αυτοί δεν ξέρουν ότι κάνουν κακό, είναι τυφλοί. Νο­μίζουν ότι έτσι είναι.

Τον καλό τον μισάνε (πρότερον εμέ μίσησαν). Το κακό καλπάζει. Σε βάζει να μαλώνεις. Για μερικούς ό καυγάς είναι ή θεραπεία τους. Καυγάς ίσον ή επανάστα­ση του κάκου. Άμα είναι δικός σου άνθρωπος, πες ένα λόγο, Κύριε Ιησού Χριστέ, δια της Θεοτόκου, ελέησαν με, καί θα φέρω αυτόν τον άνθρωπο πάνω από μένα καί θα παρακαλάω γι’ αυτόν.

Άμα είναι όμως ξένος, μην κάνεις αλισβερίσι μαζί του, θα σ’ αδικήσει…, απόφευγε… Άμα είναι ή κατα­σκευή του τέτοια, μην μαλώνεις μαζί του…

Όταν λες είμαι αδικημένος από παντού, ρίχνεις το δίκιο όλο επάνω σου καί επαναστατείς, ενώ αν πεις: αυ­τό το Φως (ό Χριστός) βγαίνει για όλον τον κόσμο, εγώ κάνω αραγες αυτό πού θέλει; Πώς να ελέγξω; (βγάλε τον δοκό από τον οφθαλμό σου, λέει). Το πολύ – πολύ να πεις είμαι καί γω στην ίδια ζυγαριά (Αράς τον σταυρό καί ακολουθεί μοι).

Άμα κάνης καλοσύνη, ε…. γίνεσαι πάντα βαρετός. Ε… θα πούνε… αστον αυτόν…, δεν έχει καμία απόδο­ση…, άχρηστος είναι… Εμείς όμως ούτε να το βάλουμε στην ιδέα μας… Να ‘χουμε τους Αγίους στην οικογένεια μας να τους παρακαλάμε, τον Χριστό σταυρωμένο μπρο­στά, την Παναγία… Μακάριοι οί πενθούντες, είναι αυτοί πού βλέπουν τον αναμάρτητο Χριστό μπροστά τους.

Μακάριοι είναι δυσεύρετοι.

Εμείς ανήκουμε στην οικογένεια των Αγίων. Εκεί­νους να παρακαλάμε να μας καταδεχτούν. Στεναχώρια ό­χι για το τι μας κάνουν οί άλλοι, στεναχώρια κυριότεροι άμα αμαρτήσεις, πού δεν το επιτρέπει ό αναμάρτητος Θε­ός. Τα παράπονα μας εκεί: να μας συχώρεση να μην πιά­σουν ρίζα μέσα μας.

Για έναν πού μας φέρνει δυσκολίες να πούμε: Αυτός είναι ή αιτία πού θα με σώσει, να μην τον κερδίσει μόνο το σκότος. Ποτέ να μην σκέφτεσαι πονηρά. Ή πονηρή ι­δέα κακό επεξεργάζεται. Να πεις’ Κύριε Ιησού Χριστέ., καί έτσι δεν γίνεται κτήμα σου ή ιδέα αυτή. Γιατί αλλιώς γίνεται επαναστάτης ό εαυτός σου. Που να βρεις άκρη με τους άλλους; Καθένας έχει ράτσες τέτοιες, τόσες….

Το Άγιο Πνεύμα δεν κατεβαίνει στον περήφανο να τον φώτιση. Για να μην καλλιεργήσουμε το μίσος, να μην ζυμωθούμε με κακία…, να λέμε στον Πατέρα ήμαρτον…, στον Χριστό με τα αίματα στον Σταυρό, στους Α­γίους Πάντες… Να μετατρέψεις την συνείδηση σου από μίσος σε καλοσύνη.

Ό πολυμήχανος σε παγιδεύει σιγά – σιγά καί φεύγει ή θεία Χάρις, καί ούτε μπορείς να δώσεις άνω προσευχή. Άμα πεις για τον άλλον, πού σε έκανε κάτι, γιατί εμένα να με κάνης έτσι; πάει! Είμαι πεσμένος στα πόδια του ε­χθρού μου, αλλιώς θα μείνει στη συνείδηση το μίσος.

Στο Ευαγγέλιο μας, πού είναι το βήμα του Χριστού, απαγορεύεται ή κακία. Να τον πάρεις στην προσευχή σου, Κύριε Ιησού Χριστέ…, καί να παρακαλάς να τον συχώρεση, για να μη ρίζωση ή κακία, διότι γίνεσαι τό­τε κτήμα άγονο, ακαλλιέργητο, εκτός καλοσύνης…

‘Αν, όμως, πω ήμαρτον… καί φέρω την μεγάλη δύνα­μη στο φως καί παρακαλάω να συχώρεση όλο τον κό­σμο, πού είναι καλύτεροι μου’ αν σκύψω το κεφάλι μου καί πω, εγώ τι έκανα στη ζωή μου; Θα βρω ταπείνωση. Κι αυτό, το να μην σκεφτείς ότι εγώ αδικεύτηκα, προέρ­χεται από προσευχή. Ανάλογα με την δύναμη της προ­σευχής, έρχεται ταπείνωση.

Μόνο όσοι είναι στα πόδια του Χριστού, είναι μια ξεχωριστή οικογένεια. Θέλει αγώνα, να μην αφήσουμε τον σατανά να μολύνει τον λογισμό. Μόλις έλθη λογι­σμός, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησαν με…, γιατί ή δύνα­μη του Θεού, είναι δύναμη καλοσύνης.

Έμενα πολλοί κοιτούσαν να με κατεδαφίσουν…, ά­κρια δεν βγάζεις… ούτως έδιωξαν καί τους προφήτες προ ημών… αλλά έξ’ αρχής ήταν οί διωγμοί…»σε δίνει μια κεντριά καί σε ξεπατώνει. Ή απιστία των άλλων εί­ναι σα βουνό. Σε φαίνεται βουνό ότι σε πει ό άλλος. Ή στεναχώρια είναι βουνό. Αυτό θα πει, πες στο βουνό να πέση στη θάλασσα! Μόνο ή προσευχή Λιώνει αυτό το βουνό. Που να τα πεις αυτά να σου φύγουν; Γι’ αυτό όσοι πιστεύουν, πρέπει να ανταμώνουν, να δίνουν κουρά­γιο ό ένας στον άλλον.

Ελάχιστη πίστη να έχεις, σα κόκκο σιναπιού, θα φυ­γή. Ενώ άμα δεν έχεις πίστη, γίνεσαι άγριο θηρίο, δεν σε χωρά ό τόπος ή θ’ αρρωστήσεις ή θα μαλώσεις. Ό κα­λός Θεός να μας δίνη δύναμη. Να φωνάζουμε, εσύ αναμάρτητε Χριστέ, θυσιάστηκες για τον κόσμο, βοήθησε με κι εμένα τον αμαρτωλό.

Βέβαια οί πολλοί σέβονται τον σκληρό άνθρωπο. Για τον μαλακό άνθρωπο, τον ευγενή, λένε κοροϊδίες: Όση καλοσύνη καί να κάνεις ποδοπατιέται, δεν φαίνεται… Όμως, γράφει, να είστε φρόνιμοι σαν όφεις. Να εγώ πώς το θυμάμαι αυ­τό: Ήμουν τότε τσοπανάκος, καμιά 18 χρονών, πάν’ στα καλά μου καί τα πρόβατα τα ‘πιασε ζέστα καί μαζεύο­νταν σα γροθιά, πίσω είχαν τον ήλιο, οί μούρες μπρο­στά σα κότσια χεριών έβλεπαν, και τότε είδα ένα φίδι τυ­λιγμένο, το κεφάλι του πάνω και μ’ έβλεπε καί τίναζε τη γλώσσα του. Μόλις έκανα να σηκώσω το ραβδί μου άπ’ το δεξί χέρι, έβγαζε τη γλώσσα του… Κάνω τα πρόβατα πίσω, τ’ άναμερώ… μόλις ξανάπιανα τη γκλίτσα, τίναζε σα κύματα τη γλώσσα του… δεν μπορείς να το χτυπήσεις έτσι κουλουριασμένο… πρέπει να το χτυπήσεις άπ’ τη μέση καί πάνω για να σπάσει, αλλιώς θα τυλίγονταν στο λαιμό μου αμέσως… Πισωπάτησα καί δε με πείραξε… Πελώριο φίδι, κάτι άσπρα, γαλατάδες λέγονται…

Ή καλοσύνη θάβεται εδώ στη γη. Ή καλοσύνη δεν πιάνει τόπο σ’ ανθρώπους. Πιάνει τόπο στον Θεό. Βρί­σκεις δικαίωση μόνο στον Θεό.

Άμα αχρηστευτεί ένα κοπάδι πρόβατα καί δεν βγά­ζουν γάλα, δεν έχει καλά αρνιά, χαλάει σιγά – σιγά το κοπάδι, χαλάει καί ή ράτσα, καί τότε λέει ό τσομπάνης, δε με συμφέρει, καί παίρνει απόφαση στο χασάπη να τα δώσω! Έτσι καί ή άνθρωπότης χαλάει σιγά – σιγά. Ώσπου θα ‘ρθη ή Αγανάκτησης, ή Δύναμις πού κρατάει το γένος αυτό καί τότε αλλοίμονον….

Να το χαίρεσαι όταν είσαι πρόβατο εν μέσω λύκων. Ό Σατανάς είναι μουσαφίρης στο σπίτι σου καί θέλει να σ’ αρπάξει… Ό Θεός δεν έχει κόψει το δικαίωμα του πονηρού να πειράζει, του άφησε δύναμη για να ελέχθη ό άνθρωπος, για να δοκιμαστή. Δίχως δοκιμασία δεν σώνεται κανείς. Πώς έκλαιγε ή Παναγία για τον Υιό της στον Σταυρό, έτσι κλαίει για τον καθένα χριστιανό πού πιστεύει. Κάποτε… (αυτά δε τα λέω, μα τώρα…) προσευχόμουν καί όταν έφτασα στο ύψος, στον θρόνο ψηλά καί ζητούσα βοήθεια…, πριν λίγα χρόνια, τότε πού είχα τυφλωθεί άπ’ το ζάχαρο…, κι Όμως βλέπω μια γυναίκα, φορούσε στιμέλα (σα μαντήλι στο κεφάλι) κάθισε απένα­ντι μου καί μ’ έβλεπε, κι όσο με κοίταζε δάκρυζε, κι όσο δάκρυζε ά­στραφτε το δάκρυ της. Θυμάμαι το δάκρυ. Αυτό το δάκρυ έπεσε στην καρδιά μου. Αυτό το δάκρυ μην το βγάλεις άπ’ την καρδιά μου. Ήταν μεγάλη χαρά, κουράγιο πήρα όταν το είδα, αν καί τυ­φλός πού είμαι, αυτό…

Μια άλλη φορά είδα ατέλειωτο φως. Βλέπω ένα Φως άπ’ τη γη να ανεβαίνει, με πήρε λαχτάρα κι έλεγα μ’ όλη μου την καρδιά’ Άγιος ό Θεός… Άγιος ό Θεός…, σηκω­νόταν τα «οστέα μου», χάνεται άμα συνάντηση ό άνθρω­πος το Φως, χάνεται όπως το αλάτι το ψιλό μες στο νερό.

Όταν ελθη το φως! Σαν ηφαίστειο φως. Έξι εφτά χρόνια το θυμόμουν δάκρυζα, καί με λαχτάρα φώναζα, Άγιος ό Θεός!….

Αυτά δε λέγονται… Εγώ παρακαλάω να με δη ή Πα­ναγία όχι να την δω εγώ… Ή Παναγία, στη γη βρίσκε­ται ή Χάρη της. Να πηγαίνουμε στις Χάρες. Οί Άγιοι είναι εδώ καί μάχονται να μας γλιτώσουν.

Όπως κλαίει ή Παναγία στον αναμάρτητο Χριστό, έτσι κλαίει καί για κάθε Χριστιανό. Κλαίει αλλά δεν την βλέπουμε. Δια να την δούμε δεν είναι δικό μας δεδομένο. Είναι «άνωθεν».

Άλλος με παρακάλια κρατά την θεογνωσία, να μη χάσουμε αυτό πού πιστεύουμε. Άλλος ξετροχιάζεται. Ό­χι μόνο να διαβάζεις αλλά και να πράξης, τότε θα το πό­νεσης το Ευαγγέλιο Ή μεγαλύτερη απόδειξη της άλλης ζωής είναι ή Πα­ναγία πού παρακαλάει δακρυσμένη όπως στο Σταυρό, τον αναμάρτητο Υιό της.

Για την πρόνοια του Θεού

Στα 40 μου χρόνια με βρήκε το ζάχαρο, ευλογία με­γάλη! Πολλές φορές έπεσα σε κώμα από ψηλό σάκχαρο κι άλλες σε ζάλη από υπογλυκαιμία. Μια μέρα, Ήμουν στα χωράφια μέσα, ένα χιλιόμετρο μακριά άπ’ τη δημοσιά. Μόνος, μέσα στ’ αγριόχορτα. Και με πιάνει ζάλη, έπεσε το ζάχαρο. Δεν πατούσα θαρρείς στα πόδια μου, σηκωνό­μουν στον αέρα, σα να ‘μουνα πάνω από τη γη. Για να συνέλθω, για να βάλω κάτι στο στόμα μου, έπιασα να τρίβω τα στάχυα, σαν τους μαθητές του Χριστού, πού λέ­ει, όταν περπατούσαν στα χωράφια πετούσα τα άγανα καί μασουλούσα  το, στάρι, με κόπο πήρα να γυρίζω σπί­τι. Μόλις έφτασα απέναντι άπ’ το σχολείο, φώναξα μ’ όση μου απόμεινε δύναμη’ ψωμί! παρά τρίχα γλίτωσα. Άλλοτε το ‘παθα μες στον μπαξέ. Μόλις ξεζεύω τ’ άλογο με πιάνει ζάλη, τα πόδια μου δίπλωναν, δεν άνοιγαν, μπήγω το παλούκι καί κρατιόμουν άπ’ τις ρόδες του κάρου. Έπιανα με τα χέρια τίς ρόδες του κάρου να σηκωθώ. Συνήλθα, μετά 2 ώρες, τα χέρια μου κατσιρντούσαν… Άλλη μέρα πάλι, καθάριζα χόρτα καί ξαφνικά χάνω τον κόσμο, άρχισε να σκοτεινιάζει καί πέφτω πάνω στην καθίστρα του κάρου, πόση ώρα δεν ξέρω… Άλλοτε ξά­πλωσα πάνω στον δρόμο, καλά πού ‘χα μαζί μου ένα μι­κρό σκυλάκι, πού κάθονταν πάνω άπ’ το κεφάλι μου στα δυο του ποδάρια όρθιο τι εκτίμηση δίνουν τα σκυλιά στον άνθρωπο! Αυτό μ’ έσωσε τότες γιατί έτσι πού ‘μαν ακίνητος στην ερημιά αν έρχονταν τσομπανόσκυλα, πού ήταν σα λύκοι, άπ’ τους τσομπανέους, θα μ’ έτρωγαν…

Πολλές φορές γλίτωσα από θαύμα. Τότε, με τους αντάρτες απαγορεύονταν, όλοι μέσα στα χωριά κλεισμέ­νοι ήταν. Από την Π………………….. έπρεπε να πάς ως την Ά…..για να βρεις άνθρωπο. Εγώ όμως, κάθε μέρα τα πρόβατα μου τα πήγαινα έξω’ μετά στο μαντρί κι εγώ καθόμουν σ’ ένα καμαράκι μ’ ένα φαναράκι. Σφαίρες βούιζαν άπ’ έ­ξω, τα πρόβατα όρθια, δεν τα ‘πιανε ύπνος. Τα πρωινά τα πήγαινα στο βουνό για βοσκή. Ένα βράδυ έρχεται, κει πού μέναμε σε κάτι αχερώνες μέσα, ένας καί λέει στη μάνα μου εμείς οι Μάη δες αποφασίσαμε να σκοτώ­σουμε τον Τάσο, γιατί νόμιζαν πώς πάω ψωμί στους α­ντάρτες, πώς είμαι σύνδεσμος.

Εγώ παρ όλ’ αυτά συνέχιζα να βοσκάω τα πρόβατα μου στο παχύ χορτάρι πού μόνο λαγοί πάγαιναν. Βγαίναν οί στρατιώτες παγάνα, μα εγώ γλίτωσα….

Άλλη μέρα, μόνος μου ήμουν με τη γκλίτσα μου μέ­σα σε μια πολιάνα, λιβάδι με χορτάρια, καί βλέπω να περνάνε μαυροσκούφηδες με πολυβόλο στην πλάτη. Ολόκληρος λόχος πέρασε. Άγγελος Κυρίου με προστάτε­ψε, 17-18 χρονών, θα ‘μουν… γιατί απαγορεύονταν να βρί­σκομαι εκεί πού ήμουν (πίσω από το χωριό σαν άγρια ζούγκλα ήταν). Κι όπως περνούσαν αυτοί από δίπλα μου ούτε ένα πρόβατο, δεν σκιάχτηκε, δεν κουνήθηκε. Ούτε σκυλί να γαβγίσει. Πέρασαν καί έφυγαν. Άπ’ τίς φυλακές ήταν βγαλμένοι, τους όπλισαν, σα χάρος πέρασαν 5 βή­ματα κοντά μου… Βλέπω έναν να προχωρά σα σκαντζόχοιρος με όπλο, από μια πλαγιά στην άλλη. Φτάνω ψη­λά, με ρωτάν, είδες τίποτε; Τίποτα, λέω…

Μετά, ξάπλωνα σ’ ένα λάκκο, σα μνήμα καί κοιμό­μουν στο λάκκο…. Τότε με το αντάρτικο, ή Ρωσία, ούτε ασπιρίνη δεν έστελνε στους αντάρτες σα δεν παίρνανε μια πόλη.

Μια ιστορία πού άκουσα άπ’ τον εμφύλιο, για να δής, πώς ό αναμάρτητος Χριστός παντού δίνει παρών καί βοήθεια… Ζήτησες βοήθεια; Δεν εξετάζει ποιος εί­σαι… Ήταν τότες σε ενέδρα οί αντάρτες στο βουνό… πέθνησκες από την πείνα και λέει ό καπετάνιος τους: αφήστε τα όπλα κάτω να κάνουμε τον σταυρό μας… Καί βγαίνει ένας μπροστά τους καί πάει με μια ομάδα καί φέρνουν τρόφιμα για δυο μήνες… Ό Θεός κάθεται στον Θρόνο καί δεν κουνιέται καί γι’ αυτό έστειλε τον Υιό του τον Χριστό… Να θυμόμαστε τι είπε ό Φίλιππος στον Χριστό. Δείξον τον Πατέρα, καί τι του απάντησε; Τόσο καιρό είμαι μεθ’ υμών καί δεν πιστεύεις; Πόσες φορές δεν γλίτωσα άπ’ τον Χάρο… Έτσι πίστεψα στην Θεία Πρόνοια. Άμα φωνάξεις βοήθεια, θα δεις….

Δυο φορές σώθηκα από τροχαίο, στην δημοσιά. Την πρώτη φορά, περίμενα στην Π…να περάσω απένα­ντι καί ξάφνου έρχεται μια νταλίκα με πλατφόρμα σα σί­φουνας, έριξε ένα τηλεφωνόξυλο κάτω, πήρε την μισή γωνιά του Ν…………………………………………………. , έπεσε πάνω στο καφενείο, καί πήγε

καί σφηνώθηκε σε ένα σπίτι. Πώς φωτίστηκα καί τραβή­χτηκα παραμέσα… Την άλλη φορά, νυχτούλα ήτανε, κρατούσα το σχοινί του αλόγου, ήμουν έτοιμος να περά­σω το δημόσιο, καί να μια νταλίκα. Κάνει τ’ άλογο πίσω το κεφάλι, με γλιτώνει, (να το!… τόσο καιρό ήμουν μεθ’ υμών Φίλιππε….).·

Τότε με τον πόλεμο, το χωριό μας ήταν κυνηγημένο. Μου λεν οί δικοί μου να πάω γάλα καί ψωμί για το θέ­ρο. Το χωριό ήταν περιτριγυρισμένο με συρματοπλέγμα­τα, με αμπριά. Μόλις με βλέπουν, έρχονται με υποκόπα­νο με βαρούσαν να κιοτέψω. Εγώ έτρεχα στα βάτα να γλιτώσω. Τα πρόβατα στάλιαξαν στα πλατάνια… Σηκώνω τα χέρια ψηλά, με φέρνει μια με τ’ αυτόματο με τη γε­μιστήρα κι ακούστηκε τότε μια φωνή» μη Παναγιώτη, μη, είναι άπ’ τα καλύτερα παιδιά! Σώθηκα!

Άλλη φορά, καμιά 35αριά χρονών να ‘μουνα, πηγαί­ναμε με το κάρο χαράματα στην Κ       , μας έριξε ένα αυτοκίνητο κάτω, το άλογο ψόφησε, εμένα με πήγανε στο νοσοκομείο. Με έδωσαν, θυμάμαι, 5.000 για άλογο καί 2.100 για κάρο….

Για την μετάνοια καί συχώρεση αμαρτιών

Ό αναμάρτητος Χριστός δεν εξετάζει το παρελθόν. Ουδείς αναμάρτητος ει μη Σύ ό δυνάμενος… Βάρδα όμως να μην αμαρτήσεις ξανά. Σε λέει τώρα πού με γνώρισες, επιστρατεύεσαι! Σταμάτα εκεί πέρα. «Όποιος γυρέψει βοήθεια, θα τον γλιτώσει. Το αμάρτημα είναι, να, όπως βρέχει…, ε… άμα βγεις έξω, θα βραχείς….

Ή δύναμη καλοσύνης καί την τελευταία ώρα συχω­ρά. Μόλις πιστέψεις σε φωτίζει, άμα δεν μας συχωρού­σε, δεν θα είχε το φως.

Ό κ. Τάσος άκουγε κάθε μέρα το συναξάρι του Α­γίου. Κάποτε, όταν άκουσε για τον Αγ. Μωϋσή τον Αιθίοπα, είπε’ Ε, για να γλιτώσει κι αυτός καί να άγιάση πα να πει, πώς έχει ό Θεός για όλους… Γιατί όταν τον εί­παν οί άλλοι’ βρε μαύρε, αυτός είπε στον εαυτό του, εί­σαι άξιος να μιλάς με ανθρώπους; Έτσι, να έχεις μπρο­στά σου όλα τα αμαρτήματα σου καί τότε δεν θα κατηγορήσεις κανένα. Γιατί ό άλλος από κάρβουνο μπορεί να γένη διαμάντι.

Είναι κακό πράγμα να παγιδεύεται ό άνθρωπος, τότε δεν φεύγει από την δύναμη του σκότους. Ή μετάνοια εί­ναι ένδυμα του νέου ανθρώπου. Ξαναγέννηση είναι, ό­ταν μετανοή. Του έρχεται τότε μία ευλογία καί λέει ήμαρτον, καί τότε ξαναγεννιέται. Ό Χριστός αν τον δε­χτής, σαν μαγνήτης σε τραβά με προσευχή. Όπως αν έχεις λεκέ στο ρούχο το πλένεις, έτσι με την προσευχή.

Ή άγαθότης του Θεού είναι πιο μεγάλη άπ’ την δι­καιοσύνη του, όπως τότε με την Νινευή πού λυπήθηκε τα 120.000 παιδιά. Να μετανοούμε καί να γινόμαστε άλλοι άνθρωποι. Να ενδυθούμε το Ευαγγέλιο, πού είναι το βή­μα του Χριστού. Οί αμαρτίες, καί σαν τις τρίχες της κε­φαλής να είναι ή σαν τα φύλλα των δέντρων, όλες λιώνουν άμα πιστέψεις. Αν ένας μπόρεση άπ’ την ομίχλη να συνδεθεί με τον Θεό, είναι σαν ήρωας.

Άμα λυγίσει το δεντράκι με αμαρτία, το αμάρτημα είναι σαν το αλάτι στο φαγί. Το αμάρτημα εκείνο γίνε­ται λατρεία στον Θεό, αν πέσουμε στο ήμαρτον. Καί το λάθος πού κάνεις να μη σε ρίχνει σε απελπισία, αλλά κάνε μια προσευχή ώστε ό νους σου να πάρη άλλη στροφή. Αυτό πού σε φώτισε εκείνη την ώρα, εκείνο το κλάμα, σε έσωσε, θέλει αγρύπνια στην προσευχή. Κλαί­νε τα «οστεά» σου, δεν είσαι εσύ, άλλος σε φωτίζει.

Ό άνθρωπος είναι ένα φυτό, το χτυπάει αέρας, το λυγίζει, ή αμαρτία γυρνά να μας ζύμωση.

Θα σε φώτιση ό Θεός τι να κάνης, αρκεί να σταμα­τάς στην καλοσύνη.

Κάποτε ήμουν στο χωράφι, ακούω χτυπά ή καμπάνα, βγαίνω παραέξω ρωτάω, ήρθε ό ξομολόγος μαθαίνω, ξομολογήθηκες ποτέ; Μόλις τ’ άκουσα, ξεζεύω το άλογο καί πάω. Ας είναι καλά πού πήγα, καί συνεχίζω. Μόνο με «άνωθεν» φωτισμό αλλάζει ό άνθρωπος. Οί αμαρτω­λοί όπου μετανοήσουν, επιστρατεύονται σαν θαύμα. Το δεμένο πλοίο καί στη φουρτούνα έχει ελπίδα να σωθεί….

Οί Γιαχωβάδες είναι ζιζάνια. Όπως σπέρνεις και μετά από λίγο βγαίνουν ζιζάνια έτσι κι αυτοί. Εγώ κά­ποτε ήρθα σε αντιλογία μ’ έναν άπ’ αυτούς καί δεν τον α­φήνω άπ’ την προσευχή μου, παρακαλάω γι’ αυτόν να πέση στο ήμαρτον….

*  Κάποτε στο χωριό μας εμφανίστηκε ένας πού έλεγε ότι είναι της θρησκείας. Όταν τέλειωσε την ομιλία του, εγώ τον παρακαλούσα, γιατί είχα μεράκι να φιλοξενώ
τους ξένους, να έλθη στο σπίτι μας. Ήλθε, τον κοίμισα στο σπίτι μου. Σα ξύπνησε το πρωί με ρωτάει, πόσα χρό­νια είσαι παντρεμένος; Πέντε του απαντώ. Πόσα παιδιά έχεις; Δύο του λέω. Καί ξαφνικά πετιέται επάνω φωνάζο­ντας, φονιάδες! Φονιάδες! που είναι τα αλλά τρία; Κάθε χρόνο έπρεπε να ‘χεις κι ένα παιδί… Τ’ αλλά τα σκότω­σες! Μα εγώ δεν είχα σκοτώσει κανένα.

Καί ποια Γραφή διαβάζεις; με ρώτησε ξανά. Του έδειξα την Αγία Γραφή πού είχα… Αυτό το Ευαγγέλιο μου το είχα αγοράσει από 16 χρονών με τα λεφτά πού πή­ρα πουλώντας ένα ζώο. Δεν το αποχωριζόμουν ποτέ. Στο στρατό το ‘χα μαζί μου συνέχεια καί το διάβαζα φανερά. Με βαλαν όμως κατσάδα κι υστέρα το διάβαζα κρυφά. Σ’ ένα συναγερμό, μ’ έπεσε, το έχασα. Το βρήκε ό μάγειρας, το πήρα καί χάρηκα πολύ, πού δε λέγεται.

Μόλις είδε ότι ήταν σε μετάφραση, από ιερωμένο ορ­θόδοξο καί με έγκριση της Εκκλησίας μας, παρ’ Όλα αυτά άρχισε πάλι τίς φωνές. Πεταχτέ τα! πεταχτέ τα! Κι’ έφυγε καί πήγε στο καφενείο κι εκεί με κατηγορούσε κι έλεγε, ούτε καλημέρα να μη λέτε στον Τάσο, άθρησκος είναι! Ε­γώ, δεν παραπονέθηκα, παρά παγαίνω, βρίσκω τον παπά καί τον ρωτάω, δείχνοντας του το Ευαγγέλιο μου, μήπως είμαι σε αίρεση καί δεν το ξέρω; Όχι, με λέει ό παπάς, καί γώ τράβηξα ήσυχος, δεν ήξερα να παρεξηγηθώ….

Όταν τον ρωτήσαμε σχετικά με το αν είναι καλό για να τραβήξουμε τους νέους στην Εκκλησία να έρχονται ντυμένοι όπως είναι καί έξω (σκουλαρίκια κ.τ.λ.) είπε Ή Εκκλησία δεν είναι θέατρο να θέλει να κόβει όσο το δυ­νατόν περισσότερα εισιτήρια. Σκοπός είναι αυτοί πού έρ­χονται να πιστέψουν ότι υπάρχει άλλη ζωή, Ανάσταση, Δευτέρα Παρουσία, αλλιώς τι να το κάνης το πλήθος, …γιατί να τους καλοπιάνεις να έρχονται όπως να ‘ναι….

Για την μνήμη θανάτου καί το μαρτυρικό του τέλος

«Ε… δεν θα ‘μαστε καί απέθαντοι. αφού υπάρχει θά­νατος. «Ε… Μπερεκέτ’ ( = αρκετά) τόσο πού ζήσαμε….

Μετά τα 70 χρόνια είσαι λαθραίος σ’ αυτή τη γη. Ήμασταν τόσα αδέλφια, μονάχα εγώ έμεινα. Πάει τώρα, τίς πα­χιές αγελάδες τίς φάγαμε… Για τίς αρρώστιες του έλεγε: αν δεν έλθη ό άνθρωπος σ’ αυτό το σημείο, σ’ αυτήν την παρακμή με την αρρώστια, δεν μπορεί να μπει στο νόημα.

Μετά τίς απανωτές εισαγωγές σε νοσοκομεία, λίγο καιρό πριν πεθάνει, έλεγε, ή αρρώστια καλό πράγμα εί­ναι. Σε βοηθά να μην αγανακτάς, να είμαστε υπέρ ευχαριστημένοι πού βρεθήκαμε σ’ αυτό το έργο, να δοξάζου­με τον Θεό, δόξα σοι ό Θεός! δισεκατομμύρια φορές δό­ξα σοι, κι έκλαιγε… λέγοντας Άγιος ό Θεός! Ό αναμάρτητος Χριστός, τι θέλει από μας; Χριστιανό τα τέλη. Ήλθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς. Να παρακαλά­με τον φύλακα άγγελο, πού θα έλθη εκείνη την ώρα, να μας προφύλαξη από τα πονηρά πνεύματα μην μας πά­ρουν… Αχ, Θεέ μου, σώσε με! Αχ, Θεέ μου, σώσε με! Ελεήμων, ελέησαν με ό Θεός! Ή Παναγία, πού είναι σα μια μάνα, να μας δεχτή στην αυλή των προβάτων… Κι ε­νώ πονούσε τόσο πολύ ό ίδιος, σαν να του πριόνιζαν το γαγγραινιασμένο πόδι, είχε καί την δύσπνοια άπ’ την καρδιακή ανεπάρκεια, παρακαλούσε για άλλους. Τίς τε­λευταίες ήμερες της ζωής του, έλεγε’ Αχ, Θεέ μου, σώσε την ανθρωπότητα! Θεέ μου, σώσε την ανθρωπότητα! Δε θέλω τίποτ’ άλλο, δώσε μου την δύναμη καί το κουράγιο τ’ όνομα σου να ‘χω στην καρδιά μου…

Πέθανε στο νοσοκομείο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, οπού είχε γίνει καί νέα εισαγωγή ξημερώματα Δευτέρας 30 Αυγούστου 2004, χωρίς να χάση καθόλου τίς αισθήσεις του. Ζήτησε άπ’ τη γυναίκα του, να της άσπαστή τα χέ­ρια, πού τον φρόντισαν τόσο καιρό, κι άφησε με ειρήνη το πνεύμα του.

Είθε, αγαπητοί αναγνώστες, το φωτεινό παράδειγμα του πιστού δούλου του Θεού, του ανθρώπου της προσευ­χής, Αναστασίου, να μας ενίσχυση, ώστε και εμείς να ζήσουμε εδώ στην γη, με σωφροσύνη, δικαιοσύνη καί γνήσια ευσέβεια.

 

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΣΑΝ ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΣΤΟ ΚΑΜΙΝΙ
Αρέσει σε %d bloggers: