ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ.

 

 

Ερώτησις. Δεν μπορεί άραγε ή ψυχή να καθαρθεί, διατηρώντας σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο;

Απόκρισης. Δένδρου, πού ποτίζεται καθημερινώς, ξηραίνεται ποτέ ή ρίζα του; Και σκεύος του οποίου το περιεχόμενο αυ­ξάνεται καθημερινώς,  αδειάζει πότε; Αν ή  καθαρότης δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το να λησμονήσει κάποιος την συναναστροφή με την ελευθεριότητα και να έξέλθη από τις συνήθειες της, πώς και πότε θα θέληση να καθαρθεί ή ψυχή του όποιος επαναφέρει πρακτικώς, είτε στον εαυτό του είτε σε άλλους, δια των αισθήσεων την ανάμνηση της παλαιάς συνήθειας μέσα του, δηλαδή την γνώση της κακίας; Πότε μπορεί να καθαρθεί ή ψυχή του άπ’ αυτό ή πότε μπορεί να απαλλαγή από τα εξωτερικά ανταγωνίσματα, για να δή επί τέλους τον εαυτό του; Αν ή καρδιά του ρυπώνεται καθημε­ρινώς, πότε θα καθαριστή από τον ρύπο; Δεν μπορεί ούτε καν ν’ αντισταθεί προς την εξωτερική επενέργεια, πόσο μάλ­λον δεν μπορεί να καθαρίση την καρδιά του, διότι ευρίσκε­ται στην μέση του στρατοπέδου και περιμένει καθημερινώς ν’ ακούσει ξαφνικά την αναγγελία του πολέμου· και πώς λοι­πόν τολμά να κήρυξη την ειρήνη στην ψυχή του; Μόνο αν απομακρυνθεί άπ’ αυτά, τότε μπορεί επί τέλους να ηρέμηση βαθμιαίως στο εσωτερικό του· διότι, όσο ό ποταμός δεν φράσσεται από επάνω, τα ύδατα του δεν ξηραίνονται παρα­κάτω. Όταν μεταβεί κάποιος στην ησυχία, τότε ή ψυχή μπορεί να διακρίνει τα πάθη και να διερεύνηση με σύνεση την σοφία της. Τότε καί ό εσωτερικός άνθρωπος αφυπνίζεται για την πνευματική εργασία καί ήμερα με την ήμερα αντι­λαμβάνεται την κρυφή σοφία πού ανθεί μέσα στην ψυχή του.

Eερώτησις. Ποια είναι τα ακριβή τεκμήρια και τα σαφή σημεία, από τα όποια και δια των οποίων αισθάνεται κανείς ότι άρχισε να βλέπη μέσα στην ψυχή του καρπό μυ­στικό;

Απόκρισης. α’. Όταν αξιωθεί κανείς της χάριτος των πολ­λών δακρύων πού τρέχουν αβίαστα. Διότι τα δάκρυα έχουν τεθεί στην διάνοια σαν όριο μεταξύ των σωματικών και των πνευματικών, μεταξύ της εμπάθειας και της καθαρότητας. Μέχρι πού να δεχθεί κανείς τούτο το χάρισμα, ή ενέργεια του έργου του ευρίσκεται ακόμη στον εξωτερικό άνθρωπο και δεν αισθάνθηκε ακόμη καθόλου την ενέργεια των μυστικών του πνευματικού ανθρώπου. Όταν όμως αρχίσει να αφήνει τα σωματικά πράγματα του παρόντος κόσμου και φαίνεται να διαβαίνει προς τον χώρο εκείνον πού είναι έξω από την φύση, αμέσως φθάνει σ’ αυτήν την χάρι των δακρύων. Τα δάκρυα αρχίζουν από την πρώτη μονή της κρυφής διαγω­γής και τον οδηγούν στην τελειότητα της αγάπης του Θεού. Και όσο προχωρεί προς τα εκεί, τόσο πλουτεί σ’ αυτά, ώστε λόγω της αφθονίας των να τα πίνη με την τροφή και το ποτό του.

β’. Το γνήσιο σημείο είναι τούτο, ότι εξήλθε ή διάνοια από τον κόσμο τούτον και αισθάνθηκε τον κόσμον εκείνον τον πνευματικό. Όσο πλησιάζει τούτον τον κόσμο με την διά­νοια του ό άνθρωπος, τόσο ελαττώνονται τα δάκρυα του, και όταν ή διάνοια στερηθεί τελείως τούτων των δακρύων, αυτό είναι σημείο ότι ό άνθρωπος έχει ταφή στα πάθη.

γ’. Υπάρχουν δάκρυα πού καίουν και δάκρυα πού τρέ­φουν. Έτσι, όλα τα δάκρυα πού εξέρχονται από την κατάνυξη της αγνής καρδίας λόγω των αμαρτιών ξηραίνουν το σώμα και το καίουν, πολλές φορές μάλιστα και το ίδιο το ηγεμονικό αισθάνεται σαν να υφίσταται κάποια βλάβη από την έξοδο τους. Πρώτα λοιπόν αναγκαστικά ό άνθρωπος συναντά αυτήν την τάξη των δακρύων, και από αυτά του ανοί­γεται ή θύρα να είσέλθη στην δεύτερη τάξη, πού είναι ανώ­τερη άπ’ αυτήν αυτή είναι ή χώρα της χαράς, όπου ό άν­θρωπος δέχεται το έλεος του Θεού. Αυτά είναι τα δάκρυα πού χύνονται από την σύνεση, πού και ομορφαίνουν και τρέ­φουν το σώμα. Κατεβαίνουν μόνα τους αβίαστος, και όχι μόνο, όπως λέχθηκε, τρέφουν το σώμα του ανθρώπου, άλλα και αλλοιώνουν την δράση του. Διότι, λέγει, «όταν ευ­φραίνεται ή καρδιά, το πρόσωπο είναι θαλερό, ενώ Όταν λυπήτε, είναι σκυθρωπό».

Ερώτησις. Ποια είναι ή άνάστασις της ψυχής, για την οποία ό απόστολος λέγει, «αν συναναστηθήκατε με τον Χριστό»

 

Απόκρισης. Λέγοντας ό απόστολος, «ό Θεός πού είπε να λάμψη από το σκότος φως, αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας», έδειξε ότι άνάστασι ψυχής ονομάζει την έξοδο από την παλαιότητα, ώστε ό άνθρωπος να γίνη νέος, μη έχοντας τίποτε κοινό με τον παλαιό άνθρωπο, όπως λέγει και ό προφήτης· «και θα τους δώσω νέα καρδιά και νέο πνεύμα»

Ερώτησις. Ποια είναι εν συντομία ή δύναμις της πράξεως της ησυχίας;

Απόκρισης. Ή ησυχία νεκρώνει τις εξωτερικές αισθήσεις και διεγείρει τις εσωτερικές κινήσεις, ενώ ή συναναστροφή με τα εξωτερικά ενεργεί τα αντίθετα τούτων, δηλαδή διεγείρει τις εξωτερικές αισθήσεις και νεκρώνει τις εσωτερικές κινή­σεις.

Ερώτησις. Ποια είναι ή αίτία των οράσεων και των αποκαλύψεων, διότι μερικοί βλέπουν,  ενώ άλλοι πού κο­πιάζουν περισσότερο άπ’ αυτούς δεν δέχονται την ενέργεια της οράσεως;

Απόκρισης. α’. Οι αιτίες των είναι πολλές. Άλλες άπ’ αυ­τές είναι οικονομικές, χάριν του κοινού λάου, και άλλες εί­ναι ενισχυτικές, για την παρηγοριά των ασθενών, την ενθάρρυνση και την διδαχή.

β’. Κατά πρώτον, όλα αυτά οικονομούνται για τους ανθρώ­πους από το έλεος του Θεού καί κυρίως τα πράγματα αυτά ρυθμίζονται κατά τις τρεις τάξεις των ανθρώπων προς τους απλούστερους καί υπερβολικά άκακους, προς τους τελείους καί αγίους, προς εκείνους πού από θερμό ζήλο για τον Θεό καί απογοήτευση από τον κόσμο απαρνήθηκαν τελείως καί αναχώρησαν από την συναναστροφή των ανθρώπων καί ακολούθησαν τον Θεό, μη περιμένοντας καμιά βοήθεια από τα ορατά πράγματα, τώρα όμως τους καταλαμβάνει δει­λία λόγω της απομονώσεως των ή τους περισφίγγει ό κίνδυ­νος θανάτου από τον λιμό ή την αρρώστια ή από κάποια περίσταση καί θλίψη, ώστε να αγγίξουν τα όρια της απογνώσεως. Οί παρακλήσεις λοιπόν πού γίνονται προς ανθρώπους αυτού του είδους, ενώ δεν γίνονται προς άλλους πού τους ξεπερνούν αυτούς σε ασκήσεις, είναι αποτέλεσμα της συνει­δήσεως.

γ’. Ή δεύτερη αίτία είναι ακριβώς αυτή Όταν κανείς δέχε­ται παρηγοριά από άνθρωπο ή από κάποιο ορατό πράγμα, δεν του συμβαίνουν τέτοιες αποκαλυπτικές παρακλήσεις, παρά μόνο για κάποια οικονομία χάριν του κοινού. Εμείς όμως ομιλούμε εδώ περί των αναχωρητών. Μάρτυς των λε­γομένων είναι ένας από τους πατέρες, πού παρεκάλεσε τον Θεό για τέτοια όραση, άλλ’ άκουσε, σου αρκεί ή παρηγοριά καί ή συνομιλία με τους ανθρώπους

δ’. Κάποιος άλλος πατήρ αυτής της κατηγορίας, όταν ήταν σε αναχώρηση κι’ ζούσε με την συντροφιά της απομονώσε­ως, κάθε ώρα απήλαυσε της παρηγοριάς της χάριτος των οράσεων, όταν όμως πλησίασε τον κόσμο κι’ ζήτησε την χάρι, όπως συνήθιζε, δεν την έλαβε. Παρακάλεσε λοιπόν τον Θεό να του δήλωση την αιτία, λέγοντας· Μήπως, Κύ­ριε, απομακρύνθηκε από εμένα ή χάρις λόγω της αποδοχής του επισκοπικού αξιώματος;. Και του λέχθηκε· Όχι’. Αυτό λοιπόν συμβαίνει, διότι ό Θεός προνοεί υπέρ των ερη­μιτών και τους αξιώνει τέτοιες παρηγοριές. Δεν μπορεί όμως να έχη κάποιος άνθρωπος ορατή παρηγοριά καί συγ­χρόνως να δέχεται καί την πνευματική, έκτος αν πρόκειται για κάποια από τις παραπάνω οικονομίες, κρυμμένη καί μόνο σ’ αυτόν πού οικονομεί τέτοια πράγματα γνωστή.

Ερώτησις. Είναι το ίδιο όρασης καί αποκάλυψις, ή όχι;

Απόκρισης. όχι, διαφέρουν. Ό όρος αποκάλυψις πολ­λές φορές λέγεται καί για τα δύο επειδή δηλαδή φανερώ­νεται το κρυπτό, κάθε όρασης λέγεται αποκάλυψις, ή αποκάλυψις όμως δεν λέγεται δράσης. Ή αποκάλυψις αναφέρεται κυρίως στα γινωσκόμενα καί υπό του νου γευόμενα καί νο­ούμενα, ενώ ή δράσης γίνεται με κάθε τρόπο, σαν σε εικόνα καί τύπο, όπως συνέβαινε παλαιά με τους αρχαίους, είτε σε βαθύ ύπνο είτε σε εγρήγορση, άλλοτε ακριβώς καί άλλοτε κατά φαντασία καί αμυδρώς. Γι’ αυτό πολλές φορές ούτε ό ίδιος ό βλέπων γνωρίζει αν θεωρεί σε κατάσταση εγρηγόρσεως ή ύπνου. Μερικές φορές είναι δυνατό ν’ ακούει κά­ποια φωνή για βοήθεια, άλλοτε να βλέπη κάποιον συμβολι­κό τύπο καί άλλοτε καθαρότερα πρόσωπο με πρόσωπο. Τόσο ή δράσης, όσο καί ή ομιλία καί ή έρώτησις καί ή συνάντησης είναι δυνάμεις άγιες, πού βλέπονται από τους άξιους καί ενεργούν αποκαλύψεις. Αυτού του είδους οί υπο­θέσεις γίνονται σε ερημικότερους τόπους πού απέχουν από τους κατοικούμενους χώρους, όπου πολύ τις χρειάζεται ό άνθρωπος, διότι δεν έχει άλλη βοήθεια ή παρηγοριά λόγω του τόπου. Οι αποκαλύψεις όμως πού συλλαμβάνονται με τον νου γίνονται δεκτές δια της καθαρότητας και ανήκουν μόνο στους τελείους και γνωστικούς.

Ερώτησις. Ποιο είναι το σημείο του ότι έφθασε κάποιος στην καθαρότητα της καρδίας; Και πότε γνωρίζει ό άνθρωπος ότι έφθασε ή καρδιά του στην καθαρότητα;

Απόκρισης. Όταν θεωρεί όλους τους ανθρώπους καλούς και δεν του φαίνεται κανένας ακάθαρτος και βέβηλος, τότε είναι πράγματι καθαρός στην καρδιά. Διότι πώς αλλιώς εκπληρώ­νεται ό λόγος του αποστόλου πού λέγει· «να θεωρείται όλους γενικώς ανωτέρους σας» αν δεν φθάση κανείς με ειλικρι­νή καρδιά το λεγόμενο ότι «ό αγαθός οφθαλμός δεν βλέπει πονηρά»

ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: