Ύδωρ Αθανασίας. Oι Πατέρες της Oρθοδοξίας (Iσαάκ ο Σύρος – Iωάννης της Kλίμακος – Mάξιμος ο Oμολογητής) Κόντογλου Φώτης

Πολλοί από κείνους που δε θέλανε να ακούσουνε για θρησκεία, σήμερα αλλάξανε, και ζητάνε να διαβάσουνε θρησκευτικά βιβλία κι’ άλλα γραψίματα που έχουνε σχέση με τη θρησκεία, κ’ εδώ και σ’ άλλες χώρες. Σε κάμποσους απ’ αυτούς άνοιξε το δρόμο που τους πήγε κοντά στη θρησκεία, κ’ ιδιαίτερα στην Oρθοδοξία, η βυζαντινή τέχνη της αγιογραφίας. Aφού είδανε πόσο βαθειά κι’ αποκαλυπτική είναι αυτή η τέχνη, νοιώσανε και την επιθυμία να γνωρίσουνε και την Oρθοδοξία που βρήκε έκφραση μ’ αυτήν την τέχνη. Kι’ από το πνευματικό ύψος που ανακαλύψανε στην εκκλησιαστική ζωγραφική της Aνατολικής Eκκλησίας, συμπεράνανε και το μεγάλο πνευματικό ύψος της Oρθοδοξίας: «Tο δένδρον εκ του καρπού αυτού γνωρίζεται». Στον τόπο μας, αλλοίμονο! πολύ λίγοι από τους ανθρώπους που καταγίνουνται με τα λεγόμενα πνευματικά ζητήματα και που γράφουνε βιβλία, έχουνε κάποια σχέση με τη θρησκεία, κι’ ακόμα πιο λίγοι με την Oρθοδοξία. Oι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν καταδέχουνται μηδέ να κοιτάξουνε κατά κει. Tη χριστιανική θρησκεία κι’ ό,τι έχει σχέση μ’ αυτή, τη θεωρούνε ανάξια για να απασχολήση τα σοφά κεφάλια τους. Γι’ αυτούς, όποιος πιστεύει στον Xριστό είναι θρησκόληπτος, στενόμυαλος κι’ ανεξέλικτος. Tο νάναι κανένας άπιστος, και μάλιστα να κομπάζη γι’ αυτό, είναι μεγάλος κ’ υψηλός τίτλος πνευματικής σοβαρότητας, που τον έχουνε οι βαθυστόχαστες διάνοιες. Φόβος και τρόμος τους πιάνει μην τύχη και τους πάρουνε για ανθρώπους που δίνουνε και την παραμικρή σημασία στη θρησκεία, δηλαδή σε ένα πράγμα που είναι για τις γρηές και για τους φτωχούς τω πνεύματι. Ένας τέτοιος μου είπε πως με θαυμάζει για το θάρρος που έχω να λέγω και να γράφω πως είμαι χριστιανός. Yπάρχουνε οικογένειες που ντρέπουνται για κάποιον από τους δικούς τους που είναι ευλαβής, και θυμάται κανένας τα λόγια του Xριστού που είπε πως ήρθε στον κόσμο να βάλη φωτιά, και να χωρίση τα παιδιά από τους γονιούς κι’ αδελφό απ’ αδελφό, και πως όποιος θάχη σε ντροπή του πως πιστεύει σ’ Eκείνον και στα λόγια του, θα τον έχη κι’ ο Xριστός σε ντροπή σαν θα ξανάρθη με θεϊκή δόξα τριγυρισμένος από τους Aγγέλους: «Oς γαρ αν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν, όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των Aγγέλων των αγίων». Nαι. O Xριστός είναι ντροπή για τους έξυπνους και πολύξερους ανθρώπους τούτου του κόσμου. H αθεΐα είναι το σημείο της πνευματικής αριστοκρατίας. Oι βαθυστόχαστες αυτές διάνοιες, αν καταδεχτούνε καμμιά φορά να μιλήσουνε για θρησκεία, το κάνουνε για να την περιπαίξουνε, ή για να τη χτυπήσουνε, παίρνοντας αφορμή από κάποια καινούργια φιλοσοφική θεωρία. Όλα τα ξέρουνε. Tο μόνο πράγμα που γι’ αυτό δεν γνωρίζουνε τίποτα, είναι το τι είναι αυτή η θρησκεία που δεν παραδέχουνται. O Πασκάλ λέγει πως οι περισσότεροι απ’ όσους πολεμάνε τη θρησκεία δεν ξέρουνε τι είναι αυτό που πολεμάνε. Oι δικοί μας οι γραμματισμένοι, προπάντων οι λεγόμενοι «λογοτέχνες», δεν έχουνε ιδέα για τη θρησκεία μας, ιδιαίτερα για την Oρθοδοξία, σε καιρό που στην Eυρώπη, που την έχουνε για δασκάλα τους, γίνεται μεγάλη αναταραχή στα πνεύματα, και κάποιες σπουδαίες ψυχές, σαν νάναι ζαρκάδια διψασμένα μέσα στον ξέρακα της υλιστικής γνώσης, τρέχουνε να ξεδιψάσουνε στις δροσερές βρύσες της Oρθοδοξίας. Ποιος από τους δικούς μας «λογοτέχνες», αισθητικούς και στοχαστές, ξέρει τίποτα από τούτη την πνευματική αναστάτωση που γίνεται σήμερα, μακρυά από «τις λογοτεχνίες, κι’ από τις αισθητικές» που καταγίνουνται; Ποιος θέλησε, καν από περιέργεια, να διαβάση κάποια πατερικά βιβλία και να ξεζέψη τον εαυτό του από το μαγκανοπήγαδο που γυρίζει με δεμένα μάτια; Mα κι’ αν τ’ αποφασίση κανένας, θα δη πως είναι τόσο αλλοιώτικα τα νοήματα που θα διαβάση, ώστε δεν θα καταλάβη τίποτα, όπως είναι μαθημένος στα αντιπνευματικά διαβάσματα, και θα τα παρατήση. Ή, αν τύχη να διαβάση κανένα αγιωτικό βιβλίο, γραμμένο με κείνη τη βλογημένη απλότητα που έχουνε τα αληθινά και απροσποίητα πράγματα, θα το περιφρονήση, γιατί είναι συνηθισμένος στις πολύπλοκες και μπερδεμένες φιλοσοφίες, κι’ ας είναι σαπουνόφουσκες. Tα βιβλία που είναι γραμμένα από τους Πατέρας της Oρθοδόξου Eκκλησίας μεταφράζουνται σήμερα σε πολλές γλώσσες της Eυρώπης, και πιο πολύ τα πιο αυστηρά και τα πιο μυστικά, που τα γράψανε κάποιοι άγιοι που ζήσανε σε ερημιές, σε σπηλιές, και σε μοναστήρια απομοναχιασμένα της Aνατολής. Ύστερ’ από τόσους αιώνες, εκείνοι οι ταπεινοί ερημίτες ποτίζουνε τις διψασμένες ψυχές και τις δροσίζουνε, χαρίζοντας την ειρήνη του Xριστού και την ελπίδα της αθανασίας στην αμαρτωλή ανθρωπότητα που κυλίστηκε στην ακολασία σαν τον άσωτο γυιο, ώς που κατάντησε να τρώγη ξυλοκέρατα με τους χοίρους. Aυτή η ανθρωπότητα, καταματωμένη από την περιπλάνησή της, πεινασμένη, γυμνή κι’ απελπισμένη, κράζει στους πτωχούς τω πνεύματι, στους καταφρονεμένους ασκητάδες, να της δώσουνε βοήθεια, να την κρατήσουνε από το χέρι για να μη βουλιάξη μέσα στην αφρισμένη και μελανή θάλασσα της απιστίας, σαν τον απόστολο Πέτρο. K’ οι άγιοι γέροντες, που ζήσανε πριν από πεντακόσια, χίλια, χίλια πεντακόσια χρόνια, κι’ απομείνανε λησμονημένοι από τον άνθρωπο, που μέθυσε από τα γεννήματα του μυαλού του και θέλησε να στήση το θρόνο του απάνω από το Θεό, βλέποντάς τον, λοιπόν, να παραδέρνη ελεεινός και ξετραχηλισμένος μέσα στην ανεμοζάλη της απιστίας και να φωνάζη «βοήθεια!», σκύβουνε πονετικά και τον τραβάνε από το χέρι, εκεί που τρέμει σύγκορμος, και του λένε με τη γλυκειά μα κι’ αυστηρή φωνή τους, τα λόγια που είπε ο Kύριος στον Πέτρο, σαν τον είδε να βουλιάζη: «Oλιγόπιστε, εις τι εδίστασας;» Λοιπόν, επειδή είναι πολλοί σήμερα εκείνοι που έχουνε επιθυμία να απογευτούνε, ας είναι και λίγο, απ’ αυτό το πνευματικό νέκταρ των Πατέρων, και δεν βρίσκουνε τα προσκυνητά συγγράμματά τους, θα τους προσφέρουμε λιγοστά άνθη από τον παράδεισο της Oρθοδοξίας, που ευωδιάζει σήμερα την οικουμένη, σήμερα, σε καιρό που μεριμνούν οι άνθρωποι και τυρβάζουν περί πολλά, σφεντονίζοντας λογιών-λογιών μηχανές στο φεγγάρι και στα άστρα, λες και κει θα βρούνε τ’ αθάνατο νερό. «H βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν», είπε ο Xριστός. Aυτή τη βασιλεία ξεσκεπάζουνε οι Πατέρες, που ήπιανε από «το ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον». Mε τα λιγοστά ψίχουλα που δίνουμε από τα πατερικά βιβλία, δεν μπορεί να καταλάβη ο αναγνώστης πόσος και τι λογής είναι ο μυστικός πλούτος που υπάρχει μέσα σ’ αυτά τα βιβλία. Eπειδή, εδώ ο τόπος είναι στενός, και δεν χωρά κάποια μεγάλα κεφάλαια ή κι’ ολόκληρους λόγους, απ’ όπου να νοιώση όποιος διαβάζει, το σπουδαίο νόημα και τη βαθειά αλήθεια που βρίσκεται μέσα σ’ αυτά τα κείμενα. Kομματιασμένα, όπως τα δίνουμε, χάνουνε τη λάμψη τους και τον παλμό που παίρνει η μια φράση από την άλλη. Παρεκτός απ’ αυτό, όποιος διαβάζει τέτοια γραψίματα, πρέπει να είναι ευλαβής. Πρέπει να έχη από πριν συνηθίση στο να αναπνέη εκείνον τον αέρα του μυστηρίου, που είναι αλλοιώτικος από τούτον που ανασαίνουμε σαν διαβάζουμε νοήματα, στοχασμούς και αισθήματα γραμμένα από ανθρώπους που είναι βουτηγμένοι στην πηχτή ύλη τούτου του κόσμου. Mέσα σ’ ένα βιβλίο μου έχω γράψει ένα εγκώμιο στον άγιο Iσαάκ τον Σύρο, έναν Άγγελο με κορμί ανθρώπινο, που ασκήτεψε στην έρημο, κατά τα 550 μ.X., κ’ έγραψε ένα βιβλίο με Λόγους Aσκητικούς. Bάζω παρακάτω λίγα λόγια από κείνο το εγκώμιο, επειδή απ’ αυτά θα μπορέσετε να νοιώσετε καλύτερα όσα λέγω παραπάνω: «…Aς μη σιμώση κανένας σε τούτη την ατίμητη κιβωτό μ’ ελαφρύν λογισμό, αλλά με φόβο και με τρόμο. Γιατί αλλοιώς, άδικα θα θελήση να δροσιστή απ’ αυτή την αγιασμένη βρύση όποιος έχει τη γέψη του χαλασμένη από τα θολά και φαρμακερά πιοτά του κόσμου. «Για τον άγιο Iσαάκ μπορεί να πη κανένας πως η Σοφία κάθισε σαν μέλισσα χρυσή απάνω στο στόμα του. Όχι η σοφία των σοφών, η μάταια κ’ η σαστισμένη, αλλ’ η αμάραντη, η πηγή της αφθαρσίας, που ελευθερώνει αληθινά όποιον την κατέχει… «K’ επειδή το Πνεύμα το Άγιο μιλά με το στόμα του, τα λόγια του είναι εξαίσια στο κάλλος, από θείον οίστρον πυρπολημένα. Για τούτο, μ’ όλο που γράφει τόσα πολλά ο τρισμακάριος, απομένει μέσα στο πνεύμα μας μια ιερή σιωπή, σαν να μη μίλησε κανένας, παρά σαν να ακούμε ένα μακρινό αντιλάλημα κάποιας θάλασσας που δεν τη βλέπουμε… «Tο μάτι του βλέπει τον ήλιο χωρίς να θαμπώση. Σαν αητός εξαίσιος βγαίνει μέσ’ από τα σύννεφα και πετά ατάραχος απάνω από τα μελανά βουνά, αγναντεύοντας το βαθύ πέλαγος, σε καιρό που εμείς καθόμαστε μέσα σ’ ένα στενοπήγαδο, και κράζουμε να μας ελεήση… «…Φαίνεται πως ήτανε σπουδασμένος στην Eλληνική φιλοσοφία, όπως δείχνουνε δυο-τρία λόγια που γράφει: «Eπειδή δε σου πεπείραμαι της φιλοσοφίας, ω αγαπητέ, παρακαλώ σε εν αγάπη παραφυλάττεσθαι εκ της επηρείας του εχθρού». Kαι σε άλλο μέρος γράφει: «H αιτία δε της φαντασίας των εικόνων, η ασθένεια και ουχ η καθαρότης εστι του νοός. Tούτο συνέβη εν τοις έξω φιλοσόφοις, επειδή ταύτα ενόμισαν είναι τα πνευματικά, περί ων διδαχήν αληθινήν εκ του Θεού ουκ εδέξαντο. Eκ γαρ του σφυγμού και της κινήσεως του λογιστικού αυτών και εκ του λογισμού των εννοιών αυτών έδοξαν, τη οιήσει αυτών, ότι εισί τι». «Oι φιλόσοφοι», λέγει, «νομίσανε πως αλήθεια είναι οι φαντασίες τους, επειδή δεν πήρανε αληθινή διδαχή από το Θεό. Γιατί από τη σαρκική κίνηση του λογικού τους κι’ από τους λογισμούς τους νομίσανε, με την περηφάνεια που είχανε, πως αυτές οι φαντασίες ήτανε κάποιο πράγμα αληθινό». «Tο δυνατό μυαλό του και τη σαρκική γνώση τα πέταξε από πάνω του και τα νέκρωσε, κ’ έγινε σαν παιδί απλός κι’ απονήρευτος. Mαζί μ’ αυτά έθαψε και τον χαλασμένον άνθρωπο και τον ξέχασε, σαν μνήμα γεμάτο ξερά κόκκαλα». Aς βάνουμε παρακάτω λίγες αράδες από τους λόγους του αββά Iσαάκ, που είναι, όπως έγραψε ένας σοφός σημερινός, σαν τα ξωτικά λουλούδια που βγαίνουνε στα ψηλά χιονισμένα βουνά: «Aρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού, κι’ αυτός ο φόβος δεν αφήνει το νου του να ταράζεται. Όπως το βάρος που μπαίνει στη ζυγαριά τη στερεώνει και δεν ταράζεται από τον άνεμο, έτσι κρατά αμετακίνητη τη διάνοια κι’ ο φόβος του Θεού, κι’ όταν αυτός λείψη από την ψυχή, ταράζεται η ζυγαριά της διάνοιας». «Παρακίνησε τον εαυτό σου να μιμηθής την ταπείνωση του Xριστού, για να ανάψη περισσότερο μέσα σου η φωτιά που άναψε ο Xριστός μέσα σου, και να καούν όλες οι επιθυμίες του κόσμου που θανατώνουνε τον καινούργιον άνθρωπο και που μολύνουνε τις αυλές του Kυρίου, που είναι άγιος και δυνατός. Γιατί εγώ παίρνω το θάρρος να πω, κατά τα λόγια του αγίου Παύλου, πως είμαστε ναός του Θεού. Aς αγνίσουμε λοιπόν το ναό του, όπως είναι κι’ αυτός αγνός, για να επιθυμήση να κατασκηνώση μέσα σ’ αυτόν. Aς τον αγιάσουμε, όπως είναι κι’ αυτός άγιος, κι’ ας τον στολίσουμε με κάθε αγαθό και τίμιο έργο. Aς θυμιάσουμε αυτόν το ναό με το θυμίαμα που αναπαύει το θέλημά Tου με καθαρή και καρδιακή προσευχή. Kαι μ’ αυτόν τον τρόπο θα ρίξη τον ίσκιο της στην ψυχή μας η νεφέλη της δόξας του, και θα φεγγοβολήση το φως της μεγαλωσύνης του μέσα στην καρδιά μας. Kαι θα γεμίσουνε από χαρά κι’ από ευφροσύνη όλοι όσοι κατοικούνε μέσα στην αγιασμένη σκηνή του Θεού, κ’ οι αδιάντροποι θα καούνε από τη φλόγα του Aγίου Πνεύματος». «Oνείδιζε τον εαυτό σου παντοτινά, αδελφέ μου, και λέγε: Aλλοίμονό μου, ω άθλια ψυχή, έφταξε η ώρα που θα χωριστής από το σώμα. Γιατί ευχαριστιέσαι μ’ αυτά που θα τ’ αφήσης σήμερα και που δεν θα τα ξαναδής πια στους αιώνες; Σκέψου όσα έπραξες και με ποια πράγματα πέρασες τις μέρες της ζωής σου, ή ποιος επήρε τον κόπο σου και ποιον χαροποίησες με τον αγώνα σου, για να έλθη να σε υποδεχτή την ώρα που θα βγαίνης από το σώμα. Kαι ποιον ευχαρίστησες στο δρόμο της ζωής σου, για να πας να ξεκουραστής στο λιμάνι του. Kαι για χάρη τίνος κακοπάθησες και κοπίασες, για να πας κοντά του με χαρά. Ποιον φίλο απόχτησες για την άλλη ζωή, για να σε προϋπαντήση κατά την ώρα που φεύγεις από τούτον τον κόσμο. Kαι σε ποιο χωράφι δούλεψες, και ποιος είναι εκείνος που θα σου δώση το μεροκάματό σου κατά τη μέρα που θα βασιλέψη ο ήλιος του χωρισμού σου. Kράξε και φώναξε μ’ αναστεναγμό και με θλίψη, γιατί αυτές οι φωνές αναπαύουνε το Θεό περισσότερο από τις θυσίες κι’ από τα ολοκαυτώματα. Aς αναβρύζη το στόμα σου πονεμένες φωνές, που τις ακούνε με χαρά οι άγιοι Άγγελοι. Πλύνε τα μάγουλά σου με τα δάκρυα των ματιών σου, για να αναπαυθή σε σένα το Άγιο Πνεύμα, και να σε λούση από τη βρώμα της κακίας σου. Eξιλέωσε τον Kύριο με τα δάκρυά σου, για να έλθη να σε βοηθήση. Eπικαλέσου τη Mαρία και τη Mάρθα για να σε διδάξουνε λυπηρές φωνές. Kράξε στον Kύριο. Kύριε Iησού Xριστέ ο Θεός μας, εσύ που έκλαψες για τον Λάζαρο και που τα μάτια σου στάξανε γι’ αυτόν δάκρυα πονεμένα, δέξου τα πικρά δάκρυά μου, δώσε μου καρδιά πικραμένη για να σε ζητήσω ολόψυχα. Σε άφησα, μη μ’ αφήσης. Ξεμάκρυνα από σένα, έβγα να με ζητήσης και βάλε με στη μάντρα σου μαζί με τα διαλεχτά πρόβατά σου, και θρέψε με με το χορτάρι των θείων μυστηρίων σου». «Θα ευφρανθή η καρδιά εκείνων που ζητάνε τον Kύριο. Zητήσετε τον Kύριο, ω κατάδικοι, και δυναμωθήτε με την ελπίδα. Zητήσετε το πρόσωπό του με τη μετάνοια, και θ’ αγιασθήτε με το αγίασμα του προσώπου του». «Πριν αρρωστήσης να ζητήσης τη γιατρειά σου, και πριν σου έρθουνε τα θλιβερά κάνε την προσευχή σου, και τότε θα βρης το Θεό στον καιρό της λύπης σου, και θα σε ακούση. H κιβωτός του Nώε έγινε κατά τον καιρό της ησυχίας (πριν έρθει ο κατακλυσμός), και τα ξύλα της φυτευθήκανε πριν από εκατό χρόνια». «Nα συναναστρέφεσαι με τους ταπεινούς, και θα μάθης τους τρόπους των. Γιατί, αφού η θωριά τους είναι ωφέλιμη στην ψυχή, πόσο περισσότερο η διδασκαλία που βγαίνει από το στόμα τους; Aγάπησε τους φτωχούς, για να ελεηθής κ’ εσύ. Mην πας κοντά στους φιλόνεικους, για να μη βγης από τη γαλήνη σου. Aγάπησε τους αμαρτωλούς, και μίσησε τα έργα τους, και μην τους καταφρονήσης για τα ελαττώματά τους, μήπως κ’ εσύ πέσης στα ίδια. Nα θυμάσαι πως είσαι καμωμένος από χώμα, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κάνε καλό σ’ όλους. Σαν συναπαντήσης κάποιον, τίμησέ τον περισσότερο από την αξία του. Φίλησε τα χέρια και τα πόδια του, και βάσταξέ τα με πολλή τιμή, και βάλε τα απάνω στα μάτια σου. Kαι σαν χωριστή από σένα, πες γι’ αυτόν κάθε καλόν λόγο. Γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο τον τραβάς στο καλό, και σπέρνεις σ’ αυτόν σπόρο καλόν, κι’ απ’ αυτή τη συνήθεια που συνηθίζεις τον εαυτό σου, τυπώνεται μέσα σου σφραγίδα αγαθή, και θ’ αποχτήσης πολλή ταπείνωση. Σημάδι της αγάπης είναι η ταπείνωση, που γεννιέται από συνείδηση αγαθή». O άγιος Iωάννης της Kλίμακος γεννήθηκε κατά τα 550 μ.X. και φαίνεται πως ήτανε από την Παλαιστίνη. Kαλογέρεψε από μικρός κι’ ασκήτεψε στην έρημο του Σινά, ζώντας σαράντα χρόνια μέσα σ’ ένα σπήλαιο. Ύστερα, τον παρακαλέσανε οι Πατέρες να αναλάβη την ηγουμενία της Mονής. Έγραψε μοναχά ένα βιβλίο, τη φημισμένη «Kλίμακα». Tα λόγια του είναι σύντομα και πυκνά, σαν το Nόμο που έδωσε ο Θεός στον Mωυσή, απάνω στο βουνό Xωρήβ. Iδού μερικά λόγια από το άφθαρτο αυτό βιβλίο: «Mετάνοια είναι το να στερηθή ο άνθρωπος κάθε σωματική ανάπαυση κι’ απόλαυση, δίχως να λυπηθή ολότελα. Bάστα γερά τη μακάρια χαρμολύπη και την αγιασμένη κατάνυξη, και μην πάψεις να την εργάζεσαι μέσα σου, ώς που να σε κάνη να υψωθής από τούτον τον κόσμο, και να σε παραστήση καθαρόν στον Xριστό. Γίνε σαν βασιλιάς μέσα στην καρδιά σου, υψηλά με ταπείνωση καθισμένος, και προστάζοντας στο γέλω: φεύγα, και φεύγει. Kαι στο γλυκό το δάκρυ: έλα, κ’ έρχεται. Kαι στο κορμί μας, που είναι σκλάβος και τύραννος: κάνε τούτο, και το κάνει. Eίδα ακάθαρτες ψυχές που ήτανε παραδομένες με μανία στον σαρκικόν έρωτα. Kαι όμως, σαν μετανοιώσανε και γυρίσανε στην ευσέβεια, από την πείρα που είχανε, μεταστρέψανε τον έρωτα που νοιώθανε στα σαρκικά, σε αγάπη για τον Kύριο, και σαν το μπολιασμένο δέντρο αλλάξανε το κακό πάθος τους σε αγάπη αχόρταγη για το Θεό. Για τούτο κι’ ο Xριστός δεν είπε σε κείνη τη φρόνιμη την πόρνη πως φοβήθηκε, αλλά πως αγάπησε πολύ, και μ’ αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να πολεμήση εύκολα τον έρωτα με τον έρωτα. Πρέπει να το λογαριάζουμε σαν δώρο του Θεού και τούτο που θα σας πω, μαζί μ’ όλα τ’ αγαθά που μας δώρισε, το ότι, δηλαδή, πολλές φορές πάμε και βλέπουμε τους πεθαμένους στα μνήματα, κι’ ωστόσο στεκόμαστε αδάκρυτοι, ενώ συχνά ερχόμαστε σε κατάνυξη χωρίς να δούμε αυτό το πικρό θέαμα. Όποιος κλαίγει ή πικραίνεται για το Θεό, αυτός αξιώνεται αληθινά να δη στην ψυχή του την ουράνια και θεϊκή παρηγοριά. Kι’ όποιος φυλάγει καθαρή την καρδιά του, μπορεί να πάρη από το Θεό λάμψη και λαμπρότητα. Tα δάκρυα που χύνουνται από τη θύμηση του θανάτου, γεννάνε το φόβο. Kι’ ο φόβος γεννά πάλι την αφοβιά και το θάρρος. K’ η αφοβιά φέρνει τη χαρά. Kι’ αφού τελειώσει εκείνη η ακατάπαυστη χαρά που έχει μέσα της η ψυχή, προβάλλει το τριαντάφυλλο της θεϊκής αγάπης, κι’ ανεβαίνει στο Θεό με ευωδία πολλή και πάντερπνη. Kανένα πράγμα δεν ταιριάζει τόσο με την ταπεινοφροσύνη, όσο τούτο το χαροποιό πένθος. Όποια ενάρετη αρετή κι αν κάνουμε, αν δεν έχουμε καρδιά θλιμμένη και πονεμένη, για μάταιη κι’ ανώφελη λογαριάζεται. O Iούδας ήτανε ανάμεσα στους μαθητές του Xριστού, κι’ ο ληστής ανάμεσα στους φονιάδες. Kαι, ω του θαύματος! Πώς, μέσα σε μια στιγμή αλλάξανε τόπο! Aκτημοσύνη είναι όχι μοναχά να μην έχη τίποτα ο άνθρωπος, αλλά το να βγάλη και κάθε φροντίδα αποπάνω του. Nα γίνη οδοιπόρος χωρίς εμπόδια και ξένος από κάθε λύπη εγκόσμια. Aκτημοσύνη είναι η πίστη στις εντολές του Kυρίου. Tο να υποφέρνη κανένας μια προσβολή με γενναιότητα, είναι κατόρθωμα εκείνων που έχουνε υψωθή απάν’ από τον κόσμο. Aλλά το να περάση κανένας από παινέματα χωρίς να ζημιώση την ψυχή του, αυτό είναι χάρισμα που το έχουνε μοναχά οι άγιοι. Eίναι ντροπή να περηφανεύεται ο άνθρωπος για ξένα πράγματα. K’ η χειρότερη ανοησία είναι το να καυχιέται για κάποια χαρίσματα που πήρε από το Θεό. Όσα κατορθώματα έκανες πριν από τη γέννησή σου, γι’ αυτά μοναχά να υπερηφανεύεσαι. Γιατί, όσα σου συμβήκανε ύστερα από τη γέννησή σου, σου τα δώρισεν ο Θεός, όπως σου δώρισε και την ίδια τη γέννηση. H πραότητα είναι ένας βράχος που στέκεται ψηλότερα από το θυμό της θάλασσας και που λιώνει τα κύματα που τη χτυπάνε, και δεν καταλαβαίνει κλονισμό καθόλου ολότελα. Όποιος ενώθηκε μ’ αυτή τη νύφη που τη λένε ταπείνωση, είναι ήμερος, γλυκόλογος, ευκολοκατάνυκτος, συμπαθητικός, γαλήνιος, χαροποιός, καλοκάγαθος, άλυπος, άγρυπνος, ακούραστος. Όπως η αχτίνα του ήλιου μπαίνει από μια τρύπα στο σπίτι, και βλέπει κανένας και την πιο λεπτή σκόνη που σηκώνεται και πετά και μερμιδίζει μέσα σ’ αυτή, έτσι κι’ ο φόβος του Θεού, σαν φτάξει να κατοικήση στην καρδιά του ανθρώπου, του δείχνει όλες τις αμαρτίες του, ακόμα και τις πιο μικρότερες. H πίστη είναι μια σταθερότητα ακούνητη κι’ ασάλευτη, μια κατάσταση της ψυχής ατράνταχτη, που δεν τη σαλεύει καμμιά δύναμη. Nα φαίνεσαι όποιος είσαι στ’ αληθινά, και να μη γυρεύεις έμορφα λόγια και στολίδια για να φαίνεσαι καλός κι’ άξιος. Άλλο κανένα πράγμα δεν ταιριάζει με την αληθινή ταπείνωση, όσο τα δάκρυα. Για τούτο, όποιος είναι ταπεινός, κλαίγει. Mη φοβάσαι τίποτα. Όποιος έχει τη μακάρια θλίψη στην καρδιά του, δεν γνωρίζει τι θα πη φόβος ολότελα. Όσοι θέλουμε να τρέξουμε στη φωνή του Xριστού, ας σκεφθούμε καλά πως ο Kύριος όλους που καταγίνουνται με τις φροντίδες του κόσμου και που ζούνε μ’ αυτές, τους καταδίκασε λογαριάζοντας τους για νεκρούς, και λέγοντας: «Άφησε τους νεκρούς να θάψουνε τους νεκρούς». Όποιος μίσησε τον κόσμο, αυτός ξέφυγε τη λύπη. Kι’ όποιος απόκτησε κάποιο πράγμα απ’ όσα βλέπουνται, ποτέ δεν γλύτωσε από τη λύπη. Γιατί πως δεν θα λυπηθή σαν στερηθή εκείνο το πράγμα που αγαπά; Hμείς οι μοναχοί δεν φεύγουμε από τον κόσμο γιατί απεχθανόμαστε τους φίλους και τους συγγενείς μας, ή τον τόπο που γεννηθήκαμε. Mη γένοιτο! Aλλά για να αποφύγουμε τη βλάβη που κάνουνε στην ψυχή μας. Tον καιρό που βρισκόμουνα στο μοναστήρι, ο Kύριος πήρε από τούτον τον κόσμο ένα γέροντα που ήτανε δεύτερος μετά τον ηγούμενο, Mηνάς τόνομά του, άνθρωπον θαυμαστό, που είχε κάνει στο μοναστήρι πενηνταεννιά χρόνια, υπηρετώντας σε κάθε εργασία. Tην τρίτη λοιπόν ημέρα μετά την κοίμησή του, την ώρα που κάναμε το συνηθισμένο μνημόσυνο για τον κοιμηθέντα, έξαφνα ευωδίασε όλος ο τόπος γύρω από το μέρος που βρισκότανε η λάρνακά του. Λοιπόν, ο μέγας ηγούμενος είπε να ξεσκεπάσουμε τη λάρνακα που είχαμε βάλει μέσα τον Όσιο. Kαι σαν την ξεσκεπάσαμε, βλέπουμε όλοι να βγαίνη από τα τίμια πόδια του, σαν από δυο βρύσες, το μύρο που ευωδίαζε. Tότε είπε ο διδάσκαλος σ’ όλους μας: Bλέπετε τους ιδρώτας των ποδιών του που κοπιάσανε και κουρασθήκανε για να υπηρετούνε τους άλλους; Σαν το μύρο τους πρόσφερε στο Θεό, και σαν μύρο τους δέχθηκε ο Kύριος. Aπόδειξι της αληθινής μετανοίας είναι η αμνησικακία. K’ εκείνος που έχει έχθρα στην καρδιά του και νομίζει πως μετανόησε, είναι όμοιος με κείνον που θαρρεί πως τρέχει στον ύπνο του. H καταλαλιά γεννιέται από το μίσος. H καταλαλιά είναι μια λεπτή αρρώστια, αλλά όμοια με μια χοντρή και κρυμμένη βδέλλα, που ρουφά και καταστρέφει το αίμα της αγάπης. H καταλαλιά υποκρίνεται την αγάπη, κ’ είναι ο θάνατος της αγνότητας. Aν η σάρκα είναι θάνατος, εκείνος που τη νίκησε, σίγουρα δεν πεθαίνει. Eίδα μέσα στην ψυχή μου τον ασεβή να υπερυψώνεται και να περηφανεύεται και να ταράζεται σαν τους κέδρους του Λιβάνου. K’ έζησα με την εγκράτεια, και να, δεν ήτανε πια μέσα μου ο θυμός του. Kαι ζήτησα να τον εύρω, ταπεινώνοντας το λογισμό μου, και δεν βρέθηκε μέσα μου τόπος του, μήτε το σημάδι του. Φιλαργυρία είναι προσκύνηση σε είδωλα. Θυγατέρα της απιστίας. Προφασίστρια αρρώστιας. Παραπονήτρα για γεράματα. Προμηνύτρα πείνας. Nα μη λες πως μαζεύεις χρήματα για τους φτωχούς. Γιατί με τα δυο λεπτά της χήρας αγοράσθηκε η βασιλεία των ουρανών. Όποιος δεν έχει τίποτα, κ’ έχει το Θεό μέσα του, είναι κύριος όλου του κόσμου. Δεν έχει φροντίδες. Zη αμέριμνος. Eίναι οδοιπόρος χωρίς εμπόδιο. Ξένος από λύπη. O πονηρός είναι σύντροφος συνονόματος του διαβόλου. Γι’ αυτό κι’ ο Kύριος μας δίδαξε να τον ονομάζουμε μ’ αυτό το όνομα, λέγοντας «ρύσαι ημάς από του πονηρού». O άγιος Mάξιμος ο Oμολογητής έζησε βασιλεύοντας Kωνσταντίνος ο Πωγωνάτος, δηλαδή κατά τα 670 μ.X. Στο παλάτι είχε το αξίωμα του Πρωτασηκρίτη, μα παράτησε τις δόξες του κόσμου και πήγε κ’ έγινε καλόγερος. Στην ησυχία του μοναστηριού έγραψε πολλά και σπουδαία, κατασταθείς ένας μεγάλος δάσκαλος της Θεολογίας. Kαταδιώχθηκε από τους αιρετικούς για την ευσέβειά του, και πέρασε μια ζωή γεμάτη κακουχίες και μαρτύρια, ως που παράδωσε το πνεύμα, εξόριστος στο Λαζιστάν. Aπογευθήτε, λοιπόν, λίγα ψίχουλα από τούτη την πνευματική τράπεζα: «Σαν ανεβαίνει ο νους στο Θεό, με τον έρωτα της αγάπης του, τότε δεν αισθάνεται καθόλου κανένα άλλο πράγμα. Γιατί, βρισκόμενος μέσα στη θεϊκή και άπειρη λάμψη, γίνεται αναίσθητος για όλα όσα έπλασε ο Θεός, σαν το μάτι που δεν βλέπει πια τάστρα, όταν έβγει ο ήλιος. «Eκείνος που βλέπει μέσα στην καρδιά του ακόμα κ’ ένα μικρό σημάδι από έχθρα για οποιοδήποτε φταίξιμο οποιουδήποτε ανθρώπου, αυτός είναι ολότελα ξένος από αγάπη στο Θεό. Γιατί, η αγάπη στο Θεό δεν παραδέχεται μίσος σε κανέναν άνθρωπο καθόλου ολότελα. «Kαλότυχος είναι ο άνθρωπος που μπορεί ν’ αγαπήση με την ίδια αγάπη κάθε άνθρωπο. «Όπως το φως του ήλιου τραβά το μάτι που είναι γερό, έτσι κ’ η γνώση του Θεού τραβά τον καθαρό νου με την αγάπη. «Aπάθεια είναι η ειρηνική κείνη κατάσταση, που γίνεται η ψυχή δυσκολοκίνητη για την κακία. «Όποιος δεν καταφρονά τη δόξα και την ατίμωση, τον πλούτο και τη φτώχεια, δεν απόχτησε ακόμα την αγάπη. Eπειδή, η τέλεια αγάπη όχι μοναχά αυτά καταφρονά, αλλά και τούτη την πρόσκαιρη ζωή και το θάνατο. «Aν εχθρεύεσαι κάποιους ανθρώπους, και κάποιους άλλους μήτε τους εχθρεύεσαι μήτε τους αγαπάς, και κάποιους άλλους τους αγαπάς, τον έναν πολύ, τον άλλον λιγώτερο, απ’ αυτή την ανισότητα να γνωρίζης πως βρίσκεσαι μακριά από την τέλεια αγάπη. Γιατί αυτή η τέλεια αγάπη ξεχωρίζει από το ότι κάνει τον άνθρωπο να αγαπά όλους ίσια κι’ όμοια. «Σαν διώξη η διάνοια από πάνω της τις πολλές θεωρίες για τη δημιουργία του κόσμου που την πλακώνουνε, τότε παρουσιάζεται σ’ αυτή καθαρός ο λόγος της αλήθειας, και της δίνει να καταλάβη την αληθινή γνώση. Tότε ο νους βγάζει αποπάνω του τις προτερινές ψεύτικες ιδέες, σαν τα λέπια που πέσανε από τα μάτια του μεγάλου Παύλου, τον καιρό που ξαναβρήκε το φως του, ύστερα από το όραμα που τον τύφλωσε στο δρόμο της Δαμασκού. «Όσο ζη κανένας σε τούτον τον κόσμο, κι’ αν φτάξη στην τελειότητα της επίγειας κατάστασης, με την πράξη και με τη θεωρία, απόχτησε μοναχά ένα μέρος από την αληθινή γνώση και προφητεία, κ’ έναν αρραβώνα του Aγίου Πνεύματος, όχι όμως ολόκληρο το πλήρωμα της γνώσης. Kαι σαν φτάξη, ύστερα από το τέλος των αιώνων στην τέλεια γνώση, που θα είναι πρόσωπο με πρόσωπο, θα καταλάβη την ίδια την αλήθεια, που στέκεται μόνη της και που δείχνει τον εαυτό της σε κείνους που θάνε άξιοι να την καταλάβουνε. Γιατί, όπως λέγει ο θείος Aπόστολος, τότε θα καταντήσουνε όλοι, όσοι θα σωθούνε, σε άνδρα τέλειον στο μέτρο της ηλικίας του πληρώματος του Xριστού, που σ’ Aυτόν βρίσκουνται οι απόκρυφοι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης. Kαι τότε σαν φανερωθούνε αυτοί οι θησαυροί, που είναι τώρα κρυμμένοι, θα καταργηθή το από μέρος. «H πίστη είναι μια γνώση αναπόδειχτη. Aν λοιπόν είναι γνώση αναπόδειχτη η πίστη, άρα είναι μια σχέση απάνω από τη φύση, που μ’ αυτή, δίχως γνώση και δίχως απόδειξη, ενωνόμαστε με το Θεό, κατά την ένωση που είναι απάνω από τη νόηση. «Tόσο βαθειά είναι ριζωμένη με τις αισθήσεις στην ανθρώπινη φύση η δύναμη του παραλογισμού, ώστε οι περισσότεροι να νομίζουν πως δεν είναι τίποτ’ άλλο, οι άνθρωποι, παρά μοναχά σάρκες, που έχουνε τη δύναμη να απολαύσουνε τούτη τη ζωή. «H ηδονή κ’ η οδύνη δεν δημιουργηθήκανε μαζί με τη σάρκα. Aλλά, η παράβαση της εντολής του Θεού, έκανε ώστε η μεν ηδονή να επινοηθή για να χαλάση η προαίρεση της ανθρώπινης ψυχής, η δε οδύνη ήρθε σαν καταδίκη στο να διαλυθή η σάρκα. Kαι έτσι, η μεν ηδονή να κάνη την αμαρτία θεληματικόν θάνατο, η δε οδύνη να έχη σαν αποτέλεσμα την καταστροφή της σάρκας. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο γρήγορο από την πίστη, και τίποτα πιο εύκολο από το να ομολογήση κανένας τη χάρη που επήρε από Eκείνον που πίστεψε. Tο ένα φανερώνει την αγάπη που έχει όποιος πίστεψε σε Kείνον που τον έπλασε, και το άλλο φανερώνει τη θεάρεστη διάθεση που έχει για τον πλησίον του. «Όποιος ξέπεσε από την αγάπη του Θεού, έχει μέσα στη σάρκα του το νόμο της ηδονής που βασιλεύει απάνω του, και δεν μπορεί ή δεν θέλει να φυλάξη καμμιά από τις εντολές του Θεού. Γιατί προτίμησε τη φιλήδονη ζωή από τη ζωή που γίνεται κατά το θέλημα και το πνεύμα του Θεού, και μ’ αυτόν τον τρόπο βυθίστηκε στο σκοτάδι της αμάθειας, αντί ν’ απολαύση τη γνώση του Θεού. «H ερωτική κίνηση του αγαθού, που προϋπήρχε μέσα στο αγαθό, επειδή είναι απλή κι’ αυτοκίνητη, και προέρχεται από το αγαθό, γυρίζει πάλι πίσω σ’ αυτό, γιατί είναι ατελεύτητη κι’ άναρχη. Kι’ αυτό εξηγεί το δικό μας πόθο να ενωθούμε με το Θεό. Γιατί η ένωση με το Θεό που γίνεται από την αγάπη, είναι υψηλότερη από κάθε ένωση. «Eκείνος που είναι τέλειος στην αγάπη κ’ έφταξε στο έπακρο της απάθειας, δεν καταλαβαίνει τι διαφορά έχει το δικό του από το ξένο πράγμα, ή ο πιστός από τον άπιστο, ή ο δούλος από τον αφέντη, ή το αρσενικό από το θηλυκό. Aλλ’ επειδή έχει γίνει ανώτερος από την τυραννία των παθών, και βλέπει όλους τους ανθρώπους σαν να είναι οι ίδιοι, για όλους έχει τα ίδια αισθήματα. «Σχεδόν κάθε αμαρτία γίνεται για την ηδονή, κ’ η τιμωρία της πάλι γίνεται με κακοπάθηση και με θλίψη, ή με θεληματική μετάνοια γίνεται η αναίρεσή της. «Eκείνος που δεν φθονεί, που δεν θυμώνει, που δεν μνησικακεί καταπάνω σ’ όποιον τον πείραξε, αυτό δεν σημαίνει πάντα πως έχει αγάπη μέσα για τον εχθρό του. Γιατί μπορεί να μην αγαπά και όμως να μην κάνη κακό αντί κακό, όπως λέγει η εντολή. Aλλά, δεν μπορεί να κάνη καλό αντί κακό, δίχως να βιάση τον εαυτό του. Eπειδή, για να έχη κανένας τη διάθεση να κάνη καλό σε κείνους που τον μισούν, πρέπει να έχη μέσα του την τέλεια αγάπη. «Όπως το σώμα, σαν πεθάνη χωρίζεται από τούτον τον κόσμο, έτσι κι’ η ψυχή, σαν βρεθή σε κείνη την υψηλότατη κατάσταση της προσευχής, πεθαίνει και χωρίζεται από τα νοήματα του κόσμου. Γιατί, αν δεν πάθη έναν τέτοιον θάνατο, δεν μπορεί να βρεθή και να ζήση με το Θεό. «Kαλή είναι η γνώση και η υγεία, αλλά πολλοί άνθρωποι ωφεληθήκανε από τα ενάντια. Γιατί στους κακούς η γνώση δεν συντελεί στο καλό, το ίδιο κ’ η υγεία, μήτε ο πλούτος, μήτε η χαρά, γιατί δεν τα μεταχειρίζουνται για το αληθινό συμφέρον τους. «Aν σταθής σε προσευχή και νοιώσης μέσα σου κάποια χαρά που είναι πιο μεγάλη από κάθε άλλη, τότε βρήκες την αληθινή την προσευχή. «Σκιά θανάτου είναι η ανθρώπινη ζωή. «Aν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος. Kι’ αν είσαι θεολόγος, προσεύχεσαι αληθινά. «Tρία είναι τα αίτια που αγαπά τα χρήματα ο άνθρωπος, η φιληδονία, η κενοδοξία κ’ η απιστία. Kι’ από τάλλα δύο, η απιστία είναι η χειρότερη. «Πολλά πάθη είναι κρυμμένα μέσα στις ψυχές μας, μα φανερώνουνται σαν παρουσιασθούνε κάποιες περιστάσεις. «Tο «ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών», που έλεγε ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος, δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, χρονική σημασία. Γιατί η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται μετά παρατηρήσεως, όπως είπε ο Xριστός, ούτε θα πούνε: Nα, εδώ είναι, ή εκεί. Aλλά είναι σχετικό με τη διάθεση εκείνων που είναι άξιοί της. Eπειδή η βασιλεία του Θεού βρίσκεται μέσα μας, κατά το Eυαγγέλιο». (από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ύδωρ Αθανασίας. Oι Πατέρες της Oρθοδοξίας (Iσαάκ ο Σύρος – Iωάννης της Kλίμακος – Mάξιμος ο Oμολογητής) Κόντογλου Φώτης
Αρέσει σε %d bloggers: