Αγιότης Μαρτυρουμένη


*
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου
π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ,
Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν
Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ἀθρόα1 κατάταξη νέων ῾Αγίων στὸ ῾Αγιολόγιο
τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τόσο στὸ κλίμα τοῦ Οἰκουμενι-
κοῦ Πατριαρχείου, ὅσο καὶ στὴν ᾿Εκκλησία τῆς Ρωσίας, προκά-
λεσε τὶς ἑπόμενες σκέψεις πάνω σὲ μιὰ οὐσιώδη πτυχὴ τῆς δια-
δικασίας τῆς «ἀναγνωρίσεως» ῾Αγίων στὴν ὀρθόδοξη παράδοση.
1. Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΠΑΤΕΡΙΚΗ παράδοση ἀποδίδει τὸν χαρα-
κτηρισμὸ τοῦ ῾Αγίου2 στὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν φθά-
σει στὴ θέωση καὶ συνιστοῦν τοὺς μάρτυρές της μέσα στὴν ἱστο-
ρία. Κατὰ τὸν ἅγιο ᾿Ιωάννη τὸν Δαμασκηνό, τιμοῦμε τοὺς ῾Αγί-
ους «ὡς ἑνωθέντας Θεῶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦτον δεξαμένους
ἔνοικον καὶ τῇ τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, ὅπερ αὐτός ἐστι
φύσει». ῞Αγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοὶ τοῦ Θεοῦ, τὰ ἔμψυχα τοῦ
Θεοῦ σκηνώματα», διότι «διὰ τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνῴ-
κησεν ὁ Θεός» 3.
῞Ενα ἀπὸ τὰ περισσότερο ἀνησυχητικὰ συμπτώματα τῆς ἐπο-
χῆς μας —καρπὸς τῆς μακρᾶς ἀλλοιώσεως τῶν θεολογικῶν μας
κριτηρίων— εἶναι ἡ θεώρηση τῆς σωτηρίας, καὶ συνεπῶς καὶ τῆς
ἁγιότητας, σὲ πλαίσια ἠθικά, στὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς προσπάθειας
καὶ βελτιώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Λόγῳ τῆς βαθμιαίας ἐπικρατήσε-
– 2 –
ως οὑμανιστικῶν καὶ ἠθικολογικῶν κριτηρίων νοεῖται καὶ ἡ θέ-
ωση ὡς ἠθικὸ καὶ ὄχι ὀντολογικὸ γεγονός, δηλαδὴ ὡς «κατὰ
χάριν» ἀλλοίωση τῆς φύσεως καὶ σύνολης τῆς ὑπάρξεως τοῦ
ἀνθρώπου.
Κατὰ τὴν ὀρθόδοξη, ὅμως, παράδοση
«ἡ ὑπερώνυμος θέωσις» καθιστᾶ τοὺς μετέχοντας
αὐτῆς «ἀκτίστους, ἀνάρχους καὶ ἀπεριγράπτους […] ,
καίτοι διὰ τὴν οἰκείαν φύσιν ἐξ οὐκ ὄντων γεγονό-
τας» 4.
Διὰ τῆς θεώσεως, τῆς ἐν χάριτι ἑνώσεως μὲ τὸν Θεό, κατὰ τὸν
ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ,
«ὅλος ἐν ὅλοις ἀξίοις ὁ Θεὸς περιχωρεῖ, ὅλῳ δὲ
ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ῞Αγιοι τῷ Θεῷ, ὅλον
ἀντιλαβόντες ἑαυτῶν τὸν Θεόν» 5.
῾Η ἀπώλεια, ὅμως, ἤ ἀδρανοποίηση τῶν ἡσυχαστικῶν κριτηρί-
ων ὁδήγησε στὴν ἀντικατάσταση τῆς πνευματικότητας μὲ τὴν
ἠθικολογία καὶ τῆς ἁγιότητας μὲ τὴν οὑμανιστικὴ ἀρεταλογία6.
2. ΕΧΕΙ ἤδη τεκμηριωμένα ἀποσαφηνισθεῖ, ὅτι στὴν ὀρθόδο-
ξη παράδοση
«ἡ ἀναγνώρισις τῶν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δεδοξασμένων
προσώπων, τῶν εὐαρεστησάντων αὐτῷ καὶ ἡ κατάταξις
αὐτῶν εἰς τὸν χορὸν τῶν ῾Αγίων ἐγίνετο, γίνεται καὶ
ὀφείλει νὰ γίνεται […] ὑπὸ τῆς γενικῆς ἐκκλησιαστι-
κῆς συνειδήσεως ποιμένων τε καὶ ποιμαινομένων ἄνευ
ἄλλης πρωτοβουλίας καὶ ἐπισήμου ἐπεμβάσεως τῆς ἐκ-
κλησιαστικῆς ἀρχῆς» 7.
Εἶναι, ὅμως, ἐξ ἴσου γεγονός, ὅτι ἡ αὐθόρμητη καὶ σύσσωμη
ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητας δὲν ὑπῆρξε ποτὲ αὐθαίρετη, οὔτε στη-
ρίχθηκε στὴν καλὴ φήμη ἤ τὴν ἠθικότητα, ἀλλὰ σὲ ἁπτὰ καὶ
αἰσθητὰ μαρτύρια, τεκμηριωμένα δηλαδὴ καὶ ἄνωθεν προερχόμε-
να δείγματα τῆς πραγματικότητας τῆς θεώσεως.
῾Ο μέγας θεολόγος τῶν νεωτέρων χρόνων Εὐγένιος Βούλγαρις
(1716-1806) λέγει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῶν ῾Αγί-
ων:
– 3 –
«Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὅς οὐκ ἀμάρτυρον ἐπὶ γῆς ἀ-
φίησι τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ»8 (Πρβ. Πράξ. ιδʹ 17).
Τόσο δὲ ὁ Βούλγαρις, ὅσο καὶ ἄλλοι πρὶν ἀπὸ αὐτὸν θεολόγοι
τῆς ᾿Εκκλησίας μας, προκειμένου περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως ῾Αγίων
ἐπικαλοῦνται τὸν λόγο τοῦ ᾿Απ. Παύλου: «οὐ γάρ ὁ ἑαυτὸν
συνιστῶν ἐκεῖνός ἐστιν δόκιμος, ἀλλ᾿ ὅν ὁ Κύριος συνίστησι»
(Βʹ Κορ. ιʹ 18).
Σύμφωνα μὲ τὴ μακραίωνη ἐκκλησιαστικὴ πράξη, οἱ ῞Αγιοι δὲν
ἀναγνωρίζονται μὲ ἠθικολογικά, κοινωνικὰ καὶ ἐνδοκοσμικὰ κρι-
τήρια, ἀλλὰ κατόπιν τῆς φανερώσεως τῆς ἁγιότητάς τους ἀπὸ
τὸν ἴδιο τὸν Θεό, μὲ σημεῖα ἀδιαμφισβήτητα, ποὺ ἀντέχουν σὲ
κάθε κριτικὴ καὶ ἀποσείουν κάθε ἀμφιβολία.
῾Ο καθηγητὴς ῾Αμίλκας ᾿Αλιβιζάτος σὲ εἰδικὴ μελέτη του9 ἔχει
συνοψίσει τὶς καθιερωμένες στὴν πράξη τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλη-
σίας προϋποθέσεις ἀναγνωρίσεως τῶν ῾Αγίων, οἱ ὁποῖες εἶναι:
α) ῾Η ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς ᾿Εκκλησίας («διὰ τοῦ ἁγίου
βαπτίσματος»),
β) τὸ μαρτύριον ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστεως,
γ) ὁ ἅγιος κατὰ πάντα βίος,
δ) «ἐξέχουσαι ὅλως ὑπηρεσίαι πρὸς τὴν χριστιανικὴν θρη-
σκείαν καὶ τὴν ᾿Εκκλησίαν» (π.χ. ὁ Μ. Κωνσταντῖνος) καὶ
ε) «ἡ μαρτυρία διενεργηθέντων καὶ διενεργουμένων θαυμάτων
ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τῇ μεσιτείᾳ τοῦ ἁγίου προσώπου, εἴτε ἐν ζωῇ, εἴτε
μετὰ θάνατον» 10.
Οἱ θέσεις αὐτὲς ἐπαναλαμβάνονται στὸ σκεπτικὸ ὅλων τῶν
περιπτώσεων ἀναγνωρίσεως ῾Αγίων στὶς τελευταῖες δεκαετίες.
῎Ηδη, ὅμως, ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις ἔθεσε τὸ ζήτημα, ἄν τὰ
κριτήρια παλαιοτέρων ἐποχῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζονται
ἀμετάβλητα στοὺς νεωτέρους. ᾿Αλλὰ σ᾿ αὐτὸ θὰ ἐπανέλθουμε.
᾿Εδῶ πρέπει νὰ παρατηρηθεῖ, ὅτι πέρα ἀπὸ τὴν περίπτωση τοῦ
ὄντως11 «ὑπὲρ Χριστοῦ» μαρτυρίου, τὸ ὁποῖο συνιστᾶ καθ᾿ αὑτὸ
φανέρωση τῆς θεώσεως, «ὁ ἅγιος κατὰ πάντα βίος» ὡς στοιχεῖο
ἁγιότητας μπορεῖ νὰ τεκμηριωθεῖ μόνο μὲ τὴ μαρτυρία ἐκείνων,
οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται στὴν κατάσταση ἁγιοπνευματικοῦ φωτι-
σμοῦ, διότι «ὁ πνευματικὸς ἀνακρίνει τὰ πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿
οὐδενὸς ἀνακρίνεται» (Αʹ Κορ. βʹ 14).
Οἱ «πνευματικοί», οἱ ἔχοντες δηλαδὴ τὸν φωτισμὸ τοῦ ῾Αγίου
– 4 –
Πνεύματος, ἔχουν τὴ δύναμη νὰ διακρίνουν τοὺς πνευματοφό-
ρους καὶ συνεπῶς νὰ διαπιστώσουν τὴν ἁγιότητα τῆς καρδίας12,
καὶ δὲν ἀρκεῖ γι᾿ αὐτὸ ἡ ἁπλὴ ἐξωτερικὴ ἐκτίμηση ἤ ἡ λαϊκή, μὲ
τὴ σύγχρονη ἀντίληψη, ἐτυμηγορία.
Τὸ περισσότερο, ὅμως, ἀδύνατο, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐπικίνδυνο,
κριτήριο στὴν ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος εἶναι οἱ «ἐξέχουσες
ὑπηρεσίες» πρὸς τὴν ᾿Εκκλησία, τὸ ὁποῖο εἶναι δυνατόν, ἑρμη-
νευόμενο κατάλληλα, νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση
ὁποιωνδήποτε σκοπιμοτήτων. ῾Η ἐπιμονὴ τῆς ῾Ελλαδικῆς καὶ Κυ-
πριακῆς ᾿Εκκλησίας νὰ κάνουν σαφῆ διάκριση μεταξὺ Μαρτύρων
τῆς Πίστεως καὶ ᾿Εθνομαρτύρων13 εἶναι ἐπιβεβαίωση τῶν ὑπερβο-
λῶν ἤ καὶ καταχρήσεων, στὶς ὁποῖες μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει ἡ ἐ-
φαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ κριτηρίου, ὑπερτονιζομένου μάλιστα εἰς βά-
ρος τῶν ἄλλων.
3. ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ, συνεχὴς καὶ ἀμετάβλητη, συνείδηση εἶ-
ναι, ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀναγνωρίζεται μὲ βάση τὴ φανέρωσή της
ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, μέσῳ τῆς διενεργείας (αὐθεντικῶν) θαυ-
μάτων.
Αὐτὸ τὸ κριτήριο εἶναι ἐκκλησιαστικὰ τὸ ἀσφαλέστερο καὶ
ἐπικρατέστερο στὸν χῶρο τῆς ὀρθόδοξης ῾Αγιολογίας. ῾Ο Πατρι-
άρχης ῾Ιεροσολύμων Νεκτάριος (1660-1669)14 παραδίδει συνοπτι-
κὰ τὴ σχετικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία.
«Τρία θεωροῦνται —γράφει— μαρτυροῦντα τὴν ἀλη-
θῆ (ὑπογράμμιση δική μας) ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα·
πρῶτον ὀρθοδοξία ἄμωμος· ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπα-
σῶν, ἐν αἷς ἕπεται ἡ περὶ τὴν πίστιν μέχρις αἵματος
πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀντικατάστασις καί, τέλος, ἡ παρὰ
Θεοῦ ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καὶ θαυμάτων. Τὸ
πρῶτόν ἐστι καὶ εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τὸ δεύ-
τερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. ᾿Αλλὰ καὶ τὸ τρίτον
ἀναγκαιότατον καὐτὸν εἰς ἀπόδειξιν»15.
Τὸ κείμενο αὐτό, γραμμένο μετὰ ἀπὸ δεδομένη δυτικὴ πρό-
κληση καὶ διεπόμενο ἀπὸ τὴ σαφὴ βούληση νὰ διασταλεῖ ἡ ὀρ-
θόδοξη πράξη ἀπὸ τὴ δυτικὴ παραχάραξη, εἶναι σημαντικότατο
γιὰ τὴ θεολογικὴ πληρότητα καὶ σαφήνειά του. Διαφοροποιεῖ
ἀφ᾿ ἑνὸς τὴν ἀληθῆ ἀπὸ τὴν ὑποτιθεμένη («σεσοφισμένη», πρβ.
– 5 –
Βʹ Πέτρου αʹ 16) ἁγιότητα καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου ἐντοπίζει τὴν πιστο-
ποίηση τῆς ἁγιότητος στὴ θεία καὶ ὄχι στὴν ἀνθρώπινη πλευρά.
Προϋποθέτοντας τὴ διατύπωση αὐτὴ τοῦ Πατριάρχου Νεκταρί-
ου, ἐπανέρχεται στὸ θέμα ὁ ἅγιος Νικόδημος ῾Αγιορείτης (1749-
1809), δίδοντας κατὰ τὴ γνώμη μας τὴν τελικὴ διατύπωση τῆς
ἐκκλησιαστικῆς πράξεως στὸ Νέον Μαρτυρολόγιόν του.
«Εἶναι γνώμη —γράφει— τῶν διδασκάλων τῆς ᾿Εκ-
κλησίας μας, ὅτι τῶν μὲν ῾Οσίων τὰ λείψανα δὲν προσ-
κυνοῦνται ὡς ἅγια, ἄν ὁ Θεὸς δὲν ἀποδείξῃ δι᾿ αὐτῶν
θαύματα, ἤ τὸ ὀλιγώτερον τὰ τιμήσῃ διὰ τῆς εὐωδίας
μὲ τὸ νὰ μὴν εἶναι ἀποδεδειγμένα εἰς τοὺς ἀνθρώπους
ἡ ἐν κρυπτῷ πίστις καὶ ἀγάπη αὐτῶν εἰς τὸν Θεόν».
Εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ ῾Αγίου στὸ παραπάνω κριτήριο τοῦ
«ἁγίου κατὰ πάντα βίου».
Συνεχίζει ὅμως:
«Τῶν δὲ Μαρτύρων τὰ λείψανα προσκυνοῦνται ὡς
ἅγια καὶ χωρὶς θαυμάτων καὶ εὐωδίας 16, μὲ τὸ νὰ γί-
νεται φανερὰ εἰς ὅλους διὰ τῆς ἐμπράκτου ἀποδείξεως
τοῦ μαρτυρίου ἡ εἰς Θεὸν τελεία ἀγάπη αὐτῶν· τῶν
ὁποίων τούτων προηγουμένως, καὶ φανερῶς εὑρισκο-
μένων εἰς τοὺς Μάρτυρας, ὡς παρακολουθήματα εἶναι
πλέον τὰ θαύματα, καὶ σχεδὸν λογίζονται, ὅσον εἰς
ἀπόδειξιν, περιττά» 17.
Δὲν παύουν, δηλαδή, τὰ θαύματα νὰ θεωροῦνται ἄμεσα συνδε-
δεμένα μὲ τὴν ἁγιότητα, μολονότι στὴν περίπτωση τῆς τιμῆς
τῶν Μαρτύρων δὲν ἔχουν πρωταρχικὴ ἀποδεικτικὴ σημασία («σχε-
δὸν περιττά»), ἀφοῦ τὸ μαρτύριο καθ᾿ αὑτὸ συνιστᾶ βεβαίωση
τοῦ γεγονότος τῆς θεώσεως18.
῎Αλλωστε, τὰ ἀληθῆ λείψανα τῶν ὄντως ῾Αγίων συνιστοῦν μό-
νιμο θαῦμα, μὲ τὴν ὑπέρβαση τῆς φυσικῆς φθορᾶς καὶ τὴν ἀνα-
στολὴ τῆς φυσικῆς διαλύσεως τοῦ κυτταρικοῦ συστήματος19.
4. Η ΠΡΟΤΑΞΗ καὶ ἔξαρση τῆς «παρὰ θεοῦ δόξης» στὴ
φανέρωση τῆς ἁγιότητας, συνιστᾶ συνεχῆ παράδοση τῆς ᾿Εκκλη-
σίας μας, ἐκφραζομένη διαχρονικὰ στὴ θεολογική της γραμμα-
τεία. Θὰ περιορισθοῦμε σὲ χαρακτηριστικὰ δείγματα:
– 6 –
α) ῾Ο ἱστορικὸς Σωκράτης (5ος αἰ.), ἀναφερόμενος στὴν ἁγι-
ότητα τοῦ Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνος, παρατηρεῖ:
«… Οὗ τὴν ἀρετὴν ἐπιδεῖξαι, τὴν ἔτι κρατοῦσαν
περὶ αὐτοῦ φήμην ἀρκεῖν ἡγοῦμαι, τὴν δὲ δι᾿ αὐτοῦ
Κ
K  γενομένην, τὰ μὲν πλεῖστα, ὥς γε
εἰκός, οἱ ἐπιχώριοι ἴσασιν».
᾿Αλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Δονάτο τῆς Εὐροίας ᾿Ηπείρου γράφει:
«…ᾧ δὴ πολλά τε καὶ ἄλλα τεθαυματουργῆσθαι μαρ-
τυροῦσιν οἱ ἐπιχώριοι» 20.
β) ῾Η πράξη αὐτή, ποὺ ἰσχυροποιεῖται ἀκόμη περισσότερο
στὰ χρόνια τῆς Εἰκονομαχίας21, συνεχίζεται στοὺς μεταγενέστε-
ρους αἰῶνες.
῎Ετσι, στὴν περίπτωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἡ εἰς
῞Αγιον ἀναγνώρισή του δὲν περιορίζεται στὴ θαυμαστὴ θεολογικὴ
προσφορά του ἤ στὴν ἀσκητικὴ βιοτή του, ἀλλὰ συγκεκριμένα
στὰ θαύματά του.
Σημειώνει ὁ μαθητὴς καὶ βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος
(Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, 1354/55, 1364/70):
«…Καὶ στέργω καὶ τιμῶ τοῦτον ὡς ἅγιον ἀπὸ τῶν
θαυμάτων αὐτοῦ, ἅ μετὰ τὴν ἐνθέδε πρὸς Θεὸν ἐκδημί-
αν εἰργάσατο, ἰαμάτων πηγὴν τὸν ἴδιον ἀναδείξας τά-
φον» 22.
γ) ᾿Αλλὰ καὶ μετὰ τὴν ῞Αλωση συνεχίζεται ἡ ἴδια στάση. Πα-
ρατηρεῖται δὲ ἐπίταση τῆς ἐμφάσεως στὸ κριτήριο τῶν θαυμάτων.
῎Ετσι, στὴν περίπτωση τῆς ἁγίας Φιλοθέης τῆς ᾿Αθηναίας, ἡ πα-
τριαρχικὴ πράξη ἀναγνωρίσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς τιμῆς της
σημειώνει:
«᾿Επειδὴ τῆς ἡμῶν μετριότητος συνοδικῶς προκα-
θημένης ἐδηλώθη ἀσφαλῶς, ὅτι τὸ θειότατον σῶμα τῆς
ὁσιωτάτης Φιλοθέης […] εὐωδίας πεπληρωμένον ἐστὶ
καὶ μῦρον διηνεκῶς ἐκχεῖται, ἀλλὰ καὶ τοῖς προσιοῦ-
σιν ἀσθενέσι τε καὶ δεομένοις θεραπείας τὴν ἴασιν
δίδωσιν […] , ἔδοξεν ἡμῖν…» 23.
Γιὰ τὸν ἅγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας, ἡ πατριαρχικὴ πράξη
παρατηρεῖ:
– 7 –
«Καὶ ἐν τοῖς καθ᾿ ἡμᾶς χρόνοις εὐδόκησεν ὁ Θεός,
ὁσίως θεαρέστως βιώσαντα τὸν […] θεῖον Γεράσιμον,
τύπον γενέσθαι τοῦ κατὰ Χριστὸν πολιτεύματος καὶ
θείας ἀρετῆς χαρακτῆρα, οὗπερ αἱ ἐν βίῳ ἀρεταί τε
καὶ κατορθώματα, οὐ μόνον ὑπ᾿ ἀνθρώπων θαυμάζονται
καὶ πανταχοῦ κηρύττονται παρὰ τῶν εἰδότων, ἀλλὰ
καὶ ὑπὸ Θεοῦ πολλῷ μᾶλλον ἐπιβεβαιοῦνται καὶ ἐπι-
σφραγίζονται καθ᾿ ἑκάστην τοῖς θαύμασιν, ὅσα εἰς ὠ-
φέλειαν τῶν δεομένων καὶ καταφυγόντων εἰς τὸ θεῖον
αὐτοῦ τέμενος ἡ μεγαλόδωρος τοῦ ἀγαθαρχικοῦ Πνεύ-
ματος ἀπεργάζεται χάρις…» 24.
Τὸ ἴδιο ἴσχυσε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ζα-
κύνθου25.
δ) Γιὰ νὰ ἔλθουμε δὲ στὴν ἐποχή μας, στὴν πατριαρχικὴ πρά-
ξη ἀνακηρύξεως τοῦ ἁγίου Νεκταρίου Αἰγίνης, δηλώνεται μεταξὺ
τῶν ἄλλων:
«…καὶ ζῶν δὲ καὶ μετὰ θάνατον τοῦ χαρίσματος τῆς
τῶν θαυμάτων ἐνεργείας παρὰ Θεοῦ ἀξιωθείς…». Καί:
«…ὑπ᾿ ὄψιν λαβόντες τὸν ἅγιον βίον καὶ τὴν ἁγίαν
τελευτὴν τοῦ ῾Οσίου τούτου ἀνδρός, ἅμα δὲ καὶ τὰ δι᾿
αὐτοῦ ἐνεργηθέντα καὶ νῦν δ᾿ ἔτι ἐνεργούμενα θαύμα-
τα» 26.
Γιὰ τὸν ὅσιο Εὐγένιο τὸν Αἰτωλὸ (1982), ἡ πατριαρχικὴ πρά-
ξη αἰτιολογεῖ ὡς ἑξῆς τὴν ἀπόφασή της:
«…πολλὰ δείγματα ὁσιότητος παρασχὼν» καὶ «ἐπι-
δόντες πρὸς τὴν ὁσίαν καὶ θεάρεστον βιοτὴν πολιτεί-
αν καὶ τὰς ἐξαιρέτους ὑπηρεσίας αὐτοῦ πρὸς τὴν Μη-
τέρα ᾿Εκκλησίαν καὶ τὴν ᾿Ορθοδοξίαν» 27.
Εἶναι μία ἀπὸ τὶς λίγες περιπτώσεις, στὶς ὁποῖες ὁ λόγος δὲν
εἶναι περὶ θαυμάτων, ἀλλὰ περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν ᾿Εκκλη-
σία. Βέβαια, τὸ περιεχόμενο αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν πρέπει νὰ
σχετίζεται μὲ τὴν παρατήρηση τοῦ ἰδίου κειμένου:
«συντελέσας τὰ μάλιστα ἐν τῇ ἀναδείξει πολλῶν
νεομαρτύρων»28.
Πολὺ ὅμως περισσότερο ἀπὸ τὶς ἀποδείξεις τῶν «ἐπιστημό-
– 8 –
νων» τὶς ὁποῖες ἐπικαλεῖται ἡ ἐξ ῾Ελλάδος «γνωμοδότησις» 29,
ἰσχύει, πιστεύουμε, ἡ μαρτυρία τοῦ μοναχοῦ καὶ μαθητοῦ ἐν ἀ-
σκήσει τοῦ ῾Οσίου, ᾿Αναστασίου Γορδίου: «ἐγὼ δὲ καὶ προορατι-
κοῦ τοῦτον ἰσχυρισαίμην ἄν μετέχειν χαρίσματος» 30, ἡ ὁποία
ὅμως παραδόξως ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸ πατριαρχικὸ κείμενο.
῾Η ἴδια ἔμφαση δίνεται στὰ θαύματα καὶ στὴν περίπτωση τοῦ
ἁγίου Παναγῆ (Μπασιᾶ)31, τοῦ ἁγίου Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης32,
ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ
σχετικὸ ἔγγραφο-πρόταση τοῦ μακαριστοῦ ῎Αρτης ᾿Ιγνατίου πρὸς
τὴν ῾Ιερὰ Σύνοδο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος σημειώνει: «ἀνε-
δείχθη ὁμολογητὴς καὶ ἐδοξάσθη ἐν θαύμασιν» 33.
5. ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ τῆς παροχῆς «ἐξεχουσῶν ὑπηρεσιῶν» πρὸς
τὴν ᾿Εκκλησία δὲν ἀπομονώνεται ποτὲ στὴν ἐκκλησιαστικὴ πρά-
ξη. Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὸ ἀσίγητο στόμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς
συνειδήσεως, ἡ ὀρθόδοξη Λατρεία.
᾿Αντίθετα, καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδη-
ση δὲν παύει νὰ ἀναζητεῖ τὴν ἄνωθεν ἐπιβεβαίωση τῆς ἁγιότη-
τας τοῦ συγκεκριμένου προσώπου. ῾Η χαρακτηριστικότερη παρό-
μοια περίπτωση εἶνε ὁ Μ. Κωνσταντῖνος. Σύμφωνα μὲ τὴν ὑμνο-
γραφία τῆς ἑορτῆς του, ἐκεῖνο ποὺ οὐσιαστικὰ βάρυνε τὴν κατά-
ταξή του μεταξὺ τῶν ῾Αγίων εἶναι ἡ θεοπτική του ἐμπειρία (τὸ
ὅραμα τοῦ σταυροῦ), ἡ ὁποία δήλωνε τὴν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ
ἐκλογή του:
«τύπον σταυροῦ ἐν οὐρανῶ κατοπτεύσας…, ὅθεν δε-
ξάμενος τὴν γνῶσιν τοῦ Πνεύματος».
Καὶ «ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων
δεξάμενος».
Παράλληλα δὲ προβάλλονται καὶ τὰ ἁπτὰ τεκμήρια τῆς ἁγιό-
τητός του:
«οὗ ἡ λάρναξ ἰάσεις βρύει» 34.
᾿Ανάλογα ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν ἁγία Θεοδώρα, σύζυγο τοῦ
αὐτοκράτορος Θεοφίλου, τῆς ὁποίας τὸ ἄφθαρτο ἱερὸ λείψανο
εἶνε τεθησαυρισμένο στὸν μητροπολιτικὸ Ναὸ τῆς Κερκύρας. ῾Η
ἔνταξή της στὸν χορὸ τῶν ῾Αγίων δὲν στηρίζεται μόνο στὴ ση-
μαντικὴ φιλορθόδοξη ἐνέργειά της τοῦ 843, οὔτε στὰ ὁσιακὰ
– 9 –
τέλη της, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐνοικοῦσα στὸ ἱερὸ λείψανό της χάρη,
φανέρωση τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἀφθαρσία καὶ τὰ θαύματά του:
«ἡ θήκη, θεόστεπτε, τῶν σῶν ἁγίων λειψάνων, πλή-
ρης οὖσα χάριτος, καταφλέγει δαίμονας» 35.
σημειώνεται στὴν ἀκολουθία της.
Εἶναι δὲ ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ἡ πίστη στὴ φανέρωση τῆς ἁγιότη-
τας μέσω τῶν θαυμάτων ἔχει ἀναπτύξει ἱστορικὰ μιὰ σθεναρὰ
δυναμικὴ στὸν χῶρο τῆς λαϊκῆς θρησκευτικότητας, ἡ ὁποία, ὡς
γνωστόν, διασώζει ἀποτυπωμένα στὴν ἱστορική της μνήμη, ἀλλὰ
καὶ στὶς πρακτικές της, πολλὰ ἡσυχαστικὰ στοιχεῖα. Εἶναι, ἔτσι,
εὐρύτατα διαδεδομένη στὸν ὀρθόδοξο λαὸ ἡ πίστη, ὅτι
«ὁ ῞Αγιος, ἄν δὲν θαυματουργήσει, δὲν δοξολογιέ-
ται».
Πρόκειται γιὰ παροιμία, ἡ ὁποία σὲ διάφορες παραλλαγὲς
ἀπαντᾶ —τόσο στὴν κυριολεκτικὴ ὅσο καὶ μεταφορική της σημα-
σία— ὄχι μόνο στὸν ἑλληνικό, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ὀρθοδό-
ξους λαούς, ὅπως ἀκόμη καὶ στὴ Δύση, κάτι ποὺ βεβαιώνει τὴν
ἀρχαιότητα αὐτῆς τῆς πεποιθήσεως καὶ τὸ βαθύρριζό της36.
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, θὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἡ αἰσθητὴ
ἀλλοίωση τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων στοὺς τελευταίους αἰ-
ῶνες, λόγῳ τῶν συνεχῶν καὶ ἰσχυρῶν ἔξωθεν ἐπιρροῶν, δικαιώ-
νει τὴ στάση τοῦ ῾Ιεροσολύμων Νεκταρίου στὸ θέμα τῆς ἀναγνω-
ρίσεως τῆς ἁγιότητας. ῾Η θεολογικὴ δὲ τοποθέτησή του βρίσκει
καὶ τὴν ἀπόλυτη κατάφαση τοῦ μεγάλου Εὐγενίου Βουλγάρεως.
᾿Απαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν παραδοχὴ τῆς ἁγιότητας θεω-
ροῦν καὶ οἱ δύο τὰ θαύματα, «τὴν τῶν σημείων ἐπίδειξιν», ἐξη-
γοῦν δὲ τὸν λόγο:
«Καίτοι τοῖς πάλαι, εἰλικρινέστερον κατὰ Θεὸν πο-
λιτευομένοις, οὐ πάνυ τοῦτο ἀντεξητάζετο, ἀλλὰ τοῖς
καθ᾿ ἡμᾶς χρόνοις τῆς πονηρίας, ἤδη καὶ τὰ θαύματα
παραπλαττούσης καὶ τὰς ἀρετὰς τῇ ὑποκρίσει μᾶλλον
κιβδηλευούσης, καὶ λίαν θηρεύομέν τε καὶ ἀπαιτοῦμεν
καὶ εἰς κρίσιν καλοῦμεν» 37.
Μὲ βάση δὲ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση —κυρίως— τόσο ὁ Πατριάρ-
χης Νεκτάριος, ὅσο καὶ ὁ Βούλγαρις, ἀπορρίπτουν τὰ δυτικὰ
– 10 –
λείψανα, ἀρνούμενοι συνάμα τὴν ὕπαρξη ἀληθινῆς ἁγιότητας
στὴ Δύση μετὰ τὸ σχίσμα. Αὐτό, ὅμως, τί ἄλλο σημαίνει παρὰ
ἄρνηση τῆς δυνατότητας ὑπάρξεως ἁγιότητας ἐκεῖ, ὅπου χάνον-
ται τὰ ὀρθὰ κριτήριά της, ὁ ἁγιοπνευματικὸς φωτισμὸς καὶ ἡ
θέωση;

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αγιότης Μαρτυρουμένη
Αρέσει σε %d bloggers: