ο καλός Βησσαρίων.


ΚΑΠΟΙΟΣ Γέρων διορατικός επισκέφτηκε μια φορά ένα γειτονικό Κοινόβιο. Ο Ηγούμενος τον
προσκάλεσε το μεσημέρι να φάγει στην τράπεζα των αδελφών. Το φαγητό ήταν κοινό για όλους.
Μα καθώς έτρωγαν οι μοναχοί, έβλεπε ο Γέροντας πως μερικοί έβαζαν στο στόμα τους μέλι,
άλλοι ψωμί και άλλοι ακαθαρσίες. Απόρησε και παρακάλεσε τον Θεό να του φανερώσει, τι ήταν
εκείνο το παράδοξο που έβλεπε μπροστά του.
Παρουσιάστηκε λοιπόν θειος Άγγελος και του αποκάλυψε πως εκείνοι που έβλεπε να τρώγουν
μέλι, πηγαίνουν στην τράπεζα με σεβασμό, σαν να έμπαιναν στην Εκκλησία, και ενώ έτρωγαν
για την ανάγκη του σώματος, ο νους τους ήταν απασχολημένος με την προσευχή. Όσοι
εφαίνοντο να τρώγουν ψωμί, ήσαν εκείνοι που ευχαριστούσαν τον Θεό, για την τροφή που τους
έστελνε κάθε μέρα. Αυτοί που έτρωγαν ακαθαρσίες, μεμψιμοιρούσαν για το φαγητό και έκαναν
διακρίσεις, λέγοντας πως το ένα ήταν καλό, το άλλο άνοστο, και ποτέ δεν έμεναν ευχαριστημένοι
Ο ΑΒΒΑΣ Ιωάννης ο Κολοβός, συμβουλεύοντας τους νεότερους αδελφούς να αγαπήσουν τη
νηστεία, τους έλεγε συχνά:
Ο καλός στρατηγός, που επιχειρεί να καταλάβει μια πόλη εχθρική, γερά οχυρωμένη, κάνει
αποκλεισμό στις τροφές και στο νερό. Με αυτόν τον τρόπο ατονεί η αντίστασις του εχθρού και
τέλος παραδίδεται. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τις σαρκικές ορμές, που ανελέητα πολεμούν τον
άνθρωπο στη νεότητα του. Η ευλογημένη νηστεία καταβάλει τα πάθη και τους δαίμονας και
τελικά τα απομακρύνει από τον αγωνιστή.
Και το πανίσχυρο λιοντάρι, τους έλεγε άλλη φορά, συχνά από τη λαιμαργία του πέφτει στην
παγίδα και όλη του η δύναμη και η μεγαλοπρέπεια εξαφανίζονται.
ΚΟΝΤΕΥΕΙ να με θανατώσει ο ακάθαρτος λογισμός, Αββά, εξομολογήθηκε σε κάποιο Γέροντα
ένας αδελφός.
-Ξέρεις τι κάνουν οι μητέρες, όταν θέλουν να αποκόψουν τα μωρά τους; Βάζουν πικρίδα στο
μαστό τους. Βαλε και εσύ στο νου σου, αντί πικρίδας, τη μνήμη του θανάτου και της αιωνίου
κολάσεως και ευθύς θα αποκόψεις τον ακάθαρτο λογισμό, τον συμβούλεψε ο σοφός Γέροντας.
ΚΑΠΟΙΟΣ Ασκητής είχε ζήσει πενήντα χρόνια στην έρημο χωρίς να τρώγει ψωμί και να βάλει
κρασί στο στόμα του και έλεγε πως είχε νεκρώσει εντελώς τα πάθη της σαρκός, καθώς και την
φιλαργυρία και την κενοδοξία.
Σαν το άκουσε ο Αββάς Αβραάμ, πήγε μια μέρα να βεβαιωθεί.
-Είπες τέτοιον λόγο, αδελφέ; Τον ρώτησε.
-Ναι, αποκρίθηκε με πεποίθηση εκείνος.
-Ας υποθέσουμε, του είπε τότε ο Γέροντας, πως μπαίνοντας ξαφνικά στο κελί σου, βρίσκεις μια
γυναίκα στο στρώμα σου. Έχεις τη δύναμη να σκεφθείς πως δεν είναι γυναίκα;
-Όχι βέβαια, αναγκάστηκε να ομολογήσει ο Ερημίτης. Μα αγωνίζομαι να διώξω την κακή
επιθυμία.
-Βλέπεις πως ζει ακόμη μέσα σου το πάθος; Δεν έχει νεκρωθεί, μόνο που το έχεις περιορίσει. Ας
πούμε τώρα πως στο δρόμο, που πηγαίνεις, βλέπεις λιθάρια και όστρακα και ανάμεσα τους
χρυσάφι. Είσαι σε θέση να το περιφρονήσεις σαν εκείνα;
-Όχι, αποκρίθηκε πάλι ο Ερημίτης. Αντιστέκομαι μόνο στο λογισμό μου και δεν το εγγίζω.
-Να που και η φιλαργυρία ζει ακόμη μέσα σου, αλλά και αυτή είναι δεμένη.
Υπόθεσε τώρα πως δυο άνθρωποι έρχονται να σε επισκεφτούν και ξέρεις πως ο ένας σε επαινεί
διαρκώς, ενώ ο άλλος σε κακολογεί. Μπορείς να έχεις και τους δυο το ίδιο;
-Καθόλου, είπε πάλι με ειλικρίνεια ο Ασκητής. Θα προσπαθήσω όμως να φερθώ με καλοσύνη
και σε εκείνον που με κακολογεί.
-Τότε, αδελφέ μου, τον συμβούλεψε ο Αββάς, πάψε να νομίζεις και να λες πως έφτασες σε
απάθεια. Ζουν μέσα σου τα πάθη, γι’αυτό χρειάζεσαι αγώνα ως το τέλος της ζωής σου.
Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ του ανθρώπου μοιάζει με πηγή, λέγουν οι Πατέρες που όσο βαθύτερα την
σκάβεις, τόσο περισσότερο καθαρίζει. Αν όμως την σκεπάσεις με χώματα, σε λίγο καιρό θα
χαθεί.
ΛΕΓΟΥΝ οι Γέροντες για τον Αββά Αμμούν, που ασκήτευε στα βουνά της Νιτρίας, πως είχε
μεγάλη κοσμιότητα και προσοχή στον εαυτό του.
Κάποτε, περνώντας την έρημο με συντροφιά τον συνασκητή του Αββά Θεόδωρο, έφτασαν στις
όχθες του ποταμού Λύκου. Έπρεπε να περάσουν τον ποταμό, μα την μέρα εκείνη έλειπε το
μονόξυλο, που βρισκόταν πάντοτε εκεί για αυτή τη δουλειά.
-Ας βγάλωμε τα ρούχα μας και ας ριχτούμε στο ποτάμι, πρότεινε ο Αββάς Θεόδωρος.
Άλλη λύση από αυτή δεν υπήρχε. Ο Αββάς Αμμούν όμως έμεινε δισταχτικός. Δε φοβόταν το
νερό, κάθε άλλο. Άλλωστε σε όλα ήταν εξαιρετικά τολμηρός. Μα ντρεπόταν να γυμνωθεί
μπροστά στον συνασκητή του. Τέλος, του είπε με συστολή:
-Απομακρύνσου λίγο, Θεόδωρε. Δεν είναι σωστό να δει ο ένας την γύμνια του αλλού.
Ο Αββάς Θεόδωρος συμμορφώθηκε αμέσως με την υπόδειξη του φίλου του. Αλλά ο Αββάς
Αμμούν έμενε ακόμη αναποφάσιστος. Δεν ήθελε και πάλι να γδυθεί. Ευλαβείτο τον Άγγελο
φύλακα της ψυχής του, που τον ένοιωθε διαρκώς πλάι του. Μα καθώς στεκόταν και κοίταζε το
ποτάμι με μεγάλη αμηχανία, βρέθηκε ξαφνικά χωρίς να καταλάβει πως, με κάποιο μυστηριώδη
τρόπο, στην αντίπερα όχθη, που τον περίμενε, ντυμένος πια, ο συνασκητής του.
ΕΝΑΣ αδελφός, που περνούσε άσκοπα τον καιρό του παραμελώντας τη σωτηρία του, κατέβαινε
κάποτε στην πόλη να πουλήσει τα καλάθια του. Βραδιάστηκε όμως στο δρόμο και για να μη
κινδυνεύσει στη σκοτεινή νύχτα, βρήκε πρόχειρο κατάλυμα σε ένα παλιό τάφο. Ξάπλωσε να
ξεκουραστεί και ενώ έκλειναν πια τα μάτια του από τη νύστα, είδε απέναντι του δυο δαίμονες να
τον περιεργάζονται.
-Για δες εκεί, τόλμησε ο Καλόγερος να ξαπλώσει στο μνημείο, είπε ο ένας. Ας τον πειράξουμε για
να αναγκαστεί να φύγει από την κατοικία μας.
-Μη χάνουμε με αυτόν τον καιρό μας, αποκρίθηκε με περιφρόνηση ο άλλος. Είναι από τους
δικούς μας. Τρώει, πίνει, φλυαρεί, παραμελεί τα καθήκοντα του και κάνει σχεδόν όλα μας τα
χατίρια. Ας πάμε να πειράξουμε εκείνους, που μας πολεμούν νύχτα-μέρα με την προσευχή τους
και την άσκηση.
Βλέποντας ο αδελφός πως και οι δαίμονες ακόμη τον περιφρονούσαν, έβαλε αρχή και έγινε
καλός μοναχός.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ο καλός Βησσαρίων.
Αρέσει σε %d bloggers: