Ιστορίες από το Γεροντικό β’

. Ο ΑΒΒΑΣ Ιωσήφ συμβουλεύτηκε τον Όσιο Ποιμένα πώς να εγκτρατεύεται στο φαγητό. Τρώγε λίγο κάθε μέρα, του είπε ο Γέροντας, αλλά χωρίς να χορταίνεις. -Όταν ήσουν νέος, Αββά, δεν έτρωγες κάθε δυο μέρες; -Και ολόκληρη βδομάδα έμενα άσιτος, πρόσθεσε ο Όσιος. Αλλά οι Πατέρες που δοκίμασαν πολλών ειδών ασκήσεις, βρήκαν πως πιο ωφέλιμο για τον μοναχό είναι να τρώγει λίγο κάθε μέρα. Αυτή είναι η μέση και Βασιλική οδός. Οι υπερβολές είναι των δαιμόνων. ΕΝΑΣ χριστιανός, που ευλαβείτο τον Όσιο Μακάριο, του πήγε δώρο ένα καλάθι σταφύλια. Ο Όσιος που τα αγαπούσε πολύ, ευχαριστήθηκε. Μα σαν έφυγε ο επισκέπτης, για να κόψη την επιθυμία του, τα έστειλε ευθύς σε κάποιο άρρωστο Ερημίτη, που είχε επιθυμήσει να φάγει από αυτά τα οπωρικά. Εκείνος τα δέχτηκε με μεγάλη χαρά, αλλά ύστερα σκέφτηκε πως ήταν άπρεπο να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Τα έστειλε λοιπόν στο γείτονα του, λέγοντας πως δεν είχε όρεξη να φάγει. Ο γείτονας τα έστειλε στον παρακάτω Γέροντα και εκείνος πάλι σε άλλον. Ώσπου το καλάθι έκανε σχεδόν τον γύρο ολόκληρης της σκήτης. Ο τελευταίος που το πήρε, είπε με το νου του: -Τα σταφύλια αρέσουν στον Αββά Μακάριο. Δεν του τα πηγαίνω, να τον ευχαριστήσω; Πήρε το καλάθι και το πήγε στον Όσιο. Εκείνος το γνώρισε ευθύς και εξετάζοντας το πράγμα, έμαθε πως είχε φτάσει στα χέρια του. Τότε δόξασε τον Θεό για την εγκράτεια των αδελφών, που ήταν απόδειξης της πνευματικής προκοπής. Ο ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ, νέος ευσεβής από την Αλεξάνδρεια, διηγείται ο Παλλάδος, από πλούσια και αρχοντική γενιά, πήγε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και επισκέφτηκε πολλά μοναστήρια και ησυχαστήρια στην Παλαιστίνη. Σαν γύρισε στην πατρίδα του την Αίγυπτο, με την καρδιά πλημμυρισμένη από θεϊκό έρωτα, μοίρασε τα υπάρχοντα του στους φτωχούς, για να ακολουθήσει την αμέριμνη ζωή των μοναχών. Κράτησε μόνο ένα μεγάλο υποστατικό στα περίχωρα της Αλεξανδρείας, κατάφυτο από οπωροφόρα δέντρα, που το είχε ζηλέψει ο Έπαρχος για την ξεχωριστή ομορφιά του και πολλές φορές του είχε ζητήσει να το αγοράσει, προσφέροντας γενναία τιμή. Όταν αποφάσισε να ακολουθήσει τον ερημικό βίο, πήγε και εξομολογήθηκε στον Αββά Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη. Μεταξύ των άλλων του είπε και για το υποστατικό. -Πούλησε το στον Έπαρχο, τον συμβούλεψε ο Γέροντας και δώσε τα χρήματα στο μοναστήρι. Μην αφήσεις υποστατικά στις καλόγριες, γιατί θα χάσουν την ψυχή τους. Μα ο Βησσαρίων δεν θέλησε τότε να πεισθεί στη συνετή συμβουλή του Γέροντος και έκανε δωρητήριο το μεγάλο κτήμα στο γυναικείο μοναστήρι. Ελευθερωμένος ύστερα από όλες τις υλικές φροντίδες, πήγε στην έρημο και έμεινε σε μια φτωχική καλύβα, στη σκήτη των Πατέρων. Πέρασαν δεκαέξι μήνες αφ’ότου ο ευλαβής νέος αγωνίζονταν τον καλό της αρετής αγώνα, αφήνοντας κατά μέρος κάθε γήινη απασχόληση, όταν μια νύχτα ήλθε να τον συνταράξει ένα τρομακτικό Όνειρο: είδε πως βρέθηκε στη Βηθλεέμ, στο ναό της Αγίας Γεννήσεως. Ξαφνικά ο ναός άστραψε από ουράνιο φως και άρχισαν να μπαίνουν μέσα σε παράταξη νέοι ιεροπρεπείς, ντυμένοι με ολόχρυσες στολές, που έψαλλαν μελωδικά άσματα. Ανάμεσα τους ήταν μια Γυναίκα, που η ομορφιά της δεν χωρεί σε νου ανθρώπινο, ντυμένη με πορφύρα, σαν Βασίλισσα και με διάδημα από αστέρια στο κεφάλι. Δεν πρόλαβε να συνέλθει από την έκπληξη του ο Βησσαρίων, όταν άκουσε έναν από τους συνοδούς της ουράνιας βασίλισσας να τον φωνάζει αυστηρά με το όνομα του. Γύρισε προς το μέρος του και αντιλήφθηκε πως τον κοίταζε με βλέμμα βλοσυρό: -Τι έχεις να απολογηθείς για τις παρθένους, του είπε, που, από τότε που τους χάρισες το κτήμα σου, δεν έπαψαν ούτε μια μέρα να εξοργίζουν τον Θεόν; Μεγάλη τιμωρία σε περιμένει, αν δεν διορθώσεις το σφάλμα σου. -Κύριε μου, τόλμησε να αποκριθεί ο Βησσαρίων, τρέμοντας σύγκορμος από το μεγάλο φόβο του, για να τις αναπαύσω τους το δώρισα, επειδή, σαν γυναίκες, είναι σκεύη αδύνατα, όχι για να παροργίσουν τον Θεόν. Τότε πήρε τον λόγο η Βασίλισσα: -Καλή η προαίρεσης σου τέκνον, αλλά ο εχθρός του ανθρώπινου γένους βρήκε αιτία να ζημιώσει τις ψυχές τους. Μπορούσε ο Θεός, ο οποίος προνοεί δια τα πλάσματα Του, να τους στείλει ποταμούς από χρυσόν, αλλά δεν θα ήτο συμφέρον των. Καθώς έλεγε αυτά, σήκωσε το ευλογημένο χέρι της και έδειξε εκείνον που λίγο πριν είχε τρομοκρατήσει τον Βησσαρίωνα. -Αυτός είναι το πρότυπο των μοναχών. Ας τον μιμούνται όσοι θέλουν να αρέσουν εις τον Θεόν. Διόρθωσε το λάθος σου και θα με έχεις πάντοτε προστασία. Ύστερα απευθύνθηκε σε εκείνον που είχε δείξει: -Σφράγισε την καρδιά του, Βαπτιστά, δια να μη νομίσει πως όλα αυτά είναι φαντασία. Άπλωσε το δεξί του χέρι ο Τίμιος Πρόδρομος και σφράγισε με το σημείο του Σταυρού το στήθος του Βησσαρίωνος και αμέσως χάθηκε το όραμα. Μόλις ξημέρωσε, ξεκίνησε ο Βησσαρίων για τον Αββά Ισίδωρο. Τρομαγμένος ακόμη, του διηγήθηκε την οπτασία. -Έπρεπε να είχες ακούσει τη συμβουλή μου, τέκνον μου, του είπε ο Γέροντας. Δεν ξέρεις πως τα υποστατικά έχουν μέριμνες και φροντίδες; Χρειάζονται καλλιέργεια και όταν άνδρες συναλλάσσονται με ασκήτριες, ο διάβολος δεν αφήνει απείραχτες ούτε αυτές ούτε εκείνους. Αν είναι γενικά κακό στους μοναχούς να έχουν υλικές φροντίδες, πολύ περισσότερο άπρεπο είναι για τις παρθένους. Χωρίς αναβολή, την ίδια κιόλας ημέρα, τον πήρε ο Γέροντας και κατέβηκαν στο γυναικείο μοναστήρι και με κάποια πρόφαση έπεισαν τις μονάχες να δεχτούν να πουλήσουν το υποστατικό τους στον Έπαρχο και να εισπράξουν τα χρήματα. Έτσι, ήσυχος, πια, γύρισε στο ασκητήριο του

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ιστορίες από το Γεροντικό β’
Αρέσει σε %d bloggers: