Πνευματικός Διάλογος με τον Ρουμάνο Γέροντα Κλεόπα Ηλιέ

 

001. η πίστης στον Θεό αποκτάται από τον άνθρωπο η είναι ένα δώρο του Θεού;

Η πίστης είναι ένα δώρο του Θεού. (Ρωμ. 12, 3 Εφεσ. 2, 8 Φιλιπ. Ι, 29 Β’ Πέτρου 1,1).

Η πίστης είναι ένα έργο του Θεού (Πράξ. 11,21 Α’ Κοριν. 2, 5 Έφεσ. 1, 19 Κολ. 2, 12 Β’ Θεσ. 1,11 Α’ Τιμ. 1, 14), η πίστης είναι ένα δώρο του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ.12,9 και Γαλ. 5,22) και εξαρτάται από την θέληση του ανθρώπου (Ματθ. 8,13 9,22 Μάρκ. 5,34 10,52 Λουκ. 7,50 17,19 18,42).

Η πίστης αυξάνεται και αναπτύσσεται με την θέληση του ανθρώπου, είναι δηλ. «συνεργασία και συνεργεία αυτού με τον Θεό» (Ηθική θεολογία τ. 3ος Βουκουρέστι 1981, σελ.95).

002. η απιστία στον Θεό οφείλεται στην έλλειψη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος ή στην έλλειψη θρησκευτικού αισθητηρίου της ψυχής του ανθρώπου; Δηλαδή η εκδηλουμένη απιστία είναι μία πράξης ελεύθερη της θελήσεως του ανθρώπου ή οφείλεται στην ανικανότητα του να πιστέψει και στην έλλειψη θρησκευτικής αγωγής;

Η απιστία του ανθρώπου προέρχεται από την ελεύθερη προαίρεση του με το να αιχμαλωτίζεται στα ματαιόδοξα και εφήμερα πράγματα του παρόντος αιώνος (Άγιος Εφραίμ Ο Σύρος).

Πάλι η απιστία του ανθρώπου οφείλεται στην άσεβη καρδιά του (Έβρ.3,12), στην σκληροκαρδία του (Μάρκ. 16, 14), εξ αιτίας της παρεκκλίσεως από την αλήθεια (Ιωάν. 8, 44-46), της σκοτίσεως αυτού κατά παραχώρηση του Θεού (Ιωάν. 12, 39-40), της τυφλώσεως υπό, του διαβόλου (Β’ Κοριν. 4,4) ό οποίος απομακρύνει τον θείο λόγο της πίστεως (Λουκ. 8,12), καθώς επίσης και εξ αιτίας της ανθρωπινής δόξης (Ιωάν. 5,14).

Η απιστία είναι ένα ελεύθερο έργο του ανθρώπου με το οποίο δεν θέλει να πιστέψει στον Θεό (Λουκ. 16,23 Ιωάν. 19, 9-10), στις υποσχέσεις Του και στα θαύματα του (Ιωάν. 12,37) και (Ψαλμ. 77,36).

 

003. Ποιο είναι το καλλίτερο πνευματικό μέσο με το οποίο μπορεί να πιστέψει κάποιος στον Θεό; η κατήχησης, η ανάγνωσης της Αγίας Γραφής, η θερμή προσευχή, η ελεημοσύνη, το κήρυγμα ή το προσωπικό παράδειγμα;

Το πρώτο μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να πιστέψει στον Θεό είναι το κήρυγμα, δεδομένου ότι η πίστης έρχεται δια της ακοής και η ακοή έρχεται με την διήγηση του λόγου του Θεού (Ρωμ. 10,17). Διότι πώς θα πιστέψει εάν δεν ακούσει; (Ιωάν. 1,7 17,20 Πράξ. 8,12 14,27 Ρωμ. 1,5 Έφεσ. 1,13 Β’ Θεσ. 1,10).

Το δεύτερο μέσον είναι η ανάγνωσης των Αγίων Γραφών, κατά την μαρτυρία η οποία λέγει: «Ταύτα δε γέγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστίν ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού» (Ιωάν. 20,30-31).

Το τρίτο μέσον είναι τα θαύματα του Θεού «Είπον ούν αύτω• τι ούν ποιείς συ σημείον ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν σοι;» (Ιωάν. 6,30 7,31 11,23 20,30-31).

Το τέταρτο μέσον είναι θεωρία των κτισμάτων του Θεού, όπως είναι γραμμένο στην προς Ρωμ. επιστολή (1,20) «Τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράτε, ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης, εις το είναι αυτούς αναπολόγητους». Γι’ αυτό και ο άγιος Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης ονομάζει αληθινή θεολογία τους λόγους των κτισμάτων με τα όποια από τα κατώτερα ανερχόμεθα στα ανώτερα, δηλαδή από τα αιτιατά ανερχόμεθα στον αίτιο. «Έτσι στην κτίση σαν σε ένα καθρέπτη, βλέπουμε τον Κτίστη και τον δοξάζουμε και τον πιστεύουμε ότι είναι ο Θεός, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Και όλα δημιουργήθηκαν και υπάρχουν με την θεία βούληση, διότι Αυτός είναι ο αίτιος όλων (καταφατική θεολογία, θετική), και τίποτε από όλα δεν είναι υπεράνω αυτού (Αποφατική – αρνητική θεολογία)

Λέγει ακόμη ο θείος Διονύσιος ότι: «Ό Θεός από όλα, όσα υπάρχουν μεγαλύνεται και είναι ο αίτιός των. Και υπάρχει πάλι η θεία γνώσις του Θεού η οποία με την αγνοία – τον θείο γνόφο – γνωρίζεται με την μυστική ένωση του νου μετά των θείων μυστηρίων».

Και πάλι «ο Θεός σ’ όλα υπάρχει και σ’ όλα δεν υπάρχει. Και όντας ανάμεσα σε όλα από όλα γνωρίζεται και σε τίποτε δεν γνωρίζεται από κανένα».

Και ο μέγας Βασίλειος λέγει ότι: «Ολόκληρη η δημιουργία του Θεού είναι σχολή των πνευματικών λόγων (των σκοπών της υπάρξεως των) και τόπος διδασκαλίας της γνώσεως του Θεού. Από τα ορώμενα και αισθητά αναγόμεθα με τον νου μας στην θεωρία των αοράτων».

Το πέμπτο μέσο με το οποίο πείθεται κάποιος να πιστέψει στον Θεό είναι το κήρυγμα της υποδειγματικής ζωής, το προσωπικό παράδειγμα, δηλ. η κατά Χριστόν ζωή και η απόδειξη με τα έργα αυτών τα όποια διδάσκουμε. Για αυτό έλεγε ένας από τους αγίους Πατέρας: «Σιώπησε και άφησε να μιλήσουν τα έργα σου».

Και πάλι: «Έλεγξε με την δύναμη των αγίων έργων σου αυτούς που διαφωνούν σε δογματικά θέματα μαζί σου και όχι με την γλυκύτητα της φωνής των λόγων σου «(Φιλοκαλία). Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τον μαθητή του Τιμόθεο, όπως «τύπος γίνου των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστη, εν αγνεία» (Α’ Τιμ. 4,12). Παρόμοια και τους Εφεσίους συμβουλεύει να συμπεριφέρονται «ως υιοί φωτός» (Έφεσ. 5, 8-10). Ενώ προς τους Κολασσαείς γράφει: «Εν σοφία περιπατείτε προς τους έξω, τον καιρόν εξαγοραζόμενοι. Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, αλάτι ήρτυμένος, είδέναι πώς δει υμάς ένί έκάστω άποκρίνεσθαι». (Κολ. 4,5-6).

 

004. Πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι χριστιανοί προς τους απίστους και τους ειδωλολάτρες; Επιτρέπεται να μιλούν, να τρώγουν μαζί, να κατοικούν στον ίδιο τόπο, ή να παντρεύονται μεταξύ των;

Προς τους ειδωλολάτρες πρέπει να συμπεριφερόμαστε με αγάπη και πραότητα, διότι μ’ αυτές τις δύο αρετές πολλούς μπορούμε να οδηγήσουμε στον Χριστό, κατά την μαρτυρία του αγίου Εφραίμ του Σύρου, ό οποίος λέγει: «Ο τρόπος για να έλθουν όλοι στον Χριστό είναι μόνο η αγάπη και η πραότης». Και ό άγιος Μακάριος ό Μέγας, μόνο με λίγους λόγους αγάπης και πραότητας, επέστρεψε στον Χριστό ένα ολόκληρο ειδωλολατρικό λαό, οι οποίοι κατόπιν έγιναν μοναχοί και μαθητές του.

Όσο άφορα τους αιρετικούς έχουμε μαρτυρία του θείου Αποστόλου Παύλου, ό οποίος λέγει: «Αιρετικό άνθρωπον μετά μίαν και δευτέρα νουθεσία παραιτού» (Τίτ. 3,10). Οι αιρετικοί είναι εχθροί της αληθείας και του Θεού (Ψαλμ. 36,20). Οι αιρετικοί είναι τέκνα του πονηρού (Ματθ. 13,38), τους οποίους δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε (Ιωάν. 2,24). Οι αιρετικοί είναι εχθροί του Θεού (Ψαλμ. 36,20 και 91,9) και δεν έχουμε την άδεια να τους αγαπούμε διότι είναι παιδιά του διαβόλου, «γεννήματα εχιδνών» (Ματθ. 3,7 12,34 23,33).

Με τους αιρετικούς δεν επιτρέπεται στο σπίτι μας να συμπροσευχώμαστε (Καν. 10 και 64 εκ των Αποστολικών). η αμαρτία των στρέφεται εναντίον του Αγίου Πνεύματος, η οποία «ουκ άφεθήσεται αύτω ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι» (Ματθ. 12,31, 31-32Μάρκ. 3,29 Λουκ. 12,10).

Τους αιρετικούς δεν επιτρέπεται ούτε στο σπίτι μας να τους δεχόμαστε, ούτε και καλημέρα να τους λέγωμεν (Β’ Ιωάν. 10-11). Όσο άφορα την σύναψη γάμου μεταξύ ενός ορθοδόξου και αιρετικής γυναίκας η το αντίθετο δεν επιτρέπεται, επειδή δεν μπορούν να συζήσουν ό λύκος με το πρόβατο με την αποκτήσει μάλιστα και παιδιών (Εκκλησιαστικοί Κανόνες Νικόδημου Σακελλαρίε, Ρουμάνου).

Ενώ, εάν δύο σύζυγοι, πριν να γίνουν χριστιανοί, συνήψαν δεσμό με γάμο και εάν κατόπιν, ό ένας άπ’ αυτούς ασπασθεί την αλήθεια της ορθοδόξου πίστεως και ο άλλος παραμείνει στην απιστία του τότε να μη χωρίσουν διότι ο άπιστος άνδρας αγιάζεται από την πιστή γυναίκα του και η άπιστη γυναίκα αγιάζεται και ωφελείται από τον πιστό άνδρα της (Α’ Κορ. 7,12-14) και 6η Οικουμενική . Σύνοδος Καν. 72).

 

 

 

 

 

005. Πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι ορθόδοξοι χριστιανοί ενώπιον των χριστιανών των άλλων ομολογιών;

Προς αυτούς, εάν δεν μας προκαλούν σε συζήτηση για την αλήθεια της πίστεως μας, πρέπει να τους συμπεριφερώμεθα με αγάπη και με ευσπλαχνία, να τους βοηθάμε στις ανάγκες των, κατά το παράδειγμα που μας έδωσε ό Σωτήρ μας Ιησούς Χριστός με τον καλό Σαμαρείτη (Λουκ. 10,37 και Ματθ. 7,12). Ενώ, εάν θελήσουν να αμφισβητήσουν και μας προκαλέσουν για την αγία μας πίστη ή την Ιερά Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, τότε «πρέπει να την υπερασπίσουμε με όλη μας την δύναμη και να πολεμήσουμε μέχρι θανάτου» (Αόρατος Πόλεμος, Αγίου Νικόδημου Αγιορείτου).

Επειδή πρέπει να αγαπούμε τον πλησίον μέσα στα πρέποντα όρια, ενώ τον Θεό άνευ ορών. Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι είναι καλό να αγαπούμε τον πλησίον και να αφήνουμε να καταπατείται από τους ξένους η αληθινή πίστης του Χριστού, διότι αυτοί θέλουν να μας απομακρύνουν απ’ αυτή την πίστη και να μας διδάξουν την δική τους, την σκόλια και αιρετική. Πρέπει λοιπόν, κάθε ορθόδοξος Ιερεύς και κάθε πιστός της Εκκλησίας μας να είναι ένας καλός στρατιώτης του Χριστού με όλη την ευλάβεια, την γενναιότητα και την δύναμη της ευσέβειας για να προστατεύσει με τον λόγο και με τα γραπτά του, εάν μπορεί, την αλήθεια της ορθοδόξου πίστεως μας.

Δεν πρέπει να είναι πράος εκεί που δεν υπάρχει ανάγκη πραότητας, διότι άκουσε τι λέγει ο προφήτης: «Εκεί ό πραύς έστω μαχητής» (Ίωήλ 4,11). Το ίδιο μας διδάσκει και ο όσιος Ποιμήν ο Μέγας, λέγοντας: «Πρέπει να υπομένουμε οτιδήποτε ήθελε μας προκαλέσει κάποιος και τα μάτια να μας βγάλει και το δεξί χέρι να μας κόψη, ενώ, εάν κάποιος θέληση να μας απομακρύνει και μας χωρίσει από τον Θεό, τότε να οργιστούμε» (Γεροντικό). Και πάλι λέγει: «Την πρώτη φορά απομακρύνσου, την δεύτερη φορά και την τρίτη αγωνίσου εναντίον αυτού που θέλει να σε χωρίσει από την αληθινή πίστη».

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πνευματικός Διάλογος με τον Ρουμάνο Γέροντα Κλεόπα Ηλιέ
Αρέσει σε %d bloggers: