ΤΟ ΟΡΑΜΑ TOY ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΥ ΑΡΜΑΤΟΣ

(Ιεζεκ. κεφ. 1ον ) Υπό αγίου Νικολάου Καβάσιλα* +Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη 1. Εξήγησις στην όρασι του προφήτου Ιεζεκιήλ, κατά την οποία πάνω στα τέσσερα ζώα υπήρχε ένα ομοίωμα θρόνου και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε ένα ομοίωμα σαν είδος ανθρώπου. Κάθε προφητεία και θεωρία και όρασις αποτελούσαν εικόνες του ερχομού του Σωτήρος στην γη. Και ολόκληρη η παλαιά Γραφή προς αυ­τό έχει την αναφορά της, σαν στο τέλος της. Άλλωστε και ολόκληρη η Γραφή λέγεται ότι παραλήφθηκε για την σωτηρία των ανθρώπων. Και σωτηρία των ανθρώπων αποτελεί μόνο ο Χριστός, διότι «η σωτηρία εκ των Ιουδαίων προέρχεται» (Ιωάν. 4, 22) όπως είπε ο Κύριος, ονομάζοντας τον εαυτό του σωτηρία. Όλους αυτός μας έσωσε. Τους παλαιούς με τις προτυπώσεις και εικόνες της παρουσίας του, και τους νεωτέρους όντας ο ίδιος παρών και καθαρίζοντας. «Δεν μας έσωσε άγγελος ούτε άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος» (Ης. 63, 9), είπε κάποιος από εκείνους που έζησαν στον πα­λαιό Νόμο. Και ο Συμεών όταν είδε τον Κύριο είπε: «Είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου (= την σωτηρία σου)» (Λουκ. 2, 30). Και γενικά πολλές φορές στην Γραφή ο Χριστός ονομάζεται σωτήριον και σωτη­ρία. Επίσης ο Κύριος λέγει, «σεις ερευνάτε τις Γραφές, διότι νομίζετε ότι μ αυτές θα έχετε αιώνια ζωή» (Ιωάν. 5, 39). Αιώνια ζωή ονομάζει την δική του επίγνωσι. «Διότι αύτη είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν σένα τον μόνο αληθινό Θεό και εκείνον που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιωάν. 7, 3) λέγει ο Κύριος στον Πατέρα του. Ώστε από αυτά γίνεται φανερό, ότι κάθε τμήμα της Γραφής εγράφθηκε για την παρουσία του Σωτήρος. Από το ένα μέρος έχουμε τις προφητείες, οι οποίες προέλεγαν μόνο γι’ αυτόν, πράγμα που και ο Κύ­ριος το δήλωσε, λέγοντας· «όλοι οι προφήτες επροφήτευσαν ως τον Ιωάννη» (Ματθ. 11,13), εμφανίζοντας έτσι τον εαυτό του ως υπόθεσι των προφητών. Από το άλλο μέρος, έχουμε τον Νόμο, τις Ιστορίες και τις παραινέσεις που και επαίδευαν ηθικά τους ανθρώπους καθιστώντας τους άξιους να υποδεχθούν τον Σωτήρα, και έδειχναν μυστικά κάποιες εικόνες από τον ερχομό Εκείνου στην γη. Έχουμε ακόμη και τα οράματα των προφητών που ζωγράφισαν πιο τέλεια την ενανθρώπησι του Θεού και την επιστροφή των ανθρώ­πων με την πίστι προς αυτόν. Από αυτά δεν υπολείπεται καθόλου το δ­ράμα του Ιεζεκιήλ, που έδειξε τον Σωτήρα να έρχεται στους ανθρώ­πους, καθώς και τον δρόμο που έκαναν οι Απόστολοι για το Ευαγγέλιο και την δύναμι του κηρύγματος. Εννοώ το δράμα που είδε, κατά τον χρόνο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ, στον ποταμό Χοβάρ. Σ’ αυτό μυήθηκε σχεδόν σ’ όλα τα σχετικά με τον Σωτήρα, όπως θα φανή καθώς θα εξετάζουμε ένα – ένα αυτά που είδε. 2.«Συνέβη κατά το τριακοστό έτος μου, την πέμπτη ημέρα του τετάρτου μήνα, ενώ ήμουνα ανάμεσα στους αιχμαλώτους στον ποταμό Χοβάρ, ν’ ανοιχθούν οι ουρα­νοί˙ και αντίκρυσα δράσι Θεού, κατά την πέμπτη ημέρα του μήνα. Αυτό το έτος είναι το πέμπτο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ» (στ. 1). Όλο αυτό το όραμα δίδαξε στον προφήτη την οικονομία(«Οικονομία» εδώ σημαίνει την σάρκωσι του Υιού του Θεού και όλο το επί γης κοσμοσωτήριο έργο του) του Σωτήρος. Το ότι είδε το δράμα «εν μέσω της αιχμαλωσίας», «ανάμεσα στους αιχμαλώτους», τον δίδαξε ότι ο ερχόμενος Σωτήρ επεδήμησε για να απαλλάξη τους ανθρώπους από την αιχμαλωσία, και όπως το είπε ο προφήτης «για να κηρύξη στους αιχμαλώτους την άφεσι» (Ησ. 61, 1). Αλλά και ο χρόνος της αιχμαλωσίας, κατά τον οποίο αντίκρυσε αυτά ο προφήτης κρύβει μία εικόνα των καιρών κατά τους οποίους ήρθε ο Σωτήρ στους ανθρώπους που ήταν ακόμη δούλοι της αμαρτίας. Ο χρόνος «ήταν το πέμπτο έτος». Και ο Κύριος, τους ανθρώπους που ήδη επί πέντε χιλιάδες και πεντακόσια πέντε έτη περιπλανιόνταν μακρυά από την πατρίδα (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο.) και ήταν σκλαβωμένοι στην κακία, τους επισκέφθηκε στην γη, τους ελευθέρωσε και τους έδωσε την αρχαία πόλι (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο). Η αιχμαλωσία των Εβραίων εικονίζει την πνευματική αΙχμαλωσία όλων των ανθρώπων, και ο χρόνος της μιας τον χρόνο της άλλης. Εκείνο δε που είδε ο προφήτης στο δράμα εικονίζει τον Σωτήρα και όλη του την πρόνοια για τους ανθρώπους. «Στον ποταμό». Ο ποταμός σημαίνει το ότι με το νερό (Δηλαδή με το νερό του βαπτίσματος) βρήκα­με την ελευθερία. «Συνέβη ν’ ανοιχθούν οι ουρανοί». Αυτό σημαίνει ότι όσοι είναι στον ουρανό θα επικοινωνήσουν με τους ανθρώπους, και οι άνθρωποι θα κληρονομήσουν την άνω Ιερουσαλήμ. Διότι ο ερχόμενος Σωτήρ θα εγκαινίαση αυτοπροσώπως τους δρόμους- και αυτούς που από τους αγγέλους κατεβάζουν στους ανθρώπους και αυτούς που από μας ανε­βάζουν σ’ εκείνους. Αυτό έγινε καθώς κατέβηκε τον ένα δρόμο με την ενσάρκωσί του, και καθώς τον ανέβηκε πάλι ένδοξα μαζί με την σάρκα που προσέλαβε. Γι’ αυτό ανοίχθηκαν οι ουρανοί στον προφήτη για να εικονίζουν τον ερχομό του Σωτήρος στην γη. «Διότι ο Κύριος θα κα­τάργηση το μεσότοιχο» (Εφ. 2, 14) και δεν θα υπάρχη κανένας τοίχος ανάμεσα στον Θεό και σε μας. 3. «Και μίλησε ο Κύριος προς τον Ιεζεκιήλ, τον γυιό του Βουζεί τον Ιερέα, στην χώρα των Χαλδαίων, στον πο­ταμό Χοβάρ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου, και είδα» (στ. 2). Ο ίδιος ο Κύριος έδειξε τον εαυτό του στον προφήτη σύμφωνα με την υπόσχεσι που έδωσε σ’ όσους τον αγαπούν. Διότι αφού είπε, «εκείνος που με αγαπά θ’ αγαπηθή από τον πατέρα μου, και εγώ θα τον αγαπήσω», πρόσθεσε, «και θα εμφανίσω σ’ αυτόν τον εαυτό μου» (Ιωάν. 14, 21). Γι’ αυτό, λέει, «εγένετο λόγος Κυρίου», «μίλησε ο Κύ­ριος προς τον Ιεζεκιήλ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου». Αυτά φανέρωναν τον Σωτήρα, ο οποίος είναι και ο Λόγος του Πατρός και δύναμις. Διότι μ’ αυτόν δημιούργησε τα πάντα. Και γι’ αυτό ο Σωτήρ ονο­μάζεται «χέρι του Κυρίου» και «βραχίονας» και «δεξιό χέρι» κττ. 4. «…Και ξαφνικά, ένα πνεύμα, δηλ. ένας ανεμοστρό­βιλος, ερχόταν από τον βορρά και μέσα σ’ αυτόν σύννεφο μεγάλο και λάμψις γύρω του και φωτιά που έβγαζε αστρα­πές. Στην μέση του ανεμοστρόβιλου υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο! (Το ήλεκτρο είναι μείγμα χρυσού και αργύρου, τέσσερα μέρη χρυσού και ένα αργύρου. Κατά τον Σουΐδα το ήλεκτρο είναι «άλλος τύπος χρυσού αναμειγμένου με γυαλί και λιθεία». Κατά την εγκυκλοπαίδεια της Υδρίας είναι «χρυσός με αργυροειδείς ραβδώσεις». Και «έχει χρώμα χλωμό κίτρινο έως κιτρινόλευκο».) που ήταν στην μέση της φωτιάς και φεγγοβολούσε» (στ. 4). «Ένα πνεύμα, δηλαδή ένας ανεμοστρόβιλος, ερχόταν», ο οποίος κινούσε αυτό που φαινόταν στο όραμα. Τούτο αντιστοιχεί μ’ εκείνο που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο- «εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχε­ται από το Άγιον Πνεύμα» (Ματθ. 1, 20). «Από τον βορρά». Αυτό αναφέρεται στον Υιό του Θεού, που βρί­σκεται στα δεξιά του Πατρός, αφού ο Πατήρ ονομάζεται «ανατολή» (Ψαλμ. 67, 33). Ο Θεός Πατήρ νοείται ότι βρίσκεται στην ανατολή και βλέπει προς την δύσι εποπτεύοντας τα ταπεινά. Κατά συνέπεια το βό­ρειο μέρος νοείται στα δεξιά. «Και σύννεφο γύρω του». Το σύννεφο υποδηλώνει το Άγιο Πνεύμα. Σε πολλά μέρη της Γραφής το Άγιο Πνεύμα δηλώνεται με νε­φέλη. Αυτό δημιούργησε το άγιο εκείνο σώμα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου. Αυτό ήταν μαζί με τον Σωτήρα αφανώς μέχρι την ημέρα της δημοσίας εμφανίσεώς του, και φανερώτερα αργότερα, τότε που τον εδόξαζε επιτελώντας έργα που μόνο σε Θεό ταιριάζουν. Και γι’ αυτό φαινόταν άλλοτε μεν σαν πνεύμα και άλλοτε σαν σύννεφο γύρω από το εμφανισθέν στο δράμα. Και το σύννεφο ήταν «μεγάλο». Το μέγεθος της νεφέλης υποδηλώνει την θεότητα, την οποία όμοια φανερώνει και η λάμψις και η φωτιά που βγάζει αστραπές. «Στην μέση αυτής της φωτιάς, που υπήρχε γύρω από το σύννεφο υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο». Το ήλεκτρο εικονίζει το σώμα του Σωτήρος που είναι όλο λάμψι και καθαρότητα και αντάξιο του μο­νογενούς Υιού. Το φεγγοβόλημα του ήλεκτρου εικονίζει την θεότητα την κρυμμένη στην ανθρώπινη φύσι. 5.«Και στην μέση της νεφέλης υπήρχε ομοίωμα τεσ­σάρων ζώων. Όλα έμοιαζαν με άνθρωπο (κατά το σώμα). Το καθένα είχε τέσσερα πρόσωπα και το καθένα είχε τέσ­σερα φτερά. Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια, και τα πόδια τους ήταν φτερωτά και σπινθηροβολούσαν σαν αστραφτερός χαλκός» (στ. 5-7). Αυτό που υπήρχε στην μέση της νεφέλης, το ομοίωμα των τεσ­σάρων ζώων, εικονίζει τους κήρυκες του Ευαγγελίου οι οποίοι «έφεραν κι εβάσταζαν το όνομα του Σωτήρος ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Είπαμε «έφεραν κι εβάσταζαν», διότι πάνω σ’ αυτά είδε ο προφήτης ότι καθόταν ο Κύριος. Ο αριθμός «τέσσερα» σημαίνει ότι με το κήρυγμα περιώδευσαν όλη την οικουμένη. Το ότι φαίνονταν «στην μέση της νεφέλης» σημαίνει ότι οδηγούνταν από το Πνεύμα του Θεού. Τα «φτερά» δηλώνουν το πνεύμα της σοφίας που έκανε γρήγορο σ’ αυ­τούς τον δρόμο του Ευαγγελίου. Το γεγονός ότι τα φτερά ήταν «τέσσε­ρα» δηλώνει ότι «σ’ ολόκληρη την γη διαδόθηκε ο φθόγγος τους και στις άκρες της οικουμένης τα λόγια τους» (Ψαλμ. 18, 5). Για το ότι ήταν «τέσσερα» αυτά που μιλούσαν για τον Σωτήρα, πράγμα που δηλωνόταν με τα πρόσωπα των ζώων, θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως. «Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια». Μ’ αυτό δηλώνεται ότι οι διδασκαλίες τους ήταν ίσιες και αληθινές. Επίσης σημαίνεται ότι δεν κάμφθηκαν και δεν υποβαθμίσθηκαν στον ζήλο του κηρύγματος, παρ’ όλο που τους βρήκαν πολλές δυσχέρειες. Επίσης δηλώνεται ότι το ήθος τους ήταν ανώτερο κι ελεύθερο. Δεν εργάσθηκαν από φόβο ούτε προσκύνησαν τους άρχοντες της γης, οι οποίοι «μπορούν μόνο να φονεύσουν το σώμα, ενώ την ψυχή δεν μπορούν να την βλάψουν» (Ματθ. 10, 28). «Και τα πόδια τους ήταν φτερωτά». Αυτό θέλει να πη ότι σε σύν­τομο χρόνο περιώδευσαν ολόκληρη την οικουμένη. Και θέλει να πη ακόμη, πως λίγο λογάριαζαν την ανάγκη γήινης βοήθειας, στον δρόμο του κηρύγματος, αφού τα φτερά της θείας Χάριτος τους ξαλάφρωναν, και μόνα αυτά τους ήταν αρκετά για τον δρόμο τους. «Και σπινθηροβολούσαν όχι σαν φως ή σαν φωτιά, αλλά «σαν αστραφτερός χαλκός». Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν αυτά το φως, όπως το λέει και η Γραφή, αλλά ήταν μόνο οι κήρυκες του φωτός (πρβλ. Ιωάν. 1, 8). 6. «Και τα φτερά τους ήταν ελαφρά. Και κάτω από τα φτερά τους υπήρχαν χέρια ανθρώπινα στα τέσσερα μέρη τους. Και τα πρόσωπά τους που ήταν το ένα δίπλα στο άλ­λο και τα φτερά τους που ακουμπούσε το ένα πάνω στο άλλο δεν έκαναν στροφή όταν προχωρούσαν, διότι το κα­θένα προχωρούσε με την βοήθεια του προσώπου που αν­τιστοιχούσε στην νέα κατεύθυνσι της πορείας» (στ. 7-9). «Τα φτερά των ζώων ήταν ελαφρά». Αυτό θέλει να δείξη: Πρώ­τον, ότι το κήρυγμα προχωρούσε άνετα και γρήγορα. Δεύτερον, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου δεν είχε τίποτε το γήινο, τίποτε που να κοιτάζη προς τα κάτω. Και τρίτον, ότι οι μακάριοι Απόστολοι καθορίζοντας τις ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων δεν επρόβαλλαν κάτι το σκληρό και βαρύ, διότι όπως λέει ο Κύριος, «οι εντολές μου δεν είναι βαρείες και ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίο μου ελαφρό» (Ματθ. 11, 30). Τα ανθρώπινα χέρια κάτω από τα φτερά των ζώων υποδηλώ­νουν ότι η ανθρώπινη δύναμις δεν συμβάλλει καθόλου στο να διανυθή ο δρόμος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι καλύπτεται από την θεϊκή δύναμι. Γι’ αυτό οι Απόστολοι με την σοφία του Αγίου Πνεύματος που εί­χαν και με τα υπερφυσικά έργα που επιτελούσαν, δεν έδειχναν για ανθρωττοι. Έτσι λοιπόν οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο Παύλος και ο Βαρνά­βας ήταν θεοί (Πράξ. 14, 11). Αλλά και τους άλλους Αποστόλους τους πρόσεχαν σαν να ήταν κάτι περισσότερο από άνθρωποι. «Και τα φτερά τους ακουμπούσαν το ένα στο άλλο και ενώνον­ταν». Με αυτό υποδηλωνόταν: Πρώτον, ότι τα λόγια γύρω από την ένσαρκη οικονομία του Χριστού συνενώνονται και αναφέρονται στο ένα πρόσωπο του Κυρίου Ιησού και όχι σε δύο, όπως ενόμισε ο Νεστόριος (Ενώ η ορθόδοξος διδασκαλία δέχεται ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις η θεϊκή και η ανθρώπινη, και ότι οι δύο αυτές φύσεις ενώνονται στο ένα πρόσωπο του Θεού – Λόγου, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο Νεστόριος, ο οποίος στις αρχές του Ε’ μ.Χ. αιώνος ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δίδασκε διαφορετικά: δύο φύσεις και δύο πρόσωπα. Την μητέρα του Χριστού δεν την δεχόταν σαν Θεοτόκο. Η αίρεσίς του καταδικάσθηκε από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο που συ­νήλθε στην Έφεσο το 431 μ.Χ.). Δεύτερον, ότι οι Απόστολοι κήρυτταν στους ανθρώπους την ειρήνη και σ’ αυτήν τους παιδαγωγούσαν. Από το ένα μέρος εκήρυτταν ότι ο Θεός συμφιλιώθηκε με τους ανθρώπους. «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεόν», λέει ο Απόστολος, «με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5, 10). Και από το άλλο μέρος παιδαγωγούσαν τους ανθρώπους στην ειρήνευσι με τον εαυτό τους και με τους άλλους. «Επιδιώκετε ειρήνη», λέει ο Απόστολος, «και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα δη τον Κύριο» (Εβρ. 12, 14). Αυτά βέβαια φέρουν την διπλή ειρήνη, αυτήν που εγκαθίσταται μέσα μας και αυτήν που έχουμε στην σχέσι μας με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι βέβαια διέταξε ο Σωτήρ. «Να ειρηνεύετε μέσα σας και να έχετε αγάπη μεταξύ σας» (Πρβλ. Μαρκ. 9, 50). Επίσης λέγοντας ο Απόστολος, «επιδιώκετε ειρήνη», μας διδά­σκει για την ειρήνη μεταξύ μας· «και τον αγιασμόν», για την ειρήνη με τον εαυτό μας. Ο αγιασμός θέλει να δείξη καθαρό και εγκρατή και άγιο βίο, ενώ η ειρήνη της ψυχής δηλώνει ότι τα κατώτερα που έχουμε μέσα μας δεν επαναστατούν στα ανώτερα. Τρίτον, ότι οι Απόστολοι είχαν «μία καρδιά και μία ψυχή», όπως ακριβώς και όλοι οι πιστοί, καθώς είναι γραμμένο στις Πράξεις (4, 32). Και τέταρτον, ότι αυτό που κηρύττεται είναι ένα και απλούν, εφ’ όσον αυτό είναι ο Θεός. «Και όταν προχωρούσαν δεν έκαναν στροφές, δεν επέστρεφαν», διότι (οι Απόστολοι) δεν άφηναν εκτεθειμένα τα νώτα στους εχθρούς˙ και διότι δεν τους νίκησε η κακία, ώστε να τους κάνη να στραφούν προς τα πίσω, αλλά «το καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνσι απέ­ναντι του προσώπου του» (στ. 9). 7. «Να, οι μορφές των ομοιωμάτων των προσώπων τους. Ήταν και στα τέσσερα πρόσωπο ανθρώπου και δεξιά του πρόσωπο λιονταριού και στα τέσσερα˙ αριστερά του πρόσωπο μόσχου και στα τέσσερα˙ και κατόπιν πρό­σωπο αετού και στα τέσσερα (στ. 10). Τα πρόσωπα τους και τα φτερά τους ήταν και στα τέσσερα υψωμένα και απλωμένα προς τα πάνω. Στο καθένα δύο φτερά ακουμ­πούσαν στις άκρες των φτερών των άλλων και ενώνονταν, και τα άλλα δύο φτερά συμμαζεμένα σκέπαζαν το σώμα τους (στ. 11). Και καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνσι απέναντι του προσώπου του. Εκεί που κατευθυνό­ταν ο ισχυρός άνεμος, πορεύονταν κι αυτά, χωρίς να στρέφουν τις κεφαλές τους» (στ. 12). Τα πρόσωπα των ζώων έχουν να μας παρουσιάσουν αλληγορικά, λόγια και νοήματα για τον Χριστό. Με την κεφαλή συμβολίζεται ο νους, ο οποίος ονομάζεται ηγεμών, αφού η Γραφή την κεφαλή την χα­ρακτηρίζει σαν αρχηγό και ηγεμόνα˙ «θα αφαιρέσω από την Ιερουσα­λήμ κεφαλή και ουρά» (Ης. 9, 14), δηλαδή αρχηγό και υπήκοο. Συμβο­λίζει επίσης η κεφαλή τον νου, επειδή μ’ αυτήν ενεργεί ο νους. Συνηθί­ζει βέβαια πολλές φορές η Γραφή, από τα όργανα, να ονομάζη εκείνο που ενεργεί μ’ αυτά. Παράδειγμα ο Δαβίδ, ο οποίος το συναισθηματικό μέρος της ψυχής και το επιθυμητικό τα ονομάζει καρδιά και νεφρά -«ο Θεός που έρευνα την καρδιά και τα νεφρά» (Ψαλμ. 7, 10). Με το πρόσωπο συμβολίζεται το φανέρωμα του νου, δηλαδή ο λόγος που προφέρεται και φανερώνει τις κρυπτόμενες σκέψεις, αφού βέβαια ο λόγος αποτελεί εξεικόνισμα της σκέψεως, καθόσον την τυπώ­νει κατά κάποιο τρόπο με την ομιλία και της δίνει φόρμα και σχήμα. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι τα πρόσωπα των ζώων συμβολίζουν τους λόγους που είπαν οι Απόστολοι για τον Χριστό. Έλεγαν βέβαια γι’ αυ­τόν όσα γνώριζαν και γνώριζαν όσα έπρεπε. Και έπρεπε να γνωρίζουν για τον Κύριο: Πρώτον, ότι (δεν ήταν μόνο Θεός, αλλά) και άνθρωπος. Αυτό δη­λωνόταν στο δράμα, με το πρόσωπο του άνθρωπου. Δεύτερον, ότι αυ­τός ήταν ο αναμενόμενος απόγονος του Δαβίδ που θα ερχόταν για να ελευθέρωση τους ανθρώπους, πράγμα που το δήλωνε το πρόσωπο του λιονταριού. Η Γραφή αναφέρει σχετικά: «Είσαι σκύμνος (Σκύμνος σημαίνει λιονταρόπουλο, νεαρό λιοντάρι. Το νεαρό λιοντάρι είναι γε­μάτο ζωτικότητα και δύναμι. Έτσι συμβολίζεται εδώ στην προφητεία του γέροντος Πα­τριάρχου Ιακώβ ο Μεσσίας.) λιονταριού˙ από βλαστόν, υιε μου, ανεβλάστησες» (Λιοντάρι ο Δαβίδ και σκύμνος λιονταριού, ο Χριστός. Βλαστός ο Δαβίδ και αναβλάστημά του ο Χριστός. Πρβλ. και Ησαΐα, «και θα εξέλθη ραβδί από την ρίζα του Ιεσσαί, και άνθος από την ρίζα θ’ αναβλαστήση» (11, 1). Ιεσσαί είναι ο πατέρας του Δαβίδ. Σύμφωνα με το μασσωριτικό κείμενο της Π. Διαθήκης το «από βλαστόν, υιέ μου αναβλάστησες» έχει διαφορετικά: «από το θήραμα, υιέ μου, ανέβηκες».) (Γεν. 49, 9). Τρίτον, ότι ο Χριστός είναι βασιλεύς, και μάλιστα ανώτερος όλων των βασιλέων της γης. Αυτό συμβολιζόταν στο δράμα με το πρόσωπο του αετού. Επί πλέον με το πρόσωπο του αετού θα λέγαμε ότι υποδη­λώνεται (ότι ο Χριστός όλα τα γνωρίζει και τα βλέπει). Επειδή ιδιαίτερα ο αετός έχει απ’ όλα τα ζώα το οξύτερο βλέμμα, συμβολίζει επιτυχώς την ανώτερη από όλα Σοφία (Η «Σοφία» αποτελεί όνομα του Υιού του Θεού.) του Πατρός, την θεότητα του Σωτή­ρος. Άλλωστε και το όνομα «Θεός», όπως ισχυρίζονται οι θεολόγοι, προέρχονται από το «θεώμαι» (Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στο έργο του «Περί του μη είναι τρεις Θεούς, προς Αβλάβιον» σημειώνει: «Μία από τις ενέργειες του Θεού, είναι η εποπτική και ορατική, θα την λέγαμε θεατική. Μ’ αυτήν παρατηρεί τα πάντα και εποπτεύει τα πάν­τα. Βλέπει τις σκέψεις και διεισδύει με την παρατηρητική του δύναμι στα αθέατα. Γι’ αυτό έχουμε την γνώμη ότι ο Θεός ωνομάσθηκε έτσι από την θέα… Αυτά που βλέπον­ται λέγονται θεατά, και αυτός που τα βλέπει λέγεται Θεός».). Και τέταρτον, ότι ο Χριστός είναι Ιερεύς και ότι θυσιάσθηκε. Αυ­τός ο ίδιος πρόσφερε τον εαυτό του θυσία και καθάρισε με το δικό του αίμα τις αμαρτίες του κόσμου. Αυτά τα έδειχνε το πρόσωπο του μόσχου. Με το νου τους βέβαια οι Απόστολοι εγνώριζαν ποιος ήταν ο Κύ­ριος. Αυτό συμπεραίνεται και από τον λόγο που είπε ο μακάριος Παύ­λος- «εμείς έχουμε νου Χριστού» (Α’ Κορ. 2, 16). Και η γλώσσα τους με τα λόγια έδινε σχήμα και μορφή στο περιεχόμενο του νου. Έτσι εμφά­νιζε στους ανθρώπους ποια ιδέα είχαν αυτοί για τον Σωτήρα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα πρόσωπα των ζώων δίδαξαν στον προφήτη τα λόγια που οι Απόστολοι είπαν για τον Σωτήρα. Δύο φτερά σκέπαζαν τα σώματα των ζώων. Αυτά δήλωναν στον καθένα εκείνο που είπα και για (τα φτερά που ήταν κάτω από) τα χέρια, ότι δηλαδή οι Απόστολοι φαίνονταν ανώτεροι από την ανθρώπι­νη φύσι, γιατί η θεϊκή δύναμις (που εικονίζεται με τα φτερά) απέκρυβε την ανθρώπινη αδυναμία (που εικονίζεται με τα σώματα των ζώων). «Και πορεύονταν όπου πορευόταν το πνεύμα, (δηλ. ο άνεμος)» (στ. 12), διότι «ωδηγούντο από το Πνεύμα του Θεού»( Δηλαδή: Τα τέσσερα ζώα δεν καθώριζαν αυτά την πορεία τους, αλλά το πνεύμα, ο άνεμος, για να συμβολίζεται έτσι ότι οι κήρυκες του Ευαγγελίου δεν ρυθμίζουν οι ίδιοι την Ιεραποστολική τους πορεία, αλλά το Άγιο Πνεύμα. Αυτό εμπνέει και οδηγεί τα βήματα τους.) (Ρωμ. 8, 14). 8. «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα, κάτι που έμοιαζε με φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν στην μέση των ζώων και φαινόταν φεγγοβόλημα φωτιάς και από την φωτιά ξεπετά­γονταν κάποιες ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές» (στ. 13). «Και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ» (=σαν την αστραπή)( Ο στίχος αυτός απουσιάζει από το κείμενο των Ο’. Υπάρχει όμως σε άλλα, όπως στο μασσωριτικό και στην Βουλγάτα.) (στ. 14). (Εδώ συμβολίζεται) το έργο των Αποστόλων, το οποίο ήταν ν’ ανάβουν την φωτιά εκείνη που ήρθε ο Κύριος ν’ ανάψη στην γη. «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα». (Αυτή η φωτιά δεν τα έκαιε τα ζώα), γιατί δεν ήταν φωτιά που κατα­στρέφει και αφανίζει, αλλά που ζωοποιεί και φωτίζει. Φαίνονταν λοιπόν φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν με αστραφτερό φεγγοβόλημα φωτιάς- και από την φωτιά ξεπετάγονταν κάποιες Ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές- και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ, που σημαίνει ταχύτατα σαν αστραπή. Μ’ αυτό οπωσδήποτε δη­λώνεται το έργο των Αποστόλων, ότι δηλαδή θα γυρίσουν όλη την γη για να κηρύξουν τον λόγο- και ότι αυτό θα γίνη με ταχύτητα˙ και ότι πουθενά δεν θα πτοηθούν από τους αντίθετους που αντιστέκονται (στον λόγο του Ευαγγελίου). 9. «Και κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη που βρισκόταν άμεσα συνδεδεμένος μετά τέσσερα ζώα(Είναι οι τροχοί του χερουβικού άρματος. Και με τους τροχούς αυτούς παρι­στάνονται άγγελοι). Η εμφάνισις και η κατασκευή των τροχών έμοιαζε με θαρσίς (Πρόκειται για πολύτιμο πετράδι, μάλλον για χρυσόλιθο. Η ονομασία οφείλε­ται στην Θαρσίς, αποικία των Φοινίκων στην Ισπανία, απ’ όπου κουβαλούσαν στην Τύ­ρο χρυσό, χρυσαφικά και ασημικά). Οι τέσσερις τροχοί ήταν όμοιοι. Φαίνονταν κατα­σκευασμένοι σταυρωτά, ο ένας δηλαδή μέσα στον άλλο. Και πορεύονταν στις τέσσερις διευθύνσεις, χωρίς να κά­νουν στροφή, όταν άλλαζε η πορεία τους˙ ούτε η στεφάνη των τροχών έκανε στροφή» (στ. 15-18α). Οι τροχοί που προστέθηκαν τώρα στο όραμα υποδηλώνουν την ευδρομία, (την καλή πορεία δηλαδή) του κηρύγματος. Επί πλέον συμ­βολίζουν τι μορφή είχαν τα λόγια των Αποστόλων, ότι άλλα δηλαδή από τα λόγια του κηρύγματος τους για τον Χριστό ήταν θεοπρεπή και άλλα ανθρώπινα. Αναφέρονταν σ’ όλη την θεϊκή του και ανθρώπινη ενέργεια. Και σύμφωνα μ’ αυτά τα λόγια έπαιρνε μορφή και σχήμα η κίνησις του κηρύγματος. Οι τροχοί έκαναν δύο κινήσεις, μια κυκλική (γύ­ρω από τον εαυτό τους) και μία κατ’ ευθείαν (όταν προχωρούσε και πε­τούσε το άρμα). Η κατ’ ευθείαν κίνησις δηλώνει την ανθρώπινη ενέργεια, η οποία αρχίζει με τον δικό της (ανθρώπινο) λόγο και τελειώνει μ’ αυτόν. Η κυ­κλική δηλώνει την θεϊκή ενέργεια. Ο κύκλος μάλιστα εικονίζει από πολλές πλευρές τον Θεό και τα θεϊκά πράγματα. Πρώτον, διότι είναι ένα σχήμα εντελώς ξεχωριστό από όλα τα άλλα σχήματα. Έπειτα από το ότι κλίνει και νεύει προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, όπως ακριβώς ο νους (Ο νους στον άνθρωπο είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Εικονίζει τον Θεό περισ­σότερο από κάθε άλλο. Οι Πατέρες ομιλούν για «κυκλική κίνησι του νου» που γίνεται στην αυτοσυγκέντρωσι και στην νοερά προσευχή). Επίσης, διότι η κυ­λινδρική στεφάνη των τροχών εξ αίτιας του κυκλικού της σχήματος κι­νείται ταχύτατα, ακουμπώντας μόνο σε μία ευθεία. Όταν βέβαια η κίνησις γίνεται δια μιας και εκτός χρόνου, αυτό είναι ίδιον του Θεού. Ό­ταν όμως γίνεται ταχύτατα, σε ελάχιστο χρόνο (όπως στην κυλινδρική στεφάνη των τροχών), αυτό είναι πράγμα που πλησιάζει αρκετά στον Θεό. Επίσης όταν η κίνησις γίνεται (πάνω από την γη και) πάνω από την ύλη, αυτό είναι εντελώς του Θεού. Όταν όμως γίνεται με το περισ­σότερο μέρος πάνω από την γη (όπως στον κύλινδρο των τροχών, αυτό πλησιάζει πάρα πολύ στα θεϊκά πράγματα. «Και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι τροχοίς», δηλαδή ήταν όμοιοι με­ταξύ τους και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε οι τέσσερις να χαρακτηρίζωνται σαν ένας: «Κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη». (Εδώ εικονίζεται το έργο των Αποστόλων, στο οποίο) παντού συναντούμε μία και ό­μοια δραστηριότητα, συναντούμε ενότητα και σύνδεσμο που οφείλεται στην σύμπνοια, στην ειρήνη και στο ότι όλοι κηρύττουν τον Θεό. Τούτο το δήλωσε ο προφήτης και με τα επόμενα λόγια: «Και η όρασις των τροχών και η κατασκευή τους και το έργο τους», δηλαδή η κίνησίς τους, «ήταν σε σχήμα σταυρωτό, ο ένας δηλαδή τροχός μέσα στον άλλο» (στ. 16). Έτσι η κίνησις των τροχών ήταν μία, όπως συμβαίνει όταν οι τροχοί έχουν το ίδιο κέντρο -«ομόκεντροι»- και παίρνουν στροφή από ένα άξονα(Και οι Απόστολοι είχαν τον ίδιο άξονα και το ίδιο κέντρο κινήσεως, που ήταν ο Χριστός· και το Άγιο Πνεύμα, που τους έστειλε την Πεντηκοστή. Και η σταυρωτή εμφάνισις των τροχών υποδηλώνει το κεντρικό κήρυγμα περί «Χριστού Εσταυρωμένου»). Αυτό σημαίνει «ο ένας τροχός μέσα στον άλλο». «Και πορεύονταν προς τις τέσσερις διευθύνσεις τους» (στ. 17), που σημαίνει ότι «το κήρυγμα (των Αποστόλων) έφθασε ως τα πέρατα της οικουμένης» (Ψαλμ. 18, 5). 10. «Και οι τροχοί ήταν υψηλοί. Κοίταξα και τους είδα. Και η κάθε στεφάνη στους τέσσερις τροχούς ήταν γύρω -γύρω γεμάτη μάτια. Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύον­ταν μαζί τους και οι τροχοί. Και καθώς πετούσαν προς τα πάνω τα ζώα, πετούσαν μαζί τους και οι τροχοί. Σε οποίο σημείο κατευθυνόταν η νεφέλη, προς τα εκεί ήταν η πορεία (του άρματος). Πορεύονταν τα ζώα και οι τροχοί ακολουθούσαν πετώντας μαζί τους, γιατί οι τροχοί ήταν ζωντανά πλάσματα. (Οι τροχοί εικόνιζαν αγγελικές δυνάμεις, τα «πολυόμματα» Χερουβίμ. Αρκετές φορές στην Γραφή οι άγγελοι εικονίζονται με ίππους και με άρματα)» (στ. 18-20). «Και οι τροχοί ήταν υψηλοί», (που σημαίνει άτι οι Απόστολοι ή­ταν υψηλοί), διότι αυτό που κήρυτταν είχε μέγεθος και ύψος, διότι κή­ρυτταν τον Ύψιστο. «Ήταν και φοβεροί» ( Η φράσις αυτή απουσιάζει από την μετάφρασι των Ο’. Υπάρχει όμως στο μασσωριτικό κείμενο και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 18) (που σημαίνει ότι οι Απόστολοι) μερικές φορές χρειάσθηκε να χρησιμοποιήσουν τιμω­ρίες και πληγές σε ανθρώπους πολύ αναίσθητους και αχάριστους, όπως λ.χ. στον Ανανία. «Και η κυλινδρική στεφάνη τους ήταν γεμάτη μάτια» (που σημαί­νει ότι οι Απόστολοι) εγνώριζαν και τα πράγματα του μέλλοντος και του παρελθόντος. (Η γνώσις αυτή των Αποστόλων αποτελεί χάρισμα του Αγίου Πνεύματος). Και ο (προφήτης) Ζαχαρίας τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος τα ονομάζει «μάτια του Κυρίου Σαβαώθ που επο­πτεύουν όλη την γη» (4, 5). Όλα όσα εμφανίσθηκαν στο όραμα, και τα ζώα και οι τροχοί ακο­λουθούσαν μία και την αυτή πορεία, και συμβόλιζαν έτσι την μια πορεία του «ευαγγελίου της ειρήνης» (Εφ. 6, 15). «Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύονταν μαζί τους και οι τροχοί. Όταν σταματούσαν εκείνα, σταματούσαν κι αυτοί. Και όταν εκείνα πετούσαν προς τα πάνω, πετούσαν μαζί τους κι αυτοί», διότι ένα ήταν αυτό που τους έδινε την κίνησι, το Άγιο Πνεύμα. Και τούτο δηλώθηκε με την φράσι, «διότι στους τρο­χούς υπήρχε πνεύμα ζωής» (στ. 20). 11. «Πάνω από τις κεφαλές των ζώων υπήρχε κάτι πού έμοιαζε με στερέωμα ουρανού, και φαινόταν σαν φοβερό κρύσταλλο, απλωμένο πάνω από τα ανυψωμένα φτερά τους. Έτσι από κάτω από το ουράνιο αυτό στερέωμα απλώνονταν τα φτερά τους, το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ δύο φτερά στο καθένα ζώο ήταν συνεπτυγμένα και σκέ­παζαν τα πρόσωπα τους (Η παραδεδεγμένη μετάφρασις είναι «σκέπαζον το σώμα τους» ή «σκέπαζαν τα σώματά τους». Στο όραμα των Σεραφίμ, του προφήτου Ησαΐα, γίνεται λόγος για σκέπασμα προσώπων (6, 2)). Και. άκουα τον ήχο από τα φτερά τους, ενώ πετούσαν, σαν βροντερό ήχο καταρράκτου, σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ, δηλαδή του Ικανού»( Σύμφωνα με τις παλαιές μεταφράσεις – Β’ μ.Χ. αι.- του Ακύλα και του Συμ­μάχου το «Σαδδαΐ» μεταφράζεται «Ικανός». Άλλοι όμως το μεταφράζουν «παντοδύνα­μος») (στ. 22-24). Το στερέωμα του ουρανού σημαίνει ότι αυτός που κάθεται πάνω του είναι Θεός, διότι «ο ουρανός του ουρανού ανήκει στον Κύριο, ενώ την γη την έδωσε στους ανθρώπους» (Ψαλμ. 113, 24). Ο κρύσταλλος και το ζαφείρι(Λίγο πιο κάτω (στ. 26) αναφέρει ο προφήτης ότι είδε «ομοίωμα θρόνου», ο οποίος φαινόταν φτιαγμένος από ζαφείρι) συμβολίζουν τον Χριστό. (Πολύ­τιμοι λίθοι, αυτά, αλλά και) ο Χριστός ονομάζεται από την Γραφή λίθος ακρογωνιαίος. Ο κρύσταλλος (σαν διαφανής) συμβολίζει την μία πλευ­ρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι φανερός και γνώριμος στους αν­θρώπους. Πλην όμως και ως προς αυτήν την πλευρά είναι φοβερός. Επειδή είναι προσιτός και κατανοητός, δεν σημαίνει ότι μπορεί να περιφρονήται. Και το ζαφείρι (με το θαλασσί χρώμα του) συμβολίζει την άλλη πλευρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι βαθύς και μυστηριώδης και ακατανόητος στους ανθρώπους. Τα πρόσωπα των ζώων, κατά το ένα μέρος φαίνονταν και κατά το άλλο καλύπτονταν από τα φτερά. Αυτό υποδηλώνει ότι ο Υιός του Θεού ήρθε κοντά μας και ότι ήταν άνθρωπος και πέθανε για μας και αναστή­θηκε – η φανερή πλευρά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο έγιναν αυτά είναι εντελώς απόκρυφος και συγκαλυμμένος και ξεπερνάει την Ικανότη­τα των ανθρώπων να τον γνωρίσουν. Γι’ αυτό τα πρόσωπα των ζώων που συμβόλιζαν τα λόγια (των Αποστόλων) για τον Σωτήρα, και φαί­νονταν και σκεπάζονταν από τα φτερά. Και ο ήχος των φτερών στο πέταγμα «ως φωνή ύδατος πολλού». Σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής το Άγιον Πνεύμα ονομάζεται ύ­δωρ. Και χαρακτηρίζεται ως «πολύ», για να υποδηλωθή η θεότητά του, χάρις στην οποία τα πάντα περιέχει και συγκρατεί˙ και είναι πάνω από κάθε ανάγκη, πράγμα που δηλώθηκε με τα επόμενα˙ «ως φωνήν Θεού Σαδδαΐ», δηλαδή σαν φωνή Θεού Ικανού. Αυτό το «Ικανός» ισοδυναμεί με το «πολύς» και «χωρίς ανάγκες». 12. «Και καθώς πορεύονταν τα ζώα ακουόταν ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου· και όταν σταματού­σαν, έπαυε ο ήχος των φτερών» (Η φράσις «ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου» απουσιάζει από την μετάφρασι των Ο’, όπως επίσης και η φράσις «σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ». Υπάρχει όμως στο μασσωριτικό και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 24). «Και ξαφνικά ακούσθηκε φωνή πάνω από το στερέω­μα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κεφα­λές τους» (στ. 25). «Όταν σταματούσαν τα ζώα, συμμα­ζεύονταν τα φτερά τους» (στ. 24). «Και πάνω από το στε­ρέωμα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κε­φαλές τους, φαινόταν κάτι σαν το πολύτιμο πετράδι ζα­φείρι, και πάνω σ’ αυτό φαινόταν ομοίωμα θρόνου» (στ. 25-26). Η φωνή του λόγου προς τα ζώα συμβολίζει την φωνή του Σωτήρος προς τους Αποστόλους, αυτήν που είπε τελευταία καθώς ανέβαινε προς τον Πατέρα: «Πορευθήτε σ’όλον τον κόσμο και κηρύξατε το ευαγγέλιο σ’ όλη την κτίσι» (Μάρκ. 16, 1 5). Αυτή η φωνή όχι μόνο τότε τους ώθησε σ’ εκείνο τον δρόμο και τον καλόν αγώνα, αλλά επί πλέον συνεργούσε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, και βοηθούσε στην περάτωσι της πορείας. Βέβαια μία φορά ειπώθηκε από τον Κύριο, αλλά συνεχώς δρα με την δύναμι Αυτού που την είπε. Συνέβη δηλαδή ότι και με το «ας βλάστηση η ξηρά χορτάρι» (Γέν. 1, 11), και «ας βγάλουν τα νερά ερπετά» (Γεν. 1, 20), που είπε η φωνή του Θεού, η οποία δημιουργεί και φέρει εις πέρας τα έργα. Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι φωνή του Λόγου είναι και το σωτήριο όνομα του Κυρίου, που ακουόταν συνεχώς στο κήρυγμα των Αποστόλων, οι οποίοι πάντοτε επικαλούνταν τον Κύριο. Και όταν βέ­βαια δίδασκαν και όταν θαυματουργούσαν και όταν επιτελούσαν όλα τα άλλα, είχαν στο στόμα τον Χριστό. Αναφωνώντας αυτό το όνομα, δοκίμασαν πολλές στενοχώριες και πιέσεις για να πεισθούν να μη το κηρύττουν. «Τους παρήγγειλαν», σημειώνει η Γραφή, «να μην ομιλούν γι’ αυτό το όνομα» (Πράξ. 4, 18). Αυτοί όμως περισσότερο το διατυμ­πάνιζαν. Και ήταν γι’ αυτούς το όνομα του Κυρίου φάρμακο για τα τραύματα, και άξιζε όσο όλα τ’ αγαθά της γης. Γι’ αυτό λέγει ο προφήτης, «όταν πορεύονταν αυτά» (που σημαί­νει, όταν πορεύονταν οι Απόστολοι) στον δρόμο του Ευαγγελίου, «ά­κουαν την φωνή του Λόγου(Λόγος εδώ είναι ο Υιός του Θεού – «μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού». Ο Πατέρας εικονίζεται με τον νου και ο Υιός με τον λόγο που γεννάται από τον νου), και μάλιστα σαν θόρυβο στρατοπέδου», αφού βέβαια έτσι η φωνή προκαλεί θαυμασμό και ταιριάζει στην μεγα­λοπρέπεια του Λόγου. Μ’ αυτό όμως σημαίνεται και κάτι άλλο: Όλα τα θεϊκά του χαρακτηριστικά ενώ καθ’ εαυτά είναι ολοφώτεινα, στους αν­θρώπους όμως είναι σκοτεινά και ακατανόητα. Αυτά τα δύο παρατη­ρούνται αντίστοιχα στην βουή του όχλου, η οποία από το ένα μέρος πα­ρουσιάζεται μεγαλειώδης, άλλ’ από το άλλο μέρος ελάχιστα ευδιάκριτη και κατανοητή, επειδή ξεφεύγει από τα όρια της ακριβούς ακοής και αποτελείται από ποικίλους και διαφορετικούς ήχους και φωνές. Πολλές φορές τα ζώα σταματούσαν να πετούν και στέκονταν ακί­νητα. Αυτό για να δείξουν ότι δεν συμβολίζουν την ακάματη φύσι (του Θεού), αλλά ανθρώπους. Ακόμη, για να δείξουν ότι τα λόγια (του ευαγγελικού κηρύγματος) είναι στερεά και αμετακίνητα. Ακόμη, για να φανή η καλή πρόθεσις και ο σταθερός ζήλος στο Αποστολικό έργο, ότι δηλαδή οι Απόστολοι δεν ήταν ευμετάβολοι και δεν τους εσάλεψαν τα κύματα της κακίας. Επίσης για να δηλωθή ότι μετά την κίνησι χρειαζό­ταν σταμάτημα και ηρεμία, για να μη φανή μάταιη η πορεία των Απο­στόλων, αφού δεν κατέληγε κάπου. Όχι δεν ήταν μάταιη η πορεία των Αποστόλων. Δεν εκήρυτταν μάταια. Αντίθετα (καρποφορούσε), αφού ο μακάριος Λουκάς αριθμεί τόσους και τόσους που συνεχώς επίστευαν. Ακόμη, η κίνησις φανερώνει την φροντίδα των Αποστόλων για τους ανθρώπους, ενώ η στάσις την στροφή τους προς τον Θεόν και την ένωσί τους μ’ Αυτόν, ένωσι που προερχόταν από την στροφή τους προς Αυτόν, αφού η στάσις εικονίζει την αληθινή ειρήνη και το κυρίως ένα, τον Θεό. «Και όταν στέκονταν, σταματούσε ο βροντερός ήχος των φτερών τους». Αυτό δείχνει ότι η κίνησις των ζώων προερχόταν από τα φτερά τους, που συμβολίζει το ότι η δύναμις των Αποστόλων προερχόταν μό­νο από το Άγιον Πνεύμα. Δεν εκήρυτταν βασιζόμενοι σε «πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας» (Α’ Κορ. 2, 4). Γι’ αυτό και στις Πράξεις των Αποστόλων (ερωτά ο Πέτρος)· «Γιατί ατενίζετε σε μας, ωσάν να το κάναμε αυτό με την δική μας δύναμι και ευσέβεια;» (Πράξ. 3, 12). Και ο μακάριος Παύλος απαριθμώντας όσα κατώρθωσε στο κή­ρυγμα, πρόσθεσε- «όχι εγώ, αλλά η χάρις του Θεού που είναι μαζί μου» (Α’ Κορ. 15, 10), και «πάντα Ισχύω εν τω ενδυναμουντί με Χριστώ» (Φιλιπ. 4, 13). «Και πάνω από τις κεφαλές τους, κάτι που έμοιαζε (με το πολύτι­μο πετράδι) ζαφείρι». Πρώτα είδε κάτι σαν κρύσταλλο και έπειτα βλέ­πει κάτι σαν ζαφείρι. Αυτό σημαίνει ότι ξεκινάει από τις πιο σαφείς και γνώριμες έννοιες του Θεού και προχωρεί στις βαθύτερες. Τούτο βέ­βαια αποτελεί νόμο στην ανθρώπινη γνώσι. Πάνω στο στερέωμα του ουρανού υπήρχε κάτι που έμοιαζε με θρόνο και πάνω στον θρόνο είδε τον Σωτήρα «με εικόνες»( Δηλαδή κατά συγκατάβασι ο Σωτήρ έλαβε κάποια μορφή· εδώ μορφή άνθρω­που, ο οποίος είναι τυλιγμένος με υπέρλαμπρη ουράνια δόξα. Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποίησε άλλη «εικόνα». Έτσι στον Μωυσή, στην βάτο, πήρε την μορφή φωτιάς, «εν πυρί φλογός» (Εξοδ. 3, 2).). Όταν βλέπουμε και θεωρούμε την απόκρυφη γνώσι του Θεού, όσο βέβαια είναι δυνατόν, βρισκόμαστε πλησιέστερα σ’ Αυτόν. Στον Θεό ασφαλώς ταιριάζει περισσότερο κατανόησις, που ξεπερνάει την ανθρώπινη κατανόησι και γνώσι. Και γι’ αυτό το μεν ζαφείρι φαινόταν τόσο πολύ κοντά, ενώ το κρύσταλλο φαινόταν πιο μακρυά από τον θρόνο. 13. «Και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε κά­ποιος που από πάνω έμοιαζε με άνθρωπο. Από την μέση και πάνω έμοιαζε με ήλεκτρο, σαν φωτιά που έβγαινε από μέσα του σε σχήμα κύκλου (τελευταίες φράσεις, «σαν φωτιά… κύκλου» απουσιάζουν από την μετάφρασι των Ο’). Και από την μέση και κάτω φαινόταν σαν φωτιά που φεγγοβολούσε γύρω – γύρω, κυκλικά. Το φεγγοβόλημα γύρω – γύρω έμοιαζε με το ουρά­νιο τόξο που βγαίνει όταν βρέχη. Τούτο το θέαμα ήταν ομοίωμα της δόξης του Κυρίου! (Είναι αδύνατο να συλλαβή το μυαλό μας την απερίγραπτη ομορφιά που είχε αυτό το ομοίωμα του ουρανίου τόξου. Η λάμψις του υπερέβαινε κάθε ωραιότητα του κτιστού κόσμου. Πρόκειται για «υπερκαλλή αγλαΐα» κατά την φράσι των αρεοπαγιτικών συγραμμάτων. Θεϊκή ομορφιά! «Δεν λέγονται καθόλου και δεν διηγούνται οι αστρα­φτερές λάμψεις του θεϊκού κάλλους». «Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί», τονίζει ο Μ. Βασίλειος. Από την στιγμή αυτή ο προφήτης Ιεζε­κιήλ δεν είχε τίποτε ανώτερο και γλυκύτερο ν’ αντικρύση στην ζωή του. Και ποτέ δεν ξεχνάει αυτήν την ημέρα, την πέμπτη του τετάρτου μήνα) (στ. 26-28). Εκείνος που καθόταν στο ομοίωμα του θρόνου και έμοιαζε με άνθρωπο ήταν ο Κύριος, «ο γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους» (Εφεσ. 2, 7). Το ότι καθόταν, σημαίνει ότι είναι «ο μακάριος και μόνος Εξουσιαστής» (Α’ Τιμ. 6, 1 5) και ότι «αναπαύεται στους αγίους του»( Εδώ κρύβεται μια ωραία έννοια. Οι ευσεβείς, οι ενάρετοι, οι άγιοι άνθρωποι είναι «θρόνοι» πάνω στους οποίους κάθεται ο Θεός. Στην Κ. Διαθήκη τονίζεται και η έννοια ότι είναι «ναοί του Θεού» (Πρβλ. Α’ Κορ. 3, 16)) (Ης. 57, 17). Το ότι έμοιαζε με ήλεκτρο δηλώνει την ανθρώπινη φύσι του Κυ­ρίου. Το ήλεκτρο το ανέφερε και στην αρχή του οράματος, αλλά τώρα η αναφορά σ’ αυτό γίνεται πιο τέλεια και σαφής. Η ανθρώπινη φύσις του Σωτήρος και η συναναστροφή του με τους ανθρώπους ήταν (σαν το ή­λεκτρο) λαμπρή και ηλιόμορφη και όπως ταίριαζε σε Θεό. Δεν είχε τί­ποτε το φοβερό, αλλά ήταν όλος φιλανθρωπία. Η φωτιά που είχε μέσα του δηλώνει την φοβερή θεότητά του. Αυτή, η φωτιά, σχημάτιζε κύκλο διότι η εικόνα του κύκλου είναι η πιο ταιριαστή στον Θεό, και διότι έτσι διδασκόταν πως όσα αντίκρυζε ήταν υπερφυσικά. Γι’ αυτό, την φωτιά που κινείται ευθύγραμμα την έβλεπε να διαγραφή κύκλο, για να μάθη ότι όσα εμφανίζονται δεν εμφανίζον­ται για τον εαυτό τους, αλλά αποβλέπουν σε άλλα και εικονίζουν άλλα που είναι υπερφυσικά. Εκείνο που φαινόταν στον Σωτήρα σαν ήλεκτρο, το έβλεπε από την μέση και μέχρι πάνω. Αυτό συμβολίζει την πρώτη παρουσία Του, που ήταν φιλάνθρωπη χωρίς κανένα φοβερό πράγμα. «Δεν ήρθα, λέγει, να καταδικάσω τον κόσμο» (Ιωάν. 12,47). Εκείνο που φαινόταν σαν φωτιά ήταν από την μέση και κάτω, δηλαδή το τελευταίο μέρος. Αυτό συμβολίζει την δευτέρα παρουσία του Χριστού που θα είναι φοβερή, που θα αφανίση τους φαύλους και θα διαχώριση το κακό από το καλό. Κατ’ αυτήν την ημέρα απειλείται φωτιά για όσους αμαρτάνουν. Σχετικά τονίζει και ο Παύλος˙ «μας αναμένει φοβερή κρίσις και σφοδρή φωτιά που θα καταφάγη όσους εναντιώνονται στον Θεό» (Εβρ. 10,27). «Και φεγγοβολούσε σαν ουράνιο τόξο». Το τόξο αυτό αποτελεί σημείο συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, καθώς αναφέρεται στην Γραφή˙ «θα θέσω το τόξο μου στα νέφη και θα είναι σημείο της υποσχέσεως μου» (Γέν. 9,13) και «δεν θα απολέσω πάλι (με κατακλυσμό) όλη την γη» (Γέν. 8,21). Δείχνει λοιπόν η πέριξ κυκλι­κή λάμψις ότι αυτός που φανερώνεται από την λάμψι θα γίνη Παράκλητος(Δηλαδή συμπαραστάτης, συνήγορος, παρηγορητής, βοηθός. Εδώ Παράκλητος είναι ο Χριστός. Συνήθως Παράκλητος ονομάζεται το Άγιον Πνεύμα) για μας στον Θεό και «θα συμφιλίωση τα ουράνια και τα επίγεια» (Κολ. 1,20). «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5,10). Και δηλώνεται γενικά ότι αυτός, (ο Υιός), αποτελεί την ειρήνη μας και την συμφιλίωσί μας με τον Θεό. Μπορεί όμως το ουράνιο τόξο (του οράματος) να υποδηλώνη και τον Σταυρό, διότι και αυτός είναι σημείο της νέας διαθήκης, δηλαδή της συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, αφού ονομάζεται από τον Σωτήρα «σημείον»· «θα δουν το σημείον του υιού του άνθρωπου» (Ματθ. 24,30). Επειδή όμως ο Σωτήρ είναι «η ειρήνη μας» (Εφ. 2,14) μπορούμε να πούμε˙ «θα δουν το σημείον της ειρήνης». Και αυτό θα παρουσιασθή την ημέρα της βροχής, δηλαδή την ημέρα του Κυρίου, αφού στην Γραφή ονομάζεται βροχή και η ημέρα του Κυρίου (Ίσως να αναφέρεται στο 71ο ψαλμό. «Θα κατεβή σαν βροχή στον πόκο (=τουλούπα μαλλιού)» (στ. 6). Πιο πιθανό να αναφέρεται στον προφήτη Ιωήλ˙ «ημέρα Κυρίου… ημέρα νεφέλης και ομίχλης» (2,2). Παρόμοια έκφρασις συναντάται και στον Σοφονία, (1,15)), η τε­λευταία εκείνη ημέρα «η μεγάλη και επιφανής, η οποία έρχεται», όπως λέγει ένας προφήτης ομιλώντας για την παρουσία του Χριστού (Ιωήλ 3,4). Επίσης το φεγγοβόλημα αυτό (το όμοιο με ουράνιο τόξο) θέλει να υποδηλώση κάποια δόξα του Χριστού˙ και δόξα του Χριστού είναι ο σταυρός όπως το συμπεραίνουμε από τα λόγια του Κυρίου: «Όταν δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (Και ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το Ιωαν. 1 7,1, «πάτερ ελήλυθεν η ώρα˙ δόξασαν σου τον υιόν…» παρατηρεί ότι ο Χριστός την σταύρωσί του την ονομάζει δόξα και αιτία δόξας· «δεν έρχεται ακούσια στον σταυρό. Αντίθετα προσεύχεται να γί­νη αυτό και «δόξαν το πράγμα καλεί» (Υπόμν. εις το κατά Ιωάννην, ομιλία 80η)) (Ιωάν. 12,23). 14. Αφού είδε αυτά ο προφήτης πρόσθεσε: «Αυτή είναι η όρασις του ομοιώματος της δόξης του Κυρίου» (στ. 28) που σημαίνει ότι αυτά εικονίζουν το επί γης σωτήριο έργο του Κυρίου. Δική του δόξα ο Κύ­ριος ονομάζει και τον σταυρό, και όλο το σωτήριο έργο του, γιατί όταν περάτωσε όλο το έργο του για μας και ετοιμαζόταν να αναχώρηση προς τον Πατέρα έλεγε προς τους Αποστόλους, «τώρα δοξάσθηκε ο Υιός του άνθρωπου». Σ’ αυτόν αρμόζει δόξα αιώνια. Αμήν *Ο Νικόλαος Καβάσιλας ή Χαμαετός, Θεσσαλονικεύς, υπήρξε μία εξέχουσα φυσιογνωμία του 14ου αιώνος, μοναχός, ίσως και κληρικός, σύμβουλος πατριαρχών και αυτοκρατόρων, από τους μεγαλύτερους θεολόγους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και συγγραφεύς υπέροχων συγγραμμάτων, τα οποία ξεχωρίζουν για την ζωντάνια και εκ­φραστική δύναμι, για την πειθώ, για το θεολογικό βάθος και την θερμότητα της πίστεως. Χαρακτηρίστηκαν σαν άριστα προϊόντα της εν γένει θρησκευτικής γραμματείας. Εσχάτως η Εκκλησία μας τον κατέταξε επίσημα στην χορεία των Αγίων. Από το βιβλίο του π.ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. 1 Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: