ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης Περί Θεού: Λόγος Αισθήσεως


© 2004, ΙΕΡΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΟΡΜΥΛΙΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ, Εκδ.
ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Αθήναι 2004.
1.Περί Προσευχής
Θα ομιλήσωμε σήμερα δι’ ένα καίριο θέμα της πνευματικής ζωής, εις το οποίον μας εισάγει και το
Τριώδιον ολόκληρο, ιδιαιτέρως όμως η αρχομένη αυτή περίοδος• το θέμα της προσευχής.
Άραγε, ξεύρομε τι είναι η προσευχή και ξεύρομε να προσευχώμαστε; Από μικρά παιδάκια που
ήμαστε, μαθαίναμε να προσευχώμαστε, αλλά η προσευχή μας έχει την πορεία πού πρέπει; Η
προσευχή είναι μία πορεία της ψυχής προς τον Θεόν, με σκοπό να φθάση σ’ Αυτόν και να ενωθή
μαζί του. Εάν η πορεία δεν είναι σωστή, το αυτοκίνητο ή το πλοίο δεν φθάνει ποτέ στον
προορισμό του. Εάν η πορεία της προσευχομένης ψυχής μας δεν είναι ορθή, καταλαβαίνετε ότι
ποτέ δεν θα φθάση στον Θεό. Σαν να έχωμε μία βάρκα, ας πούμε, που ο βαρκάρης κτυπάει τα
κουπιά, αλλά τελικώς δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά στριφογυρίζει γύρω στο ίδιο σημείο. Το ίδιο
μπορεί να παθαίνωμε και εμείς και να μη το ξεύρωμε καν. Πρέπει να δούμε, η προσευχή μας είναι
επιτυχημένη προσευχή;
Αντιλαμβάνεσθε ότι ένας άνθρωπος που δεν ξεύρει να προσευχηθή, είναι εν τη πραγματικότητι
ένας εξωφλημένος άνθρωπος. Δεν υπάρχει ενδεχόμενο να επιτύχη εις την ζωή του. Και μοναχός να
είναι, θα μείνη πάλι ένας επίγειος άνθρωπος και δεν θα γίνη ποτέ ένας ουράνιος άνθρωπος• ακόμη
περισσότερο, δεν θα γίνη ένας άγγελος, εφ’ όσον δεν θα ξεύρη να χρησιμοποιή πολύ καλά αυτό το
μέσο πορείας και πλεύσεως, την προσευχή.
Είναι ανυπολόγιστο το κακό που παθαίνομε, το νοιώθετε, αν δεν ξεύρωμε να προσευχηθούμε.
Ανυπολόγιστο! Το μοναδικό κακό, το οποίον πάσχομε. Δεν είναι δυνατόν να γίνη σύγκρισις
καταστροφής με καμιά καταστροφή. Και εάν υποθέσωμε ότι θα χτυπηθούν όλα τ’ αστέρια και όλοι
οι κόσμοι μεταξύ τους, και θα γίνουν τα άνω κάτω θρύψαλα, το κακό θα είναι πολύ μικρότερο από
το κακό το οποίον υφιστάμεθα εμείς, εάν δεν ξεύρωμε να προσευχηθούμε. Και επομένως, ο
κίνδυνός μας είναι άμεσος, κίνδυνος οριστικός, στην περίπτωσι αυτής της πνευματικής αγνοίας.
Τι είναι η προσευχή; Είναι το όχημα της ψυχής, είπαμε• ας το πούμε έτσι, είναι ακόμη και η
ατμόσφαιρα μέσα εις την οποίαν ζη η ψυχή. Πώς οι πνεύμονές μας αναπνέουν τον αέρα; Έτσι και
η ψυχή μας αναπνέει με την προσευχή. Και γιατί ήλθαμε στο μοναστήρι; Διότι ακριβώς το
μοναστήρι πάλι είναι η ατμόσφαιρα της προσευχής. Τα πάντα διά μίαν προσευχή. Εάν, λοιπόν, η
προσευχή αυτή δεν γίνεται ή εάν στραβά γίνεται, τότε πώς είναι δυνατόν τελικώς να γίνωμε
επιτυχημένοι άνθρωποι και μάλιστα πνευματικοί άνθρωποι; Ενώ η προσευχή η ορθή, νοιώθετε ότι
τακτοποιεί τα πάντα, αναχαιτίζει κάθε δυσκολία, τα προβλήματά μας, τις αγωνίες μας, τις αμαρτίες
μας, όλα τα διευθετίζει• ακόμη, μπορεί και να τερατουργή, να κάνη θαύματα εις την πορεία μας
δηλαδή, και εις τον αγώνα μας και εις την ζωή μας.
Εάν δεν έχωμε μέσα μας πλούτον Πνεύματος, αν δεν έχωμε πλούτον χαράς, πλούτον ειρήνης, αν
δεν έχωμε καρπούς, οι οποίοι είναι αμέσως αντιληπτοί και εμφανείς και μεγάλοι, είναι, διότι δεν
τους επιθυμούμε ή διότι δεν ξεύρομε να προσευχώμαστε• και αν επιθυμούμε —«επιθυμείτε, και
ουκ έχετε», που λέγει πολύ ωραία ο αδελφόθεος Ιάκωβος— και δεν έχετε «δια το μη αιτείσθαι
υμάς»(1), διότι δεν ζητάμε• και εάν ζητάμε, κακώς ζητάμε, όπως λέγαμε προηγουμένως• διότι
«κακώς αιτείσθε»(2), όπως πάλι λέγει εκεί ο Απόστολος.
Για μας τους μοναχούς προσιδιάζει ιδιαιτέρως η προσευχή η νοερά, η προσευχή του Ιησού, η
μονόλεκτος, όπως θα λέγαμε, προσευχή, με την οποία ιδιαιτέρως θα αρχίσωμε να ασχολούμεθα
αυτό το διάστημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η σημερινή μας αυτή κατήχησις θα έχη ένα
σκοπό εισαγωγικό• προτού μπούμε στις λεπτομέρειες και στις αφετηρίες και στις βάσεις της
νοεράς προσευχής, να πούμε μερικά πράγματα γενικώς περί προσευχής. Διότι η προσευχή είναι το
πάν. Αλλά άμα δεν ξεύρω, όπως σας είπα, δεν κάνω τίποτα• και το πάν γίνεται μία καταστροφή
τελεία. Μία αυτοκαταστροφή.
Τώρα, θα μου επιτρέψετε, προτού προχωρήσω, να πω κάτι. Μου φαίνεται, πατέρες μου και
αδελφοί μου, ότι πράγματι δεν προσευχόμαστε ή, εάν προσευχώμαστε, δεν προσευχόμαστε
αρκετά• αλλά και αυτό το λίγο που προσευχόμαστε, είναι χωρίς τέχνη, χωρίς δύναμι, χωρίς πνοή,
προ πάντων είναι χωρίς Πνεύμα. Διότι μόνον το Πνεύμα, όταν προσεύχεται μέσα μας, είναι
δυνατόν η προσευχή μας να ανεβαίνη επάνω στον ουρανό. Διότι εν Πνεύματι είναι η προσευχή, και
το Πνεύμα κατανοεί το πνεύμα και ενούται με αυτό και όχι με σάρκα. Δεν έχει την δύναμι και την
παρουσία του Πνεύματος η προσευχή μας. Συνήθως μας μαγνητίζουν ή τραβούν την ψυχή μας
άλλα πράγματα, τα οποία έχουν σήμερα για μας σημασία, και τελικώς ξεχνάμε ότι μοναχός
σημαίνει προσευχόμενος άνθρωπος.
Τι είναι, λοιπόν, αυτή η προσευχή; Πώς γίνεται η προσευχή θα πρέπη να πούμε σήμερα, για ν’
αρχίσωμε ένα πιο συγκεκριμένο αγώνα. ιδιαίτερα για μας που ήλθαμε από τα Μετέωρα, έχει μια
μεγάλη σημασία αυτό, διότι δεν φύγαμε από τον τόπο μας για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνον
διότι δεν είχαμε τις συνθήκες και τις δυνατότητες της πνευματικής αναπτύξεως της ψυχής μας,
διότι δυσκολευόμασταν στην προσευχή. Και ενώ τόσο πολύ την ποθούσαμε, θυμάστε ότι τελικώς
σταματούσαμε να μιλούμε, διότι είχαμε τόσες δυσκολίες για να μπορέσωμε να προσευχηθούμε.
Ήλθαμε όμως τώρα εις το Άγιον Όρος και κανείς λόγος δεν μπορεί να μας δικαιολογήση, εάν δεν
προσευχώμαστε, και μάλιστα εάν δεν προσευχώμαστε δυνατά. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα η
φυγή μας και η είσοδός μας εις το Άγιον Όρος, εάν δεν είμεθα προσωπικότητες πραγματικά
προσευχόμενες εν Πνεύματι Αγίω. Ήταν μία απάτη του κόσμου και μία ψευδαίσθησις και μία
εξαπάτησις του Θεού η έλευσίς μας εις το Άγιον Όρος, εάν δεν θα γίνωμε δυνατά προσευχόμενοι
άνθρωποι. Γι’ αυτό θα παρακαλέσω ιδιαιτέρως να προσέξωμε το θέμα, το οποίον μας απασχολεί.
Πρώτα απ’ όλα, ομιλώντας περί προσευχής, πρέπει να πούμε ότι η προσευχή δεν είναι ποτέ μόνη
της. Δεν μπορώ να πω ότι προσεύχομαι, όπως έχομε εξηγήσει δια πολλών πολλάκις, δεν μπορώ να
πω ότι προσεύχομαι, αν αυτή η προσευχή μου δεν είναι συνδυασμένη με κάτι άλλο. Είναι μερικά
πράγματα, τα οποία πηγαίνουν πάντα μαζί. Δεν μπορείς να ξεχωρίσης το ένα από το άλλο• επί
παραδείγματι, όταν ομιλή ο απόστολος Παύλος περί πίστεως(3), ομιλεί μόνον περί πίστεως και όχι
και περί έργων. Αλλά γιατί; Διότι, όταν λέγη «πίστις», εννοεί μία πίστι που υπάρχει και
αποδεικνύεται από τα έργα. Όταν ο Ιάκωβος ομιλή περί έργων(4), λέγει ότι καμία σημασία δεν έχει
η πίστις χωρίς αυτά. Ομιλεί περί έργων συνεχώς. Γιατί; Διότι τα έργα είναι η απόδειξις της
πίστεως. Τα δύο αυτά, λοιπόν, είναι εντελώς αλληλένδετα.
Η ίδια συζυγία υπάρχει και σε πολλά άλλα. Και εν προκειμένω η προσευχή είναι συνδεδεμένη με
κάτι άλλο• με την λατρεία μας και μάλιστα με την θεία κοινωνία. Εάν δεν υπάρχη λατρεία και δεν
ύπάρχη θεία κοινωνία, ούτε προσευχή είναι δυνατόν να υπάρξη. Πάσα προσευχή θα είναι ψευδής.
Εάν υπάρχη λατρεία και δεν υπάρχη έντονος πνευματική προσευχή, εσωτερική, δυνατή, κράζουσα
προσευχή, να είσθε βέβαιοι ότι η λατρεία μας και η θεία μας κοινωνία είναι μάταια και είναι απλώς
πέταμα λάσπης στα μάτια του Θεού, για να κάνωμε πως τον αγαπάμε, ενώ στην πραγματικότητα
δεν έχομε καμία σχέσι μαζί του και κάποτε θα μας πη «ουκ οίδα υμάς»(5).
Αυτά πηγαίνουν μαζί. Αποτελούν τα δύο σκέλη της πνευματικής ζωής. Το ένα είναι η μυστηριακή
ζωή, που είναι προϋπόθεσις της μυστικής ζωής• και αυτό που αναλύομε σήμερα είναι η ρίζα, ο
κορμός, το κεντρικό σημείο της μυστικής ζωής, η οποία αφορμάται από την μυστηριακή ζωή. Η
θεία κοινωνία, λοιπόν, μέσα στην λατρεία είναι το πρώτο. Γιατί είναι αυτό απαραίτητη
προϋπόθεσις; Διότι, προσεύχομαι όταν λέμε, εννοούμε ότι «εύχομαι προς τινα», όπως λέγει και η
λέξις «προσευχή».
Όταν ομιλούμε περί προσευχής εσωτερικής, νοεράς, δεν λέμε προσευχή νοερά, αλλά λέμε «ευχή».
Ενώ, όταν ομιλούμε περί προσευχής, βάζομε και αυτήν την πρόθεσι μπροστά «προς», γιατί δείχνει
αμέσως ότι η προσευχή είναι η πορεία προς εν συγκεκριμένο πρόσωπο, με σκοπόν την ένωσι με το
πρόσωπο αυτό. Ενώ η ευχή είναι στάσις, ας το πούμε έτσι, και απόλαυσις εν τινι σημείω, όπου
υπάρχει και ο Θεός — υπάρχει μία αντιδιαστολή, βλέπετε.
Η προσευχή, λοιπόν, λέμε ότι είναι μία στροφή προς ένα πρόσωπο. Επομένως, για να υπάρχη
προσευχή, πρέπει να υπάρχη το πρόσωπο αυτό. Και για να πω ότι προσεύχομαι εγώ, πρέπει να
υπάρχη για μένα ενεργός η παρουσία του προσώπου αυτού. Εγώ να μπορώ να οικειοποιούμαι την
παρουσία του και την ύπαρξί του. Ο Χριστός, ο ενυπάρχων, ο πανταχού παρών, γίνεται για μένα
παρών μέσα εις την ζωή μου, δια της λατρευτικής μου συμμετοχής, δια της συμμετοχής μου μέσα
εις την λατρεία και, ιδιαίτατα, δια της συμμετοχής μου εις την θεία κοινωνία.
Διά της συμμετοχής μου εις την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας, εγώ συνδέομαι με τον
Χριστόν και γίνομαι μέλος του σώματος του Χριστού• και εφ’ όσον είμαι μέλος, δια να είμαι
ζωντανό μέλος του Χριστού, θα πρέπη να συμμετέχω εις τας ιδιότητας του Χριστού, ώστε να
γίνεται η περιχώρησις και η αντίδοσις των ιδιωμάτων, όπως εγίνετο και εις τας δύο φύσεις του
Χριστού. Αυτό πραγματοποιείται δια της θείας κοινωνίας πλέον, που με καθιστά μέτοχον των
ιδιωμάτων της κεφαλής μου μετά της οποίας ενώθηκα.
Επομένως, η λατρεία και η θεία κοινωνία είναι αδιάσπαστα ηνωμένα. Και τι κάνουν; Καθιστούν
παρόντα τον Θεόν και τον Θεόν ζωντανόν για μένα. Οπότε τώρα τι απομένει; Εγώ να ομιλήσω εις
Αυτόν, να απευθυνθώ προς Αυτόν, ο οποίος έρχεται προς εμένα. Και έτσι Εκείνος, δια της
λατρείας, τείνει προς εμέ και εγώ, δια της προσευχής, τείνω προς Αυτόν, μέχρις ότου γίνη η
ολοκληρωτική μας ένωσις. Αυτή η δική μου τώρα πλέον η στροφή, γίνεται δια της μυστικής οδού
που είναι αδιάλειπτος, και γίνεται αρχικώς και ουσιαστικώς, όπως σας είπα, δια της προσευχής.
Αυτό που γίνεται έν τινι χρόνω μέσα εις την εκκλησία, κατά τον εσπερινό, ή μέσα εις την
λειτουργία με την θεία κοινωνία, αυτό συνεχίζεται με την προσευχή• και δεν μπορώ να πω ότι θα
πάω στην εκκλησία, άμα δεν προσευχόμουν. Είναι περιττό να πάω στην εκκλησία και δεν
χρειάζεται να πηγαίνω στην λειτουργία και άχρηστο να κοινωνάω, όταν δεν είμαι ο διαρκώς
προσευχόμενος • και είναι περιττό να προσεύχωμαι, όταν δεν έχω συμμετοχή εις αυτά που λέγαμε
τώρα μόλις.
Υποτίθεται, όμως, ότι και η προσευχή έχει τον εντελώς ιδιάζοντα δικό της χώρο, τον μυστικό
χώρο, μέσα εις τον οποίον καλλιεργείται. Πώς, για να φυτέψης ένα λουλούδι, σκάβεις εκεί το
χώμα, βάζεις κοπριά, βάζεις ό,τι άλλο χρειάζεται, για να γίνη μία ακμή αυτής της ρίζης. Εάν δεν
βάλης εκείνο το λίπασμα, αν δεν είναι κατάλληλο το χώμα, αν είναι π.χ. αμμουδιά, αδίκως βάζεις
την ρίζα. Η προσευχή είναι άκαρπος και δεν ξεπερνάει πάνω από το κεφάλι μας τον χώρο —πολλώ
μάλλον για να φθάση επάνω από τα σύννεφα και επάνω από τους ουρανούς—, εάν δεν έχη τον
μυστικό της χώρο, το μυστικό της λίπασμα που, όπως έχομε πει, είναι ιδιαίτερα η αγρυπνία, η
μελέτη και η νηστεία.
Επομένως, αδίκως προσεύχομαι, εάν δεν αγρυπνώ• όχι όταν το μοναστήρι μας έχη αγρυπνία —
εκείνο είναι κάτι το ιδιάζον και έχει άλλους λόγους και όχι αυτούς για τους οποίους μιλάμε τώρα•
εκείνη η αγρυπνία έχει σχέσι με την λατρεία και όχι με την προσευχή. Εάν δεν αγρυπνώ, εάν
αδιαλείπτως δεν νηστεύω και εάν δεν μελετώ —αυτά αποτελούν τον εντελώς ιδιάζοντα χώρο της
προσευχής—, αδίκως προσεύχομαι. Οπότε, αφού κάναμε το ξεκαθάρισμα αυτό, μπορούμε πλέον
να ρίξωμε τον φακό μας εις την προσευχή, εις αυτό που μας απασχολεί, για να μπορέσωμε κατόπιν
να προχωρήσωμε.
Τι είναι η προσευχή; Όταν λέμε τώρα τι είναι η προσευχή, δεν θα σας πω κανένα ορισμό της
προσευχής. Άμα ανοίξωμε τον άγιον Ιωάννην της Κλίμακος, άμα ανοίξωμε τον Δαμασκηνόν, άμα
ανοίξωμε όλους τους αγίους, θα δούμε ότι ο καθένας έχει υπέροχους ορισμούς, οι οποίοι θα μας
είναι χρήσιμοι. Αλλά εγώ θα σας πω τώρα τι είναι η προσευχή, όπως
την βιούμε μέσα εις τον αγώνα της ψυχής μας, δηλαδή, όχι αντικειμενικά τι είναι η προσευχή αλλά
υποκειμενικά πώς ζούμε εμείς την προσευχή• ένας που προσεύχεται, πώς νοιώθει και τι νοιώθει ότι
είναι η προσευχή.
Κατ’ αρχάς είπαμε ότι η προσευχή είναι μία πορεία προς τον Θεόν. Ο Θεός όμως είναι αόρατος. Ο
Θεός είναι εις τους ουρανούς και εγώ είμαι κάτω εις την γη. Ο Θεός είναι το φως και εγώ είμαι
σκοτάδι. Ξεύρεις τι φοβερό πράγμα είναι να μπορέση το σκοτάδι να διάλυση το φως; Αν είναι
δυνατόν το σκοτάδι να διαλύση το φως, εφ’ όσον το φως διαλύει το σκοτάδι. Και όμως, εμείς πάμε
κάτι τέτοιο να κάνωμε μέσα στην προσευχή. Το σκοτάδι μας να το διαλύσωμε, οπωσδήποτε δια της
εισελεύσεως του Θεού, για να μπούμε μέσα στον χώρο του φωτός και να γίνωμε εμείς οι ίδιοι
φωτεινοί. Ξεύρεις τι θα πη η σάρκα να μπη μέσα εις τον χώρο του πνεύματος; Η σαρξ(6) η οποία
δεν κληρονομεί ουράνιον βασιλείαν, να μπη μέσα εις τον Θεόν; Ξεύρεις τι θα πη ο αχώρητος
παντί(7) Θεός να χωρέση μέσα στην δική μου την ψυχή; Την ψυχή μου που δεν φθάνει ότι είναι
μικρά, αλλά είναι και κατακλυσμένη, είναι γεμάτη από τα πάθη της και από τα βουλήματά της και
από τις επιθυμίες της;
Όταν, λοιπόν, προσεύχωμαι, αμέσως νοιώθω το ανυπέρβλητο αυτό εμπόδιο, που με χωρίζει από
τον Θεόν. Το ότι εγώ είμαι σαρξ, τουτέστιν είμαι σάρκινος άνθρωπος (με την ευαγγελική έννοια
παίρνω την λέξι «σαρξ» και όχι ότι δεν έχομε ψυχή), το ότι εγώ είμαι σαρξ και Εκείνος είναι
πνεύμα. Με την υπερβατικότητα του Θεού και με την αγιότητα και την φαεινότητα του Θεού,
νοιώθω αμέσως την αδυναμία μου. Νοιώθω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα και ότι αρχίζω έναν
φοβερό αγώνα, μίαν μάχη που τόσον ωραία η Παλαιά Διαθήκη μας την παρουσιάζει με την μάχη
εκείνη, με τον αγώνα, με την πάλη του Ιακώβ(8), εκεί στην γνωστή κλίμακά του. Θα πρέπη εγώ, ο
μικρός άνθρωπος, να εκπορθήσω τους ουρανούς και να πολιορκήσω τον Θεόν και να τον νικήσω
τον Θεόν και να τον κάνω υποχείριον της δικής μου επιθυμίας, της δικής μου εφέσεως, την οποίαν
κρύβω μέσα στην ψυχή μου.
Επομένως, την προσευχή την βιούμε αρχικώς —όταν αρχίζωμε να προσευχώμεθα— ως μίαν πάλη,
ως έναν αγώνα. Αλλά προσέξτε, όχι αγώνα με την έννοια ότι είναι δύσκολο να προσευχηθώ, όχι ότι
κάνω αγώνα να μαζέψω τους λογισμούς μου ή να νικήσω τον ύπνο μου ή να νικήσω τον κόπο των
γονάτων μου ή που μου έρχεται να ξυστώ και δεν ξεύρω τι να κάνω και κοπιάζω για να μη ξυστώ •
όχι με τον αγώνα του ότι πεινάω και θέλω να πάω να φάω και λέγω• «Όχι, θα συνεχίσω να
προσεύχωμαι». Δεν εννοώ τον αγώνα αυτόν• αυτό είναι η άσκησις, είναι κάτι το διαφορετικό•
άλλο θέμα είναι αυτό. Ομιλώ για τον αγώνα που κάνομε, όχι με τον εαυτό μας -αυτά είναι με τον
εαυτό μας-, αλλά τον αγώνα που κάνομε με τον Θεόν. Παλεύω με τον Θεόν. Ξεκάθαρα.
Αρχίζω μίαν μάχη, η οποία θα είναι επώδυνη, η οποία θα είναι ατελεύτητη —διότι δεν ξεύρω αν θα
σταματήση στην άλλη ζωή—, μίαν μάχη με τον ίδιο τον Θεόν. Όταν έλεγε «συναγωνίσασθέ μοι εν
ταις προσευχαίς»(9) ο Παύλος, κάτι τέτοιο εννοούσε. Ένοιωθε να αγωνίζεται αυτός με τον Θεόν,
είτε για τον εαυτό του είτε για τις εκκλησίες, τις οποίες είχε αναλάβει, και έλεγε• «Παλέψτε και
σεις με τον Θεόν, με τις προσευχές σας, ούτως ώστε να ενωθούν αυτοί οι αγώνες μας και έτσι, όλοι
μαζί, να παλεύωμε μαζί του για να τον νικήσωμε». Όπως ακριβώς, όταν δεν μπορώ να σε νικήσω,
φέρνω και άλλους και τους καλώ εις βοήθειαν, για να μπορέσω να προχωρήσω.
Το πρώτο, λοιπόν, βίωμα το οποίον έχω, είναι η αίσθησις του ανυπερβλήτου εμποδίου, που
υπάρχει μπροστά μου, της μικρότητός μου, και επομένως η αίσθησις του υπερβατικού του Θεού
και η βίωσις της δραματικής πάλης την οποίαν κάνω με τον Θεόν. Για σκεφθήτε, ένας άνθρωπος, ο
οποίος γρονθοκοπάει τον αέρα, αυτός δεν έχει καμίαν αντίστασι και μπορεί πάρα πολύ εύκολα να
κατευθύνη τα χέρια του όπου νομίζει• πυκτεύει αυτός εις αέρα. Δεν παθαίνει τίποτα. Δεν νοιώθει
να αντιστέκεται κάτι στο χέρι του. Όταν όμως έχης έναν αντίπαλο, αμέσως σφίγγεσαι. Η γροθιά
σου αμέσως δυναμώνει. Οι μυς σου, τους βλέπεις και τεντώνονται και αυτοί. Βρίσκεις μίαν
αντίδρασι. Καταλαβαίνεις ότι χτυπάς ή ότι χτυπιέσαι. Νοιώθεις αμέσως ότι χτυπάς και ότι
χτυπιέσαι. Όταν δεν έχω την αίσθησι του αγώνος αυτού με
τον Θεόν, καταλαβαίνετε ότι ακόμη δεν έχω αρχίσει καν να προσεύχωμαι.
Ας υποθέσωμε όμως ότι αρχίσαμε να προσευχώμεθα και νοιώθω ότι έχω να κάνω αυτήν την
φοβεράν πάλην με τον Θεόν, ότι μπήκα πλέον, ότι έχω βάλει τα γάντια στα χέρια μου και αρχίζω
να χτυπάω τον Θεόν. Αντιστέκεται Εκείνος, αντιστέκομαι και εγώ και είναι πλέον το θέμα ή θα
νικήσω ή θα νικήση. Δεν είναι δυνατόν παρά ή να πέσω κάτω αιμόφυρτος ή να νικήσω Εκείνον και
να μου πη «με νίκησες πλέον». Να μου παραδοθή, όπως έκανε και με όλους τους αγίους, οι οποίοι
τον έκαναν ό,τι ήθελαν τον Θεόν.
Εάν θα σταματήσω, θα είμαι ένα συντριμμένον πλέον πλάσμα, θα είμαι ένας, για πάντα,
αποτυχημένος άνθρωπος. Δεν μπορώ να πω ότι δουλεύω ή ότι ζω ή ότι προσεύχομαι, εάν δεν θα
νικήσω εις αυτήν την πάλη. Πολλώ μάλλον, εάν δεν έχω αρχίσει την πάλη. Ας υποθέσωμε, λοιπόν,
ότι έχω όλην την αίσθησι και όλην την βίωσι αυτήν. Μπήκα μέσα εις τον αγώνα. Αρχίζω να
παλεύω με τον Θεόν. Παλεύοντας με τον Θεόν, νοιώθω ότι αυτή μου η πάλη δεν γίνεται με τους
γρόνθους μου, δεν γίνεται με τα χέρια μου, με τα πόδια μου ή με ο,τιδήποτε άλλο, αλλά γίνεται με
τον νου μου. Γίνεται με το πνεύμα μου, όπως λέμε, γίνεται με το νοερόν.
Αυτό που μπορεί να ενωθή με τον Θεόν είναι το πνεύμα μου. Το πνεύμα μας όμως -«δια το είναι
αυτούς, λέγει, σάρκας»(10-, το πνεύμα μου σαρκούται εις την καθημερινή μας ζωή. Το πνεύμα
μας, το οποίον έχει την ιδιότητα της αναβάσεως, ανατάσεως, της ανώσεώς του και της ενώσεως με
το Άγιον Πνεύμα —οπότε πληρούται η υπόστασίς του—, το πνεύμα μου μαθαίνει να ζη μέσα στην
φτώχεια, να ζη μέσα στην χθαμαλότητα, μέσα στην χοϊκότητα. Και τι το απασχολεί; Το απασχολεί
το θέλημά μου και ζυμώνεται μαζί του• το απασχολεί το τι θα φάω, το τι θα γράψω εις το έγγραφο,
το πώς θα ξεπεράσω το πρόβλημα που θέλουν να κάνουν δρόμους μέσα εις το Άγιον Όρος, πώς
τούτο, πώς εκείνο… Και το πνεύμα μου γίνεται έγγραφο, το πνεύμα μου γίνεται δρόμος, το πνεύμα
μου γίνεται θέλημα, το πνεύμα μου γίνεται ο,τιδήποτε άλλο. Γίνεται σαρξ! Γίνεται μία κατάποσίς
του από τις ψυχικές μου δυνάμεις και δεν μπορώ πλέον να κάνω τίποτε με τον Θεόν! Για μένα
είναι ανέγγιχτος, είναι αναφής ο Θεός.
Θα πρέπη να καλλιεργηθή, λοιπόν, η πνευματική δύναμις, η πνευματική φύσις του είναι μου, που
μου χάρισε ο Θεός, θα πρέπη αυτό να ομιλήση, θα πρέπη να καλλιεργηθούν οι αισθήσεις οι
πνευματικές, οι καλούμενες «νοεραί αισθήσεις»(11), διότι αυτές μπορούν να ψηλαφήσουν τον
Θεόν και ιδιαίτερα αυτό που το λέμε «το νοερόν». Το νοερόν μπορεί να έχη την τάσι του προς τον
Θεόν και, κατά κάποιον τρόπον, να απευθύνεται προς τον Θεόν — θα λέγαμε εμείς, να ομιλή προς
τον Θεόν. Οπότε εδώ, θα πρέπη το νοερόν να ενωθή απόλυτα και με το λογιστικόν, με τον λόγον,
όπως το λέμε, για να είναι όλο αυτό το πνευματικό «είναι» της υπάρξεώς μου εστραμμένο προς τον
Θεόν, απευθυνόμενο προς τον Θεόν, κατευθυνόμενο προς τον Θεόν.
Έτσι, ευθύς αμέσως, έχω την αίσθησι του διαλόγου, και όχι ακόμη του διαλόγου, αλλά της
κραυγής, διότι εφ’ όσον παλεύω ακόμη και δεν έχω νικήσει, ο Θεός είναι μακράν. Εγώ είμαι εδώ
και ο Θεός είναι επάνω στον ουρανό. Εγώ είμαι ο φθαρτός και Εκείνος είναι ο άφθαρτος. Εγώ
είμαι γη και Εκείνος είναι αιθήρ. Εκείνος είναι ουράνιόν τι. Εκείνος είναι έτερον τι. Πώς, λοιπόν,
θα μπορέσω να ενωθώ μαζί του ή να του μιλήσω; Δεν μπορώ να του φωνάξω, δεν μπορώ! Γι’ αυτό
κράζω. Όταν δεν σε βλέπω που είσαι, βγαίνω στο μπαλκόνι και φωνάζω• «Πάτερ Θεόκτιστεεε!»
Και αν θα είναι κάπου εκείνος, θα μου απάντηση• και άμα θα τον ακούσω, τότε θα αρχίσω να
διαλέγωμαι.
Εδώ είμαστε ακόμη εις τον χώρο τούτον, που δεν βλέπομε τον Θεό. Δεν ακούμε τον Θεόν. Δεν
κατανοούμε τον Θεόν. Δεν γνωρίζομε τον Θεόν. Ζούμε μέσα εις μίαν τελεία άγνοια, εις μίαν
τελεία, ουσιαστικώς, λήθη. Ούτε θυμάμαι τον Θεόν ούτε γνωρίζω τον Θεόν. Γι’ αυτό και του
κράζω συνεχώς, για να μπορέση να με λυπηθή, να μου απάντηση• και όταν θα μου απάντηση ο
Θεός, τότε θα μπορέσω να αρχίσω να κάνω διάλογο. Ούτως άρχεται η προσευχή! Τώρα έχομε
βιώματα, τα οποία, όπως είπαμε, ζούμε προκειμένου να προσευχηθούμε.
Αλλά ακόμη δεν έχομε αρχίσει, αντιλαμβάνεσθε, να προσευχώμεθα. Γι’αυτό βιούμε την προσευχή
εις την πορεία της, όπως βλέπετε, εις την έναρξί της, ως μίαν εκ βάθους, εκ βαθέων της ψυχής
κραυγή. Μπορεί να γίνεται η προσευχή και με τα χείλη. Μπορεί να γίνεται ακουομένης της φωνής.
Μπορεί να γίνεται εδώ μέσα εις τον χώρο του στόματος, του φάρυγγος, του λαιμού. Μπορεί να
γίνεται και μέσα από την καρδιά. Αντί να κινούνται οι χορδές οι φωνητικές, να κινούνται οι χορδές
της καρδίας και να εξέρχεται από εκεί η κραυγή αυτή του πνεύματος. Δεν παίζει ρόλο. Αυτό που
έχει σημασία είναι, ότι εκ βαθέων εκβάλλομε μίαν προσευχή. Ο αγωνιστής θα τα καταλάβη αυτά,
θα τα ξεχωρίση, θα δη πότε μιλάει με το στόμα, πότε μιλάει με την καρδιά, πότε μιλάει το πνεύμα,
διότι δεν είναι ακόμη να μιλήση η καρδιά• πρέπει το πνεύμα να μιλήση τελικώς εν τη καρδία. Σιγά-
σιγά τα συνειδητοποιεί, τα ξεχωρίζει, τα μαθαίνει. Όπως, όταν σε δω πολλές φορές σε ξεχωρίζω,
έτσι γίνεται και εδώ. Μπορεί, λοιπόν, να κινούνται τα χείλη, μπορεί και να μη κινούνται τα χείλη•
εκείνο που έχει σημασία είναι, ότι θα πρέπη να βγή μία κραυγή εκ βάθους, η οποία σαν ένας
βόμβος δυνατός, σαν ένας σεισμός, θα κατασείση τους ουρανούς και θα αναγκάση τελικώς τον
Θεόν να απαντήση και να μας πη «τι βοάς προς με;»(12)
Μπορεί να είμαι όρθιος, για να δείξω μ’ αυτό την τάσι μου, την φορά μου, την αγωνία μου, την
ετοιμότητά μου. Μπορεί να είμαι γονατιστός, για να εκφράσω την ταπείνωσί μου και την
αναξιότητά μου. Μπορεί να είμαι πρηνής, για να δείξω την ματαιότητά μου και την αποτυχία μου,
την οποία είχα μέχρι τώρα, για να με λυπηθή πολύ περισσότερο και πολύ πιο σύντομα ο Θεός.
Μπορεί να κάνω βόλτες με το κομποσχοίνι μου στο χέρι, φωνάζοντας ή μη φωνάζοντας, για να
ξεπεράσω την αδυναμία μου, να ξεπεράσω τον ύπνο μου. Μπορεί να εργάζωμαι, για να διαλύσω
την ακηδία μου. Μπορεί να ανεβοκατεβαίνω επάνω στο βουνό ή να κουβαλάω πέτρες, για να
νικήσω την ασθένεια της σαρκός μου, διότι το πνεύμα μπορεί να γίνη πρόθυμο, αλλά η σαρξ
συνεχίζει να έχη την ασθένειά της. Μπορεί να έχω οιανδήποτε στάσι και οιονδήποτε τρόπο• αυτό
που θα πρέπη όμως να νοιώσω μέσα μου είναι, ότι βγαίνει αυτή η εκ βαθέων κραυγή, για να το
ακούση κάποτε ο Θεός. Πολλές φορές φωνάζω «πάτερ Θεόκτιστεεε!… πάτερ Θεόκτιστεεε!…» και
μετά από πέντε, δέκα, είκοσι φορές, μπορεί να με ακούση εκείνος, που είναι πίσω από κανένα
βραχάκι ή που μπορεί να προσεύχεται την ώρα εκείνη ή να τραγουδάη ή να ψάλλη και να μην
ακούη την δική μου την φωνή.
Θα πρέπη να τον ξυπνήσω, όπως έκανε ο Απόστολος, που πήγε εις τον Κύριον «Κύριε,
καθεύδεις;»(13) του λέγει• «δεν βλέπεις τι τρικυμία έχει εδώ;» Και σηκώνεται —που δεν κοιμόταν
ο Χριστός— και του λέγει• «Ησύχασε»• και μόλις είπε «σιώπα, πεφίμωσο»(14) στην θάλασσα,
αμέσως σταμάτησε όλη εκείνη η λαίλαπα της θαλάσσης, θα πρέπη, λοιπόν -πώς σου φαίνεται ότι
φεύγει η οροφή από τις φωνές τις πολλές ή πάει να σχισθή το στήθος σου, όταν από μέσα σου
βγαίνη μία εναγώνια κραυγή- κάτι τέτοιο να γίνη στην προσευχή μας, για να μας ακούση ο Θεός.
Το θέλει αυτό.
Μα δεν μας ακούει ο Θεός διαφορετικά ή δεν ξεύρει ο Θεός τι χρειαζόμαστε; Βεβαίως! Αλλά το
κάνει αυτό ο Θεός, αφ’ ενός μεν δια να του εκφράσωμε ημείς τον πόθο μας και να είναι κάτι το
δικό μας• και δεύτερον, να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη μας και την γύμνια μας• και εκ τρίτου,
για να μάθωμε να τον ζητάμε. Διότι, αν μας δοθή ο Θεός αμέσως, προτού εμείς κάνωμε όλα αυτά
πού λέμε και τα βιώσωμε, όπως εύκολα τον κερδίζομε, έτσι εύκολα θα τον πετάξωμε, διότι δεν θα
καταλάβωμε την αξία, την οποίαν έχει. Αν ο πατέρας σου σου δίδη εκατομμύρια, τα πετάς μέσα
στους δρόμους. Αν χύσης τον ιδρώτα σου όμως, για να πάρης τελικώς πενήντα δραχμές την ημέρα
με όλη σου την δουλειά, θα δης πώς θα κάνης τότε οικονομίες και θα νοιώθης τι σημαίνει χρήμα.
Δεν το σκορπίζεις εύκολα. Έτσι ακριβώς, για να μη σκορπίσωμε μέσα στους ανέμους τον Θεόν, γι’
αυτό ο Θεός θέλει να τον νοιώσωμε προηγουμένως, μ’ αυτήν την δυνατή αγωνία της εκ βαθέων
κραυγής, την οποίαν βγάζομε.
Ώστε, πρώτον: βιούμεν ως ένα αγώνα την προσευχή.
Δεύτερον: ως μίαν κραυγή εκ βαθέων, η οποία βγαίνει ποικιλοτρόπως, όπως λέγαμε
προηγουμένως. Όταν όμως τώρα εμείς προχωρούμε και ζήσωμε την στροφή μας αυτή προς τον
Θεόν, σαν μία κραυγή εκ βαθέων, τότε θα διαπιστώσωμε ότι η κραυγή μας δεν ακούγεται από τον
Θεόν τελικώς. Πρέπει να μετατραπή, να μεταστραφή εις μίαν σιωπή μέσα εις ατμόσφαιρα σιωπής.
Ο Θεός είναι Θεός σχολαζόντων και σιωπώντων και αυτό θα το νοιώσωμε τότε, αφού κραυγάσωμε
εις τον Θεόν. Όσο και να μιλούμε περί σιωπής, δεν θα καταλάβωμε την σημασία της και την
έννοιά της, εάν δεν περάσωμε από τα σκαλοπάτια αυτά τα αλληλοδιάδοχα. Γιατί; Τι σημαίνει αυτό
που λέμε τώρα πάλι «σιωπή»; Τι πράγμα είναι; Όταν φωνάζης, δεν ακούς τον άλλον πρέπει να
σταματήσης για να τον ακούσης• ή όταν γίνεται θόρυβος γύρω σου, η δική σου φωνή μπερδεύεται
και δεν ακούγεται και δεν ξεχωρίζεται. Θα πρέπη να σταματήσουν πάντες, να σταματήσης και συ,
για να ακούσης τον άλλον. Και αν κουβεντιάζουν, θα τους πης πρώτα«σσς! σσς!» και μετά θα
μιλήσης, για να ξεχωρίση η δική σου φωνή. Αυτό το βίωμα και αυτήν την πραγματικότητα θα την
ζήσωμε και στην στροφή της ψυχής μας προς τον Θεόν.
Εν τη προόδω της, λοιπόν, η προσευχή μας —τι σημαίνει εν τη προόδω— εν τη εξόδω της, όταν
πάη να βγή η προσευχή από μέσα μας, για να γίνη όντως μία κίνησις προς τον Θεόν, θα δούμε ότι
είναι μία «σιωπή εν σιωπή», μέσα στην σιωπή. Τουτέστιν, απόλυτος σιωπή. Επομένως, ή θα πρέπη
να ξεύρω και να μαθαίνω —και είναι απαραίτητο να μαθαίνω και να ξεύρω— να προσεύχωμαι
μέσα εις τους θορύβους, διότι είναι αδύνατον να επιτύχωμε την ησυχία την απόλυτον, ή θα πρέπη
να κυνηγάω, και οπωσδήποτε θα πρέπη να κυνηγάω την απόλυτον σιωπή δια την προσευχή, όσο
είναι δυνατόν. Ακόμη και το κελάηδημα του πουλιού και το κελάρυσμα του ποταμού ή του ρύακος,
ο οποίος διέρχεται από πλάϊ μας, ακόμη και το φύσημα του ανέμου, σου διακόπτει την προσευχή
και ξεπερνάει την δική σου την λέξι που βγαίνει. Εάν δεν το ξεύρης δε αυτό, δεν κάνεις τίποτα. Θα
πρέπη να μάθωμε και μέσα στην απόλυτον σιωπή να προσευχώμεθα• δι’ αυτό και η μεγάλη
σημασία της νυκτός — εις λόγος της μεγάλης σημασίας της νυκτός! Θα προσεύχωμαι μέσα στον
θόρυβο, ιδίως όμως θα κυνηγάω την απόλυτον σιωπή, για να μπορέσω να μιλήσω εις τον Θεόν. Ο
Θεός ιδιαιτέρως απαντάει σ’ εκείνους, οι οποίοι σιωπούν εν χώρω σιωπηλώ. Εν ησυχία, λοιπόν,
σιωπή.
Θα πρέπη, όταν εγώ κραυγάζω εις τον Θεόν, να σταματήσω. Δια της αναπνοής, εισπνέω και
εκπνέω. Αλλά η ώρα, που μπορώ και προσέχω και παρακολουθώ —άμα θα την προσέξω— θα δω
ότι είναι ακριβώς η στιγμή, η μεσάζουσα εκείνη στιγμή της ανακοπής, του σταματήματος, στο
μεσοδιάστημα εκείνο μεταξύ εισπνοής και εκπνοής. Εάν δεν μάθω να αναπνέω καλά, θα είναι
συγκεχυμένη και η ζωή μου και η αναπνοή μου και η προσευχή μου και τα πάντα. Θα πρέπη να
ξεύρω να έχω αυτό το μεσοδιάστημα, αυτό το ακρόαμα, το στήσιμο του αυτιού μου, και θα δω ότι
αυτό είναι το βασικό εις την προσευχή και όχι οι δικές μου οι φωνές. Εάν δεν φωνάξω, δεν θα
μάθω αυτό το τόσον απλούν και εύκολο πράγμα. Εάν φωνάξω, τότε θα το διαπιστώσω, ότι έτσι
γίνεται ακροατής η ψυχή μου και ακροώμενος ο Θεός.
Θα δω ότι αυτό είναι το σπουδαιότερο: το στήσιμο του αυτιού μου εν απολύτω ησυχία. Θα πρέπη
να μάθω, λοιπόν, να σιωπώ, δηλαδή θα πρέπη να μάθω να ακούω, θα πρέπη να μάθω να περιμένω,
να προσδοκώ την φωνή του Θεού. Μέσα εις την σιωπή αυτήν τότε θα ακούσω τον κτύπο της
καρδιάς
μου, τον κτύπο, όχι της σαρκικής μου καρδιάς, αλλά θα νοιώσω το ζωογονούν το πνεύμα μου, την
υπόστασί μου, και που δεν είναι άλλο παρά μόνον το Πνεύμα το Άγιον. Τα πάντα παρέχονται από
το Άγιον Πνεύμα.
Εάν θα φθάσω εις την σιωπή, τότε θα μπορέσω να καταλάβω την πνεύσιν αυτήν και θα ακούσω το
θρόισμα των πτερών του Αγίου Πνεύματος και θα συνειδητοποιήσω την εγγύτητα του Αγίου
Πνεύματος και θα επιποθήσω την πρόσληψι του Πνεύματος και θα καταλάβω τι σημαίνει «ουδέ εί
εστι Πνεύμα Άγιον οίδαμεν». Θα καταλάβω ότι πράγματι τόσα χρόνια και στον κόσμο που ήμουν
και στο μοναστήρι που είμαι, δεν έμαθα τι σημαίνει Άγιον Πνεύμα• «ουδέ ει Πνεύμα Άγιόν εστιν
ηκούσαμεν» και οίδαμεν(15).
Το λέμε ίσως εν τη ταπεινώσει μας, τουτέστιν εν τη ταπεινολογία μας, δεν το κατανοούμε όμως,
αγαπητοί μου. Η Αγία Γραφή είναι κάτι που θέλει χώρησι, ενοίκησι. Δεν ενοικείται, δεν βιούται
από μας, διότι ζούμε μίαν καθαρώς εξωτερική ζωή. Μιλάω τώρα δια την Αγίαν Τριάδα, ας πούμε,
και λέγω• «Η Αγία Τριάς είναι τρία πρόσωπα, είναι μία φύσις, είναι τούτο, είναι εκείνο… Ο
Χριστός ήταν δύο φύσεις, ήταν όμως μία υπόστασις, ήταν ένα πρόσωπο». Τι σημαίνει αυτό; Δεν
καταλαβαίναμε πιο πολλά από ό,τι καταλαβαίνουν και οι υπόλοιποι κοσμικοί άνθρωποι. Γιατί;
Διότι αυτά μπορεί μεν να τα λογιζώμεθα, αλλά τα κατανοούμε μόνον εν τω πνεύματι ημών, δια του
Πνεύματος.
Χρειάζεται μία αποκάλυψις, όπως έγινε εις τον Ιωάννη• και τι ωραία που λέγει η παράδοσις ότι
έσπασε ο βράχος εκεί, που ήταν μέσα στην σπηλιά, και αμέσως έγινε εκείνο το θρυμμάτισμα και οι
τρεις εκείνοι κόμβοι, που τον ανανέωσαν και τον έκαναν να κατανοήση το μυστήριο της Αγίας
Τριάδος, και έγραψε αμέσως τα περί Αγίας Τριάδος και βεβαιώθηκε ο άγιος Ιωάννης. Ωραιοτάτη
παράδοσις! θα πρέπη να σχισθή, αγαπητοί μου, η οροφή δια της πνεύσεως του Πνεύματος και να
το δω, για να το καταλάβω. «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο
Λόγος»(16). «Αντε να τα κατανοήσης, πολλώ μάλλον να τα ζήσης και να τα γράψης. Θα πρέπη να
σου τα εμπνεύση ο Θεός. Αυτό σημαίνει ότι τα εμπνέει ο Θεός.
Έρχεται σιγά-σιγά το βίωμα και προχωράει μέσα στην ψυχή μας και καταλαμβάνει χώρο ο Θεός
μέσα στην δική μας την ύπαρξι• και σμίγονται τα βήματα του και οι φωνές του με τα βήματά μας
και με τις φωνές μας και τότε γινόμαστε ένα μαζί με τον Θεόν. Τότε αποκτούμε το βίωμα της
υπάρξεως και νοιώθομε την έννοια της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος και αρχίζομε να
επιθυμούμε να κατακτήσωμε το Πνεύμα το Άγιον, για να μπορέσωμε κάποτε να πούμε• «Ελθέ και
σκήνωσον εν ημίν, Πνεύμα Άγιον, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος», διότι κηλίδες είναι
γεμάτη μέσα η ψυχή μας, γεμίζουν την ψυχή μας και δεν μπορούμε εμείς να κάνωμε τίποτε.
Όταν θα γίνη, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, αυτό το πράγμα, δηλαδή όταν καταλάβωμε την
εγγύτητα του Πνεύματος και την ανάγκη της παρουσίας του —ακόμη δεν φθάσαμε στην
πρόσκτησι του Πνεύματος— τότε βλέπομε και κτυπάει η καρδιά μας πιο έντονα. Έχετε προσέξει,
όταν χαρούμε, όταν μας πούνε «έρχεται ο τάδε», που τον περιμέναμε, «έρχεται ο τάδε» που τον
φοβόμαστε, πώς κτυπάει γρηγορώτερα η καρδιά; Ένα τέτοιο εσωτερικό πνευματικό βίωμα έχομε.
Νοιώθομε την μυστική, εναγώνια εκείνη πλέον προσδοκία, που εκφράζεται εξωτερικά, για να την
καταλάβωμε, που την λέμε με την έννοια αυτή, του κτύπου της καρδιάς. Είναι πνευματικά
βιώματα και δεν μπορούν να αποδοθούν, παρά μονάχα με σκιές σωματικών παραλληλισμών και
παραβολών.
Έχομε, λοιπόν, την μυστική εναγώνια προσδοκία και αποκαραδοκία. Όταν θα λάβωμε το βίωμα
αυτό της μυστικής εναγώνιας προσδοκίας, τότε θα προχωρήσωμε και θα έχωμε πλέον την σιωπηλή
εντρύφησι, αυτό που λέμε: την πρόγευσι της ελεύσεως του Πνεύματος και της επιγνώσεως της
παρουσίας του Θεού.
Προσέξτε να τα καταλάβετε. Να τα εξηγήσωμε χειροπιαστά, πατέρες μου, δεν είναι εύκολο.
Πρέπει να τα ζητήσουν οι ψυχές μας και θα γίνη αυτό που λέγει ο Κύριος «ζητείτε, και δοθήσεται
υμίν, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν»(17). Άμα εσείς θα τον φωνάζετε, ευρεθήσεται. Αυτά που δεν
καταλαβαίναμε, θα τα καταλάβωμε. θα μας τα πη το ίδιο το Πνεϋμα το Άγιον. Ουδείς μπορεί να
γίνη διδάσκαλος, παρά μόνον ο Χριστός. «Δίδαξον ημάς πώς δει προσεύχεσθαι»(18). Πας
διδάσκαλος είναι μια φτωχιά φωνή, που μπορεί να μας κάνη μονάχα να πούμε• «Α, δεν
καταλαβαίνει τίποτε και δεν ξεύρει τίποτε• θα πάω απ’ ευθείας στον Χριστό!» Μόνον αυτήν την
έννοια μπορεί να έχη πας ο οποίος μας ομιλεί περί προσευχής. Πας έτερος είναι ένας δημαγωγός,
ένας απατεών να μας κάνη να καταλάβωμε πως δεν μπορεί τίποτε να μας μάθη, για να πούμε•
«Πνεύμα, πού είσαι επί τέλους, να μου μάθης εσύ!»
Ώστε, επανέρχομαι. Όταν καταλάβω ότι κοντά εκεί πνέει το Πνεύμα το Άγιον και, αντί να πνέη
κοντά, μπορώ να το φέρω μέσα μου και να γίνη η αναβίωσις της υπάρξεώς μου, η ανάπλασις της
ζωής μου, της ψυχής μου, τότε αρχίζει η μυστική αυτή εναγώνια προσδοκία.
Όταν αρχίση αυτή η καραδοκία του Πνεύματος, αρχίζω να προγεύωμαι τα προμηνύματα της
ελεύσεώς του. Διότι το ξεύρω, ό,τι θα ζητήσω, θα μου το δώση. Αφού θα μου το δώση, το έχω, θα
πω αμέσως μέσα μου. Κάτι μου το βεβαιώνει. Ήδη έχετε, λέγει ό,τι ζητείτε• προτού το πάρετε, το
έχετε λάβει(19).
Γι’ αυτό έχω την σιωπηλή εντρύφησι, έχω την σιωπηλή πρόγευσι των δώρων, τα οποία θα λάβω,
και ακόμη την σιωπηλή πρόγευσι της βασιλείας των ουρανών. Γιατί; Πώς συνδέονται αυτά τα δύο
πράγματα; Διότι ο Θεός είναι εν ουρανοίς, εγώ είμαι εδώ και, επομένως, η εντρύφησις που θα έχω,
αυτή η προοιμιακή, πρέπει να είναι ένα είδος, ας πούμε, προεισαγωγής μου εις τους κόλπους της
βασιλείας των ουρανών. Θα πρέπη να είναι ένα προανάκρουσμα των ήχων και των αγγελικών
φωνών, που υπάρχουν και ακούγονται εκεί επάνω. Και επομένως, αρχίζω να συνειδητοποιώ, πάνω
κάτω, τι είναι ο παράδεισος, τι είναι η βασιλεία των ουρανών. Πώς θα προσευχηθώ εις τον Θεόν,
αφού ο Θεός είναι εκεί και ούτε τον βλέπω ούτε τον ακούω; Θα πρέπη να μάθω πού είναι και να
ξεύρω τι είναι αυτό μέσα στο οποίον είναι.
Αρχίζω, λοιπόν, να έχω κάποιαν προαντίληψι των μυστικών της βασιλείας των ουρανών. Τι είναι ο
ουρανός; Τι είναι αι μοναί που υπάρχουν εκεί; Τι είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης; Τι είναι οι άγιοι;
Πώς είναι οι άγιοι! Πώς μέσα στους αγίους είναι ο Χριστός; Πώς πάνω κάτω η Αγία Τριάς; Πάνω
κάτω όμως, ε; —Εγώ ακόμα εδώ.— Από μακριά αρχίζουν τα σύννεφα κάπως να διαλύωνται και
βλέπω! Να, το φεγγάρι. Αυτό πρέπει να ‘ναι η πούλια, εκείνο πρέπει να είναι εκείνο το αστέρι.
Αρχίζω να τα καταλαβαίνω τώρα και αρχίζει να ζεσταίνεται έτσι η ψυχή μου από τα μυστήρια, τα
οποία αρχίζουν να αποκαλύπτωνται κάπως ενώπιον μου. Και τότε, τότε αγαπητοί μου, αρχίζει μία
καινούργια —ας το πούμε έτσι— περίοδος της πνευματικής μου ζωής, η εν σιωπή τρυφή ή η
τρυφή εν σιωπή• δηλαδή, άλλο πράγμα τώρα είναι αυτό. Όχι η σιωπή που λέγαμε προηγουμένως.
Εδώ είναι μία πνευματική πλέον σιωπή. Είναι του πνεύματός μου η σιωπή —προηγουμένως ήταν
των ψυχικών μου δυνάμεων, της ψυχής μου — είναι του πνευματικού μου κόσμου, είναι των
ματιών της ψυχής μου. Είναι το κλείσιμο, που κάθομαι έτσι, για να μπορέσω να τον δω.
Επειδή ευρίσκομαι τώρα, προ των πυλών του ουρανού πλέον, έχω μίαν τρυφή, μίαν απόλαυσι, μια
ζεστασιά, μια θαλπωρή και σιωπώ για ν’ ακούσω την φωνή του. Τώρα όμως, σιωπά, είπαμε, το
πνεύμα μου, το πνεύμα που θα κράξη «αββά ο πατήρ»(20). Σιωπώ τώρα, λοιπόν, χαίρομαι. Έχω
μέσα μου μια ζεστασιά, ακόμη και σωματική. Έχω μια ανάπαυσι. Έχω ένα ξεκούρασμα. Έχω μια
διάθεσι για προσευχή. Δεν θέλω να προσευχηθώ όμως, θέλω να τον περιμένω τον Θεόν.
Όταν θα γίνη αυτό, τότε πλέον μέσα εις την πνευματική αυτήν σιωπή, αρχίζει να εμφυσά το
Πνεύμα το Άγιον. Το Πνεύμα το Άγιον είναι αυτό που με ενώνει πλέον με τον Θεόν, που με φέρνει
εις συνάφεια ενεργειών και αρχίζω κάπως να συνειδητοποιώ• τότε το Πνεύμα το Άγιον, που είναι
φως, όταν μπαίνη μέσα μου, μου αποκαλύπτει τα βάθη της δικιάς μου καρδιάς.
Έπρεπε πρώτα να καταλάβω κάπως τι είναι ο ουρανός, για να καταλάβω τώρα τι είμαι εγώ.
Έπρεπε πρώτα κάπως να εγγίσω το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, και μάλιστα την παρουσία του
Πνεύματος, για να καταλάβω αυτό που είναι τόσο δικό μου.
Βλέπετε, πόσο μακριά από εμάς είναι η καρδιά μας! Πόσο απροσπέλαστος χώρος! Όλα τα
ξεύρομε. Τι έχει όμως μέσα η καρδιά μας, τι βούρκο, τι πάθη, τι σαπίλα, τι μαυρίλα, αυτά δεν τα
ξεύρομε. Ο καθένας μας νομίζει πως είναι μία προσωπικότητα, πως είναι ένας άγιος! πως είναι
«κάποιος τάχατες », κάποιος που μπορεί να σταθή στον Θεό και να του πη• «Θεέ μου, Θεέ μου,
σου έδωσα αυτό, σου αφιερώθηκα, σου έκανα, σου έδειξα…».
Τι έκανα; Δεν καταλάβαμε τίποτε. Όταν θα πλησιάση το Πνεύμα, μου αποκαλύπτει, αγαπητοί μου,
την μαυρίλα μου μέσα, την αμαρτία μου, και αρχίζω να έχω την αυτογνωσία. Βλέπετε ότι ο
αυτοέλεγχος, η αυτοκριτική είναι μία ενέργεια σιωπής. Εν σιωπή προσδοκώση το Πνεύμα του
Θεού. Και έρχεται το Πνεύμα, το οποίο σαν προβολέας μου φωτίζει την καρδιά, την ώρα που το
περιμένω εγώ, αυτό μου φωτίζει την καρδιά. Διότι εδώ είναι το εμπόδιο, εδώ είναι ο στίβος. Εδώ
θα παλαίψη η σαρξ και το πνεύμα, δια να νικήση το πνεύμα και να καταποθή η σαρξ. Μου
αποκαλύπτει, λοιπόν, και τότε καταλαβαίνω δύο πράγματα.
Πρώτον, ότι ο στίβος είναι εδώ, στην καρδιά• θα πρέπη εδώ να ‘ρθή ο Θεός, για να πλησιασθούμε
και να γνωρισθούμε και να αγαπηθούμε, να κουβεντιάσωμε και να ενωθούμε τελικώς.
Δεύτερον, ότι εδώ είναι ο στίβος, διότι εδώ είναι τα εμπόδια: η άγνοιά μου και η λήθη μου• το ότι
ούτε καν θυμάμαι τον Θεόν μέσα στην ζωή μου. Και όταν έκραζα και έλεγα «Θεέ μου, Θεέ μου»,
στην πραγματικότητα δεν φώναζα τον Θεόν, αλλά μ’ ενδιέφερε ο εαυτός μου• γιατί ήθελα εγώ να
προσεύχωμαι, γιατί έτσι λέγει το Ευαγγέλιο, γιατί έτσι μου είπε ο Γέροντάς μου, γιατί έτσι έπρεπε
να κάνω, διότι είχα εκείνη την ανάγκη ή εκείνη την επιθυμία. Είχα άγνοια και λήθη. Ακόμη δεν
καταλαβαίναμε τι σημαίνουν τα δύο αυτά πράγματα. Μου τον σκιάζει τον Θεόν αυτό που υπάρχει
μέσα μου, η άγνοια και η λήθη. Δεν τον θυμάμαι και δεν τον ξεύρω. Γιατί; Γιατί κρύβεται πίσω
από τα πάθη μου. Χωρισθήκαμε! Κλειδώθηκα έξω από τον παράδεισο και δεν μπορώ ακόμα να
φάγω το ξύλον της ζωής και να ενωθώ μαζί του, για να ξαναποκτήσω πάλι την ζωή. Εν η αν ημέρα
θα φάτε, λέγει, από εκείνον τον καρπόν, θα αποθάνετε(21). Και κλείνει τον άνθρωπο έξω από τον
παράδεισο. Γιατί; Εν η αν ημέρα θα φάγη πάλιν από το ξύλον της ζωής, θα ξαναζήση. Είναι
κλειστός ακόμα ο παράδεισος, διότι η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστιν(22). Το κλεισμένο
πράγμα είναι μέσα εδώ. Είναι κλεισμένο με τα χερουβίμ. Ποια χερουβίμ; Με τα πάθη μου είναι
κλεισμένη η δικιά μου η καρδιά• αυτό θέλει να πη.
Αρχίζω, λοιπόν, τώρα να καταλαβαίνω τι σημαίνει πάθος και ότι είμαι εμπαθής. Αρχίζω να
καταλαβαίνω ότι αγνοώ τον Θεόν. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι ο Θεός… μπα! Τι είναι αυτός ο
Θεός; Αυτός για τον οποίον μπορεί είκοσι χρόνια να έκανα κηρύγματα επάνω σε άμβωνες, εις τον
οποίον μπορεί να φώναζα «ο Θεός, ιλάσθητί μοι»(23), μέσα στην εκκλησία. Μπορεί να φώναζα με
το κομποσχοίνι μου «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν » και να μη ήξευρα ούτε τι
είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός ούτε τι σημαίνει « ελέησόν με » ούτε τι σημαίνει «αμαρτωλός».
Γιατί, άμα δεν ξεύρω
τι σημαίνει αυτό που λέμε τώρα, πώς θα πω « ελέησόν με»; Δεν ξεύρω τι σημαίνει «ελέησόν με».
Ώστε, λοιπόν, τότε καταλαβαίνω τι σημαίνει βασιλεία των ουρανών, τι σημαίνει καρδία, τι
σημαίνει πάθος, τι σημαίνει να μπη μέσα μας ο Θεός και ότι εδώ είναι, εδώ είναι ο στίβος μας.
Ε, τώρα πια τα πράγματα εντοπίζονται. Από κει που φώναζα «πάτερ Θεόκτιστεεε!» τώρα γυρίζω
κοντά σου• «Έλα, έλα εδώ πέρα», σου λέγω. Δεν μπορώ να φωνάζω, νά ‘σαι κάτω εσύ και εγώ να
είμαι επάνω. Θα κουρασθώ να φωνάζω, θα μας ακούση και όλος ο κόσμος. Όταν κάποιον τον
αγαπώ, θέλω να είμαστε οι δυο μας, να τα κουβεντιάζωμε απλά απλά, πλάϊ πλάι ο ένας στον
άλλον. Θέλω, λοιπόν, να ‘ρθή εδώ μέσα στον στίβο μου. Εδώ, αγαπητοί μου, τώρα είναι ένα από τα
πιο καίρια και πιο φοβερά σημεία της πνευματικής μας ζωής. Να δούμε, αν θα αρχίσωμε κάποτε να
ευχώμεθα εις τον Κύριον, να προσευχώμεθα προς τον Θεόν. Είναι μία στιγμή, που θα ζήσωμε
εκείνο το δράμα εκείνου του ποιητού που έλεγε• «Φύγε, Θεέ»• και πάλι• «Έλα, Θεέ μου». Όταν
τον πλησίαζε ο Θεός, τον ένοιωθε σαν δήμιο και έλεγε• «Φύγε, ο δήμιός μου». Και όταν πήγαινε
να φύγη ο Θεός, έλεγε• «Έλα, ο φίλος μου». Το ενδεχόμενο εδώ είναι, το αν θα δεχθούμε ή θα
αρνηθούμε τον Θεόν. Μέχρι την ώρα αυτή κολυμπάμε μέσα σε μια πιατέλα και έχομε την αίσθησι
πως κολυμπάμε. Μέχρι την ώρα εκείνη παίζαμε με τον Θεόν ένα παιχνίδι «εν ου παικτοίς». Εδώ θα
‘ρθή η ώρα που θα δούμε, αν τον δεχθούμε ή αν τον αρνηθούμε.
Προηγουμένως είχαμε το βίωμα της πάλης. Εδώ πέρα θα έχωμε τώρα το σημείο, που πιανόμαστε
με τον Θεόν. Πιθανόν να πούμε και εμείς «φύγε», τελικώς. Και μετά να πούμε ανεπανόρθωτα και
οριστικά• «Τότε έφυγε αυτός, ο φίλος μου ο στερνός»• δεν υπάρχει άλλος φίλος για την ζωή μας,
δεν υπάρχει καμία άλλη ελπίδα για την δική μας την ζωή.
Είναι το καίριο σημείο. Γιατί; Διότι είναι ακριβώς η στιγμή που θα δεχθούμε ή θα αρνηθούμε να
παραδεχθούμε τον εαυτόν μας, διότι ανακαλύπταμε έναν εαυτόν τόσο βρώμικο, τόσο σκοτεινό,
τόσον ύπουλο, τόσο πονηρό, ώστε μας στοιχίζει, μας κοστίζει, δεν μας συμφέρει να τον
ομολογήσωμε και κρυβόμαστε πίσω από τον εγωισμό μας, πίσω από την γνώσι του εαυτού μας,
από την αγάπη του είναι μας, που υπάρχει εις πάσαν ψυχή. Είναι και η ώρα, που ξυπνάει το εγώ
μου και δεν θέλω να παραδεχθή ότι τέτοιος είμαι, αμαρτία!
Ωραίο πράγμα είναι να στέκωμαι εις τον Θεόν και να λέγω• «Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που μου
χάρισες την γνώσι σου, εσύ που μ’ αξίωσες και μ’ έκανες εργάτη σου και μ’ έκανες μοναχό! Κύριε
Ιησού Χριστέ…»• εύκολα πράγματα αυτά• αλλά να καθήσω εν επιγνώσει και να πώ• «Ο Θεός,
ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ», πόσες φορές μπορώ να το κάνω; Εάν το κάνω και αυτό! Γιατί πρέπει
να συντρίψω το είναι μου, για να γίνη… Θα πρέπη, όπως θρυμματίζω με τον καρυοθραύστη το
καρύδι και «κρακ!» κάνει και κομματιάζεται, και μαζεύεις τα κομμάτια, έτσι να κάνω την καρδιά
μου, για να τα βγάλω μετά και να τα πετάξω αυτά τα σκουπίδια, να ανακαλύψω πως ό,τι έχω, ό,τι
είμαι, ό,τι αγαπούσα, ό,τι ποθούσα, ό,τι ζητούσα στην προσευχή μου μέχρι τώρα, όλα αυτά είναι τα
σκύβαλα, που λέγει ο Παύλος(24) και που καλούμαι να τα αρνηθώ. Να καταλάβω ότι είναι
σκύβαλα, για να γεμίσω από τον Θεόν.
Ευρισκόμεθα, λοιπόν, αντιμέτωποι. Ο Θεός ακόμα είναι εκεί, αλλά έχω αρχίσει να καταλαβαίνω
πόσο μακριά μου είναι και γι’ αυτό το σκέπτομαι, το ζυγίζω, εάν θα πρέπη να δεχθώ και να
αγωνισθώ μαζί του. Πω, πω! Τι είναι Εκείνος, είπα στην αρχή• με την αποκάλυψι της βασιλείας
του, με το αντιφέγγισμα του φωτός του! Και τώρα έχω την δική μου την μαυρίλα. Λοιπόν, θα
σταθώ! Μου κοστίζει.
Όταν εγώ δεχθώ να προχωρήσω, τότε θα αρχίση η σιωπηλή αυτή ενατένισις της καρδιάς μου δια
του Πνεύματος, τότε θα αρχίσω σιγά σιγά να νοιώθω ότι έχω ανάγκη να θυμηθώ τον Θεόν και να
γνωρίσω τον Θεόν. Προχωρώντας σ’ αυτό το διάστημα, εάν ξεπεράσω την δυσκολία μου και δεν
αρνηθώ τον Θεόν μου για χάρι του εαυτού μου, αλλά καταλάβω με κόπο και με ιδρώτα τι σημαίνει
το «απαρνησάσθω εαυτόν»(25) το λέμε κάθε ημέρα• να το νοιώσωμε όμως το «απαρνησάσθω
εαυτόν»—, τότε θα αρχίσουν να βγαίνουν τα πρώτα δάκρυα από τα μάτια μας —όχι τα δάκρυα
που λέγουν οι πατέρες μας, «να βγάζωμε δάκρυα», όχι εκείνα• εκείνα είναι τα δάκρυα του
Πνεύματος—, τα πρώτα δάκρυα του εγωισμού μας, που αρχίζει να σπάη, τα πρώτα δάκρυα που
αποκαλύπτουν πόσο φτωχικά είναι, ότι δεν έχω τίποτε, διότι αυτά που βγάζω από τα μάτια μου
είναι πολύ πολύ ανθρώπινα.
Αρχίζει να μου πονάη, αρχίζει να κλωτσάη μέσα μου κάτι και πονώντας κλαίω• πονώντας, αρχίζω
να ξαναφωνάζω• «Θεέ μου, Θεέ μου!». Τότε λέγω• «Ελθέ, Πνεύμα Άγιον, και καθάρισόν με από
την αμαρτία μου. Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ελθέ να μου διδάξης εις
την άγνοιά μου, ελθέ και σκήνωσον εν εμοί, που είμαι τόσο κακός, τόσο γεμάτος, και καθάρισόν
με από πάσης κηλϊδος. Βγάλε ό,τι υπάρχει εδώ μέσα, για να μπόρεσης να ενοικήσης». Τότε μπορώ
να πω την προσευχή του Πνεύματος.
Όταν φθάσω στο σημείο εκείνο, τότε πλέον ο Θεός, που είναι πρόθυμος αμέσως να απαντήση στην
προσευχή μας και που δεν χάνει ούτε λεπτό, εισορμάει εις την καρδία μας. Μα θα μου πήτε, μετά
από τόσα βάσανα; Είναι αυτό που λέμε: εμείς βιούμεν την καθυστέρησι του Θεού ως
υποκειμενικόν τι. Πάντοτε μας φαίνεται, όταν προσευχώμεθα, ότι ο Θεός καθυστερεί. Στην ουσία
ο Θεός δεν καθυστερεί, όχι ούτε λεπτό, αλλά ούτε στιγμή.
Τώρα αρχίζω να ζητάω το Πνεύμα του Θεού. Τώρα αμέσως εισβάλλει το Πνεύμα μέσα στην
καρδιά μου. Έρχεται το Πνεύμα. Το Πνεύμα• δηλαδή, τι σημαίνει «το Πνεύμα»; Μα το Πνεύμα
είναι πανταχού παρόν. Δεν υπήρχε το Πνεύμα πριν; «Εξαποστελείς το πνεύμα σου, και
κτισθήσονται»(26)• όταν όμως λίγο αποστρέψης το πρόσωπό σου, τουτέστι το Πνεύμα σου, την
παρουσία σου, τα πάντα αμέσως σκοτεινιάζουν, κρημνίζονται, απόλλυνται, συντρίβονται. Πέφτουν
μέσα στην άβυσσο της ανυπαρξίας.
Το Πνεύμα τώρα αρχίζει να υποδηλοί τον εαυτόν του, να κράζη «αββά ο πατήρ»(27), τουτέστι να
μας αποκαλύπτη την ταυτότητά του με τον Πατέρα. Ενεργεί πλέον ο Υιός εν Αγίω Πνεύματι, το
οποίον κινείται εν τη Εκκλησία, για να μαρτυρήση τον Πατέρα. Μπορείτε τώρα να ερμηνεύσετε
όλα τα χωρία της Γραφής, που έχουν αυτές τις κινήσεις της Αγίας Τριάδος, τις οικονομικές
κινήσεις της Τριάδος μέσα εις την ζωή μας.
Αρχίζει, λοιπόν, μυστικά το Πνεύμα το Άγιον να μας αποκαλύπτη τον Πατέρα, την ταυτότητά του
με τον Πατέρα, και έχομε πλέον την αίσθησι του συνόντος και συνιόντος εν ημίν Υιού, του
ερχομένου Χριστού. Και αμέσως τότε πάσχομέν τι καινόν βίωμα, το οποίον το αγνοούσαμε μέχρι
τώρα. Ποιο βίωμα είναι αυτό; Το βίωμα μιας καινούργιας αγωνίας πνευματικής.
Όταν είσαι μέσα στο σκοτάδι και σου φαίνεται σαν μια σκιά να μπαίνη μέσα, κάνεις εσύ αμέσως
έτσι και αγωνιάς, τι είναι αυτό; Όταν ακούσης απότομο θόρυβο, πας ν’ ακούσης τι πράγμα είναι, τα
χάνεις! Ένα τέτοιο πράγμα. Ακούς την φωνή του Θεού, έχεις την αίσθησι της παρουσίας του,
ξαφνιάζεσαι πρώτα απ’ όλα, αγωνιάς, τι είναι αυτό; Θεός; Σατανάς; Πάθος, προβολή του εγωισμού
μου; Τι πράγμα είναι αυτό;
Επειδή ευρισκόμεθα τώρα εις πνευματικά ίχνη, θα τα πω πολύ σύντομα, πολύ αδρά, πολύ
χονδρικά, ας το πούμε έτσι, χωρίς να αναλύσω κανέν βίωμα. Μέχρι τώρα είχαμε της ψυχής μας τα
βιώματα, για να φθάση να μπορή να προσευχηθή. Από εδώ και εξής πλέον μπαίνομε εις την
προσευχή την εκζητούσαν τον Θεόν. Ακόμη δεν ήρχισε ο διάλογος, δεν ήρχισε ακόμη η ευχή, δεν
ήρχισε ουσιαστικά η επικοινωνία με τον Θεόν. Μετά από αυτά που θα πούμε τώρα, γίνεται αυτό.
Αρχίζει, λοιπόν, αυτή η αγωνία της ψυχής μας τότε!
–Ποίος είσαι; Τι είσαι συ και με κάνεις και φοβάμαι; σαν να λέγη η ψυχή μου.
Τα λέγω χονδρικώς. Στην αρχή μας κρύβεται Αυτός — πώς καμιά φορά παίζομε εμείς με κάποιον
πίσω από ένα δένδρο και του κλείνομε τα μάτια και του λέμε•
— Ποιος είμαι;
— Είσαι ο τάδε.
— Όχι! λέγω εγώ.
— Είσαι ο τάδε.
–Όχι!
— Είσαι ο δείνα.
Ναι! Και του ανοίγω τα μάτια και τον αγκαλιάζω.
Κάτι τέτοιο επακριβώς έχομε, ζούμε μέσα εις την ψυχή μας, εις την έκτασι αυτής μας της
προσευχής. Έχομε, λοιπόν, εμείς την αγωνία μας και μας κρύβεται ο Θεός, σαν να μας παίζη. Και
του φωνάζω πάλι με πιο πολύ κτύπο•
— Τι παίζεις μαζί μου; Ποιος είσαι; Πες μου τι γυρεύεις.
Μα, θα μας πή το Πνεύμα•
— Εσύ με φωνάζεις τόσα χρόνια και τώρα μου λες τι γυρεύω;
Αρχίζω πιο πολύ να καταλαβαίνω τι ζητούσα, τι φώναζα, τι γύρευα, γιατί ζω! Λέμε καμιά φορά,
«ούτε ξέρομε γιατί ζούμε». Μα πραγματικά δεν ξέρομε γιατί ζούμε. Άμα δεν μας το διδάξη ο Θεός,
δεν μπορούμε να το καταλάβωμε.
— Ποιος είσαι συ; του λέμε ύστερα.
— Εγώ είμαι ο Θεός!
Αλλά ακόμα μέσα στα πάθη μας, όπως είμαστε, σκύβομε, κοιτάζομε, κάνομε τα μάτια μας έτσι να
φύγουν οι τσίμπλες, να καθαρισθούν. Τα ανοίγομε, τον κοιτάζομε γερά, καλά καλά. Μας πλησιάζει
και Αυτός σιγά σιγά. Καθαρευόμεθα εμείς, καθαρίζει και Εκείνος τον εαυτόν του, τα σύννεφα, τον
γνόφο. Καθαρίζει τον γνόφο μου, τον ανοίγει κάπως, για να γίνη ορατός από ημάς.
Αυτή μας η αγωνία γίνεται πάλι τώρα μία πνευματική απόλαυσις, όχι προμήνυμα, αλλά απόλαυσις
της παρουσίας του τώρα, της εγγύτητός του τώρα. Αρχίζω να τον νοιώθω, ότι Αυτός είναι, αρχίζει
να κτυπάη η καρδιά μου σαν να τον γνωρίζη.
— Εσύ, λοιπόν, είσαι ο Θεός μου;
— Εγώ είμαι, δεν με γνωρίζεις; Εγώ που σε γέννησα, εγώ που σε βάπτισα, εγώ που σε έκειρα
καλόγηρο, εγώ που σ’ απαντούσα, όταν προσευχόσουνα• και συ που μου έλεγες « Θεέ μου, Θεέ
μου» και σε βοηθούσα και δεν με καταλάβαινες, και στην πραγματικότητα δεν ζητούσες εμένα.
Εγώ, που κρυβόμουνα πίσω από την πείνα σου, πίσω από την δίψα σου, πίσω από τον ύπνο σου,
πίσω από το γονάτισμά σου, πίσω από τις επιτυχίες σου, από τις αμαρτίες σου, από τα πάντα!
Ζεσταίνεται πιο πολύ ακόμα η καρδιά μου και ζητάω να τον αγκαλιάσω. Αλλά δεν μπορώ, πρέπει
να μ’ αγκαλιάση Εκείνος. Ποιος είμαι εγώ; Εγώ είμαι η απουσία Εκείνου. Φωνάζω! Τότε αρχίζω
πλέον να τον ξεδιαλύνω. Αυτός πρέπει να είναι ο Θεός μου. Δεν είχαμε ξαναδεί τον Θεόν. Μα
Αυτός είναι, δεν μπορεί! Είναι κάτι «ουκ ον» από όλα τα όντα. Είναι ο Ων! Ο μοναδικός και
ανυπερβλήτως και πέραν παντός όντος, είναι ο αποκλειστικώς Ων. Νοιώθω τι σημαίνει ο ων ο
υπάρχων. Είναι ο μόνος που υπάρχει. Καταλαβαίνω ότι τίποτε άλλο δεν υπάρχει από όλα που
υπήρχαν, αλλά είναι αυτός, που δεν υπάρχει όπως υπάρχουν τα άλλα, είναι ο μοναδικός, λοιπόν,
Αυτός, ο ουσιαστικώς υπάρχων, Είναι ο αΐδιος, είναι ο ατελεύτητος, και εγώ παίρνω πλέον θέσι
μέσα στην ζωή του, μέσα στην ύπαρξί του, μέσα στην ιστορία του Θεού.
Από την ώρα αυτή, που θα ενωθώ ή δεν θα ενωθώ τελικώς με τον Θεόν, διότι ακόμη συνεχίζεται ο
κίνδυνος -πέρασε η κρισιμότης η φοβερά του εγωισμού μου, τώρα προχωράμε εις τον στίβο τον
πνευματικό- και πάλι μπορώ να αρνηθώ όμως τον Θεόν, διότι το εγώ χτυπήθηκε, αλλά υπάρχει
μέσα μου.
Κατ’ ολίγον τον ανακαλύπτω τον Θεόν. Τον γνωρίζω τον Θεόν. Αυτός είναι ο Θεός. Μου αρέσει ο
Θεός. Ο Θεός μπαίνει μέσα μου τώρα. Πώς μπαίνει μέσα μου; Καταλαβαίνω τότε τι σημαίνει ότι ο
Θεός είναι φως, ο Χριστός φως εκ φωτός και το Πνεύμα το Άγιον το «εν τω φωτί». «Εν τω φωτί
σου οψόμεθα φώς»(28). Εν τω φωτί, τω πνεύματι ορώμεν το φως, ορώμεν τον Θεόν. Νοιώθομε τι
σημαίνει φως ο Θεός, φως ο Πατήρ, φως ο Γιος, φως το Άγιον Πνεύμα, και αμέσως όλα αυτά που
ήταν η σκιά του φωτός -στην ουσία ανύπαρκτα- φωτιζόμενα, χάνονται από μπροστά μας. Δεν
εξαφανίζονται από μπροστά μας• χάνονται ενεργούντα. Γίνονται ανενέργητα. Κατακλύζονται από
το φως. Η πάσα πτυχή φωτίζεται.
Έχομε το δεύτερο σοβαρό καίριο σημείο εις το οποίον κινδυνεύομε τώρα. Διότι τώρα βλέπομε τον
εαυτόν μας εις πάσας τας πτυχάς του γεμάτον από το φως και βλέπομε την ανυπαρξία του εαυτού
μας. Πρέπει να βυθισθούμε μέσα εις την θεότητα, για να μπορέσωμε να ζήσωμε. Δηλαδή, πρέπει
να συνειδητοποιήσουμε εκείνο που λέγει, «ος αν απολέση την ψυχήν αυτού, ούτος ευρήσει
αυτήν»(29). Όποιος θα αποθάνη, θα ζήση. Ενώ, όποιος θα βρή την ψυχή του, θα απολέση την
ψυχή του. Τότε, λοιπόν, νοιώθω την ανυπαρξία μου, τον θάνατο του εαυτού μου.
Και εάν θα έχω -εδώ χρειάζεται, πατέρες μου και αδελφοί μου, η αγάπη-, εάν θα έχω αγάπη εις τον
Θεόν, θα νοιώσω μέσα μου ένα σκίρτημα αγάπης και χαράς που θα λέγη• «Ναι, Θεέ μου!» Θα
είναι η αποδοχή της ψυχής μου, του Θεού. Θα είναι το «ναι», που θα πω εις τον Θεόν. Τώρα πλέον
συνειδητώς θα πω το «ναι»• μέχρι τότε ήταν παιδικές φωνές. Τώρα που καταλαβαίνω ότι χάθηκε ο
εαυτός μου. Να, ολόκληρος, το παν είναι ο Θεός• εάν του πω το ναι, καλώς έχει. Εάν θελήσω να
ξαναβγάλω μέσα από τα άδυτα, από τα υποστρώματα, από τα υποσυνείδητα τον εαυτόν μου -που
υπάρχει μέγας φόβος, εάν θα θέληση να αναδυθή το είναι μου- τότε ευθύς αμέσως γίνεται εκείνο
που λέγει ο Συμεών(30). Και χάνεται πάλι ο Θεός και θα χρειασθούν χρόνια να ξανακράξωμε, και
αν τον ξαναβρούμε τον Θεόν! Γιατί εδώ είναι συνειδητή η απουσία του. Η προηγούμενη άρνησίς
του, που λέγαμε, όταν συνειδητοποιούσαμε δηλαδή την μαυρίλα μας, ήταν μία σκλήρυνσις, που θα
μας απομάκρυνε τον Θεόν και θα μας έρριχνε εις μίαν γεώδη ζωή.
Τώρα όμως έχομε κάτι το πιο βαθύ, το πιο πνευματικό, γι’ αυτό και το πιο φοβερό. Εδώ είναι ο
ύστατος, ας το πούμε, πειρασμός μας. ΄Ερχεται στιγμή, που λέγει και ο Κύριος• «Παρελθέτω απ’
εμού το ποτήριον τούτο»(31)• είναι αυτή η στιγμή, που θα το πούμε. Τότε καταλάβαμε ότι
χανόμαστε, τι σημαίνει να αποθάνουμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, εις τον θάνατον αυτού
εβαπτίσθητε»(32). Συνθαπτόμεθα, για να συναναστηθούμε• είναι «συνετάφημεν» πνεύματι(33),
χάριν του πνεύματος. Εάν συνειδητοποιούμε τον θάνατό μας -και είναι θέμα τώρα, εάν
οικειοποιηθούμε τον θάνατο αυτόν-, εάν θα μας κοστίση, θα παραμείνωμε στο «ει δυνατόν
παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο». Δεν αρνούμεθα τον Θεόν, αλλά αρνούμεθα τον θάνατο.
Δεν θα συζήσωμε με τον Θεόν και θα φύγη ο Θεός μας. Και θα μείνωμε πιθανόν, «δοκούντες εν
εαυτοίς και καθ’ εαυτούς», νομίζοντες «ιστάναι», ότι ιστάμεθα, νομίζοντες πως είμεθα στύλοι,
νομίζοντες πως είμεθα πνευματικοί άνθρωποι, στην πραγματικότητα όμως εξουθενωμένοι, μη
όντες ουδέν. Εάν όμως η καρδιά μας, η βούλησίς μας, το είναι μας θα πη το «ναι», τότε ο Θεός
περαιτέρω μας αποκαλύπτεται και αρχίζει να κάνη μπροστά μας, τι; Όχι να παίζη, αλλά να μας
ανοίγη τον εαυτόν του. Όχι την καρδιά μας, τον εαυτόν του!
Τότε το βίωμα αυτό, η εμπειρία αυτή της παρουσίας του, είναι τόσο δυνατή, ώστε μας φευγατίζει
την λήθη. Και ο Θεός τώρα αρχίζει να στριφογυρίζη, για να τον γνωρίσωμε καλύτερα, να τον
δούμε, να τον μάθωμε• αρχίζομε να τον γνωρίζωμε και αρχίζει η γνώσις του Θεού. Η γνώσις του
Θεού! Αρχίζομε να μαθαίνωμε όχι τα του Θεού έξωθεν, αλλά τα του Θεού έσωθεν πλέον, μέσα
στην καρδιά μας, διότι μπήκε ο Θεός μέσα στην καρδιά μας. Τότε ανάβει περισσότερο αυτή η
επιθυμία και θέλομε να μας ανοίξη πιο πολύ ο Θεός. Τότε η ψυχή μας μόνη της λέγει• «Φώτισόν
μου τα σκότη, φώτισόν μου τα σκότη(34). Αποκάλυψέ μου τον εαυτόν σου, αποκάλυψέ μου τον
εαυτόν σου». Αλλά την ώρα εκείνη ο Θεός φεύγει από κοντά μας. Αυτή την φορά δεν φεύγει
θυμωμένος, δεν τον διώχνομε, φεύγει μόνος του.
Ξεύρομε τώρα την πορεία, μάθαμε πώς ζητάμε τον Θεόν και πώς μπορεί να μπη ο Θεός. Ακόμα
δεν ενωθήκαμε με τον Θεόν. Μάθαμε, λοιπόν, τώρα τι είναι ο Θεός και μπορούμε πια, αφού σε
γνωρίζω, να σου φωνάξω• «Α, πάτερ Θεόκτιστε, δώσε μου αυτό το πράγμα, έλα σε παρακαλώ». Σε
ξεύρω τώρα, κουβέντιασα μαζί σου, σε είδα ποιος είσαι και μπορώ να σε παρακαλώ, όποτε σε
θέλω, και να έρχεσαι και να σε κάνω και παρηγουμενιάρη, να σ’ έχω πάντα κοντά μου ή να σε
κάνω «ο Κύριος μου και ο Θεός μου»• και εγώ να γίνω, όχι ο παρηγουμενιάρης του Θεού, να γίνω
ο σκλάβος του! που θα πέσω στα πόδια του, όπως έπεφταν όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας ενώπιον
Αυτού.
Από εδώ και πλέον αρχίζει η προσευχή. Η προσευχή μπορεί να γίνεται μία εσωτερική ευχή, όταν
μάθω να φέρω τον Χριστόν έτσι μέσα μου και να του μιλάω ελεύθερα. Όταν μάθω τον Κύριον να
τον καλώ εν εμοί πάλι – προγενέστερον στάδιον της ευχής δια του Πνεύματος. Δεν προχωράμε σ’
εκείνα τα πελάγη, στεκόμαστε μέχρι εδώ- όταν κάνωμε αυτό -για να τελειώσωμε, θέλω να πω κάτι
το τελευταίο- θα δούμε ότι σ’ αυτόν μας τον αγώνα, όταν είμεθα ακόμη αρχάριοι, ομιλούμε προς
τον Θεόν. Θυμάστε που λέγαμε, ανακαλύπτομε σε κάποιο διάστημα ότι η προσευχή είναι βοή;
Σας είπα εξ υπαρχής• έχομε το βίωμα του αγώνος, εν συνεχεία, της εκ βαθέων κραυγής, κατόπιν,
της εγγύτητας του Πνεύματος, της εν ησυχία σιωπής, της εναγωνίου προσδοκίας, κατόπιν, της
σιωπηλής προγεύσεως και εντρυφήσεως, της εν σιωπή τρυφής και, εν συνεχεία, έχομε την
αυτογνωσία, το καίριο εκείνο σημείο, την αποκάλυψι και την γνώσι της καρδιάς μου και το
σημείο, που θα δεχθώ ή θα αρνηθώ τον Θεόν, το σημείο της γνώσεως κάπως του Πνεύματος.
Επομένως, όλα αυτά είναι ένα κυνηγητό του Θεού, που γίνεται με τον νου. Βλέπω ότι είναι μία
ομιλία. Στην αρχή ομιλούμε στον Θεόν και επειδή είναι τόσα άλλα πράγματα εμπόδια -ιδίως οι
λογισμοί μας- ο νους προσπαθεί να διώξη από την διάνοια ο,τιδήποτε έχει, για να μπόρεση αυτός
να ανεβή ο ίδιος εις τον Θεόν, τουτέστι να φωνάξη• «Θεέ μου, Θεέ μου• Κύριε μου, Κύριε μου•
Ελωΐ, Ελωΐ• Θεέ μου, Θεέ μου, λαμά σαβαχθανί, γιατί μ’ εγκατέλειψες;»(35) Ένοιωσε πως είναι
ένα πεταμένο πράγμα μέσα στην γη, ενώ ο Θεός παρά ταύτα είναι «Ελωΐ, Ελωΐ, ο Θεός μου, ο
Θεός μου». Θεέ μου, Θεέ μου. Είναι ο Θεός μου! Και εγώ είμαι πεταμένος• χτυπιέμαι μέσα σε
χίλια σκοτάδια, κάτω στο χώμα.
Ο νους μου, λοιπόν, παλεύει να ρίξη, να φευγατίση ο,τιδήποτε άλλο, ό,τι πονηρό και ό,τι ξένο.
Διότι αυτό γίνεται λογισμός και ο λογισμός καταπνίγει τον νου τον ανερχόμενο, τον θέλοντα να
αναβή προς τον Θεόν. Πρέπει να φευγατίση ό,τι είναι επιθυμία, ό,τι είναι θέλημα, ό,τι είναι
προγενέστερο βίωμα, προγενέστερες εμπειρίες από ξένα πράγματα, να φθάσωμε πλέον εις την
λήθη του παρελθόντος και όχι εις την λήθη του Θεού, τόσο πολύ, ώστε τα πάντα να γίνουν ξένα
για μας, και έτσι να φθάσωμε εις την άγνοια των πάντων, ωσάν τίποτε να μη γνωρίζωμε. Να ακούω
«ο πατήρ Αρσένιος», και τίποτα να μη μου λέη «ο πατήρ Αρσένιος». Τι είναι ο πατήρ Αρσένιος;
Αδελφός μου είναι. Όταν αγαπάω, όταν στρέφεται η ψυχή μου προς τον πατέρα Αρσένιο, πώς θα
μπη ο Θεός; Τον αγαπώ, και θα πάω να προσευχηθώ, και θα εύχωμαι για τον πατέρα Αρσένιο και
όχι για μένα. Το ίδιο πράγμα για την υγεία μου, το ίδιο για την επιστήμη μου, το ίδιο για τις
επιθυμίες μου, για τις χαρές μου, για τις επιδιώξεις μου, για ο,τιδήποτε άλλο. Ο νους, λοιπόν,
παλεύει να διώξη όλα αυτά.
Κατόπιν εις το μέσον γίνεται κάτι άλλο. Όταν αρχίσουν να φεύγουν αυτά, βλέπω ότι ο νους
παρακολουθεί αυτά που λέγω εις τον Θεόν είτε από μέσα μου είτε με το στόμα μου και
συνειδητοποιώ κάποιον ομιλούντα και τον νου μου παρακολουθούντα. Είναι αυτό που λέγει ο
Απόστολος, ότι μπορούμε να ψάλλωμε και να προσευχώμεθα εν πνεύματι αλλά και εν τω νοΐ.
Νοιώθομε τότε κάπως σκιωδώς τι είναι αυτό που λέγει εν «τω πνεύματι»(36), που το πνεύμα
μπορεί μέσα να ζητάη τον Θεόν, είναι αυτό που ζητάει τον Θεόν. Και καταλαβαίνω τι σημαίνει
νους• ότι έχει σχέσι μ’ αυτό, αλλά είναι και κάτι άλλο, είναι μία ιδιότης, είναι μία δύναμις• και ο
νους, το νοερόν, αρχίζει να παρακολουθή και τότε κατ’ ολίγον βλέπω ότι ο νους μου ενούται όχι με
αυτό που έρχεται αλλά με τα λεγόμενα ή με τα νοούμενα. Ενούται, διότι μπορεί ο λόγος μου να
είναι με το στόμα μου, καταλαβαίνετε, μπορεί να είναι με το λογιστικό μου, να είναι με τον
διαλογισμό μου, αλλά μπορεί να είναι και κάτι το ενδιάθετο, κάτι το εσώτερο, ας πούμε, και όλα
αυτά τότε αρχίζω και τα ξεχωρίζω• και μαθαίνει τότε ο νους μου να παρακολουθή και κατόπιν να
ενούται με τα νοούμενα ή με τα λεγόμενα. Να ενούται με αυτά και έτσι να ομιλή πλέον ο νους μου
εις τον Θεόν, το νοερόν μου, το ηγεμονικόν μου, που λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας.
Επομένως, αρχίζω εγώ τώρα με την βούλησί μου να προσεύχωμαι εις τον Θεόν. Γι’ αυτό χρειάζεται
όλο το βουλητικό μου να στραφή και να κλωτσήση, να κάνη έτσι… εις όλα τα υπόλοιπα, να τα
απεμπόληση, να τα διώξη, ώστε να κράτηση μόνον εκείνο το «Θεέ μου, Θεέ μου». Να ενωθή ο
νους με την νόησι ή με την κλήσι του Θεού, για να μπορέση να ενωθή κατόπιν και με τον Θεόν.
Εν συνεχεία, όταν προχωρήσω, νοιώθω ο νους μου κατά την προσευχή να αρπάζεται, αλλά αυτό
γίνεται, όταν πια θα έχω αρχίσει να προσεύχωμαι. Σας είπα, τώρα πολύ χονδρικά κάνω την
αναδρομή. Ξεναγούμεθα, ας πούμε, πολύ καλά στο μοναστήρι. Όλα που έχει σας τα δείχνω• και
μετά, και τα είκοσι μοναστήρια σας τα λέγω εν περιλήψεί• αυτό κάνομε τώρα.
Τελικώς, ο νους εις την προσευχή αρπάζεται, νοιώθετε να αρπάζεται είτε εν σώματι είτε εκτός
σώματος, δεν μπορούμε να καταλαβαίνωμε, και να αναβαίνη όλος προς τον Θεόν νοιώθω να
αρπάζεται, τουτέστι νοιώθω να εξέρχεται, νοιώθω να εκπορεύεται, νοιώθω να βγαίνη, να
εκπηγάζη, να ανέρχεται, νοιώθω να πορεύεται, η προσευχή, ε;
Η προσευχή «προς» -γι’ αυτό και το όνομάζομε «αρπαγμό»(37)- αρπάζεται από μέσα και αναβαίνει
πλέον προς τον Θεόν αναβαίνει προς τον Θεόν αρπαγμένος τώρα ο νους, μέχρις ότου ενωθή
τελικώς με τον αρπάξαντα Θεόν, για να γίνη τώρα ο Θεός αρπαγμένος εν εμοί. Διότι θα πρέπη ο
αρπαγμένος νους να μάθη να ζη μαζί με τον Θεόν, αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνεται εκτός, πρέπει
να γίνεται, όπως λέγαμε προηγουμένως, εντός.
Είναι υπέροχες οι στιγμές, που «προ ετών δεκατεσσάρων»(38) ο Παύλος είχε δει να αρπάζεται ο
νους του• ή ωραιότατες οι στιγμές, που αρπάζεται ο νους των αγίων. Αλλά αυτό που έχει σημασία
είναι, εν εμοί να γίνεται αυτός, όχι ο αρπαγμός του νοός μου από την έλξι του Θεού, αλλά ο
αρπαγμός του Θεού από τον νου μου, χάριτι πάλι θεία, μέσα στην δική μου την καρδιά.
Εις το διάστημα αυτό οράται ο άνθρωπος ως φλοξ, γίνεται φλογερά η ψυχή του και η ανάβασίς
του. Ενίοτε δε, ως φλοξ γίνεται και αυτός ούτος, και φωτεινός γίνεται ο τόπος εις τον οποίον
υπάρχει, και θεάται και αυτός ούτος συχνά πυκνά ως φως. Ο ίδιος εν τω μεταξύ βλέπει και καθορά
το φως μέσα στην θεϊκή αυτή παρουσία — είναι ακριβώς η στιγμή της μυστικής ενώσεως με τον
Θεόν και, επομένως, είναι μία πραγμάτωσις, είναι μία τελείωσις της προσευχής.
Η προσευχή έφθασε εις τον σκοπό της! Ξεκίνησε το καραβάκι από τον αρσανά μας και πήγε εκεί
που θέλαμε να φθάσωμε. Μέχρι τώρα ήμασταν στον δρόμο. Εδώ είναι το τέρμα της προσευχής
μας! Είναι ο αρπαγμός του Θεού, δια της δικής μου βουλήσεως εν Πνεύματι Αγίω εν τη καρδία
μου. Ενούται τώρα ο νους μου και το πνεύμα μου μετά του Θεού, γίνομαι όλος -απορροφώμαι από
την φλόγα, από το παμφάγο αυτό φως του Θεού, από την άβυσσο του ελέους του- σαν μία σταγών,
η οποία απερροφήθη από τον ωκεανό• και έχω την αίσθησι της μυστικής μου ενώσεως μετά του
Θεού, ο οποίος ήτο παρών δια της μυστηριακής, που λέγαμε αρχικώς, ζωής και έγινε προσωπικά
μεθεκτός και έγινα μέτοχος της ζωής του και έγινε μέτοχος της υποστάσεώς μου, της φύσεως μου,
έγινε ο Θεός ένα με έμενα εις το σημείο αυτό. Οπότε, έχω πλέον αυτήν την ένωσι.
Η φύσις μου και η ενεργούσα φύσις του ενούμεθα εις εν πρόσωπον. Όχι εις το πρόσωπο του Λόγου
του Θεού, αλλά εις το πρόσωπο του προσευχομένου ανθρώπου. Και έτσι αυτό που έγινε εν
Χριστώ, δια της παρθενίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, που ενώθησαν δύο φύσεις και έγινε εν
πρόσωπον, μία υπόστασις του θείου Λόγου, αυτό γίνεται έτσι τώρα εν εμοί δια της παρθενευούσης
ψυχής μου, της ωδινούσης ημέρα και νύκτα, και τελικώς τικτούσης αυτό, διά το είναι αυτούς «εις
σάρκα μίαν»(39), δια το είναι αυτούς «εν πνεύμα»(40), διά το ότι γινόμεθα εν πνεύμα, γινόμεθα
ένας άνθρωπος• όχι το πρόσωπο του Λόγου του Θεού, αλλά το πρόσωπο του α’ ή του β ‘
προσευχομένου αγίου.
Έχομεν πλέον την υπόστασι του αγίου ανθρώπου, ο οποίος ενώθηκε με τον Θεόν και έγινε θεϊκός
άνθρωπος, έγινε Θεός και άνθρωπος• έγινε αυτό, που προφητικά έλεγε ο προφήτης• «Όταν θα έλθη
το Πνεύμα το Άγιον, θα ενοική εν ημίν, και δι’ αυτό θα είμεθα εις υιούς και εις θυγατέρας του».
Τότε αυτό θα εκχύνη ποταμούς μέσα μας, όπως λέγει πάλι ο προφήτης• «Ποταμοί θα εκχύνωνται
από αυτό»(41). Τότε θα αρχίση το Πνεύμα το Άγιον αφ’ ημών να κράζη και να προσεύχεται και να
ενεργή αυτό, αντί να ενεργούμε εμείς, και να ζη το Πνεύμα, αντί να ζούμε εμείς. Είναι η ώρα, είναι
πλέον η στιγμή, που και για μας επαλήθευσε η προφητεία του Θεού, ότι αυτοί είναι Θεοί, έσονται
θεοί• «Εγώ είπα υμείς έστε θεοί»(42). Γι’ αυτό μας ωνόμασε θεούς. Γι’ αυτό κράζομε και
προσευχόμαστε, για να μπορέσωμε να γίνωμε όντως τέτοιοι θεοί, που μας θέλει ο Κύριος.
Πατέρες μου, λίγα πράγματα είπαμε σήμερα, έτσι προεισαγωγικά για το τι είναι η προσευχή, πώς
βιούται εις την πορεία η προσευχή και πού θα πρέπη να φθάσωμε. Γιατί μας κάλεσε ο Θεός; Γι’
αυτό, να γίνωμε θεοί. Πέστε μου, λοιπόν, σας παρακαλώ, εάν ο,τιδήποτε άλλο πετύχωμε και δεν
πετύχωμε αυτό, δεν κάναμε τίποτε! Το μοναστήρι μας θα είναι εν νομικό πρόσωπο, δεν θα είναι
όμως μοναστήρι, δεν θα είναι μονή του Θεού, δεν θα είναι φροντιστήριο ψυχών, δεν θα είναι
οικητήριον του Θεού, δεν θα είναι κόλπος δεχθείς την Παναγία Τριάδα• και εμείς θα είμαστε
φτωχές υπάρξεις, που θα κωπηλατούμε, αλλά πού τίποτε δεν θα κάνωμε και δεν θα προχωράμε,
αλλά θα μένωμε δεμένοι εκεί πέρα από τον κόμπο τον σάρκινο, που μας ενώνει με την γη.
Καλούμεθα, όντως, να γίνωμε τέτοιοι που λέγει.
Γι’ αυτό, σας λέγω, πέστε μου τι κερδίσαμε, εάν δεν κερδίσωμε αυτό το πράγμα; Νομίζω, τίποτε!
Ας κάνωμε τον αγώνα μας με τον εαυτόν μας, με τα πάθη μας, με την άσκησί μας, για την
αγρυπνία μας, για την νηστεία μας, για ο,τιδήποτε άλλο. Ας επιποθήσωμε τον Θεόν, ας μάθωμε την
ψυχή μας να κάνη γυμνάσματα, να πτεροφυήση κάποτε, μήπως τυχόν μας αξιώση ο Κύριος, μήπως
τυχόν μας λυπηθή και μας ανοίξη και εμάς του ελέους του την θύρα. Θα μας την ανοίξη! Ας
κάνωμε ό,τι μπορούμε, για να φθάσωμε κάποτε εις το πρώτο εκείνο: να αγωνισθούμε τον αγώνα,
την πάλη με τον Θεόν, όπως λέγαμε στην αρχή αυτής μας της κατηχήσεως. Αυτός ο αγώνας είναι
και για μένα, αυτός ο αγώνας είναι και για σας. Αν θα ήμουνα πλούσιος εγώ, θα ήσασταν και σεις
πλούσιοι. Επειδή είμαι φτωχός εγώ, γι’ αυτό είσθε και σεις φτωχοί. Γι’ αυτό ακριβώς, όλοι μαζί ας
κάνωμε αυτήν την προσπάθεια.
Επαναλαμβάνω από εκεί που άρχισα. Τίποτε δεν κάναμε! Κοροϊδέψαμε τον εαυτόν μας, τον Θεόν
και όλον τον κόσμο, εάν δεν κάνωμε αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό θα σας παρακαλέσω, παιδιά μου,
από εδώ και εξής να έχωμε πλέον επαφές τέτοιες. Πώς θα αγωνισθούμε για τον Θεόν όχι με τον
Θεόν. Για τον Θεόν, για να φθάσωμε σ’ Εκείνον. Να άρχίσωμε να προσευχώμεθα, να αρχίσωμε να
εγκρατευώμαστε, να αρχίσωμε να σκιρτάμε λίγο για τον Θεόν, όπως σκιρτούν οι σάρκινες καρδιές,
όταν βλέπουν τους αγαπημένους τους.
Σας παρακαλώ και σας ικετεύω, πλησιάστε με στο εξομολογητήριο, πλησιάστε με στο κελλί, και
με τέτοιες επιθυμίες να αρχίσωμε να έχωμε μίαν πνευματική πορεία και άσκησι πνευματική, διότι
μόνον αυτό βγάζει μοναχούς αληθινούς, που είναι κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος και όχι
μοναχοί αμόναχοι. Αλλά, όταν θα με πλησιάσετε, για να μπορούμε να κουβεντιάσωμε, θα πρέπη να
υπάρχη αυτή η επιθυμία και η διάθεσις, ν’ άφήσωμε τα πάντα, όταν το καταλάβωμε ότι είναι
σκύβαλα, για να αγαπήσωμε τον Θεόν. Εάν θα έρχεσθε βουτηγμένοι μέσα σε χοϊκά προβλήματα
και αρπαγμένοι από την καθημερινότητα και από την πεζότητα, δεν θα μπορώ τίποτα να σας κάνω
και τίποτα να σας λέγω. Διότι δεν θα υπάρχη κοινό σημείο, ανάμεσα σ’ αυτό που ζήτε ή που ζητάτε
και ανάμεσα σ’ εκείνο που λέτε, ότι γι’ αυτό θα έρχεσθε. Δεν θα μπορώ να σας πω τίποτα και να
σας βοηθήσω καθόλου, εάν, ενώ θα έρχεσθε, θα έρχεσθε για άλλα πράγματα.
«Οταν π.χ. θα έλθης για να μου πής• «τι πρόγραμμα να κάνω, Γέροντα, πόσο να προσεύχωμαι»
-την ώρα που εσύ είσαι στενοχωρημένος, διότι σε ξέχασαν στο τραπέζι ή σου βάλανε λιγώτερο
φαγητό ή διότι έμεινες νηστικός ή διότι σου μίλησαν άσχημα ή διότι δεν επετεύχθη αυτό που
πρότεινες είτε διότι δεν έγινε εκείνο που νόμιζες είτε διότι δεν ξεκουράσθηκε το κορμάκι σου είτε
διότι πονάει το στομάχι σου είτε γιατί το κεφάλι σου πονάει είτε διότι στο σπίτι σου έγινε κάτ-, τι
να σου πω για την προσευχή; Σε νοιάζει εκείνο το άλλο και δεν σε νοιάζει αυτό. Βορράς και νότος,
ανατολή και δύσις, γη και ουρα
Σημειώσεις
1. Ιακ. 4,2.
2. Ιακ. 4,3
3. Ρωμ. 4,3.
4. Ιακ. 2, 14-26.
5. Ματθ. 25, 12• Λουκ. 13, 25.
6. Α ‘ Κορ. 15, 50.
7. Όρθρος Χριστουγέννων, γ’ κάθισμα. Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος 38, Εις τα
Θεοφάνεια 13, PG 36, 325C.
8. Γέν. 32, 24-30.
9. Ρωμ. 15,30.
10. Γεν. 0,3.
11. Βλ. Ιω.Σιναΐτου, Κλιμαξ 26, Περί διακρίσεως, PG 88, 1020ΑΒ: «Νους νοερός πάντως και
νοεράν αίσθησιν περιβέβληται…, ίνα την εν ημίν ούσαν εκζητοϋντες μη παυσώμεθα…»• Διαδόχου
Φωτικής, Λόγος ασκητικός 1,Φιλοκαλία, τ. Α’, σελ. 236: «αγάπη… συνάπτει την ψυχήν ταις
αρεταίς του Θεού, αισθήσει νοερά τον Θεόν εξιχνεύουσα».
12. Έξ. 14, 15
13. Ματθ. 8, 24-25.
14. Μάρκ. 4, 38-39.
15. Πράξ. 19, 2.
16. Ιω. 1, 1.
17. Ματθ. 7, 7• Λουκ. 11,9.
18. Λουκ. 11, 1.
19. Μάρκ. 11,24.
20. Γαλ. 4,6
21. Γεν. 2, 17.
22. Λουκ. 17, 21.
23. Λουκ. 18, 13.
24. Φιλιππ. 3, 8.
25. Ματθ. 16, 24• Μάρκ. 8, 34.
26. Ψαλμ. 103,30.
27. Γαλ. 4, 6.
28. Ψαλυ.. 35, 10.
29. Ματθ. 16, 25.
30. Πρβλ. ΣΥΜΕΩΝ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Ευχαριστία Α’, στίχ. 175-185, SC113, σελ. 320 κ.έ.•
Ευχαριστία Β ‘, στίχ. 140-195, SC113, σσ. 340-346• Ύμνος 48, στίχ. 102 κ.έ., SC 196, σελ. 138.
31. Ματθ. 26,39.
32. Ρωμ. 6,3.
33. Ποβλ. Ρωμ. 6, 4.
34. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν 18, Τσάμη, σελ. 447, στίχ. 16-
17.
35. Μάρκ. 15,34.
36. Α’ Κορ. 14, 15.
37. ΙΩ. ΣίΝΑΪΤΟΥ, Κλϊμαξ 28, Περί προσευχής, PG 88, 1132D: «το δε ταύτης τέλειον, αρπαγή
προς Κύριον».
38. Β’ Κορ. 12,2.
39. Γεν. 2, 24.
40. Α’ Κορ.6, 17.
41. Πρβλ. Ιωήλ 3, 1-2• Ιεζ. 36, 27-28.
42. Ψαλμ. 81, 6.
43. Βίος αγίου Σπυρίδωνος, Επισκόπου Τριμυθούντος, του θαυματουργού• ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ,
Μέγας Συναξαριστής, τ. 12, Αθήναι 5 1991, σς.348-349.
2. Η Προσευχή του Αγίου Όρους
Κανείς μας δεν αγνοεί ότι η προσευχή είναι όντως μία πρωταρχική ανάγκη κάθε ψυχής, είναι
δένδρον ζωής, το οποίον τρέφει τον άνθρωπον και τον αφθαρτοποιεί, διότι τον καθιστά κοινωνόν
του αϊδίου και αφθάρτου Θεού. Όπως δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ψυχήν, έτσι και δεν νοείται τις
ζωντανός εν Χριστώ άνευ προσευχής.
Η νοερά προσευχή είναι αδιάλειπτος ενέργεια των αγγελικών ταγμάτων, ο άρτος, η ζωή και η
γλώσσα των άϋλων αυτών όντων, είναι έκφρασις της αγάπης των προς τον Θεόν. Ούτω και οι
μοναχοί, εν σαρκί μιμούμενοι και αγωνιζόμενοι, βιούν την αγγελικήν πολιτείαν, ζωπυρούν τον
θεϊκόν αυτών έρωτα διά της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής.
Διά τούτο, πάλιν και πολλάκις, και μέσα εις την ιστορίαν, βλέπομεν μοναχούς που λησμονούν
ακόμη και επί ώρας και ημέρας να φάγουν, ξεχνούν και τον εαυτόν τους, αφοσιωμένοι εις την
νοεράν ενατένισιν του Κυρίου. Πόσες φορές κτυπούσαν την θύραν αγίων ή ελάλει ο πετεινός και
εκείνοι δεν αντελαμβάνοντο τίποτε, διότι ο νους των ευρίσκετο εις μετάρσιον κοινωνίαν μετά του
Θεού. Η προσευχή είναι δι’ αυτούς η πνευματικωτέρα άθλησις, που γίνεται αναφορά εις τον
Πατέρα και κτίστην του κόσμου, είναι θαλπωρή της καρδίας των, ανέβασμα εις τα ουράνια• είναι
αγκάλιασμα και τρυφερός ασπασμός του μοναχού προς τον Νυμφίον και Σωτήρα των ψυχών μας.
Η Εκκλησία μας ζη με την προσευχήν• ζη με τας προσευχάς των τέκνων της. Βεβαίως, υπάρχουν
πολλά είδη προσευχής. Αν όμως θελήσωμεν να ίδωμεν ποία είναι η κατ’ εξοχήν προσευχή της
Εκκλησίας, που αειρύτως συντηρεί την πνευματικότητα της «εν παντί καιρώ και πάση ώρα», τότε
θα πρέπη να ανατρέξωμεν εις τα φωτόμορφα τέκνα της, τα αποτελούντα την μοναχικήν πολιτείαν.
Διότι, όπως λέγει ένας Πατήρ της Εκκλησίας, ο άγιος Ισαάκ, αύτη αποτελεί το «καύχημα της
Χριστού εκκλησίας»(1) και εκφράζει το σαρκωμένον και βιωμένον Ευαγγέλιον. Είναι ο
μοναχισμός το ιερώτατον θησαυροφυλάκιόν της, εις το οποίον διατηρούνται αλώβητα τα δόγματά
της, αληθής η ευσέβεια, ακέραιον το μαρτυρικόν φρόνημα, ανόθευτος η πνευματική παράδοσις,
δραστική και σωτήριος η αποστολή της, συνεχές το ηδύμολπον τραγούδι της, με το οποίον
προκαλεί και εξυπνά τον ηγαπημένον Χριστόν της και θηρεύει την ολόφωτον περιστεράν, το
Πνεύμα το Άγιον, το οποίον εκ του Πατρός εκπορεύεται(2).
Διά να γνωρίσωμεν δε πώς διατηρεί η Εκκλησία μέσα εις τον μοναχισμόν την προσευχήν της, την
θεοπρεπή ταύτην φωνήν της, δεν χρειάζεται να τρέξωμεν μακριά εις Ανατολήν και Δύσιν. Εδώ, εις
την γειτονιά μας, έχομεν το Άγιον Όρος, την πνευματέμφορον ιεροθήκην των παραδόσεων μας,
την θεόρριπτον σανίδα, διά της οποίας διαρκώς σώζονται από τον κλύδωνα της αμαρτίας πολλοί
και γεμίζουν την βασιλείαν του Θεού.
Την προσευχήν του Αγίου Όρους ποιος δεν την γνωρίζει; Αποτελείται από μίαν φράσιν μικράν,
από μετρημένας τας λέξεις.
Με την βοεράν κραυγήν «Κύριε», δοξολογούμεν τον Θεόν, την ένδοξον μεγαλειότητά του, τον
βασιλέα του Ισραήλ, τον δημιουργόν της ορατής και αοράτου κτίσεως, ον φρίττουσι τα σεραφίμ
και τα χερουβίμ.
Με την γλυκυτάτην επίκλησιν και πρόσκλησιν «Ιησού», μαρτυρούμεν ότι είναι παρών ο Χριστός,
ο σωτήρ ημών, και ευγνωμόνως τον ευχαριστούμεν, διότι μας ητοίμασε ζωήν αιώνιον. Με την
τρίτην λέξιν «Χριστέ», θεολογούμεν, ομολογούντες ότι ο Χριστός είναι αυτός ο Υιός του Θεού και
Θεός. Δεν μας έσωσε κάποιος άνθρωπος ούτε ένας άγγελος αλλά ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός
Θεός.
Εν συνεχεία, δια της ενδομύχου αιτήσεως «ελέησόν με», προσκυνούμεν και παρακαλούμεν να γίνη
ίλεως ο Θεός, εκπληρών τα σωτήρια αιτήματά μας, τους πόθους και τας ανάγκας των καρδιών μας.
Και εκείνο το «με», τι εύρος έχει! Δεν είναι μόνον ο εαυτός μου• είναι άπαντες οι
πολιτογραφηθέντες εις το κράτος του Χριστού, εις την αγίαν Εκκλησίαν, είναι όλοι αυτοί που
αποτελούν μέλος του ιδικού μου σώματος.
Και, τέλος, δια να είναι πληρέστατη η προσευχή μας, κατακλείομεν με την λέξιν «τον
αμαρτωλόν», εξομολογούμενοι -πάντες γαρ αμαρτωλοί εσμεν- καθώς εξωμολογούντο και όλοι οι
άγιοι και εγίνοντο δια ταύτης της φωνής υιοί φωτός και ημέρας.
Εξ αυτών αντιλαμβανόμεθα ότι η ευχή εμπεριέχει δοξολογίαν, ευχαριστίαν, θεολογίαν,
παράκλησιν και εξομολόγησιν.
Τι να είπωμεν, λοιπόν, αγαπητοί μου, τώρα διά την νοεράν προσευχήν, αφού εις την εποχήν μας,
δόξα σοι ο Θεός, παντού γίνεται λόγος περί αυτής και απειράριθμα βιβλία εκδίδονται αναφερόμενα
εις την «ευχήν»; Και τα παιδάκια πλέον την γνωρίζουν και την λέγουν• μικροί και μεγάλοι
σώζονται με αυτήν.
Είναι καλόν τούτο, ακόμη και διά το γεγονός ότι εις την Ανατολήν τα ψευδώνυμα θρησκεύματα
και αι απατηλαί «ιεραποστολαί» των επιδεικνύουν την ιδικήν των δήθεν προσευχήν, που είναι
όμως ψυχική, ψευδής και δαιμονική. Είμεθα χρεώσται να ανακαλύπτωμεν τον ιδικόν μας αληθή
θησαυρόν, την νοεράν προσευχήν, την μνήμην του θείου ονόματος.
Μέσα εις τους αιώνας η Εκκλησία δια της ευχής αφ’ ενός μεν ομιλεί εις τον Θεόν, αφ’ ετέρου δε με
αυτήν ενθουσιάζει τα τέκνα της και τα θεοποιεί. Η νοερά προσευχή είναι κάτι που γεμίζει
ολόκληρη την κτίσιν και φθάνει και μέχρις ημών των ανθρώπων.
Επιτρέψατέ μου, πριν προχωρήσω, να Σας αναφέρω δια κάποιον μοναχόν, τον οποίον εγνώρισα
και -όπως όλοι μας περνούμε τέτοιες δυσκολίες- διήρχετο εις το μοναστήρι του μίαν κρισιμωτάτην
εποχήν δύσκολες ημέρες! Το μυαλό του το πυρπολούσε ο πονηρός εχθρός και δυνάμεις αντίθετες
ήθελαν να τον «πετάξουν» και από πρίγκιπα της Εκκλησίας να τον μεταποιήσουν εις αναζητητήν
δήθεν της αληθείας. Η ψυχή του βογγούσε σαν τα αφρισμένα κύματα και ζητούσε την λύτρωσιν
από της δυσχερείας. Ενεθυμείτο πότε-πότε την ευχήν αυτήν, αλλά έβγαινε τόσον αδύναμη, διότι
δεν επίστευεν εις αυτήν. Το περιβάλλον του το άμεσον δεν τον βοηθούσε καθόλου• ήτο άρνητικόν.
Ταλαίπωρος που γίνεται ο άνθρωπος, όταν προβληματίζεται. Ποιος όμως δεν
διέρχεται από τοιαύτες φρικτές ημέρες, σκοτεινές νύκτες, τραγικές δοκιμασίες;
Λοιπόν, ο μοναχός μας δεν ήξευρε τι να κάνη. Ο περίπατος δεν του έδιδε τίποτε. Η νύκτα τον
έπνιγε. Και κάποια νύκτα μέσα εις το πνίξιμο που ένοιωθε, ανοίγει το παράθυρο του κελλιού του
να αναπνεύση. Ήταν σκοτάδι – κάπου τρεις της νυκτός. Και όπως ήταν κουρασμένος, επήγε να το
κλείση, μήπως μπορέση λίγο να ξεκουρασθή. Όμως σαν να έγινε τριγύρω του -έξω όλο το
σκοτάδι- σαν να έγινε φως! Σκύβει να δη, πόθεν έβγαινε αυτό το φως! Αλλά, από πουθενά δεν
προήρχετο. Το σκότος το ανυπόστατον έγινε φως και η καρδιά του ιδίου ακόμη ήταν φωτεινή• το
κελλί του, όταν ήλθε προς αυτό, είδε ότι και τούτο έγινε φως! Κοιτούσε μήπως το φως αυτό ήτο
από την λάμπα. Όμως δεν μπορούσε η λάμπα του πετρελαίου να γίνη και να κάνη το παν φως!
Η καρδιά του πριν δεν ήταν ακόμη φωτεινή, όμως είχε κάποιαν ελπίδα• χωρίς να καταλαβαίνη και
ο ίδιος, μέσα εις το ξάφνιασμά του και μέσα εις την ελπίδα που ανέβλεπε, βγαίνει εις την μαύρη
αυλή του μοναστηριού, που πολλές φορές του είχε φανή σαν κόλασι• βγαίνει μέσα εις την σιωπή,
μέσα εις την νυχτιά. Μα παράξενο! Όλα ήσαν φανερά! Τίποτε δεν ήταν κρυμμένο μέσα εις την
σκοτεινιά. Όλα μέσα εις το φως, και τα ξύλινα δοκάρια και τα παράθυρα, ο ναός, το χώμα που
πατούσε, ο ουρανός, η βρύσι που έτρεχε συνεχώς, τα τριζόνια εκεί, οι πυγολαμπίδες, τα
νυχτοπούλια, όλα παρουσιάσθηκαν εκεί, όλα! Και κατέβαιναν και τα άστρα, και χαμήλωνε ο
ουρανός, μάλλον του εφαίνετο ότι όλα είχαν γίνει -γη και ουρανός- ένας ουρανός! Και όλα μαζί
έψαλλαν την ευχή, όλα έλεγαν την ευχή. Και η καρδιά του παραδόξως άνοιξε και αυτή και άρχισε
να χορεύη, άρχισε και εκείνη να κτυπά και να συμμετέχη άθελά της εις την ιδίαν την ευχήν και τα
πόδια του δεν ήξευρε τι να τα κάνη.
Ούτε κατάλαβε πότε άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα εις τον ναό, πότε «ντύθηκε», πότε ήλθε
κάποιος άλλος μοναχός γεροντάκος, πότε άρχισε την λειτουργία του, πότε ήλθαν και οι άλλοι
μοναχοί. Τι έγινε δεν ήξευρε. Είχε χάσει τον συνειρμόν του, ήξευρε μόνον ότι ευρίσκεται μπροστά
εις το θυσιαστήριον, ενώπιον του αοράτως παρισταμένου Θεού και λειτουργούσε. Και κτυπώντας
τα πλήκτρα -ας πούμε εμείς έτσι- της καρδίας και του θυσιαστηρίου, η φωνή αντηχούσε επάνω εις
το υπερουράνιον θυσιαστήριον. Η λειτουργία προχώρησε, ο ναός εφωτίζετο από τα κανδήλια
μυστικώτατα. Τελείωσε το Ευαγγέλιο. Το φως δεν υπήρχε τριγύρω του, μα το φως είχε φωλιάσει
εις την καρδίαν του. Όλα τελείωσαν• όμως δεν τελείωνε πια το τραγούδι που είχε αρχίσει η καρδιά
του. Ναι, είδε -μέσα εις την έκστασίν του- ότι γη και ουρανός ψάλλουν την ευχήν και κατάλαβε ότι
ο μοναχός ζη και φαίνει, όταν σκιρτά από την ευχήν. Αρκεί μόνον να παύση να υπάρχη δια τον
εαυτόν του.
Ορθώς λέγει ο ψαλμωδός ότι το όνομα του Θεού μας δίδει ζωήν(3). Και τι ωραία που λέγει ο άγιος
Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ότι η προσευχή είναι ως πυρ ευφροσύνης, ως φως ευωδιάζον, αποστόλων
κήρυγμα, ευαγγέλιον Θεού, πληροφορία καρδίας, Θεού επίγνωσις, το του Ιησού αγαλλίαμα,
ευφροσύνη ψυχής, έλεος Θεού, ακτίς νοητού ηλίου, χάρις Θεού. «Προσευχή εστιν ο Θεός, ο
ενεργών τα πάντα εν πάσι»(4).
Ναι, μέσα εις τους αιώνας η Εκκλησία δια της ευχής, αφ’ ενός μεν ομιλεί εις τον Θεόν, αφ’ ετέρου
δε με αυτήν ενθουσιάζει τα τέκνα της και τα θεοποιεί. Ο απόηχός της γεμίζει ολόκληρον την κτίσιν
και η ενέργειά της συνεργεί εις την ανακαίνισιν του κόσμου.
Και τώρα, λοιπόν, τι να είπωμεν διά το θαυμαστόν τούτο δώρημα της θείας χάριτος, το οποίον
έδωσε και εις ημάς; Δια την προσευχήν ταύτην, που τόσον πολύ τιμάται εις το Άγιον Όρος;
Δι’ αυτό, ας ερμηνεύσωμεν την έννοιαν της ευχής, να ρίψωμεν και μια ματιά εις την ιστορίαν της,
να ίδωμεν και μερικάς πνευματικάς προϋποθέσεις αυτής και ωρισμένας κοινωνικάς υποχρεώσεις
μας, αναγκαίας δια την προσευχήν.
Σημειώσεις
1. Ασκητικά, Λόγος 10, σελ. 43.
2. Ιω. 15,26.
3. Πρβλ. Ψαλμ. 142, 11.
4. Κεφάλαια πάνυ ωφέλιμα 113, PG 150, 1277D-1280A.
Α’
1. Εις την Πάλαιαν Διαθήκην o Θεός απαιτεί από τους Ισραηλίτας να αγιάζουν το όνομά του• π.χ.
εις τον Ησαΐαν αναφέρεται ότι «δι’ εμέ αγιάσουσι το όνομά μου»(5). Οκτακόσια χρόνια προ του
Χριστού ο Θεός δια του προφήτου αυτού λέγει• θα μου αποδίδουν δόξαν και θα με ομολογούν ως
τον μόνον άγιον, επικαλούμενοι το άστεκτον και υπερύμνητον όνομά μου. Η θεϊκή αυτή
προσφώνησις είναι προσευχή, αγιασμός, δόξα και προσκύνησις του Θεού.
Ακόμη λέγει η Παλαιά Διαθήκη ότι εν ονόματι Αυτού καυχώμεθα(6), εξομολογούμεθα Αυτώ(7), δι’
Αυτού λυτρούμεθα(8), δι’ Αυτού σωζόμεθα(9), εν Αυτώ αγαλλιώμεθα(10), διότι όπου το όνομα του
Κυρίου εκεί και η παρουσία του.
Και εις την Καινήν Διαθήκην ο Κύριος εζήτει να κάνωμεν τας αιτήσεις μας προς τον Θεόν εν τω
ονόματι Αυτού, του Χριστού(11). Ο δε απόστολος Παύλος, όπως ενθυμείσθε, λέγει ότι ο Θεός
εχάρισεν εις τον Υιόν του όνομα, το υπέρ παν όνομα, ώστε εν τω ονόματί του να τον προσκυνώμεν
προσευχόμενοι(12). Την δε προσευχήν μας την θέλει αδιάλειπτον(13).
Ο αποστολικός Πατήρ Ερμάς, θέλων τόσον πολύ να είναι εις τον νουν και εις την καρδίαν μας το
όνομα του Ιησού, λέγει ότι πρέπει να δεθώμεν με το όνομα του Χριστού, ωσάν να το έχωμε
φορέσει επάνω μας και δεν το βγάζομε ποτέ(14).
Ο Μ. Βασίλειος εγνώριζε και ωμιλούσε δια την νοεράν προσευχήν, δια των αυτών λέξεων που την
χρησιμοποιούμεν και σήμερα• και έλεγεν ότι είναι η καθολική προσευχή της Εκκλησίας. Και ο
ιερός Χρυσόστομος φέρεται λέγων «Βοάτε από πρωί έως εσπέρας το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του
Θεού, ελέησον ημάς»(15).
Ας μνημονεύσωμεν τώρα σποράδην μερικούς ασκητικούς Πατέρας, οι οποίοι δεν τονίζουν τίποτε
άλλο τόσον, όσον συνιστούν μοναδικώς την ευχήν.
Πολύ γνωστή μας είναι η τριάς των αγίων Ιωάννου του της Κλίμακος του ισαγγέλου, Ισαάκ του
Σύρου που σε συνεπαίρνει, και του Συμεών του Νέου Θεολόγου του πνευματοδύτου. Αναλύουν την
προσευχήν, και δι’ αυτούς που ζουν εις την έρημον, και δι’ εκείνους που είναι εις μοναστήρια, και
δι’ αυτούς που είναι εις τον κόσμον.
Να ενθυμηθώμεν και τους άλλους αετούς, τον όσιον Νεϊλον τον υπερβάμονα, τους οσίους
Βαρσανούφιον και Ιωάννην τους διακριτικωτάτους, τον Διάδοχον Φωτικής τον θαυμάσιον.
Τι να είπωμεν και δια τον Γρηγόριον τον Σιναΐτην, ο οποίος μετέφερεν από τα μέρη του Σινά την
προσευχήν, την εζωοποίησε και την ανέπτυξεν εις το Άγιον Όρος τον ΙΔ’ αιώνα; Ασφαλώς δε η
προσευχή του Ιησού υπήρχε και προηγουμένως εις το Όρος• αλλ’ αυτός εγύρισε γην και ουρανόν,
εις το Όρος και παντού δια να την διαδώση και την κατέστησε προσευχήν καθημερινήν. Βεβαίως,
το Όρος και πριν ουδέποτε εστερείτο αθλητών της ευχής, κατά πρώτον ζώντων απομεμονωμένως,
διότι ο ησυχασμός προεβλήθη ως η τελειότερα οδός πνευματικής ζωής.
Και ποιος δεν γνωρίζει ακόμη τον περίφημον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην, τον Γρηγόριον τον
Παλαμάν τον παμμέγιστον, όστις συνέθεσεν άριστα την δογματικήν και την πρακτικήν περί
προσευχής ορθόδοξον διδασκαλίαν, τον άγιον Κάλλιστον, τον Ισίδωρον και τον Φιλόθεον τους
Πατριάρχας, και άλλους πολλούς, όπως οι Θεόληπτος Φιλαδελφείας, Κάλλιστος και Ιγνάτιος
Ξανθόπουλοι, κ.ά., οι οποίοι και θεωρητικώς και πρακτικώς έζησαν, εφήρμοσαν και έγραψαν περί
της προσευχής.
Ω, τι να ξεχωρίσωμεν από τα τόσα που έγραψε και έζησεν ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο νέος
αυτός μυσταγωγός εις την προσευχήν και εις το πατερικόν φρόνημα των ανθρώπων και του
κόσμου; Το «Εγχειρίδιόν» του και η «Φιλοκαλία» είναι πλέον κλασσικοί οδηγοί εις όλον τον
κόσμον.
2. Ας υπάγωμεν και εις μίαν μονήν και ας ίδωμεν πώς η ευχή έχει σχέσιν με την ζωήν των μοναχών,
δια να καταλάβωμεν ποίαν σχέσιν ημπορεί να έχη και δι’ ημάς αυτούς. Γνωρίζομεν ότι το
μοναστήρι είναι μία αδιάλειπτος σύναξις της αδελφότητας και ολοκλήρου της καθολικής
Εκκλησίας. Δεν θα υπήρχε λόγος να υπήρχαν μοναστήρια, αν δεν ήσαν, όντως, μία καθ’ ημέραν και
κατά νύκτα σύναξις της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι ο Χριστός είναι παρών εν χρόνω και εν τόπω.
Δι’ αυτό και το κέντρον της μοναχικής ζωής είναι η καθημερινή λατρευτική ζωή, και μάλιστα η θεία
λειτουργία. Εκεί ο μοναχός προσοικειούται και αφομοιώνει το μαρτυρικόν, ασκητικόν και
λειτουργικόν φρόνημα της Εκκλησίας μας. Τα λειτουργικά κείμενα τον διαποτίζουν και γίνονται
προσωπικά του βιώματα.
Συναθροίζονται οι μοναχοί εις τον ναόν γνωρίζοντες ότι δεν είναι μόνοι αλλά μεθ’ όλων των
αγγέλων και των αγίων, δοξάζοντες τον Θεόν και τιμώντες τον άγιον ή την εορτήν. Η θεία
ευχαριστία και η όλη λατρευτική συναγωγή τους προσφέρει μίαν βαθείαν αίσθησιν ότι ο Θεός είναι
παρών και αυτοί κοινωνοί Αυτού μυστηριακώς κατά θείαν ενέργειαν. Και όσον αόρατος είναι ο
Θεός, κατ’ αναλογίαν και τόσον αληθεστέρα είναι η μυστική κοινωνία και η εντρύφησις.
Η του Θεού αύτη κοινωνία εν τη λατρεία, που είναι πρωταρχική, συνεχίζεται εν τω κελλίω και
όπου αλλαχού δια της ευχής. Διότι η ευχή δεν είναι απλώς μία προσευχή. Δεν θα υπήρχε λόγος να
εκαθήμεθα όλην την ημέραν και να ομιλώμεν εις τον Θεόν, αν ήτο μόνον αυτό, αφού ακούει ο
Θεός ακόμη και τα σπλάγχνα μας, όταν κινούνται.
Καλόν αυτό, αλλ’ έτι πλέον είναι η ευχή βρώσις του Χριστού, του αμνού του Θεού του παρόντος εν
τη μνήμη και επικλήσει του θείου και φρικτού και γλυκυτάτου ονόματός του. Είναι και πόσις
μεθυστικού γλεύκους της χάριτος, που καθιστά τον άνθρωπον μετάρσιον. Όλος ο Χριστός
προσλαμβάνεται και ευρισκόμεθα ημείς αντανακλώντες τας ιδιότητας του Θεού, θεοί εκ Θεού
θεούμενοι, φωτιζόμενοι και μυστικώς ενεργούμενοι.
Ο μοναχός δια της νοεράς αυτής «λειτουργίας», ως λέγουν οι όσιοι Πατέρες, «αληθώς μάννα δια
παντός εσθίει πνευματικόν»(16). Τούτο είναι πλήρωσις, «πλείον ώδε» από το «μάννα», που
συμβολικώς και προτυπωτικώς έρριχνε ο Θεός εις τους Ισραηλίτας διά να ζήσουν με αυτό. Το
ωνόμασαν «μάννα»(17), που σημαίνει• «δεν καταλαβαίνω, τι πράγμα είναι αυτό;» Και λέγει τους
έδωσε όνομα ακατανόητον, δια να καταλάβουν ότι εκείνος ο άρτος, που κατέβαινε, ήτο
συμβολικός. Έτσι και ημείς ημπορούμε να λέγωμεν «Τι μεγάλο γεγονός είναι αυτή η ευχή, η μνήμη
του Ιησού, αυτή η μυστική μετάληψις του Χριστού μας ανά πάσαν στιγμήν, όπως τότε που έπιπτον
εξ ουρανού αι νιφάδες του «μάννα» και ο λαός ήσθιε και ηυφραίνετο». Αυτό το μάννα, λοιπόν, είναι
η ευχή του Ιησού, η οποία μας γεμίζει από τον ουρανόν, μας τρέφει και μας ποτίζει.
Επομένως, βασική προϋπόθεσις νοεράς προσευχής είναι η πίστις ότι δεν είναι απλώς μία προσευχή,
αλλά ότι αυτή είναι αληθής Θεού κοινωνία και βάθρον θεώσεως δια των θείων ενεργημάτων του
απροσλήπτου Κυρίου, όστις δι’ αυτών κατέρχεται εφ’ ημάς και ενούται μεθ’ ημών των αμαρτωλών.
Έχοντες δε τον Θεόν, έχομεν Πατέρα και Υιόν άμα δια του Αγίου Πνεύματος. Ο ίδιος ο σαρκωθείς
Λόγος, ο βασιλεύς των ουρανών, Αυτός που εις το εν δακτυλάκι του ημπορεί να κρατάη όλον τον
ντουνιά, Αυτός κρατείται από ημάς! Και εισέρχεται εν ημίν και συνδιατρίβει και εμπεριπατεί μέσα
μας.
Όπως εις την θάλασσαν της Τιβεριάδος, όταν ήγρευσαν οι μαθηταί πλήθος ιχθύων, είπεν ο Ιωάννης
εις τον Πέτρον «ο Κύριός εστιν»(18), ούτω και ημείς, όταν απλώνωμεν τα δίκτυα της προσευχής,
ημπορούμεν να επαναλαμβάνωμεν «ο Κύριός εστι» μετά πλήρους πεποιθήσεως, διότι μας το
βεβαιοί η Εκκλησία μας, ότι εκεί υπάρχει Αυτός. Νά ‘τος! Παρών, ο ίδιος ο Θεός!
Δια να φωταγωγήται όμως και να λαμπρύνεται διά της παρουσίας του Κυρίου ο πιστός με την
ευχήν, πρέπει να προσέχη ο ίδιος να είναι ο βίος του ανάλογος με την ζωήν που αρμόζει εις τον
Θεόν. Αφού θέλει τον Θεόν, πρέπει να ζη και θεοπρεπώς. Να επιδιώκη να ξεφεύγη από την
ανθρωπίνην μιζέρια και την κακομοιριά, να ενδυναμώνη τον εαυτόν του δια της θείας δυνάμεως, να
ασκήται, να γίνεται σκεύος χωρητικόν των θείων χαρισμάτων. Ακόμη, να επιθυμή την κάθαρσίν
του από πάσης αμαρτίας, πληροφορούμενος από τον λόγον της αληθείας ότι αυτό είναι
κατορθωτόν. Με την έμπρακτον θέλησίν του και την ευδοκίαν του Θεού να φέρεται προς την
δυνατήν απάθειαν ο ίδιος, και μάλιστα γινόμενος ολονέν θεοειδέστερος.
Σημειώσεις
5. Ήσ. 29, 23.
6. Σοφ. Σεφ. 50, 20.
7. Σοφ. Σεφ. 51, 1.
8. Σοφ. Σειρ. 51,3.
9. Ίωήλ 3, 5.
10. Ψαλμ. 88, 17.
11. Ιω. 15, 16.
12. Φιλιππ. 2,9-11.
13. Α ‘ Θεσ. 5, 17.
14. Ποιμήν, Παραβολή 9, 16, ΒΕΠΕΣ, τ. 3, σελ. 96, στίχ. 10-11.
15. Επιστολή προς μοναχούς (αμφ.), PG 60, 752.
16. ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΟΥ, «Τα σωζόμενα περί θείας ενώσεως και βίου θεωρητικού» 79,
PG 147, 913C.
17. Έξ. 16, 14-15 και 31.
18. Ιω. 21, 7.
B’
1. Τώρα έχομεν εν πρόβλημα, προκειμένου να αφιερωθώμεν εις την ευχήν. Είμεθα κεκλεισμένοι
μέσα εις τας απασχολήσεις μας, βιαζόμεθα, κουραζόμεθα, απογοητευόμεθα, ζώμεν με το άγχος,
δεν κατορθώνομεν να είμεθα ελεύθεροι από λογισμούς, από πάθη, από τρικυμίας. Δια να
υπνώσωμεν ταλαιπωρούμεθα, δια να είμεθα χαρούμενοι πρέπει να παίζωμεν κιθάραν ή να εύρωμεν
μίαν διασκέδασιν. Δεν είναι ζωή αυτή! Μας κουράζει και δεν μας αφήνει να προσευχώμεθα όσον
και όπως θέλομεν.
Δι’ αυτό βεβαιούν οι Πατέρες ότι οι λόγοι του Θεού είναι που δροσίζουν την ψυχήν(19) και ο
λόγος του Θεού «ρώννυσι την ψυχήν»(20), καθώς ο οίνος το σώμα.
Ο λόγος του Θεού υπάρχει εις την Γραφήν και εις τους αγίους Πατέρας. Όταν μελετώμεν τοιαύτα
βιβλία, και μάλιστα ασκητικών Πατέρων, όταν είμεθα εις την εργασίαν μας προσεκτικοί, όταν
κοπιάζωμεν εις την ζωήν μη σπαταλώντες τας δυνάμεις μας αλλά δίδοντες αυτάς εις το
καθημερινόν μας καθήκον, όταν ούτω πως η ζωή ημών είναι μία άσκησις καθημερινή, τότε αυτή η
άσκησις και η μελέτη προλειαίνουν το έδαφος της ψυχής, ώστε να καθίσταται ικανή να αναβαίνη
προς τα άνω.
Διά να προσεύχεσαι πρέπει να έχης εν στοιχείον, το οποίον είναι ανάγκη να το καλλιεργής. Όπως
προσέχομεν την υγείαν του σώματός μας, έτσι να προσέχωμεν και την υγείαν της ψυχής. Είναι
ανάγκη να είμεθα χαρούμενοι. Όταν συνηθίζωμεν να προσευχώμεθα, μας χαρίζεται η χαρά του
Χριστού και περισσότερον ακόμη. Αν προσευχόμενος θλίβεσαι, αν βαρυθυμής, κάτι μέσα σου δεν
πηγαίνει καλά. Να το κοιτάξης, να δώσης προσοχήν, διότι ο χαρακτήρ του ανθρώπου επιδρά πολύ.
Ίδετε τα ωραία που λέγεται περί του αγίου Σάββα του Βατοπαιδινού, όστις υπέστη τα πάνδεινα•
ότι ούτος «ην την έντευξιν ιλαρώτατος και την όψιν ήδιστός τε και χαριέστατος»(21). Εις τας
συναναστροφάς του το χαμόγελό του ήτο φαιδρότατον, γλυκύτατον το πρόσωπόν του και
ολόκληρος πλήρης χάριτος. Πόσον μάλλον ήτο εις την αναστροφήν του με τον Θεόν, εις την
προσευχήν του ως ήλιος φωτεινός!
Ένας άλλος δε ασκητικός Πατήρ, Ο όσιος Νείλος, σημειώνει πολύ όμορφα• «Προσευχή εστι χαράς
και ευχαριστίας πρόβλημα»(22). Θέλεις να γνωρίσης, εάν η προσευχή σου είναι αληθινή και
ταπεινή; Παρατήρησε• προβάλλει η αγαλλίασις, αναδίδεται ευχαριστία εκ της καρδίας; Και «όταν
παριστάμενος εις προσευχήν υπέρ πάσαν άλλην χαράν γενήση, τότε αληθώς εύρηκας
προσευχήν»(23).
Η προσευχή, επομένως, επειδή είναι κοινωνία Θεού, είναι χαροποιός. Οπωσδήποτε θα έχωμεν και
τον αγώνα μας κατά της αμαρτίας, κατά των παθών. Ούτε αυτό να μας καταθλίβη, αφού
παρεδώσαμεν εις τον Ιησούν Χριστόν την ζωήν μας. Όμως ο αγών είναι αναγκαίος, δια να
ευλογήται η ζωή μας. Αν θέλωμεν να το επιτύχωμεν, να μη κρατώμεν εντός ημών καμμίαν πικρίαν
εναντίον ετέρου, να μη αναμειγνυώμεθα εις την ζωήν κανενός ανθρώπου, να μη εξαναγκάζωμεν
κανένα, να μη πληγώνωμεν, να μη τον στενοχωρωμεν, ούτε να στενοχωρούμεθα από τον άλλον.
Να είναι αι κοινωνικαί σχέσεις μας φυσικαί και απλαί. Να νοιώθωμεν ότι οι άλλοι, πάντες και εγώ,
είμεθα εν και το αυτό, θεωρούντες «ένα εαυτόν μετά πάντων»(24), χωρίς, βεβαίως, να
αλλοιούμεθα εις το φρόνημα ή να έκτρεπώμεθα εις την ζωήν μας και τας αναστροφάς. Τότε η
προσευχή είναι εύκολος. Αρκεί να αφήσωμεν τον Θεόν να εργάζεται μέσα μας, όπως ο χωρικός
που σπέρνει και περιμένει την βροχούλα του Θεού.
Ημείς θα ενεργώμεν το ιδικόν μας αγώνισμα, θα μνημονεύωμεν το όνομα του Ιησού -άλλοι με το
στόμα, άλλοι με τον νουν, άλλοι με τον νουν εις την καρδίαν, άλλοι όπως τους δίδει η θεία χάρις,
όταν τους επισκέπτεται, οπότε αστράπτει το πνεύμα τους και κραυγάζοντας συναντάει τον Θεόν
-και ο Θεός θα ρίξη την δρόσον Αερμών εις την ψυχήν μας και θα μας κάνη να γίνωμε πασίχαροι
και αληθινοί.
Ασφαλώς, αξίζει να δίδωμεν χρόνον πολύν, όσον δυνάμεθα, ώστε να εφαρμόζωμεν το πατερικόν
λόγιον «ανάγκασον εαυτόν ευχάς πολλάς ποιήσαι»(25), αφήνοντες τα πάντα εις τον Κύριον. Αλλ’
έστω και μίαν ευχήν αν είπωμεν, και τούτο έχει αξίαν μεγάλην. Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ• «πάσα
ευχή, ην προσφέρεις εν τη νυκτί, πασών των της ημέρας πράξεων έστω εν οφθαλμοίς σου
τιμιωτέρα»(26). Και γίνεται ακόμη αποδοτικωτέρα, εάν την προσφέρωμεν κατά τας νυκτερινάς
ώρας.
Άφησε τα πάντα εις τον Θεόν, μας λέγει ο ίδιος εις τον κάθε ένα. Κάνε το έργον σου και ο νους
σου εις την ευχήν! Και διάλεξε καλόν οδηγόν, χειραγωγόν εις Χριστόν.
2. Πρέπει όμως να υπογραμμίσωμεν ότι εις το θέμα της πνευματικής ζωής τα πάντα ενεργεί η χάρις
του Θεού και, επομένως, ημπορούμε να είμεθα ήσυχοι.
Το όνομα του Ιησού, η νοερά προσευχή είναι, λέγουν οι άγιοι Πατέρες, μυροδοχεϊον. Το ανοίγεις,
το γέρνεις και χύνεται το μύρον, πληρούται ευοσμίας ο τόπος. Βοάς το «Κύριε Ιησού Χριστέ» και
αναδίδεται η ευωδία του Αγίου Πνεύματος, λαμβάνεις «αρραβώνα θείου Πνεύματος». Διότι «το
Άγιον Πνεύμα συμπάσχον ημίν επιφοιτά» και «προτρέπεται εις έρωτα πνευματικής
προσευχής»(27). Μάλιστα, προσεύχεται και αυτό, αντί δι’ ημάς που ξεχνούμεθα, και αναλαμβάνει
τα υστερήματά μας, τας ακαθαρσίας ημών, την πτωχείαν της υπάρξεώς μας. Διότι είμεθα έκαστος
ναός Θεού και, όταν προσευχώμεθα, γινόμεθα ιερουργοί μεγάλου μυστηρίου. Δι’ αυτό λέγει πολύ-
πολύ όμορφα ένας Πατήρ της Εκκλησίας• «Πάρε ένα θυμιατό να θυμιάσης, διότι ο Χριστός είναι
εδώ εις την καρδίαν σου, από την οποίαν ανατέλλει το «Κύριε Ιησού Χριστέ»». Και πάλιν αλλαχού
λέγει• «»Όταν ακούωμεν θυμιατό να κτυπάη, ας ενθυμούμεθα ότι ναός είμεθα ημείς και ας
νοιώθωμεν νοερώς ότι θυμιάζομεν τον Χριστόν, που είναι μέσα εις ημάς, και έτσι να προσκυνώμεν
ταύτην την σκηνήν του Αγίου Πνεύματος»(28).
Σκεφθήτε, μέσα μας είναι η βασιλεία του Θεού, η κατοικία του, όπου «τον ασώματον εν σώματι
περιορίζομεν», δι’ ο και μέσα μας επιτελείται μία «των επουρανίων προσκύνησις»(29). Ημείς
αποκτώμεν τον Θεόν και ο Θεός είναι αναποσπάστως δεμένος με όλους τους αγίους. Μαζί του
είναι και όλοι οι ομογάλακτοί μας άγιοι, που εθήλασαν από τον μαστόν του Αγίου Πνεύματος.
Είναι ιδικοί μας αδελφοί και φίλοι, που μας περιμένουν, μας αγαπούν και μας καθιστούν
μακάριους, όπως λέγει ο προφήτης Ησαΐας• «Μακάριος ος έχει οικείους εν Ιερουσαλήμ»(30).
Πράγματι, ημείς αποκτώμεν φίλους όλους αυτούς τους αγίους, που είναι μαζί με τον Χριστόν και
τους έχομε μαζί μας και είμεθα μακάριοι, διότι και εκεί επάνω είναι φίλοι μας, οικείοι μας, εις την
άνω Ιερουσαλήμ, εις τον ουρανόν.
Ενθυμείσθε αυτό που έλεγεν ο Χριστός; «Εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται
θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυΐαν εν δυνάμει»(31). Αυτό εφαρμόζεται
και εις ημάς. Ζώμεν εν δυνάμει την βασιλείαν των ουρανών, εάν θα κάνωμε την ευχήν. Το Πνεύμα
μας αξιώνει, όταν προσευχώμεθα, να κατανοώμεν τον Θεόν. Και φθάνουν οι άγιοι να γνωρίζουν
τον Χριστόν, Αυτόν δια τον οποίον λέγουν ότι κανείς δεν τον βλέπει και κανείς δεν τον ηξεύρει.
Και όμως! Δια της προσευχής κατανοούμεν «το απερινόητον και υπερφαές περιεχόμενον του Θεού
μας»(32), αφού η του Πνεύματος χάρις πάσης πηγής αναβλύζει, δι’ ης και το άρρητον κάλλος του
Θεού μας διδάσκει.
Και αν ημείς δεν φθάσωμεν εκεί, πάλιν θα μας φέρη η ευχή ευλογίας, παρηγορίαν, ευχαρίστησιν,
συγχώρησιν, σωτηρίαν, εκάστω ως συμφέρει• αυτό δίδει ο Θεός.
Εάν δεν έχωμεν απολαύσει τοιούτων καρπών, δεν σημαίνει ότι οι άλλοι δεν έχουν γευθή από
αυτούς. Οι άγιοί μας πολλάς φοράς είχον ακόμη και θεοφωταψίας. Τους παρουσιάζετο ο ίδιος ο
Θεός ως φως! Κρυμμένος ο Θεός, δεν τον βλέπει κανείς• δι’ αυτό λέγουν ότι είναι πίσω από τα
σύννεφα, είναι πίσω από τον γνόφον. Ο ίδιος ο Θεός είναι φως, αλλά εις ημάς είναι αόρατος. Και
όμως, έρχονται περιπτώσεις, που τόσοι και τόσοι άγιοί μας το μαρτυρούν οι ίδιοι ότι τους
παρουσιάζεται ο Θεός και τους γεμίζει με το άγιον φως, το ίδικόν του.
Κοιτάξατε, αγαπητοί μου, μερικά σημεία από τον Βίον του αγίου Σάββα, που σας είχα αναφέρει
προηγουμένως. Ήτο γεμάτος από τον θεϊκόν πόθον. Και ξαφνικά, σιωπώντος αυτού και της
καρδίας του εκζητούσης τον Θεόν, λέγει ο Θεός• «Πάρειμι!»(33) Δες με, εγώ είμαι! Τόσον
μεγαλοπρεπώς και θεοπρεπώς. Και πώς επαρουσιάσθη; Ο τρόπος οίος; Ποίος; «Φως ρυέν
ουρανόθεν αθρόον»(34). Φως, λέγει, το οποίον εκάλυψε το παν εκεί και εισήλθε μέσα του, και
πρώτον εκυριάρχησε εις τον νουν του, μετά δε εις τας αισθήσεις του και κατόπιν όλα του τα
ανθρώπινα μέλη τα εσκέπασε αυτό το φως.
Και εν συνεχεία, ήτο τόσον φωτεινός, τόσον ευώδης ο ίδιος, ώστε συνέρρεον(35) κατά χιλιάδας οι
άνθρωποι δια να τον οσφρανθούν και να μυρωθούν, και έκαναν εις σανίδας -«σανίσι και
πίναξι»(36), λέγει- την εικόνα του, ενώ ακόμη έζη. Τον ανεδείκνυον δηλαδή και τον ετίμησαν ως
άγιον, διότι έβλεπον την αγιότητα εζωγραφισμένην επάνω εις το πρόσωπον του.
Και συνεχίζει ο Βίος• «Προσέξατε, λέγει, διότι αυτά είναι δεσποτικά μυστήρια. Είναι όμως
αληθινά. Παρουσιάζεται η θεότης με όλην την ωραιότητα, με όλην την δόξαν και με όλην την
ηδονήν την άρρητον, που έχει, και αλλοιούται ο άνθρωπος, όταν το φως αυτό τον κατακλύζει»(37).
Μπορεί να ιδή και τον Θεόν και όλα εκείνα τα οποία οφθαλμός ουκ είδε επάνω εις τον ουρανόν.
Κατόπιν προχωρεί• Τω γλυκυτάτω βέλει του δεσπότου τρωθείς»(38) ο άγιος προς αυτόν έλεγε•
— Πού μένεις και πού κοιτάζη; Δείξόν μοι την δόξαν σου «γνωστώς, ίνα ίδω σε»(39)• θέλω να σε
ιδώ, έτσι όπως είσαι.
Και ακούει της φωνής•
— Μα, συνεθεώθης και συ και το σώμα σου, κατά την αναλογούσαν μέθεξιν της θεότητος(40).
Δεν χρειάζεται να σου πω πού μένω -εγώ ο Θεός-, αφού ήδη έγινες και συ Θεός, λαμβάνοντας το
φως από εμένα.
Πόσες φορές, αγαπητοί μου, αν και ημείς οι αμαρτωλοί δεν είδαμε ακόμη το φως, το είδαν όμως οι
άγιοί μας. Λέγοντας την ευχήν, ημπορούμε να είπωμεν ο είς εις τον άλλον• «Ακούς; Πάρεστι και
φωνεί σε ο Χριστός»(41). Αρκεί να λέγης αυτήν την μυστικήν φωνήν. Αυτά είναι τα κατορθώματα
της προσευχής του Αγίου Όρους.
Σημειώσεις
19. ΠΑΥΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ, «Ευεργετινός», τ. Β ‘, «Υπόθεσις» ΙΑ’, 6 (Εφραίμ. Σύρος), έκδ.
Ματθαίου Λαγγή, Αθήναι 61978, σελ. 172: «Ον τρόπον γαρ εν καύματι ανδρί οδοιπόρω ποτήριον
ψυχρούν προσηνές, ούτω θείοι λόγοι δροσίζουσι ψυχήν».
20. ΙΩ. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, «Ιερά Παράλληλα», στοιχ. Ο, 7, PG96, 217Β.
21. ΦίΛΟΘΕΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, «Βίος αγίου Σάββα του Νέου 28, Τσάμη, σελ. 214, στίχ. 12-13.
22. «Λόγος περί προσευχής» 15, PG 79, 1169D.
23. Ένθ. ανωτ. 153, PG79, 1200BC.
24. «Ένθ. ανωτ. 125, PG79, 1193C.
25. ABBA ΗΣΑΙΟΥ «Λόγος» 4, 1, σελ. 48.
26. «Ασκητικά, Λόγος» 34, σελ. 147.
27. ΝΕΙΛΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ, Λόγος περί προσευχής 63, Φιλοκαλία, τ. Α’, σελ. 182• PG 79, 1180C.
28. Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Εις τον «βiov Μωυσέως», Jaeger, τ. VII, Ι, σελ. 94, στίχ. 17-19.
29. Αυτόθι.
30. Ησ. 31,9.
31. Μάρκ. 9, 1.
32. Πρβλ. ΔίΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, «Περί θείων ονομάτων» 1, 8, PG 3, 597Α.
33. Ησ. 58, 9• ΦΙΛΟΘΕΟΥ» ΚΟΚΚΙΝΟΥ», «Βίος αγίου Σάββα του Νέου» 26, Τσάμη, σελ. 210,
στίχ. 6.
34. Ένθ’ ανωτ., στίχ. 10.
35. Ένθ. άνωτ. 36, σελ. 230, στίχ. 15 κ.ε.
36. Ένθ. άνωτ. 28, σελ. 214, στίχ. 4.
37. Ένθ. άνωτ. 34, σελ. 225, στίχ. 1 κ.έ. Πρβλ. ΝΙΚΗΤΑ ΣΤΗΘΑΤΟΥ, «Εκατοντάς» 1, 3 1, PG
120, 865BD.
38. Ένθ. ανωτ. 37, σελ. 231, στίχ. 13 κ.ε.
39. Έξ. 33, 13.
40. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, « Κεφάλαια Σ ‘, Περί θεολογίας και οικονομίας, Εκατοντάς» 2,
88, PG90, 1168ΑΒ.
41. Πρβλ. Ιω. 11,28.
Γ’
Τέλος, ας ίδωμεν και πώς βιούται εν Αγίω Όρει η προσευχή.
Λέγει ένας ασκητής αγιορείτης (δεν λέγω το όνομά του, διότι ζη)• «Αχ! είκοσι τέσσερεις ώρες το
εικοσιτετράωρον δεν μου φθάνουν να προσεύχωμαι!» Νοιώθετε τι προσευχή κάνει αυτός ο
άνθρωπος; Καταλαβαίνετε πόσον μετάρσιος είναι; Αντιλαμβάνεσθε πόσην έχει ηδύτητα, εφ’ όσον
τα μάτια του και η καρδία του νοερώς στρέφονται ολονέν προς τον Θεόν; Όποιος δοκιμάση την
γλυκύτητα του Θεού, έτσι θα λέγη και αυτός.
Ναι, προσεύχονται εις το Άγιον Όρος, μέσα εις τα μοναστήρια και έξω από τα μοναστήρια.
Μορφαί μεγάλαι ανεδείχθησαν τα τελευταία χρόνια, όπως ο Δανιήλ ο Κατουνακιώτης (+ 1929), ο
Καλλίνικος ο Ησυχαστής (+ 1930) και τόσοι άλλοι.
Ένας ιδικός μας μοναχός, που εκοιμήθη εδώ και ολίγα χρόνια, ο γερο-Αρσένιος, ο ευλογημένος,
ούτε να κοιμηθή δεν ήθελε, αλλά εκρέματο από κάτι σχοινιά -κρεμαστήρας- και προσηύχετο
ακουμβών εις εν ξύλον δια να προσεύχεται αδιαλείπτως, όπως και πάμπολλοι μοναχοί έπραττον.
Όταν προσηύχετο και έκαμε μετανοίας, κτυπούσε το κεφάλι του εις το πάτωμα. Έλεγεν• «Είμαι
αμαρτωλός και δεν θ’ ακούη την προσευχήν μου ο Θεός- ν’ ακούη τουλάχιστον τα κτυπήματα της
κεφαλής μου. Η αμαρτία μου είναι τόση, που δεν βγαίνει η ευχή από το λαρύγγι μου». Και είχε
μίαν χαράν! Συνεχώς προσηύχετο. Να εβλέπατε το πρόσωπον του. Αν εβλέπατε πώς εκοιμήθη, θα
ελέγατε• «Αλήθεια, μακάριος ο θάνατος ενός οσίου».
Ένας άλλος ασκητής τα τελευταία χρόνια, πόσες φορές, όταν ελειτούργει, εχρειάζετο ώρας
ολοκλήρους, διότι τον επεσκέπτοντο οι άγιοι και μαζί του συλλειτουργούσαν και καθυστερούσε
και έβγαζε έξω τα καλογέρια, δια να είναι μόνος του και να μη εκπλήσσωνται. Και όταν τελείωνε η
έκστασις, άνοιγε την πόρτα και έλεγε• «Να συνεχίσωμε την λειτουργίαν».
Ένας άλλος μοναχός, προσευχόμενος μίαν νύκτα μέσα εις την ακολουθίαν, ο νους του ξέφυγε και
επέταξεν επάνω εις την θάλασσαν, επήγεν εις τα βουνά και εις τα λαγκάδια, αγνάντεψε τα δένδρα,
τα λουλούδια, τα ψάρια της θαλάσσης, τα βουνά, τα νησιά, επεσκόπευσε την γην και τον ουρανόν,
και είδε και ήκουσεν ότι όλα δοξολογούν τον Θεόν. Από την ημέραν εκείνην δεν ημπορούσε να
σταθή καθόλου• και από τους οξυδρόμους οφθαλμούς του δεν εσταμάτησαν τα δάκρυα. Είδε και
έλεγεν ότι η άψυχος κτίσις εκχέει τα δάκρυά της με την δοξολογίαν «και εγώ, που έχω ψυχήν, είμαι
μέσα εις την αμαρτίαν».
Εις το Άγιον Όρος δεν έλειψαν ποτέ οι ησυχαστικοί και νηπτικοί μοναχοί, αδιακόπως έως σήμερα.
Ας μνημονεύσωμεν εδώ και τον άγιον Σιλουανόν (+ 1938), που η ζωή του ήτο διαρκής και
αστείρευτος προσευχή.
Τα τελευταία χρόνια ένας άλλος ασκητής, ο Γερο-Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης (+ 1959), αφιέρωσε την
ζωήν του εις την ευχήν, την οποίαν ερρόφησε βαθιά, την έκανε ισχύν αυτού και την έζησε με εν
βίωμα γλυκείας εντρυφήσεως του παραδείσου. Πολλοί και τώρα είναι πνευματικά του εγγόνα.
Από το Όρος μετεδόθη πανταχού η νοερά προσευχή. Απ’ εδώ διέδωσεν ο αγιορείτης Παΐσιος
Βελιτσκόφσκι (+ 1794) την ευχήν εις τους Σλάβους. Ωσαύτως ο π. Σωφρόνιος, αγιορείτης και
αυτός, εις την Ευρώπην.
Επέδρασεν ο Άθως και εις τον άγιον Αθανάσιον των Μετεώρων, εις τον άγιον Διονύσιον Ολύμπου,
που ενέπνευσαν πολλούς άλλους. Δεν αριθμούνται. Συμεών Μονοχίτων, Ιάκωβος ο Γέρων, άγιος
Θεωνάς, Κολλυβάδες… Η ευχή έτρεξεν εις όλον τον κόσμον. Έτσι εις την Ρωσσίαν έχομεν Άγια
Όρη! Και εις την Σερβίαν έχομεν Άγια Όρη! Όπου και αν πάη κανείς. Σήμερον έχομεν και εις την
Ευρώπην μοναστήρια από αγιορείτας, οι οποίοι τι άλλο κάνουν, από το να διαδίδουν την νοεράν
προσευχήν όσον δύνανται.
Επίλογος
Τi θα ήτο, αγαπητοί μου, η ζωή μας χωρίς την προσευχήν αυτήν; Και τι είναι ολόκληρος ο κόσμος
χωρίς την εύχήν; Μία καρδιά που δεν έχει την προσευχήν αυτήν, μου φαίνεται ότι ομοιάζει με μίαν
νάϋλον σακκούλα, που βάζεις τώρα κάτι μέσα, αλλά που θα σχισθή γρήγορα και θα την πετάξης.
Εκείνο που νοηματίζει την ζωήν όλην και την ύπαρξίν μας, διότι δίδει τον Θεόν, είναι η προσευχή
μας.
Λέγουν ότι θα έλθη η συντέλεια της ζωής, όταν σταματήσουν να προσεύχωνται οι άνθρωποι. Αλλά
είναι δυνατόν να σταματήσουν ποτέ να προσεύχωνται; Όχι, διότι πάντοτε θα υπάρχουν οι
αγαπώντες τον Κύριον. Και όσον τοιαύται ψυχαί υπάρχουν, δεν θα χαθή ο κόσμος. Η προσευχή η
αδιάλειπτος τον ποτίζει μυστικά.
Αντιθέτως, κάποτε θα ανακαινισθή ο κόσμος και, όπως έως τώρα συνώδινε και συνωδίνει(42) μετά
του ανθρώπου δια την φθοράν της φύσεως, τότε που θα γίνουν καινή γη και καινοί ουρανοί(43), θα
συναγάλλεται επί τη αιωνίω ευφροσύνη και δόξη του ανθρωπίνου γένους μέσα εις την θεϊκήν
φωτοχυσίαν.
Ας ευχώμεθα, ας έχωμε μυστικά τα θυμιατήριά μας έτοιμα, διότι, όπως είπαμε, οπουδήποτε
πηγαίνομε, δια της ευχής εν τω στόματι και εν τη καρδία, ευθύς αμέσως γινόμεθα σκηναί του
Θεού, γινόμεθα ημείς θεοφόροι.
Λέγει κάπου ο Σολομών ότι ο Θεός εδιάλεξε δια κατοικίαν του τον ήλιον -κτιστόν φως• αλλ’
Εκείνος, άκτιστον φως- και τον άφησε! Δεν ήτο δυνατόν ο ήλιος ο παμμεγέθης και παμφώτεινος να
είναι κατοικία του μεγάλου Θεού• τον άφησε, λέγει, τον ήλιον και απεφάσισε να κάνη κατοικίαν
του τον γνόφον(44), δηλαδή το σκοτάδι, δηλαδή την αορασίαν.
Αν δεν μπορούμε να ιδούμε τον ήλιον, πώς θα εβλέπαμε τον φωτεινόν, τον υπέρ πάσαν κτίσιν
ήλιον της ζωής, τον Χριστόν; Δι’ αυτό κρύπτεται μέσα εις την αορασίαν, δια να είμεθα ελεύθεροι
και να πιστεύωμε και να διαλέγωμε τον Θεόν.
Λέγει, λοιπόν, ο Σολομών, ο μέγας εκείνος άνθρωπος, όταν έκανε τον ναόν του, αφού
συνεκέντρωσε υλικά χρυσά και ασήμια και σμαράγδους και ό,τι πολύτιμον υπήρχε από όλον τον
κόσμον και εξόδευσε τα περισσότερα χρήματα που εξόδευσε ποτέ άνθρωπος, διά να κάνη οίκον εις
τον Θεόν, ότι εγώ όμως ετοίμασα δια τον Θεόν μου άλλον οίκον «του κατοικείν επί
καινότητος»(45)• του έκανα καινούργιον οίκον δια να κατοική ο Θεός, αυτήν την Εκκλησίαν.
Αγαπητοί μου, και εμείς έχομε τον οίκον μας, την καρδίαν μας. Ενθυμείσθε τι είπεν ο Κύριος, όταν
ανελαμβάνετο εις τους ουρανούς; «Θα είμαι πάντοτε μαζί σας»(46). Και όταν λειτουργούμε, η
τελευταία ζωντανή πράξις της λειτουργίας, η ύψωσις του τιμίου Ποτηριού, όταν λέγη ο ιερεύς•
«Πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων», τι σημαίνει;
Εγώ απέρχομαι, εγώ ο Χριστός, που εισέρχομαι μέσα εις τον γνόφον μου, που πηγαίνω εις την
αορασίαν μου, θα με χάσης τώρα από τα μάτια σου, αλλά να ενθυμήσαι ότι πάντοτε είμαι μπροστά
σου, πάντοτε είμαι μέσα σου. Μένω απαρατήρητος εκεί, μέσα εις τα κρύφια του ιερού, θα φαγωθώ
από τον ιερέα, δια να ημπορής να με τρως και συ, όποτε θέλης.
Λοιπόν, αδελφοί μου, ετοιμάσατε πνευματικά θυμιατήρια, ετοιμάσατε αρώματα μέσα εις τας
ψυχάς σας, διότι ο Θεός ούτε τον ήλιον εδιάλεξε ούτε ηγάπησε και ηρκέσθη εις τον ναόν του
Σολομώντος, τον θεοπρεπέστατον εκείνον. Τον κατέστρεψε! Διατί; Διότι ηθέλησε οίκος του να
είναι δια της ευχής η καρδία του καθενός από ημάς.
3. Η Θεία Λειτουργία(*)
Σήμερα, αγαπητοί μου, θα κάνω ένα μεγάλο τόλμημα. Θα κάνω μίαν προσπάθεια που οπωσδήποτε
ξεπερνάει τις δυνάμεις μου. Θα το κάνω όμως από αγάπην εις εκείνους, οι οποίοι τόσες φορές με
τα μάτια στυλωμένα και τα αυτιά ανοικτά με ήκουον εις τον ιερόν τούτον τόπον.
Το θέμα το οποίο μας απασχολεί αυτήν την περίοδο είναι η πνευματική ζωή. Πνευματική ζωή είναι
εκείνη πού εμπνέεται, χειραγωγείται, κατευθύνεται, εμφορείται από το Άγιον Πνεύμα• είναι μία
πορεία προς τον ουρανόν. Ο άνθρωπος που την ζη, ενώ πατάει στην γη, ανεβαίνει προς τον
ουρανόν, εορτάζει εν ουρανοίς. Όχημά του είναι τα πτερά του Αγίου Πνεύματος και στόχος του,
πόθος του, παλμός του, έγνοια του καθημερινή, ο ουρανός.
Πόσες φορές όμως, ζώντας μέσα σε τόσες χαρές, ζώντας μέσα σε τόσα μικροπράγματα τα οποία
μας απορροφούν, ξεχνάμε τον ουρανόν; Οι απασχολήσεις σαν μαγνήτες τραβούν την καρδιά μας
και μας παρουσιάζουν τον ουρανόν σαν να είναι πολύ ψηλά, σαν να είναι ακατόρθωτο το πάτημά
του. Εάν μάλιστα δεν έχη κανείς μερικές πνευματικές εμπειρίες, εάν δεν έχη στρέψει την καρδιά
του, εάν δεν έχη πατήσει μερικές φορές το πόδι του, εάν δεν έχη ρίξει το μάτι του μέσα εις τον
ουρανόν, τότε ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Όταν σου μιλήσουν για κάποιον άνθρωπο, μπορεί να
νοιώσης μια χαρά, έναν πόθο• εάν δεν τον δης όμως, υπάρχει φόβος να τον ξεχάσης. Εάν τον δης,
είναι πολύ πιθανόν να τον αγαπήση η καρδιά σου, να κολληθή εις αυτόν, και από τότε πλέον να
τον έχης διαρκώς στην σκέψι σου. Έτσι συμβαίνει και με τον ουρανόν. Να μπορούσαμε για λίγο να
ρίξωμε τα μάτια μας εις τον ουρανόν, να δούμε την άπλα του, την ομορφιά του, την χαρά του, το
μεγαλείο του! Τότε θα ήταν οπωσδήποτε δυσκολώτερο να τον ξεχάση η ψυχή μας. Αλλά πώς να το
επιτύχωμε;
Όταν οι Ισραηλίτες ήθελαν να μπουν στην Ιεριχώ, την οποίαν τόσο πολύ ποθούσαν, αλλά ήξεραν
πως είχε τείχη υψηλά που δεν μπορούσαν εύκολα να τα εκπορθήσουν, τι έκαναν; Έστειλαν
κατασκόπους να φέρουν καρπούς από εκείνην την χώρα. Και έφεραν πράγματι οι κατάσκοποι
τσαμπιά μεγάλα από σταφύλια(1)• έφεραν από τους θησαυρούς της, έφεραν από τα διαμάντια της,
έφεραν από τις ομορφιές της. Όταν τα είδαν οι Ισραηλίτες, η καρδιά τους ελκύσθηκε και είπαν: θα
νικήσωμε τους εχθρούς. ‘Ωρμησαν τότε στα τείχη και με την βοήθεια του Θεού τα γκρέμισαν και
εισέβαλαν στην πόλι(2). Να μπορούσαμε και εμείς να ανοίγαμε ένα παράθυρο εις τον ουρανόν, να
τον αγναντέψωμε και, αν μας αρέση, να κάνωμε ένα πήδημα, να μπούμε μέσα να δούμε τι έχει και
να τον κάνωμε δικό μας, να τον κατακτήσωμε!
Αυτό είναι το τόλμημα που θα ήθελα να επιχειρήσω σήμερα, θα πετύχω; Σας είπα ότι φοβάμαι.
Προσευχηθήτε να μου δώση ο Θεός λόγον και ταυτόχρονα προσευχηθήτε να ανοίγη την δική σας
καρδιά, για να μπορήτε να καταλαβαίνετε εκείνο, που δεν μπορώ να σας πω όπως θα ήθελα.
Εάν θέλης να δης και να αγναντέψης κάποιον υπέροχον τόπον πίσω από ένα βουνό, τι θα κάνης; θα
ανέβης σε κάποια κορυφή και από εκεί θα αφήσης την ματιά σου να απλωθή εις όλο εκείνο το
ωραίο μέρος που επιθυμούσες. Αυτό θα κάνωμε και εμείς. Ήλθαμε εις τον ναόν, εις την εκκλησίαν
του Θεού, εις τον τόπον ακριβώς από τον οποίον μπορούμε πολύ καλά να αγναντέψωμε τον
ουρανόν, τον χώρον ο οποίος φωτίζεται και ωραΐζεται και κατακοσμείται από το ανέσπερον φως
της τριλαμπούς θεότητος.
Η εκκλησία, αγαπητοί μου, μέσα εις την οποίαν είμεθα τώρα, η κάθε εκκλησία, είναι ένα
εκμαγείον, μία προτύπωσις, ένας τύπος, μία εικόνα, ένα κομμάτι του ουρανού. Όταν είμεθα εις την
εκκλησίαν, νοιώθομε πραγματικά πως είμεθα εις τον ουρανόν. Γιατί υπάρχει ο τόσο μεγάλος
τρούλλος επάνω; Για να υψώνη την καρδιά μας ακριβώς προς τον ουρανόν. Γιατί υπάρχει αυτή η
ωραία πύλη που ανοίγει, όταν γίνεται λειτουργία; Για να μας δείχνη πώς ανοίγουν τα ουράνια.
Γιατί είναι γεμάτη από σταυρούς; Γιατί εκεί επάνω εικονίζει τον Χριστόν που λειτουργεί; Για να
δείχνη ότι, όταν ευρισκώμεθα εδώ, μεταφερόμεθα εις τον ουρανόν. Ζούμε μυστικά αλλά και
πραγματικά στιγμές ουράνιες.
Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος Παλαμάς λέγει ότι η εκκλησία «εφ’ υψηλού κείται, αγγελικός τις άλλος
ούσα και υπερκόσμιος χώρος» • ένας αγγελικός, ένας υπερκόσμιος χώρος είναι αυτός εντός του
οποίου ευρισκόμεθα. Ο ναός, μας λέγει, «εις ουρανόν ανάγει τον άνθρωπον, και… αυτώ παρίστησι
τούτον τω επί πάντων Θεώ»(3)• μας παίρνει η εκκλησία και μας ανεβάζει και μας παριστά ενώπιον
του ιδίου του Θεού. Άραγε το νοιώθομε; Όταν ερχώμεθα εις την εκκλησίαν, υπάρχουν στην ψυχή
μας αισθητήρια που συλλαμβάνουν αυτήν την πραγματικότητα;
Αλλά τι είμαστε εμείς οι άνθρωποι! Ξέρομε όλες τις ράτσες των σκυλιών και των αλόγων, ξέρομε
τα είδη των φυτών, τις μάρκες των αυτοκινήτων, των ραδιοφώνων, πολλές φορές όμως δεν ξέρομε
εκείνα τα οποία έχουν άμεσον σχέσι με την ζωή μας. Γι’ αυτό θέλω να προσέξετε σήμερα αυτό που
σας λέγω.
Ο,τιδήποτε υπάρχει γύρω μας, τα ατέρμονα βάθη του ωκεανού, τα ύψη των ουρανών, οι χιλιάδες
και οι μυριάδες των αστέρων, αν καλοσκεφθούμε, θα καταλάβουμε ότι πραγματικά δεν είναι παρά
η φτωχογειτονιά της γης μας. Μια μέρα -έχετε δει πώς σωριάζουν τα παλιόσπιτα, όταν θέλουν να
υψώσουν πολυκατοικίες;- έτσι θα σωριασθούν όλα όσα υπάρχουν εις το σύμπαν. Δεν θα μείνη
τίποτε• θα μείνη μόνον ο πνευματικός ουρανός, όπου υπάρχει ο Χριστός. Εκεί λοιπόν ας
προσηλώσωμε το βλέμμα μας.
Ευρισκόμεθα εις την εκκλησίαν. Είναι ο πιο κατάλληλος τόπος για να δούμε τον ουρανόν. Αλλά
ποιο είναι το παράθυρο; Πώς θα το ανοίξωμε; Μα είναι τόσο απλό. Παράθυρο είναι η θεία
λειτουργία την οποίαν επιτελούμε. Επειδή
όμως πρόκειται να ρίξωμε τα βλέμματά μας σε τόσο πνευματικά πράγματα, ας στρέψωμε την ψυχή
μας προς το Άγιον Πνεύμα και ας το παρακαλέσωμε να ρίξη τον προβολέα του στα σκοτάδια της
σκέψεώς μας, για να μας φωτίση να νοιώσωμε, να πιστέψωμε, να καταλάβωμε, να κάνωμε κτήμα
μας όλα εκείνα που γίνονται και λέγονται και ακούονται κατά την θείαν λειτουργίαν.
Ήλθατε με τόσον κόπον καί μέσα στο κρύο• στέκεσθε όρθιοι. Δεν πρέπει να πάη χαμένος ο κόπος
σας. Γι’ αυτό ας παρακαλέσωμε το Πνεύμα του Θεού και δεν θα μείνη ούτε μία σκέψις ακατανόητη
μέσα σας. Δεν πρέπει να φύγωμε από εδώ, αν οι καρδιές μας δεν προσκυνήσουν τον Θεόν, αν δεν
νοιώσωμε τις ψυχές μας να έχουν ριχθή εις τον ουρανόν και να έχουν δει όλα εκείνα τα οποία
γίνονται εις αυτόν.
Όταν τελειώσωμε την ομιλία μας, πρέπει να νοιώθετε εκείνο που έλεγε ένας άγιος της Εκκλησίας
μας• «Νυν δε μου ψυχήν κεκαρδίωκας, και ου δύναμαι κατέχειν σου την φλόγα, όθεν υμνήσας σε
πορεύομαι»(4). Ω Θεέ μου, λέγει, σε ένοιωσα, σε αφουγκράστηκα, σε είδα πλάι μου• ένοιωσα να
τρυπάς με τα βέλη σου την καρδιά μου, να πυρπολής την ψυχή μου, να ανάβης μίαν φλόγα που δεν
μπορώ να την αντέξω. Γι’ αυτό σε υμνώ και φεύγω παίρνοντας μαζί μου εσένα. Εκείνος θα μας
διδάξη πάσαν την αλήθειαν.
Ώστε το παράθυρό μας είναι η θεία λειτουργία, η τόσο γνωστή εις την ζωή μας, την οποίαν έχομε
συνηθίσει από τα παιδικά μας χρόνια και που όμοιό της δεν υπάρχει τίποτε ούτε εις την γη ούτε εις
τον ούρανόν.
Πώς αρχίζει η λειτουργία; «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος. Αμήν». Γιατί αρχίζει έτσι ο ιερεύς; Τι θέλει να πη; Μπροστά μας ανοίγει ο Χριστός
ένα εξαίσιο θέαμα. Μπροστά μας παρουσιάζει μια ουράνια οπτασία. Μπροστά μας ο Χριστός
ανοίγει την βασιλείαν του. Όπως πηγαίνεις σε ένα κατάστημα και σου ανοίγει ο έμπορος το τόπι
του υφάσματος και το βλέπεις, το πιάνεις, δοκιμάζεις την αντοχή του, βλέπεις την ομορφιά του και
λες αυτό θα αγοράσω, έτσι κάνει εκείνην την ώρα ο Χριστός. Μπροστά στα μάτια μας ανοίγει την
βασιλείαν του, να την δούμε, να την νοιώσωμε, να την χορτάσωμε και να πούμε: Αυτήν διαλέγω
και εγώ για την ζωή μου. Άραγε το νοιώθει η ψυχή μας αυτό;
Ο ιερεύς το καταλαβαίνει την ώρα εκείνην εις το θυσιαστήριον. Κτυπά δυνατά η καρδιά του, πάει
να τυφλωθή, όπως τυφλώθηκε ο Παύλος στον δρόμο προς την Δαμασκόν, όταν είδε τον
Χριστόν(5). Τα μάτια του τα πνευματικά βλέπουν το εκθαμβωτικό φως του Θεού. Γι’ αυτό γεμάτος
έκστασι ξεσπά• «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Η
δόξα σου στην βασιλεία σου, Χριστέ μου, γεμίζει τα πάντα. Έχετε δει, όταν στολίζουν την νύφη
για να την φωτογραφήσουν, πώς το μεγάλο πέπλο της πιάνει όλο το δωμάτιο και τα κράσπεδα του
ιματίου της καλύπτουν το δάπεδο, για να δείξουν την δόξαν της και την ομορφιά της; Έτσι ακριβώς
η Εκκλησία του Χριστού την ώρα εκείνην απλώνεται εις όλον τον χώρο μπροστά στα μάτια μας.
Ποια είναι αυτή η ευλογημένη, η δοξασμένη, η τιμημένη, η ανώτερη από κάθε άλλο βασιλεία;
Είναι η βασιλεία των ουρανών, η βασιλεία του Θεού• είναι ο παράδεισος, εις τον οποίον μας έβαλε
ο Χριστός• είναι η αγία μας Εκκλησία. Βασιλεύς είναι ο τρισήλιος Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το
Άγιον Πνεύμα. Υπηρέται του βασιλέως είναι οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, εξουσίαι,
κυριότητες, δυνάμεις, τα πολυόμματα χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα σεραφίμ. Στρατηγοί του
βασιλέως είναι οι άγιοι. Βασίλισσα είναι η Κυρία Θεοτόκος. Στρατιώτες πιστοί είναι οι χριστιανοί,
όσοι είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν τον Χριστόν ό,τι και αν τους κοστίση, όλοι εκείνοι που είναι
πρόθυμοι να φέρουν το τιμημένο όνομά του, όλοι εκείνοι που αποτελούν την Εκκλησίαν του. Όλοι
λοιπόν, ο Χριστός, οι άγιοι, η Θεοτόκος, οι άγγελοι, οι πιστοί όλων των αιώνων κατά την ώρα της
λειτουργίας είναι μαζί μας.
Επομένως, όταν λέγη ο ιερεύς «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός», ξεχνάει τον εαυτόν του, το
σπίτι του. Ξεχνάει τον κόσμο, όλα εκείνα που βλέπει, και προσηλώνει την καρδιά του και την
σκέψι του σε εκείνα που καταλαβαίνει, τα μυστικά, τα αόρατα, που του παρουσιάζει μπροστά του
ο Χριστός. Γι’ αυτό ακριβώς, νοιώθοντας την δόξαν του Χριστού, του ουρανίου βασιλέως, με
γόνατα που τρέμουν, με ψυχή που πάει να λυγίση κάτω από το βάρος της ευθύνης, με μάτια που
διεισδύουν εις τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, τρεμάμενος λέγει• «Ότι πρέπει σοι πάσα
δόξα, τιμή και προσκύνησις»• σε εσένα, Χριστέ μου, που είσαι τόσο δοξασμένος, που
δορυφορείσαι από τόσους αγίους και αγγέλους, σε εσένα αρμόζει η δόξα και η τιμή και η
προσκύνησις. Μπροστά μας λοιπόν ολόκληρη η Εκκλησία. Μπροστά μας παρών αληθινά,
ουσιαστικά, μυστικά ο Χριστός! «Ου εισιν δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα»(6), εκεί
ανάμεσά τους είμαι και εγώ, λέγει ο Χριστός. Αυτό γίνεται την ώρα της λειτουργίας.
Συνεπώς τι είναι η λειτουργία μας; Θα έχετε παρατηρήσει στην λευκή οθόνη του κινηματογράφου
πώς ένας άνθρωπος, ένα τοπίο που εμφανίζεται στο βάθος, μακριά σαν σημάδι, σιγά σιγά
μεγεθύνεται και αποκαλύπτεται ολοκάθαρα. Αυτό είναι η λειτουργία• μπροστά στα μάτια μας σιγά
σιγά αποκαλύπτει τον Χριστόν και την βασιλείαν του.
Ο Χριστός, όπως τότε που εδίδασκε, όπως τότε που έκανε τους χωλούς να πηδούν και να
περιπατούν, τους τυφλούς να αναβλέπουν, τους νεκρούς να εγείρωνται, έτσι ακριβώς είναι
μπροστά μας αυτήν την ώρα. Δεν τον φέρομε απλώς στην σκέψι μας, αλλά πραγματικά έρχεται
μπροστά μας, γίνεται παρών Εκείνος, ο διδάσκαλος, ο προφήτης, ο θαυματουργός. Είναι τώρα
μπροστά μας ο Χριστός που σταυρώθηκε, που αναστήθηκε, που αναλήφθηκε!
Όλα αυτά που βλέπομε εδώ μέσα, οι πολυέλαιοι, ο ιερεύς, η αγία Τράπεζα, το Ευαγγέλιον, τα τίμια
δώρα, η είσοδος η μικρά και η μεγάλη, τα πάντα γίνονται σημάδια της παρουσίας του Χριστού.
Επομένως, με την θείαν λειτουργίαν συνεχίζομε το έργο του Χριστού και, κάθε φορά που την
τελούμεν, είναι σαν να έλκωμε και φέρωμε κοντά μας τον ίδιον τον Χριστόν. Αυτό λέγει και η
ευχή• « Ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε
ημίν αοράτως συνών» • είσαι επάνω στον ουρανό και ταυτόχρονα αόρατα, αληθινά όμως, εδώ
ενώπιόν μας. Γι’ αυτό και ο ιερεύς, όταν θέλη να κοινωνήση, τον κοιτάζει με τα μάτια της ψυχής
του και του μιλάει στο δεύτερο ενικό πρόσωπο• «Και καταξίωσαν τη κραταιά σου χειρί μεταδούναι
ημίν του αχράντου σου σώματος και του τιμίου σου αίματος». Εσύ, Χριστέ μου, με την κραταιάν
σου και πανακήρατον χείρα δώσε μου το άχραντον σώμα σου και το τίμιον αίμα σου. Αν έχωμε
μάτια πνευματικά, μπορούμε να νοιώσωμε ότι ενώπιόν μας είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τι θα κάνης
όταν, εκεί που κάθεσαι, δης κάποιον που τον αγαπάς; Θα τρέξης κοντά του. Η λειτουργία είναι μία
κίνησις, ένα τρέξιμο, μία προσπάθεια να αρπάξω τον Χριστόν, να τον πιάσω.
Θυμάστε την Μαγδαληνή; Όταν κατάλαβε ότι μπροστά της είχε τον Χριστόν, «ραββουνί»,
διδάσκαλε μου, του λέγει και πάει να ακουμπήση το ιμάτιόν του, το σώμα του(7). Θυμάστε την
αιμορροούσαν; Εκεί που τόσο πλήθος ανθρώπων συνέθλιβε τον Χριστόν, εκείνη επήγε να τον
ακουμπήση με πίστι και με δέος(8). Θυμάστε τον Θωμά; Έβαλε τα χέρια του στις πληγές και
φώναξε• «Ο Κύριος μου και ο Θεός μου»(9). Αυτό κάνομε και εμείς την ώρα της λειτουργίας. Και
ερωτάμε μετά πού είναι ο Χριστός! Να ‘τος! Μπροστά μας είναι, μαζί μας είναι, πλάι μας είναι. «Ο
διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σε»(10), είχαν πεί στην Μαρία που έκλαιγε για τον νεκρό Λάζαρο,
τον αδελφό της. Στην λειτουργία ο διδάσκαλος, ο Χριστός, είναι παρών και μας φωνάζει τον
καθένα με το όνομα μας. Όσοι το νοιώθουν, πετούν σπίθες τα μάτια τους και ζουν την χαρά του
Χριστού. Τα πάντα πεπλήρωται χαράς. Τα πάντα πεπλήρωται φωτός. Τα πάντα δοξολογούν τον
Χριστόν.
Επομένως, όταν κανείς έρχεται εις την λειτουργίαν, πρέπει να έρχεται με την σκέψι ότι έρχεται να
ανταμώση τον Χριστόν και ακόμη με την λαχτάρα να τον ακουμπήση, όπως λέγει ο Μεθόδιος•
«αγνεύω σοι και λαμπάδας φαεσφόρους κρατούσα, νυμφίε, υπαντάνω σοι»(11)• Νυμφίε Χριστέ,
διατηρώ τον εαυτόν μου αγνόν και καθαρόν και κρατώ φωτεινές λαμπάδες στα χέρια μου, για να
σε υποδεχθώ. Έτσι πρέπει να ερχώμεθα εις την θείαν λειτουργίαν, η οποία είναι η παρουσία του
Χριστού και της βασιλείας του.
Ας εμβαθύνωμε λίγο ακόμη. Γιατί κάνομε τας εισόδους; Είδατε προηγουμένως, όσοι ήσαστε στον
εσπερινό, τον ιερέα που έκανε την είσοδον και μπήκε εις το θυσιαστήριον. Αύριο εις την
λειτουργίαν, εις την μικράν και την μεγάλην είσοδον, θα γίνη το ίδιο. Μία λιτανεία προς το
θυσιαστήριον είναι η λειτουργία, μία πορεία προς τον ουρανόν. Όπως, όταν κάνωμε την λιτανεία
του αγίου της πόλεώς μας, περιφέρομεν την εικόνα του, την κάρα του με τα εξαπτέρυγα και τα
σεραφίμ και πηγαίνομε στην πλατεία, για να υμνήσωμεν τον άγιο(12), έτσι και η λειτουργία μας
είναι μία λιτανεία, μία πορεία, ένα ταξίδι προς τον ουρανόν. Βρίσκομαι στην λειτουργία σημαίνει
ότι μπήκα αληθινά, όχι φανταστικά, στον δρόμο που οδηγεί εις τον ούρανόν.
Όταν γίνεται έκλειψις ηλίου, προσέξατε ότι οι δρόμοι γεμίζουν από παιδιά και μεγάλους, που
κρατούν ένα καπνισμένο τζάμι στο μάτι τους και κοιτάζουν τον ήλιο; Αυτό είναι η λειτουργία.
Είναι ένα κάρφωμα του ματιού μας, της καρδιάς μας εις Εκείνον ο οποίος είναι θρονιασμένος εις
τον ούρανόν. Η ζωή μου στρέφεται πλέον γύρω από τον Χριστόν. Για μένα ένα έχει άξίαν, η
βασιλεία των ουρανών.
Να αφήσωμε δηλαδή την οικογένειά μας, την δουλειά μας, τα παιδιά μας και να τρέχωμε συνεχώς
εις την λειτουργίαν; Όχι, αγαπητοί μου. Κοιτάξτε πόση είναι η αγάπη και η σοφία του Θεού. Όλα
τα καθημερινά γεγονότα της ζωής μας μπορούν να μπουν στην βασιλεία του Θεού, να γίνουν
μάλιστα γεφύρια, που θα μας οδηγήσουν εις αυτήν. Όλα μπορούν να εκφράζουν την αγάπη μας εις
τον Θεόν! Η αγάπη προς την γυναίκα σου, οι θυσίες για τα παιδιά σου, ο μόχθος σου ο
καθημερινός, ο πόνος σου, οι αγωνίες σου, τα δάκρυα σου, οι μυστικές πίκρες της ζωής σου, όλα
αυτά τα ρίχνεις στην βασιλεία των ουρανών. Σου τα εξαγιάζει ο Θεός και σου δίνει δύναμιν να
πορευθής όλην την εβδομάδα. Όλα αυτά παίρνουν μίαν θέσι και μίαν αξία ενώπιον του Χριστού,
αρκεί να μην ξεχνάμε ότι ο σκοπός μας, το τέρμα μας, είναι η βασιλεία του Θεού, και η ψυχή μας
να διψάη γι’ αυτήν. Στόχος μας να είναι Εκείνος. Πατρίδα μας να είναι ο ουρανός. Και αυτό
εννοούμε όταν λέμε το Αμήν: Ναι, Πατέρα μου ουράνιε, όλα αυτά που μου λες τα δέχομαι• το
ταξίδι μου το άρχισα’ μπήκα στον δρόμο που θα με βγάλη στον ουρανό. Δεν θα σταματήσω, εάν
δεν φθάσω εκεί πού είσαι εσύ.
Συνεπώς, μέσα στην λειτουργία ταξιδεύαμε προς την βασιλείαν του Χριστού και ταυτόχρονα
βρισκόμαστε εις αυτήν. Μας έχει ανεβάσει ο Χριστός εις τον ουρανόν ή καλύτερα έχει κατεβάσει
εις την εκκλησίαν μας τον ούρανόν. Όλα τα αγαθά, την σωτηρία μας, την αγιότητα, την ταπείνωσί
του, τα χαρίσματά του γενικά, μας τα δίνει σαν «προίκα»(13) μέσα στην εκκλησία.
Η λειτουργία είναι για μας σαν ένας αρραβώνας. Όπως φοράς το δαχτυλίδι του αρραβώνος και
αυτό σημαίνει μίαν υπόσχεσι γάμου, έτσι ακριβώς η λειτουργία σημαίνει ότι συνδέομαι με τον
Χριστόν, ο οποίος μου υπόσχεται ότι, αν μείνω πιστός, θα με βάλη οπωσδήποτε εις την βασιλείαν
των ουρανών. Ζούμε από την γη αυτήν τον παράδεισον. Εδώ λοιπόν, αγαπητοί μου, συντελείται
αυτή η τόσο μεγάλη αλήθεια.
Εδώ μέσα, όταν τελούμε την λειτουργίαν, είναι ολόκληρος η Εκκλησία του Χριστού. Ενούμεθα με
τον Χριστόν και γινόμεθα μαζί του ένα σώμα. Όπως, εάν πάρης ένα ύφασμα άσπρο και
τοποθετήσης πίσω ένα φακό πολύ δυνατό, αυτό γίνεται μία φωτεινή οθόνη, έτσι μας απορροφούν
και εμάς οι ακτίνες του Χριστού και μας κάνουν χριστούς. Γινόμεθα ναός του Χριστού, γινόμεθα
μέλη του Χριστού, γινόμεθα χριστοί και εκείνος είναι η κεφαλή μας. Κεφαλή, «ο Χριστός εστίν
κεφαλή της εκκλησίας»(14), σημαίνει το κεφαλάρι, η πηγή. Όταν διψάς, θα πας στην βρύσι να
ξεδιψάσης. Ο Χριστός είναι αυτός ο οποίος ποτίζει την καρδιά μας την διψασμένη. Τα μέλη μας
και οι σάρκες μας και τα οστά μας γίνονται μέλη και σάρκες και οστά του Χριστού. Ζούμε την ζωή
του Χριστού και ο Χριστός αναλαμβάνει την δική μας ζωή. Όπως ένας είναι ο άρτος που βάζομε
εις το άγιον αρτοφόριον, όπως ένας είναι ο άρτος τον οποίον αποθέτομεν εις την αγίαν Τράπεζαν,
όπως ένας είναι ο Χριστός, έτσι και εμείς με τον Χριστόν και μεταξύ μας γινόμεθα ένα• γινόμεθα
ένας Χριστός.
Τι γίνεται επομένως όταν κάνωμε λειτουργία; Κάνομε μίαν δεξίωσι, ένα δείπνο. Καλούμε ως
συνδαιτυμόνες τους αγίους της Εκκλησίας μας, καλούμε τον πατέρα μας τον κεκοιμημένο, τον
παππού μας, τον προπάππο μας, τα πρόσωπά μας τα αγαπητά που έφυγαν, καλούμε τους αγγέλους.
Και έρχεται ο ίδιος ο Χριστός και μας παραθέτει το σώμα του και το αίμα του. Αυτό σημαίνει
«πάντων των αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω
Θεώ παραθώμεθα». Αφού φέραμε όλους τους αγίους εδώ και αναθέσαμε εις αυτούς τον εαυτόν
μας, αφού τους ικετεύσαμε και τους κάναμε βοηθούς, δίνομε τον εαυτόν μας πλέον εις τον
Χριστόν.
Πώς παρουσιάζεται ο Χριστός εις την λειτουργίαν; Να προσέξωμε εδώ για να καταλαβαίνωμε
περισσότερα, όταν προσερχώμεθα εις αυτήν. Να δήτε εν τη πράξει ότι εις την λειτουργίαν είναι
παρών ο Χριστός και ολόκληρος η Εκκλησία. Τύπος του Χριστού είναι ο επίσκοπος(15). Όπου
είναι ο επίσκοπος, εκεί μόνον μπορεί να υπάρχη και η Εκκλησία του Χριστού. Γι’ αυτό ανεβαίνει
στον υψηλό θρόνο ο επίσκοπος, για να δείξη ότι εκείνην την στιγμή ο Χριστός παίρνει την θέσι
του ανάμεσά μας. Εκεί όπου είναι ο αρχιερεύς, εκεί όπου είναι ο επίσκοπος, εκεί είναι πράγματι ο
Χριστός. Όπως στο υπερώο, όπου ήσαν μαζεμένοι οι μαθηταί, μπήκε ο Χριστός και τους είπε
«ειρήνη υμίν»(16), έτσι ακριβώς, όταν ανεβαίνη στον θρόνο ο αρχιερεύς, ανεβαίνει ο Χριστός,
διότι Εκείνος είναι «ο προσφέρων και ο προσφερόμενος»(17). Ο Χριστός κατά βάθος κάνει την
λειτουργίαν και εμείς είμαστε όλοι γύρω του. Όταν δεν υπάρχη αρχιερεύς, υπάρχει ο
αντιπρόσωπός του, ο οποίος πρέπει να έχη, σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας, άδειαν του
επισκόπου• εάν δεν την έχη, δεν μπορεί να γίνη λειτουργία(18).
Ο ιερεύς ενδύεται λευκά, πολυτελή ή χρυσοΰφαντα άμφια. Γιατί άραγε; Επειδή είναι εγωιστής;
Όχι, αγαπητοί μου. Όταν φοράη λευκά άμφια, θέλει να δείξη τον Χριστόν, ο οποίος κατά την
Μεταμόρφωσιν ενεφανίσθη με λευκά σαν χιόνι ιμάτια(19). Έτσι, εις το πρόσωπο και εις τα ρούχα
του ιερέως εμφανίζεται ο Χριστός. Όταν φοράη πολυτελή άμφια, θέλει να δείξη την δόξαν του
Χριστού. Φορώντας το στιχάριον, το πρώτο άμφιον, ενδύεται επάνω του τον Χριστόν. Φορώντας
κατόπιν το πετραχήλι, είναι σαν να παίρνη την χάριν του Θεού. Όταν, τέλος, προσθέτη επάνω του
το φελόνιόν του, είναι μία πλήρης εικόνα του Χριστού.
Βλέπεις τον ιερέα με τα άμφια; Δεν είναι πλέον ο συγκεκριμένος ιερεύς, αλλά ο Χριστός. Κανείς
στον κόσμο δεν φοράει τα άμφια που φορούν οι ιερείς. Είναι κάτι το υπερκόσμιον. Είναι ένα
παράξενο θέαμα, μια ουράνια οπτασία, για να δείξη ότι κάτι το ουράνιο, ο ίδιος ο Χριστός(20),
κατέβηκε σε εμάς.
Ανοίγει λοιπόν η ωραία πύλη και εις το θυσιαστήριον εμφανίζεται ο ιερεύς. Γιατί όμως ο ιερεύς
δεν κοιτάζει εμάς, αλλά κοιτάζει προς το θυσιαστήριον; Ίσταται προ του θυσιαστηρίου και δέεται,
ικετεύει, παρακαλεί τον Χριστόν ως ένας μεσίτης δικός μας. Όταν θα κάνη κατόπιν την είσοδον,
θα πέραση ανάμεσά μας χωρίς να μας ρίξη πάλι ούτε ένα βλέμμα. Είναι αυτός που προπορεύεται,
που ανεβαίνει, που μας οδηγεί εις τον δρόμο του ουρανού.
Τι κάνει ο ιερεύς και πάει συνεχώς μπροστά χωρίς να μας κοιτάζη; Προσέξτε να καταλάβετε.
Ανεβήκατε ποτέ στα μοναστήρια των Μετεώρων; Έχετε έλθει στο Μεγάλο Μετέωρο; Στην αρχαία
εποχή οι άνθρωποι ανέβαιναν με το δίκτυ. Τους έβαζαν μέσα, τους έκλειναν τα μάτια για να μη
ζαλίζωνται, και τους ανέβαζαν με το βαρούλκο. Αργότερα έκαναν ένα δρομάκι πολύ στενό,
σύρριζα στον βράχο, που ανέβαινε μέχρι το βουνό της Μεταμορφώσεως. Όταν λοιπόν ερχόταν
κάποιος, πώς να ανέβη εκείνο το πολύ στενό μονοπατάκι; Αν κοιτούσε κάτω στον κρημνό, θα
εσωριάζετο και θα εχάνετο. Κατέβαινε τότε ένας καλόγερος, έδινε εις τον επισκέπτη το ράσο του
και του έλεγε: Καθώς εγώ θα ανεβαίνω και θα κοιτάζω προς τα επάνω, εσύ κράτα με. Θα
ανεβαίνωμε μαζί. Μην κοιτάξης όμως κάτω. Αν κοιτάξης, θα πέσης και θα παρασύρης και εμένα.
Και από εκείνο το μικρό μονοπάτι, που χτυπούσε η καρδιά του επισκέπτου, γιατί ήξερε πως κάτω
ήταν χάος, τον ανέβαζε ο καλόγερος. Τον ανέβαζε γύρω γύρω και, όταν έφθαναν επάνω, έλεγε: Αχ,
εδώ είναι ο Χριστός! Αυτό ακριβώς κάνει και ο ιερεύς. Μας ανεβάζει στο στενό μονοπάτι.
Πρόσεξε, μην κοιτάζης κάτω, μη σε πλανέψη κάτι το χοϊκό. Ψηλά η καρδιά σου, ο νους σου αετός,
για να μπορή να διασχίση και τους αιθέρας και τους ουρανούς! Χερσαία ζώα δεν μπορούν να
πετάξουν. Αετός γίνε! Ψηλά κοίτα!
Εν τω μεταξύ οι ψάλτες ψάλλουν τα αντίφωνα• «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ σώσον
ημάς». Τα συνδυάζουν με διαφόρους στίχους από το Ψαλτήρι, που είναι προφητείες για την έλευσι
του Χριστού• προλέγουν ότι έρχεται ανάμεσά μας ο Χριστός. Κατόπιν ο ιερεύς κάνει την μικράν
είσοδον συνεπαρμένος, διότι στην πραγματικότητα μπήκε σαν τον Μωυσή μέσα στο σύννεφο που
κρύβει τον Χριστόν. Ας θυμηθούμε τον Μωυσή όταν ανέβηκε επάνω στο Σινά. Τι βροντές ήταν
εκείνες, τι σεισμοί, τι φωτιές, τι καπνοί, τι φόβος και τρόμος! Παρών ο Θεός(21)!
Έτσι ακριβώς, μπροστά στον ιερέα παρών είναι ο Θεός. Δεν γίνονται βέβαια σεισμοί εδώ, για να
μη τρομάξωμε, δεν υπάρχουν καπνοί, άλλά μόνον ο καπνός του θυμιάματος που ευωδιάζει. Ο
ιερεύς γνωρίζει ότι προπορεύεται ο Χριστός και δεν αντέχει πλέον άλλο, γι’αυτό ξεσπάει η καρδιά
του• «Ότι άγιος ει ο Θεός ημών και σοι την δόξαν αναπέμπομεν». Άγιος, ξεχωριστός είσαι, Θεέ
μου. Κοιτάζει το θυσιαστήριον και είναι βέβαιος ότι είναι ο Θεός, το Πνεύμα, οι άγγελοι.
Κατά την μικράν είσοδον επέρασε και, όταν έφθασε εις τον συνήθη τόπον, παρεκάλεσε τον
Χριστόν μαζί με την δική του είσοδο να γίνη και είσοδος αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων. Εν
συνεχεία λέγει• «Ευλογημένη η είσοδος των αγίων σου». Ευλογεί την είσοδον, κατά την οποίαν
μαζί με τον ιερέα συνεισέρχονται τα τάγματα και οι μυριάδες των αγγέλων και τα νέφη των αγίων.
Μαζί τους, επάνω σε νοερά σύννεφα, εισέρχεται και ο ιερεύς. Γι’ αυτό, τρομαγμένος μην τον κάψη
η φωτιά του Θεού λέγει• «Ότι άγιος ει ο Θεός». Εγώ αμαρτωλός είμαι• μη με κάψης όμως, Θεέ
μου.
Είχα την ευτυχία να γνωρίσω έναν άγιο άνθρωπο, ο οποίος πόσες φορές, όταν πήγαινε να
λειτουργήση, έβγαινε από το θυσιαστήριον με ένα βλέμμα εξωκόσμιο, με ένα μάτι που έβλεπε
πέρα από τον ορίζοντα! Λειτουργούσε μόνος του με έναν υποτακτικό του εις τον οποίον έλεγε:
Βγες έξω, βγες, βγες γρήγορα. Έκλεινε την πόρτα και έμενε μόνος εις το θυσιαστήριον. Καθόταν
μια ώρα, δυο ώρες. Ύστερα, αφού μιλούσε, αφού το πνεύμα του ελούετο στο φως του Θεού, αφού
τα μάτια του ακτινοβολούσαν την λάμψι Του, έβγαινε πάλι και άνοιγε την πόρτα. έλα, του έλεγε,
έλα. Εδώ ήταν το Άγιον Πνεύμα, εκεί τα σεραφίμ, εκεί τα χερουβίμ και έτρεμε ολόκληρος με ένα
τρεμούλιασμα όμως γεμάτο χαρά και ευτυχία(22).
Και ο άγιος Σπυρίδων «αγγέλους έσχε συλλειτουργούντας»(23). Πράγματι ο ιερεύς είναι
συλλειτουργός των αγγέλων και των αγίων. Και ο λαός, επειδή το ξέρει, ψάλλει και αυτός τον
αγγελικόν ύμνον «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος». Ψάλλουν οι άγγελοι το «άγιος,
άγιος, άγιος» και επαναλαμβάναμε και εμείς την φωνή τους. Έτσι, γη και ουρανός γινόμεθα όλοι
ένας χορός, ένα πανηγύρι, ένα τραγούδι. Και προσθέταμε το «ελέησον ημάς». Είναι η κραυγή του
αμαρτωλού ανθρώπου, διότι οι άγγελοι είναι άγιοι και πανάγιοι. Και στην μεγάλη είσοδο μαζί με
τους αγγέλους είμαστε και εμείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι! Τι φοβερό! Περνάει ο Χριστός, μαζί
και οι άγιοι, οι άγγελοι, μαζί και εγώ ο αμαρτωλός ιερεύς.
Γι’ αυτό στην αρχαία εποχή οι ευσεβείς βασιλείς, όταν εγίνετο η μεγάλη είσοδος, ακολουθούσαν
τον ιερέα με την συνοδία τους ως τιμητική συνοδία του ουρανίου βασιλέως ο οποίος περνούσε την
ώρα εκείνην. Υπάρχει η παράδοσις ότι κάποιος βασιλεύς σε μια τέτοια εκστατική στιγμή,
αισθανόμενος το ρίγος της παρουσίας του Χριστού και των αγγέλων, σωριάσθηκε κάτω με τα
βασιλικά του ρούχα και το στέμμα.
Μετά τον αγγελικόν ύμνον και αφού αναγνωσθή ο απόστολος, όταν ετοιμάζεται ο ιερεύς να πη το
ευαγγέλιον, στρέφεται για πρώτη φορά προς τον κόσμο και τον ευλογεί• «Ειρήνη πάσι». Δεν
ευλογεί την ώρα εκείνην ο ιερεύς• ευλογεί ο ίδιος ο Χριστός. Όταν επρόκειτο να αναληφθή ο
Χριστός, εσήκωσε τα χέρια του, ευλόγησε τους μαθητάς και εκείνοι προσκύνησαν και έφυγαν(24).
Αυτό ακριβώς γίνεται εκείνην την ώρα. Ο ιερεύς, ο μεσίτης, ο αμαρτωλός, αποσύρεται και αφήνει
τώρα να λειτουργή ο Χριστός ο ίδιος!
Γι’ αυτό εις την μικράν είσοδον κρατάει προ της κεφαλής το Ευαγγέλιον, όχι για να κρύβη το
πρόσωπό του, αλλά για να φαίνεται πως δεν υπάρχει εκείνος αλλά μόνον ο Χριστός. Και αφού το
υψώση, ψάλλομε• «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ». Προσκυνάμε τον Χριστόν,
όχι ένα Ευαγγέλιον, όχι τον ιερέα. Είναι μπροστά μας ο Χριστός που διδάσκει, ο Χριστός που
λειτουργεί, ο Χριστός που ομιλεί, ο Χριστός που κρύβεται στον ιερέα. Πριν από αυτό ο ιερεύς
λέγει• «Σοφία, ορθοί». Τι σημαίνει «ορθοί»; «Εναγωνίους ημάς είναι βούλεται τω Θεώ και τοις
μυστηρίοις εντυγχάνοντας και μη ραθύμως, αλλά μετά σπουδής… την τοιαύτην ομιλίαν ποιείσθαι»
(25). Με αγωνίαν, με πόθον, με προσοχήν, όρθιος να περιμένης να δης τον Χριστόν και να
επικοινωνήσης μαζί του. Γι’ αυτό τον προσκυνούμε.
Επίσης εις την μεγάλην είσοδον, όταν περνάη ο Χριστός, ο ιερεύς λέγει• «Πάντων υμών μνησθείη
Κύριος ο Θεός εν τη βασιλεία αυτού». Και ο καθένας μας λέγει• «μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη
βασιλεία σου»(26). Βλέπομε τον Χριστόν με τα μάτια της ψυχής και τον παρακαλούμε να μας
θυμηθή. Επομένως, ο Κύριος λειτουργεί. Ο Κύριος περνάει ανάμεσά μας. Ο Κύριος έρχεται να
πάρη τα δώρα μας, για να τα εναποθέση εις το θυσιαστήριον.
Ως δώρα προσφέρομεν άρτον και οίνον. Ο άρτος στηρίζει και δίνει ζωήν στον άνθρωπο, ενώ το
κρασί του δίνει αντοχήν και υγείαν. Επομένως, όταν δίνωμε εις τον Χριστόν τον άρτον και τον
οίνον, δίνομε εκείνα που μας τρέφουν, που μας δίνουν την ζωή(27). Μυστικά, συμβολικά,
προσφέρομε εις τον Χριστόν την ζωή μας, την υγεία μας, την ευφροσύνη μας• προσφέρομε τον
εαυτόν μας• προσφέρομε τις δυσκολίες μας, τους πόνους μας, τους καημούς μας, τα παιδιά μας•
προσφέρομε τα πάντα, όσα είναι δικά μας και όλον τον κόσμο. Γίνεται η αναφορά λέγοντας την
ευχή της αναφοράς. Το ουσιαστικό αναφορά προέρχεται εκ του αναφέρω πού σημαίνει άνω φέρω.
Ο Χριστός δηλαδή, την φρικτήν εκείνην στιγμή, δέχεται εις το υπερουράνιον θυσιαστήριον τα
δώρα μας, την ζωή μας που του την προσφερομε• δέχεται εμάς.
Επομένως, όταν πηγαίνωμε εις την λειτουργίαν, πηγαίνομε για να πάρωμε τον Χριστόν. Αλλά
πρέπει προηγουμένως να είμαστε έτοιμοι να του δώσωμε ό,τι μας ζήτηση, να δώσωμε τον εαυτόν
μας. Εάν έχωμε κρατούμενα, δεν μπορούμε να ενωθούμε με τον Χριστόν. Εκείνην την στιγμή
μπροστά μας παρουσιάζεται ο Χριστός εσφαγμένος. Πρέπει και εμείς να νοιώθωμε εσφαγμένοι δι’
αυτόν να είμεθα πρόθυμοι, αν χρειασθή, να σφαγούμε.
Διαρκώς λοιπόν παρουσιάζεται ενώπιόν μας ο Χριστός και ψάλλεται το αλληλούια. Κατά την
μικράν είσοδον, μετά το αποστολικόν ανάγνωσμα και την μεγάλην είσοδον ψάλλομε αλληλούια. Τι
σημαίνει αλληλούια; Το αλληλούια είναι ένας χαιρετισμός, που λέγεται στους γάμους του Χριστού.
Για τους γάμους έχομε ιδιαίτερες ευχές και χαιρετισμούς. «Να ζήσετε ευτυχισμένοι χίλια χρόνια»,
εύχεσαι στους νεόνυμφους. Το αλληλούια είναι γαμήλιος ύμνος, χαιρετισμός εις τους γάμους του
Χριστού, όταν ο Χριστός νυμφεύεται την νύμφη ψυχή.
Η λειτουργία λοιπόν με τις θεοφάνειές της, με την παρουσίαν του Χριστού, είναι σύναψις ενός
μυστικού γάμου με τον Κύριον. Ο γάμος ονομάζεται και χαρά. Εις την λειτουργίαν είναι σαν να
μας λέγη ο Χριστός• «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου»(28), εις τους γάμους του Χριστού
σου. Αν δεν θέλης; Αν δεν θέλης, πού θα πας να του κρυφθής; Όπου και αν πας, εις τα βάθη της
θαλάσσης ή εις τα ύψη του ουρανού, υπάρχει η παρουσία Του(29). Κάπου θα σε πιάση. Γιατί να
μην παραδοθής καλύτερα μόνος σου; θα δης πόση θα είναι η χαρά σου! Εάν αρνηθής, θα είναι για
σένα μία αυτοκτονία.
Ο ιερεύς, αφού κοινωνήση τους ανθρώπους, υψώνει το άγιον Ποτήριον και λέγει• «Πάντοτε νυν
και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Μας θυμίζει την Ανάληψιν του Χριστού. Είναι η
στιγμή που ο Χριστός μας υπόσχεται πως θα μείνη πάντα μαζί μας(30). Έχοντας πάρει το Άγιον
Πνεύμα, έχοντας δει τα μυστικά της βασιλείας, μπορούμε να φύγωμε με τα μάτια της ψυχής μας
γεμάτα από τις ομορφιές που είδαμε.
Επομένως, αγαπητοί μου, η λειτουργία μας είναι ένας αρραβώνας με τον Χριστόν, ένας γάμος.
Μας βάζει εις την βασιλείαν του. Ύστερα θα βγούμε πάλι, θα πάμε στο σπίτι μας με τα πάθη μας,
με τις αμαρτίες μας, με τις μιζέριες μας. Δεν έχει σημασίαν. Θα πάμε πάλι στην λειτουργία, θα
αρπάξωμε πάλι τον Χριστόν, θα μας θεώση ξανά. Και έτσι, με συνεχή αγώνα, με συνεχή πορεία,
μπροστά ο ιερεύς, πίσω εμείς, θα φθάσωμε εις την βασιλείαν των ουρανών. Πηγαίνομε εις την
λειτουργίαν με τον πόθο αυτόν; Εξασφαλίσαμε την βασιλείαν των ουρανών.
Είδαμε μέσα στην λειτουργία τους ουρανούς να ανοίγουν. Είδαμε τα αγαθά της βασιλείας των
ουρανών. Επήραμε την «προίκα» μας, το Άγιον Πνεύμα. Μάθαμε ότι αυτός που ζητάμε, μπορεί να
είναι στο χέρι μας, μπορούμε εμείς οι αμαρτωλές ψυχές να τον πιάσωμε μέσα στην Εκκλησία. Ας
ερχώμεθα κάθε φορά για να πιάνωμε έτσι τον Χριστόν και να τον βάζωμε μυστικά και αόρατα
μέσα μας. Και φεύγοντας με ψυχές που πανηγυρίζουν, ας πούμε• «πιστεύσωμεν αυτώ τας ψυχάς,
και παραθώμεθα την ζωήν». Ας εμπιστευθούμε τις ψυχές μας εις τον Χριστόν που τον είδαμε και
ας του αφιερώσωμε την ζωή μας• «και φλέξωμεν τας καρδίας τω πυρί της αγάπης αυτού»(31). Ας
πυρπολήσωμε την καρδιά μας με το πυρ της αγάπης του• με ένα πυρ που καίει μέσα μας κάθε
σάπιο, που μας καθαρίζει και μας ετοιμάζει για την αιωνία ζωή.
Σημειώσεις
*. Κήρυγμα στον Ι. Ναόν Αγίου Νικολάου Τρικάλων, 31 Ιανουαρίου 1971.
1. Βλ. Αρ. 13, 1-25.
2. Ιησ. Ν. 6, 1-20.
3. Ομιλία 2, Εις την κατά τον «Τελώνην και τον Φαρισαίον του Κυρίου παραβολήν» 4, «ΕΠΕ», τ.
9, σελ. 50.
4. ΙΩ. ΣίΝΑΪΤΟΥ, «Κλίμαξ 30, Περί του συνδέσμου της εναρέτου τριάδος εν αρεταίς», PG 88,
116OB.
5. Πράξ. 9,3-9.
6. Ματθ. 18, 20
7. Ιω. 20, 16-17.
8. Λουκ. 8,42-48.
9. Ιω. 20, 27-28.
10. Ιω. 11, 28.
11. «Συμπόσιον 11, ΒΕΠΕΣ», τ. 18, σελ. 86, στχ. 20-21.
12. Την Κυριακή της Σαμαρείτιδος τελείται εις την Ι. Μητρόπολιν Τρικάλων η λιτανεία του
πολιούχου αγίου Βησσαρίωνος.
13. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 1,2, σελ. 32.
14. ‘Εφ. 5,23.
15. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, «Τραλλιανοίς 3,1, ΒΕΠΕΣ», τ. 2, σελ. 272, στχ. 14.
16. Ιω. 20, 19• 21• 26.
17. Θεία Λειτουργία, ευχή χερουβικού.
18. «Κανόνες αγίων Αποστόλων» 39, «Πηδάλιον», έκδ. Αστήρ, Αθήναι ‘1970, σελ. 43• βλ. και
ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, «Σμυρναίοις 9, 1, ΒΕΠΕΣ», τ. 2, σελ. 281, στχ. 29 -30.
19. Μάρκ. 9, 2-3.
20. Πρβλ. «Βίος αγιου ιερομάρτυρος Παγκρατίου, επισκόπου Ταυρομενίας», ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΛΑΓΓΗ, «Μ. Συναξαριστής», τ. 7, Αθήναι 21990, σσ. 157 – 158.
21. Έξ. 19, 16• 18.
22. Βλ. Χ. ΦίΛΟΑΘΩΝΙΤΟΥ, Ο παπα-Τύχων, εκδ. Σημάντρο, Αθήνα 21981,σσ. 23-24.
23. Απολυτίκιον αγίου Σπυρίδωνος.
24. Λουκ. 24, 50-52.
25. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 22, 5, σελ. 120.
26. Λουκ. 23, 42.
27. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 3, 1• 4, 1, σσ. 48, 50.
28. Ματθ. 25, 23.
29. Ψαλμ. 138, 7-10• Σάββατον εσπέρας, γ’ κεκραγάριον, ήχος πλ. β’.
30. Ματθ. 28, 20• Λουκ. 24, 50-51.
31. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 1,12, σελ. 42.
4. Η Παρουσία μας εις τον Ναόν(*)
Αυτές τις δύο ήμερες, που έζησα μαζί σας, κατάλαβα και ένοιωσα πόσην ευσέβειαν έχουν αι
καρδίαι σας, πόσον αναζητείτε τον Θεόν, πως και στις δυσκολώτερες στιγμές της ζωής σας ζητείτε
ένα σημάδι από αυτόν, μίαν αφορμήν μετανοίας και εξομολογήσεως. Φεύγοντας τώρα, θα ήθελα
να πούμε δύο τρία λόγια εξ αφορμής του αγίου τον οποίον εορτάζομεν.
Ο άγιος ιερομάρτυς Ιάκωβος είναι μία από τις σημαντικές προσωπικότητες της πρώτης Εκκλησίας.
Ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος δεν ήτο μόνον κατά σάρκα συγγενής του Χριστού, αλλά και
απερρόφησε βαθύτατα το πνεύμα του. Ήτο τόσον δίκαιος, ώστε του απένειμαν την προσωνυμίαν
του δικαίου ως το χαρακτηριστικό της ζωής του.
Κατά την παράδοσι δε της Εκκλησίας είναι αυτός ο οποίος έκανε την πρώτην λειτουργίαν, το
πρώτο κείμενο, από το οποίο εν συνεχεία προέκυψαν και αι υπόλοιποι θείαι λειτουργίαι. Δεν
μπορούμε να γνωρίζωμε ακριβώς ποια ήτο η εξέλιξις της λειτουργίας, αλλά και μόνον αυτή η
παράδοσις αποδεικνύει ότι ο άγιος της ημέρας μας αγαπούσε την λατρείαν και επεδίωκε την θείαν
λειτουργίαν. Είναι αυτός ο οποίος εχάραξε μίαν γραμμή εις την Εκκλησίαν και μάλιστα εις την
Αποστολικήν Εκκλησίαν των Ιεροσολύμων. Αυτή η παράδοσις μετεπήδησε και εις τας υπολοίπους
Εκκλησίας.
Η θεία λειτουργία είναι αληθώς μία δωρεά του Αγίου Πνεύματος εις ημάς τους ανθρώπους. Είναι
μία μυσταγωγία του Πνεύματος, ένας τρόπος αποκαλύψεως του Θεού και όλων των ουρανίων
πραγμάτων. Δεν υπάρχει τίποτε εις την λειτουργίαν το οποίο δεν είναι αποκαλυπτικόν της θεότητος
και των ενεργειών της Αγίας Τριάδος.
Επειδή γνωρίζομεν και πιστεύομεν ότι ο Θεός είναι ο πατέρας μας, γι’ αυτό και τον ναόν, μάλιστα
όταν λειτουργούμε, τον βλέπομε σαν σπίτι μας. Μπαίνομε, βγαίνομε, χαιρόμαστε, κάνομε τον
σταυρόν μας, ανάβομε τα κεριά μας, μπορεί και κάτι να πούμε, αλλά βλέπει κανείς ότι ο
ορθόδοξος νοιώθει ότι η εκκλησία είναι το σπίτι του. Δικό μας σπίτι είναι ο ναός. Και αυτή η
σύναξις είναι η πραγματική οικογένειά μας. Δεν είναι οικογένειά μας μόνον το ένα, τα δυο, τα τρία
παιδιά μας, όσα και αν έχωμε. Είμαστε όλοι εμείς και όλοι εκείνοι που γυρίζουν δεξιά και αριστερά
και που ίσως ακόμη δεν σκέφθηκαν τον Θεόν ή δεν ετόλμησαν ακόμη να ομολογήσουν ότι μέσα
τους έχουν βογγητά και ότι ζητούν με αυτά να ανοίξουν τον ουρανόν, για να απαντήση ο Θεός,
αλλά διστάζουν και ντρέπονται. Η λειτουργία είναι η οικογένειά μας, η σύναξίς μας, το σπίτι μας.
Γιατί μαζί με εσάς και με εκείνους που δεν παρίστανται και με τους αμαρτωλούς και με τους
κακούς και με τους τεθνεώτας είναι και εκείνοι που σήμερα ευρίσκονται στην κόλασι, αλλά που
μπορεί κάτι να θυμούνται για τον Θεόν. Οι προσευχές της Εκκλησίας, τα μνημόσυνα, αι θείαι
λειτουργίαι, ποιος ξέρει πόσους από αυτούς θα ωφελήσουν και θα τους ανεβάσουν ακόμη και από
τον άδη, θα τους βγάλουν ακόμη και από την κόλασι(1). Αυτό είναι το σπίτι μας. Τόσο μεγάλο
σπίτι έχομε εμείς οι πιστοί!
Εισερχόμεθα λοιπόν στην εκκλησία, στο σπίτι μας, και χαιρόμεθα αληθινά. Αυτό είναι το
μεγαλύτερο προνόμιο που μπορεί να έχη ένας χριστιανός. Ζώμεν εδώ την χάριν του Θεού. Ζώμεν
την σωτηρίαν μας, τα αποτελέσματα του λυτρωτικού έργου του Θεού μας, του μεγάλου
Αρχιερέως(2). Εδώ, στην εκκλησία, μπορούμε να νοιώσωμε το χωρίον του Αποστόλου• ο Χριστός
«δια του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος»(3). Ο Χριστός
ζη για μας, προφητεύει και σηκώνει τα χέρια του εις τον ουράνιον Πατέρα. Μία φορά έχυσε το
αίμα του, μία φορά εισήλθε εις τα άγια των αγίων και από την ημέρα εκείνην δεν σταματά να
παρακινή τους αγίους να μεσολαβούν και αυτοί -και μάλιστα η μήτηρ αυτού, η Παναγία μας- εις
τον ουράνιον Πατέρα για μας, για τις καρδιές μας, για τα αμαρτήματά μας, για τους πόνους μας,
για τις απογοητεύσεις της ζωής μας. Άπαξ εισήλθε εις τον ουρανόν και μένει «εις το διηνεκές» μη
εκπίπτων του θρόνου εις τον οποίον εκάθισε εκ δεξιών του ουρανίου Πατρός(4). Αυτό σημαίνει
ότι, όταν εισερχώμεθα εις τον ναόν να παρακολουθήσωμε την θείαν λειτουργίαν, δεν είναι μία
πράξις τυχαία. Δεν είναι κάτι που μπορείς να λες: δεν βαριέσαι, θα έρθω και αύριο και μεθαύριο.
Είναι μία πράξις μοναδική. Πηγαίνομε εις Εκείνον τον οποίον ηγαπήσαμεν, εις Εκείνον ο οποίος
έδωσε την ζωή του για μας, εις τον Χριστόν.
Αλλά πού είναι ο Χριστός; Και εδώ είναι και παντού. Βασικά όμως ο Χριστός, το δεύτερον
πρόσωπον της θεότητος, είναι εκ δεξιών του ουρανίου Πατρός(5), εις τα άγια των αγίων.
Επομένως, μη νομίζετε ότι, όταν μπαίνωμε στον ναό, μπαίνομε και φεύγομε και ξαναμπαίνομε.
Όχι. Ανεβαίνομε και εισερχόμεθα εις τα άγια των αγίων, εις τους ουρανούς. Όπως ανοίγομε το
παραπέτασμα της ωραίας πύλης και βγαίνει ο Χριστός, το άγιον ποτήριον, έτσι ανοίγομε την
θύραν των ουρανών και εισερχόμεθα εμείς οι αμαρτωλοί! Εμείς οι αμαρτωλοί, εφ’ όσον ερχόμεθα
εις την λειτουργίαν, αναβαίνομεν εις την άνω Ιερουσαλήμ. Καταλαβαίνετε τι μεγαλείον ζουν αι
ψυχαί μας! Καθήμεθα και ημείς εκ δεξιών του Πατρός και παίρνομε τιμήν από την τιμήν του
Χριστού μας και από την τιμίαν σάρκα του Κυρίου και Θεού μας(6).
Ώστε, όταν μπαίνωμε στην εκκλησία, διασχίζομε την απόστασι από την γη μέχρι τον ουρανό.
Διασχίζομε τους αστέρας, αφήνομε τους αγγέλους κάτω από ημάς και ανεβαίνομε εκεί όπου
ίσταται η Παναγία Τριάς. Αυτό είναι μυστήριον της Εκκλησίας μας. Βλέπομε το ψωμί και το
κρασί, αλλά ποιος από ημάς δεν πιστεύει ότι είναι ο Χριστός; Οσφραινόμεθα κρασί και ψωμί, αλλά
ποιος από ημάς δεν πιστεύει ότι είναι σώμα και αίμα Χριστού!
Το αυτό μυστήριον συμβαίνει και εδώ. Βλέπομε ότι είμαστε μπροστά σε αυτές τις εικόνες, κάτω
από τους πολυελαίους, ο ένας πλάι στον άλλον. Λάθος. Είναι μυστήριον. Δεν είμαστε εδώ. Είμαστε
εκεί επάνω μαζί με τα στίφη των αγίων, μαζί με τα τάγματα των αγγέλων, μαζί με τα εξαπτέρυγα
σεραφίμ, τα οποία τρέχουν τόσο γρήγορα για να μας μαθαίνουν και εμάς να τρέχωμε προς τον
Χριστόν ημέρας και νυκτός, μαζί με τα πολυόμματα χερουβίμ για να συνηθίσουν και τα δικά μας
μάτια να ανακαλύπτουν τον Χριστόν. Αυτό σημαίνει μυστήριον της Εκκλησίας μας.
Για να το καταλάβωμε καλύτερα, ας πούμε ότι θέλομε να κάνωμε μίαν πορεία, για να ανεβούμε εις
το υψηλότερο βουνό. Τι κάνομε τότε; Παίρνομε μαζί μας εφόδια, τρόφιμα, υποδήματα, ράβδους
και ό,τι θα χρειασθή για την πορεία, εξετάζομε την υγεία μας και ετοιμαζόμαστε. Και ενώ
ετοιμαζόμαστε, ξαφνικά βλέπομε ότι είμαστε επάνω στην κορυφή. Κάτι τέτοιο γίνεται. Ενώ
δηλαδή ετοιμάζαμε τις καρδιές μας για να πάμε κάποτε στον ουρανό, στην πραγματικότητα ήδη,
την ώρα που το σκεπτόμαστε και μπαίνομε στην εκκλησία, βρισκόμαστε στα ουράνια ύψη.
Ετοιμαζόμαστε για πόλεμο, να νικήσωμε τον δαίμονα και την αμαρτία και, ενώ βλέπομε ότι η
αμαρτία έχει ακόμη δύναμι στην σάρκα μας, στην ψυχή μας, στην καρδιά μας, μπαίνοντας στην
εκκλησία, αυτή η σαρξ παρίσταται εκ δεξιών του Πατρός, και ο Χριστός δείχνει ημάς εις τον
ουράνιον Πατέρα. Αυτό το μυστήριον αποκαλύπτεται τόσες φορές μέσα στην εκκλησία.
Τι κάναμε προηγουμένως, αγαπητοί μου, όταν εγίνετο η μικρά είσοδος; Προ της μικράς εισόδου
αναπέμπομεν μίαν ευχήν εις τον Θεόν και παρακαλούμε τον Κύριον να μας αξιώση μαζί με τους
αγγέλους και εμείς να συνοδεύωμε το άγιον Ευαγγέλιον, «Δέσποτα Κύριε,… ποίησον συν τη
εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι». Και έτσι πραγματικά γίνεται. Δεν κάνομε την
είσοδον ημείς. Την κάνουν οι άγγελοι, τους οποίους απέστειλε ο Θεός. Γι’ αυτό λέγονται όλοι οι
άγγελοι διακονικά πνεύματα(7), διότι έρχονται να μας υπηρετήσουν, όπως μας υπηρετούν τα
παπαδάκια που κρατούν μπροστά τα μανουάλια ή μας ανάβουν το θυμιατό. Αυτό είναι το έργο των
αγγέλων. Μας ετοιμάζουν τα πάντα, ώστε μία ήμερα η τράπεζα της σωτηρίας μας να είναι έτοιμη.
Πότε θα ετοιμασθή; Άλλες φορές η νοικοκυρά ετοιμάζει γρήγορα το τραπέζι, άλλες φορές
καθυστερεί. Έτσι κάνει και ο αριστοκράτης Χριστός, ο άρχοντας ουρανού και γης. Πότε γρήγορα
και πότε αργά μας ετοιμάζει την τράπεζαν της σωτηρίας. Μας διακονεί με τους αγγέλους. Οι
άγγελοι προπορεύονται, μας ανοίγουν τον δρόμο και εισερχόμεθα και παίρνομε το θυμιατό για να
τους αγιάσωμε(8), επειδή μας διηκόνησαν, και εν συνεχεία να αγιάσωμε τους αγίους και ό,τι
υπάρχει μέσα στην εκκλησία.
Θυμάσθε ότι, όταν κάποτε λειτουργούσε ο άγιος Σπυρίδων και είπε «ειρήνη πάσι», απήντησαν οι
άγγελοι «και τω πνεύματί σου»(9). Οι Πατέρες της Εκκλησίας πάντοτε είχαν τοιαύτας
αποκαλύψεις και οράματα τα οποία μέχρι και σήμερα συνεχίζουν να συμβαίνουν. Ο άγιος Σέργιος
επίσης ο Ρώσος κάθε φορά είχε έναν άγγελον που στεκόταν πλάι του την ώρα της θείας
λειτουργίας. Μία ημέρα που λειτουργούσε, βλέπουν οι δύο μαθηταί του ότι δεν ήσαν μόνον τρεις
αλλά τέσσερις. Κοιτούσαν. Τα έχασαν. Ποιος είναι ο τέταρτος; Πρώτη φορά τον έβλεπαν και
λέγουν: Τέσσερις είμαστε’ πώς γίνεται; Σσς, απαντά εκείνος, θα σας εξηγήσω αργότερα. Είναι ο
άγιος άγγελος που μου έστειλε ο Θεός. Κάθε φορά έρχεται και με υπουργεί(10).
Αυτό είναι το μεγαλείο μας. Αυτό αποκαλύπτει ο άγιος Ιάκωβος στην λειτουργία του. Γι’ αυτό την
αρχίζει με την μικράν είσοδον. Μόλις εισήρχετο, έλεγε «ειρήνη πάσι», εγίνετο η μικρά είσοδος και
εν συνεχεία η μεγάλη.
Όταν πρόκειται να γίνη η μεγάλη είσοδος, ο ιερεύς στρέφει τα μάτια στον ουρανό και κατεβάζει τα
ουράνια στην γη. Διατάζει τα χερουβίμ, τα σεραφίμ, την Αγίαν Τριάδα. Διότι ο Θεός δίνει στον
ιερέα την εξουσία να έχη τα δικαιώματα του Ιησού Χριστού. Ό,τι κάνει ο Χριστός, επειδή δεν είναι
παρών ορατώς, το παραχωρεί στους ιερείς. Και είναι ο ιερεύς μέσα εις το θυσιαστήριον ένας
αυτοκράτορας, ο οποίος δεν κυβερνά ανθρώπους, αλλά προ πάντων τις ταξιαρχίες των αγίων και
των αγγέλων. Εμείς πολλές φορές κουραζόμεθα και στενοχωρούμεθα. Οι άγιοι όμως και οι άγγελοι
ποτέ δεν λέγουν όχι εις τον ιερέα του Θεού και μάλιστα εις την λειτουργίαν.
Ώστε, αγαπητοί μου, αυτό είναι το μεγαλείο που μας αποκαλύπτει ο άγιος Ιάκωβος σήμερα. Η
λειτουργία μας είναι ένα τέτοιο μεγάλο δώρο. Κανείς δεν είναι άξιος γι’ αυτά τα μεγαλεία. Κανείς
δεν μπορεί να κάνη κάτι χωρίς τον Θεόν. Ο Θεός τα πραγματοποιεί και μας τα φέρει στα χέρια μας
και στην καρδιά μας.
Διατάζομε τους αγίους και οι άγιοι έρχονται. Ποιον αγαπάς; Αυτός σε επισκέπτεται. Ποιον
επεκαλέσθης; Αυτός έρχεται σε σένα. Και γι’ αυτό λέμε: Ευχαριστούμέν σοι, Κύριε ο Θεός ημών,
διότι μας κατέβασες τα τάγματα των αγγέλων και μας ανεβάζεις εις τον ουρανόν. Αξιούμεθα
παρεστάναι ενώπιον του ουρανίου Πατρός. Οποία μακαριότης! Οποία ευτυχία!
Αλλά ας σκέπτεται ο καθένας: Πόσο μεγάλον, πόσο πλούσιον, πόσο υψηλόν με κάνει ο Θεός
εμένα τον αμαρτωλόν! «Ω τάλας εγώ, ότι κατανένυγμαι»(11), κατέβηκε επάνω μου ο Θεός και
φοβάμαι μη πεθάνω, είπε ο Ησαΐας. Έτσι πρέπει να λέμε και ημείς, όταν ερχώμεθα εις την
εκκλησίαν. Να φοβούμεθα και να αγαλλιώμεθα. Να τρέμωμεν, αλλά και να σκιρτούν οι καρδιές
μας, διότι αγκαλιάζομε τον Θεόν και μας αγκαλιάζει και εκείνος.
Ήλθαμε λοιπόν στην εκκλησία, στην λειτουργία. Μην ανησυχήτε. Μπροστά μας, παρών ο Θεός!
Όπου και αν στρέψωμε το βλέμμα μας, μπροστά μας ο Θεός! Εάν δεν τον βλέπωμε, δεν σημαίνει
πως δεν είναι, αλλά απλώς τα μάτια μας δεν έχουν συνηθίσει να βλέπουν τον Θεόν.
Η Εκκλησία μας στο τέλος της θείας λειτουργίας αναφωνεί• «Είδομεν το φως το αληθινόν». Το
είδον αι καρδίαι μας. Το νοιώσαμε βαθιά στην ζωή μας. Αν οι άγγελοι έλεγαν για την Παναγία,
όταν ανέβαινε στον ουρανό, «άρατε πύλας, οι άρχοντες»(12), στρατηγοί του ουρανού, άγγελοι και
αρχάγγελοι ανοίξτε τις πύλες να εισέλθη η βασίλισσα, πολλώ μάλλον και εμείς να αναφωνούμε για
τον βασιλέα Χριστόν στους αγγέλους και στους αγίους οι οποίοι μας γεμίζουν, μας βλέπουν, μας
αγαπούν, μας υπερασπίζονται: άγγελοι, αρχάγγελοι «άρατε πύλας και εισελεύσεται ο βασιλεύς της
δόξης»(13).
Ας βλέπωμε νοερώς τον Βασιλέα για τον οποίον ανοίξαμε τους δρόμους εμείς οι αμαρτωλοί και ας
λέμε μαζί με τον Ψαλμωδόν «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ και κλαύσωμεν
εναντίον Κυρίου… ότι αυτός εστιν ο Θεός ημών»(14). Ας ανοίγωμε της καρδιάς μας τους βυθούς
ενώπιον του Κυρίου, ο οποίος είναι παρών, και να προχωρούμε κάθε μέρα περισσότερο, ώστε να
μπορούμε να ανακαλύπτωμε όλα εκείνα τα οποία ο Θεός, ο λυτρωτής μας, έχει κάνει για μας.
Σημειώσεις
*. Κήρυγμα στον Ι. Ναόν Παναγίας Καθολικής, Λεμεσός Κύπρου, Κυριακή 23 Οκτωβρίου 1988.
1. Όρθρος Κυριακής Ορθοδοξίας, Συναξάριον Ευεργετινός, τ. Δ’, Υπόθεσις 30, 1 (Γρηγορίου του
Διαλόγου), 11-14, σελ. 499.
2. Εβρ. 2, 17• 5, 9-10• 7, 24-27.
3. Εβρ. 9,12.
4. Εβρ. 10, 12.
5. Μάρκ. 16, 19• Εβρ. 12, 2.
6. Εφ. 2, 6• ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εξήγησις εις τον 44 ψαλμόν 10, PG 55, 199• ΙΩ.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως 3, 6 (50), PG 94, 1008Α• Όρθρος
Αναλήψεως, γ’ κάθισμα.
7. Ψαλμ. 103, 4• Εβρ. 1, 14.
8. Κατά το γλωσσικόν ιδίωμα των Κυπρίων αγιάζω σημαίνει και θυμιάζω.
9. Όρθρος αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού, «Συναξάριον.
10. Όσιος Σέργιος του Ραντονέζ, έκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1991, σσ. 61-63
11. Ησ. 6, 5.
12. Εσπερινός Κοιμήσεως της Θεοτόκου, δοξαστικόν κεκραγαρίων.
13. Ψάλμ. 23, 7• Εσπερινός Αναλήψεως, α’ κεκραγάριον• Λιτή, στ’ ιδιόμελον.
14. Ψαλμ. 94, 6-7.
5. Οι Σχέσεις μας με τον Πλησίον(*)
Το θέμα μας σήμερα, «οι σχέσεις μας με τον πλησίον», θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι
πρακτικό, αλλά έχει μεγάλη σημασία για την καθημερινή μας ζωή. Ό,τι υπάρχει στον κόσμο, είναι
μία εικόνα που ανεβάζει την σκέψι μας, τον νου μας, την καρδιά μας στον ουρανό και μας συνδέει
με τον Θεόν. Το θέμα μας δεν είναι απλώς μία εικόνα, αλλά ένα ολόκληρο εικονοστάσιο, το οποίο
μας δείχνει πώς ζούσαν οι άγιοι και πώς θέλουν να ζούμε εμείς. Επέλεξα το θέμα αυτό, γιατί
σήμερα γιορτάζομε έναν μεγάλο άγιο, τον άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, ο οποίος θα μας δώση τις
αφορμές και τις πηγές μιας ζωής όπως την θέλει ο Θεός.
Ο άγιος Ιάκωβος, όπως ξεύρετε, ήταν υιός του μνήστορος Ιωσήφ και επομένως αδελφός του
Χριστού. Ήταν τόσο εκλεκτός και τόσο δίκαιος και άγιος, ώστε οι Ιουδαίοι ένοιωθαν μειονεξία,
ένοιωθαν δυστυχείς, διότι δεν είχαν άλλον από το γένος τους σαν τον Ιάκωβο. ΄Ετσι, όταν μάλιστα
τους κατέκρινε, επειδή δεν δέχθηκαν τον Χριστόν ως τον Μεσσία τους, από αντίδρασι και ζήλεια
τον ανέβασαν στο υψηλότερο σημείο του ναού, στο πτερύγιο, και τον έρριξαν κάτω, αλλά εκείνος
δεν απέθανε. Τρέχουν τότε με μοχθηρία και τον σκοτώνουν(1)
.
Για μας έχει σημασία όχι μόνον το ότι ήταν μέγας στην πίστι, στην αρετή και στα μαρτυρικά
κατορθώματα, αλλά και το ότι ήταν ευγενέστατος. Θα λέγαμε ότι υπήρξε υπόδειγμα κοινωνικής
ευγενείας, δηλαδή πώς να συναναστρεφώμεθα με τους ανθρώπους, πώς να διοικούμε ανθρώπους
και πώς να υποτασσώμεθα σε αυτούς. Επίσης, πώς να είμεθα αγαπημένοι, πώς να είμεθα μία
εικόνα, μία σκηνή, ένα σπίτι, μία καρδιά, μία αγάπη. Επειδή ήταν τόσο λεπτός, τόσο ευγενής, τόσο
γλυκύς, δεν υπήρχε ούτε ένας στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων που να μην τον αγαπά και να μην
τον εμπιστεύεται. Ο Θεός θέλει να είμεθα στην καθημερινή μας ζωή τέτοιοι, ώστε να μας αγαπούν
οι άλλοι και να μας νοιώθουν ευχάριστους. Να μπορούν να επικοινωνούν μαζί μας, να πουν την
χαρά τους, την λύπη τους, τα προβλήματά τους. Να νοιώθουν ότι είμαστε καρδιές που ζούμε κοντά
η μία στην άλλη και μπορούμε να βοηθούμε ο ένας τον άλλον.
Ενώ υπήρχαν πολλά προβλήματα κατά την αποστολική εποχή, κανείς δεν είχε διαφορές με τον
άγιο Ιάκωβο. Αντιθέτως, και εκείνους που ήταν διηρημένοι -η διαίρεσις είναι ένα σκουλήκι που
μπαίνει παντού• ακόμη και στον παράδεισο μπήκε(2)!- ο άγιος Ιάκωβος τους συνέδεε. Ενθυμείσθε
ότι η αρχέγονος Εκκλησία, κατά την ανθρώπινη αντίληψι, κινδύνευε να διαλυθή, μαζί και το έργο
του Λυτρωτού, του Χριστού. Δεν ήτο δυνατόν όμως να καταστραφή, διότι ο Θεός βρήκε
ανθρώπους και επιβίωσε η ευλογημένη κατάστασις που δημιούργησε η σταύρωσις και η ανάστασις
του Χριστού. Όπως γνωρίζετε, υπήρχε διαμάχη ανάμεσα στους χριστιανούς τους προερχομένους
από τους Ιουδαίους και τους προερχομένους από τους Ελληνιστάς• δεν μπορούσαν να
συμβιώσουν. Οι επιδράσεις, των μεν από τον νόμο, των δε από την ελληνική παιδεία, τους
δημιουργούσαν διαρκώς δυσκολίες στην μεταξύ των κοινωνία. Ποιος τους συνέδεσε; Ο άγιος
Ιάκωβος, ο οποίος στο τέλος επέτυχε να συγκαλέση την Αποστολική Σύνοδο στην οποία
προήδρευσε. Δεν θα μπορούσε κανείς άλλος απόστολος να προεδρεύση παρά μόνον αυτός, διότι
ήξευρε να ισορροπή τις καρδιές των ανθρώπων, να καταλαβαίνη τα πνεύματα και να βοηθή τους
πιστούς, χωρίς να θυσιάζη την ουσία.
Ακόμη είναι γνωστό ότι συμφιλίωσε και τον Πέτρο με τον Παύλο. Είχαν φθάσει οι σχέσεις τους σε
παροξυσμό. Ο απόστολος Παύλος ήθελε να πάη στα Ιεροσόλυμα. Καθυστερούσε όμως, διότι
φοβόταν ότι δεν θα τον δέχονταν. Τον θεωρούσαν σχεδόν εθνικό, επειδή δεν τηρούσε τις διατάξεις
του νόμου. Ήταν γεμάτη η καρδιά τους από υποψίες εναντίον του. Από την άλλη ο Πέτρος, του
οποίου γνωρίζομε τον χαρακτήρα από τα περιστατικά της ζωής του, ήταν ένας αυθόρμητος
άνθρωπος και με ορμή θα επέπιπτε στον απόστολο Παύλο, ο οποίος τον είχε ελέγξει στην
Αντιόχεια για το θέμα αυτό. Ο άγιος Ιάκωβος όμως τους συμφιλίωσε(3).
Ο άγιος Ιάκωβος ήταν πτωχότατος, ο πιο πτωχός άνθρωπος της εποχής εκείνης. Δεν φορούσε
πολυτελή ενδύματα, αλλά έναν χιτώνα λευκό, και περπατούσε ξυπόλυτος. Και αυτό ήταν ένα
εξωτερικό σημάδι, το οποίο δεν χώνεψαν ποτέ οι Εβραίοι. Ήταν και αθλητής! Γερός αθλητής,
πρώτος στο
αγώνισμα των γονυκλισιών. Τα γόνατά του είχαν γίνει σαν της καμήλας, γεμάτα κάλους. Τόσο
πολύ δούλευε νύκτα και ημέρα. Την ημέρα για τις καρδιές των ανθρώπων και την νύκτα ενώπιον
του Θεού(4). Ο άγιος Ιάκωβος λοιπόν μας έδωσε τις αφετηρίες της λεπτότητας, της ευγενείας και
των κοινωνικών δομών της ανθρωπίνης ζωής, τις οποίες συναντάμε κυρίως στην πιο ωργανωμένη
και αρχαιότερη κοινωνία, την μοναχική πολιτεία.
Ο μοναχισμός είναι μία πραγματική κοινωνία, μία σύναξις. Στο μοναστήρι οι μοναχοί δεν είμαστε
άτομα και απλά ονόματα, αλλά όλοι μαζί αποτελούμε μία καρδιά, ένα σώμα. Δεν ξεχωρίζομε. Και
καθώς τα μοναστήρια, ως επί το πλείστον, έχουν περισσότερους μοναχούς και λιγώτερα κελλιά, ο
ένας είναι πλάι στον άλλον και αναπνέει την αγάπη της καρδιάς του. Ό,τι υπάρχει στον μοναχισμό
είναι υπόδειγμα του ουρανού. Η Εκκλησία παίρνει τα υποδείγματα αυτά και τα προσφέρει στους
πιστούς, όπως έκαναν και οι Πατέρες.
Ο κόσμος νομίζει ότι, όταν κάποιος πάη στο μοναστήρι, φεύγει από την κοινωνία και αγριεύει. Το
λέγουν αυτό, διότι αγνοούν ότι οι μοναχοί είναι οι περισσότερο κοινωνικοί άνθρωποι. Να ξεύρετε
ότι κανείς δεν μπορεί να γίνη μοναχός, εάν δεν είναι κοινωνικός, εάν δηλαδή δεν μπορή να
επικοινωνή με τους ανθρώπους και να αντιμετωπίζη όλες τις κοινωνικές δυσκολίες. Αν
δυσκολεύεται να παντρευθή, να δημιουργήση οικογένεια, επίσης δεν μπορεί να γίνη μοναχός.
Πρέπει να νοιώθη ασφαλής στην ζωή του. Δεν είναι καταφύγιο τα μοναστήρια. Επομένως, ο
μοναχός μπορεί να επιτύχη όλα τα προηγούμενα, τα οποία αγαπά, δεν τα αρνείται, δεν τα
κατηγορεί, δεν τα περιφρονεί, αλλά προτιμά κάτι ανώτερο για τον εαυτό του.
Το μοναστήρι είναι μια πολύ ζεστή αδελφότητα. Όλοι είναι μέλη ενός σώματος, του σώματος του
Χριστού. Εκεί νοιώθει κανείς αυτό που λέγει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους, οι οποίοι
ήταν διηρημένοι, «είτε πάσχει εν μέλος», παραδείγματος χάριν το αριστερό μου χέρι, «συμπάσχει
πάντα τα μέλη»• δηλαδή το μάτι μου θα σκύψη να δη τι έχει το χέρι, και το δεξί μου χέρι θα
κοιτάξη να το βοηθήση. Όλα τα μέλη βοηθούν το ένα το άλλο. Εάν πάσχη ένα μέλος, το άλλο
λυπάται και το βοηθάει. Εάν χαίρη, εάν δοξάζεται το εν μέλος, συγχαίρουν πάντα τα μέλη(5)• όλο
το σώμα μας χαίρει.
Ας πλησιάσωμε τώρα τις κοινωνικές συνθήκες ενός μοναστηριού αρχίζοντας από την ιδιοκτησία,
για την οποία κάθε τόσο γίνεται μεγάλη συζήτησις. Πόσοι νόμοι ψηφίζονται και πόσα δικαστήρια
γίνονται για την ιδιοκτησία! Στο μοναστήρι δεν υπάρχει ιδιοκτησία. Δεν επιτρέπεται στον μοναχό
ούτε για μία μύτη μολυβιού να πη ότι είναι «εμή», δική μου. Το «εμόν» και το «σον» δεν υπάρχει
στην μοναχική ζωή. Αγαπούν οι άνθρωποι τα μοναστήρια και από την αγάπη τους κάνουν λάθος
και δίνουν δώρα στους μοναχούς, αλλά κανείς δεν κρατάει κάτι. Όλα τα δίνουν στον Γέροντα ή
λέγουν στον επισκέπτη να τα δώση εκείνος. Δεν υπάρχει τίποτε δικό μου ή δικό σου. Έχει
εξοστρακισθή αυτό, έχει αποβληθή. Οπότε η αφετηρία του μαρασμού -διότι από εκεί ξεκινούν οι
μεγάλες έριδες(6)- εκλείπει από το μοναστήρι. Ας πάμε τώρα στο άλλο ζήτημα, που αφορά την
εργασία.
Πώς είναι η εργασία στο μοναστήρι; Στον κόσμο τελειώνει κανείς το λύκειο και, για να πάη στο
πανεπιστήμιο ή σε κάποια άλλη εργασία, ανταγωνίζεται με εκατοντάδες υποψηφίων. Κουράζεται,
αρρωσταίνει, παίρνει φάρμακα, ξεκουράζεται, κουράζεται πάλι, αγωνιά. Μέχρι να γίνη επιστήμων,
να έχη την δική του εργασία, πόσα και πόσα δεν έχει τραβήξει! Εάν βεβαίως επιτύχη εκεί που
θέλει! Εάν τον ικανοποιή αυτό το επάγγελμα!
Στο μοναστήρι δεν υπάρχει αυτή η αγωνία, διότι δεν υπάρχει επιθυμία. Κανείς δεν λέγει, εγώ θέλω
αυτό το διακόνημα. Μπορεί όμως ο μοναχός να πη την γνώμη του, τον λογισμό του, διότι το
μοναστήρι δεν είναι φυλακή. Είναι ελεύθερος κόσμος και ο καθένας προσφέρει αυτό που
λαχταράει, αυτό που θέλει η δική του η καρδιά. Επομένως, μπορεί να πη τον λογισμό του ως
ελεύθερος άνθρωπος, αλλά κανείς δεν είναι ελεύθερος, εάν δεν μπορή να υποτάξη την γνώμη του
στην θέλησί του. Έτσι δεν υπάρχει επιθυμία η οποία δημιουργεί δυστυχία στην ζωή μας.
Ακόμη, το κριτήριο δεν είναι η επιτηδειότης. Στον κόσμο ο έξυπνος μπαίνει στο πανεπιστήμιο,
όποιος δεν είναι έξυπνος μένει έξω και υποφέρει για να ζήση. Στο μοναστήρι έξυπνος, σοφός,
άσοφος, μορφωμένος, κατηρτισμένος, καλός, κακός, αδύνατος, άρρωστος, ο,τιδήποτε και αν είναι,
δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν. Αυτό το οποίο κυρίως λαμβάνεται υπ’ όψιν είναι το πνευματικό
συμφέρον του μοναχού. Προσπαθεί το μοναστήρι να δη ποιο είναι το συμφέρον της ψυχής, η οποία
ήλθε εις τον Χριστόν, για να κερδίση την αιωνιότητα και τον παράδεισο. Αυτό το διακόνημα τον
βοηθάει, το άλλο τον κουράζει, θα τον βάλωμε, χωρίς να το ξεύρη, στο διακόνημα που τον
βοηθάει.
Επίσης, λαμβάνεται υπ’ όψιν το συμφέρον της αδελφότητος. Είδατε ότι ανέφερα την λέξι
διακόνημα και όχι επάγγελμα, διότι στο μοναστήρι με την εργασία μου διακονώ τον αδελφό μου,
γίνομαι υπηρέτης του, αποκτώ το επάγγελμα του Ιησού Χριστού, ο οποίος «ουκ ήλθε
διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι»(7). Ο μοναχός διακατέχεται από αυτήν την επιθυμία της
διακονίας των άλλων. Επομένως, το δεύτερο κριτήριο είναι η διακονία, το συμφέρον της
αδελφότητος.
Εν συνεχεία η ειρήνη των μελών. Ας υποθέσωμε ότι έχομε έναν καθηγητή, ο οποίος ευρίσκεται σε
διάστασι με τον γυμνασιάρχη. Τι διαπληκτισμοί, τι ύβρεις, τι αμαρτίες, τι απάτες, τι δικαστήρια
μπορούν να γίνουν! Στο μοναστήρι όταν δούμε ότι δυο άνθρωποι δεν τα πάνε καλά, ως αδύνατοι
που μπορεί να είναι, εάν δεν καταφέρουμε να τους κάνωμε πολύ δυνατούς -και είναι φυσικό να
μην είναι όλοι δυνατοί- τότε, όταν έλθη η ώρα να δώσωμε και πάλι τα διακονήματα, ο καθένας θα
πάρη διαφορετικό διακόνημα. Τα πάντα λύνονται ειρηνικά.
Βλέπετε ότι η ευθύνη δεν είναι του μοναχού. Αυτός είναι ήρεμος, απηλλαγμένος από κάθε
φροντίδα και μέριμνα. Κάνει υπακοή με την οποία διακονεί το σώμα της αδελφότητας και
οικοδομεί την ψυχή του. Έχει την καρδιά του χαρούμενη και ελεύθερη, για να μπορή να
προσεύχεται.
Μιλήσαμε για την ιδιοκτησία και την εργασία, ας δούμε τώρα την δικαιοσύνη. Λέγουν οι
σημερινοί άνθρωποι ότι δεν μας χρειάζεται αγάπη• μας χρειάζεται δικαιοσύνη. Και εμείς λέμε ότι
την δικαιοσύνη θα την βρούμε επάνω στον ουρανό• εδώ μας χρειάζεται η αγάπη. Επειδή ξεύρομε
ότι η δικαιοσύνη εξαρτάται από την αληθινή αγάπη, η δικαιοσύνη μας οδηγεί και δίνει το σκήπτρο
στην αγάπη.
Η αγάπη είναι μία δωρεά του Χριστού προς το σώμα του(8) και, εν προκειμένω, προς την
αδελφότητα. Πράγματι, χωρίς αγάπη δεν ζη καμία μοναχική αδελφότητα. Οι μοναχοί ζουν διότι
αγαπούν. Η αγάπη είναι μίμησις του Χριστού, διότι «αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς»(9). Επομένως,
όταν αγαπώ, σημαίνει ότι έχω πάρει δωρεά, έχω πάρει χάρι από τον Θεόν και ότι μιμούμαι τον
Χριστόν.
Η αγάπη αποσκοπεί στο να μπορή ο ένας να δίνη χαρά στον άλλον να στερούμαι εγώ εκουσίως,
για να έχη περισσότερα ο άλλος• να θυσιάζω τον εαυτό μου, για να νοιώθη ο άλλος άνετα, να
νοιώθη ασφάλεια στην ζωή του. Η αγάπη είναι ένας συνεκτικός δεσμός που μας δένει με την
Εκκλησία και ταυτόχρονα με τον Χριστόν. Πώς το πετυχαίνομε αυτό; Με το «ανεχόμενοι αλλήλων
εν αγάπη», όπως λέγει ο απόστολος Παύλος(10)• με το να δεχώμεθα τον άλλον όπως είναι.
Μουρμουρίζει; Άφησέ τον να μουρμουρίζη. Εάν θέλης να τον κάνης να μη μουρμουρίζη, εκείνος
θα μουρμουρίζη πιο πολύ και εσύ θα στενοχωριέσαι και θα φωνάζης. Ο άλλος σηκώνεται, κάνει
πολύ θόρυβο και σε ξυπνά. Κάτι ανάλογο θα κάνης και εσύ, αλλά δεν το καταλαβαίνεις. Άφησέ
τον, γιατί, αν προσπαθήσης να τον διορθώσης, θα θελήση να διορθώση και εκείνος τα δικά σου
σφάλματα. Μόνον ο Γέροντας διορθώνει τους ανθρώπους στο μοναστήρι• ποτέ ο μοναχός, εκτός
εάν τον επηρεάζη πονηρό δαιμόνιο, οπότε κάνει παρατηρήσεις, συμβουλεύει, λέγει στον άλλον
κάνε αυτό, κάνε εκείνο. Ο αληθής μοναχός ποτέ δεν συμπεριφέρεται έτσι. Στο μοναστήρι ένας
είναι ο πατέρας και όλοι οι άλλοι είναι αδελφοί. Βλέπετε με πόση θαλπωρή τα έχει φροντίσει η
Εκκλησία μας; Γι’ αυτό λείπουν οι θυμοί, οι κραυγές που προέρχονται από τις διαφωνίες, λείπει η
κακία, η εκδίκησις και όλοι γίνονται χρηστοί. Τι σημαίνει χρηστός; Εκείνος, του οποίου η απουσία
δεν περνάει απαρατήρητη, διότι είναι χρήσιμος και εύσπλαγχνος. Πώς γίνονται όλοι χρηστοί;
«Χαριζόμενοι εαυτοίς»(11). Καταλαβαίνω, παραδείγματος χάριν, ότι ο άλλος είναι θυμωμένος μαζί
μου. Δεν του μιλώ άσχημα. Του συμπεριφέρομαι με πολλή ευγένεια και αγάπη μιμούμενος τον
Κύριον.
Ακόμη, εκφράζομε την αγάπη μας με το να τιμάμε ο ένας τον άλλον. Ποτέ δεν καθόμαστε ενώπιον
μεγαλυτέρου, παρά μόνον εάν μας το πη ή εάν πάρωμε την άδειά του. Εάν κάποιος έχη μία
αποτυχία, κάνη ένα σφάλμα, έχη έναν πόνο, θα του δείξωμε μεγάλη αγάπη, ώστε να ισορροπήση
και να απαλλαγή από τα προβλήματα, φροντίζοντας έτσι «τα ετέρων έκαστος», όπως λέγει και ο
απόστολος Παύλος εις τους Φιλιππησίους(12). Ο καθένας μας ας κάνη εκείνο που θέλει ο άλλος. Ο
άνδρας, αυτό που θέλει η γυναίκα. Η γυναίκα, αυτό που θέλει ο άνδρας.
Βλέπετε, αδελφοί μου, πόση λεπτότητα υπάρχει στην Εκκλησία και μάλιστα στους αγίους; Οι άγιοι
είναι προσεκτικοί, διότι έχουν γευθή την γλυκύτητα και την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος και, εάν
δεν τα προσέξουν αυτά, θα χάσουν την ειρήνη. Οι άγιοι προσπαθούν πάντοτε να μη λυπήσουν
κανέναν άνθρωπο, ούτε και τα ζώα. Βλέπουν τον άλλον σαν να είναι ο Χριστός(13). Και είναι
πράγματι ο Χριστός, διότι είναι εικόνα του Θεού. Επομένως, αγαπούν τον άνθρωπο, επειδή είναι
εικόνα του Θεού. Έτσι ο Χριστός και ο άνθρωπος γίνονται ένα στην καρδιά τους, στα έγκατά τους.
Όταν ο άνθρωπος μας δίνη την αγάπη του Θεού, την ευγένεια, την λεπτότητα, αυτό είναι κοινωνία
Θεού. Θέλεις να κοινωνάς σώμα και αίμα Χριστού; Κοινώνησε. Υπάρχουν όμως και άλλοι τρόποι
κοινωνίας. Να τι λέγει ένας από τους μοναχικούς κανόνες του Μεγάλου Αντωνίου: «Ποτέ μη
δυσκολέψης τον άλλον, ποτέ μην προσπαθήσης να επιμείνης στον λόγο σου»(14). Είπες κάτι και ο
άλλος σου απαντά: Όχι, δεν είναι έτσι όπως το λες. Μην προσπαθήσης να αποδείξης ότι έχεις
δίκαιο, αλλά βρες έναν ευγενή τρόπο να καταλάβη ότι είναι ο νικητής. Διότι, εάν δεν νοιώση ότι
αυτός είναι ο νικητής, θα δημιουργηθή μέσα του πικρία, αντίδρασις, φαρμάκι, εκδικητικότης,
μειονεξία και τόσα άλλα. Θα υποχωρήσης χωρίς να το δείξης, χωρίς να το καταλάβη, ώστε να
νομίση ότι σε έπεισε. Εσύ βεβαίως θα παραμείνης σταθερός στην αλήθεια. Εάν δεν
συμπεριφερώμεθα έτσι, θα μας κυβερνά το πονηρόν, όπως συνεχίζει ο κανόνας του Μεγάλου
Αντωνίου.
Ας δούμε επίσης τι λέγει ο Μέγας Αθανάσιος για τον Μέγαν Αντώνιο, ο οποίος, παρ’ ότι ήταν
γέρων, νήστευε κάθε ημέρα. Αυτός, που ζούσε σκληρή ζωή και καθημερινά πάλευε με τους
δαίμονες και έμεινε εξάμηνα ολόκληρα χωρίς να τον βλέπη άνθρωπος, όταν επέστρεφε στους
ανθρώπους, ήταν «χαρίεις», γεμάτος χάρι, «και πολιτικός», δηλαδή διπλωμάτης με την καλή
έννοια της λέξεως. Δεν λέμε ευθέως την αλήθεια. Δεν την αντέχει ο άλλος. Επιστρέφει, επί
παραδείγματι, ο σύζυγος στο σπίτι και η σύζυγος έχει κάνει κάποιο λάθος. Τότε της επιτίθεται ο
σύζυγος: «Λάθος έκανες. Αυτή είναι η αλήθεια. Η αλήθεια να λέγεται!» Δεν είναι αυτή η αλήθεια.
Δεν είναι αυτό αγάπη. Αυτό είναι εγωισμός. Αυτό σημαίνει ότι δεν αγαπάς την γυναίκα σου που
την αγκαλιάζεις κάθε ημέρα, αφού της δίνεις μια στο κεφάλι και στην καρδιά της. Πώς
συμβιβάζονται αυτά; Το ίδιο ισχύει και για την γυναίκα με τον άνδρα, για τον Γέροντα με τον
υποτακτικό, τον υποτακτικό με τον Γέροντα, τον αδελφό με τον αδελφό. Και συνεχίζει ο Μέγας
Αθανάσιος: «Τον δε λόγον είχεν ηρτυμένον τω θείω αλάτι». Όταν μιλούσε ο Μέγας Αντώνιος,
ένοιωθες μία χάρι, μία γλυκύτητα, μία ευφροσύνη. Εύρισκε τόσο όμορφες λέξεις, τόσο ωραία
νοήματα, τέτοιον ωραίο τρόπο, ώστε αναρωτιόσουν: Σοφός είναι; πώς μιλάει τόσο ωραία; Αν
κάποιος έχη επισκεφθή τον π.Παΐσιο, συνήντησε έναν τέτοιον άνθρωπο. Είναι χαριέστατος. Όλα
όσα λέγει αξίζει να καταγραφούν. «Δι’ αυτό», συνεχίζει ο Μέγας Αθανάσιος, «κανείς δεν
φθονούσε τον Μέγαν Αντώνιο, ούτε τον ζήλευε, αλλά χαίρονταν και έτρεχαν όλοι κοντά του»(15).
Να λοιπόν τι σημαίνει ευγένεια.
Οι άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι, για να μπορούμε να είμεθα τέτοιοι άνθρωποι, δεν πρέπει ποτέ να
λέμε όχι στον άλλον αλλά μόνον στον εγωισμό μας. Καλώς σου φέρεται ο άλλος; Καλύτερα να
φερθής εσύ. Κακώς σου φέρεται ο άλλος; Κάλλιστα να φερθής εσύ, διότι αυτό απαιτεί η άρνησις
του εγώ σου. Να νοιώση ο άλλος ότι κάθομαι και τον ακούω με σεβασμό.
Έτσι, αδελφοί μου, η αγάπη γίνεται, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, ένας «δεσμός άλυτος».
Ό,τι και αν κάνης, δεν μπορεί να λυθή. Δένει όλους εμάς που είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι, αλλά
γι’ αυτό είμαστε χρήσιμοι. Κανένας από εμάς δεν είναι όμοιος με τον άλλον. Αυτή η αγάπη
διορθώνει τα πάντα. Και συνεχίζει ο άγιος Ιωάννης που ήταν ερημίτης: «μη πλήξαι αδελφού
συνείδησιν έν τινι»(16)• ποτέ μην πληγώσης άνθρωπο, ούτε για καλό ούτε για κακό. Όλα λοιπόν,
και η πνευματική πορεία και τα χριστιανικά αθλήματα και η αρετή και η προσευχή, έχουν την αρχή
τους στην ευγένεια και την κοινωνικότητα του ανθρώπου.
Ας αναφέρωμε μερικά παραδείγματα από το μοναστήρι, για να δήτε πώς τακτοποιείται εκεί η
καθημερινή ζωή των μοναχών, θέλει κάποιος να πάη στο κελλί ενός αδελφού; θα αναλογισθή:
Μήπως είναι ώρα προσευχής; Αν είναι ώρα προσευχής, δεν θα πάη, θα τον σεβασθή. Αν καταλάβη
ότι εκείνη την ώρα διαβάζει ή κάνει κάτι άλλο, θα κτυπήση την πόρτα και θα πη: «Δι’ ευχών των
αγίων Πατέρων ημών». Βάζω τους αγίους μπροστά και μπαίνω μέσα, για να είναι οι άγιοι που θα
μας ενώνουν. Είδατε πόσο ωραία συνήθεια είναι αυτή;
Επίσης, ο Μέγας Βασίλειος σε έναν κανόνα του για τους μοναχούς λέγει ότι δεν επιτρέπεται ποτέ
να αργολογή κανείς εις βάρος άλλου. Συναντιόμαστε, λόγου χάριν, με κάποιον, χαιρετιόμαστε και
ρωτάμε: Τι κάνεις; Τι κάνει ο Κώστας; Και απαντά ο άλλος: Α, τον καημένο τι έπαθε! Έτσι κι
έτσι… Αυτά που λες για «τον καημένο» είναι αρετή; Είναι έπαινος; Είναι τιμή για εκείνον; Γιατί
αναφέρεις το όνομά του, αφού μάλιστα δεν είναι μπροστά σου; Εάν ήταν, θα φοβόσουν να
μιλήσης• τώρα που δεν είναι, γιατί δεν σέβεσαι και δεν φοβάσαι τον άγγελό του που είναι παρών,
τον Χριστόν που είναι ανάμεσα μας; Και συνεχίζει ο ίδιος κανόνας ότι κανείς δεν επιτρέπεται να
γελάση εις βάρος άλλου. Ας υποθέσωμε ότι κάποιος έκανε κάτι άσχημο. Το βλέπω εγώ, κάνω
νόημα να το δουν και οι άλλοι για να γελάσουν. Αν κάνης κάτι τέτοιο, έχεις «αφορισμόν μίαν
εβδομάδα», λέγει ο Μέγας Βασίλειος(17). Γιατί; Διότι εγέλασες εις βάρος άλλου. Με τον Χριστόν
μπορούμε να γελάμε; Με την εικόνα του Χρίστου πώς μπορούμε να γελάμε;
Λέγει ακόμη ο Μέγας Βασίλειος ότι δεν πρέπει κανείς να διορθώνη τον άλλον ή να διαπληκτίζεται.
Μου λες εσύ, σου απαντώ εγώ. Ανταπαντάς εσύ, σου φέρνω εγώ επιχειρήματα. Επιμένεις εσύ και
σου λέγω: Έλα πάλι αύριο να διαβάσω και να τα ξαναπούμε. Έτσι ούτε άνθρωποι είμαστε, ούτε σε
κανένα άλλο βασίλειο ανήκομε. Χρειάζεται να προσέχωμε πολύ. Δείτε και κάτι σχετικό με αυτό.
Πας, παραδείγματος χάριν, σε ένα συγγενικό σπίτι, σε μία εξαδέλφη σου, και αρχίζεις και λες,
λες… Νυστάζει η καημένη, κοιτάζει πότε θα φύγης, εσύ αρχίζεις πάλι τον λόγο από την αρχή,
εκείνη κάνει τον σταυρό της μήπως φύγης, αλλά εσύ επιμένεις. Γίνεσαι φορτικός άνθρωπος. Ποτέ
να μην είσαι «φορτικός», λέγει ο Μέγας Βασίλειος που ήταν τόσο μεγάλος ασκητής. Παρ’ όλο πού
είχε γίνει καμπούρης από την άσκησι, ήταν τόσο κοινωνικός άνθρωπος! Και συνεχίζει: Να είσθε
«ευπροσήγοροι εν ταις εντεύξεσι»• όταν κουβεντιάζετε, το πρόσωπο σας να γεμίζη θυμηδία,
χαμόγελο. «Γλυκύς εν ταις ομιλίαις»• όταν ομιλής, να ρέη γλυκύτητα, να τρέχη μέλι από το στόμα
σου. Και ποτέ να μη μιλήσης σκληρά και βαριά• «ουδαμού το τραχύ, καν επιτιμήσαι δέη»(18)• και
αν χρειασθή να κάνης στον άλλον παρατήρησι, να τον διορθώσης, επειδή είσαι δάσκαλος,
καθηγητής, πνευματικός, πατέρας, μητέρα, ας τον διορθώσης με μεγάλη γλυκύτητα• γιατί άμα
πληγωθή, θα κλείση η καρδιά του και θα γίνη χειρότερα.
Ένας άλλος κανόνας για τους μοναχούς, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, λέγει: «Όταν
κατηγορήσης έναν άνθρωπο, όταν καταλαλήσης, τέσσερις μήνες ξηροφαγία»(19). Τι σημαίνει
ξηροφαγία; Λίγο ψωμάκι και λίγο νεράκι. Βλέπετε πόσο τιμά τον άνθρωπο; Και άλλος κανόνας
λέγει: «Ο κατάλαλος σαράντα ημέρες δεν θα κοινωνήση»(20). Και να σκεφθήτε ότι κοινωνούσαν
κάθε ημέρα οι μοναχοί. Όταν εμείς κοινωνάμε τέσσερις φορές τον χρόνο, σημαίνει δέκα χρόνια
ακοινωνησία. Και κάτι χειρότερο: η εκδίκησις. Μου έκανες ένα κακό και εγώ το θυμάμαι. Μετά
από ένα δύο χρόνια έρχεσαι να μου ζητήσης κάτι και σου λέγω: Θυμάσαι που δεν μου είχες δώσει
εκείνο που σου ζήτησα; Για την εκδίκησι ο άγιος Νεόφυτος ο έγκλειστος έλεγε στους μοναχούς
του: «Εάν εκδικηθής, τότε αφορισμόν δι’ όλην σου την ζωήν»(21). Αφορισμός σημαίνει να
βγάλουν τον μοναχό από την αδελφότητα και να τρώη ξέχωρα• να μην έχη κοινωνία με τους
άλλους. Αυτό είναι πολύ βαρύ!
Ο Μέγας Βασίλειος κάνει και μία άλλη παρατήρησι, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Πολλά λέγει γι’
αυτές, αλλά δεν σας τα λέγω, για να μη σας πικράνω. Αναφερόμενος στις μοναχές λέγει: «Η
εννεύσασα οφθαλμούς σχήματι πονηρώ προς το λυπήσαι τη πλησίον αφοριζέσθω εβδομάδα
μίαν»(22)• οποία κάνει νοήματα με το μάτι, για να λυπήση την άλλη, έχει αφορισμό μία εβδομάδα.
Βλέπετε την ευγένεια των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας;
Να πούμε και για τις επισκέψεις που κάνομε στα σπίτια ή μεταξύ μας εμείς οι μοναχοί; Προσέξτε
τρία πράγματα που θα σας αναφέρω. Είναι πολύ απλά. Όταν, λέγει ο όσιος Νείλος που ήταν
μεγάλος ασκητής και θεολόγος, συναντιέσαι με κάποιον ή όταν πηγαίνης σε ένα σπίτι, «μη
αναμένωμεν πρώτοι προσαγορευθήναι»• μην περιμένης να σου πη ο άλλος καλημέρα. Εσύ να πης
πρώτος, εσύ να ταπεινωθής• μην περιμένης να ταπεινωθή ο άλλος. «Ημείς πρώτοι αεί
προσαγορεύσωμεν είτε φίλον, είτε έχθρόν»(23). Και αν είναι εχθρός, και αν είναι φίλος, εμείς θα
συμπεριφερθούμε με τον ίδιο τρόπο.
Ένας άλλος ασκητής, ο αββάς Ησαΐας, λέγει: «Εάν απέλθης επί ξένης εις οίκόν τινος», αν πας στο
σπίτι μιας γνωστής σου ή ενός γνωστού σου, «και εξέλθη και εάση σε κατά μόνας», και ο
νοικοκύρης βρεθή στην ανάγκη να σε αφήση μόνο σου, μη σηκώσης το πρόσωπό σου και τα μάτια
σου και αρχίσης να περιεργάζεσαι τα πάντα. Ούτε να ανοίξης το συρτάρι για να δης τι έχει, «μήτε
θυρίδα», ούτε κανένα παράθυρο για να δης μη τυχόν ανοίγη διαφορετικά, «είτε αγγείον, είτε
βιβλίον», γιατί μπορεί μέσα στο βιβλίο να έχη ένα γράμμα δικό του. Μπορεί στο αγγείο να έχη
κάτι, που δεν θέλει να το δης εσύ. «Είπε δε αυτώ εξερχομένω»• και για να είναι περισσότερο
ανυποψίαστος ο νοικοκύρης, όταν φεύγη, πες του: Σε παρακαλώ, έχεις να μου δώσης να κάνω κάτι
μέχρι να επιστρέψης(24); Για να νοιώση ότι δεν μένεις μόνος σου, αλλά ότι τον αισθάνεσαι
παρόντα.
Ο προηγούμενος άγιος, ο άγιος Νείλος ο ασκητής, λέγει ότι, όταν ευρίσκεσαι με κάποιον, να είσαι
τόσο σοβαρός και όμορφος και χαριτωμένος, ώστε να είσαι ιεροπρεπής, να είσαι σεβαστός. Το
βάδισμά σου να είναι ανδροπρεπές, έστω και αν είσαι γυναίκα. «Εν τη μεταλήψει το
ολιγοδίαιτον»• όταν συναντηθής με κάποιον και σου βάλη να φας, οπωσδήποτε θα σου παράθεση
με όλη την καρδιά του τα καλύτερα φαγητά. Μην αρχίσης και τρως λαίμαργα, διότι θα του
δημιουργήσης άσχημη εντύπωσι. Μην προσβάλης τον εαυτό σου. Και αν ακόμη πεινάς, να είσαι
ολιγοδίαιτος• φάγε λίγο από όλα και αυτό φθάνει. Γιατί λέγει ολιγοδίαιτος; Διότι πρέπει να είσαι
μαθημένος να τρως λίγο, για να μπόρεσης να συγκρατηθής. Αν είσαι μαθημένος διαρκώς να τρως,
δεν θα μπόρεσης να φας λίγο. «Εν τω καθεύδειν το σύμμετρον»• αν χρειασθή να σε φιλοξενήσουν,
μην πέσης εσύ πρώτος να κοιμηθής και οι άλλοι δεν θα ξεύρουν τι να κάνουν μέσα στο σπίτι. Να
κοιμηθής λιγώτερο από όσο κοιμάσαι στο σπίτι σου, διότι πρέπει να κάνης παρέα τους ανθρώπους
που σε φιλοξενούν, να κουβεντιάσης μαζί τους, να δείξης την αγάπη σου, να δώσης τα δώρα που
έφερες και μαζί με αυτά να δείξης «προθυμία και συντονία»(25).
Δηλαδή να τους κάνης να νοιώσουν ότι μπήκε στο σπίτι τους ένας αληθινός άγγελος.
Και ένα τελευταίο, το οποίο αναφέρει ο αββάς Ησαΐας. Παρ’ ότι ήταν ασκητής, οι λόγοι του είναι
κοινωνικώτατοι και συγχρόνως πνευματικοί και θεολογικοί. Λέγει λοιπόν ότι, εάν κάποιος, ο
αδελφός σου ή η μητέρα σου ή η γυναίκα σου, σου ψήση φαγητό και δεν επιτύχη, «μη ειπής αυτώ,
ότι κακώς έψησας»• μην πης ότι δεν είναι όπως το περίμενα• «θάνατος γάρ εστι τη ψυχή σου»•
είναι θάνατος για την ψυχή σου. Είναι μεγάλο αμάρτημα να πης ότι το φαγητό δεν είναι καλό,
διότι η γυναίκα είναι αδύνατος άνθρωπος• μπορεί να έχη κάποιο πρόβλημα, να έχη κάποια
δυσκολία. Μπορεί ο αδελφός, ο μοναχός, να ήταν άρρωστος, κουρασμένος, να σκεπτόταν κάτι και
να κάηκε λίγο το φαγητό. Δεν χάλασε ο κόσμος. Έτσι ευλογεί ο Θεός το μοναστήρι, έτσι ευλογεί
και τα σπίτια μας• διότι και το σπίτι μας είναι μοναστήρι. Πληγώνεται ο άλλος. Γι’ αυτό λέγει•
«ερεύνησον σεαυτόν ει ης συ ακούσας παρ’ άλλου πώς έμελλες θλίβεσθαι, και αναπαύη». Δεν
ξεύρεις ότι, αν σου το έλεγαν αυτό εσένα, θα στενοχωριόσουν; Γιατί εσύ στενοχωρείς την γυναίκα
σου ή τον αδελφό σου;
Και συνεχίζει ο αββάς Ησαΐας: «Εάν ψάλλητε μετ’ αλλήλων», εάν ψάλλετε, εάν τραγουδάτε, «και
εις πλανηθή εις λέξιν», και κάποιος κάνει λάθος, «μη ταχέως είπητε αυτώ και ταράξητε
αυτόν»(26), μην του πήτε «σώπα, λάθος έκανες», διότι θα τον ταράξετε και όταν θα θελήση να
ψάλη ή να τραγουδήση, θα κάνη συνεχώς λάθη. Έτσι δημιουργούνται τα προβλήματα στις ψυχές
των ανθρώπων.
Βεβαίως, αυτά ισχύουν για τους μοναχούς, είναι όμως υπόδειγμα και για την οικογένεια που
δημιουργούν οι σύζυγοι. Ας δούμε όμως ειδικώτερα την ζωή μας μέσα στον κόσμο.
Κάποτε που ταξίδευα νύκτα με τραίνο και χάλασε και μας κατέβασε άλλου, συνήντησα έναν
ηλικιωμένο ιερέα, με μια ιεροπρεπεστάτη γενειάδα. Με πλησιάζει -ήμουν ακόμη νέος, μόλις είχα
χειροτονηθή, ούτε γένεια σχεδόν δεν είχα- και με πολύ σεβασμό με ρωτά: Είσθε ιερεύς; Είσθε
αρχιμανδρίτης; Αρχιμανδρίτης, του απαντώ, και έσκυψε να μου φιλήση το χέρι αυτός ο άνθρωπος,
για τον οποίον έμαθα εκ των υστέρων ότι ήτο άγιος. Τότε τον ερωτώ: Εσείς τι είσθε; Είμαι
ηγούμενος δεκατεσσάρων παιδιών, επτά εν τη ζωή και επτά ησφαλισμένων εν τω ουρανώ. Τα επτά
τα εξησφάλισα και παλεύω να εξασφαλίσω τα άλλα επτά.
Όλοι μας ζούμε την ίδια ζωή, στην αγκαλιά του Ιησού Χριστού. Υπάρχει όμως μια διαφορά
ανάμεσα στο μοναστήρι και στον γάμο. Στο μοναστήρι είναι όλα φτιαγμένα εύκολα, ενώ στον
γάμο είναι δύσκολα. Χρειάζεται να γυμνάζωμε πολύ καλά τα μπράτσα μας και τις καρδιές μας, για
να αντέχωμε στις δυσκολίες της ζωής. Στο μοναστήρι αλλοιώς ζη, αλλοιώς πορεύεται ο άνθρωπος.
Να σας πω ένα παράδειγμα.
Έχομε στο Άγιον Όρος έναν ηγούμενο. Χαριτωμένος άνθρωπος, να του φιλάς και τα δύο χέρια.
Είναι απλός, όχι πολύ μορφωμένος. Πώς ήλθε στο Άγιον Όρος; Όταν ήταν δεκαέξι ετών, βλέπει
την Παναγία να τον επισκέπτεται και να του λέγη: Θα σου δείξω κάτι που δεν το γνωρίζεις. Θα
σου δείξω το Άγιον Όρος. Και σε όραμα του έδειξε όλο το Άγιον Όρος. Ύστερα του έβαλε μπροστά
του ένα συγκεκριμένο μοναστήρι και του λέγει: Θέλω να πας σε αυτό το μοναστήρι. Πώς λέγεται,
Παναγία μου, το μοναστήρι αυτό; Του είπε το όνομα του μοναστηριού, δεν σας το λέγω όμως,
γιατί άμα σας το πω, θα καταλάβετε ποιος είναι. Φεύγει από το σπίτι το παιδί -Θεόκλητος,
Μαριόκλητος, Παναγιόκλητος, πώς να τον ονομάση κανείς, αφού τον κάλεσε η Παναγία! – και
πάει στο μοναστήρι. Βλέπετε, άλλος είναι ο τρόπος με τον οποίον πηγαίνουν οι μοναχοί στα
μοναστήρια, άλλα τα σκιρτήματα, άλλες οι αφετηρίες, άλλα τα βιώματα. Τον καταλαβαίνει ο
πατέρας του και τρέχει για να τον προλάβη. Το παιδί μπαίνει σε ένα καράβι για να ταξιδέψη. Ο
πατέρας το υποψιάσθηκε και μπαίνει και αυτός. Το παιδί έβλεπε τον πατέρα, αλλά ο πατέρας δεν
το έβλεπε. Του σκέπαζε τα μάτια ο Θεός. Στο ίδιο καράβι ήταν, περνούσε ο ένας δίπλα στον άλλον,
πήγαιναν να φάνε, ο πατέρας δεν έβλεπε το παιδί. Παραπονιόταν σε όλους, φώναζε: Ένα παιδί και
μου φεύγει και αυτό, για να πάη στο μοναστήρι. Όμως δεν τον είδε, διότι τον προστάτευε η
Παναγία. Εν συνεχεία, φθάνει σε ένα λιμανάκι, σε έναν δεύτερο αρσανά. Θαύμαζε, διότι όλα του
ήταν γνωστά. Του τα είχε δείξει όλα η Παναγία. Τελικά έφθασε στο μοναστήρι, που η Παναγία του
χάρισε. Επομένως, το μοναστήρι είναι ένας γάμος μυστικός με τον Χριστόν.
Ο γάμος τι είναι; Είπαμε ότι και ο γάμος είναι ένα άλλο μοναστηράκι. Είναι ένα μυστήριο, διότι με
τον γάμο γινόμαστε «σάρκα μία»(27). Τι σημαίνει αυτό; Ότι, όπως εμένα μου δίνει ο Θεός χάρισμα
να γίνω μοναχός στο συγκεκριμένο μοναστήρι και να επιτύχω σε αυτό, έτσι δίνει χάρισμα και στον
έγγαμο άνθρωπο. Οι δύο γίνονται ένας άνθρωπος ενώπιον του Θεού. Τους αναλαμβάνει ο ίδιος ο
Χριστός και τους φορτώνεται στην δική του σάρκα.
Ο απόστολος Πέτρος, αναφερόμενος στο μυστήριο του γάμου και απευθυνόμενος στις γυναίκες,
λέγει ότι ο στολισμός της γυναίκας συνίσταται «εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου
πνεύματος, ο εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές»(28) Η γυναίκα πρέπει να δείχνη στον άνδρα της
πραότητα και ηρεμία. Να μην καυγαδίζη με τον άνδρα, να μην επιτίθεται, να μην εκνευρίζεται, να
μη στενοχωριέται. Να είναι πράος άνθρωπος. Γιατί το λέγει αυτό στις γυναίκες, ενώ δεν λέγει στον
άνδρα να είσαι πράος, να είσαι ήρεμος; Διότι οι άνδρες είναι διαφορετικοί, έχουν άλλη καρδιά,
άλλον ψυχισμό. Αυτοί μπορούν εύκολα να εξάπτωνται, έχουν εγωισμό. Άμα του πη κάτι η γυναίκα,
το κρατάει μέσα του και αρχίζει να την υποψιάζεται. Συμβουλεύει λοιπόν την γυναίκα: Να είσαι
ήρεμη, να έχης πραότητα, να κάνης ό,τι σου λέγει ο άνδρας σου. Και αν σε κτυπήση, χαμογέλασέ
του, φίλησέ τον και θα τον κάνης αρνάκι. Εάν δείξης σταθερότητα, τότε έχεις ένα πολυτιμότατο
απόκτημα, έχεις ένα σπουδαίο πλεονέκτημα ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων, διότι η συζυγία
σας θα είναι καθημερινή αγάπη.
Εν συνεχεία λέγει στους άνδρες: «Οι άνδρες συνοικούντες κατά γνώσιν». Εσύ δηλαδή που
απέκτησες γυναίκα και ζης μαζί της, να ζης «κατά γνώσιν». Να ξεύρης τι ζητάει η καρδιά της
γυναίκας, να ξεύρης την ιστορία της που σου διηγήθηκε από την πρώτη ημέρα που σε γνώρισε, να
μην ξεχάσης τίποτε από όσα σου είπε. Ακόμη, να ξεύρης την ψυχολογία της, διότι ο άνδρας και η
γυναίκα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλα θέλω εγώ, άλλα θέλει εκείνη. Αλλού τρέχω εγώ, αλλού
τρέχει εκείνη. Αλλοιώς μας έπλασε ο Θεός. Άρσεν και θήλυ έπλασε, για να συνδέωνται, να
συνενούνται τα διαφορετικά και να προκύπτη μία τελειότητα. Επίσης, να δείχνης ότι αγαπάς την
γυναίκα σου, ότι την θυμάσαι, ότι προσέχεις κάθε ανάγκη της. Πώς όμως; Όχι με υπερηφάνεια
αλλά «ως ασθενεστέρω σκεύει τω γυναικείω απονέμοντες τιμήν»(29). Στην
γυναίκα λέγει να έχη πραότητα προς τον άνδρα. Στον άνδρα λέγει να τιμά την γυναίκα του. Όταν
δεν τιμάς την γυναίκα σου, μπορεί να σπάση σαν ένα ποτηράκι, χωρίς μάλιστα να το καταλάβης.
Εσύ θα θέλης κάτι, θα επιμένης, θα φωνάζης, θα υβρίζης, θα παρεξηγήσαι, «μα δεν μου το έκανες
αυτό, μα δεν μου το έδωσες», αλλά δεν κατάλαβες ότι έσπασε η καρδιά της γυναίκας σου. Και άμα
σπάση, έστω και αν ραγίση, δύσκολα αποκαθίσταται. Τι ωραία που τα λέγει ο Απόστολος! Πού τα
ήξευραν αυτά οι ευλογημένοι άγιοι; Μα, από την αγιότητα πηγάζουν και απορρέουν αυτά.
Θέλει λοιπόν τιμή η γυναίκα, διότι είναι λεπτή και ευαίσθητη. Πρέπει εσύ, άνδρα, να το κάνης
αυτό, διότι «είσθε συγκληρονόμοι χάριτος ζωής», διότι πήρατε ένα χάρισμα και οι δυο μαζί. Το
λαχείο που σας έδωσε ο Θεός, δεν είναι μόνον για σένα ή μόνον για εκείνην, είναι και για τους δυο
σας. Είσθε συγκληρονόμοι, θα κληρονομήσετε μαζί την αιώνια ζωή. Και όλα αυτά τα λέγει, «εις το
μη εγκόπτεσθαι τας προσευχάς υμών»(30). Εάν δηλαδή εσύ, γυναίκα, δεν είσαι πράος άνθρωπος
και αν εσύ, άνδρα, δεν σέβεσαι την γυναίκα σου, δεν την τιμάς, δεν θα μπορέσετε ποτέ να κάνετε
προσευχή. Διότι η μία σαρξ -«εις σάρκα μίαν έσονται»- γίνεται πολλές σάρκες. Γίνεται μία
καταπληγωμένη σάρκα. Και επομένως, έχομε συνεχώς συγκρούσεις, προβλήματα, παράπονα. Έχω
παράπονα εγώ από εσένα, εσύ από εμένα. Εγώ θα πάω στον φίλο μου να παραπονεθώ για την
γυναίκα μου και συ θα πας στην φίλη σου να παραπονεθής για τον άνδρα σου. Έτσι, επειδή δεν θα
έχωμε ηρεμία, χαρά και ειρήνη, δεν θα μπορούμε να προσευχηθούμε και η ζωή μας θα είναι
γεμάτη μιζέρια. Αν θέλωμε να φθάσωμε στον Θεόν, λέγει, πρέπει να σκεπτώμεθα κοινωνικά.
Βλέπετε ότι το μοναστήρι είναι και μέσα στον κόσμο;
Η μοναχική ζωή είναι υπόδειγμα ανθρωπίνης κοινωνίας. Ούτε η δημοκρατία μπορεί να έχη την
τελειότητα αυτή, ούτε η βασιλεία ούτε ο σοσιαλισμός. Κανένα σύστημα δεν επιτυγχάνει την
τελειότητα της μοναχικής πολιτείας. Διότι είναι πραγματικά μία κοινωνία αγγελική, θα έλεγα
πατερική, δηλαδή όπως ζούσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αλλά και η έγγαμος κοινωνία μας, οι
σχέσεις μας στον κόσμο είναι μυστηριακές.
Εάν δεν ζούμε ειρηνικά αλλά με έριδες, «ουχί σαρκικοί εστε;» λέγει ο απόστολος Παύλος(31).
Όταν φιλονεικήτε, όταν πληγώνεσθε, δεν είσθε σαρκικοί άνθρωποι; Πόσο βαρύς είναι αυτός ο
λόγος του αποστόλου Παύλου!
Για να γίνη λοιπόν κανείς μοναχός, πρέπει να είναι κοινωνικός, χαριτωμένος, να ανέχεται ό,τι
κάνουν οι άλλοι, να τιμά τους άλλους, να έχη την προαίρεσι του άλλου, δηλαδή να μην αρνήται
την γνώμη των άλλων, έστω και αν έχη εκείνος την ορθή γνώμη. Όμως πολύ περισσότερο πρέπει
να είμαστε κοινωνικοί και χαριτωμένοι στον κόσμο, όπου οι άλλοι βιάζονται, κουράζονται, τρώει ο
ένας τον άλλον.
Εάν ζούμε σύμφωνα με όσα μας λέγουν οι άγιοι, τότε, θέλομε δεν θέλομε, η καρδιά μας θα γεμίση
από ουράνια προσευχή. Επίσης, θα μπορούμε να λέμε για το σπίτι μας, «ο Χριστός εν τω μέσω
ημών», ο Χριστός είναι ανάμεσά μας, όπως λέγουν οι ιερείς. Δεν θα το πούμε αυτό, όταν κάνωμε
μεγάλες προσευχές, μεγάλες νηστείες, πάμε στην εκκλησία, στα προσκυνήματα, κάνωμε
κατηχητικά. Όλα αυτά είναι καλά, αλλά θεμέλιο αυτών είναι όσα μας λέγουν εδώ οι άγιοι.
Τελειώνοντας θα σας διαβάσω δυο γραμμές από έναν λόγο του Μεγάλου Βασιλείου: «Προπηδάτω
ο της παρακλήσεως λόγος των λοιπών σου ρημάτων, κυρών σου την του πλησίον αγάπην»(32).
Εσύ που είσαι στο μοναστήρι, όταν πλησίασης τον αδελφό σου, εσύ που είσαι σύζυγος, όταν
πλησίασης τον ή την σύζυγό σου, εσύ που είσαι πατέρας, μητέρα, όταν πλησίασης το παιδί σου,
«προπηδάτω ο της παρακλήσεως λόγος». Ό,τι θα του πης, ό,τι σκέπτεσαι να του πης, πες το, αφού
πρώτα του πης δυο κουβέντες που θα του δώσουν χαρά, παρηγοριά, μια ανάσα. Να τον κάνης να
πη, ανακουφίσθηκα, χάρηκα! Να κάνετε τους άλλους να σας καμαρώνουν, να σας αγαπούν, να
χοροπηδούν από την χαρά τους, όταν σας συναντούν. Διότι όλοι οι άνθρωποι στην ζωή τους, στο
σπίτι τους, στο σώμα τους και στην ψυχή τους έχουν πόνο, αρρώστιες, δυσκολίες, βάσανα, και ο
καθένας κρύβει τον πόνο μέσα στο πουγγί του το κρυφό, μέσα στην καρδιά του, στο σπίτι του, για
να μην τον ξεύρουν οι άλλοι. Έτσι εγώ δεν ξεύρω τι πόνο έχεις εσύ και εσύ δεν ξεύρεις τι πόνο έχω
εγώ. Μπορεί να γελώ, να φωνάζω, να παίζω, αλλά κατά βάθος πονώ και γελώ και φωνάζω, για να
σκεπάσω την λύπη μου. Γι’ αυτό δώσε στον άλλον πρώτα ένα χαμόγελο.
Και συνεχίζει: «Τιθέσθω… εν φαιδρώ τω προσώπω, ίνα δως ευφροσύνην τω σοι διαλεγομένω».
Αφού κάνης τον άλλον να χαμογελάση, το πρόσωπό σου ας μη σταματήση να είναι χαμογελαστό•
αυτό σημαίνει «εν φαιδρώ τω προσώπω». Ήλιος ολόλαμπρος να είναι το πρόσωπό σου, ώστε και
κατά την συζήτησι που θα κάνης να συνεχίζη να νοιώθη την ίδια ευφροσύνη. «Εν παντί
κατορθώματι του πλησίον σου ευφραίνου»• για όποιο κατόρθωμα και χάρισμα έχει ο πλησίον, να
χαίρεσαι μαζί του. «Σα γάρ εισι τα εκείνου κατορθώματα, ως και τα σα εκείνου». Να γίνεσθε ο
ένας συμμέτοχος του άλλου.
Με αυτόν τον τρόπο γίνεται η συνάντησις των μοναχών και των εγγάμων, των αγίων και των
αμαρτωλών, μέσα σε αυτόν τον κοινωνικό στίβο, ώστε να μας δίνη το δικαίωμα και την
δυνατότητα να κάνωμε προσευχή. Και όταν κάνωμε προσευχή, λέγοντας την ευχή, βάζομε όλους
τους ανθρώπους μέσα στο «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τον άνδρα μου πρώτα, τον αδελφό
μου, το παιδί μου και όλον τον κόσμο. Βλέποντας ο Θεός αυτήν την αγάπησι, αυτόν τον παράδεισο
στην καρδιά μου, η καρδιά μου να τους έχη χωρέσει όλους, τότε ο Θεός είναι αδύνατον να μη
χωρέση στον παράδεισο και εμένα και εσάς.
Σημειώσεις
*. Ομιλία στην Λάρνακα Κύπρου, 23 ‘Οκτωβρίου 1988.
1. Συναξάριον 23ης Οκτωβρίου • ΣΑΒΒΑ ΑΓΌΥΡΙΔΗ, Ιάκωβος Αδελφόθεος, ΘΗΕ, τ. 6, στ. 624-
626.
2. Γέν. 3,4.
3. Πράξ. 15• Γαλ. 2, 11-21• βλ. σχετικώς και ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ, «Ιερουσαλήμ», η Αποστολική
Σύνοδος, ΘΗΕ, τ. 6, στ. 827-829.
4. Υπόμνημα εις τον άγιον Ιάκωβον Απόστολον και Αδελφόθεον, PG 115, 201ΑΒ• ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, «Ερμηνεία εις τας επτά καθολικάς αποστολάς», εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη,
Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 33.
5. Α ‘ Κορ. 12, 26-27.
6. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις την Γένεσιν ομιλία» 33, 3, PG53, 309.
7. Ματθ. 20, 28.
8. Βλ. Εφ. 5, 25.
9. Α’ Ιω. 4, 19.
10. Εφ. 4, 2.
11. Εφ. 4,32.
12. Φιλιππ. 2,4.
13. «Αποφθέγματα Γερόντων, αββά Απολλώ 3, PG 65, 136Β.
14. Βλ. Μ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Το κείμενον των κανόνων 62• ΔΗΜ. Α. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΥ, «Οι μοναχικοί
θεσμοί εν τη, Αποστολική Ορθοδόξω Εκκλησία», Εν Λειψία 1907, σελ. 41.
15. Βλ. Μ. ΑθΑΝΑΣΙΟΥ, «Βίος και Πολιτεία του οσίου Αντωνίου 73», PG 26, 945Α.
16. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, «Κλίμαξ 4, Περί της μακαρίας και αειμνήστου υπακοής», PG 88,
685Α.
17. Επιτίμια 5», PG 3 1, 1305D.
18. «Επιστολή 2, 5», PG 32, 229C-232A.
19. Βλ. «Περί εξαγορεύσεως και των ταύτης διαλύσεων κανόνες 3», PG 99, 1724Α.
20. Βλ. «Τα καθημερινά επιτίμια των μοναχών 44», PG 99, 1753Β.
21. Βλ. «Συγγράμματα, Τυπική Διαθήκη, από των επιτόμων του Μεγάλου Βασιλείου κανόνων
εκλογή 9», τ. 2, (εκδ.) Ι. Ε. Στεφανής, εκδ. Ι. Μ. Αγίου Νεοφύτου, Πάφος 1998, σελ. 65, στιχ. 15-
16.
22. «Έπιτίμια εις τας Κανονικάς 16», PG 31, 1316C.
23. «Επιστολή 2, 312, PG 79, 353Α.
24. Λόγος 3, 4, σσ. 45-46.
25. Επιστολή 4, 41, PG79, 569C.
26. Λόγος 5, σελ. 61
27. Εφ. 5,31.
28. Α ‘ Πέτρ. 3, 4.
29. Α’ Πετρ. 3, 7.
30. Α’ Πέτρ. 3,7.
31. Α’ Κορ. 3,4.
32. Λόγος ασκητικός 8, PG 31, 644Β.
6. Ο Γάμος, το μέγα Μυστήριον(*)
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η σπουδαιότερη ημέρα της ζωής του ανθρώπου, μετά από την γέννησι
και την βάπτισι, είναι εκείνη του γάμου. Βεβαίως, η κοσμική λαίλαπα της εποχής μας ανάμεσα
στους θεσμούς, τους οποίους προσπάθησε να συντρίψη, ήταν και το τιμιώτατο και ιερώτατο
μυστήριο του γάμου.
Για πολλούς ο γάμος είναι μία ευκαιρία για διασκεδάσεις και απολαύσεις. Όμως η ζωή είναι μία
σοβαρή υπόθεσις. Είναι ένας πνευματικός αγώνας, μία πορεία προς ένα τέρμα, τον ουρανό. Της
πορείας αυτής κρισιμώτερο σημείο και σπουδαιότατο μέσον είναι ο γάμος. Κανείς δεν επιτρέπεται
να ξεφύγη τα δεσμά του γάμου, είτε κάνει έναν μυστικό γάμο, αφιερώνοντας τον εαυτό του εις τον
Θεόν, είτε κάνει έναν μυστηριακό.
Το θέμα, το οποίο θα μας απασχολήση σήμερα, είναι ο μυστηριακός γάμος, θα δούμε πώς είναι
δυνατόν ο γάμος να συμβάλη στην πνευματική μας ζωή, για να συνεχίσωμε το θέμα το οποίο
αρχίσαμε στην προηγούμενη ομιλία μας. Ξεύρομε ότι ο γάμος είναι θεσμός συσταθείς υπό του
Θεού. Είναι τίμιος(1), είναι «μυστήριον μέγα»(2). Ο ανύπανδρος άνθρωπος απλώς περνάει από την
ζωή και φεύγει, ενώ ο παντρεμένος ζη την ζωή του.
Άραγε γι’ αυτόν τον ιερό θεσμό του γάμου, γι’ αυτό το «μέγα μυστήριον», το οποίο ευλογεί η
Εκκλησία μας, πώς σκέπτονται οι σύγχρονοι άνθρωποι; Υπανδρεύονται, και νομίζεις ότι ενώνονται
δύο ταμεία, δύο συμφέροντα, δύο ματαιοδοξίες. Ενώνονται δύο άνθρωποι χωρίς ιδανικά, δύο
μηδενικά θα λέγαμε. Διότι άνθρωποι χωρίς ιδανικά, χωρίς αναζητήσεις, δεν είναι τίποτε άλλο παρά
μηδενικά.
Παντρεύτηκα για να ζήσω την ζωή μου, ακούς συνεχώς τριγύρω σου, και όχι για να κλεισθώ μέσα
σε τέσσερις τοίχους. Παντρεύτηκα για να γλεντήσω την ζωή μου, ακούς να λέγη ο άλλος, και
παραδίδουν τα παιδιά τους, εάν έχουν κάνει παιδιά, σε κάποια ξένη γυναίκα για να μπορούν
ελεύθεροι να τρέχουν στα θέατρα, στους κινηματογράφους και στις κοσμικές συντροφιές. Έτσι το
σπίτι τους γίνεται ένα ξενοδοχείο, στο οποίο επιστρέφουν το βράδυ ή μάλλον μετά τα μεσάνυκτα,
μετά από την διασκέδασι, για να ξεκουρασθοϋν. Οι άνθρωποι είναι μέσα τους άδειοι, γι’ αυτό στο
σπίτι τους νοιώθουν πραγματικό κενό. Καμιά ευχαρίστησις δεν υπάρχει εκεί και τρέχουν και
γλιστρούν από εδώ και από εκεί, για να βρουν την ευτυχία τους.
Υπανδρεύονται χωρίς γνώσεις, χωρίς συνείδησι ευθύνης, διότι επιθυμούν να υπανδρευθούν ή διότι
νομίζουν πως είναι απαραίτητο για να είναι κοινωνικοί άνθρωποι. Όμως ποιο είναι το αποτέλεσμα;
Το βλέπομε καθημερινά. Τα ναυάγια του γάμου είναι γνωστά σε όλους μας. Ένας κοσμικός γάμος,
όπως νοείται σήμερα, μόνον ένα χαρακτηριστικό μπορεί να έχη, ότι είναι δολοφόνος της
πνευματικής ζωής του ανθρώπου. Γι’ αυτό πρέπει να νοιώσωμε ότι, αν αποτύχωμε στον γάμο μας,
σχεδόν αποτύχαμε και στην πνευματική μας ζωή. Εάν επιτύχωμε στον γάμο μας, επιτύχαμε και
στην πνευματική μας ζωή. Η ευτυχία ή η αποτυχία μας, η πρόοδος ή ο καταποντισμός μας στην
πνευματική μας ζωή αρχίζει από τον γάμο μας.
Επειδή λοιπόν είναι ένα τόσο σοβαρό θέμα, αξίζει να δούμε ποιες προϋποθέσεις χρειάζονται και
ποια προετοιμασία, για να επιτευχθή ένας ευτυχισμένος, ένας αληθινά χριστιανικός γάμος.
Για να κάνη κανείς έναν επιτυχημένο γάμο, θα πρέπει από μικρό παιδί να πάρη κατάλληλη αγωγή.
Όπως το παιδί πρέπει να διαβάζη, όπως μαθαίνει να σκέπτεται και να ενδιαφέρεται για τους γονείς
του ή για την υγεία του, έτσι θα πρέπει να ετοιμασθή, για να μπόρεση να κάνη έναν επιτυχημένο
γάμο.
Όμως στην εποχή μας κανείς δεν ενδιαφέρεται να ετοιμάση τα παιδιά για το μεγάλο αυτό
μυστήριο, το οποίο θα παίξη πρωταρχικό ρόλο στην ζωή τους. Ούτε οι γονείς ενδιαφέρονται, εκτός
αν εξαιρέσωμε την περίπτωσι της προίκας για την οποία όντως ενδιαφέρονται.
Το παιδί από μικρό πρέπει να μάθη να αγαπά, να δίνη, να στερήται, να υπακούη. Να νοιώθη ότι
είναι θησαυρός πολύτιμος η αγνότητα της ψυχής και του σώματός του, την οποίαν πρέπει να τηρή
ως κόρην οφθαλμού.
Ο χαρακτήρας του παιδιού πρέπει να διαπλάσσεται κανονικά, για να γίνη ένας τίμιος, γενναίος,
αποφασιστικός, ειλικρινής, χαρούμενος άνθρωπος και όχι ένα μισοκακόμοιρο πλάσμα που θα
κλαίη συνεχώς την μοίρα του, ένα άβουλο αντικείμενο χωρίς καμία σκέψι και δύναμι.
Από μικρό να μάθη το παιδί να ενδιαφέρεται για κάποια επιστήμη η για ένα επάγγελμα, ώστε
αύριο να είναι σε θέσι να συντηρήση την οικογένειά του ή, αν είναι κορίτσι, να βοηθήση αν
χρειασθή. Η γυναίκα πρέπει να μάθη να είναι νοικοκυρά και όταν ακόμη είναι μορφωμένη. Να
μάθη να μαγειρεύη, να ράβη, να κεντά. Μα, θα πη κανείς, πάτερ μου, αυτά που λες είναι
αυτονόητα. Ρωτήστε τους συζύγους και θα δήτε πόσες γυναίκες, όταν παντρεύωνται, δεν ξεύρουν
τίποτε από νοικοκυριό.
Η εκλογή επίσης του συντρόφου της ζωής είναι μία υπόθεσις η οποία, όταν έλθωμε σε κατάλληλη
ηλικία, δεν πρέπει να αναβάλλεται. Οπωσδήποτε ο άνθρωπος δεν πρέπει να βιάζεται, διότι
«γρήγορος γάμος, γρήγορη απελπισία», αλλά ούτε και να αναβάλλη την υπόθεσι αυτή της ζωής
του. Δεν πρέπει να καθυστερή, διότι η καθυστέρησις είναι θανάσιμος κίνδυνος για την ψυχή του.
Κατά κανόνα ο κανονικός ρυθμός της πνευματικής ζωής του ανθρώπου αρχίζει με τον γάμο. Ο
ανύπανδρος άνθρωπος είναι σαν να ζη στον διάδρομο• δεν έχει προχωρήσει ακόμη στα δωμάτια.
Οι γονείς ας ενδιαφέρωνται να έχη το παιδί κοινωνική συμπεριφορά, αλλά και να προσεύχεται,
ώστε η ευλογημένη εκείνη ώρα να έρθη ως δώρο που θα στείλη ο Θεός.
Φυσικά, όταν φθάση στην εκλογή του συζύγου, θα λάβη υπ’ όψιν του και την γνώμη των γονέων
του. Πόσες φορές εσείς που είσθε γονείς δεν νοιώσατε μαχαιριές να τρυπούν την καρδιά σας, όταν
τα παιδιά σας δεν σας ρώτησαν για εκείνον που θα τα συντρόφευε στην ζωή τους. Η μητρική
καρδιά είναι ευαίσθητη και δεν αντέχει τέτοιο πλήγωμα. Το παιδί πρέπει να ρωτήση τους γονείς,
διότι έχουν μίαν ιδιαίτερη διαίσθησι να αντιλαμβάνωνται τα πράγματα που τους αφορούν. Αυτό
όμως δεν σημαίνει ότι ο πατέρας και η μητέρα θα πιέζουν το παιδί τους. Ας το αφήσουν να κάνη
τελικώς ελεύθερα την εκλογή του.
Αν εξαναγκάσης το παιδί σου στο θέμα του γάμου του, θα θεώρηση εσένα υπεύθυνο, εάν τα
πράγματα δεν πάνε καλά. Με την πίεσι δεν βγαίνει ποτέ καλό. Θα το βοηθήσης, αλλά θα το
αφήσης να διαλέξη εκείνον που θα προτιμήση ή εκείνον προς τον οποίον θα νοιώση αγάπη• αγάπη,
όχι λύπη ή οίκτο. Αν το παιδί σου μετά από μία γνωριμία σου λέγη, τον λυπάμαι τον κακόμοιρο, θα
τον παντρευθώ, τότε να ξέρετε ότι είμαστε στα πρόθυρα ενός αποτυχημένου γάμου. Μόνον ο
άνθρωπος, τον οποίον θα προτιμήση ή θα αγαπήση, μπορεί να σταθή στο πλευρό του παιδιού μας.
θα πρέπει και οι δύο, ο άνδρας και η γυναίκα, να θέλουν τον γάμο τους, να ελκύεται ο ένας από τον
άλλον, να θέλουν να ζήσουν μαζί αληθινά, εσωτερικά, αβίαστα. Στο θέμα αυτό δεν είναι δυνατόν
να πιέζωμε τα παιδιά μας. Μερικές φορές, από την αγάπη μας, νομίζομε ότι είναι κτήματά μας, ότι
είναι περιουσία μας και ότι μπορούμε να τα κάνωμε ό,τι θέλομε. Έτσι το παιδί μας γίνεται ένα
πλάσμα ανίκανο να ζήση στην ζωή είτε ως άγαμο είτε ως έ’γγαμο.
Οπωσδήποτε θα προηγηθή του γάμου η γνωριμία που είναι ένα τόσο λεπτό ζήτημα, και όμως το
ξεχνάμε. Η γνωριμία δεν θα πρέπει ποτέ να μας επαναπαύη, εάν δεν είμεθα βέβαιοι πως είναι
αντικειμενική. Η αγάπη δεν τυφλώνει τον άνθρωπο. Η αγάπη του ανοίγει τα μάτια, για να βλέπη
τον άλλον όπως είναι, με τα ελαττώματά του. «Παπούτσι από τον τόπο σου και ας είναι
μπαλωμένο», λέει ο λαός. Δηλαδή πάρε άνθρωπο που τον γνώρισες. Και η γνωριμία πρέπει να
είναι πάντοτε συνδεδεμένη με την μνηστεία, δηλαδή τον αρραβώνα που είναι ένα εξ ίσου δύσκολο
θέμα.
Όταν πρότεινα σε μία κοπέλλα να σκεφθή σοβαρά εάν έπρεπε να συνέχιση τον αρραβώνα της, μου
απήντησε: Εάν διακόψω, θα με σφάξη η μητέρα μου. Αλλά αραββώνας δεν υπάρχει, όταν δεν
υπάρχη η δυνατότης να διαλυθή. Αρραβωνιάζομαι δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε θα παντρευθώ.
Σημαίνει ότι δοκιμάζω εάν πρέπει να παντρευθώ τον άνθρωπο που αρραβωνιάζομαι. Αν μια
κοπέλλα δεν είναι σε θέσι να διαλύση τον αρραβώνα της, δεν πρέπει να αρραβωνιασθή• ή
καλύτερα, ας μην προχώρηση στον γάμο. Στο στάδιο του αρραβώνος πρέπει να είμεθα πολύ
προσεκτικοί, διότι έτσι θα έχωμε πολύ λιγώτερες συγκρούσεις και δυστυχίες μετά τον γάμο.
Ακόμη, στο διάστημα της γνωριμίας, όπως λέγει κάποιος, να κρατάς την καρδιά σου μέσα και στα
δυο σου χέρια σαν να έχης μία αρκούδα. Γιατί ξεύρετε πόσο επικίνδυνη είναι η καρδιά, η οποία
μπορεί αντί να σε οδηγήση στον γάμο, να σε οδήγηση στην αμαρτία. Υπάρχει ενδεχόμενο ο
άνθρωπος, τον οποίον διάλεξες, να σε βλέπη σαν παιχνίδι ή σαν οδοντόβουρτσα για δοκιμή. Και
μετά εσύ θα υπομένης την θλίψι και το κλάμα. Θα είναι πλέον πολύ αργά, διότι ο άγγελός σου θα
έχη αποδειχθή ότι ήταν φτιαγμένος από λάσπη.
Μη διάλεξης άνθρωπο που σπαταλά τις ώρες του στις λέσχες, στις διασκεδάσεις, στα ταξίδια και
στις πολυτέλειες. Ούτε αυτόν που θα ανακάλυψης ότι κάτω από τα λόγια της αγάπης του κρύβει
εγωισμό. Μη διάλεξης ως γυναίκα σου εκείνη που μοιάζει με μπαρούτι και, μόλις της πης κάτι,
αρπάζει φωτιά. Δεν κάνει για σύζυγός σου.
Ακόμη, όταν θέλης να κάνης έναν πραγματικά επιτυχημένο γάμο, μην πλησιάζης εκείνη την νέα ή
τον νέο, που δεν μπορεί να εγκαταλείψη τους γονείς του. Είναι σαφής η εντολή του Χριστού: «Δια
τούτο καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την
γυναίκα αυτού»(3). Όταν βλέπης τον άλλον προσκολλημένο στην μάννα ή στον πατέρα, όταν
βλέπης ότι τους ακούει με το στόμα ανοικτό και ότι είναι έτοιμος να κάνη ό,τι πη ο πατέρας και η
μάννα, φύγε μακριά. Είναι ένας άρρωστος συναισθηματικά, ένας ανώριμος ψυχικά άνθρωπος και
δεν θα μπόρεσης να κάνης μαζί του οικογένεια, θα πρέπη να έχη λεβεντιά αυτός τον οποίον θα
κάνης σύζυγό σου. Αλλά πώς μπορεί να έχη λεβεντιά, εάν ακόμη δεν έμαθε, δεν κατάλαβε, δεν
χώνεψε ότι το σπίτι του ήταν η γλάστρα στην οποία τον έβαλαν, για να τον βγάλουν κατόπιν και να
τον φυτέψουν κάπου άλλου;
Επίσης, όταν πρόκειται να διαλέξης τον άνθρωπο της ζωής σου, πρόσεξε μήπως είναι κλειστός
τύπος, οπότε δεν έχει φίλους. Αν σήμερα δεν έχη φίλους, αύριο θα δυσκολευθή πολύ να έχη εσένα
ως φίλο και σύζυγο.
Πρόσεξε τους γκρινιάρηδες, τους παραπονιάρηδες, τους μελαγχολικούς που μοιάζουν με
κλαψοπούλια. Πρόσεξε εκείνους που συνεχώς παραπονούνται: Δεν με αγαπάς, δεν με
καταλαβαίνεις. Κάτι σε αυτά τα πλάσματα του Θεού δεν πηγαίνει καλά. Πρόσεξε ακόμη τους
φανατικούς και τους θρησκόληπτους. Όχι τους θρησκευόμενους αλλά τους θρησκόληπτους, οι
οποίοι ταράσσονται για ασήμαντα πράγματα, όλα τους φταίνε και είναι υπερευαίσθητοι. Πώς θα
μπόρεσης να ζήσης με έναν τέτοιον άνθρωπο; Θα είναι σαν να κάθεσαι πάνω σε αγκάθια.
Ακόμη πρόσεξε εκείνους που βλέπουν τον γάμο σαν κάτι το κακό, σαν μια φυλακή. Εκείνους που
λένε: Μα, δεν σκέφθηκα ποτέ στην ζωή μου τον γάμο.
Πρόσεξε και κάτι ψευτοχριστιανούς, που βλέπουν τον γάμο σαν κάτι το χαμηλό, σαν αμαρτία, που
χαμηλώνουν αμέσως τα μάτια τους, όταν ακούσουν κάτι σχετικό με τον γάμο(4). Εάν παντρευθής
έναν τέτοιο, θα είναι αγκάθι για σένα, φόρτωμα για το μοναστήρι του, αν καλογερέψη.
Πρόσεξε όσους νομίζουν ότι είναι τέλειοι και δεν βρίσκουν στον εαυτό τους κανένα ελάττωμα,
ενώ στους άλλους βρίσκουν συνεχώς ελαττώματα. Πρόσεξε όσους νομίζουν ότι είναι «οι εκλεκτοί
του Θεοϋ»(5) και μπορούν να αναμορφώσουν όλον τον κόσμο.
Να προσέξης και ένα σοβαρό θέμα, το κληρονομικό. Να γνωρίσης καλά τον πατέρα, την μάννα,
τον παππού, την γιαγιά, τον θείο. Ακόμη να υπάρχουν οι στοιχειώδεις υλικές προϋποθέσεις.
Προ πάντων όμως να προσέξης την πίστι του ανθρώπου. Έχει πίστι; Έχει ιδανικά ο άνθρωπος, τον
οποίον σκέπτεσαι να κάνης σύντροφο της ζωής σου; Αν ο Χριστός γι’ αυτόν δεν σημαίνη τίποτε,
πώς θα μπόρεσης να μπης εσύ στην καρδιά του; Εάν δεν μπόρεσε να εκτιμήση τον Χριστόν, έχεις
την εντύπωσι πως θα εκτιμήση εσένα(6); Λέγει στον άνδρα η Αγία Γραφή, η γυναίκα σου να είναι
«γυνή διαθήκης σου»(7), δηλαδή της πίστεώς σου. της θρησκείας σου, να είναι αυτή που θα σε
συνδέη με τον Θεόν. Τότε μόνον μπορείς να κάνης, όπως λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας,
έναν γάμο «μετά γνώμης του επισκόπου»(8), δηλαδή με έγκρισι εκκλησιαστική και όχι με τυπική
άδεια. Προηγουμένως συζήτησε με τον πνευματικό σου. Εξέτασε μαζί του το κάθε τι και εκείνος
θα σταθή πλάι σου σαν πραγματικός φίλος και, όταν φθάσετε στο ποθούμενο τέρμα, τότε πλέον ο
γάμος θα είναι για σένα ένα δώρο του Θεού. θα είναι ένα χάρισμα, διότι «έκαστος ίδιον χάρισμα
έχει»(9). Στον καθένα μας ο Θεός δίνει το δικό του χάρισμα. Στέλνει τον έναν στον γάμο και τον
άλλον στην παρθενία. Όχι ότι ο Θεός κάνει την εκλογή λέγοντας εσείς να πάτε από εδώ και εσείς
από εκεί, αλλά εκείνο που διαλέγει η καρδιά μιας, για εκείνο μας δίνει ο Θεός το θάρρος, το
κουράγιο, την δύναμι, για να το φέρωμε εις πέρας.
Αν έτσι διαλέξετε τον άνθρωπό σας, τότε ευχαριστήσατε τον Θεόν. Συνδέστε τον με τον
πνευματικό σας. Αν δεν έχετε, διαλέξτε και οι δυο έναν πνευματικό, ο οποίος θα είναι ο Γέροντάς
σας, ο πατέρας σας, εκείνος που θα σας θυμίζη και θα σας δείχνη τον Θεόν.
Θα έχετε πολλές δυσκολίες στην ζωή. Τα ερωτηματικά θα έρχωνται βροχή. Οι μέριμνες θα σας
περικυκλώνουν και θα βλέπετε συχνά πυκνά την χριστιανική σας ζωή να γίνεται δύσκολη. Μην
ανησυχήτε. Ο Θεός θα βοηθήση. Εσύ κάνε εκείνο που περνάει από το χέρι σου. Μπορείς να
μελετήσης πέντε λεπτά την ήμερα; Μελέτησε. Μπορείς να προσευχηθής πέντε λεπτά την ημέρα;
Προσευχήσου. Και αν δεν μπορής πέντε, προσευχήσου δύο. Τα υπόλοιπα είναι υπόθεσις του Θεού.
Όταν βλέπης στον γάμο σου δυσκολίες, όταν βλέπης την πνευματική σου ζωή να μην προχωρή,
μην απελπίζεσαι. Ούτε όμως να αρκήσαι σε εκείνα που κέρδισες. Ύψωσε την καρδιά σου στον
Θεόν. Μιμήσου εκείνους που έχουν δώσει τα πάντα σε αυτόν και κάνε ό,τι μπορείς για να τους
μοιάσης(10), έστω και με την λαχτάρα της καρδιάς σου. Την πράξι άφησέ την στον Χριστόν. Όταν
εσύ προχωρήσης έτσι, θα νοιώσης αληθινά ποιος είναι ο σκοπός του γάμου. Αλλοιώς, όπως ο
τυφλός περιπλανιέται, έτσι και συ θα περιπλανιέσαι μέσα στην ζωή. Ποιος είναι λοιπόν ο σκοπός
του γάμου; Θα σας αναφέρω τρεις κύριους σκοπούς. Πρώτον, ο γάμος είναι μία πορεία πόνου. Η
συντροφιά του άνδρα και της γυναίκας ονομάζεται συζυγία, δηλαδή κάτω από τον ίδιο ζυγό
σηκώνουν κοινό φορτίο. Ο γάμος είναι συμπόρευσις και συγκλήρωσις στον πόνο, βεβαίως και
στην χαρά. Αλλά συνήθως οι έξι χορδές της ζωής μας χτυπούν πένθιμα και η μία μόνον χτυπάει
χαρούμενα. Θα πίνουν ο άνδρας και η γυναίκα από το ίδιο ποτήρι της τρικυμίας, της θλίψεως, της
αποτυχίας. Κατά την τέλεσι του μυστηρίου του γάμου ο ιερεύς δίνει στους νεόνυμφους να πιουν
από το ίδιο ποτήρι, το οποίο ονομάζεται «κοινόν ποτήριον»(11), γιατί μαζί θα σηκώσουν τα βάρη
του γάμου. Ονομάζεται και «ένωσις» το ποτήρι αυτό, διότι ενώνονται για να σηκώσουν μαζί χαρές
και πόνους(12).
Όταν παντρεύωνται δυο άνθρωποι είναι σαν να λένε: Μαζί θα προχωρήσωμε, χέρι χέρι, και στα
ευχάριστα και στα δυσάρεστα. Θα περάσωμε ώρες σκοτεινές, ώρες θλίψεων γεμάτες από βάρη,
ώρες μονοτονίας. Αλλά μέσα στην βαθειά νύκτα πρέπει να δείχνωμε ότι πιστεύομε στον ήλιο και
στο φως. Ω, αγαπητοί μου, ποιος μπορεί να πη ότι δεν περνάει δύσκολες στιγμές στην ζωή του;
Όμως δεν είναι μικρό πράγμα να ξεύρης ότι στις δύσκολες στιγμές σου, στις αγωνίες σου, στους
πειρασμούς σου, θα κρατάς στο χέρι σου ένα άλλο αγαπημένο χέρι. Η Καινή Διαθήκη λέγει ότι θα
πόνεση κάθε άνθρωπος, προ πάντων ο εις γάμον ερχόμενος. «Λέλυσαι από γυναικός;» ερωτά ο
απόστολος Παύλος. Είσαι δηλαδή ανύπανδρος; «Μη ζήτει γυναίκα• εάν δε και γήμης, ουχ
ήμαρτες». Εάν παντρευθής, δεν έχεις αμαρτία. «Και εάν γήμη η παρθένος, ουχ ήμαρτε• θλϊψιν δε
τη σαρκί έξουσιν οι τοιούτοι. Εγώ δε υμών φείδομαι»(13). Από την στιγμή που παντρεύεσαι, να
θυμάσαι, λέγει, ότι θα πονέσης πολύ, θα υποφέρης, η ζωή σου θα είναι ένας σταυρός, αλλά
ανθισμένος σταυρός, θα έχη και τις χαρές του και τα χαμόγελά του και τις ομορφιές του. Όταν πάλι
περνάς λιακάδες στην ζωή σου, να θυμάσαι τα λουλούδια που κρύβουν έναν σταυρό(14). Έτσι και
στην δική σου λιακάδα ξαφνικά μπορεί να βγη ένας σταυρός.
Δεν είναι γλέντι η ζωή, όπως νομίζουν μερικοί που οδηγούνται στον γάμο και ύστερα πέφτουν από
τον ουρανό στην γη. Ο γάμος είναι μια πλατειά θάλασσα πού δεν ξεύρεις τι θα σου βγάλη.
Παίρνεις τον άνθρωπο που τον διάλεξες με φόβο και τρόμο και με πολλή προσοχή και ύστερα από
έναν χρόνο, από δύο χρόνια, από πέντε χρόνια ανακαλύπτεις πως σε κορόιδεψε.
Είναι νοθεία του γάμου να πιστεύωμε ότι ο γάμος είναι δρόμος, στον οποίον πρέπει να ζητήσωμε
την ευτυχία μας, την άρνησι του σταυρού. Χαρά του γάμου είναι ο άνδρας και η γυναίκα να
βάζουν και οι δυο τους ώμους τους και να προχωρούν μαζί στις ανηφοριές της ζωής. «Δεν έχετε
υποφέρει; Δεν έχετε αγαπήσει», λέγει ένας ποιητής. Μόνον εκείνος που υποφέρει, μπορεί
πραγματικά να αγαπήση. Γι’ αυτό η θλίψις είναι απαραίτητο στοιχείο του γάμου. «Ο γάμος», λέγει
κάποιος αρχαίος ποιητής και φιλόσοφος, «είναι ένας κόσμος που τον ομορφαίνει η ελπίδα και τον
ενδυναμώνει η δυστυχία». Όπως μέσα στην φωτιά αποδεικνύεται το ατσάλι, έτσι ακριβώς και ο
άνθρωπος χαλκεύεται στον γάμο, στην φωτιά των δυσκολιών. Όταν βλέπης τον γάμο σου από
μακριά, όλα σου φαίνονται μέλι γάλα, όλα σου χαμογελούν. Όταν πλησίασης, τότε θα δης πόσες
σκληρές στιγμές κρύβει.
«Ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον είναι»(15), λέγει ο Θεός, γι’ αυτό έβαλε πλάι του έναν
σύντροφο, έναν βοηθό για όλες τις στιγμές της ζωής του, ιδίως για τους αγώνες της πίστεως• διότι,
για να μπόρεσης να κράτησης την πίστι σου, πρέπει να πονέσης πολύ. Την χάρι του την στέλλει σε
όλους μας ο Θεός. Την στέλλει όμως, όταν εμείς είμεθα πρόθυμοι να υπομένωμε και να
υποφέρωμε. Μερικοί μόλις δουν τα εμπόδια, το βάζουν στα πόδια. Ξεχνούν και τον Θεόν και την
Εκκλησία. Αλλά η πίστις, ο Θεός, η Εκκλησία δεν είναι πουκάμισο, που το βγάζομε μόλις
ιδρώσωμε.
Ο γάμος λοιπόν είναι μία πορεία μέσα σε θλίψεις και σε χαρές. Όταν σου φαίνωνται πολύ
δύσκολες οι θλίψεις, να θυμάσαι ότι είναι μαζί σου ο Θεός. Αυτός θα σηκώση τον σταυρό. Αυτός
που σε στεφάνωσε. Όταν παρακαλούμε τον Θεόν, δεν προσφέρει πάντοτε αμέσως την λύσι. Μας
οδηγεί πολύ σιγά. Καμιά φορά κάνει και χρόνια. Το Πνεύμα το Άγιον «υπερεντυγχάνει υπέρ ημών
στεναγμοίς αλαλήτοις»(16). Δηλαδή υποφέρεις εσύ και μαζί σου πονάει ο ίδιος ο Χριστός. Πρέπει
να πονέσωμε• αλλοιώς δεν θα έχη αληθινό νόημα η ζωή μας.
Δεύτερον, ο γάμος είναι μία πορεία αγάπης. Είναι δημιουργία ενός καινούργιου ανθρώπου•
«έσονται εις σάρκα μίαν»(17), λέγει το Ευαγγέλιο. Ενώνει ο Θεός δύο ανθρώπους και τους κάνει
έναν. Από την ένωσι των δύο που αποφασίζουν να συγχρονίσουν τα βήματά τους και να
συναρμονίσουν τους κτύπους των καρδιών τους, βγαίνει ένας άνθρωπος. Με την βαθειά αυτή και
πηγαία αγάπη ο ένας είναι μία παρουσία, μία ζωντανή πραγματικότης μέσα στην καρδιά του
άλλου. Είμαι παντρεμένος σημαίνει πως δεν μπορώ να ζήσω ούτε μία ημέρα, ούτε καν λίγες
στιγμές, ει δυνατόν, χωρίς τον σύντροφο της ζωής μου. Ο άνδρας μου, η γυναίκα μου είναι ένα
κομμάτι του είναι μου, της σάρκας μου, της ψυχής μου• είναι συμπλήρωμά μου. Αποτελεί την
απασχόλησι του μυαλού μου. Αποτελεί τον λόγο, για τον οποίον νοιώθω να κτυπά η καρδιά μου.
Αλλάζουν τα δακτυλίδια των αρραβώνων, για να δείξουν ότι στις αλλαγές της ζωής, τελικώς, θα
μείνουν πάλι ενωμένοι. Ο καθένας φοράει το δακτυλίδι που γράφει το όνομα του άλλου και το
βάζει συμβολικά στο δάκτυλο, από όπου ξεκινάει μία φλέβα που πάει απ’ ευθείας στην καρδιά.
Δηλαδή το όνομα του άλλου γράφεται στην δική του καρδιά. Ο ένας, θα λέγαμε, δίνει στον άλλον
το αίμα της καρδιάς του. Τον κλείνει μέσα στα σωθικά του.
«Τι κάνεις;» ρώτησαν κάποτε έναν μυθιστοριογράφο. Εκείνος παραξενεύθηκε. «Τι κάνω;
παράξενο ερώτημα. Μα αγαπώ την Όλγα, την γυναίκα μου». Ζη ο άνδρας για να αγαπά την
γυναίκα του. Ζη η γυναίκα για να αγαπά τον άνδρα της.
Το βασικώτερο στον γάμο είναι η αγάπη. «Καμιά θάλασσα και κανένα βουνό, κανένας τόπος και
χρόνος, καμιά πικρή γλώσσα δεν θα μπορέσουν να μας χωρίσουν», έλεγε κάποιος που αγαπούσε
την σύζυγο του. «Αν μπορής, πάρτον», έλεγε μία άλλη, «τον έχω κρυμμένο μέσα στην καρδιά
μου». Τον ζητούσαν για να τον δικάσουν μετά από μία συκοφαντία και εκείνος κρυβόταν.
Γάμος λοιπόν σημαίνει ένωσις εις εν. Ο Θεός βδελύσσεται την διάζευξι και το διαζύγιο, θέλει την
αδιάσπαστη ενότητα(18). Ο ιερεύς βγάζει τα δακτυλίδια από το αριστερό δάκτυλο, τα βάζει στο
δεξί και κατόπιν πάλι στο αριστερό και τελικώς τα βάζει στο δεξί τους χέρι. Διότι το δεξί χέρι είναι
εκείνο με το οποίο κυρίως ενεργούμε. Αυτό δείχνει ότι το χέρι μου το κατέχει πλέον ο άλλος. Δεν
κάνω τίποτε που δεν θέλει. Είμαι δεμένος μαζί της. Είμαι δεμένη μαζί του. Ζω για τον άλλον, γι’
αυτό ανέχομαι τα ελαττώματά του. Όποιος δεν μπορεί να ανεχθή τον άλλον, δεν μπορεί και να
παντρευθή.
Τί θέλει ο σύντροφος μου; Τι τον ενδιαφέρει; Τι τον ευχαριστεί; Αυτό πρέπει να ευχαριστή, να
ενδιαφέρη, να απασχολή και εμένα. Αναζητώ ακόμη αφορμές για να του δώσω μικροχαρές. Σήμερα
πώς θα δώσω χαρά στον άνδρα μου, στην γυναίκα μου, είναι το ερώτημα που θέτει στον εαυτό του
κάθε ημέρα ο παντρεμένος άνθρωπος. Ασχολείται με τις σκοτούρες του, με τα ενδιαφέροντα του,
με την επιστήμη του, με την εργασία του, με τους φίλους του, για να έχουν κοινά τα πάντα, για να
δείχνη ότι είναι μέσα στην καθημερινότητά του.
Αν χρειασθή να υποχωρήση, υποχωρεί. Εκείνος που αγαπά κοιμάται τελευταίος και σηκώνεται το
πρωί πρώτος. Τους γονείς του άλλου τους βλέπει σαν δικούς του γονείς, με αφοσίωσι, με στοργή.
Διότι ξεύρομε πολύ καλά ότι, όταν παντρεύεται το παιδί, για τον γονέα, έστω και αν έχη ετοιμάσει
τον γάμο, είναι επίσης μία στιγμή πολύ δύσκολη. Ο γάμος είναι κάτι που κάνει την μάννα και τον
πατέρα να κλαίνε, διότι αποχωρίζονται το παιδί τους.
Η γυναίκα εκφράζει την αγάπη της στον άνδρα με την υποταγή της. Υποτάσσεται σε αυτόν, όπως
ακριβώς η Εκκλησία εις τον Χριστόν(19). Ευτυχία της είναι να κάνη το θέλημα του ανδρός της.
Νάζια, πείσματα, γκρίνιες είναι τσεκούρια που σπάνε το δένδρο της συζυγικής ευτυχίας.
Η γυναίκα είναι η καρδιά. Ο άνδρας είναι η «κεφαλή». Η γυναίκα είναι η καρδιά που αγαπά. Στις
δυσκολίες του ανδρός στέκεται όπως στάθηκε η αυτοκράτειρα Θεοδώρα που στήριξε τον άνδρα
της στον θρόνο(20). Στις στιγμές της χαράς του προσπαθεί να τον ανυψώση ακόμη περισσότερο σε
ύψη ιδανικών. Στις στιγμές της θλίψεώς του στέκεται σαν ένας κόσμος υπέροχος και γαλήνιος για
να του προσφέρη την γαλήνη.
Ο άνδρας πρέπει να θυμάται ότι η γυναίκα του είναι αυτή την οποία εμπιστεύθηκε ο Θεός στα
χέρια του. Η γυναίκα του είναι μία ψυχή που του την έδωσε ο Θεός, για να την επιστρέψη σε
Εκείνον. Την αγαπάει την γυναίκα του, όπως αγαπάει ο Χριστός την Εκκλησία του(21). Την
προστατεύει, την περιποιείται, της παρέχει ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν είναι στενοχωρημένη, όταν
είναι άρρωστη. Ξεύρομε άλλωστε πόσο ευαίσθητη είναι η γυναικεία ψυχή, γι’ αυτό, όπως λέγει και
ο απόστολος Πέτρος, «ως ασθενεστέρω σκεύει τω γυναικείω απονέμομεν τιμήν»(22). Πληγώνεται
η γυναικεία ψυχή, μικροψυχεί, μεταβάλλεται πολύ εύκολα, απελπίζεται ξαφνικά. Γι’ αυτό ο άνδρας
πρέπει να στέκεται γεμάτος αγάπη και τρυφερότητα, ώστε να καταφέρη να γίνη ο θησαυρός της.
Ο γάμος, αγαπητοί μου, είναι σαν μια βαρκούλα πού πλέει μέσα στα κύματα ανάμεσα σε βράχια.
Λίγο άμα δεν προσέξης, θα γίνη συντρίμμια.
Ο γάμος, είπαμε, είναι πρώτον, μία πορεία πόνου• δεύτερον, μία πορεία αγάπης και τρίτον, μία
πορεία προς τον ουρανό, μία κλήσις του Θεού. Είναι, όπως λέγει ή Αγία Γραφή, «μυστήριον
μέγα»(23).
Γνωρίζομε τα επτά μυστήρια. Εδώ μυστήριο σημαίνει ένα σημάδι της μυστικής παρουσίας κάποιου
αληθινού γεγονότος. Η εικόνα είναι ένα μυστήριο. Όταν την προσκυνούμε, δεν προσκυνούμε το
ξύλο αλλά τον Χριστόν ή την Παναγία ή τον άγιο που παρίσταται μυστικά σε αυτήν. Ο τίμιος
Σταυρός είναι σύμβολο του Χριστού. Σε αυτόν υπάρχει η μυστική παρουσία του Χριστού. Κάτι
τέτοιο είναι και ο γάμος. Όπου, λέγει, είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το όνομά μου, εκεί ανάμεσά
τους είμαι και εγώ(24). Παντρεύονται δύο άνθρωποι εις το όνομα του Χριστού• αυτοί πλέον
γίνονται το σημάδι που κρατάει και κατέχει τον ίδιο τον Χριστόν.
Επομένως, όταν βλέπης ένα ανδρόγυνο με αυτήν την γνώσι, είναι σαν να βλέπης τον Χριστόν.
Υπάρχει εκεί μία θεοφάνεια. Γι’ αυτό σε άλλες χώρες βάζουν στέμματα κατά την τέλεσι του
μυστηρίου, για να δείξουν πως ο άνδρας είναι ο βασιλιάς Χριστός και η γυναίκα η Εκκλησία, ή
χρησιμοποιούν κλάδους ελαίας(25).
Όλα λοιπόν στον γάμο είναι συμβολικά. Οι αναμμένες λαμπάδες συμβολίζουν τις πέντε παρθένες.
Όταν τις δίνη ο ιερεύς στα χέρια των νεονύμφων την ώρα του μυστηρίου, είναι σαν να τους λέγη:
Σαν τις πέντε παρθένες να περιμένετε τον Χριστον(26) Ή συμβολίζουν τις γλώσσες του πυρός, που
κατέβηκαν την Πεντηκοστή και ήταν στην ουσία η παρουσία του Αγίου Πνεύματος(27). Τα
δακτυλίδια τους, τις βέρες τους, τις παίρνει ο ιερεύς από την αγία Τράπεζα, όπου τις είχε
τοποθετήσει προηγουμένως, και τις βάζει στο τραπέζι(28), για να δείξη ακριβώς ότι ο γάμος
αρχίζει από τον Χριστόν και θα τελειώση στον Χριστόν. Ο ιερεύς επίσης ενώνει τα χέρια τους, για
να δείξη ότι τους ενώνει ο ίδιος ο Χριστός. Δηλαδή συμπλέκεται ο Χριστός στο μυστήριο και στην
ζωή τους(29).
Όλα όσα χρησιμοποιούνται, κατά την τέλεσι του γάμου, είναι σκιές και σύμβολα που δείχνουν ότι
εκεί είναι ο Χριστός. Όταν κάθεσαι και βλέπης ξαφνικά μια σκιά, καταλαβαίνεις ότι κάποιος
έρχεται. Δεν τον βλέπεις• το ξεύρεις όμως. Πρωί πρωί σηκώνεσαι και βλέπεις κατακόκκινο τον
ορίζοντα στην ανατολή, θα βγη, λες, σε λίγο ο ήλιος. Πράγματι εκεί, πίσω από το βουνό,
προβάλλει ο ήλιος.
Όταν βλέπης τον γάμο σου, τον άνδρα σου, την γυναίκα σου, όταν βλέπης τις στενοχώριες σου, το
σώμα του συντρόφου σου, τα πάντα μέσα στο σπίτι σου, να ξεύρης ότι είναι σημάδια της
παρουσίας του Χριστού. Είναι σαν να ακούς τα βήματά του, σαν να έρχεται, σαν να πρόκειται να
ακούσης τώρα και την φωνή του. Σκιές είναι όλα αυτά που δείχνουν ότι μαζί μας είναι ο
Χριστός(30). Είναι αλήθεια ότι εξ αιτίας των μεριμνών μας τον νοιώθομε ως απόντα. Τον βλέπομε
όμως μέσα
στις σκιές και είμαστε βέβαιοι ότι είναι μαζί μας. Γι’ αυτό ακριβώς την αρχαία εποχή δεν είχαν
ξεχωριστή ακολουθία. Έπαιρναν τον άνδρα και την γυναίκα, τους έφεραν στην εκκλησία, τους
κοινωνούσαν και έφευγαν. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η ζωή τους πλέον είναι μαζί με τον Χριστόν.
Σύμβολο της παρουσίας του Χριστού είναι και τα στέφανα. Ειδικώτερα συμβολίζουν το μαρτύριο.
Θυμάσθε τους Σαράντα Μάρτυρες μέσα στην παγωμένη λίμνη που τους στεφάνωσε ο Χριστός;
Έτσι στεφανώνει τώρα η Εκκλησία τους νεονύμφους, μνημονεύοντας και τον άγιο Προκόπιο, ο
οποίος είχε συμβουλεύσει μερικές γυναίκες να μαρτυρήσουν, για να δείξουν την αγάπη τους στον
Χριστόν(31). Φορούν λοιπόν στέφανα ο άνδρας και η γυναίκα, για να δείξουν ότι είναι έτοιμοι να
γίνουν μάρτυρες χάριν του Χριστού, ο οποίος είναι μαζί τους.
Παντρεύομαι σημαίνει ζω και πεθαίνω για τον Χριστόν. Παντρεύομαι σημαίνει επιθυμώ και διψώ
τον Χριστόν.
Ποιοι άλλοι εστεφανούντο; Οι βασιλείς εστέφοντο. Επομένως, τα στέφανα δείχνουν ότι οι σύζυγοι
είναι βασιλιάδες και το σπίτι τους βασίλειον, βασίλειον της Εκκλησίας, ένα κομμάτι της
Εκκλησίας.
Πότε άρχισε ο γάμος; Όταν ο άνθρωπος αμάρτησε. Προηγουμένως δεν υπήρχε γάμος με την
σημερινή έννοια. Όταν, μετά την πτώσι, οι πρωτόπλαστοι έχασαν τον παράδεισο, τότε γνώρισε ο
Αδάμ την Εύα(32), και άρχισε ο γάμος. Γιατί; Για να θυμούνται την πτώσι τους και την έξοδό τους
από τον παράδεισο και να τον ζητούν. Ο γάμος γίνεται τώρα μία επαναφορά στον πνευματικό
παράδεισο, την Εκκλησία του Χριστού. Παντρεύομαι λοιπόν σημαίνει γίνομαι βασιλιάς, γίνομαι
πιστό και αληθινό μέλος της Εκκλησίας του Χριστού και εργάζομαι πλέον για την δόξα του.
Τα στέφανα ακόμη δείχνουν την τελική νίκη στην βασιλεία των ουρανών. Όταν ο ιερεύς παίρνη τα
στέφανα, λέγει στον Χριστόν: «ανάλαβε τους στεφάνους αυτών εν τη βασιλεία σου»(33) πάρε τα
στεφάνια τους επάνω στην βασιλεία σου.
Επομένως, ο γάμος είναι ένας δρόμος• αρχίζει από την γη και τερματίζει στον ουρανό. Είναι μία
σύναψις, ένας σύνδεσμος μαζί με τον Χριστόν, που μας βεβαιώνει ότι θα πάμε κάποτε στον
ουρανό. Γάμος είναι μία «γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν»(34). Σαν να λέγη το
μυστήριο της Εκκλησίας μας: Πάνω από την αγάπη, πάνω από τον άνδρα σου, πάνω από την
γυναίκα σου, πάνω από τα καθημερινά σου γεγονότα, να θυμάσαι ότι προορίζεσαι για τον ουρανό,
ότι μπήκες στον δρόμο που πρέπει οπωσδήποτε να σε βγάλη εκεί. Η νύμφη και ο γαμπρός δίνουν
τα χέρια τους, τους πιάνει και ο ιερεύς και ακολουθούν γύρω από το τραπέζι χορεύοντας και
ψάλλοντας. Αυτό σημαίνει ότι ο γάμος είναι η πορεία, το ταξίδι που θα κατάληξη στον ουρανό,
στην αιωνιότητα.
Στον γάμο φαίνονται ότι παντρεύονται δύο. Δεν είναι όμως δύο αλλά τρεις. Παντρεύεται ο άνδρας
την γυναίκα και η γυναίκα τον άνδρα, αλλά και οι δύο μαζί υπανδρεύονται τον Χριστόν. Τρεις
επομένως λαμβάνουν μέρος στο μυστήριο και τρεις πλέον παραμένουν στην ζωή τους.
Στον χορό τους σέρνει ο ιερεύς, ο τύπος του Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι μας άρπαξε ο Χριστός,
μας εξηγόρασε(35), μας αιχμαλώτισε, μας έκανε δικούς του. Γι’ αυτό ακριβώς «το μυστήριον
τούτο μέγα εστίν»(36).
Την λέξι «μυστήριον» στα λατινικά την απέδωσαν με την λέξι «sacramentum» που σημαίνει
όρκος. Δηλαδή ο γάμος είναι όρκος, σύναψις, σύνδεσμος, όπως λέγαμε προηγουμένως. Είναι
μόνιμος πλέον δεσμός με τον Χριστόν.
Παντρεύομαι λοιπόν σημαίνει σκλαβώνω την καρδιά μου στον Χριστόν. Εάν θέλης, μπορείς να
παντρευθής• εάν θέλης, δεν παντρεύεσαι. Εάν παντρευθής όμως, αυτήν την έννοια έχει ο γάμος
στην Εκκλησία σου την Ορθόδοξη, η οποία σε γέννησε. Είμαι παντρεμένος σημαίνει είμαι
σκλάβος του Χριστού.
Σημειώσεις
*. Κήρυγμα στον Ι. Ναόν Αγίου Νικολάου Τρικάλων, 17 Ιανουαρίου 1971.
1. Εβρ. 13,4.
2. Εφ. 5, 32.
3. Βλ. Μάρκ. 10, 7.
4. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις Κολοσσαείς ομιλία» 12, 6, PG62, 388: «Τι αισχύνη τω
τιμίω; τι ερυθριάς επί τω αμιάντω; … Ύβρισται το του Θεού δώρον, η ρίζα της ημετέρας
γενέσεως».
5. Βλ.. Ρωμ. 8, 33 κ.ά.
6. Ένθ’ ανωτ. «Ομιλία» 12, 7, PG62, 390.
7. Μαλ. 2, 14.
8. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, «Προς Πολύκαρπον 5, PG5, 724Β.
9. Α’ Κορ. 7, 7.
10. Πρβλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣίΝΑΪΤΟΥ, «Κλϊμαξ 26, Περί διακρίσεως», PG88, 1020D: «Φως πάντων
ανθρώπων μοναδική πολιτεία».
11. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, «Διάλογος», κεφ. 277, PG 155, 508Β.
12. Πρωτοπρ. ΚΩΝ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ, «Ο χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ», έκδ.
Γρηγόρη, Αθήναι 1968, σελ. 514.
13. Α ‘ Κορ. 7, 27-28.
14. Όπως π.χ. η παπαρούνα η οποία έχει τέσσερα πέταλα με μαύρη βούλα προς το κέντρο σε
σχήμα σταυρού.
15. Βλ. Γεν. 2, 18.
16. Ρωμ. 8, 26.
17. Ματθ. 19,5• Μάρκ. 10, 7.
18. Ματθ. 19, 3-9• Μάρκ. 10, 2-12.
19. Εφ. 5, 22-24.
20. Είναι γνωστόν ότι η Θεοδώρα στήριξε τον Ιουστινιανό (527-565) κατά την στάσι του Νίκα
(532)• βλ. ΜΙΧΑΗΛ ΓΛΥΚΑ, «Βίβλος χρονική, από κτίσεως κόσμου μέχρι της βασιλείας Αλεξίου
του Κομνηνού 4», PG 158, 500C.
21. Εφ. 5, 25.
22. Βλ. Α’ Πέτρου 3,7
23. Εφ. 5, 32.
24. Ματθ. 18,20.
25. Πρωτοπρ. ΚΩΝ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ, ένθ’ ανωτ., σσ. 513-514.
26. Ματθ. 25, 1-11.
27. Πράξ. 2, 1-4.
28. Ακολουθία επί μνήστροις, ήτοι του αρραβώνος.
29. Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, «Επιστολή 193», PG37, 316C: «… πάρειμι και συνεορτάζω και
των νέων τας δεξιάς αλλήλαις τε εμβάλλω και αμφοτέρας τη του Θεού».
30. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις Κολοσσαείς ομιλία» 12, 6, PG62, 389: «Τύπος της του
Χριστού παρουσίας εστίν ο γάμος».
31. Η ακολουθία του στεφανώματος κάνει μνεία των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στην β’ ευχή
αυτής, καθώς και του αγίου Προκοπίου στην απόλυσι• βλ. και Μέγας Συναξαριστής, τ.3,7, Αθήναι
61999, σσ. 160-185, 135-138.
32. Γεν. 4, 1.
33. Ακολουθία του στεφανώματος, ευχή προ της απολύσεως.
34. Ακάθιστος ύμνος.
35. Βλ. Γαλ. 3, 13.
36. Εφ. 5, 32.
7. Πνευματική Μελέτη(*)
Είναι πολύ μεγάλο το θέμα της πνευματικής ζωής που αρχίσαμε από την προπερασμένη Κυριακή.
Είδαμε την πνευματική ζωή σαν έναν δρόμο, που αρχίζει από την ζωή αυτή με σκοπό να φθάση
επάνω στον ουρανό. Είναι μια ζωή που έχει μεταφορικό μέσο τα φτερά του Αγίου Πνεύματος, διότι
δεν είναι δυνατόν κανείς να φθάση πεζός στον ουρανό. Δεν είναι δυνατόν κανείς με τις δικές του
δυνάμεις, με τον δικό του αγώνα, με την δική του αρετή να φθάση επάνω εις τον Θεόν. Πρέπει να
βασισθή στα δυνατά και τα ταχύτατα φτερά του Αγίου Πνεύματος• πρέπει να στηριχθή
αποκλειστικώς στην θεία χάρι και να καταβάλη μόχθο, αγώνα, κόπο, ιδρώτα, να θυσιάση τον
εαυτό του.
Είδαμε εν συνεχεία ένα μέσον της πνευματικής ζωής, τον γάμο, που είναι μυστηριακό σημάδι της
παρουσίας του Θεού, στον οποίον έρχεται το Πνεύμα το Άγιον, για να ενώση το παρόν με το
μέλλον, την στιγμή εκείνη την κρίσιμη, αλλά και την κάθε στιγμή της ζωής μας, με την
αιωνιότητα.
Ας δούμε σήμερα ένα δεύτερο σημάδι της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, ένα μυστικό σημάδι,
την πνευματική μελέτη.
Όλοι οι άνθρωποι από τα μικρά τους χρόνια διαβάζουν πολύ. Σήμερα, μάλιστα, στην εποχή της
επιστήμης, των γραμμάτων και της προόδου, πρέπει κανείς να διαβάζη πολύ• εάν δεν διαβάζης,
είσαι σαν τυφλός. Διαβάζεις εσύ και προτρέπεις το παιδί σου από τα πρώτα του χρόνια να διαβάζη,
για να μην αποτύχη στην ζωή του. Ο καθένας διαβάζει ανάλογα με την τέχνη του ή την επιστήμη
του, με την μόρφωσί του, με τις δυνατότητες που έχει, με την κοινωνική θέσι• άλλος λιγώτερο,
άλλος περισσότερο.
Το παιδί σου, εάν έχη παιδεία, διαβάζει φιλοσοφία, αρχαίους κλασσικούς συγγραφείς, για να
μπόρεση να μορφώση το πνεύμα του. Φαντάζομαι ότι οπωσδήποτε το παροτρύνεις να διαβάζη και
ξένες γλώσσες, διότι λένε ότι, αν ξέρης μια ξένη γλώσσα, είναι σαν να έχης δυο ακόμη μάτια. Το
παιδί σου διαβάζει βιβλία κοινωνικά, εγκυκλοπαιδικά, επιστημονικά, δεν ξεύρω τι άλλο, για να
μπορή να έχη μία επαφή με την σύγχρονη πραγματικότητα. Να μπορή να καταλαβαίνη τον
άνθρωπο που είναι απέναντί του και να επικοινωνή, να είναι προσγειωμένο στις απαιτήσεις και
συνθήκες της εποχής του, για να μην είναι ένας μετέωρος άνθρωπος.
Όλα αυτά είναι χρήσιμα. Δεν αρκούν όμως, ούτε μπορούμε να τα διαβάζωμε όλοι μας. Εμείς
μιλάμε για την πνευματική ζωή και το θέμα μας είναι τα βιβλία που πρέπει να διαβάζωμε
απαραιτήτως, διότι μας χρειάζονται στο ταξίδι μας για τον ουρανό. Τα βιβλία στα οποία, όταν τα
διαβάζης, ξεύρεις ότι μιλάει ο ίδιος ο Θεός. Είναι εργαλεία της πνευματικής ζωής και χωρίς αυτά
είναι αδύνατον να φθάση κανείς στον παράδεισο.
Ποια είναι τα βιβλία της χριστιανικής ζωής; Είναι πάρα πολλά. Είναι εκείνα που με μία λέξι
περιεκτική τα ονομάζομε πνευματικά βιβλία. Αλλά όμως από όλα αυτά τα βιβλία, επιτρέψτε μου
-σήμερα που το θέμα μας είναι η πνευματική μελέτη, το μυστικό αυτό σημάδι της παρουσίας του
Αγίου Πνεύματος στην ζωή μας- να αναφέρω ωρισμένες μόνον κατηγορίες. Δεν είναι δυνατόν να
αναφερθούν όλα παρά μόνον εκείνα που η Εκκλησία μας ξεχώρισε με την ιστορία της και με την
ζωή της και με τα αίματά της και μας τα έδωσε, για να τα έχωμε καθημερινό εντρύφημα. Εκείνα
στα οποία δεν διαβάζεις σκέψεις ανθρώπινες, κριτήρια ανθρώπινα, λογική ανθρώπινη, αλλά
βρίσκεις την κρίσι και την λογική του Θεού, το Πνεύμα του Θεού• ομιλεί ο ίδιος ο Θεός. Οι
συγγραφείς των είναι τα θεόπνευστα όργανα(1), τα οποία έγιναν υπηρέτες του Αγίου Πνεύματος.
Θα αναφερθώ στα βιβλία που σου δίνει η Εκκλησία. Τα ανοίγεις και βλέπεις να σου μιλά ο Θεός.
Νοιώθεις αμέσως το φτερούγισμα του Πνεύματος. Νοιώθεις να απαντά ο Θεός στις απορίες σου.
Βλέπεις να διαλύη τα σκοτάδια σου, να ανοίγη τους δρόμους σου, όταν υπάρχη μπροστά σου
αδιέξοδο. Βλέπεις να μην αφήνη κανένα σημάδι σκοτεινό μέσα στο πέρασμά σου. Τότε γεμάτος
χαρά φωνάζεις: «νυν ηρξάμην λαλήσαι προς τον Κύριόν μου. Εγώ δε ειμί γη και σποδός»(2).
Άρχισα να κουβεντιάζω με τον Θεόν μου, με τον Χριστόν μου. Και τι είμαι εγώ που μιλάω μαζί
του; Στάχτη είμαι, πηλός είμαι. Μου κάνει όμως αυτήν την χάρι ο Θεός.
Εάν δεν έχης τα βιβλία αυτά μαζί σου στο ταξίδι σου, δεν θα φθάσης ποτέ στο τέρμα. Μέσα από
αυτά σε καλεί ο Θεός. Σου δείχνει με το χέρι του από πού να πας. Σου λέγει: Duc in altum, έλα,
παιδί μου, επάνω στα ύψη. Το νοιώθεις. Όπως εκείνος ο άγιος άνθρωπος, ο οποίος άφηνε πολλές
φορές την συντροφιά του με την δικαιολογία: κάποιος με περιμένει στο δωμάτιό μου. Δεν ήξευραν
ποιος είναι. Πίστευαν ότι είναι κάποιος άνθρωπος, ενώ εκείνος πήγαινε και άνοιγε τα βιβλία του.
Μέσα στο βιβλίο τον περίμενε ο ίδιος ο Θεός(3).
Ποια είναι λοιπόν τα βιβλία αυτά;
Πρώτον, εκείνα που ονομάζονται πατερικά. Συγγραφείς των ήσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας,
τα όργανα του Αγίου Πνεύματος, οι φλογεροί εκείνοι διδάσκαλοι που ήσαν πύρινοι όταν μιλούσαν
και οξυγράφοι όταν έγραφαν. Μας άφησαν με την πνοή του Αγίου Πνεύματος τα αθάνατα
αριστουργήματά τους. Αλήθεια, τι θησαυρό θα χάναμε, αν δεν υπήρχαν οι Πατέρες της Εκκλησίας
μας! Έζησαν με προσευχές, με αγρυπνίες, με νηστείες. Αγάπησαν τον Θεόν ολότελα και τους
αγάπησε ο Θεός αποκλειστικά αξιώνοντάς τους να μας αφήσουν τα αθάνατα αυτά έργα, που είναι
πολυτιμότερα από το χρυσάφι όλου του κόσμου(4).
Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έζησαν περίπου καθ’ όμοιον τρόπον. Μια ματιά θα ρίξωμε
μόνον στον Βίο ενός Πατρός, του Μεγάλου Βασιλείου, και θα είναι σαν να έχωμε μπροστά μας
όλη την χορεία των αγίων Πατέρων. Σπούδασε στις γνωστές και μεγάλες σχολές της εποχής του
φιλοσοφία, ρητορική, αστρονομία, μαθηματικά, ιατρική. Έγινε ρήτωρ. Το μέλλον του
χαμογελούσε και οι επιτυχίες ξεπερνούσαν η μία την άλλη. Τι έγινε όμως τότε; Αυτή η ωραία
ψυχή, αυτή η αστραφτερή διάνοια, αυτή η ευαίσθητη και θεόπαθη καρδιά δεν υποδουλώθηκε σε
χωμάτινες επιδιώξεις. Άφησε συγγενείς και φίλους και πήγε σε μια ερημιά του Πόντου. Εκεί, αν
και ήταν από μικρό παιδάκι καχεκτικός και φιλάσθενος και συχνά κινδύνευσε να πεθάνη, έζησε
πέντε χρόνια σκληρή ζωή μέσα στην μούχλα και στην υγρασία, κάτω από τις πιο δύσκολες
συνθήκες, μέσα σε ένα υπόγειο, μακριά από τις ζητωκραυγές των ανθρώπων(5).
Και μια νύκτα, περασμένα μεσάνυκτα, όπως μας λέγει ο αδελφός του ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης,
«έλλαμψις αυτώ φωτός γίνεται• άϋλον δε τι το φως εκείνο θεία δυνάμει καταφωτίζον το οίκημα,
υπ’ ουδενός πράγματος υλικού εξαπτόμενον»(6). Τον επισκέφθηκε μέσα στο ερημητήριό του ο
Θεός. Άστραψε και το σκοτάδι έγινε ημέρα και εκείνος έγινε σαν ήλιος. Ένα φως, χωρίς να έρχεται
από κάπου. Όπως μπήκε ο Χριστός στο υπερώο, χωρίς να υπάρχουν παράθυρα και πόρτες
ανοιχτές(7), έτσι μπήκε και εκεί όπου ήταν ο Μέγας Βασίλειος . Είδε τον Θεόν με τα πνευματικά
του μάτια ο Βασίλειος και είπε: «Τι του θείου κάλλους θαυμασιώτερον; Τι του θείου κάλλους
ερασμιώτερον;»(8)• τι υπάρχει ωραιότερο και θαυμασιώτερο και ομορφότερο και πιο αξιαγάπητο
από την πνευματική ομορφιά, την ομορφιά του Θεού; Με αυτήν την φώτισι που έλαβε, μπόρεσε
και έγραψε τα αριστουργήματα, τα οποία άφησε για να μας φωτίζη.
Έτσι περίπου έγραψαν τα βιβλία τους οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και με αυτά μας παίρνουν
από το χέρι και μας οδηγούν από κορυφή σε κορυφή, από βουνό σε βουνό, μέχρι πάνω από τα
αστέρια, εκεί όπου είναι ο θρόνος του Θεού και γύρω του οι φίλοι του, οι άγιοι. Κατά τον ίδιο
τρόπο μας άφησαν τον λόγο τους ο άγιος Χρυσόστομος, ο άγιος που γιορτάζομε αύριο, ο άγιος
Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο αετός του Πνεύματος(9).
Μα, θα μου πήτε: Πάτερ, ωραία τα λες, αλλά πού θα βρούμε τα βιβλία αυτά; Μη στενοχωριέστε.
Αν μέχρι τώρα δεν έχετε ψάξει, θα δήτε πόσο εύκολο είναι να τα βρήτε και να τα διαβάσετε, και αν
ακόμη έχετε τελειώσει μόνον το δημοτικό σχολείο. Υπάρχουν τόσες μεταφράσεις σήμερα, ώστε σε
όλους μας οι Πατέρες είναι προσιτοί. Ο αείμνηστος μητροπολίτης μας Διονύσιος δεν έχει γράψει
προσφάτως δύο βιβλία, στα οποία μετέφρασε κείμενα Πατέρων της Εκκλησίας(10); Πόσα βιβλία
και πόσοι λόγοι του αγίου Χρυσοστόμου, του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου, του
αγίου Νικοδήμου, Παύλου της Ευεργέτιδος και τόσων άλλων Πατέρων υπάρχουν και
κυκλοφορούν! Απλά είναι τα γραφόμενά τους.
Θα διάβασης και θα ανοιχθούν τα μάτια σου(11). Όπως, όταν κάθεσαι μέσα στο σκοτάδι και
ξαφνικά έρχωμαι και σου ρίχνω στο πρόσωπο έναν προβολέα, ανοίγεις τα μάτια σου καλά καλά, το
ίδιο θα νοιώσης, όταν διάβασης τα βιβλία που έγραψαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Τα βιβλία αυτά
γίνονται οι φακοί με τους οποίους βλέπομε τον ήλιο, τον Χριστόν.
Ας έλθωμε τώρα σε μια δεύτερη κατηγορία βιβλίων, τους Βίους των αγίων, των φίλων της
Εκκλησίας μας, που σκύβουν στο στήθος του Χριστού και ζουν μέσα στους κόλπους του• αυτοί
είναι η οικογένεια του Χριστού και πρέπει και εμείς να είμαστε εκεί. Τους ξεύρομε τους αγίους της
Εκκλησίας μας; Είναι τα αδέλφια μας. Ανήκομε στην ίδια οικογένεια• έχομε τον ίδιο πατέρα, τον
Θεόν, την ίδια μητέρα, την Εκκλησία. Τρώμε το ίδιο φαγητό, την θεία κοινωνία. Είμαστε
ομογάλακτοι και ομοτράπεζοι. Βγήκαμε από την ίδια πνευματική γαστέρα. Ξεύρομε αυτά τα
αδέλφια μας, τους αγίους της Εκκλησίας;
Διαβάζεις την ζωή των αγίων και βλέπεις μπροστά σου ζωντανές μεταφράσεις του Ευαγγελίου και
εμπνέεσαι(12). Τους γνωρίζεις σιγά σιγά. Βλέπεις πώς γεννήθηκαν, ποια ήταν η κατά σάρκα
μητέρα τους, πώς άρχισαν την ζωή τους, πώς έχυσαν τους ιδρώτες τους, τα αγιασμένα τους
δάκρυα, πώς πότισαν την γη με το πολύτιμο, το ζεστό τους αίμα• το αίμα εκείνο που ήταν ενωμένο
με το αίμα του Χριστού. Ενθουσιάζεσαι και σου έρχεται να πηδήσης για να φτάσης ψηλά. Τους
διαβάζεις και τους νοιώθεις μαζί σου, σαν να ακούς την αναπνοή τους. Σαν να καθώμαστε όλοι
μαζί και ύστερα από λίγο σας λέγω: Κουραστήκατε, αγαπητοί μου, ας κάνωμε έναν περίπατο.
Κάνομε περίπατο και κουβεντιάζομε όλοι μαζί φιλικά σαν μία οικογένεια. Έτσι νοιώθεις τους
αγίους μέσα στην ζωή σου, όταν τους διαβάζης. Σου γεννιέται αμέσως το ερώτημα: Αυτός ο άγιος
δεν ήταν άνθρωπος σαν εμένα; Πώς έγινε άγιος; Μπορώ και εγώ να γίνω άγιος. Βλέπεις τον
ηρωισμό του, την αγάπη του προς τον Θεόν και η καρδιά σου εξάπτεται, ενθουσιάζεται και θέλεις
ακόμη και να τον ξεπεράσης. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού»(13). Τον δόξασαν τον
Θεόν. Ολόκληρο νέφος από μυριάδες αγίους(14), οι οποίοι ακόμη δεν πήραν τα στεφάνια τους,
διότι περιμένουν και εμάς. Όπως μαζεύεται η οικογένεια στο σπίτι για το δείπνο και όταν λείπη ένα
παιδί το περιμένουν, έτσι και οι άγιοι στον ουρανό περιμένουν εμάς(15), εμένα, εσένα. Σκέπτεσαι
τι σημαίνει να καθυστερής στον δρόμο της πνευματικής σου πορείας; Για σκέψου να σε
περιμένουν όλες οι στρατιές των αγίων και συ να κάθεσαι να χρονοτριβής με ασήμαντα πράγματα.
Άφησε τα• σήκωσε την καρδιά σου όπου και αν είσαι, μέσα στο σπίτι σου, στο μαγαζί σου, με τα
παιδιά σου, με τον ή την σύζυγο σου• ακόμη, σε δύσκολο τόπο κράτησε την καρδιά σου εκεί ψηλά.
Θα μπόρεσης, αν διαβάζης τους Βίους των αγίων και βαπτίζεσαι μέσα στον ενθουσιασμό τους.
Τρίτον, ας δούμε τα εκκλησιαστικά μας βιβλία. Κάθε φορά που ερχόμαστε στην Εκκλησία, σε
εκείνο το Ψαλτήρι τι ωραία πράγματα διαβάζονται! Διαβάζεις την Παρακλητική και νοιώθεις
βάλσαμο στην ψυχή σου. Διαβάζεις το Τριώδιο, που ψάλλεται την Μ. Τεσσαρακοστή, και άθελα
σου νοιώθεις να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια σου• όχι δάκρυα συναισθηματικά, ψεύτικα, αλλά
από τα βάθη της ψυχής σου. Διαβάζεις το Πεντηκοστάριο και χαμογελάει η ψυχή σου• νοιώθεις ότι
ζης στον ουρανό. Μα, αν δεν τα έχης αυτά, τουλάχιστον δεν έχεις τον Συνέκδημο που είναι μια
περίληψι όλων αυτών; Πάρε ένα Συνέκδημο και μάθε πώς χρησιμοποιείται. Θα δης πόσο έχεις να
ωφεληθής.
Και μαζί με αυτά, αν έχης τελειώσει το γυμνάσιο, μάθε να διαβάζης βιβλία θεολογικά, που μιλούν
για την πίστι του Χριστού την αγία• την πίστι που την κλωτσούν οι αιρετικοί, αλλά που πρέπει εσύ
να την φωλιάσης μέσα στο μυαλό σου και στην καρδιά σου.
Και μια ακόμη κατηγορία βιβλίων που την άφησα στο τέλος, γιατί είναι για μας η σπουδαιότερη.
Ποια είναι; Η Αγία Γραφή. Η Καινή Διαθήκη, η Παλαιά Διαθήκη. Την διαβάζομε; Φοβάμαι μήπως,
ιδιαίτερα την Παλαιά Διαθήκη, δεν την διαβάζωμε. Εκεί πια είναι που μιλάει ολοκάθαρα ο Θεός.
Εκεί διαβάζεις: «Τάδε λέγει Κύριος». Μιλάει ο Θεός. Και ο πιο αγράμματος μπορεί να διαβάση
την Αγία Γραφή. Αν δεν την καταλάβη σήμερα, θα την καταλάβη αύριο.
Θυμάμαι, όταν ήμουν φοιτητής, ότι είχα πάει σε ένα σχολείο για να κάνω τον «δάσκαλο»• εγώ το
νεαρούλι να μιλήσω στους μαθητές. Έξω από την πόρτα του σχολείου ήταν μια κυρούλα, που
πωλούσε κουλούρια. Πόσα δεν μου δίδαξε και πόσο δεν με ταπείνωσε! Διάβαζε.
– Τι διαβάζεις, κυρούλα; της λέγω.
– Το Ευαγγέλιο, παιδί μου.
– Μα το καταλαβαίνεις;
– Αμέ, το δευτερώνω. Το διαβάζω για δεύτερη φορά και το καταλαβαίνω καλύτερα από την πρώτη.
Και άμα το διαβάσω πάλι από την αρχή, θα καταλάβω ακόμη πιο πολλά.
Συγχώρεσέ με, Θεέ μου, είπα τότε για τον εαυτό μου.
– Δεν μου λες, κυρούλα, ξεύρεις ότι υπάρχει και μετάφρασις του Ευαγγελίου;
– Αλήθεια, παιδί μου, πόσο κάνει; Να δανειστώ και να σου τα δώσω, να μου την φέρης.
Δεν της χρειαζόταν. Της έστειλα όμως την ερμηνεία ως δώρο. Δεν την χρειαζόταν. Είχε φλόγα. Και
αν έχης φλόγα, σου τα λέγει όλα ο Θεός.
Η Αγία Γραφή είναι το μεγαλύτερο δώρο που άφησε ο Θεός στον άνθρωπο. Να το καταλαβαίναμε!
Όπως κάποιος συγγραφεύς ο οποίος, ενώ είχε τόσα βιβλία μπροστά του, έλεγε στην γυναίκα του:
– Φέρε μου το βιβλίο μου.
– Μα ποιο βιβλίο από όλα;
– Καημένη, ρωτάς ποιο βιβλίο; Ένα είναι το βιβλίο, η Αγία Γραφή, απαντούσε ο μεγάλος αυτός
συγγραφεύς. Κάθε πρωί την διάβαζε για να ανάβη το λυχνάρι της ψυχής του, για να φωτίζεται από
τον Θεόν.
Ας δούμε τώρα τι χρειάζεται να κάνωμε, για να έχη επιτυχία η πνευματική μας μελέτη και ποιοι
είναι οι καρποί της.
Πρώτον, για να διάβασης τα πνευματικά βιβλία και για να έχουν απήχησι μέσα στην ψυχή σου,
σου χρειάζεται κόπος και προσευχή. Ας το ομολογήσωμε, είμαστε ράθυμοι. Το ξεύρετε,
φαντάζομαι, ότι υπάρχουν σε σπίτια βιβλιοθήκες που έχουν στα ράφια τους μόνον ζωγραφισμένες
τις ράχες βιβλίων! Κοιτάζεις και λες: Τι αριστουργήματα περιέχει αυτή η βιβλιοθήκη! Ομήρου
Ιλιάς, Θουκυδίδου Ιστορία, Δημοσθένους Λόγοι. Αλλά, εάν προσπαθήσης να τα ανοίξης, δεν
ανοίγουν, διότι δεν είναι βιβλία παρά μόνον ζωγραφισμένες ράχες. Δεν διαβάζει ο άνθρωπος• θέλει
μόνον να δείχνη πως είναι πολιτισμένος και πνευματικός.
Πρέπει όμως να πιστεύωμε ότι οι ψυχές μας δεν χρειάζονται τροφή αλλά το βιβλίο, διότι το βιβλίο
είναι ο λόγος του Θεού(16). Να διαβάζης ημέρας και νυκτός, όπως λέγει η Αγία Γραφή(17),
«ανιστάμενος, καθήμενος, κοιταζόμενος»(18). Σηκώνεσαι, κάθεσαι, ξαπλώνεις, να διαβάζης. Να
αποτραβιέσαι οποιαδήποτε ώρα σε ένα ήσυχο μέρος του σπιτιού σου• να αφήνης τους θορύβους
έξω, να κλείνεσαι εκεί και να ανοίγης το βιβλίο, για να μπορέσης να το απολαύσης. Αν μπορής να
δοκιμάσης να διαβάζης τα πνευματικά βιβλία την νύκτα, έστω και μια φορά την εβδομάδα, τότε θα
δης την ευλογία του Θεού(19). «Εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε, ο Θεός, διότι φως τα
προστάγματά σου επί της γης»(20). Την νύκτα να ανάβης το θεϊκό φως που φωτίζει την γη.
Κοπίασε, επιδίωξε την ησυχία και θα δης ότι θα γνωρίσης τον Θεόν, θα διαλυθούν όλες οι
αμφιβολίες σου, όλες οι δυσκολίες σου. Όταν ανατέλλη ο ήλιος, να σε βρίσκη με το βιβλίο στο
χέρι(21), όπως έλεγαν οι παλαιοί. Προηγουμένως όμως προσευχήσου, για να σου ανοίξη ο Θεός
τον νουν και την καρδίαν(22). Εκείνος μπορεί.
Να τα διαβάζης όλα. Έχεις παραδείγματος χάριν το Ευαγγέλιο. Και αυτά που σου φαίνονται
περιττά και αυτά που σου φαίνονται δύσκολα, διάβασέ τα. Ίσως σε κάποια γωνιά του Ευαγγελίου ή
της Παλαιάς Διαθήκης να βρης κάποιο μικρό μαργαριτάρι• αλλά το μαργαριτάρι, όσο μικρό και αν
είναι, είναι πολυτιμότερο από τον μεγαλύτερο βράχο(23)• μη βαριέσαι.
Μη ζητάς να βρης στην Αγία Γραφή συνταγές ή κανόνες για την ζωή σου. Μη θέλης να βάλης
δικές σου σκέψεις. Εσύ διάβαζε να μάθης τι λέει ο Θεός, και ο Θεός θα σε εμπνεύση. Ό,τι θα σου
πη ο Θεός, να το δεχθής. Μα, θα μου πης: Δεν εφαρμόζονται, παππούλη μου, αυτά στις ημέρες
μας. Πέρασαν τα ωραία εκείνα χρόνια. Αυτά είναι για σας, στα μοναστήρια. Εμείς έχομε δουλειές,
έχομε φασαρίες. Ώστε λοιπόν η χριστιανική ζωή είναι μόνον για τα μοναστήρια; Μα τι λέγαμε; Το
σπίτι μας το ανοίγομε για να υπάρχη μέσα ο Χριστός(24). Αυτή η σκέψις, ότι δεν εφαρμόζονται τα
ιερά γράμματα σήμερα, είναι σαν το νιτρικό οξύ. Έχω ακούσει ότι άμα ρίξης λιγάκι νιτρικό οξύ σε
ένα ωραίο λουλούδι, θα κιτρινίση, θα μαραθή. Έτσι επιδρά αυτή η ιδέα στην ζωή μας. Για μας
είναι οι Άγιες Γραφές, για μας είναι τα βιβλία, όχι μόνον για τους μοναχούς. Αυτοί έχουν την
ησυχία τους, έχουν το λιμάνι τους, τα έχουν όλα τακτοποιημένα. Εμείς είμαστε μέσα στον αγώνα,
μέσα στην φουρτούνα, εμάς κυνηγάει μέσα στον κόσμο ο πονηρός. Σε μας, που έχομε τόσες
δυσκολίες, έρχεται ο Χριστός να δώση τα πνευματικά όπλα, που λέγονται πνευματικά βιβλία(25).
Για μας λέγει: «Ταύτα μελέτα, εν τούτοις ίσθι»(26).
Τα πάντα ξεύρομε• τους ηθοποιούς, απ’ έξω και ανακατωτά, τους ποδοσφαιριστάς ομοίως. Να
κάνωμε έναν πρόχειρο διαγωνισμό; Να ρωτήσω έναν από εσάς; Πόσοι είσθε εδώ; Εναν μόνον να
ρωτήσω• ή καλύτερα ας κάνωμε κάτι άλλο. Όταν επιστρέψετε στο σπίτι σας, ανοίξτε το
ημερολόγιο• έχει τριακόσιες εξήντα ημέρες, αλλά περισσότερους από τριακόσιους εξήντα αγίους,
χιλιάδες αγίους. Για μετρήστε πόσων ξεύρετε την ζωή; Είχαμε πει ότι είναι αδέλφια μας, ότι
είμαστε της αυτής οικογενείας. Ύστερα ανοίξτε τον Συνέκδημό σας στον Μέγαν Κανόνα που
ψάλλομε την Μ. Τεσσαρακοστή. Έχει σχεδόν όλα τα ονόματα της Αγίας Γραφής. Δείτε πόσα από
εκείνα γνωρίζετε. Φοβούμαι για τον βαθμό που θα πάρωμε όλοι μας.
Γιατί να μη διαβάζωμε; Μην πης πως δεν καταλαβαίνεις. Αυτό είναι υπόθεσις του Αγίου
Πνεύματος. Εάν θέλης, αυτό θα σε φωτίση. Είναι αυτό που μυσταγωγεί την Εκκλησία. Σιγά σιγά
θα σου μάθη τα κλειδιά που ανοίγουν τα μυστικά των βιβλίων, που ανοίγουν τον παράδεισο(27).
Άλλωστε θα έχης και κάποιον δικό σου άνθρωπο, κάποιον πνευματικό, που θα είναι «τη πείρα
μεμυημένος», όπως λέγουν οι Πατέρες, δηλαδή που θα έχη την πείρα για να μπορή να σου τα
εξηγή(28). Θα αποκτήσης και δική σου πείρα και θα δης ότι θα σου διανοίγωνται όλα. Αλλά
χρειάζεται κόπος, έρευνα, προσευχή.
Δεύτερον, χρειάζεται πόθος και ξενιτεία, ενδιαφέρον και αδιαφορία. Τι σημαίνει αυτό; Μπορείς να
γέμισης ένα δοχείο, όταν είναι ήδη γεμάτο; Για να μπη το θεϊκό νόημα εντός σου, για να μπη η
χάρις του Θεού, πρέπει να αδειάσης την καρδιά σου από τα πάθη, τον εγωισμό, τα μίση, τις
ζήλειες, τα απωθημένα αισθήματα, τα ελατήρια ιδιοτέλειας, να την καθαρίσης και να την γεμίσης
με αρετές. Τα πάθη είναι όπως τα παράσιτα. Ανοίγεις το ραδιόφωνο να ακούσης έναν σταθμό και
ακούς συνεχώς παράσιτα• δεν καταλαβαίνεις τι λέει ο εκφωνητής. Πρέπει να σταματήσουν τα
παράσιτα, για να ακούσης την φωνή. Πώς θα ακούσης την φωνή του Θεού, όταν μέσα σου
βρυχώνται, όταν μέσα σου γρυλίζουν τα πάθη; Πρέπει να απελευθερωθής, διότι με αυτά
παραμένεις σαρκικός άνθρωπος, ψυχικός άνθρωπος, και «ψυχικός άνθρωπος ου δέχεται», δεν
καταλαβαίνει «τα του Πνεύματος του Θεού»(29).
Τα παράσιτα όμως μπορεί να είναι και εξωτερικά. Μπορεί να είναι μια φασαρία, δηλαδή, όταν
διαβάζης μέσα σε φασαρία και δεν αναζητής μια ήσυχη στιγμή. Όταν θέλης να κολυμπήσης στην
θάλασσα, αλλάζεις τα ρούχα σου• αλλοιώς θα βραχούν, θα βαρύνουν και θα βουλιάξης. Έτσι
πρέπει να βγάλης όλα εκείνα που μπορούν να γεμίζουν την ζωή σου: ασχολίες, θελήματα, τα
βουητά του κόσμου• να τα κλείσης έξω από την πόρτα σου. Να μείνης λίγες στιγμές μόνος σου με
τον Θεόν. Φθάνουν οι υπόλοιπες ώρες που είναι τόσο γεμάτες από κόπο. Αυτές τις στιγμές ας είσαι
μόνος μόνω τω Θεώ(30).
Στην θέσι αυτών που αφήρεσες, στην θέσι της αδιαφορίας, στην θέσι της ξενιτείας της καρδιάς,
της απομακρύνσεως από όλα, θα βάλης τον πόθο του Χριστού. Μέσα μας ας υπάρχη η πεποίθηση,
η απόφασις ότι πρέπει να τα καταλάβω, διότι πρέπει να γίνω άγιος. Όπως ο τυφλός φώναζε, Θεέ
μου, θέλω να σε δω(31), έτσι να φωνάζης και συ. Όπως το νήπιο αρπάζει τον μαστό της μητέρας
του και θηλάζει με πάθος, έτσι και συ να αρπάζης το βιβλίο.
Όπως ο Ζακχαίος, που ακούσατε το πρωί στο ευαγγελικό ανάγνωσμα, ανέβηκε επάνω στην
συκομορέα για να δη τον Χριστόν(32), έτσι πρέπει να κάνης και συ. Όταν πιάσης το βιβλίο στο
χέρι σου, να πης: Το βιβλίο αυτό έχει να πη κάτι για μένα. Πρέπει να ανακαλύψης εκείνο ακριβώς
που έχει να σου πη και να το ρουφήξης με την καρδιά σου, όπως το διψασμένο χωράφι ρουφάει το
νερό της βροχής.
Πόσοι άνθρωποι υπάρχουν σαν τον τυφλό, σαν τον Ζακχαίο! Διάβαζα ότι σε κράτη αθεϊστικά,
όπου απαγορεύεται να διαβάζουν την Αγία Γραφή, έχομε στρατιώτες που διαβάζουν το Ευαγγέλιο
κάτω από την κουβέρτα με τον φακό, για να μην τους δουν οι ανώτεροί τους. Τι πόθος, τι λαχτάρα!
Κινδυνεύει η ζωή τους και όμως το κάνουν. Μα τι λέγω; Κάτω από την κουβέρτα σε κράτη
αθεϊστικά; Φοβερό, αγαπητοί μου. Και στα Τρίκαλά μας υπάρχουν περιπτώσεις που αγόρια και
κορίτσια αναγκάζονται να διαβάσουν το Ευαγγέλιο κάτω από την κουβέρτα. Ή ακόμη, έχομε
περιπτώσεις -Θεέ μου, τι φρίκη! Πώς γινόμαστε έτσι εμείς οι χριστιανοί! -που αναγκάζονται τα
παιδιά να διαβάσουν το Ευαγγέλιο μόνον εκεί… στο αποχωρητήριο! Τα κυνηγάει η μητέρα τους
και ο πατέρας τους. Τους βλέπεις να σχίζουν το Ευαγγέλιο! Να παίρνουν βιβλία πνευματικά,
βαπτισμένοι χριστιανοί, και να τα καίνε! Να πούμε κάτι περισσότερο; Όχι. Καλύτερα ας
σιωπήσωμε, μήπως και το ξεχάση ο Θεός και δεν μας ρίξη κεραυνό.
Διαβάζομε λοιπόν το Ευαγγέλιο, «δόξα σοι ο Θεός». Διαβάζομε βιβλία πνευματικά. Τα διαβάζομε
με ένα άφημα της καρδιάς μας, με μία εμπιστοσύνη, με ένα ηρωικό φρόνημα, σαν να λέμε: Χριστέ
μου, διαβάζω το βιβλίο σου και ό,τι μου πης, θα το κάνω. «Κάθε πρωί μου ανοίγει το αυτί ο Θεός»,
λέγει ο προφήτης Ησαΐας, «και εγώ τον ακούω και δεν αντιλέγω, δεν απειθώ. Υψώνω το αυτί μου
στον Θεόν να δεχθώ τα μηνύματά του και δεν λέγω όχι εις τον Θεόν»(33). Αυτό σημαίνει διαβάζω
βιβλία πνευματικά.
Όταν τώρα έχωμε αυτές τις προϋποθέσεις, πρώτον, τον κόπο και την προσευχή και δεύτερον, τον
πόθο και την ξενιτεία, τον ηρωισμό και την απόφασι, τότε ας έλθωμε στα αποτελέσματα.
Πριν αναφερθώ σε αυτά, θέλω να σας κάνω μια εξομολόγησι. Όταν είχα αρχίσει τα κηρύγματά
μας, φοβόμουν ότι δεν θα καταλαβαίνατε και δίσταζα. Νόμιζα ότι θα σας κούραζα. Αλλά η
συμμετοχή σας και η προσοχή σας δείχνει ότι τα καταλαβαίνετε, διότι διψάει η ψυχή σας. Άλλωστε
ακούω ότι συζητάτε και έξω από τον ναό και ρωτάτε να αυξήσετε τις γνώσεις σας. Δείχνει πόσο
ενδιαφέρεσθε. Αυτό μου δίνει ιδιαίτερη χαρά.
Ας δούμε λοιπόν τα αποτελέσματα της πνευματικής μελέτης, άνευ της οποίας δεν υπάρχει
πνευματική ζωή, για να ξεύρετε τι θα ζητάτε, όταν θα ανοίγετε ένα πνευματικό βιβλίο. Και αν
μπορέσω με το κήρυγμα αυτό ή με τα προηγούμενα να ανάψω έναν μικρό σπινθήρα μέσα στην
καρδιά σας, θα νοιώσω ευτυχής.
Όταν αισθανθήτε τα αποτελέσματα της πνευματικής μελέτης, θα πήτε: «είη το όνομα Κυρίου
ευλογημένον»(34). Τι δώρα μας δίνει αλήθεια ο Θεός! Ξεύρετε τι δύναμι κρύβει ο λόγος του Θεού;
Η πνευματική μελέτη, το πνευματικό βιβλίο είναι λόγος του Θεού. Σαν σπόρος πέφτει μέσα στην
ψυχή μας και την σκάει όπως σκάει το χώμα και φυτρώνει ο σπόρος. Κρύβει ο λόγος του Θεού την
δύναμι του ίδιου του Θεού, την δύναμι του Χριστού. Και όταν θα βουτάς το μυαλό σου και την
καρδιά σου στο πνευματικό βιβλίο, θα τα βγάζης πάντα χορτασμένα. Δεν θα αδειάζη όμως το
λαγήνι• θα βγάζη, θα βγάζη(35)… Η πνευματική μελέτη πάντοτε θα σου ανοίγη ορίζοντες μπροστά
σου, γιατί είναι το καλύτερο καθημερινό εργαλείο που έχεις στο σπίτι σου, ένας εξοπλισμός
πνευματικής ζωής.
Τι μας δίνει λοιπόν το πνευματικό βιβλίο; Μας δίνει πρώτα από όλα την θεία οικοδομή. Με την
δύναμι που έχει ο λόγος του Θεού νικάει τις αμαρτίες μας και διώχνει τον διάβολο, όπως λέγει ο
άγιος Χρυσόστομος(36). Ο λόγος του Θεού, η πνευματική μελέτη, μοιάζει με ένα κομπρεσέρ το
οποίο τρυπά την σκληρότητα της καρδιάς μας. Μοιάζει με ένα φουρνέλο που πετάει δεξιά και
αριστερά όλα μας τα πάθη. Καθαρίζει την καρδιά μας για να βάλη μέσα τις αρετές. Αυτό είναι η
θεία οικοδομή. Οικοδομούμε το πνευματικό θεμέλιο της ζωής μας. Αποκτούμε την αγάπη προς
τους ανθρώπους, την μετάνοια, την συντριβή, τον φωτισμό. Διαβάζοντας βιβλία πνευματικά,
αισθανόμαστε όπως αισθάνεται ο Χριστός. Σκεπτόμαστε όπως σκέπτεται ο Χριστός. Ακούμε όπως
ακούει ο Χριστός. Αποκτούμε «νουν Κυρίου»(37), τον νοιώθομε πολύ κοντά μας. Και αν έχωμε
κάποια θλίψι, κάποια δυσκολία, κάποια ταραχή, κάποια ανεμοθύελλα στην ζωή μας, βλέπεις τον
Χριστόν και σου λέγει: Στάσου, μη φοβάσαι, εγώ είμαι μαζί σου. Και έτσι, κάτω από τα φτερά του,
όλο και προοδεύομε.
Κατόπιν μας δίνει την θεία γνώσι και τον θείο έρωτα. Με την χάρι του Θεού, διαβάζοντας τα
βιβλία, μαθαίνεις, γνωρίζεις, αποκτάς θεία γνώσι. Μέσα σου εργάζεται ο ίδιος ο Θεός. Μαθαίνεις
τα δόγματα της πίστεώς μας. Μαθαίνεις τι είναι ο Θεός, τι έκανε για σένα, τι πρέπει να κάνης εσύ
κάθε στιγμή της ζωής σου.
Ο λόγος του Θεού είναι ένα κοφτερό μαχαίρι, μάχαιρα του Πνεύματος(38), που κόβει και βγάζει
κάθε ψεύτικο και μάταιο από μέσα μας και θρονιάζει την αλήθεια. Η αλήθεια μας
ελευθερώνει(39). Έτσι μπαίνομε μέσα στο φως της αλήθειας, στον δρόμο της αιώνιας ζωής. Να,
γιατί λέγει η Αγία Γραφή ότι «αύτη η ζωή υμών»(40), ότι η αληθινή ζωή σας είναι η Αγία Γραφή,
όπως και κάθε πνευματικό βιβλίο.
Η γνώσις αυτή είναι μία πηγή, μία δύναμις που μεταβάλλεται κατόπιν σε ενέργεια και μας δίνει
την αγάπη του Χριστού, τον θείο έρωτα. Με τον χρόνο, σιγά σιγά, νοιώθεις αλλοίωσι μέσα σου και
εντυπώνεται σαν μια σφραγίδα στην καρδιά σου ο πόθος του Χριστού.
Όπως οι μάρτυρες ποθούσαν τον Χριστόν και επιθυμούσαν να βρουν κάποια φωτιά για να πέσουν
μέσα και να πάνε το συντομώτερο σε εκείνον, έτσι και συ νοιώθεις να ανάβη μέσα σου η αγάπη
προς εκείνον. Όταν έχης λίγη θέλησι, θα σου δώση ακόμη περισσότερο ζήλο, διότι, όπως λέγει ο
Κύριος, «τω έχοντι παντί δοθήσεται και περισσευθήσεται»(41). Γι’ αυτό κάποιος άγιος, όταν τον
αναζητούσαν, έλεγε: Δεν ευκαιρώ να έρθω(42). Γιατί; Ήθελε να μη χάση την μελέτη, διότι με
αυτήν αποκτούσε την θεία γνώσι και τον θείο έρωτα.
Όλα τα προηγούμενα μας δίνουν το τρίτο στοιχείο, τα θεία βιώματα. Τι είναι τα θεία βιώματα;
Εκείνα που ζούμε. Γίνεται παραδείγματος χάριν σεισμός, ζω το βίωμα της αγωνίας. Χτυπάει το
τηλέφωνο και η σύζυγος μου που είναι μακριά μου λέγει: Έρχομαι. Χαίρομαι αμέσως, ζω το βίωμα
της χαράς. Βιώματα μας δίνει και η μελέτη. Τι σημαίνει αυτό; Αγαπητοί μου, αυτά που σας είπα
μέχρι τώρα, ξεχάστε τα, αν θέλετε. Σε αυτό, όμως, στυλώστε τα αυτιά σας. Αν μόνον αυτό
θυμάστε, φθάνει. Τα βιβλία, και μάλιστα η Αγία Γραφή, μας δίνουν πνευματικά βιώματα. Πώς; Το
πνευματικό βιβλίο που διαβάζεις είναι ο λόγος του Θεού, δηλαδή ό,τι είπε ο Θεός. Εκεί που
κάθεσαι, εάν ακούσης φωνή γνώριμη, θα πης: Γνωστός μου άνθρωπος είναι. Η φωνή αποκαλύπτει
τον άνθρωπο. Όπου είναι ο λόγος του Θεού, εκεί είναι ο Θεός, εκεί κρύβεται ο Θεός. Δηλαδή το
πνευματικό βιβλίο είναι ένα μυστήριο, ένα σημάδι που κρύβει την παρουσία του ιδίου του Θεού.
Γι’ αυτό ένας εκκλησιαστικός συγγραφεύς έλεγε ότι οι γραμμές και οι λέξεις του πνευματικού
βιβλίου, και μάλιστα της Αγίας Γραφής, είναι τα ιμάτια του Χριστού. Όπως τα ενδύματά μου με
καλύπτουν, έτσι και οι σελίδες του βιβλίου κρύβουν τον ίδιον τον Χριστόν(43).
Ανοίγω την Καινή Διαθήκη και διαβάζω: «Προς Ρωμαίους επιστολή του αποστόλου Παύλου».
Μιλάει ο Παύλος; Όχι, μιλάει ο Χριστός. Πρώτη Καθολική Επιστολή του αποστόλου Πέτρου.
Μιλάει ο Πέτρος; Όχι, εκεί υπάρχει ο Χριστός, μιλάει ο ίδιος ο Χριστός. Όπως στην θεία κοινωνία,
στο θυσιαστήριο, έχομε ψωμί και κρασί, όταν όμως κοινωνάς, πιστεύεις ότι δια μέσου του άρτου
και του οίνου παίρνεις τον Χριστόν, ότι μυστηριακώς υπάρχει ο Χριστός, έτσι και εδώ• δια μέσου
των λέξεων, των παραγράφων και των σελίδων του βιβλίου παίρνεις μυστικά, μα αληθινά, τον
Χριστόν. Μη μου πης πως δεν πιστεύεις. Μη μου πης πως είναι παράξενο. Μη θέλησης να το
εξηγήσης. Εξηγούνται όλα τα πράγματα της θρησκείας μας; Αν εξηγούντο, δεν θα ήταν
πνευματικά. Μην ξεχνάτε ότι η Εκκλησία μας είναι χώρος θαυμάτων. Γη και ουρανός, σώμα και
ψυχή, άνθρωπος και άγγελοι και Θεός, παρόν και μέλλον, τα πάντα είναι μαζί. Ενώνονται σε μία
πραγματικότητα που λέγεται Εκκλησία. Ο Χριστός και εμείς μαζί. Πώς λοιπόν σε αυτήν την
πραγματικότητα να μη μπορή να γίνη και αυτό;
Επομένως, την ώρα που διαβάζεις το βιβλίο, πίσω από τις γραμμές είναι ο Χριστός. Όταν το
ανοίγης, είναι σαν να λες: Ναι, Κύριε, πιστεύω ότι είσαι εδώ. Ζητώντας να καταλάβης το νόημα,
είναι σαν να του λέγης: «ναι έρχου, Κύριε Ιησού»(44)• έλα, Χριστέ μου, μέσα στην καρδιά μου.
Επομένως, μελετώ το πνευματικό βιβλίο, και μάλιστα την Αγία Γραφή, σημαίνει κοινωνώ τον
Χριστόν.
Ο Χριστός που κάποτε δίδασκε σε μια γωνιά της γης, εκεί στην Παλαιστίνη, αυτός ο Χριστός
υπάρχει εδώ μυστικά, μα -επαναλαμβάνω- αληθινά. Υπάρχει ο Χριστός και πίσω από κάθε γραμμή
του βιβλίου είναι σαν να σε καλή: Έλα, παιδί μου. Και αν εσύ έχης τον πόθο να καταλάβης τι σου
λέγει, απαντάς: Έρχομαι, Κύριε• έλα τώρα και συ μέσα μου. Γίνεται ένας διάλογος πρόσωπο με
πρόσωπο• εγώ και ο Χριστός κουβεντιάζομε διά του βιβλίου. Δεν τον βλέπεις; Ούτε αυτόν που σου
τηλεφωνεί τον βλέπεις και όμως του κουβεντιάζεις.
Η ανάγνωσις του πνευματικού βιβλίου είναι μία αποκάλυψις, μία θεοφάνεια• έρχεται ο Χριστός.
Είναι μία συνάντησις με τον Χριστόν, μία μυστική ένωσις με τον Χριστόν. Εγώ και ο Χριστός
ενούμεθα. Μόνον ο Χριστός; Ο Χριστός είναι πάντα μαζί με το πνευματικό ασκέρι του. Βλέπεις
μπροστά τον στρατηγό με την σημαία και πίσω οι στρατιώτες του. Έτσι και ο Χριστός είναι
πάντοτε μαζί με τους αγίους και με τους αγγέλους, μαζί με όλους τους ουρανούς. Ενώνεσαι την
ώρα εκείνη μυστικά μαζί με όλους τους αγίους. Αρκεί να έχης μάτια πνευματικά, αισθήσεις
πνευματικές, και θα νοιώσης τι σημαίνει ένωσις με τον Χριστόν. Θα νοιώσης εκείνο που έλεγε
ένας άγιος, ότι «ζώντες επί γης εορτάζομεν εν ουρανώ»(45), όταν έχωμε τον λόγο του Θεού στην
καρδιά μας και στο στόμα μας.
Τώρα, καταλαβαίνω εκείνον τον φίλο των παιδικών μου χρόνων, που όταν ήθελε να διαβάση την
Αγία Γραφή, την διάβαζε μπροστά στα εικονίσματα γονατιστός. Και ένας άλλος την διάβαζε
πάντοτε με δάκρυα στα μάτια, ψάλλοντας. Κάτι περισσότερο καταλάβαιναν.
Θέλω να ζήτε, όπως ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ που διάβαζε κάθε εβδομάδα ολόκληρο το
Ευαγγέλιο(46). Έφθασε η τελευταία Πρωτοχρονιά του. Άλλαζε ο χρόνος και εβιάζετο να πάη εις
τον Κύριον και Θεόν του. Ειδοποίησε τους μαθητές του να του ετοιμάσουν το ταξίδι. Περίμενε ο
άγιος τον Χριστόν όπως οι πέντε παρθένες(47). Είχε τις λαμπάδες αναμμένες, για να δείχνη εις τον
Χριστόν ότι τον περίμενε. Την νύκτα δεν κοιμήθηκε. Δεν κοιμόταν ποτέ τις νύκτες.
Τα χαράματα ένας μοναχός που περνούσε έξω από το κελλί του ένοιωσε καπνό. Χτυπάει την
πόρτα. Ξαναχτυπάει. Δεν απαντάει. Την σπρώχνει, μπαίνει, κοιτάζει. Ο άγιος Σεραφείμ ήταν
γονατιστός με τα μάτια κλειστά. Τον σπρώχνει. Δεν απαντάει. Η ψυχή του είχε φτερουγίσει.
Κάποιος άλλος μοναχός είχε δει με τα μάτια της ψυχής του να μεταφέρουν οι άγγελοι την ψυχή του
στους ουρανούς. Μπροστά του ο άγιος Σεραφείμ είχε το Ευαγγέλιο. Οι γωνίες του είχαν μισοκαή
από τις λαμπάδες και κάπνιζαν. Κάτω, γύρω γύρω, είχε τα πνευματικά του βιβλία, τα οποία και
αυτά κάπνιζαν. Είχαν μισοαρπάξει φωτιά, όταν κοιμήθηκε, όταν πέθανε(48). Πέθανε; Όχι, αφού
γεννήθηκε στην άλλη ζωή. Έσβησαν οι φωτιές, αλλά όμως για μας παραμένει η εικόνα.
Έτσι, αγαπητοί μου, και εμείς να έχωμε στην καρδιά μας τον πόθο να ζούμε προσδοκώντας τον
Χριστόν με τις λαμπάδες αναμμένες και τα βιβλία τα πνευματικά στα γόνατα μας ανοικτά.
Σημειώσεις
*. Κήρυγμα στον Ι. Ναόν Αγίου Νικολάου Τρικάλων, 24 Ιανουαρίου 1971.
1. Εσπερινός Τριών Ιεραρχών, α’ κεκραγάριον.
2. Γεν. 18, 27.
3. Ανάλογο περιστατικό συναντούμε στον Βίο του Μ. Αρσενίου• βλ. «Αποφθέγματα Γερόντων,
αββά Αρσενίου» 13, 2, PG 65, 92Α.
4. Πρβλ. Ψαλμ. 18, 11• 118,72.
5. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, «Εις τον μέγαν Βασίλειον επιτάφιος» 13, 14, 23, PG36, 512-513Α,
525C-528B• «Επιστολήΐ», PG37, 28C-29B.
6. «Επιτάφιος λόγος εις τον ίδιον αδελφόν τον μέγαν Βασίλειον», PG 46, 809C.
7. Ιω. 20, 26.
8. Όροι κατά πλάτος 2, 1, PG 31, 909C• πρβλ. «Ομιλία εις τον εικοστόν ένατον ψαλμόν 5, PG 29,
317Β.
9. «Βίος και πολιτεία του εν αγίοις πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου πατριάρχου
Κωνσταντινουπόλεως» 5, 22, 23, PG 114, 1064, 1101C-1108B• ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ,
«Επιστολή» 5, PG37, 29CD.
10. Πρόκειται περί του Διονυσίου Χαραλάμπους, ο οποίος έγινε μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών
το 1959 και φρόντισε ιδιαιτέρως για την ανασυγκρότησι των μονών της μητροπόλεώς του. Τα
αναφερόμενα βιβλία είναι το «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», τ. 1-2, Αθήναι 1968, 1969.
11. Πρβλ. Ψαλμ. 18, 9• ΙΩΑΝΝΟΥ ΣίΝΑΪΤΟΥ, «Κλίιμαξ 27, Περί διαφοράς και διακρίσεως
ησυχιών», PG 88, 1116C.
12. Πρβλ. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, «Επιστολή» 2, PG32, 228BC.
13. Ψαλμ. 67, 36.
14. Βλ. Εβρ. 12, 1.
15. Eβρ. 11,39-40.
16. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις την Γένεσιν ομιλία» 11, 8, PG 53, 90.
17. Ψαλμ.. 1,2.
18. Βλ. Δευτ. 6, 7.
19. Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ, «Ασκητικά» 29, σσ. 122-123.
20. Ησ. 26, 9.
21. [Μ. ΑθΑΝΑΣΙΟΥ], «Περί παρθενίας» 12, PG 28, 265Α.
22. Πρβλ. Θεία Λειτουργία, ευχή Ευαγγελίου• Ψαλμ. 118, 18-19.
23. Πρβλ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», εκδ. Σωτ. Ν. Σχοινά, εν
Βόλω 2Ί969, σσ. 147-148.
24. Βλ. στον παρόντα τόμο: «Ο γάμος, το μέγα μυστήριον».
25. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις τον άγιον Ματθαίον ομιλία» 2,5, PG 57, 30• «Εις τον
Λάζαρον λόγος» 3, 1, PG 48, 992.
26. Α’ Τιμ. 4, 15.
27. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις την Γένεσιν ομιλία» 35, 1, PG53, 321-322.
28. Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥΓ ΝΥΣΣΗΣ, «Εις τον βίον Μωυσέως» 2, Jaeger, τ. VII, Ι, σελ. 121, στχ. 3 κ.ε.
29. Α’ Κορ. 2, 14.
30. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ, «Ασκητικά» 23, σελ. 96.
31. Μάρκ. 10, 51• Λουκ. 18,41.
32. Λουκ. 19, 1-4• η 24η Ιανουαρίου 1971 συνέπεσε με την Κυριακή του Ζακχαίου.
33. Βλ. Ησ. 50, 4-5.
34. Ψαλμ. 112,2• Ιώβ 1,21.
35. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Περί Άννης λόγος» 5, 2, PG 54, 670-671.
36. «Εις τον Λάζαρον λόγος» 3, 2, 3, PG 48, 993-994, 996.
37. Ρωμ. 11,34• Α’ Κορ. 2, 16.
38. Εφ. 6, 17.
39. Ιω. 8,32.
40. Δευτ. 32, 46-47.
41. Ματθ. 25, 29.
42. «Αποφθέγματα Γερόντων, αββά Σισώη» 27, PG 65, 401Α.
43. Πρβλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις τον Λάζαρον λόγος» 3, 2, PG 48,994.
44. Αποκ. 22, 20.
45. «Βίος (πρώτος) αγίου Παχωμίου» 131, Halkin, σελ. 83, στχ. 8.
46. Αρχιμ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, Βίος» (μετάφρ. Βασιλική
Νικολακάκη), εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη: 31985, σελ. 42.
47. Ματθ. 25, 1-13.
48. Ένθ’ άνωτ., σσ. 96-99.
8. Πνευματική Ζωή(*)
Καινούργιος χρόνος μπήκε. Εδώ και λίγες ημέρες γιορτάσαμε την Πρωτοχρονιά. Να ευχηθούμε με
την ανατολή του καινούργιου χρόνου τα σπίτια σας να γίνουν αληθινά παλάτια κτισμένα επάνω
στην πέτρα(1). Και όλοι εσείς, «εξαγοραζόμενοι τον καιρόν»(2), που μας χαρίζει ο Θεός, να
καταφέρετε με τον αγώνα σας, με την πάλη που θα κάνετε στην πνευματική σας ζωή, να γίνετε
πνευματικοί άνθρωποι. Η πορεία σας να είναι πνευματική. Να ζήσετε μία αληθινή πνευματική ζωή.
Μας αξίωσε ο Θεός να δούμε την ανατολή του ηλίου της καινούργιας χρονιάς. Υπολογίζουν ότι
κάπου σαράντα έξι εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν μέσα στον χρόνο. Εμείς αξιωθήκαμε να ζούμε.
Είναι ένα δώρο που μας κάνει ο Θεός. Είναι μία ευκαιρία που μας χαρίζει ο Θεός, για να επιτύχωμε
όχι την καινούργια χρονιά, αλλά την καινούργια ζωή.
Ποια είναι τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της καινούργιας αυτής ζωής, την οποία πρέπει να
ζήσωμε; Οι άνθρωποι οι οποίοι ζουν γύρω μας άλλοι γελούν, άλλοι μας παινεύουν. Άλλοι λέγουν
ότι είμαστε φρόνιμοι εμείς οι χριστιανοί, άλλοι λέγουν πως είμαστε τρελλοί. Και ενώ εμείς
αγωνιζόμαστε πραγματικά να ζήσωμε χριστιανική ζωή, ενώ παλεύομε να γίνωμε λαμπάδες εις τον
Χριστόν αναμμένες, οι άλλοι άνθρωποι ζουν χωρίς ιδανικά στην ζωή τους, χωρίς οραματισμούς
πνευματικούς, απησχολημένοι με τα μικρά και τα μάταια. Και όμως μερικές φορές τους
ανθρώπους αυτούς εμείς τους ζηλεύομε. Να ζηλεύουν οι καλεσμένοι του ουρανού, οι διαλεγμένοι
για να ζήσουν με τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και τους αγίους, να ζηλεύουν τους
ανθρώπους της γης! Όχι, δεν πρέπει να είμαστε εμείς έτσι. Μέσα στο ψέμα κυλάει η ζωή τους.
Θυμάμαι εκείνον τον Γάλλο φιλόσοφο, που τον ρώτησαν τι σκέπτεται για την ζωή του. Και αυτός
απήντησε ότι δεν σκέπτεται τίποτε. Τον ρώτησαν:
– Σε απασχόλησε ποτέ ο ουρανός; Ο Θεός;
– Όχι, ποτέ, απήντησε εκείνος.
Και όμως, αυτός που δεν απησχολείτο ποτέ με τον Θεόν, κοιτάξτε με τι απησχολείτο στην ζωή του.
Κάποτε τον ρώτησαν:
– Έχεις δύσκολες στιγμές στην ζωή, αγωνίες, προβλήματα, στιγμές που σε πιάνει φόβος;
– Είναι πολλές οι στιγμές που μου δημιουργούν ένα ψυχικό άγχος, είπε ο φιλόσοφος, και τις
στιγμές εκείνες, για να παρηγορηθώ, γυρίζω πίσω στα βατράχια μου.
Ο φιλόσοφος απαξιούσε να κοιτάξη τον Θεόν. Απησχολείτο με τα βατράχια του, που τα έτρεφε για
να παρηγοριέται στις δύσκολες στιγμές της ζωής του. Καημένε φιλόσοφε, θα έρθη μία ημέρα που
και συ μαζί με τον Γερμανό συνάδελφό σου θα πης: Αλλοίμονο, κουράστηκα από όλα αυτά. Προς
τι όλοι οι πόθοι και οι στεναγμοί; Εβδομήντα πέντε χρονών ήταν και ακόμη ζούσε μέσα στην
αμαρτία. Και όταν πεθάνης, θα ζήτησης όπως εκείνος: Φως, περισσότερο φως(3). Το φως ήρθε
στον κόσμο και δεν το δέχτηκες(4).
Μερικές φορές οι άνθρωποι του κόσμου «γυαλίζουν» στα μάτια μας και ξεχνάμε ότι τα παλάτια
που χτίζουν, τα χτίζουν επάνω στην άμμο και κάποτε με τα ίδια τους τα μάτια θα δουν να
σωριάζωνται συντρίμμια, κομμάτια(5). Εμείς, αν κάποτε τους πλησιάσωμε, ας είναι στις στιγμές
της ειλικρινείας τους, στις στιγμές που μπορούν να μας ανοίξουν την καρδιά τους. Τότε θα δούμε
τα μάτια τους να είναι δακρυσμένα, να είναι χορτασμένα από τα αγαθά του κόσμου• θα δούμε την
καρδιά τους βουτηγμένη μέσα στην απελπισία και στον κορεσμό. Και ύστερα ας σκύψωμε το αυτί
μας για να ακούσωμε τι ψιθυρίζουν τα κουρασμένα χείλη τους: «Πες μου, πού θα βρω την
λησμονιά μέσα στης γης την απονιά;» Νεκρές ψυχές είναι, έστω και αν ζουν. Ψυχές χωρίς ιδανικά
και χωρίς αγώνα για μία ανώτερη πνευματική ζωή, μόνον έτσι μπορούν να χαρακτηρισθούν:
νεκρές ψυχές.
Για μας, οι οποίοι θέλομε να είμαστε ζωντανές καρδιές, υπάρξεις οι οποίες φλέγονται από ιδανικά,
ποια πρέπει να είναι τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά τα οποία θα διέπουν την πνευματική μας
ζωή;
Για να είμαστε πνευματικοί άνθρωποι, για να είναι αληθινή η ζωή μας, το πρώτο στοιχείο που
πρέπει να έχωμε είναι η μυστηριακή και η μυστική βίωσις. Τι σημαίνει μυστηριακή και μυστική
βίωσις; Γεννήθηκε κανένας από εμάς μόνος του; Όχι. Σε όλους μας χάρισε το δώρο της ζωής ο
πατέρας μας και η μητέρα μας. Κανείς δεν μπορεί μόνος του να γεννηθή. Έτσι και το δώρο της
πνευματικής ζωής δεν μπορούμε να το αποκτήσωμε μόνοι μας, ό,τι και αν κάνωμε. Όπως, όσο και
αν τραβάω τον εαυτό μου, δεν πρόκειται να ψηλώσω, έτσι ακριβώς, όσο και αν αγωνίζωμαι, δεν
πρόκειται να δημιουργήσω ο ίδιος πνευματική ζωή στον εαυτό μου. Και αν κουράζωμαι, και αν
μοχθώ, και αν φωνάζω, και αν κλαίω, και αν νηστεύω, η πνευματική ζωή είναι ένα δώρο που μου
το χαρίζει το Άγιον Πνεύμα(6).
Προϋπόθεσις λοιπόν της πνευματικής ζωής είναι να καταλάβωμε ότι μόνοι μας δεν μπορούμε
τίποτε απολύτως να κάνωμε. Όσο και αν προσπαθήσωμε, χρειάζεται κάποιος άλλος να μας την
δώση, δηλαδή το Πνεύμα του Θεού, ο Παράκλητος, που είναι ο «θησαυρός των αγαθών και ζωής
χορηγός»(7), που είναι το θησαυροφυλάκιο από το οποίο βγαίνουν οι θησαυροί της
πνευματικότητος, η πηγή από την οποία βγαίνει και ξεχειλίζει η πνευματική ζωή. Βέβαια, μερικές
φορές μέσα μας μπερδεύομε τα πράγματα και νομίζομε ότι πνευματική ζωή είναι να είσαι καλός
άνθρωπος, να μην κλέβης, να μη σκοτώνης, να μην πηγαίνης σε κακούς τόπους και με κακούς
φίλους, να πηγαίνης την Κυριακή στην εκκλησία, να είσαι εκεί στην δοξολογία, έστω στο
«Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», να μελετάς
χριστιανικά βιβλία.
Όχι, δεν είναι αυτό πνευματική ζωή. Πνευματικός άνθρωπος, πραγματικός χριστιανός είναι εκείνος
που έχει δώσει με το βάπτισμά του(8) και κατόπιν, όταν μεγάλωσε, και με την καρδιά του όρκο
στον Θεόν να μένη για πάντα κοντά του και μαζί του. Πνευματικός άνθρωπος είναι ο αθλητής που
ξεπήδησε μέσα από την ζωή, που ξεχωρίζει μέσα από τα πλήθη των ανθρώπων και τρέχει με όλη
την ταχύτητα της ψυχής του, για να κατακτήση τους ουρανούς και να μπορέση να εκβιάση και να
αρπάξη την βασιλεία των ουρανών. Πνευματικός άνθρωπος είναι εκείνος που με μάτι λαμπερό και
με στήθη φουσκωμένα έχει βάλει πλώρη και τρέχει για να ανέβη στον ουρανό. Δεν είναι ο καλός
άνθρωπος. Ο πνευματικός άνθρωπος ξέρει ότι του χρειάζονται γερά φτερά• και τα φτερά αυτά
είναι τα φτερά του Αγίου Πνεύματος.
Πρέπει λοιπόν ο πνευματικός άνθρωπος μέσα στην ζωή του να κάνη το παν για να ελκύση, να
κερδίση το Πνεύμα του Θεού, διότι το Πνεύμα το Άγιον, ο ίδιος ο Θεός έχει τα χαρίσματα της
πνευματικής ζωής. Και, όπως λέγει ο άγιος που γιορτάζομε σήμερα, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο
μεγάλος αυτός αετός του Πνεύματος και της χριστιανικής ζωής, «η διανομή», το μοίρασμα, «των
βασιλικών χαρισμάτων» του Άγιου Πνεύματος, γίνεται μέσα στην Εκκλησία με τα μυστήρια(9).
Επομένως, η πνευματική ζωή παρέχεται μέσα στην Εκκλησία. Πρώτο δε χαρακτηριστικό της είναι
η μυστηριακή βίωσις.
Το πρώτο μυστήριο είναι το βάπτισμα και εν συνεχεία το χρίσμα. Κατόπιν, καθημερινό μυστήριο
της Εκκλησίας μας είναι η εξομολόγησις• αυτή καθαρίζει την καρδιά μας από τις αμαρτίες και
βάζει μπροστά μας έναν άνθρωπο που μας οδηγεί προς τον ουρανό• χωρίς αυτόν δεν μπορούμε
τίποτε να κάνωμε. Κατόπιν, η θεία κοινωνία. Όπως, όταν το Άγιον Πνεΰμα επεσκίασε την Παναγία
Παρθένο, κατέβηκε ο Λόγος του Θεού και σαρκώθηκε από τα σπλάγχνα της και γεννήθηκε ο
Χριστός, έτσι ακριβώς το Πνεύμα το Άγιον πρέπει να έρθη μέσα στην ψυχή μας, για να γεννηθή ο
Χριστός σε μας, για να γίνη η προσωπική οικείωσις, να κάνωμε δηλαδή δικό μας το Πνεύμα, δική
μας την χριστιανική ζωή, δικό μας τον Χριστόν. Αυτό ακριβώς γίνεται με τα μυστήρια, βασικώς με
το βάπτισμα και το χρίσμα. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει χριστιανική ζωή. Ό,τι και να κάνης, και την
ζωή σου να δώσης στους πτωχούς, δεν πρόκειται να σωθής χωρίς το βάπτισμα και το χρίσμα.
Με την εξομολόγησι, εν συνεχεία, και την θεία κοινωνία. Εκείνο το κομματάκι το μικρό που
παίρνεις στην θεία κοινωνία, που το βάζεις στο στόμα σου και ούτε καν το νοιώθεις, είναι
ολόκληρος ο Χριστός, ολόκληρη η Αγία Τριάδα, μαζί και η Εκκλησία του Χριστού και όλοι οι
άγιοι. Κοινωνάς το μικρό εκείνο κομματάκι της θείας κοινωνίας και δεν παίρνεις, όπως λες ψέματα
στο παιδάκι σου, χρυσό δοντάκι, αλλά παίρνεις όλον τον ουρανό με την Αγία Τριάδα και όλους
τους αγίους της Εκκλησίας μας. Αυτή είναι η θεία κοινωνία. Έχεις μία σκάφη γεμάτη αλεύρι,
βάζεις λίγο προζύμι και όλο εκείνο το αλεύρι γίνεται ζύμη(10). Παίρνεις το κομματάκι της θείας
κοινωνίας και συ, ο άνθρωπος, γίνεσαι αμέσως ζύμη, γίνεσαι ό,τι ήταν η θεία κοινωνία. Γίνεσαι
θεός! Γι’ αυτό οι αρχαίοι χριστιανοί κοινωνούσαν κάθε ημέρα(11). Και εμείς κοινωνάμε κάθε
δεκαπέντε ή είκοσι ημέρες και νομίζομε ότι εξωφλήσαμε το καθήκον μας, ότι είμαστε εντάξει, ότι
έχομε και υπέρτακτα έργα. Κάθε ημέρα κοινωνούσαν εκείνοι, γιατί ήξευραν τι σημαίνει θεία
κοινωνία.
Ώστε μυστηριακή βίωσις σημαίνει μυστηριακή ένωσις με τον Χριστόν, συμμετοχή στην ζωή της
Εκκλησίας με τα μυστήρια.
Είχαμε αναφέρει ακόμη μία φράσι: μυστική βίωσις, μυστική ένωσις με τον Χριστόν. Τι σημαίνει
μυστική ενωσις; Ω, αγαπητοί μου, προσέξτε με, χαρίστε μου λίγο περισσότερο την προσοχή σας
εδώ και θα δήτε, όταν τελειώσωμε, θα καταλάβετε τόσο καλά και, όταν δοκιμάσετε, θα νοιώσετε
τόση μεγάλη χαρά, που θα μου χρωστάτε ευγνωμοσύνη. Ακούστε με. Δοκιμάστε και θα δήτε πόσο
εύκολο είναι να ενώνεσαι μυστικά με τον Χριστόν κάθε ημέρα και κάθε ώρα και κάθε στιγμή• εσύ
και ο Χριστός.
Έχετε προσέξει, καμιά φορά, τα μικρά παιδάκια, τα αθώα, τα ανέγγιχτα παιδάκια, όταν βάλης κάτι
μπροστά τους που τους αρέσει, πώς ανοίγουν αμέσως τα μάτια τους σαν τον γαλάζιο ουρανό, πώς
ανοίγουν τα χέρια τους και χτυπούν παλαμάκια και πηδούν από την χαρά τους; Έτσι θα κάνετε και
σεις, όταν νοιώσετε την γλύκα που έχει η μυστική ένωσις με τον Χριστόν, όταν νοιώσετε πόσο
εύκολο είναι, αλλά και πόσο αληθινό, μυστικά να ενώνεσαι με τον Θεόν. Όταν το δοκιμάσετε, θα
με θυμηθήτε. Θα πλημμυρίση η καρδιά σας από αισθήματα χαράς και θα φωνάξετε και σεις μαζί
με τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο: «Είπατέ μοι, ω μάταιοι, ει επίστασθε τούτον! Τις τον
Χριστόν κτησάμενος ετέρου πλέον χρήζει τινός άρα των αγαθών του παρόντος αιώνος;»(12)
Πέστε μου, μάταιοι άνθρωποι, που ζήτε μέσα στην ψευτιά, εάν ξέρετε έναν που έβαλε μέσα στην
καρδιά του τον Χριστόν, εάν χρειάζεται κάτι άλλο από ό,τι υπάρχει στον ουρανό και στην γη.
Τι είναι λοιπόν η μυστική ένωσις με τον Χριστόν; Πώς γίνεται; Όμως φοβούμαι μήπως σας
κούρασα ήδη και επιτρέψτε μου να σας ξεκουράσω λίγο διαβάζοντάς σας ένα ανέκδοτο από εκείνα
που έζησε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Είναι ένας από τους μεγάλους αγίους της Εκκλησίας
μας και γράφει πώς είδε, πώς χάρηκε, πώς απήλαυσε τον Χριστόν μέσα στην ζωή του. Φοβούμαι
όμως μήπως κάποιος από σας αναρωτηθή: Μήπως είναι ψέμα; Μα, μπορεί όλα όσα λέγονται για
τους δορυφόρους, που εκτόξευσαν οι Ρώσοι και οι Αμερικάνοι, να είναι ψέμα. Μπορεί ό,τι
έγραψαν για τον Ναπολέοντα, για τον Μ. Αλέξανδρο, δεν ξέρω για ποιόν ήρωα της ιστορίας, να
είναι ψέμα. Μπορεί, αν υπάρχω εγώ ή αν υπάρχης εσύ, να είναι ψέμα• αυτά όμως που λένε οι άγιοι
είναι η μόνη πραγματικότης. Αυτήν την πραγματικότητα ελάτε να δούμε, όπως μας την
παρουσιάζει ο άγιος. Αποσπάσματα μόνον θα σας διαβάσω.
«Μια από τις ημέρες που περπατούσα και έτρεχα προς την πηγή, με απάντησες, Χριστέ μου, στον
δρόμο, συ που προηγουμένως με καθάρισες από κάθε αμαρτία. Και τότε στα ασθενικά μου μάτια
άστραψες με μία λάμψι θεϊκή και αμέσως κατάλαβα ότι το φως που έβλεπα προηγουμένως δεν
ήταν αληθινό. Αχ! πώς ήταν δυνατόν να σε δω και να σε γνωρίσω; Σε είδα, απόρησα, θαύμασα,
όμως δεν ήξερα ακόμη ότι είσαι συ. Μόνον σε θαύμαζα. Έλεγα: Ποιος να είναι αυτός, ο τόσο
λαμπρός, ο πιο λαμπρός και από τον ήλιο; Και έτσι έφυγες. Και κάποτε, μετά από αρκετό καιρό,
ξαναγύρισες στον δρόμο μου• και από τότε συχνά μου φαινόσουν και με σκέπαζες με το δικό σου
θεϊκό φως. Έφευγες όμως πάλι και μου άφηνες έναν πόνο.
»Μαζί μου πάντοτε είχα τον συνεργό σου, τον μαθητή σου, τον απόστολό σου -εννοεί τον Γέροντα
του, τον πνευματικό του- που τον τιμούσα σαν να τιμούσα εσένα, που τον αγαπούσα από την ψυχή
μου και έπεφτα στα πόδια του και τον παρακαλούσα να με βοηθήση να σε γνωρίσω περισσότερο.
Και, ενώ βάδιζα στον δρόμο μία ημέρα, μου ξαναπαρουσιάσθηκες. Άρχισα να υποψιάζωμαι ότι
είσαι εσύ, αλλά με τράβηξες και με πήρες στους ουρανούς, όπως γράφει και ο απόστολος Παύλος:
«προ ετών δεκατεσσάρων» ηρπάγην εις τους ουρανούς. Με το σώμα; με την ψυχή; Δεν ξέρω(13)•
εσύ μόνον γνωρίζεις.
» Έπειτα από καιρό καταδέχτηκες να μου παρουσιασθής ακόμη μία φορά. Το πρόσωπο σου ήταν
όπως ο ήλιος. Αυτήν την φορά με φώτισες να καταλαβαίνω περισσότερα και μου άνοιξες τα μάτια
της ψυχής. Και βλέποντάς σε είπα: Ποιος είσαι συ, που σε βλέπω και σε καμαρώνω; Και τότε, ω
Χριστέ μου, ω Δέσποτά μου, τότε για πρώτη φορά με αξίωσες, εμένα τον άσωτο, να ακούσω την
γλυκειά σου φωνή. Και τόσο ήμερα μου γλυκομίλησες, ώστε με άφησες εκστατικό και θαύμαζα και
έτρεμα και συλλογιζόμουν και έλεγα: Τι δόξα είναι αυτή, να δω τον Θεόν! Από τότε σε ευχαριστώ,
Θεέ μου.
» Και άλλη μία φορά, καθώς πήγα να φιλήσω την εικόνα της αγίας Μητρός σου, ενώ γονάτισα να
προσκυνήσω, προτού σηκωθώ εγώ, φάνηκες εσύ πρώτα μπροστά μου και ύστερα μέσα στην
καρδιά μου. Και τότε κατάλαβα ότι πλέον είχες ενωθή μαζί μου. Από τότε σε αγάπησα
περισσότερο, όχι μόνον με το μυαλό μου, αλλά με όλη την καρδιά μου(14). Και από τότε εσύ και
εγώ βαδίζομε ενωμένοι»(15).
Βλέπετε πώς ο άγιος της Εκκλησίας μας είδε τον Χριστόν και ενώθηκε μαζί του; Πώς φθάνουν
τόσο ψηλά οι άγιοι της Εκκλησίας μας; Τι κάνουν; Πώς το πετυχαίνουν; Πρώτα από όλα
αδιαφορούν για ό,τι υπάρχει μέσα στην ζωή. Δεν τους ενδιαφέρει τίποτε. Όπως, όταν μπαίνης μέσα
σε ένα αυτοκίνητο, δεν κοιτάζεις αν είναι καινούργιο, αν είναι στολισμένο, αλλά σε νοιάζει να πας
στον προορισμό σου, έτσι είναι και οι άγιοι. Εμείς τραγουδάμε καμιά φορά, «έχετε γεια ψηλές
κορφές, κάμποι, βουνά, ραχούλες», και τα μάτια μας με την σκέψι του «έχετε γεια ψηλά βουνά»
δακρύζουν λυπημένα, διότι είμαστε προσκολλημένοι. Εκείνοι δεν αγαπούν τίποτε. Μόνον
προσδοκούν τον Χριστόν. Και εκείνος τους κάνει μία κάθαρσι• τους καθαρίζει την καρδιά. Εν
συνεχεία, όπως μας λέγει ο άγιος, τους φωτίζει την ψυχή και κατόπιν φθάνουν στην θεωρία του
Θεού. Παρουσιάζεται μπροστά τους ο Θεός. Τι λέγει το Ευαγγέλιο; Μακάριοι είναι εκείνοι που
έχουν καθαρή καρδιά, διότι αυτοί θα δουν τον Θεόν(16). Τον βλέπουν τον Θεόν οι άγιοι.
Μετά τους χαρίζει την απάθεια. Ούτε θυμός ούτε οργή ούτε φθόνος ούτε στενοχώρια ούτε αγωνία
ούτε αγανάκτησι. Κανένα πάθος! Και όπως είναι έτσι λαμπρή η ψυχή τους, γίνεται αντικείμενο,
γίνεται σκεύος κατάλληλο να χωρέση τον Θεόν. Και τότε ο Χριστός έρχεται μέσα τους και
ενώνεται μυστικά.
Όταν γίνη αυτή η μυστική ένωσις, αφού τον είδε ο άγιος, αφού τον χάρηκε, αφού τον κατάλαβε,
αφού τον γνώρισε, αφού τον απήλαυσε, αφού τον ένοιωσε μέσα του τον Χριστόν, τότε πια γεμίζει
από την αγάπη του. Μα, θα μου πήτε: Εμείς, που δεν έχομε νοιώσει αυτά, δεν αγαπάμε τον
Χριστόν; Μην ανησυχήτε• τον αγαπάμε και εμείς, αλλά η αγάπη μας είναι μία σταγόνα μέσα στον
ωκεανό της δικής τους αγάπης.
Ουράνιοι άνθρωποι είναι αυτοί. Έχετε δει κάτι που έχει αρπάξει φωτιά και καίγεται ολόκληρο;
Έτσι γίνεται η ζωή τους. Επικοινωνούν με τον Χριστόν και ενώνονται με πολλά μέσα, ιδίως με
αυτό που ονομάζεται προσευχή συνεχής, αδιάλειπτος. Χριστέ μου, έλα μέσα στην καρδιά μου, του
λένε συνεχώς. «Κύριε μου, Ιησού μου, Χριστέ μου, ελθέ και σκήνωσον»(17). Και ο Χριστός
έρχεται μυστικά και μπαίνει στην καρδιά τους. Μη σας κάνη εντύπωσι. Διότι, όταν έρχεται κοντά
σου ο άνθρωπος που τον φωνάζεις, δεν θα έρθη ο Χριστός; Ακούει ο άνθρωπος και δεν θα ακούση
ο Θεός που είπε, ό,τι και αν ζητήσετε, θα σας το δώσω(18);
«Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν». Το λέει με το στόμα του, το λέει με τον νου του, το λέει με την
καρδιά του και έτσι η σκέψις του και η καρδιά του ενώνονται με τον Χριστόν. Τότε νοιώθει τον
Χριστόν να του μιλά• του γλυκαίνει την ζωή, του ευφραίνει την ημέρα, του κάνει αξέχαστες τις
νύχτες.
Εμείς τι θα κάνωμε; Το ξέρετε όλοι σας, το ξέρω και εγώ, πόσο η ζωή μας είναι κουραστική και
φορτωμένη με χίλια δυο θέματα που μας απασχολούν. Εμείς, αφού είδαμε τι κάνουν οι άγιοι της
Εκκλησίας μας, ας κάνωμε το ελάχιστο που περνάει από το χέρι μας. Ο Χριστός δέχεται τα εκατό,
δέχεται και τα τριάντα, δέχεται και τα πέντε που θα του δώσης. Αν δεν μπορής να τον θυμηθής
χίλιες φορές, εκατό φορές, πενήντα φορές την ήμερα, θυμήσου τον δέκα φορές και πες του με
αγάπη: Χριστέ μου! Όχι να τον παρακάλεσης για την φτώχεια σου, για την μάννα σου, για την
αρρώστια σου, για την επιτυχία σου. Όχι. Να τον παρακάλεσης να μπη στην καρδιά σου. Δεν
μπορείς δέκα φορές την ήμερα; Πέντε φορές δεν μπορείς; Αν το νοιώσης και τον καλής έστω δυο
φορές την ήμερα, ύστερα από έναν μήνα θα γλυκαθής και θα τον ζητάς δέκα φορές, ύστερα είκοσι
φορές, ύστερα θα αρχίσης να τον νοιώθης μέσα στην καρδιά σου.
Ώστε το πρώτο στοιχείο της πνευματικής ζωής είναι η μυστηριακή και η μυστική βίωσις του
Χριστού. Με τα μυστήρια και με την προσπάθεια να καλούμε μυστικά τον Χριστόν ενωνόμαστε
μαζί του.
Ας ελθωμε στο δεύτερο στοιχείο της πνευματικής ζωής, το μαρτυρικό πνεύμα. Μήπως θέλω να πω
η ζωή μας να είναι ένα μαρτύριο, να είναι κλαψιάρικη, κακομοίρικη, και να μας κοροϊδεύουν όλοι;
Κάθε άλλο. Χριστιανική ζωή είναι τραγούδι χαράς. Χριστιανική ζωή είναι πανηγύρι. Είναι όμως
και ηρωισμός. Η ζωή των κοσμικών ανθρώπων μπορεί να έχη και χαρές, αλλά και πόσες πίκρες!
Θυμάμαι τον ποιητή που, ενώ ήταν νέος, έγραφε σε έναν παλαιό συμφοιτητή του:
Φίλε, η καρδιά μου σα να εγέρασε.
……………………………………….
Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω
…. θα πιω και θα μεθύσω.
……………………..
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.
Γιατί δεν θα έχη περιεχόμενο τον ουρανό που
δίνει την ομορφιά στην ζωή.
Θα έχουμε το μάτι μας όγρό
και μέσα μας τον άδη.(19)
Τα μάτια του θα είναι δακρυσμένα και στην καρδιά του θα έχη -καημένε ποιητή!- τον άδη. Εμείς
όμως οι χριστιανοί έχομε τον ουρανό.
Μαρτυρική ζωή σημαίνει χαρούμενη ζωή, αλλά και ηρωική. Ένα μικρό παιδί ζούσε στα χρόνια των
διωγμών. Ήταν χαρούμενο, τραγούδι η ζωή του. Και μία ημέρα του λέγει ο ειδωλολάτρης πατέρας
του:
– Παιδί μου, ποιο είναι το καλύτερο, το ωραιότερο δώρο πού θέλεις να σου κάνω;
– Το ωραιότερο δώρο; Πατέρα, είμαι χριστιανός! Πατέρα, το ωραιότερο δώρο για μένα θα είναι
ένας θάνατος για τον Χριστόν.
– Είσαι χριστιανός; ρώτησε τρομοκρατημένος ο πατέρας.
– Ναι, ένας θάνατος για τον Χριστόν θα είναι για μένα το ωραιότερο δώρο(20). Το έλεγε και το
ξανάλεγε για να του χαρίση το δώρο αυτό.
Δεν είναι δειλοί οι χριστιανοί, δεν είναι φιλόσαρκοι. Ξέρουν να ζουν• ξέρουν όμως και να
πεθαίνουν για τον Χριστόν. Έτσι ζούσαν και ζουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας• την μαρτυρική τους
ζωή την βλέπομε ακόμη και στην άσκησί τους και στους εκούσιους πόνους. Οι περισσότεροι από
αυτούς, έχοντας από μικρά παιδάκια αγαπήσει τον Χριστόν, ήθελαν να δαπανήσουν τα νιάτα τους
και να δώσουν την ζωή τους, για να πάρουν τον Θεόν τον οποίον ποθούσε η ψυχή τους. Πολλές
φορές επί χρόνια κλείνονταν μέσα σε σπηλιές, χωρίς να τρώνε και χωρίς να πίνουν. Μόνον
Σαββατοκύριακο έβγαιναν για να πάνε στην εκκλησία και τότε, μετά την εκκλησία, να φάνε.
Ο Μέγας Βασίλειος και ο άγιος Γρηγόριος, παραδείγματος χάριν, έμεναν σε ένα ασκηταριό έξω
από το οποίο ψυχή δεν περνούσε, εκτός από κανέναν κυνηγό. Ζούσαν με στερήσεις, με δίψα, χωρίς
φαγητό, μέσα στην υγρασία, χωρίς φως, μέχρι που σχεδόν παράλυτους τους έβγαλε η μητέρα του
Μεγάλου Βασιλείου(21).
Άλλοι εκοιμώντο λίγες ώρες. Ο άγιος Χρυσόστομος για πολλά χρόνια εκοιμάτο μόνον τρεις ώρες
το εικοσιτετράωρο, όρθιος, ακουμπισμένος σε ένα σχοινί(22). ΄
Άλλοι, όπως ο βασιλιάς Θεοδόσιος ο μικρός που αγίασε, φορούσαν τρίχινα από
μέσα για να παιδεύουν το κορμί τους(23) Άλλοι το τύλιγαν με αλυσίδες. Άλλοι… πόσους να
αναφέρη κανείς!
Αυτά σήμερα μας φαίνονται παραμύθια ή παρερμηνείες του ευαγγελικού πνεύματος. Δεν νομίζετε
όμως ότι κρύβουν έναν καταφανή ηρωισμό, ένα αξιοζήλευτο μεγαλείο, ένα βάθος, ένα ύψος
ασύλληπτο; Με αυτά ξεπερνούσαν την φύσι, νικούσαν τα πάθη, εξαφάνιζαν τις ορμές,
καταπατούσαν τον διάβολο, αποκτούσαν την φλογερή αγάπη, γίνονταν ελεύθεροι εσωτερικά και
με την αγγελική τους ζωή γίνονταν φώτα σε όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις γενεές(24).
Αυτά έκαναν οι άγιοι που είχαν μεγάλη καρδιά. Εμείς τι θα κάνωμε, για να έχωμε μαρτυρικό
πνεύμα; Πού θα δείξωμε τον ηρωισμό μας;
Πρώτον, μέσα στις θλίψεις, στους πόνους, στα εμπόδια, στις αποτυχίες, στις φουρτούνες της ζωής.
Μέσα στην ζωή πόνος παντού και κατήφεια. Με πόνο είναι γεμάτη η ζωή μας. Σε αυτές τις
δύσκολες στιγμές, όταν μας έρχεται να πούμε ότι ο Θεός φταίει, με ξέχασε -πού ξέρεις, ίσως και να
μην υπάρχη Θεός• μα αν υπάρχη, είναι σκληρός• γιατί να με παιδεύη έτσι, ενώ οι άπιστοι περνούν
τόσο όμορφα;- στις δύσκολες αυτές στιγμές ας πούμε: «Δόξα σοι, ο Θεός». Δείξε ότι είσαι ένας
μάρτυρας του Χριστού ότι δέχεσαι με χαρά τον πόνο που συναντάς.
Δεύτερον, θα δειξης τον ηρωισμό σου, όταν βλεπης ότι η χριστιανική ζωή χρειάζεται αγώνα,
θυσίες, για να κόψης τα πάθη σου, τις αδυναμίες σου, τις αμαρτίες σου. Θέλει μόχθο για να κοπή ή
αμαρτία.
Όταν αρχίζαμε την χριστιανική μας ζωή, ήμασταν γεμάτοι από ενθουσιασμό. Αλλοίμονο, εάν δεν
είχαμε ενθουσιασμό• θα μοιάζαμε με μία μηχανή ξεθυμασμένη, με ένα ρολόγι ξεκουρδισμένο και
δεν θα βγαίναμε πουθενά. Είχαμε λοιπόν τον ενθουσιασμό μας, μας βοηθούσαν και η χάρις του
Θεού, ο πνευματικός μας, τα χριστιανικά βιβλία, και έτσι προχωρούσαμε. Σιγά σιγά άρχισαν οι
δυσκολίες, οι αποτυχίες, οι υποχωρήσεις, οι αμαρτίες, οι πειρασμοί, σκέψεις να σταματήσωμε ή να
γυρίσωμε πίσω. Τότε η ζωή μας από τραγούδι, από χαμόγελο γίνεται σταυρός. Όταν, αγαπητέ μου,
η χριστιανική σου ζωή αρχίζη να γίνεται δύσκολη και να σου φαίνεται ασήκωτος σταυρός, εκεί
στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας. Πες στον εαυτό σου, «στώμεν καλώς»(25) στάσου ακλόνητος.
Πες, όπως ο προφήτης, «ιδού εγώ, Κύριε, στέκομαι εδώ να εκτελέσω το θέλημά σου»(26) ή όπως η
Παναγία, «ιδού η δούλη Κυρίου• γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»(27). Εάν επιμείνης, μετά από την
καταιγίδα θα έρθη η γαλήνη, θα ξαναγίνη γιορτινή η ζωή σου. Θα έχης τώρα επί πλέον και την
πείρα του πνευματικού αγώνος, θα έχης εμπειρία. Μετά από την δοκιμασία αυτή, μετά από το
σήκωμα του σταυρού σου, θα ανάψουν πια μέσα σου οι φλόγες του θείου έρωτος• θα αποκτήσης
την ωραιότερη, την δυνατώτερη, την αγνότερη, την αγγελικώτερη αγάπη, την αγάπη του Θεού.
Τρίτον, να είσαι μάρτυρας στις αμφιβολίες σου, στους δισταγμούς σου, στους λογισμούς σου. Εκεί
που κάθεσαι, μπορεί να σου μπαίνη μία σκέψις: Μήπως δεν υπάρχη Θεός; Μήπως όλα είναι ένα
ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή; Μήπως δεν υπάρχη ψυχή; Μήπως ο δρόμος ο χριστιανικός είναι
στραβός; Μήπως είμαι χαζός; Τις ώρες εκείνες σήκωσε τον σταυρό των λογισμών σου και των
αμφιβολιών σου. Θεέ μου, έλεγε κάποιος που αμφέβαλλε για τον Θεόν αλλά δεν σταματούσε τον
αγώνα του, Θεέ μου, αν υπάρχης, στείλε μου το Πνεύμα σου το Άγιον. Και ο Θεός απήντησε και
του έστειλε το Πνεύμα το Άγιον άνοιξε την καρδιά του και κατόπιν τον κάλεσε και στο επισκοπικό
αξίωμα.
Τέταρτον, να δείξης το μαρτυρικό σου φρόνημα εκεί όπου είναι ο καθημερινός σου στίβος, στο
σπίτι σου, στον άνδρα σου, στην γυναίκα σου. Όταν ο άνδρας έρχεται από την δουλειά
κουρασμένος και σου μιλά χωρίς ευγένεια, εσύ μη θυμώνης. Όταν εκείνος σε βρίση, εσύ μη
βγάλης γλώσσα. Δείξε του αγάπη, ανοχή, υπομονή. Αν η γυναίκα σου σου έκαψε το φαγητό, μη
φωνάζης εσύ• φάτο. Βάλε λίγο λεμόνι μέσα να γίνη πιο νόστιμο και πες της, ωραίο είναι το
φαγητό, ώστε να μην πάρη χαμπάρι ότι το φαγητό ήταν καμμένο. Να βασιλεύη η αγάπη μέσα στο
σπίτι. Όταν βλέπης ότι σε αδικεί ο σύντροφος της ζωής σου, μη φωνάζης ότι έχεις δίκαιο. Δεν έχει
σημασία αν έχης δίκαιο η δεν έχης. Δεν έχει σημασία ποιο είναι το ορθό, αλλά τι θέλει ο άλλος.
Βγάλε τον εαυτό σου, αρνήσου τον εαυτό σου, βάλε μπροστά τον άλλον. Αυτό είναι θάνατος, αυτό
είναι μαρτύριο.
Μία ημέρα, που βιαζόμουν να έρθω από το μοναστήρι μου για να σας μιλήσω, πήρα ταξί για να
προλάβω. Στον δρόμο ρωτάω τον οδηγό:
– Δεν μου λες, τρως καμιά φορά μαζί με την γυναίκα σου το μεσημέρι ή το βράδυ;
Ξέρετε, οι καημένοι οι ταξιτζήδες έχουν τέτοια δουλειά που δεν ξέρουν και αυτοί πότε θα βρεθούν
στο σπίτι τους.
– Κάθε μέρα, μου λέει, μεσημέρι και βράδυ.
– Πώς τα καταφέρνεις; Τι ώρα τρώτε;
– Το μεσημβρινό φαγητό αρχίζει από τις 10 και φθάνει μέχρι τις 4 το απόγευμα, και το βραδυνό
από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 2 την νύχτα!
Δηλαδή στις 10 η ώρα η γυναίκα του είχε το φαγητό έτοιμο και τον περίμενε, όποια ώρα θα
ερχόταν, για να φάνε μαζί. Και το βράδυ από τις 6 το απόγευμα τον περίμενε πολλές φορές μέχρι
τις 2 την νύχτα. Δεν σας κάνει εντύπωσι; Αυτό σημαίνει μαρτύριο μέσα στην ζωή: ζωή αγάπης.
Πέμπτον, μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον μας να είμαστε οι άνθρωποι που ξεχνάμε και αρνούμεθα
τον εαυτό μας. Να είμαστε εκείνοι που δίνομε τον εαυτό μας• όχι σαν εκείνον που έλεγε: «Έζησα
διά τον εαυτόν μου, εσκέφθην διά τον εαυτόν μου• δια τον εαυτόν μου, διά κανένα άλλον», ωσάν ο
Χριστός να μην έζησε ποτέ, ωσάν Εκείνος ποτέ να μην απέθανε.
Ω, αγαπητοί μου, οι άνθρωποι που είναι τριγύρω σου, στο σπίτι σου αλλά και έξω, έχουν την
ανάγκη σου. Υπάρχει μία φρικτή κατάρα μέσα στην ζωή μας, η κατάρα της μοναξιάς που βαραίνει
πολλούς ανθρώπους. Θυμάστε εκείνη την γυναίκα που αυτοκτόνησε εβδομήντα χρονών, διότι,
όπως είπε, δεν βρέθηκε κανείς να την αγαπήση στην ζωή. Οι άνθρωποι ζουν κλεισμένοι μέσα στην
μοναξιά τους και πολλές φορές δεν υπάρχει κάποιος για να τους δείξη λίγη αγάπη.
Κάποιος λογοτέχνης γράφει: Ήταν ένας νέος μέσα σε ένα γραφείο, πλάι στον οποίον δεν είχε
βρεθή κανείς για να του δείξη ενδιαφέρον και λίγη αγάπη, ώστε και αυτός να μπόρεση να ανοίξη
την καρδιά του. Έπεσε χιόνι. Πλησίασε στην τζαμαρία και κοιτούσε το χιόνι, για να μπόρεση
κάπως την καρδιά του την βαρειά να την ελαφρώση. Δεν ελάφρωνε όμως. Το βράδυ έκλεισε το
γραφείο, βγήκε έξω και κάθησε πλάι σε μία πόρτα να ξεκουρασθή λιγάκι. Ήταν νύχτα και η καρδιά
του βαρειά, πλακωμένη. Δεν υπήρξε κανείς εκείνη την ημέρα να του δείξη λίγη αγάπη, για να
ανοίξη και αυτός την καρδιά του. Εκείνη όμως την στιγμή βρέθηκε κάποιος! Ήταν ένας άνδρας με
ένα τσιμπούκι στο στόμα, με μία μπαστούνα στο χέρι, με μία ρεμπούμπλικα στο κεφάλι. Ένας
χιονάνθρωπος ! Δεν βρήκε άλλη ψυχή να της μιλήση και άνοιξε την καρδιά του σε εκείνον!
Όλοι γύρω μας, πτωχοί και πλούσιοι, μικροί και μεγάλοι, μας έχουν ανάγκη. Η στοργή, η
τρυφερότης, το δόσιμο ας χαρακτηρίζουν την ζωή μας. Να ζούμε κοντά στους άλλους και για τους
άλλους. «Ο πλησίον εστίν ο θεμέλιος»(28), το κριτήριο
δηλαδή της πνευματικότητός μας είναι ο πλησίον, όπως λέγει ένας ασκητής. Να αγαπούμε τους
άλλους όχι από καλωσύνη, άλλα από μία συνείδησι ευθύνης που έχομε προς αυτούς.
Και τέλος, έκτον, εάν χρειασθή, ας δώσωμε και το αίμα μας για τον Χριστόν και τους ανθρώπους.
Να είμεθα πρόθυμοι να θυσιασθούμε. Πάντως, κάτι πρέπει να υστερούμεθα για Εκείνον. Να
πάσχωμε, να υποφέρωμε για τον Χριστόν αλλοιώς, χωρίς το χαρακτηριστικό του πάθους, η ζωή
μας θα είναι κολοβή ζωή.
Ερχόμαστε τώρα στο τρίτο και τελευταίο στοιχείο της πνευματικής ζωής, στην ζήτησι του
Χριστού. Άναψε άραγε μέσα μας η φωτιά; Μήπως, ενώ βαπτισθήκαμε και διαλέξαμε τον Χριστόν,
ενώ αρχίσαμε πνευματικά, τώρα συνεχίζωμε σαρκικά, παίζοντας έτσι κορώνα γράμματα το μέλλον
μας; Η πνευματική ζωή χαρακτηρίζεται από μία έντασι ζητήσεως του Χριστού. Απαιτεί διαρκώς να
τον σκεπτώμεθα και να τον ζητάμε. «Εμνήσθην του Θεού και ηυφράνθην», λέγει ο Ψαλμωδός(29).
«Ζητείτέ με και ευρήσετέ με», λέγει ο Κύριος(30). Όταν τον ζητάμε, θα τον βρούμε και θα γεμίση
η ζωή μας από ευφροσύνη.
Πολλά μας κρύβουν τον Χριστόν και πολλά μας απορροφούν, ώστε να μην μπορούμε να τον
έχωμε διαρκώς ενώπιόν μας. Και τα ιερώτερα γεγονότα και πρόσωπα της ζωής μας μπορούν να
γίνουν εμπόδια: το επάγγελμα, το σπίτι, τα παιδιά, ο άνδρας, η γυναίκα, τα πάντα. Είναι δύσκολες
οι συνθήκες. Η πνευματική ζωή όμως είναι μία μάχη κατά την οποίαν πρέπει να έχωμε διαρκώς το
βλέμμα μας εις τον Θεόν, να ζητάμε τον αρχηγό μας.
Θυμάμαι, όταν είχα πάει κάποτε στο Άγιον Όρος, μέσα σε έναν πυκνά δενδροφυτευμένο τόπο,
βλέπω από μακριά κάποιον ασκητή, ο οποίος προχωρούσε ψάλλοντας. Ενώ έψαλλε, από ώρα σε
ώρα έκανε μία βαθειά μετάνοια, προσκυνούσε, σηκωνόταν και πάλι προχωρούσε. Μου έκανε
εντύπωσι. Ποιον άραγε προσκυνούσε; Τρέχω μέσα από τα δένδρα, τον φθάνω, τον σταματώ. –
Γέροντα, ποιόν προσκυνάς στον δρόμο;
– Μα, παιδί μου, δεν τον βλέπεις;
– Ποιόν;
– Τον Χριστόν. Τουλάχιστον, αν δεν τον βλεπης, δεν τον νοιώθεις ότι είναι μπροστά σου; μου
απήντησε εκείνος.
Αγαπητοί μου, οι άνθρωποι έλεγαν παλαιότερα το όνομα του Χριστού ή το άκουγαν και
βούρκωναν τα ματιά τους, άρπαζαν φωτιές τα στήθη τους, έπεφταν στα γόνατά τους. Εμείς γιατί;
Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από σένα; Γιατί τόσο
σπάνια σε ποθούμε; Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας(31), λέγει η Αγία Γραφή. Σαν να
λέμε: Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει, πόσο αξίζει η ζωή σου για τον Χριστόν, για τον ουρανό;
Όσο τον διψάς, όσο σε αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει.
Ας μην ξεχνάμε ότι δώσαμε έναν όρκο• τον όρκο ότι θα μείνωμε πιστοί σε αυτόν μέχρι τέλους της
ζωής μας(32) όπως ο γυιος ενός βασιλιά. Τον κάλεσε ο πατέρας του, τον έβαλε μπροστά στο
Ευαγγέλιο και του είπε: Θέλω, παιδί μου, εδώ να μου ορκισθής πίστι μέχρι την τελευταία σου
στιγμή. Το παιδί άρπαξε το ξίφος του, το έβαλε επάνω στο Ευαγγέλιο και ωρκίσθηκε. Πέρασαν τα
χρόνια, μεγάλωσε το παιδί. Κάποτε ήρθαν εχθροί, έπιασαν τον βασιλιά, τον πήραν αιχμάλωτο
μακριά από την πατρίδα. Ο γυιος έμεινε ελεύθερος. Αν ήθελε, μπορούσε να γίνη και βασιλιάς.
Όμως μέσα στο μυαλό του τριγυρνούσε συνεχώς η σκέψις του όρκου, που είχε δώσει στον πατέρα
του τον βασιλιά. Ωρκίσθηκα, έλεγε, και πρέπει να μείνω πιστός. Και μία ημέρα, νύχτα ακόμη,
αρπάζει το άλογό του, χυμάει στον δρόμο, περνάει μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο, για να βρη
τον αιχμάλωτο βασιλιά, να του δείξη πως έμεινε πιστός στον όρκο του. Στον δρόμο, ενώ περνούσε
έξω από ένα χάνι, γλιστράει, πέφτει από το άλογο, χτυπά στο κεφάλι του, μένει αναίσθητος. Ακούν
τον θόρυβο οι άνθρωποι, βγαίνουν, τον σηκώνουν λιπόθυμο, τον βάζουν μέσα. Μόλις μπήκε στην
ζεστασιά, συνήλθε και ρώτησε: Λίγο δυνατό ποτό έχετε να μου δώσετε; Του έδωσαν ποτό, το ήπιε,
άρπαξε μία πετσέτα, έδεσε σφικτά το κεφάλι του και χυμά να φυγή πάλι. Μα, στάσου, του λέγουν
εκείνοι, πού πηγαίνεις; Τρέχει αίμα το κεφάλι σου, είναι επικίνδυνο.
Ο γυιός του βασιλιά δεν μπορεί να περιμένη. Έδωσε όρκο και πρέπει να τον τιμήση. Ανεβαίνει σε
ένα νέο άλογο, το δικό του είχε σκοτωθή, το χτυπάει και φεύγει. Έτρεχε στον δρόμο• το αίμα
έτρεχε και αυτό• και αυτός έτρεχε για τον πατέρα. Τον σπιρούνιαζε ο πόνος• τον έβαφε το αίμα.
Αλλά εκείνος φώναζε: Ωρκίσθηκα και του ανήκω, θα μείνω πιστός μέχρι θανάτου.
Ας μείνωμε και εμείς πιστοί στον όρκο μας μέχρι θανάτου!
Σημειώσεις
*. Κήρυγμα στον Ι. Ναόν Αγίου Νικολάου Τρικάλων, 10 Ιανουαρίου 1971.
1. Βλ. Ματθ. 7, 24-25.
2. Εφ.5, 16• Κολ. 4,5.
3. Βλ. «Γκαίτε», ΘΗΕ, τ. 4, στ. 527.
4. Ιω. 3, 19.
5. Βλ. Ματθ. 7, 26-27.
6. Βλ. Εφ. 2,8• ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΡΗΤΗΣ, «Περί της υποθέσεως του Τελώνου και του Φαρισαίου, PG
97, 1261AC.
7. Εσπερινός Κυριακής Πεντηκοστής, γ’ απόστιχον.
8. Ο όρκος του βαπτίσματος συνίσταται στην αποταγή του σατανά και στην συνταξι με τον
Χριστόν. Βλ. «Τάξις προ του αγίου βαπτίσματος» (Κατήχησις): «Αποτάσση τω σατανά;
Αποτάσσομαι. […] Συντάσση τω Χριστώ; Συντασσομαι».
9. Βλ. «Προς τους βραδύνοντας εις το βάπτισμα», PG 46, 417Β.
10. Γαλ. 5,9.
11. Οι λατρευτικές συνάξεις των πιστών στα Ιεροσόλυμα φαίνεται ότι τελούνταν καθημερινώς, αν
λάβωμε υπ’ όψιν μας το χωρίον Πράξ. 2, 46.
12. «Ύμνος» 19, στχ. 50-52, SC 174, σελ. 98.
13. Βλ. Β’ Κορ. 12,2.
14. Βλ. Λουκ. 10, 27.
15. «Ευχαριστία Β’», στχ. 129 κ.ε., SC 113, σελ. 340 κ.ε.
16. Ματθ. 5,8.
17. Βλ. Εσπερινός Κυριακής Πεντηκοστής, γ’ απόστιχον.
18. Ματθ. 21, 22.
19. Κ. Γ. ΚΑΡΙΩΤΑΚΗ, «Άπαντα τα ευρισκόμενα», τ. 1, σελ. 49, 14, Αθήνα 1965.
20. Είναι ο άγιος Ταρσίσιος, ο οποίος εορτάζεται από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στις 15
Αύγουστου και έζησε πιθανόν κατά τον γ’ αιώνα. Λιθοβολήθηκε από εθνικούς, χωρίς να επιτρέψη
να βεβηλώσουν την θεία ευχαριστία που μετέφερε σε φυλακισμένους χριστιανούς.
21. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολαί 4, 5, PG 37, 28Α-29Β.
22. «Βίος και πολιτεία, του εν αγίοις πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου πατριάρχου
Κωνσταντινουπόλεως» 4, PG 114, 1061D.
23. ΜΙΧΑΗΛ ΓΛΥΚΑ, «Βίβλος χρονική, από κτίσεως κόσμου μέχρι της βασιλείας Αλεξίου του
Κομνηνού» 4, PG 158, 489C.
24. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Κλίμαξ 26, «Περί διακρίσεως», PG 88, 1020D: «Φως πάντων
ανθρώπων μοναδική πολιτεία».
25. Συναζάριον 8ης Νοεμβρίου• Θεία Λειτουργία, προτροπή του διακόνου προς τον λαό πριν από
την ευχή της αναφοράς.
26. Βλ. Ησ. 6, 8.
27. Λουκ. 1, 38.
28. «Αποφθέγματα Γερόντων, αββά Ιωάννου τοϋ Κολοβού 39, PG 65, 217Α.
29. Ψαλμ. 76, 4.
30. Πρβλ. Ματθ. 7,7• Λουκ. 11,9.
31. Ματθ. 6,21• Λουκ. 12, 34.
32. Πρβλ. Αποκ. 2, 10.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης Περί Θεού: Λόγος Αισθήσεως
Αρέσει σε %d bloggers: