ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

Για τη Διάκριση
Υπάρχουν άνθρωποι, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, που εξαντλήσανε όλες τους τις
σωματικές δυνάμεις σε υπερβολική άσκηση κι επειδή τους έλειψε η διάκριση, δεν
κατόρθωσαν να πλησιάσουν τον Θεό.
Μεγαλύτερη από όλες τις αρετές ονομάζουν οι Πατέρες τη διάκριση.
Μη δοκιμάσεις να κάνεις τίποτε, συμβουλεύει ένας σοφός Γέροντας, προτού εξετάσεις τη
συνείδησή σου. Εκείνη θα σε πληροφορήσει αν αυτό που επιχειρείς είναι κατά Θεόν.
Βλέπεις άνθρωπο να κρατά αξίνα στο χέρι του και ν’ αγωνίζεται νύχτα- μέρα να κόψει ένα δέντρο
και να μη το κατορθώνει κι άλλον πάλι έμπειρο σε τέτοια να το ρίχνει κάτω με λίγα κτυπήματα;
Συνήθιζε να λέγει ο Αββάς Αμμωνάς. Έμπειρο εννοούσε εκείνον που έχει διάκριση.
Τον σκόρπιο νου, λέγει άλλος Πατήρ, συμμαζεύει η μελέτη, η αγρυπνία
και η προσευχή. Την άλογη επιθυμία μαραίνει η νηστεία κι ο σωματικός
κόπος. Τον θυμό πάλι καταπραΰνει η ψαλμωδία, η μακροθυμία και η
αγάπη. Όλα αυτά όμως πρέπει να γίνονται με διάκριση και στον
κατάλληλο καιρό. Η άκαιρη και άμετρη προσπάθεια είναι κατά κανόνα
λιγόχρονη και περισσότερο βλαβερή παρά ωφέλιμη.
Ο σιδηρουργός που χτυπά τη μάζα του σιδήρου, λέγει ο Μέγας Αντώνιος, έχει προηγουμένως
σκεφθεί τι θέλει να φτιάξει, δρεπάνι, μαχαίρι, τσεκούρι κι ανάλογα εργάζεται. Κι ο άνθρωπος του
Θεού ας συλλογίζεται από πριν ποια αρετή επιθυμεί ν’ αποκτήσει, για να μη κοπιάζει άσκοπα.
Όλες οι υπερβολές είναι γεννήματα του διαβόλου, έλεγε άλλος Πατήρ.
Ποτέ δεν έκανα βήμα προς τα εμπρός, λέγει άλλος σοφός Γέροντας, χωρίς να εξετάσω καλά που
πρόκειται να πατήσω το πόδι μου. Προτιμούσα να μη προχωρήσω, έως ότου με καθοδηγήσει ο
Θεός.
Τόσο για τα μικρότερα, όσο και για τα μεγαλύτερα έργα μου, έλεγε άλλοτε πάλι ο ίδιος, σκέπτομαι
προηγουμένως και αποβλέπω στους καρπούς των κι ύστερα τα επιχειρώ.
Όπως η φωτιά κατατρώει τα ξύλα, έτσι τα καλά έργα του ανθρώπου πρέπει ν’ αφανίζουν τα πάθη,
έλεγαν οι Γέροντες.
Ένας νέος μοναχός συμβουλεύθηκε τον Αββά Νισθερώ:
-Ποια αρετή να εξασκήσω περισσότερο, Πάτερ, για να σωθώ;
-Όποια σου ταιριάζει καλύτερα, του αποκρίθηκε ο σοφός Γέροντας.
Ο αδελφός τον κοίταξε με απορία. Τότε ο Αββάς εξήγησε: Η Αγία Γραφή,
τέκνον μου, μάς πληροφορεί πως ο Αβραάμ ήταν φιλόξενος κι ο Θεός τον
σκέπαζε. Ο Δαβίδ αγαπούσε την ταπεινοσύνη κι ο Θεός έδειξε σ’ αυτόν την
προτίμησή του. Διάλεξε λοιπόν κι εσύ την αρετή, που επιθυμεί η ψυχή σου και
που νοιώθεις πως είσαι κατάλληλος γι’ αυτήν. Ύστερα εργάσου την με όλη σου
την προθυμία και θα σωθείς.
Ο Διακριτικότατος Αββάς Σισώης πάλι συμβουλεύει:
-Προτίμα, αδελφέ, εργασία ελαφρά και διαρκή, παρά κοπιαστική και πολύ σύντομα παρατημένη.
Μη σκέπτεσαι και μην επιχειρείς πράξεις άσκοπες, που δε γίνονται κατά Θεόν. Όποιος βαδίζει
άσκοπα, ματαιοπονεί. Όταν ο νους λησμονεί τον κατά Θεόν σκοπό, το έργον της αρετής δεν ωφελεί
την ψυχή, γράφει ο Αββάς Μάρκος.
Προσευχή (μέρος δεύτερο)
Εκείνος που έχει συμμαζεμένο το νου του, όταν προσεύχεται, και προσέχει σ’ αυτά
που λέγει, απομακρύνει με τη φλόγα της προσευχής του τους δαίμονες, λέγει ο
Όσιος Εφραίμ ο Σύρος. Εκείνος όμως που μετερωρίζεται (σκορπίζει το νου του σε
ανώφελες σκέψεις) περιπαίζεται απ’ αυτούς.
Ένα Άγιος Ερημίτης, πολλά χρόνια κλεισμένος μέσα σε μια σπηλιά στη ρίζα ενός απόκρημνου
βράχου, είχε μοναδική του απασχόληση την προσευχή. Ο Ουράνιος Πατήρ, προνοώντας γι’ αυτόν,
όπως και τα πετεινά τ’ ουρανού, τον έτρεφε μ’ αυτό το θαυμαστό τρόπο: Κάθε βράδυ, ύστερα από
τη δύση του ηλίου, έβρισκε ένα ζεστό ψωμί, που έλεγες πως μόλις είχε βγει από το φούρνο, στην
είσοδο της σπηλιάς του. Χρόνια γινότανε αυτό!
Μια μέρα όμως πήγε να δει τον Ερημίτη μας ένας συνασκητής του και καθώς συνομιλούσαν, του
υπέδειξε πως δεν ήταν σωστό να κάθεται αργός. Τον βοήθησε να κόψει καλάμια από το έλος και
τον έμαθε να πλέκει πανέρια.
Σαν βράδιασε, κουρασμένος από τη δουλειά και πεινασμένος ο Γέροντας, πήγε στη σπηλιά του να
πάρει το ψωμί του. Με πόση ανακούφιση θα το έτρωγε! Δε βρήκε όμως τίποτε. Έτσι κοιμήθηκε
νηστικός. Την άλλη μέρα ασχολήθηκε πάλι με ζήλο στο εργόχειρο, αλλά δε βρήκε πάλι στη θέση το
βράδυ το ευλογημένο ψωμάκι, με το οποίο τόσα χρόνια τον έτρεφε ο Θεός. Στενοχωρημένος τότε
προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Κύριο να του φανερώσει σε τι είχε σφάλει, ώστε να πάψει να
φροντίζει πια γι’ αυτόν. Άκουσε τότε θεία φωνή να του λέει:
-Όταν ήσουν απασχολημένος μόνο με μένα, σε έτρεφα. Τώρα που έμαθες εργόχειρο, δίκαιο είναι
να σε τρέφει αυτό.
Ένας αρχάριος Μοναχός ζήτησε από τον Όσιο Σισώη συμβουλές. Αν θέλεις, παιδί μου, ν’ αρέσεις
στον Θεό, απομάκρυνε πρώτα τον εαυτό σου ψυχικά από τον κόσμο, αποκρίθηκε ο σοφός Πατήρ.
Μη απασχολείς το νου σου με τα γήινα. Ανέβα από τα κτίσματα στο Δημιουργό τους. Η προσευχή
και το κατανυκτικό δάκρυ ας φτιάξουνε ένα ισχυρό δεσμό ανάμεσα σε σένα και τον Πλάστη σου.
Τότε μόνο θα βρει η ψυχή σου ανάπαυση στον πρόσκαιρο κόσμο και στην αιωνιότητα.
Η προσευχή είναι ο καθρέφτης του χριστιανού, λέγουν οι Πατέρες.
Αν η προσευχή μας δε συμφωνεί με τα έργα μας, άδικα κοπιάζουμε σ’ αυτήν,
έλεγε συχνά στους νεότερους Αδελφούς ο Αββάς Μωυσής.
-Πώς θα κατορθώσουμε μια τέτοια συμφωνία; Ρώτησαν μια μέρα εκείνοι.
Όταν εφαρμόζουμε εκείνα που γυρεύουμε με την προσευχή μας, εξήγησε ο Όσιος.
Τότε μόνο μπορεί να συμφιλιωθεί η ψυχή με το Δημιουργό της και να γίνεται
δεκτή η προσευχή της, όταν αφήσει κατά μέρος όλα της τα κακά θελήματα.
Ακοή αντί ακοής λαμβάνουμε, λέει κάποιος Πατήρ. Και εξηγεί: Ακούει ο Θεός την προσευχή
εκείνου που υπακούει στο θέλημά Του.
Όταν προσεύχεται με ταπεινοφροσύνη, έχοντας βαθιά συναίσθηση της αναξιότητας σου, γράφει ο
Αββάς Ησαΐας ο Αναχωρητής, η προσευχή σου γίνεται αμέσως δεκτή από τον Θεό. Αν όμως, ενώ
προσεύχεται, σου έλθει στο νου πως ο τάδε Αδελφός την ώρα αυτή κοιμάται η ο δείνα είναι αμελής
κι αρχίζεις έτσι την κατάκριση, τότε ο κόπος σου πηγαίνει εντελώς χαμένος.
«Πρόσεχε, χριστιανέ, να μην αδικήσεις ποτέ τον αδελφό σου, για να γίνεται δεκτή από τον Θεό η
προσευχή σου. Αν όμως αδικήσεις, η προσευχή σου είναι απαράδεκτη. Οι αναστεναγμοί του
αδικημένου δεν την αφήνουν να φθάσει στον Ουρανό. Αν μάθεις πως κάποιος σε κακολογεί και
έλθει καμιά φορά να σ’ επισκεφθεί, μη του δείξεις με τον τρόπο σου πως τα γνωρίζεις όλα και είσαι
στενοχωρημένος μαζί του. Δέξου τον χαρούμενος, με ήρεμο πρόσωπο και γλυκό τρόπο, για να βρει
παρρησία στον Θεό η προσευχή σου», συμβουλεύει κάποιος Αββάς.
Να τι λέει για την προσευχή κι ο Αββάς Μωϋσής:
Πρόσεχε να διατηρείς στην καρδιά σου βαθειά την συναίσθηση της αμαρτωλής σου καταστάσεως,
για να γίνεται δεκτή η προσευχή σου. Όταν απασχολείς το νου σου με τις δικές σου αμαρτίες, δεν
θα σου μένει καιρός να παρακολουθείς τα σφάλματα των άλλων.
Θέλεις ν’ ακούει παρευθύς ο Θεός την προσευχή σου, Αδελφέ; Λέει ο Αββάς Ζήνων. Σαν σηκώνεις
τα χέρια στον Ουρανό, προσευχήσου πρώτα απ’ όλα, με την καρδιά σου, για τους εχθρούς σου και
ο Θεός θα σου δώσει γρήγορα ό,τι άλλο του ζητήσεις.
Εργασία
Όταν επρόκειτο να φύγει από το μάταιο κόσμο ο Όσιος Παμβώ, διηγείται
ο Παλλάδιος, βεβαίωνε τους συνασκητές του, πως, αφ’ ότου έγινε
Μοναχός, δεν έμειναν ούτε μία ημέρα χωρίς εργασία, ούτε ψωμί έφαγε
ποτέ δωρεάν.
Στην Κάτω Αίγυπτο ζούσαν εκατοντάδες Ερημίτες, λέγει επίσης ο Παλλάδιος. Κάθε σκήτη είχε
δική της εκκλησία για να λειτουργούνται οι Ασκητές, με ευρύχωρο ξενώνα παραπλεύρως για την
φιλοξενία των επισκεπτών. Εδέχοντο με καλωσύνη όλους τους ξένους οι Πατέρες και τους
φιλοξενούσαν όσο καιρό ήθελαν εκείνοι να παρμείνουν στην έρημο. Είχαν όμως αυτή τη συνήθεια:
Μια ολόκληρη εβδομάδα τους άφηναν ν’ αναπαυθούν. Κατόπιν όμως τους έδιναν κάποια εργασία
να κάνουν στον κήπο ή στο μαγειρείο ή οπουδήποτε αλλού, για να μη μένουν αργοί. Τους έδιναν
ακόμη ένα ωφέλιμο βιβλίο να διαβάζουν, όταν τελείωναν την εργασία τους. Τους απαγόρευαν να
συνομιλούν με τους Αδελφούς, για να μη τους απασχολούν τόσο από την υλική, όσο κι από την
πνευματική τους εργασία.
Όλοι οι Ερημίτες στην Κάτω Αίγυπτο ασχολούντο με το εργόχειρο, για να συντηρούν τον εαυτό
τους και να φιλοξενούν τους ξένους.
Μάς πληροφορεί ο βιογράφος του Αγίου Ιερομάρτυρος Λουκιανού, ότι, από τη νεότητά του, ο
μάρτυς του Χριστού είχε υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα με ακατάπαυστη νηστεία, αγρυπνία,
προσευχή και κόπο σωματικό.
Εργαζόταν σκληρά για να κερδίζει το ψωμί του και ν’ ανακουφίζει τους πτωχούς. Δεν έβαζε ποτέ
τροφή στο στόμα του, αν δεν είχε βεβαιωθεί προηγουμένως πως προήρχετο από το εργόχειρό του
και πως κάποιος άλλος ακόμη θα έτρωγε την ημέρα εκείνη απ’ αυτό.
Πήγαν κάποτε πολύ πρωί στην καλύβα του Αββά Αχιλλά οι συνασκητές του, ο
Αββάς Αμμώης με τον Αββά Βιτίμιο, και βρήκαν τον Γέροντα να πλέκει το
ψαθί του.
-Από τώρα έπιασες δουλειά, Αββά, τον ρώτησαν.
-Από το περασμένο βράδυ, τους ομολόγησε εκείνος, μέχρι τώρα έχω πλέξει είκοσι οργυές χωρίς να
τις χρειάζομαι. Αλλά φοβούμαι μήπως αγανακτήσει εναντίον μου ο Θεός και με καταδικάσει με
τους οκνηρούς, όταν μπορώ να εργασθώ και δεν το κάνω.
Θαυμάζοντας τη φιλεργία του Γέροντος οι δυο Αββάδες, έφυγαν ωφελημένοι.
Μερικοί νέοι Μοναχοί επισκέφθηκαν κάποιο Γέροντα στην καλύβα του τη στιγμή που ήταν
απορροφημένος ο νους του στην προσευχή, ενώ τα χέρια του έπλεκαν με γρηγοράδα.
-Τι πρέπει να κάνει ο Μοναχός για να σωθεί, Αββά; τον ρώτησαν.
-Ό,τι βλέπετε, παιδιά μου, τους αποκρίθηκε εκείνος.
Εννοούσε βέβαια προσευχή και εργασία.
Όταν σηκώνεσαι από το στρώμα, αδελφέ, συμβουλεύει κάποιος Γέρων, λέγε στον εαυτό σου:
Σώμα, εργάσου για να τραφείς. Ψυχή, νήφε για να σωθείς.
Ανέβηκε κάποτε στο Σινά ένας μοναχός από μακρινή σκήτη και φιλοξενήθηκε στο ησυχαστήριο
του Αββά Σιλουανού. Βλέποντας τους υποτακτικούς του να εργάζονται εντατικά, είπε στον
Γέροντα κάπως υπεροπτικά:
-Μη εργάζεσθε την απολλυμένην βρώσιν. «Μαρία γαρ την αγαθήν μερίδα εξελέξατο». (Λουκ. ι’,
42)
-Ο Αββάς Σιλουανός δεν του έδωσε απόκριση. Πρόσταξε τον μαθητή του Ζαχαρία να οδηγήσει τον
ξένο σ’ ένα αδειανό κελλί και να του δώσει ένα βιβλίο να διαβάσει.
Διάβασε αρκετά, κλεισμένος στο κελλί ο μοναχός, ώσπου
κουράστηκε. Άρχισε να βαριέται και να πεινά. Όταν έφτασε η
ενάτη, έβλεπε με λαχτάρα την πόρτα, μήπως φανεί κανένας να
τον προσκαλέσει για φαγητό. Μα, σαν είδε πως δεν ερχόταν,
αποφάσισε να πάει μόνος να εξετάσει. Βρήκε τον Γέροντα στον
κήπο να ποτίζει.
-Δεν έφαγαν σήμερα οι αδελφοί, Αββά; τον ρώτησε, αφήνοντας
κατά μέρος την ντροπή, αφού τον βασάνιζε η πείνα.
-Βεβαίως έφαγαν, αποκρίθηκε ο Γέροντας.
-Και πώς έγινε να λησμονήσετε να φωνάξετε κι εμένα;
-Μα εσύ, τέκνον μου, είπε με απλότητα ο Αββάς Σιλουανός, είσαι άνθρωπος πνευματικός και δεν
έχεις ανάγκη από υλική τροφή. Εμείς που έχουμε σάρκα, χρειαζόμαστε τροφή και γι’ αυτό το λόγο
αναγκαζόμαστε ν’ ασχολούμεθα και με υλική εργασία. Εσύ που έχεις διαλέξει την «αγαθή μερίδα»,
διάβαζες όλη μέρα και, χωρίς άλλο, είσαι τώρα χορτασμένος.
Ο μοναχός κατάλαβε το σφάλμα του και ζήτησε συγχώρηση από το Γέροντα.
-Μάθε, τέκνον μου, του είπε ο σοφός Αββάς, πως κι η Μαρία είχε ανάγκη από τη Μάρθα και δια
μέσου εκείνης εγκωμιάστηκε αυτή.
Ένας νέος μοναχός ρώτησε κάποιο Γέροντα, πως κατόρθωσαν οι παλαιότεροι Πατέρες να φτάσουν
σε μεγάλα μέτρα αρετής, ενώ οι νεότεροι, μ’ όλο που κοπιάζουν κι αυτοί, δεν μπορούν να
προοδέψουν.
-Εκείνοι, παιδί μου, του αποκρίθηκε ο Αββάς, είχαν σαν κύριό τους έργο την προσευχή, κι όλα τ’
άλλα τα θεωρούσαν πάρεργα. Οι σημερινοί μοναχοί θεωρούν έργο τα σωματικά και πάρεργο την
προσευχή, γι’ αυτό κοπιάζουν, δίχως ψυχική ωφέλεια.
Λησμονούν τα λόγια του Σωτήρος, «ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την
δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». (Ματθ. στ’ 33).
Ακτημοσύνη
Αγάπα, αδελφέ, τα φτωχικά ενδύματα, αν θέλεις να διώξεις από την
καρδιά σου την υψηλοφροσύνη. Όποιος αγαπά την πολυτέλεια, είναι
αδύνατο να αποκτήσει ταπεινοφροσύνη. Είναι φυσικό να διαμορφώνεται ο
εσωτερικός άνθρωπος σύμφωνα με τον εξωτερικό.
Σ’ ένα νέο, που είχε αποφασίσει να μονάσει σε Κοινόβιο, ο Αββάς Ποιμήν έδωσε την ακόλουθη
συμβουλή:
-Αν θέλεις, αδελφέ, να γίνεις καλός μοναχός και μάλιστα κοινοβιάτης, κράτησε καλά στο νου σου
αυτά τα δύο: Πρώτον, απόφευγε τις περιττές κουβέντες, και, δεύτερον, μην αποκτήσεις ποτέ δικό
σου πράγμα, ούτε μικρό λαγήνι για νερό, και θα είσαι σ’ όλη σου τη ζωή αναπαυμένος.
Ένας νέος Μοναχός ρώτησε μια μέρα τον Γέροντά του:
-Με ζημειώνει τάχα, Αββά, το ν’ αποκτήσω δυο χιτώνες;
-Απόκτησε δύο χιτώνες, αποκρίθηκε ο διακριτικός Γέροντας, και μην αποκτάς κακίες. Η ψυχή δεν
έχει ανάγκη από τις κακίες, ενώ το σώμα έχει ανάγκη από τα ενδύματα. Αλλ’ όταν έχεις τ’
απαραίτητα, μάθε ν’ αρκείσαι σ’ αυτά, όπως συμβουλεύει ο Μέγας Απόστολος, και μη ζητάς
παραπανίσια.
Ο Αββάς Παμβώ θέλει τον μοναχό ντυμένο με τέτοια ρούχα, που, αν τα πετάξει στο δρόμο, να μη
καταδεχτούν ούτε οι ζητιάνοι να τα πάρουν.
Κάποιος πλούσιος χριστιανός επισκέφτηκε κάποτε έναν Ερημίτη και, φεύγοντας, του πρόσφερε
ένα γερό φιλοδώρημα. Εκείνος όμως με κανένα τρόπο δεν ήθελε να το δεχτεί.
-Πάρε το, Αββά, τον παρακαλούσε ο επισκέπτης, και μοίρασέ το στους φτωχούς.
-Αυτό είναι διπλή ντροπή για μένα, τέκνον μου, του αποκρίθηκε ο Γέροντας, να παίρνω χωρίς να
έχω ανάγκη και να κενοδοξώ μοιράζοντας τα ξένα ελεημοσύνη.
Αν δώσεις ελεημοσύνη, λέγει άλλος Γέροντας, κι ο λογισμός σε θλίβει πως
έδωσες πολύ, μη δίνεις προσοχή σ’ αυτόν, γιατί είναι σατανικός. Καλύτερα
όμως για σένα είναι να ζεις με τόση ακτημοσύνη, που να έχεις ανάγκη από
τους άλλους να σ’ ελεούν. Εκείνος που δίνει, έχει την ικανοποίηση πως κάνει
κάτι καλό. Αλλ’ όποιος στερείται και δεν έχει ποτέ να δώσει κάτι, αποκτά
ταπεινοσύνη με τη σκέψη πως ποτέ δεν κάνει τίποτε καλό. Έτσι έζησαν οι
Πατέρες μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο βρήκε τον Θεό ο Μέγας Αρσένιος.
Επαινούσαν οι Πατέρες την ακτημοσύνη και την αφιλοχρηματία του Αββά Αγάθωνος και του
υποτακτικού του. Όταν κατέβαιναν στην αγορά να πουλήσουν το εργόχειρό τους, έλεγαν μια φορά
την τιμή στον αγοραστή. Αν εκείνος άρχιζε τα παζαρέματα, αυτοί σώπαιναν και τον άφηναν να τους
δώσει όσα ήθελε. Αν πάλι είχαν ανάγκη οι ίδιοι ν’ αγοράσουν κάτι, έδιναν αμέσως τα χρήματα που
τους ζητούσαν, χωρίς να βγάλουν λέξη από το στόμα τους.
Στην αρχή της ασκητικής του ζωής, τον πολέμησε με πολλή μανία ο διάβολος τον Όσιο Αντώνιο.
Όταν, πολύ νέος ακόμη, ξεκίνησε για την έρημο, του έρριψε εμπρός στα πόδια του ένα ασημένιο
δίσκο. Βλέποντας τον ο Αντώνιος, συλλογίστηκε:
-Πώς είναι δυνατόν να βρεθεί τέτοιο πράγμα σε τούτο τον άβατο τόπο;
Τέχνασμα δικό σου είναι, διάβολε, για να με ρίξεις στη φιλαργυρία. Μα δεν πρόκειται με τέτοια να
εμποδίσεις την προθυμία μου.
Καθώς έλεγε αυτά, ο δίσκος έγινε άφαντος από τα μάτια του.
Άλλη φορά πάλι βρήκε πραγματικό χρυσό στην έρημο, τον περιφρόνησε όμως κι ούτε γύρισε να
τον κοιτάξει.
Είναι τάχα ωφέλιμο για την ψυχή του, να μην έχει ο μοναχός την παραμικρή άνεση; Ρώτησε τον
Μέγα Αρσένιο ο Αββάς Μάρκος. Είδα προ ημερών κάποιον αδελφό να ξεριζώνει και τα λίγα
λάχανα ακόμη, που είχε στο μικρό του κήπο.
-Ωφέλιμο είναι, αποκρίθηκε ο διακριτικός Γέροντας, αλλά η τελεία ακτημοσύνη πρέπει να
συμβαδίζει με την προκοπή του μοναχού σ΄ όλες τις άλλες αρετές. Γιατί, αν κάθε μέρα που περνά
δεν προοδεύει πνευματικώς, πολύ γρήγορα θα φυτέψει άλλα.
Θέλοντας ο Αββάς Ευτρόπιος να δείξει σ’ ένα νέο μοναχό πως δεν έπρεπε να έχει προσκόλληση
στη γήινα, αλλά να τα θεωρεί πρόσκαιρα και να τα περιφρονεί, του έδωσε αυτή τη συμβουλή:
-Χόρτο φάγε, χόρτο φόρεσε, σε χόρτο κοιμήσου.
Τόσο ακτήμων ήταν ο Αββάς Μεγέθιος, που όταν έβγαινε από το κελλί
του να περπατήσει στην έρημο και του έλεγε ο λογισμός του να πάει να
μείνει σ’ άλλον τόπο, έφευγε αμέσως και δεν γύριζε σ’ αυτόν, γιατί δεν
είχε τίποτε να πάρει μαζί του. Τη βελόνα, που του χρειαζόταν για το
εργόχειρό του, την είχε πάντα στην τσέπη του.
Μια φορά ο Ζαχαρίας, ο μαθητής του Αββά Σιλουανού, χωρίς να ρωτήσει τον Γέροντα, πήρε τους
άλλους αδελφούς κι έριξαν κάτω τον φράκτη για να μεγαλώσουν το μικρός τους κήπο. Σαν το είδε
ο Αββάς Σιλουανός, χωρίς να τους πει λέξη, φόρεσε το μανδύα του και τους αποχαιρέτησε:
-Εύχεσθε για μένα, αδελφοί, ήταν τα μοναδικά λόγια, που έβγαλε από το στόμα του, καθώς έφευγε.
Εκείνοι σάστισαν που τον είδαν τόσο ξαφνικά να φεύγει.
-Πού πας, Αββά; τον ρώτησαν. Τι σου συμβαίνει;
-Δε μπαίνω μέσα σε τούτο το κελλί, ούτε το μανδύα βγάζω από πάνω μου, τους είπε τότε ο
Γέροντας, αν δεν φέρετε τον φράχτη στην πρωτινή του θέση.
Ένας πλούσιος άρχοντας πήγε να επισκεφθεί τη σκήτη των Πατέρων. Μαζί του είχε πολλά
χρήματα για να τους φιλοδωρήσει και τα έδινε στον Πρεσβύτερο να τα μοιράσει, ανάλογα με τις
ανάγκες του καθενός.
-Οι Γέροντες δεν χρειάζονται χρήματα, του είπε ο Πρεσβύτερος.
Επειδή όμως επέμενε ο άρχοντας, τα έβαλε σ’ ένα σακκούλι και το κρέμασε στην πόρτα της
εκκλησίας. Την Κυριακή που πήγαν οι Πατέρες να λειτουργηθούν, ο Πρεσβύτερος τους είπε:
-Όποιος χρειάζεται χρήματα, ας πάρει από κείνο το σακκούλι.
Κανένας όμως δεν πλησίασε να πάρει. Οι πιο πολλοί μάλιστα δε γύρισαν καν να κοιτάξουν προς τα
εκεί. Γύρισε τότε ο Πρεσβύτερος και είπε στον άρχοντα, που στεκόταν παράμερα και
παρακολουθούσε:
-Βλέπεις πως οι μοναχοί αποστρέφονται τα χρήματα. Πάρε τα λοιπόν και μοίρασέ τα στους
φτωχούς. Ο Θεός δέχτηκε την καλή σου προαίρεση. Ο άρχοντας έφυγε, θαυμάζοντας την
αφιλοχρηματία των Πατέρων.
Προσευχή
Ο Μέγας Αρσένιος, λέγουν οι βιογράφοι του, ύψωνε τα χέρια του, σαν άλλος
Μωυσής, στην προσευχή, ενώ ο ήλιος έδυε πίσω του και τα κατέβαζε, όταν
έλαμπε πάλι στο πρόσωπό του.
Ο Ηγούμενος ενός Μοναστηριού που είχε ιδρύσει ο Άγιος Επιφάνιος, ο Επίσκοπος της Κύπρου,
επισκέφθηκε κάποτε τον Άγιο και του είπε με κάποια ικανοποίηση:
-Με την ευχή σου, Δέσποτα, δεν παραμελούμε τον κανόνα της προσευχής που μάς έδωσες.
Διαβάζουμε με προθυμία την πρώτη ώρα, την τρίτη, την έκτη και την ενάτη.
-Και τις άλλες ώρες τι κάνετε; ρώτησε με έκπληξη ο Άγιος Ιεράρχης. Δεν ασχολείσθε με την
προσευχή; τότε δεν είστε Μοναχοί.
Και βλέποντας την απορία του Ηγουμένου, εξήγησε:
-Εκείνος που ανήκει στην τάξη του Μοναχού έχει καθήκον ν’ ασχολείται διαρκώς με την προσευχή
και την ψαλμωδία. Ο Προφήτης Δαυίδ, αν και βασιλιάς μαζί και πολεμιστής, το βράδυ
προσευχόταν, τα μεσάνυχτα σηκωνόταν από το στρώμα του- το ομολογεί ο ίδιος- για να
δοξολογήσει μαζί με τους Αγγέλους το Θεό. Πριν από τα ξημερώματα τον βρίσκουμε ακόμη να
δέεται. Μόλις ξημέρωνε, ύψωνε την καρδιά του για να ευχαριστήσει τον Πλάστη του. Το πρωί
παρακαλούσε και πάλι, το μεσημέρι και το βράδυ έκλινε το γόνυ για να ικετεύσει τον Θεόν. Γι’
αυτό μάς βεβαιώνει πως επτά φορές την ημέρα αινούσε τον Κύριο.
Ο χριστιανός που θυμάται να συνομιλήσει με τον Θεό μόνο όταν φτάσει η ορισμένη ώρα της
προσευχής, δεν έχει ακόμη μάθει να προσεύχεται, λέει ένας από τους Πατέρες.
Από τούτα τα τέσσερα έχει πιο πολύ ανάγκη η ψυχή, έλεγε κάποιος Γέροντας: Να φοβάται την
κρίση του Θεού, να μισεί την αμαρτία, ν’ αγαπά την αρετή και να προσεύχεται αδιαλείπτως.
Όταν ήμουν νέος, έλεγε στους αδελφούς ο Αββάς Ισίδωρος, ο Πρεσβύτερος της σκήτης, δεν είχα
ορισμένο καιρό για προσευχή. Προσευχόμουν χωρίς διακοπή όλη την ημέρα και το μεγαλύτερο
μέρος της νύχτας.
Οι νεότεροι μοναχοί μιας σκήτης επισκεφτήκανε έναν από τους Γέροντες
για να τον συμβουλευτούν. Εκείνος τους υποδέχτηκε με χαρά κι αφού είπε
τη συνηθισμένη προσευχή, κάθισε μαζί τους κι απαντούσε σ’ όλες τις
ερωτήσεις τους. Όταν πια σηκώθηκαν να φύγουν, είπαν στον Γέροντα να
κάνει προσευχή.
-Δεν προσευχηθήκαμε; είπε μ’ απορία εκείνος.
-Προσευχηθήκαμε, Αββά, όταν ήρθαμε, ύστερα όμως αρχίσαμε την
συνομιλία.
-Συγχωρήσατέ με, παιδιά μου, αλλά ξέρω καλά πως ένας από μας είπε
εκατό ευχές στο διάστημα της συνομιλίας.
Πέρασαν κάποτε από το κελλί του Αββά Λουκίου οι λεγόμενοι Ευχίτες Μοναχοί. Ο Γέροντας τους
κράτησε και συνομίλησε μαζί τους.
-Ποιο είναι το έργο σας, αδελφοί; τους ρώτησε.
-Εμείς δεν ασχολούμαστε με καμιά υλική εργασία, αποκρίθηκαν εκείνοι. Ακολουθούμε τη σύσταση
του θείου Παύλου: αδιαλείπτως προσευχόμαστε.
-Δεν τρώτε καθόλου;
-Τρώμε.
-Δεν κοιμάστε;
-Κοιμόμαστε λίγο.
-Όταν κοιμάστε, ποιος προσεύχεται για σας;
-….
-Μα τότε, αδελφοί μου, είπε ο Αββάς Λούκιος, δεν κάνετε ακριβώς αυτό που λέτε. Εμείς εδώ
κάνουμε εργόχειρο για να μη ζούμε εις βάρος άλλων και να πως τηρούμε το «αδιαλείπτως
προσεύχεστε»:
Όταν αρχίζουμε το πρωί τη δουλειά μας, λέγει ο καθένας μας: «ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα
έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου». Δεν είναι τούτο
προσευχή;
Όταν με το νου προσεύχομαι, τα χέρια μου πλέκουν. Από την εργασία μου αυτή κερδίζω δεκαέξι
νομίσματα. Ξοδεύω ελάχιστα για το καθημερινό μου ψωμί και τα υπόλοιπα τα δίνω ελεημοσύνη
στους πτωχούς και αρρώστους αδελφούς μου, που δεν μπορούν να εργαστούν. Το ίδιο κάνουν και
οι άλλοι αδελφοί. Όταν λοιπόν εμείς τρώμε η κοιμόμαστε, οι πτωχοί προσεύχονται για μας και η
καρδιά μας μάς πληροφορεί πως έτσι εφαρμόζουμε τη σύσταση του Αποστόλου.
Ρώτησαν τον Αββά Αγάθωνα οι Αδελφοί, ποια αρετή νομίζει πως είναι πιο επίπονος.
-Η προσευχή, αποκρίθηκε εκείνος. Όταν ποθήσει η ψυχή να συνομιλεί συχνά με τον Δημιουργό
της, αγωνίζονται τα πονηρά πνεύματα να την εμποδίσουν, γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει πιο ισχυρό
όπλο εναντίον τους από την προσευχή. Όταν αποκτήσει οποιαδήποτε άλλη αρετή η ψυχή, ύστερα
ξεκουράζεται, μα για να μάθει να προσεύχεται, όπως πρέπει, χρειάζεται να κοπιάζει σ’ όλη της τη
ζωή.
Οι νεότεροι αδελφοί στη σκήτη περικύκλωσαν μια μέρα τον Όσιο Μακάριο και τον παρακαλούσαν
να τους διδάξει πως να προσεύχονται.
-Το μεγαλύτερο σφάλμα, που κάνουμε στην προσευχή, αποκρίθηκε εκείνος, είναι η περιττολογία.
Αρκεί να μάθει ο άνθρωπος να υψώνει το νου του στα ουράνια και να λέγει μ’ όλη του την ψυχή:
«Κύριε, ελεήσόν με, όπως γνωρίζεις και όπως θέλεις». Τούτο είναι προσευχή.
Όταν πάλι νοιώθει δυνατή επάνω του την επίθεση του διαβόλου ή την επανάσταση των κατωτέρων
παθών του, ας τρέξει με πίστη στον Ουράνιο Πατέρα κι ας φωνάζει σ’ Αυτόν όχι με το στόμα, αλλά
με την καρδιά: «Κύριε, βοήθησέ με». Εκείνος γνωρίζει τον τρόπο να βοηθήσει την ψυχή, που
πηγαίνει κοντά Του μ’ εμπιστοσύνη.
Φιλοξενία
Όταν σ’ επισκέπτεται κάποιος Αδελφός διώξε το πένθος από το πρόσωπό σου,
συμβουλεύει ένας από τους Γέροντες, και κρύψε το στην καρδιά σου, έως ότου
φύγει. Μετά φέρε το πάλι, γιατί όταν σε βλέπουν μ’ αυτό οι δαίμονες, φοβούνται να
σε πλησιάσουν.
Έτσι περιγράφει ο Παλλάδιος την υποδοχή των ξένων στις σκήτες και στα ερημητήρια της
Αιγύπτου και της Θηβαϊδος: «Όταν φθάσαμε από την Παλαιστίνη στην Αίγυπτο, επισκεφθήκαμε
πρώτα τον Αββά Απολλώ. Μόλις έμαθαν τον ερχομό μας βγήκαν με παράταξη οι Μοναχοί της
συνοδείας του να μάς προϋποντάσουν. Σαν έφθασαν κοντά μας, έβαλαν μετάνοια και μας
χαιρέτησαν. Ύστερα με παράταξη, πάλι, οι γεροντότεροι εμπρός, οι νεώτεροι πίσω κι εμείς στη
μέση, μάς οδήγησαν στα κελλιά. Εκεί μάς περίμενε ο Προεστώς. Όταν μάς είδε, έβαλε πρώτος
εδαφιαία μετάνοια και μάς ασπάστηκε. Μάς πήγε στο κελλί του κι αφού έκανε τη συνηθισμένη γι’
αυτές τις περιστάσεις προσευχή, μάς έβαλε να καθίσουμε. Ο ίδιος έφερε νερό και μάς έπλυνε τα
πόδια κι ευθύς αμέσως μάς οδήγησε στην τράπεζα, όπου μάς περίμενε λιτό, μεν, αλλά
καλοπεριποιημένο φαγητό.
Τέτοια υποδοχή έκανε σ’ όλους τους Μοναχούς και ιερωμένους που τον επεσκέπτοντο. Συνήθιζε δε
να λέγει στους μαθητές του:
Όταν έρχονται Μοναχοί, τέκνα μου, να τους βάζετε μετάνοια και να τους προσκυνάτε, όπως έκανε
ο Πατριάρχης Αβραάμ. Δι’ αυτών προσκυνείται ο Θεός. «Είδες τον Αδελφό σου; Είδες τον Θεόν
σου».
Άλλος Γέροντας δίνει την εξής συμβουλή:
Όταν αντιληφθείς πως σου έρχονται επισκέπτες, πριν κτυπήσουν την πόρτα σου, προσευχήσου μ’
αυτά τα λόγια στο Θεό: «Κύριε, προφύλαξε όλους μας από την κατάκριση και την κακογλωσσιά
και κάνε να φύγουν από δω οι Αδελφοί μου ειρηνικοί κι ωφελημένοι».
Κάποτε οι Πατέρες της σκήτης έδωσαν εντολή να κρατήσουν νηστεία οι Αδελφοί μια εβδομάδα,
δηλαδή να μη βάλουν τίποτε στο στόμα τους, ούτε νερό. Συνέβη όμως εκείνες τις ημέρες να
επισκεφθούν τον Αββά Μωϋσή τον Αιθίοπα Μοναχοί από την Αίγυπτο. Ο φιλόξενος Μωϋσής
έψησε φακές για να τους περιποιηθεί.
Όταν είδαν καπνό να βγαίνει από την καλύβη τους, μερικοί όχι τόσο ενάρετοι Αδελφοί, είπαν στους
Γέροντες:
-Ο Μωϋσής περιφρόνησε την προσταγή σας και ψήνει φαγητό.
Την Κυριακή που μαζεύτηκε στην Εκκλησία όλη η σκήτη, ο Πρεσβύτερος που γνώριζε τη μεγάλη
αρετή του Οσίου, όταν πλησίασε να πάρει αντίδωρο, του είπε δυνατά, για ν’ ακουστεί από όλους:
Εύγε, Αββά Μωϋσή γιατί παρέβεις μεν την εντολή των ανθρώπων, εφύλαξες όμως του Θεού την
εντολή.
Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε να συμβουλευτεί τον Αββά
Ποιμένα. Ήταν το μέσον περίπου της Τεσσαρακοστής. Αφού
εξομολογήθηκε τους λογισμούς του κι η ψυχή του αναπαύτηκε,
είπε στον Όσιο:
-Παρ’ ολίγο δε θ’ αποφάσιζα να έλθω ως εδώ σήμερα και θα
έχανα τόση ωφέλεια.
-Γιατί, τέκνο μου; ρώτησε ο Όσιος.
-Μου έλεγε ο λογισμός πως δεν θα με δεχόσουν, Αββά επειδή
είναι Τεσσαρακοστή.
-Εμείς εδώ, τέκνον, είπε ο Αββάς Ποιμήν, δε συνηθίζουμε την Τεσσαρακοστή να κλείνουμε εκείνη
τη μικρή ξύλινη εξώπορτα, αλλά τούτο. Κι έβαλε το δάκτυλο στα χέιλη.
Όταν οι Αδελφοί της σκήτης προσκαλούσαν τον Όσιο Μακάριο να καθίσει στην τράπεζά τους,
εκείνος πήγαινε μεν για να μη τους λυπήσει, έβαζε όμως στον εαυτό του αυτό τον όρο: Για το
ποτήρι το κρασί που θα τού έδιναν να πιει, να μη βάλει καθόλου νερό στο στόμα του μια ολόκληρη
μέρα. Οι αδελφοί που δεν τον ήξεραν, του έδιναν κρασί να τον ευχαριστήσουν. Εκείνος το έπινε
χωρίς αντίρρηση για να βασανίζει ύστερα τον εαυτό του. Ο υποτακτικός του όμως που έβλεπε τους
αγώνες του, έλεγε στους άλλους Μοναχούς:
-Για την αγάπη του Χριστού, αδελφοί, μη του δίνετε να πίνει, γιατί από αύριο θ’ αρχίσει να τιμωρεί
τον εαυτό του.
Επισκέφτηκαν κάποτε ένα Κοινόβιο ο Αββάς Σιλουανός με το μαθητή του Ζαχαρία. Το πρωί που
ξεκίνησαν να φύγουν, οι Μοναχοί του Κοινοβίου τους ανάγκασαν να φάγουν, μ’ όλο που ήταν
ημέρα νηστείας. Εκείνοι για να μη τους λυπήσουν, δέχτηκαν.
Ύστερα, καθώς πήγαιναν στο δρόμο τους βρήκαν μια μικρή πηγή. Ο Ζαχαρίας που διψούσε, ζήτησε
την άδεια του Γέροντος να πιει νερό.
-Είναι νηστεία σήμερα, του υπενθύμισε εκείνος.
-Μα πριν από λίγο φάγαμε, Αββά.
-Εκείνο ήταν της φιλοξενίας το γεύμα, εξήγησε ο Όσιος, τώρα όμως δεν μάς αναγκάζει τίποτε να
μη συνεχίσουμε τη νηστεία μας.
Ένας φιλομόναχος Επίσκοπος συνήθιζε να περιοδεύει μια φορά το χρόνο τις σκήτες και τα
μοναστήρια της επαρχίας του. Σε μια τέτοια περιοδεία, κατάκοπος από τη μακρά οδοιπορία ζήτησε
ν’ αναπαυθεί λίγο στο κελλί ενός Ερημίτου. Ο αδελφός, αφού του έπλυνε τα πόδια, έστρωσε
τράπεζα να τον φιλοξενήσει. Δεν είχε όμως άλλο τίποτε να προσφέρει στον Επίσκοπο από ψωμί κι
αλάτι που συνήθιζε να τρώγει ο ίδιος.
-Ας με συγχωρήσει η αγιοσύνη σου, άρχισε ν’ απολογείται ο Αδελφός για το φτωχό του τραπέζι.
Δεν υπάρχει άλλο καλύτερο σ’ αυτό το κελλί.
Ενθουσιασμένος ο Επίσκοπος για τη μεγάλη εγκράτεια των Μοναχών, είπε στον Αδελφό:
-Είθε του χρόνου που θα ξανάρθω, ούτε αλάτι να μη βρω.
Άλλος αρχάριος Μοναχός που είχε βάλει όρο στον εαυτό του να μη τρώει ψωμί, πήγε μια μέρα να
επισκεφθεί ένα μεγάλο Γέροντα. Στο κελλί του βρήκε κι άλλους επισκέπτες. Ο Γέροντας μαγείρευε
φαγητό για τους ξένους του. Σαν κάθισαν στην τράπεζα, ο αρχάριος έβγαλε τα βρεγμένα κουκιά
που είχε φέρει μαζί του και τα έτρωγε. Ο Γέροντας που τον είδε, τον πήρε ύστερα από το φαγητό
παράμερα και τον συμβούλεψε:
-Όταν τρώγεις με άλλους Αδελφούς, τέκνον μου, απόφευγε όσο μπορείς να δείχνεις την εγκράτειά
σου, γιατί παραμονεύει η κενοδοξία να σου αφαιρέσει το μισθό σου. Αν πάλι είσαι αποφασισμένος
να μη παραβαίνεις τους όρους σου, μένε στο κελλί σου κι απόφευγε τις επισκέψεις.
Από τη διδασκαλία σοφού Πατρός:
Όταν βρίσκεσαι με άλλους, μη θελήσεις να επιδείξεις την άσκησή σου. Μην πεις π.χ. πως δεν τρως
ποτέ λάδι, ή ψάρι ή μαγειρεμένο φαγητό. Μόνο κρασί μη πίνεις για τον πόλεμο της σαρκός. Αν
βρεθεί κάποιος ανόητος να σε κατηγορήσει γι’ αυτό, μη λάβεις καθόλου υπόψη σου αυτή την
κατηγορία.
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιο Γέροντα:
-Αν ποτέ βρεθώ στην τράπεζα μαζί με τους Πατέρες, τι πρέπει να κάνω, Αββά;
-Αντί της νηστείας προσκάλεσε κοντά την προσευχή.
-Είναι δυνατόν να προσεύχομαι, ενώ οι άλλοι θα συνομιλούν;
-Η βία, η αχώριστη σύντροφος του Μοναχού, τα κάνει όλα κατορθωτά, αποκρίθηκε ο Γέρων.
Όποιος την αποχωρίζεται δεν ξέρω αν εξακολουθεί να παραμένει Μοναχός.
Πνευματική Καρποφορία (μέρος δεύτερο)
Αν αξιώθηκες να λάβεις κάποιο χάρισμα πνευματικό, συμβουλεύει κάποιος
Πατήρ, μην υψηλοφρονείς γι’ αυτό. Τίποτε καλό δεν έχεις, που να μην
προέρχεται από τον Θεό. Αν λοιπόν δεν πολιτεύεσαι σύμφωνα με το θέλημά
Του, θ’ αφαιρέσει από σένα το δικό Του χάρισμα και θα το δώσει σ’ άλλον πιο
ταπεινό και αγαθό.
Λένε για κάποιο Γέροντα πως επτά ολόκληρα χρόνια προσευχόταν να του δώσει ο Θεός κάποιο
πνευματικό χάρισμα. Όταν επί τέλους το έλαβε, πήγε να το πει σ’ ένα γείτονά του διακριτικό
Πατέρα.
-Μεγάλος κόπος, έκανε εκείνος, κουνώντας το κεφάλι του. Πήγαινε να κάνεις άλλα επτά χρόνια
προσευχή να σου το αφαιρέσει ο Θεός, γιατί δε σε συμφέρει.
Ο Γέροντας υπήκουσε και προσευχήθηκε, ώσπου του πήρε πάλι ο Θεός το χάρισμα που τόσο
επίμονα ζητούσε.
Ένας Ερημίτης δέχτηκε μια μέρα την επίσκεψη κάποιου συνασκητού του. Σαν έφτασε η ώρα του
φαγητού, είπε στον υποτακτικό του να ετοιμάσει λίγη φακή και να βρέξει τα παξιμάδια για να
φιλοξενήσουν τον επισκέπτη. Ο νέος έκανε όπως του είπαν. Οι Γέροντες όμως απορροφημένοι από
την πνευματική συζήτηση, που είχαν αρχίσει, έμειναν στη θέση τους ως την άλλη μέρα το
μεσημέρι, χωρίς να νοιώσουν πείνα ή νύστα ή κάποια κούραση. Τότε είπε πάλι ο Ερημίτης στον
υποτακτικό του:
-Μαγείρεψε, τέκνον, λίγη φακή, να φάγει ο ξένος μας.
-Από χτες, Αββά, είναι όλα έτοιμα στην τράπεζα, αποκρίθηκε ο νέος.
Έτσι καθήσανε πια όλοι μαζί να φάνε.
Ένας αρχάριος Μοναχός ρώτησε κάποιο Γέροντα πως σε μερικούς ανθρώπους
έχει δοθεί το χάρισμα να βλέπουν αποκαλύψεις και να μαθαίνουν ουράνια
μυστήρια.
-Μη μακαρίζεις μόνο αυτούς, παιδί μου, αποκρίθηκε ο σοφός Γέροντας, μα πιο
πολύ εκείνους που βλέπουν διαρκώς τις αμαρτίες τους, ανακαλύπτουν τις
αδυναμίες τους και γνωρίζουν καλά τον εαυτό τους.
-Πριν λίγες ημέρες, Αββά, είπε πάλι ο Αδελφός, είδα ένα Μοναχό να βγάζει
δαιμόνιο από κάποιον άρρωστο και τον εθαύμασα.
-Εγώ δεν επιθύμησα ποτέ, αποκρίθηκε ο Γέροντας, να διώχνω δαιμόνια και να γιατρεύω
αρρώστιες. Παρακαλώ μόνο τον Θεό να μη γίνω ο ίδιος περίγελος του Σατανά κι αγωνίζομαι να
καθαρίσω το μυαλό μου από πονηρές σκέψεις. Αν το κατορθώσω, τότε θα είμαι άξιος θαυμασμού.
Όποιος πετύχει να καθαρίσει την ψυχή του από αμαρτίες κι αγαπά τον Θεό και τον πλησίον του, θα
κληρονομήσει την αιώνιο ζωή μαζί με τους θαυματουργούς Πατέρες.
Κάποιος αδελφός ρώτησε με μέρα ένα έμπειρο Γέροντα, με τι τρόπο πρέπει να καλλιεργεί ο
άνθρωπος τον εσωτερικό του κόσμο, για να έχει πνευματική καρποφορία.
-Τρία πράγματα είναι απαραίτητα για την καλλιέργεια της ψυχής: Πρώτον, η ησυχία, δεύτερον, η
προσευχή και, τρίτον η αυτογνωσία. Αυτή η τελευταία επιτυγχάνεται, όταν μάθει ο άνθρωπος να μη
προσέχει τα σφάλματα του άλλου, παρά μόνο τα δικά του. Αν επιμείνει σ’ αυτά, δε θ’ αργήσει να
καρποφορήσει η ψυχή σ’ όλες τις άλλες αρετές.
Ένας ερημίτης έζησε τριάντα ολόκληρα χρόνια στην έρημο, τρώγοντας μόνο τους καρπούς μιας
φοινικιάς που είχε φυτρώσει έξω από την καλύβα του. Ύστερα όμως του έσπειρε ζιζάνια στο νου ο
διάβολος κι άρχισε να συλλογίζεται πως άδικα σπατάλησε εκεί τόσα χρόνια.
Τι κέρδισα τάχα; Έλεγε στον εαυτό του. Ούτε αποκαλύψεις είδα ούτε κανένα θαύμα έκανα, όπως οι
παλιοί Ασκητές. Ας γυρίσω στον κόσμο, ίσως εκεί προκόψω περισσότερο.
Το είχε σχεδόν αποφασίσει κι ετοιμαζόταν, όταν ο Θεός, που τον λυπήθηκε για τους τόσους κόπους
του, έστειλε τον Άγγελό του να τον εμποδίσει.
-Τι μεγαλύτερο θαύμα θέλεις, του είπε ο Άγγελος, από την υπομονή και τη μεγαλοψυχία που σου
έδωσε ο Θεός, να μείνεις τόσα χρόνια ολομόναχος σ’ αυτό τον άγριο τόπο, τρώγοντας μόνο τους
καρπούς τούτου του δέντρου; Κάνε λίγο ακόμη υπομονή και ζήτησε από τον Θεό περισσότερη
ταπείνωση.
Έτσι έμεινε στον τόπο του ο Ερημίτης, ευχαριστώντας τον Θεό που τον στήριξε με τον Άγγελο Του.
Μετάνοια
Αν θέλει ο άνθρωπος, μπορεί από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου να
φθάσει στην αγιότητα, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος, διδάσκοντας του μαθητές του
την δύναμη της μετάνοιας.
Ένας νέος αξιωματικός που πριν από λίγο είχε οδηγηθεί στο δρόμο του Θεού κι ακόμα πάλευε με
τη συνείδησή του, ρώτησε τον εξομολόγο του, αν πραγματικά, όπως του έλεγαν, δεχόταν ο Θεός
τόσο εύκολα την μετάνοια του ανθρώπου.
-Αν κατά τύχη σκιστεί κάπου ο μανδύας σου, παιδί μου, του είπε εκείνος, τον βγάζεις αμέσως και
τον πετάς, σαν άχρηστο;
-Όχι, δα, έκανε εκείνος. Τον ράβω και τον επιδιορθώνω, όσο βέβαια δέχεται επιδιόρθωση.
-Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το φόρεμά σου κι εύκολα δεν το πετάς, πως δε θα λυπηθεί ο Θεός το
πλάσμα Του και δε θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να το διορθώσει; Είπε ο καλός Γέροντας κι
ανάπαυσε το νέο.
Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.
-Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξομολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να
μετανοήσω.
-Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.
-Είναι αρκετοί τρεις μήνες, τότε;
-Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέγω πως, αν ειλικρινά μετανοήσεις και πάρεις
σταθερή απόφαση να μη επαναλάβεις ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότης
του Θεού.
Άλλος Αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρεί τις αμαρτίες του ανθρώπου.
-Πώς είναι δυνατόν να μη συγχωρεί, τέκνο μου, Εκείνος που δίδαξε τη μακροθυμία στους
ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρεί εκείνον που του σφάλλει «έως
εβδομηκοντάκις επτά» δηλαδή επ’ άπειρον; αποκρίθηκε ο Γέρων.
Κάποιος άλλος πάλι ζήτησε να του εξηγήσει τι ακριβώς είναι μετάνοια.
-Η μη επανάληψη της ίδιας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμήν.
Ένας Αδελφός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη:
-Έπεσα, Πάτερ. Τι να κάνω τώρα;
-Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.
-Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ομολόγησε με
θλίψη ο Αδελφός.
-Και τι σ’ εμποδίζει να ξανασηκωθείς;
-Ως πότε; Ρώτησε ο Αδελφός.
-Έως ότου σε βρει ο θάνατος ή στην πτώση ή στην έγερση. Δεν είναι γραμμένο
«όπου ευρώ σε εκεί και κρίνω σε»; Εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον
Θεό να βρεθείς την τελευταία σου στιγμή σηκωμένος με την αγία μετάνοια.
«Αμαρτία προς θάνατον», γράφει ο Αββάς Μάρκος ο Ασκητής, είναι κάθε αμετανόητη αμαρτία.
Ούτε αυτός ο Αγαθός και Φιλάνθρωπος Θεός συγχωρεί τον αμετανόητο αμαρτωλό. Οι
περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται συχνά λύπην και αηδία δια τας αμαρτίας των, δέχονται όμως
με ευχαρίστηση τας αφορμάς των.
Αυτή η φωνή ακούγεται να λέγει επιτακτικά στον επιλήσμονα άνθρωπο, έλεγε κάποιος Πατήρ:
«Σήμερον επίστρεψον».
Οι τωρινοί άνθρωποι δε ζητούν το σήμερον, αλλά το αύριον για να μετανοήσουν, έλεγε άλλος
Γέρων.
Λένε πως ένας Αδελφός, κάθε φορά που οι λογισμοί του τον ξεγελούσαν και του έλεγαν, άφησε
σήμερα και αύριο μετανοείς, εκείνος ο σοφός αποκρινόταν «Σήμερα θα δείξω με έργα τη μετάνοιά
μου, όσο για αύριο, ας γίνει του Θεού το θέλημα».
Να τι διαβάζουμε στ’ «Ασκητικά» του μεγάλου διδασκάλου του ασκητισμού Ισαάκ του Σύρου:
«Με τα ίδια μέσα που έχασες το αγαθό, προσπάθησε πάλι να το αποκτήσεις. Χρυσάφι χρωστάς
στον Θεό; Δε θέλει από σένα μαργαριτάρια. Τη σωφροσύνη σου έχασες; Δε σου γυρεύει
ελεημοσύνη, αλλά τον αγιασμό του σώματός απαιτεί. Περιφρονείς την εντολή της αγάπης,
νικημένος από το πάθος του φθόνου; Για ποιο λόγο πολεμάς τον ύπνο με αμέτρες αγρυπνίες ή
αφανίζεις το σώμα σου με υπερβολική νηστεία; Αυτά δεν σου προσφέρουν καμιά ωφέλεια, δε
γιατρεύουν τον φθόνο. Κάθε αρρώστια της ψυχής, όπως και του σώματος, χρειάζεται ειδικά
φάρμακα και θεραπεία ανάλογη»
Αυταπάρνηση
Ένας από τους Γέροντες της σκήτης αρρώστησε κάποτε κι επεθύμησε, σαν
άνθρωπος, να φάει λίγο ζεστό ψωμί. Πού να βρεθεί όμως τέτοιο πράγμα σ’ εκείνη
την έρημο;
Όταν το έμαθε ένας από τους νέους Μοναχούς έβαλε στο δισάκι του όλα τα ξερά
ψωμιά που είχε και ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια. Η πόλη απείχε δύο ημερών δρόμο από την
έρημο. Ο καλός νέος αψήφησε τον κόπο. Κατέβηκε, άλλαξε τα ψωμιά, κι επέστρεψε όσο πιο
γρήγορα μπορούσε στη σκήτη.
-Πού βρήκες φρέσκο ψωμί; τον ρωτούσαν με απορία οι αδελφοί.
-Στην Αλεξάνδρεια, απαντούσε με πολλή φυσικότητα εκείνος, σαν να επρόκειτο για το γειτονικό
χωριό.
Όταν το άκουσε ο Γέροντας δεν ήθελε με κανένα τρόπο να το κρατήσει.
-Πώς να το φάω; Έλεγε. Αυτό είναι το αίμα του αδελφού μου. Οι άλλοι όμως τον ανάγκασαν να το
φάει για να μην πάει χαμένη η θυσία του αδελφού.
Την εποχή που Βάνδαλοι, σαν πραγματική θεομηνία, σάρωναν αλύπητα τις χώρες της Ευρώπης κι
άφηναν μόνο ερείπια στο πέρασμά τους, η Ιταλία πέρασε τα πιο πολλά δεινά. Οι ωραίες πόλεις της
αφανίζονταν η μία μετά την άλλη. Οι άνθρωποι ωδηγούντο, σαν κοπάδια, αιχμάλωτοι στα βάθη της
Αφρικής.
Τα δύστυχα αυτά χρόνια ο Παυλίνος, ο Επίσκοπος μιας πόλεως της Καμπανίας, ξώδευσε την
περιουσία του κι όλα τα χρήματα της Εκκλησίας για την εξαγορά αιχμαλώτων. Το κακό όμως ήταν
τόσο μεγάλο, που, αν και έμεινε μόνο με τα ρούχα που φορούσε, ο φιλάνθρωπος Επίσκοπος, δε
μπόρεσε να επαρκέσει για όλους.
Μια μέρα πήγε και τον βρήκε μια φτωχή χήρα με σπαραγμένη καρδιά. Έπιασαν το μοναχογυιό της
αιχμάλωτο και ζητούσε από τον καλό Επίσκοπο να τον απελευθερώσει. Οι θρήνοι της ράγιζαν
ακόμη και τις πέτρες.
Ο Παυλίνος τη συμπόνεσε, έκλαψε μαζί της. Έψαξε και ξανάψαξε το αδειανό του σπίτι.
Απελπισμένος διαπίστωσε πως δεν είχε μείνει πια τίποτε για να δώσει. Ξαφνικά του ήρθε κάποια
έμπνευση.
-Βλέπεις κι εσύ η ίδια, είπε στην πονεμένη μητέρα, πως δεν μου έμεινε πια τίποτε για να
ανακουφίσω τη δυστυχία που μας βρήκε από τις αμαρτίες μας. Ό,τι διαθέτω αυτή τη στιγμή είναι ο
εαυτός μου. Ευχαρίστως τον προσφέρω για να πάρεις πίσω το παιδί σου.
Η απαρηγόρητη γυναίκα τα έχασε προς στιγμής. Νόμιζε πως ο Επίσκοπος ήθελε να την ξεγελάσει
και ξέσπασε σε ασυγκράτητο οδυρμό. Ο Παυλίνος της είπε τότε να τον ακολουθήσει. Πήγαν στον
βάρβαρο που κρατούσε το γυιο της και για μεγάλη της ανακούφιση είδε πως κατώρθωσε να κάνει
την ανταλλαγή.
Μαζί με πολλούς άλλους αιχμαλώτους ωδηγήθηκε και ο Παυλίνος στην Αφρική. Όταν έγινε η
διανομή, αυτόν τον κράτησε στην υπηρεσία του ο γαμπρός του Ηγεμόνος των Βανδάλων και τον
έβαλε να καλλιεργεί τον κήπο του.
Με μεγάλη επιμέλεια επεδόθηκε ο Άγιος Επίσκοπος στη δουλειά που του ανέθεσαν να κάνει. Κάθε
μέρα έφερνε στο τραπέζι του αφέντη του καλοπεριποιημένα λαχανικά και φρούτα. Με την
καλωσύνη και την εργατικότητά του κέρδισε την εκτίμησή του. Συχνά πήγαινε στον κήπο και
κουβέντιαζαν μαζί χίλια δυο πράγματα. Ο βάρβαρος θαύμαζε τη σοφία και την πολυμάθεια του
δούλου του. Συν τω χρόνω δημιουργήθηκε μια στενή φιλία μεταξύ του ξένου αιχμαλώτου και του
νεαρού δουκός.
Ύστερα από πολύ καιρό είπε μια μέρα, εκεί που συνομιλούσαν στον κύριό του ο Παυλίνος, κάπως
αινιγματικά:
-Είναι καιρός να φροντίσετε για τη μελλοντική διοίκηση του βασιλείου σας.
-Γιατί το λες αυτό, Παυλίνε; ρώτησε ο νεαρός δούκας.
Στην αρχή ο Παυλίνος αρνήθηκε να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. Ύστερα όμως εξαναγκάστηκε
να του φανερώσει, πως του είχε αποκαλύψει ο Θεός, ότι θα πέθαινε πολύ γρήγορα ο γερο-βασιλιάς.
Ο δούκας, αν και δεν το πολυπίστεψε, το είπε στο πεθερό του. Εκείνος πάλι θέλησε από περιέργεια
να γνωρίσει αυτόν τον παράξενο άνθρωπο που άκουγε, καθώς έλεγε, τον Θεό του να του ομιλή.
-Έλα αύριο να φάμε μαζί το μεσημέρι και θα τον δεις στο τραπέζι μου, του είπε ο γαμπρός του.
Την άλλη μέρα ο βασιλιάς πήγε στο παλάτι του δουκός. Ο Παυλίνος, όπως συνήθιζε πάντοτε, έφερε
φρέσκα φρούτα στο τραπέζι. Σαν τον είδε ο βασιλιάς ταράχτηκε.
-Κάποιο μυστήριο κρύβει ο άνθρωπος αυτός, ψιθύρισε στ’ αυτί του γαμπρού του.
Όταν ο Παυλίνος απομακρύνθηκε, του διηγήθηκε ένα παράξενο όνειρο που είχε δει την περασμένη
νύχτα.
-Μου φάνηκε πως με πήγαιναν δεμένο στο κριτήριο, για να δικαστώ τάχα για όλες μου τις πράξεις.
Ανάμεσα στους δικαστές μου, που ήταν πολλοί, βρισκόταν και τούτος ο άνθρωπος. Έδειχνε πως
κατείχε ξεχωριστή θέση, γιατί πρόσταξε να πάρουν το σκήπτρο από τα χέρια μου και μ’ αυτό να με
δείρουν. Για ρώτησέ τον να σου φανερώσει ποιος είναι. Μα την αλήθεια, δεν μου φαίνεται
συνηθισμένος άνθρωπος.
Παραξενεμένος ο δούκας απ’ όσα άκουσε από το στόμα του πεθερού του, πήρε παράμερα τον
αιχμάλωτό του κι άρχισε να τον εξετάζει για την πατρίδα και την καταγωγή του.
-Είμαι δούλος του Θεού, έλεγε ο Παυλίνος, που συ δέχτηκες να τον κρατήσεις αντί του γιου της
χήρας.
Ο δούκας όμως, δεν ήθελε πια να πεισθεί. Τον ώρκισε λοιπόν με όρκους φοβερούς να του
φανερώσει την αλήθεια.
Έτσι ο Παυλίνος αναγκάστηκε να φανερώσει, πως ήταν Επίσκοπος και πως θεληματικά
παραδόθηκε αιχμάλωτος για την αγάπη του πλησίον του. Σαν άκουσε αυτές τις αποκαλύψεις ο
κύριός του, τόσο τον ευλαβήθηκε, που έπεσε στη γη και του φιλούσε τα πόδια. Ύστερα τα
διηγήθηκε όλα στο βασιλιά κι οι δυο μαζί φώναξαν τον Παυλίνο και του είπαν:
-Ζήτησέ μας ό,τι θέλεις, για να σε στείλουμε με πολλά δώρα, όπως σου ταιριάζει, πίσω στην
πατρίδα σου, γιατί είναι άπρεπο να κρατάμε εδώ αιχμάλωτο έναν άνθρωπο σαν κι εσένα.
Ο Παυλίνος τους ευχαρίστησε για τις καλές τους διαθέσεις, αλλά δεν δέχτηκε να πάρει δώρα.
-Σε τίποτε δεν θα μου χρησιμεύσουν, έλεγε. Αν όμως επιθυμείτε πραγματικά να κάνετε κάποιο
καλό, ελευθερώστε όλους τους συμπατριώτες μου που κρατάτε εδώ αιχμαλώτους.
Οι ηγεμόνες δέχτηκαν ευχαρίστως να κάνουν για χατήρι του αυτή την προσφορά. Έγιναν έρευνες σ’
όλο το βασίλειο, για να βρεθούν οι συμπατριώτες του Παυλίνου. Αφού τους συγκέντρωσαν όλους,
τους έστειλαν με πλοία πίσω στην πατρίδα τους μαζί με τον Επίσκοπό τους και με πολλά τρόφιμα
και δώρα από τον βασιλιά.
Ύστερα από λίγο καιρό πραγματοποιήθηκε η προφητεία του Παυλίνου. Ο γερο-βασιλιάς πέθανε και
τον διαδέχθηκε ο νεαρός δούκας, που σ’ όλη του τη ζωή θυμόταν τον άγιο Επίσκοπο και το φωτεινό
παράδειγμά του.
Ελεημοσύνη
Όταν ελεήσεις τον πτωχό αδελφό σου, συμβουλεύει ο Αββάς Ησαΐας, μη τον
φωνάξεις να σε βοηθήσει στη δουλειά σου, για να μη χάσεις το μισθό της
ευεργεσίας.
Ένας άγιος Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα
κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από
την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος
πάλι, που ήταν πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός
όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο
Γέροντα:
-Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν, κι από δω και πέρα μοίραζε από τα δικά
σου ελεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε τώρα, γρήγορα θα πεινάσουμε κι οι δυο.
Ο αγαθός Γέροντας χώρισε τα ψωμιά του υποτακτικού του, χωρίς να πει τίποτα κι εξακολούθησε να
δίνει από τα δικά του στους φτωχούς. Μα κι ο Θεός που είδε την καλή του προαίρεση τα ευλόγησε,
κι όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά επληθύνονταν.
Ο υποτακτικός στο μεταξύ έφαγε τα δικά του. Όταν πια δεν του έμειναν παρά λίγα ψίχουλα, πήγε
στον Γέροντα του και τον παρακαλούσε να τρώνε πάλι μαζί. Εκείνος τον δέχτηκε χωρίς να φέρει
αντίρρηση. Τώρα όμως είχαν αυξηθεί και οι ζητιάνοι, κι ο υποτακτικός άρχισε πάλι να
δυσανασχετεί. Ο υποτακτικός κατσούφιασε.
-Δώσε του ένα καρβέλι, πρόσταξε ο Γέροντας, που έκανε πως δεν είδε το μορφασμό του.
-Μου φαίνεται πως δεν έχουμε πια να φάμε ούτε εμείς. Είπε φωναχτά ο υποτακτικός, για να τον
ακούσει κι ο ζητιάνος.
-Πήγαινε και ψάξε καλά, πρόσταξε ο Γέροντας.
Σηκώθηκε εκείνος απρόθυμα να πάει στο κελλαρικό. Μα τρόμαξε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το βρήκε
γεμάτο ως επάνω από καλοψημένα φρέσκα καρβέλια!
Από την ημέρα εκείνη απόκτησε μεγάλη εμπιστοσύνη στον άγιο Γέροντά του κι έγινε πρόθυμος
στο ν’ ανακουφίζει τους φτωχούς.
Ένας καλός ιερέας κάθε Κυριακή μετά τη Λειτουργία μάζευε τους φτωχούς
της ενορίας του και τους μοίραζε τα χρήματα, που μάζευε το «κιβώτιο των
πτωχών».
Μια Κυριακή πήγε μία γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα με ύφος
κακομοίρικο. Ο Ιερέας τη λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο με την
πρόθεση να της δώσει όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του. όταν το τράβηξε
έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώσει, γιατί πίσω
της περίμενε άλλη να πάρει φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα
φορέματα. Ο ιερέας σκέφτηκε πως ήταν από κείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα της έδινε λίγα,
για να μην την αφήσει να φύγει έτσι και τής έμενε η ντροπή. Έβαλε πάλι το χέρι του στο κιβώτιο κι
η χούφτα του γέμισε χρυσά νομίσματα.
Σαν ευλαβής που ήταν κατάλαβε τη θεία επέμβαση. Ζήτησε λοιπόν πληροφορίες και για τις δύο
εκείνες γυναίκες. Έμαθε τότε πως η μία που φαινόταν καλοντυμένη, ήταν από καλή οικογένεια, που
τελευταία από διάφορα ατυχήματα φτώχυνε και υπέφερε πολύ. Από αξιοπρέπεια φορούσε
περιποιημένα ρούχα. Η άλλη έβαζε κουρέλια, όταν έβγαινε να ζητιανέψει, για να της δίνουν
ευκολότερα.
Ο Αββάς Θεόδωρος της Φέρμης, παρακάλεσε τον Όσιο Παμβώ να του πει έναν ωφέλιμο λόγο, που
να τον θυμάται σ’ όλη του ζωή.
-Απόκτησε έλεος για όλους τους συνανθρώπους σου, Αββά Θεόδωρε, για να ‘ χεις παρρησία στο
Θεό, του είπε ο άγιος Γέρων.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα για την ελεημοσύνη: Όχι
μόνο δια της ελεημοσύνης που γίνεται με χρήματα φαίνεται η διάθεση της αγάπης, αλλά πολύ
περισσότερο με το να μεταδίδεις στον άλλο λόγο Θεού. Ακόμη δε και με κάθε είδους εξυπηρέτηση.
Εκείνος που πραγματικά έχει αποξενωθεί από τον κόσμο κι εξυπηρετεί τον πλησίον του με
ειλικρινή αγάπη, γρήγορα θ’ απαλλαγεί από τα πάθη και θα γίνει συμμέτοχος της θείας αγάπης και
γνώσεως. Εκείνος που αγαπά τον Θεό, αγαπά απαραιτήτως και τον πλησίον του. Αυτός δεν μπορεί
να κρατά τίποτα για τον εαυτό του. Οικονομεί τα πάντα όπως αρέσει στον Θεό και δίνει με
προθυμία ελεημοσύνη σ’ όσους έχουν ανάγκη.
Ελεημοσύνη
Όταν ελεήσεις τον πτωχό αδελφό σου, συμβουλεύει ο Αββάς Ησαΐας, μη τον
φωνάξεις να σε βοηθήσει στη δουλειά σου, για να μη χάσεις το μισθό της
ευεργεσίας.
Ένας άγιος Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα
κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από
την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος
πάλι, που ήταν πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός
όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο
Γέροντα:
-Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν, κι από δω και πέρα μοίραζε από τα δικά
σου ελεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε τώρα, γρήγορα θα πεινάσουμε κι οι δυο.
Ο αγαθός Γέροντας χώρισε τα ψωμιά του υποτακτικού του, χωρίς να πει τίποτα κι εξακολούθησε να
δίνει από τα δικά του στους φτωχούς. Μα κι ο Θεός που είδε την καλή του προαίρεση τα ευλόγησε,
κι όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά επληθύνονταν.
Ο υποτακτικός στο μεταξύ έφαγε τα δικά του. Όταν πια δεν του έμειναν παρά λίγα ψίχουλα, πήγε
στον Γέροντα του και τον παρακαλούσε να τρώνε πάλι μαζί. Εκείνος τον δέχτηκε χωρίς να φέρει
αντίρρηση. Τώρα όμως είχαν αυξηθεί και οι ζητιάνοι, κι ο υποτακτικός άρχισε πάλι να
δυσανασχετεί. Ο υποτακτικός κατσούφιασε.
-Δώσε του ένα καρβέλι, πρόσταξε ο Γέροντας, που έκανε πως δεν είδε το μορφασμό του.
-Μου φαίνεται πως δεν έχουμε πια να φάμε ούτε εμείς. Είπε φωναχτά ο υποτακτικός, για να τον
ακούσει κι ο ζητιάνος.
-Πήγαινε και ψάξε καλά, πρόσταξε ο Γέροντας.
Σηκώθηκε εκείνος απρόθυμα να πάει στο κελλαρικό. Μα τρόμαξε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το βρήκε
γεμάτο ως επάνω από καλοψημένα φρέσκα καρβέλια!
Από την ημέρα εκείνη απόκτησε μεγάλη εμπιστοσύνη στον άγιο Γέροντά του κι έγινε πρόθυμος
στο ν’ ανακουφίζει τους φτωχούς.
Ένας καλός ιερέας κάθε Κυριακή μετά τη Λειτουργία μάζευε τους φτωχούς
της ενορίας του και τους μοίραζε τα χρήματα, που μάζευε το «κιβώτιο των
πτωχών».
Μια Κυριακή πήγε μία γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα με ύφος
κακομοίρικο. Ο Ιερέας τη λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο με την
πρόθεση να της δώσει όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του. όταν το τράβηξε
έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώσει, γιατί πίσω
της περίμενε άλλη να πάρει φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα
φορέματα. Ο ιερέας σκέφτηκε πως ήταν από κείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα της έδινε λίγα,
για να μην την αφήσει να φύγει έτσι και τής έμενε η ντροπή. Έβαλε πάλι το χέρι του στο κιβώτιο κι
η χούφτα του γέμισε χρυσά νομίσματα.
Σαν ευλαβής που ήταν κατάλαβε τη θεία επέμβαση. Ζήτησε λοιπόν πληροφορίες και για τις δύο
εκείνες γυναίκες. Έμαθε τότε πως η μία που φαινόταν καλοντυμένη, ήταν από καλή οικογένεια, που
τελευταία από διάφορα ατυχήματα φτώχυνε και υπέφερε πολύ. Από αξιοπρέπεια φορούσε
περιποιημένα ρούχα. Η άλλη έβαζε κουρέλια, όταν έβγαινε να ζητιανέψει, για να της δίνουν
ευκολότερα.
Ο Αββάς Θεόδωρος της Φέρμης, παρακάλεσε τον Όσιο Παμβώ να του πει έναν ωφέλιμο λόγο, που
να τον θυμάται σ’ όλη του ζωή.
-Απόκτησε έλεος για όλους τους συνανθρώπους σου, Αββά Θεόδωρε, για να ‘ χεις παρρησία στο
Θεό, του είπε ο άγιος Γέρων.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα για την ελεημοσύνη: Όχι
μόνο δια της ελεημοσύνης που γίνεται με χρήματα φαίνεται η διάθεση της αγάπης, αλλά πολύ
περισσότερο με το να μεταδίδεις στον άλλο λόγο Θεού. Ακόμη δε και με κάθε είδους εξυπηρέτηση.
Εκείνος που πραγματικά έχει αποξενωθεί από τον κόσμο κι εξυπηρετεί τον πλησίον του με
ειλικρινή αγάπη, γρήγορα θ’ απαλλαγεί από τα πάθη και θα γίνει συμμέτοχος της θείας αγάπης και
γνώσεως. Εκείνος που αγαπά τον Θεό, αγαπά απαραιτήτως και τον πλησίον του. Αυτός δεν μπορεί
να κρατά τίποτα για τον εαυτό του. Οικονομεί τα πάντα όπως αρέσει στον Θεό και δίνει με
προθυμία ελεημοσύνη σ’ όσους έχουν ανάγκη.
Υπομονή (μέρος δεύτερο)
Καθημερινώς ατενίζουμε προς τον Σταυρό του Κυρίου μας και μελετάμε τα πάθη Του.
Γιατί όμως δε δείχνουμε υπομονή, ούτε στην παραμικρή περιφρόνηση που τυχόν μάς
κάνουν; Διερωτάται ένας από τους Πατέρες.
Ένας Ερημίτης που βασανιζόταν συχνά από τον δαίμονα της ακηδίας, έλεγε στον εαυτό του κάθε
φορά που εκείνος του ψιθύριζε να κατεβαίνει στην πολιτεία και να συναναστρέφεται τους
ανθρώπους:
-Γιατί χάνεις την υπομονή σου, άθλιε, και ζητάς να τρέχεις άσκοπα εδώ κι εκεί; Αρκεί που δεν είσαι
ικανός για τίποτα, τουλάχιστον δόξαζε τον Θεό που μένοντας εδώ δεν σκανδαλίζεις και δε
στενοχωρείς τους συνανθρώπους σου. Ούτε συ θλίβεσαι και σκανδαλίζεσαι απ’ αυτούς.
Αναλογίσου τα κακά από τα οποία σ’ έχει προφυλαγμένο η αγαθότητα του Θεού. Δεν αργολογείς,
δεν έρχονται στ’ αυτιά σου ανώφελες κουβέντες, τα μάτια σου δε βλέπουν βλαβερές εικόνες. Ένα
κακό σε πολεμά, η ακηδία. Αλλ’ ο Κύριός σου είναι Παντοδύναμος και θα σε λυτρώσει από την
αδυναμία σου και δε θα επιτρέψει ποτέ να δοκιμάσεις πιο μεγάλο πειρασμό από τη δύναμή σου.
Μ’ αυτά τα λόγια ο Ερημίτης δίδασκε τον εαυτό του κι αντιστεκόταν με πείσμα στις επιθέσεις του
εχθρού, έως ότου ο Θεός βλέποντας την υπομονή του τον απάλλαξε εντελώς από την ακηδία.
Το δέντρο που συχνά μεταφυτεύεται δεν καρποφορεί, λέει κάποιος έμπειρος Γέροντας. Κι ο
μοναχός, που χάνει την υπομονή του κι αλλάζει διαρκώς τόπο διαμονής, δεν προοδεύει στην αρετή.
Ο Αββάς Μάρκος ρώτησε κάποτε τον Όσιο Αρσένιο γιατί οι περισσότεροι ευσεβείς και ενάρετοι
να φεύγουν από τον κόσμο με πολλές θλίψεις και στερήσεις.
-Οι θλίψεις για κείνους που τις δέχονται με υπομονή, αποκρίθηκε ο Όσιος, είναι το αλάτι που
προλαβαίνει τη σήψη της αμαρτίας και κάνει τους ανθρώπους να παρουσιάζονται στον Ουρανό
καθαροί.
Ένας ερημίτης έμενε σε μια καλύβα, δώδεκα μίλια μακριά από την πηγή που
όλη η σκήτη έπαιρνε νερό. Έτσι ήταν αναγκασμένος να κάνει πολύ συχνά όλη
εκείνη την πεζοπορία. Μια μέρα, που η ζέστη ήταν αφόρητη, έχασε την
υπομονή του.
-Είναι τάχα ανάγκη να κοπάζω τόσο; Είπε με το λογισμό του. Δεν έρχομαι να
κατοικήσω πιο κοντά στην πηγή;
Καθώς έκανε αυτές τις σκέψεις, ένοιωσε κάποιον να βαδίζει πίσω του. Γύρισε
και είδε ένα νέο αστραπόμορφο.
-Ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε με θαυμασμό και απορία.
-Απεσταλμένος του Κυρίου να μετρώ τα βήματα που κάνεις για να σου δοθεί ακέραιος της
υπομονής ο μισθός, αποκρίθηκε εκείνος κι έγινε άφαντος.
Τόση δύναμη έδωσαν στον ερημίτη μας τα λόγια του Αγγέλου που όχι μόνο κοντά στην πηγή δεν
πήγε να κατοικήσει, μα άλλη καλύβα έφτιαξε βαθύτερα στην έρημο, για να βαδίζει άλλα τόσα
μίλια.
Ένας Γέροντας διηγείται πως κάποτε συνάντησε ένα Μοναχό τόσο φτωχό, που έλειπαν και τα πιο
στοιχειώδη μέσα για τη συντήρησή του, η τροφή δηλαδή και τα σκεπάσματα. Ήταν χειμώνας και το
κρύο ανυπόφορο. Ο φτωχός Καλόγερος είχε ένα τριμμένο ψαθί. Έστρωνε το μισό στις παγωμένες
πλάκες του κελιού του για να πλαγιάσει και με το άλλο μισό προσπαθούσε να σκεπαστεί. Το
αποτέλεσμα ήταν να βασανίζεται ολόκληρες νύχτες άγρυπνος, τρέμοντας από το κρύο.
Μια φορά ο Γέροντας τον άκουσε να μονολογεί δίνοντας θάρρος στον εαυτό του:
-Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, για τ’ αγαθά που μου έχεις δώσει. Πόσοι συνάνθρωποί μου αυτή τη στιγμή
δε βρίσκονται στις φυλακές αλυσοδεμένοι ή με τα πόδια περασμένα στο τιμωρητικό ξύλο και δεν
μπορούν να κάνουν την παραμικρή κίνηση; Ενώ εγώ ξαπλώνω τα πόδια μου και ξεκουράζομαι σαν
βασιλιάς.
Ένας ερημίτης πείνασε κάποιο πρωινό.
-Δεν τρώνε το πρωί οι Μοναχοί, είπε στον εαυτό του. Ας περιμένω τουλάχιστον ως την τρίτη ώρα.
Σαν έφτασε η τρίτη ανέβαλε ως την έκτη. Όταν κι η έκτη πλησίαζε, έβρεξε τα παξιμάδια του κι είπε
στο λογισμό του:
-Κάνε λίγη υπομονή, δε θ’ αργήσει κι η ενάτη.
Όταν πια έφτασε η δύση του ηλίου, σηκώθηκε να προσευχηθεί για να καθίσει στο τραπέζι. Είδε
τότε την ενέργεια του σατανά, που από το πρωί του είχε φέρει πείνα, σαν βρωμερός καπνός, από το
στόμα του. Παρευθύς ελευθερώθηκα από την επιθυμία. Και φυσικά δεν έφαγε.
Δεν προοδεύουμε σήμερα στην αρετή, έλεγε ένας γέροντας
στους μαθητές του, ούτε θα κατορθώσουμε ποτέ να φτάσουμε
στα μέτρα των παλαιών Πατέρων, γιατί δεν έχουμε υπομονή να
τελειώσουμε το έργο που αρχίζουμε. Επιθυμούμε ν’
αποκτήσουμε χαρίσματα, αλλά χωρίς κόπο, γι’ αυτό εύκολα
ξεγλιστράμε στο κακό. Συχνά και χωρίς λόγο αλλάζουμε τόπο
διαμονής, σαν να θέλουμε τάχα να βρούμε μέρος που δεν
υπάρχει διάβολος. Άλλοτε πάλι έλεγε:
Εκείνος που για ένα διάστημα αγωνίζεται και κοπιάζει πέρα από
το μέτρο κι ύστερα πέφτει σε αμέλεια κι αρχίζει πάλι εντατικό αγώνα και γρήγορα ατονεί, ποτέ δεν
θα αποκτήσει υπομονή. Απ’ αυτόν μην περιμένεις ποτέ πρόοδο.
Ένας Μοναχός βρήκε πολλούς πειρασμούς στον τόπο που πρωτάρχισε ν’ αγωνίζεται. Κάποτε
έχασε την υπομονή του κι αποφάσισε να φύγει μακριά για να βρει την ησυχία του. Καθώς έσκυψε
να δέσει τα σανδάλια του για να ξεκινήσει, είδε αντίκρυ του κάποιον άλλο να δένει κι εκείνος τα
δικά του.
-Ποιος είσαι συ; τον ρώτησε.
-Εκείνος που σε βγάζει από δω. Και να ‘μαι πάλι έτοιμος να πορευθώ εκεί που σκοπεύεις να
καταφύγεις.
Ήταν ο διάβολος που επεχείρησε να τον διώξει, αλλά δεν το κατόρθωσε γιατί ο Αδελφός έμεινε,
ύστερα απ’ αυτό, στο κελί του κι αγωνίστηκε με υπομονή, έως ότου νίκησε τους πειρασμούς.
Ένας αρχάριος μοναχός, που είχε πέσει σε αμέλεια, πήγε στον Αββά Μάρκο τον Ασκητή να
εξομολογηθεί.
-Μου λέει ο λογισμός, Αββά, να σηκωθώ να φύγω από το κελί μου, γιατί και που κάθομαι σ’ αυτό
δεν κατορθώνω τίποτα.
-Απάντησέ του, τον συμβούλεψε ο διακριτικός Γέροντας, πως για χάρη του Χριστού, θα μείνω σ’
αυτό σ’ όλη μου τη ζωή και θα φυλάω τους τέσσερις τοίχους.
Ένας ασκητής που ζούσε στην έρημο με υπερβολική σκληραγωγία, έγινε κάποτε Επίσκοπος.
Επεχείρησε να συνεχίσει και στον κόσμο την ίδια άσκηση, μα στάθηκε αδύνατο να το κατορθώσει.
-Μήπως για το αξίωμα πήρες από μένα τη χάρη σου, Κύριε; Έλεγε με δάκρυα στην προσευχή του.
Τότε ο Θεός του αποκάλυψε πως τον καιρό που αγωνιζόταν μόνος στην έρημο, του έδινε
μεγαλύτερη ενίσχυση για να μη πέσει σε ακηδία. Στον κόσμο που είχε την παρηγοριά των
ανθρώπων τον άφηνε να παλεύει μόνος του.
Ανεξικακία (μέρος δεύτερο)
Με την κακία δεν μπορείς να διώξεις την κακία- λέει ο Όσιος Ποιμήν. Αν
λοιπόν σου κάνει κανένα κακό ο αδελφός σου, προσπάθησε συ να του το
ανταποδώσεις με καλό. Μόνο η καλοσύνη μπορεί να νικήσει την κακία.
Μας λέγει η παράδοση ότι ο Απόστολος Ιάκωβος, ο αδελφός του Ευαγγελιστού Ιωάννου, την ώρα
που ωδηγείτο στο μαρτύριο, συνήντησε στο δρόμο εκείνον που τον είχε καταδώσει. Τον σταμάτησε
και τον εφίλησε λέγοντάς του:
-Ειρήνευε, αδελφέ.
Βλέποντας εκείνος τόση ανεξικακία, εθαύμασε κι εφώναξε με ενθουσιασμό:
-Χριστιανός είμαι από σήμερα κι εγώ.
Ύστερα απ’ αυτή την ομολογία αποκεφαλίστηκε μαζί με τον Απόστολο.
Ο Αββάς Ζωσιμάς έδωσε κάποτε μερικά βιβλία σ’ ένα καλλιγράφο να του αντιγράψει. Όταν εκείνος
τα ετοίμασε, ειδοποίησε τον Όσιο να στείλει να τα πάρει. Κάποιος άλλος όμως, που ήξερε την
παραγγελία, πήγε δήθεν εκ μέρους του Αββά Ζωσιμά και παρέλαβε τα βιβλία. Ύστερα από λίγο
έστειλε κι ο Γέροντας το μαθητή του να τα πάρει. Κατάλαβε τότε ο καλλιγράφος πως εξαπατήθηκε
από τον άλλο και ταραγμένος απειλούσε:
-Δεν θα πέσει στα χέρια μου; Θα τον κανονίσω, όπως του αξίζει, τον αυθάδη.
Όταν το άκουσε ο Αββάς Ζωσιμάς παρήγγειλε στον καλλιγράφο:
-Αποκτούμε βιβλία, αδελφέ, για να μάς διδάξουν αγάπη κι ανεξικακία. Αν πρόκειται για χάρι τους
να μαλώνουμε, χίλιες φορές καλύτερα να μάς λείπουν. «Δούλον Κυρίου ου δει μάχεσθαι»(Β’ Τιμ.2.
24).
Ο Αββάς Γελάσιος είχε ένα πολύ ωραίο βιβλίο, που περιείχε καλλιγραφημένη την Παλαιά και την
Καινή Διαθήκη. Άξιζε του είχαν πει πάνω από δεκαπέντε νομίσματα. Το άφηνε όμως στην
Εκκλησία να το χρησιμοποιούν όλοι οι αδελφοί στη σκήτη. Κάποτε ένας περαστικός καλόγερος
έκλεψε το βιβλίο. Ο Αββάς Γελάσιος, αν και το κατάλαβε αμέσως, δε θέλησε να κυνηγήσει τον
κλέπτη. Εκείνος μόλις κατέβηκε στην πόλη βρήκε αγοραστή κι άρχισε να διαπραγματεύεται την
πώληση του βιβλίου. Γύρευε δεκαέξι νομίσματα. Ο αγοραστής έλεγε πως δεν άξιζε τόσο. Τέλος,
συμφώνησαν να του αφήσει ο καλόγερος το βιβλίο, να το δείξει σε κάποιο γνωστό του, ειδικό σ’
αυτά. Έτσι, το πήρε ο άνθρωπος και το πήγε στον Αββά Γελάσιο, που ήταν φίλος του.
-Ν’ αγοράσω αυτό το βιβλίο για δεκαέξι νομίσματα, Αββά; Αξίζει τόσο; τον
ρώτησε.
Ο Όσιος το γνώρισε αμέσως, αλλά δεν το φανέρωσε. Το πήρε στα χέρια του,
το ψηλάφησε, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά.
-Αξίζει, αγόρασέ το, είπε στο φίλο του.
Γυρίζοντας όμως εκείνος δεν είπε την αλήθεια.
-Έδειξα το βιβλίο σου στον Αββά Γελάσιο και μου είπε πως γυρεύεις πολλά.
Δεν αξίζει τόσο.
-Δε σου είπε άλλο τίποτε; ρώτησε εκείνος ταραγμένος, μόλις άκουσε για τον Αββά Γελάσιο.
-Όχι.
-Μετανόησα. Δεν θα το πουλήσω, είπε ύστερα από λίγο ο καλόγερος.
Μέσα του γινόταν μια πάλη. Από την μια μεριά εθαύμαζε την ανεξικακία του Οσίου κι από την
άλλη ελεγχόταν για την κακή πράξη του. πήρε λοιπόν το βιβλίο κι ανέβηκε στη σκήτη. Όταν βρήκε
τον Αββά Γελάσιο, έπεσε στα πόδια του και ζήτησε συγχώρηση, δίνοντας πίσω στο κλοπιμαίο.
Εκείνος πάλι, όχι μόνο τον συγχώρεσε μ’ όλη του την ψυχή, αλλ’ επέμενε να του χαρίσει το βιβλίο.
Που να το δεχθεί τώρα ο καλόγερος!
-Αν δεν το πάρεις πίσω Αββά, δεν θα βρει ανάπαυση η ψυχή μου.
-Αν είναι έτσι, πήγαινε στην Εκκλησία και άφησέ το εκεί απ’ όπου το πήρες, του είπε με καλωσύνη
ο Όσιος. Από τότε διορθώθηκε ο κακοσυνηθισμένος καλόγερος και ποτέ πια δεν έπεσε σε τόσο
βαρύ σφάλμα.
Την παρακάτω ιστορία την διηγείται στους μαθητές του ο Αββάς Ζωσιμάς.
Κοντά σ’ ένα Κοινόβιο είχε στήσει την καλύβη του ένας Γέροντας, που όλοι γύρω οι Αδελφοί τον
υπεραγαπούσαν. Εκεί κοντά έμενε και κάποιος άλλος Ερημίτης.
Κάποτε ο Γέροντας έλειψε για λίγες μέρες κι ο γείτονάς του, που βρήκε ευκαιρία, μπήκε στην
καλύβη του και του πήρε τα βιβλία και τ’ άλλα μικροπράγματα που είχε. Όταν γύρισε εκείνος και
βρήκε την καλύβη του ανοιχτή και άδεια, πήγε να πει στο γείτονά του τι του συνέβαινε.
Προβάλλοντας στην πόρτα του είδε τα πράγματά του στη μέση του κελλιού του γείτονα. Δεν είχε
προφθάσει ακόμη να τα συμμαζέψει. Ο αγαθός Γέροντας μη θέλοντας να ντροπιάσει τον κλέπτη
απομακρύνθηκε με κάποια πρόφαση για να του δώσει καιρό να τα κρύψει. Σαν γύρισε άρχισε να
κουβεντιάζει μαζί του για τα πράγματα εντελώς άσχετα με την κλοπή.
Μα οι γνωστοί του, που έμαθαν το πάθημά του, φρόντισαν και βρήκαν τον κλέπτη και τον έβαλαν
στη φυλακή, χωρίς εκείνος να πάρει είδηση. Όταν έμαθε ο Ερημίτης πως ο γείτονάς του βρισκόταν
στη φυλακή για άγνωστη σ’ αυτόν αιτία, πήγε στον Ηγούμενο του Κοινοβίου και τον παρεκάλεσε
να του δώσει δυο ψωμιά και λίγα αυγά. Εκείνος του τα έδωσε πρόθυμα νομίζοντας πως είχε να
φιλοξενήσει ξένους.
Ο καλός Γέροντας έβαλε τα τρόφιμα σ’ ένα καλάθι, κατέβηκε στην πόλη και πήγε να δει το γείτονά
του στη φυλακή. Βλέποντας τον εκείνος έπεσε στα πόδια του μετανοημένος και του έλεγε με
δάκρυα.
-Συγχώρεσέ με, Πάτερ, για σένα βρίσκομαι, όπως μου αξίζει, εδώ σήμερα. Εγώ έκλεψα τα
πράγματά σου. Να κι ένα από τα βιβλία σου. Συγχώρεσέ με.
Ο καημένος ο Γέροντας τα έχασε. Όταν συνήλθε από την πρώτη έκπληξη, του είπε με καλωσύνη.
-Ο Θεός ας σε πληροφορήσει, Αδελφέ μου, πως δεν ήρθα γι’ αυτό εδώ σήμερα. ούτε καν είχα
υποτευθεί πως εξ αιτίας μου σ’ έβαλαν στη φυλακή. Τώρα όμως που μου το λέγεις, θα κάνω ό,τι
μπορώ για να σε βγάλω. Εν τω μεταξύ όμως φάε λίγο από τα τρόφιμα που σου έφερα σε τούτο το
καλάθι.
Του έδωσε τ’ αυγά και το ψωμί και έφυγε αμέσως για να φροντίσει να βγάλει τον αδελφό του από
την φυλακή και με την βοήθεια του Θεού το πέτυχε.
Κάποιος πιστός την εποχή των διωγμών της Εκκλησίας προδόθηκε από μια δούλη του. αφού
βασανίστηκε σκληρά, οδηγήθηκε έξω από την πόλη για ν’ αποκεφαλιστεί. Στο δρόμο έτυχε να
συναντήσει την κακή εκείνη δούλη. Μόλις την είδε έβγαλε το χρυσό του δακτυλίδι της το έδωσε
και σφίγγοντας μ’ ευγνωμοσύνη το χέρι της τής είπε:
-Σ’ ευχαριστώ από την ψυχή μου που έγινες αίτία ν’ απολαύσω τέτοια τιμή, να γίνω Μάρτυς του
Χριστού μου.
Θεία Ευχαριστία
Για κάποιον Άγιο Επίσκοπο, λέγουν οι Πατέρες, πως όταν έβγαινε να κοινωνήσει τον
λαό, έβλεπε να πηγαίνουν οι χριστιανοί, άλλοι με κατάμαυρο πρόσωπο, άλλοι μ’
εξογκωμένα κι ερεθισμένα μάτια, που μόλις έπαιρναν τα Άχραντα Μυστήρια,
εκαίγοντο.Άλλοι πάλι πήγαιναν με ολόλευκα φορέματα και φωτισμένη όψη. Το Άγιο
Σώμα του Κυρίου, που έπαιρναν με πολλή προσοχή κι ευλάβεια, τους λάμπρυνε
περισσότερο.
Ο Επίσκοπος παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει το μυστήριο που έβλεπε μπροστά του.
Άγγελος Κυρίου του εξήγησε πως όσοι πήγαιναν να κοινωνήσουν με λαμπρό πρόσωπο και λευκή
στολή, ζούσαν μ’ αγνότητα και σωφροσύνη, ήταν δίκαιοι, συμπαθείς στους άλλους και
φιλεύσπλαχνοι. Πλησίαζαν τα Άγια Μυστήρια με καθαρή συνείδηση και η Θεία Χάρις τους
επεσκίαζε. Εκείνοι που φαίνονταν κατάμαυροι, ήταν βυθισμένοι στη λάσπη των σαρκικών
επιθυμιών. Όσοι είχαν ερεθισμένα και εξογκωμένα μάτια, ήταν πονηροί και άδικοι, φθονεροί και
άπληστοι. Αυτοί, όχι μόνο δεν ωφελούντο από τη θεία Κοινωνία, μα καταδικάζονταν, γιατί
τολμούσαν να πλησιάσουν με βαρυμένη συνείδηση, χωρίς μετάνοια και προετοιμασία.
Από τότε ο καλός Ποιμενάρχης κήρυξε μετάνοια και διόρθωση ζωής στο ποίμνιο που του
εμπιστεύτηκε ο Κύριος κι εμπόδιζε τους ανάξιους από τη θεία Κοινωνία.
Ο Ισαάκ, ο μαθητής του Αββά Απολλώ, ανάμεσα στις άλλες αρετές του, είχε και ξεχωριστή
ευλάβεια για τα Άχραντα Μυστήρια. Όταν επρόκειτο να κοινωνήσει, ετοιμαζόταν πολλές ημέρες
πριν με προσευχή ιδιαίτερη και πνευματική μελέτη. Όσο διαρκούσε η θεία Λειτουργία, δεν άφηνε
κανένα, οποιαδήποτε ανάγκη κι αν παρουσιαζόταν, να του μιλήσει μέσα στην εκκλησία. Ύστερα
από την απόλυση έτρεχε στο κελλί του, σαν να τον κυνηγούσαν.
Είχε γίνει συνήθεια στη σκήτη να δίνουν στους Αδελφούς, μετά τη Λειτουργία, ένα κομμάτι από
την προσφορά κι ένα ποτήρι κρασί. Ο Ισαάκ ποτέ δε στάθηκε να πάρει, για να μη χρονοτριβήσει
έξω από το κελλί του και σκορπιστεί ο νου του.
-Γιατί μας αποφεύγεις, Αββά, όταν έρχεσαι στην εκκλησία; τον ρώτησαν κάποτε οι νεώτεροι.
-Ο Θεός να σας πληροφορήσει, Αδελφοί μου, αποκρίθηκε εκείνος, πως δεν αποφεύγω εσάς, αλλά
την πονηρία του διαβόλου. Όταν κρατάς αναμμένη λαμπάδα και σταθείς πολλή ώρα στον αέρα,
δίχως άλλο θα σου σβήσει. Το ίδιο παθαίνει κι ο νους. Φωτίζεται από τη Χάρι των Μυστηρίων στην
εκκλησία, μα σαν αργοπορήσουμε έξω από το κελλί μας, φυσά σ’ αυτόν ο άνεμος της
πολυπραγμοσύνης και σβήνει ο ταλαίπωρος.
Την παρακάτω ιστορία διηγήθηκε ο Όσιος Αρσένιος στους μαθητές του. Εκείνοι
την έγραψαν μαζί με άλλες που τους είχε πει. Έτσι έφτασε ως εμάς.
Κάποιος Αναχωρητής, από αμάθεια πιο πολύ, δεν ήθελε να παραδεχτεί πως ο
Άγιος Άρτος, που μεταλαμβάνουμε, είναι αυτό το Σώμα του Κυρίου. Οι Γέροντες
που το έμαθαν, τον φώναξαν κι επιχείρησαν να του εξηγήσουν την ορθή άποψη
της Εκκλησίας για τα Άχραντα Μυστήρια, ώστε να τον βγάλουν από την πλάνη
του. Εκείνος όμως δεν ήθελε με κανένα τρόπο να πειστεί. Οι Πατέρες τον άφησαν,
αλλά έκαναν προσευχή να τον φωτίσει ο Θεός να καταλάβει την αλήθεια για να
μη χάσει τους κόπους του.
Μια Κυριακή ο Αναχωρητής παρακολούθησε τη Θεία Λειτουργία μαζί με δυο από τους Γέροντες
από το Άγιο Βήμα του ναού της σκήτης. Τη στιγμή που ο Ιερέας πήρε στα χέρια του το πρόσφορο,
για να προσκομίσει, είδαν κατάπληκτοι ένα Βρέφος ξαπλωμένο πάνω στην Αγία Τράπεζα. Κι όταν
άρχισε να διαμελίζει τον Άρτο, φάνηκε Άγιος Άγγελος πάνω από το Θυσιαστήριο, κρατώντας
μάχαιρα στα χέρια του. Διαμέλιζε κι αυτός, συγχρόνως με τον Ιερέα, το Θείο Βρέφος κι έχυνε το
Αίμα Του στο Άγιο Ποτήριο.
Ο πλανεμένος Αναχωρητής ταράχτηκε από το φοβερό εκείνο θέαμα. Η ταραχή του όμως
μεταβλήθηκε σε τρόμο, που τον συγκλόνισε ολόκληρο, όταν ύστερα από λίγο, που πήγε να
κοινωνήσει, είδε στον Άγιο Ποτήριο ανθρώπινη σάρκα βαμμένη στο αίμα. Κλαίγοντας τότε
ομολόγησε την πλάνη του και παρακάλεσε τον Κύριο να σκεπάσει με τη Χάρη Του τα Θεία
Μυστήρια για να τολμήσει να κοινωνήσει. Έτσι είδε πάλι Άρτο και Οίνο μέσα στο Άγιο Ποτήριο.
Απόσπασμα επιστολής του Μεγάλου Βασιλείου σε κάποια ευγενή Πατρικία: «Καλό και ωφέλιμο
είναι να κοινωνείς κάθε ημέρα και να μεταλαμβάνεις το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού, διότι
αυτός ο ίδιος μάς λέει, «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον». Ποιος
λοιπόν αμφιβάλλει, ότι συμμετέχων διαρκώς της ζωής, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά το ότι ζει
πολυμερώς; Εμείς εδώ συνηθίζουμε να κοινωνούμε τέσσερις φορές την εβδομάδα, δηλαδή κάθε
Κυριακή, Τετάρτη, Παρασκευή και Σάββατο και όποια άλλη ημέρα τύχει μνήμη Αγίου».
Πνευματική Καρποφορία
Όταν αποφεύγει ο άνθρωπος τις πολλές κουβέντες, τις διαμάχες, την ταραχή και την
σύγχυση, έλεγε ο Αββάς Ποιμήν, το Άγιο Πνεύμα επισκιάζει την ψυχή του και τότε,
όσο στείρα κι αν είναι, θα βλαστήσει καρπούς πνευματικούς.
Του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού:
Ο Θεός, καθώς λέγει η Γραφή, είναι ήλιος δικαιοσύνης, που με τις ακτίνες της καλωσύνης Του
ομορφαίνει το σύμπαν. Η ψυχή πάλι, ανάλογα με την προαίρεσή της, γίνεται ή κερί, σαν φιλόθεη, ή
πηλός, σαν φιλόυλη». Όπως λοιπόν ο πηλός, όταν εκτεθεί στον ήλιο, ξεραίνεται και το κερί
μαλακώνει, το ίδιο κι η ψυχή. Εκείνη που είναι δοσμένη στα εγκόσμια και υλικά, όταν έλθει σ’
επαφή με τον Θεό, σκληραίνεται, σαν το Φαραώ, και χάνει κάθε ελπίδα σωτηρίας. Η φιλόθεη ψυχή
όμως, όταν εκτεθεί στις φλογερές ακτίνες της θείας αγάπης, απαλύνεται, αποτυπώνει τους
χαρακτήρες των Αγίων και γίνεται κατοικία Θεού. Έτσι, στη φυσική «κατ’ εικόνα» ομορφιά
προσθέτει και την «καθ’ ομοίωσιν».
Ένας αρχάριος μοναχός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη, πως επιθυμούσε μεν να διατηρεί
καθαρή την καρδιά του, αλλά δεν το κατόρθωνε πάντοτε.
-Όσο αφήνουμε, παιδί μου, ανοιχτή την πόρτα με την γλώσσα μας, δεν καταλαβαίνεις πως είναι
αδύνατο να κρατήσουμε καθαρή την καρδιά μας; Του είπε ο σοφός Αββάς.
Ένας ευλαβής χριστιανός άφησε τον κόσμο, πήρε το μικρό του
γιο κι επήγε στην έρημο. Πέρασαν χρόνια. Ο πατέρας, που είχε
προοδεύσει πολύ στην αρετή, έφερε με την προσευχή του στα
λογικά του κάποιο δαιμονισμένο. Τότε ο γιος πήγε σ’ ένα μεγάλο
Γέροντα και του παραπονέθηκε:
Ο πατέρας μου, Αββά, πρόκοψε πιο πολύ από μένα και διώχνει
δαιμόνια.
-Δεν είναι μόνο αυτό σημάδι προκοπής, αποκρίθηκε ο Γέροντας. Δεν είναι του ανθρώπου, αλλά του
Θεού η δύναμη που κάνει θαύματα, καθώς κι η πίστη του αρρώστου ή των συγγενών του. Πολλοί
που δεν κατάλαβαν αυτό, έπεσαν σε υπερηφάνεια και ζημιώθηκε η ψυχή τους. Η πιο μεγάλη
προκοπή για τον άνθρωπο είναι η ταπεινοσύνη της καρδιάς. Όποιος αξιωθεί να την αποκτήσει, δεν
έχει φόβο να παρασυρθεί ποτέ από το κακό και την αμαρτία.
Σαν πλησίαζε η ενάτη ώρα, θύμιζε πάντοτε στον Όσιο Σισωή ο μαθητής του να σηκωθεί να φάγει
το λίγο ψωμάκι του.
-Δε φάγαμε τέκνον; Ρωτούσε ο Γέροντας.
-Όχι ακόμη, Αββά.
-Ε, τότε ας φάμε.
Δεν αισθανόταν την ανάγκη της υλικής τροφής, γιατί τρεφόταν με πνευματική η καθαρή ψυχή του.
Διηγούνται οι συνασκητές του για τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό, πως ο νους του πολύ συχνά
σταματούσε σε πνευματική θεωρία και την ώρα ακόμη που ήταν απασχολημένος με το εργόχειρό
του. Μια μέρα έπλεξε ψαθί για δυο ζεμπύλια και το έραψε σε ένα. Το κατάλαβε πια, όταν πήγε να
το κρεμάσει στη θέση του.
Άλλοτε πάλι πέρασε από το κελλί του ένας Αδελφός να πάρει στην αγορά τα ζεμπύλια του
Γέροντος. Εκείνος πήγε μέσα να τα φέρει, αλλά, απορροφημένος στις σκέψεις του καθώς ήταν,
λησμόνησε και κάθισε στο πλέξιμό του. Βλέποντας πως αργούσε, ο Αδελφός χτύπησε πάλι την
πόρτα. Σαν βγήκε ο Γέροντας, του θύμισε τα ζεμπύλια. Μπήκε εκείνος να τα φέρει, μα πάλι τα
ξέχασε. Για τρίτη φορά λοιπόν αναγκάστηκε να χτυπήσει ο Αδελφός.
-Τι ζητάς, παιδί μου; Ρώτησε προβάλλοντας πάλι στην πόρτα ο Όσιος.
-Τα ζεμπύλια, Αββά.
Ο Γέροντας τότε τον πήρε από το χέρι και τον έφερε μέσα στο κελλί.
-Αν ήλθες για ζεμπύλια, του είπε, να εδώ είναι. Πάρε όσα σου χρειάζονται, γιατί εγώ δεν ευκαιρώ.
Πίστη
Ο πιστός χριστιανός, έλεγε κάποιος Πατήρ, βαδίζει το δρόμο του Θεού,
βιάζοντας διαρκώς τον εαυτό του ν’ αποφεύγει το κακό και να πράττει το
αγαθό. Αυτός κατέχει θέση ομολογητού.
Τον καιρό που ο Αββάς Λώτ ήταν νέος κι αρχάριος στην ασκητική ζωή, ο Αββάς Ιωσήφ, ο
Γέροντάς του, τού έδινε συχνά αυτή τη συμβουλή: -Δε θα γίνεις ποτέ καλός Μοναχός, του έλεγε, αν
δεν διατηρήσεις άσβεστη στην καρδιά σου τη φλόγα της πίστεως. Αυτή θα σε φωτίζει να
περιφρονείς τιμές και αναπαύσεις. Να κόβεις τα θελήματά σου και να φυλάττεις όλες γενικώς τις
θείες εντολές.
Οι αδελφοί κάποιας σκήτης περικύκλωσαν έναν από τους εκεί Πατέρες, για ν’ ακούσουν λόγο
πνευματικό από το στόμα του. -Γιατί η ψυχή δεν προσελκύεται από τις υποσχέσεις του Θεού, αλλ’
ευκολότερα παρασύρεται από τις απατηλές του κόσμου; ρώτησε κάποιος. -Γιατί δεν έχει πίστη,
αποκρίθηκε ο Γέροντας. Όταν δια της πίστεως γευθεί η ψυχή τα ουράνια αγαθά, είναι αδύνατον πια
να παρασυρθεί από τη ματαιότητα του κόσμου.
Έστειλε μια φορά τον υποτακτικό του ο Αββάς Δωρόθεος ο Θηβαίος, να φέρει νερό από το πηγάδι.
Καθώς έσκυψε εκείνος να τραβήξει, είδε μέσα μια μεγάλη ασπίδα (δηλητηριώδες ερπετό). Άφησε
συγχυσμένος τον κουβά κι έτρεξε στο Γέροντά του. -Αββά, χαθήκαμε. Το νερό μας
δηλητηριάστηκε. Βρήκα ασπίδα στο πηγάδι. -Κι αν ο διάβολος αποφασίσει να ρίξει ασπίδες σ’ όλα
τα πηγάδια, εσύ θα πεθάνεις από τη δίψα; Ρώτησε ο Γέροντας κουνώντας το κεφάλι του για τη
δειλία του υποτακτικού του. Ύστερα πήγε στο πηγάδι, πήρε τον κάδο κι έβγαλε μόνος του νερό.
Έκανε το σημείο του σταυρού και ήπιε πρώτος, κατόπιν έδωσε στον υποτακτικό του. -Όπου
υπάρχει σταυρός, είπε, δε μπορεί να σταθεί η κακία του εχθρού.
Ο δειλός άνθρωπος, διδάσκει ο σοφός Ισαάκ ο
Σύρος, πάσχει κυρίως από δύο ψυχικές ασθένειες.
Από ολιγοπιστία κι από φιλοσωματία. Όποιος
αγωνίζεται να νικήσει αυτά τα δύο μεγάλα κακά
είναι φανερό πως πιστεύει ολόψυχα στον Θεό κι
είναι έτοιμος να δεχθεί όλα τα δυσάρεστα που
τυχόν Εκείνος θα παραχωρήσει. Η υπερβολική
τόλμη πάλι και καταφρόνηση των κινδύνων
γεννώνται ή από μεγάλη πίστη στο Θεό ή από τη σκληροκαρδία του ανθρώπου. Και τη
σκληροκαρδία ακολουθεί απαραιτήτως η υπερηφάνεια, την πίστη όμως η αληθινή ταπεινοσύνη.
Ένας αρχάριος μοναχός που πήγε να εξομολογηθεί σε κάποιον Γέροντα, ανάμεσα στ’ άλλα του
έκανε κι αυτή την ερώτηση: -Γιατί, Αββά μου, πέφτω τόσο συχνά σε αμέλεια; -Σου λείπει η πίστη
που θα σε έκανε να βλέπεις παντού τον Θεό, γι’ αυτό μπορείς να μεριμνάς και ν’ αμελείς τη
σωτηρία σου, εξήγησε πολύ σοφά ο διακριτικός Γέροντας.
Ο Όσιος Βενιαμίν, Ησυχαστής στο όρος της Νιτρίας, είχε μεγάλη αφοσίωση και πίστη στο Θεό.
Ογδόντα χρόνια έζησε στην έρημο με προσευχή και άσκηση και αξιώθηκε να λάβει χαρίσματα
πνευματικά. Να διώχνει πονηρά πνεύματα και να θεραπεύει όλες τις αρρώστιες. Λίγους μήνες,
προτού φύγει από τον κόσμο αυτός ο Όσιος, έπαθε υδρωπικία. Τόσο πολύ διωγκώθηκε το σώμα
του, που ήταν θέαμα φρικτό. Οι Αδελφοί που τον επισκέπτοντο γύριζαν αλλού το πρόσωπο, γιατί
τους έπιανε λιποψυχία να τον βλέπουν. Αντί λοιπόν να τον ανακουφίζουν και να τον παρηγορούν,
τον άκουγαν να τους στηρίζει μ’ αυτά τα λόγια: -Προσεύχεσθε, Αδελφοί μου, να μην υδρωπιάσει ο
μέσα άνθρωπος. Το σώμα τούτο ούτε όταν έθαλλε επρόσφερε καμμία ωφέλεια στην ψυχή, ούτε
τώρα που πάσχει έχει τη δύναμη να τη βλάψει. Και το σπουδαιότερο, ενώ ο ίδιος υπέφερε από
αφόρητους πόνους, εξακολουθούσε μέχρι την τελευταία του πνοή να θεραπεύει τους αρρώστους
που του πήγαιναν στο κελλί του.
Ανεξικακία
Κάποιος σοφός πατήρ λέει: «Εκείνος που αδικείται και συγχωρεί, ομοιάζει με τον
Ιησού. Εκείνος που δεν αδικεί μεν, αλλ’ ούτε να αδικείται του αρέσει, είναι στη θέση
του Αδάμ. Ο άδικος όμως, ο κακεντρεχής κι ο συκοφάντης δεν διαφέρει από τον
διάβολο».
Ο Αββάς Ισίδωρος ο Πρεσβύτερος μιας σκήτης στην Αίγυπτο είχε τόση ανεξικακία, ώστε έπαιρνε
κοντά του κι διόρθωνε όλους τους κακούς υποτακτικούς. Όταν λόγου χάρι συνέβαινε να έχει
κανένας από τους Γέροντες υποτακτικό αντίλογο ή ανυπότακτο και ήθελε να τον διώξει, ο Αββάς
Ισίδωρος προλάβαινε και του έλεγε:
-Φέρε τον σε μένα, αδελφέ.
Τον κρατούσε στο κελί, και με την καλωσύνη και την υπομονή του τον διόρθωνε και τον έστελνε
σωφρονισμένο στο Γέροντά του.
Στην Εκκλησία πάλι το πιο προσφιλές του κήρυγμα ήταν το «εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα
παραπτώματα αυτών…»(Ματθ.6, 14).
-Αδελφοί, συγχωρήσατε, συγχωρήσατε τους αδελφούς σας, για να συγχωρηθούν αι αμαρτίαι σας,
φώναζε από τον άμβωνα με όλη τη δύναμη της ψυχής του ο άγιος Γέροντας.
Κάποιος χριστιανός πήγε να συμβουλευθεί τον Αββά Σιλουανό.
-Έχω ένα θανάσιμο εχθρό, Πάτερ, του εξομολογηθεί. Τα κακά που μου έχει
προξενήσει αυτός ο άνθρωπος είναι αναρίθμητα. Προ καιρού κέρδισε με
απάτη ένα μεγάλο κομμάτι από το χωράφι μου. Με συκοφαντεί, όπου βρεθεί,
κακολογεί κι εμένα και την οικογένειά μου. Μου έχει κάνει το βίο αβίωτο.
Τώρα τελευταία μάλιστα επιβουλεύεται και την ζωή μου. Πριν λίγες ημέρες
έμαθα πως αποπειράθηκε να με δηλητηριάσει. Δεν παίρνει άλλο λοιπόν. Είμαι
αποφασισμένος να τον παραδώσω στη δικαιοσύνη.
-Κάνε όπως θέλεις, του είπε με αδιαφορία ο Αββάς Σιλουανός.
-Δε νομίζεις, Πάτερ, πως όταν τιμωρηθεί και μάλιστα αυστηρά, όπως του πρέπει, θα σωθεί η ψυχή
του; ρώτησε ο άνθρωπος, που τώρα άρχισε να ενδιαφέρεται και για την ψυχική ωφέλεια του εχθρού
του.
-Κάνε ό,τι σε αναπαύει, εξακολουθούσε να λέγει με το ίδιο ύφος ο Όσιος.
-Πηγαίνω, λοιπόν, στον δικαστή κατ’ ευθείαν, είπε ο χριστιανός και σηκώθηκε να φύγει.
-Μη βιάζεσαι τόσο, του είπε με ηρεμία ο Όσιος. Ας προσευχηθούμε πρώτα να κατευοδώσει ο Θεός
την πράξη σου.
Άρχισε το «Πάτερ ημών».
«Και μη αφίης ημίν τα οφειλήματα ημών, ως ουδέ ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», ακούστηκε
να λέγει μεγαλοφώνως ο Όσιος, σαν έφτασε σ’ αυτόν τον στίχο.
-Λάθος, Αββά, δε λέγει έτσι η Κυριακή Προσευχή, έσπευσε να διορθώσει ο χριστιανός.
-Έτσι όμως είναι, αποκρίθηκε μ’ όλη του την απάθεια ο Γέροντας. Αφού αποφάσισες να
παραδώσεις τον αδελφό του στο δικαστή, ο Σιλουανός δεν κάνει άλλη προσευχή για σένα.
Ένας αγαθώτατος ερημίτης γειτόνευε με κάποιον τεμπέλη Μοναχό, που βαρειόταν να δουλέψει
και για να ζήσει πήγαινε κρυφά στην καλύβη του γείτονά του και του έκλεβε τα πράγματα. Ο
Ερημίτης το είχε καταλάβει, αλλά δεν έκανε ποτέ του λόγο γι’ αυτό στον ένοχο.
-Για να κάνει τέτοια πράξη, θα έχει πολλή ανάγκη ο Αδελφός, έλεγε συχνά στον εαυτό του ο
αγαθός Γέροντας.
Δούλευε όμως σκληρά, για να καταφέρει να ζήσει και μ’ όλο τούτο, υστερείτο, γιατί ο κλέπτης
παίρνοντας για κουταμάρα τη σιωπή του είχε εντελώς αποθρασυνθεί και δεν του άφηνε σχεδόν
ούτε ψωμί να φάγει.
Έφθασε η ώρα να κοιμηθεί ο Ερημίτης κι οι Αδελφοί της σκήτης μαζεύτηκαν γύρω του να πάρουν
την ευχή του. Ανάμεσά τους ο ετοιμοθάνατος είδε εκείνον που τόσα χρόνια τον είχε κάνει να
υποφέρει με τις κλεψιές του. Του έγνεψε να πάει κοντά του, και , όταν εκείνος πλησίασε, πήρε τα
χέρια του μέσα στα δικά του κι άρχισε να τα φιλεί.
-Ευχαριστώ τα χέρια αυτά, έλεγε, που έγιναν αφορμή να βρω σήμερα τον Παράδεισο.
Αν μάθεις πως κάποιος σε μισεί και σε κακολογεί – λέγει ένας από τους Πατέρες- μη του κρατάς
κακία. Αν μπορείς μάλιστα στείλε του ένα δώρο. Έτσι θα έχεις το θάρρος να πεις στον Χριστό την
ώρα της Κρίσης
-Άφες μου, Δέσποτα, τα οφειλήματά μου, καθώς και εγώ αφήκα τα οφειλήματα του πλησίον μου.
Μερικοί ευλαβείς νέοι ανέβηκαν στη σκήτη να επισκεφθούν ένα πνευματικό Γέροντα. Έξω από
την καλύβη του βρήκαν κάτι τσομπανόπουλα, που έβοσκαν τα κοπάδια τους. Έκαναν όμως τόση
φασαρία με τα παιχνίδια και τις φωνές τους, που απόρησαν οι επισκέπτες.
-Πώς ανέχεσαι αυτά τα παλιόπαιδα, Πάτερ, και δεν τα διώχνεις; Ρώτησαν τον Γέροντα.
-Είναι καιρός τώρα, τέκνα μου, απεκρίθη ο αγαθός Γέρων, που έχω αποφασίσει να τα μαλώσω και
να τα διώξω. Κάθε φορά όμως αναβάλλω, λέγοντας στον εαυτό μου αν τόσο μικρή ενόχληση δεν
ανέχεσαι, πως θα σηκώσεις ένα πιο μεγάλο πειρασμό; Έτσι συνηθίζω να δέχομαι ευχαρίστως τις
μικροδοκιμασίες, που μου στέλνει ο Κύριός μου.
Κάποιος ερημίτης είχε ένα νεαρό μαθητή δύστροπο κι ανυπότακτο. Με κανένα τρόπο δεν
εννοούσε ν’ ακούσει τις συμβουλές του Γέροντος του και να διορθωθεί. Ο Όσιος μακροθυμούσε,
ελπίζοντας πως με τον καιρό θα φρονίμευε.
Μια μέρα ο υποτακτικός κλείδωσε το κελλαρικό που φύλαγαν τα λίγα τρόφιμά τους και κατέβηκε
στην πόλη, χωρίς να πει σε κανένα τίποτα κι έμεινε δύο εβδομάδες. Στο διάστημα αυτό ο Γέροντας
του έμεινε νηστικός, αφού δεν έβρισκε τι να φάει. Κάποτε, τέλος πάντων, τον πήρε είδηση ένας
γείτονάς του και του πήγε λίγες μαγειρεμένες φακές.
-Σαν ν’ άργησε πολύ ο υποτακτικός σου, είπε ο γείτονας.
Και ο αγαθώτατος Γέροντας, μ’ όλη του την ανεξικακία
-Ε, όταν ευκαιρήσει ο αδελφός, θα έλθει πάλι, αποκρίθηκε.
Ένας από τους Γέροντες δίνει την ακόλουθη αξιοπρόσεκτη συμβουλή:
Αν μεταξύ σού και κάποιου άλλου ειπωθούν λόγια δυσάρεστα κι εκείνος, ύστερα από λίγο, αρνηθεί
αυτά που είπε, συ μη επιμένεις να του λέγεις, ναι τα είπες, γιατί σίγουρα θα παρεκτραπεί πάλι και
θα σου απαντήσει:
-Ναι, τα είπα. Και με τούτο τι;
Και έτσι θα μεγαλώσει η φιλονικία. Λησμόνησε λοιπόν τα πικρά λόγια για να έλθει μεταξύ σας
ομόνοια και ειρήνη.
Για την Αγάπη (μέρος δεύτερο)
Αν φιλονικήσουν δύο αδελφοί, λέει ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, εκείνος που θα
ζητήσει συγγνώμη πρώτος, θα κερδίσει τον στέφανο της νίκης. Θα γίνει
συγκατάβασις και για τον άλλον, αν δεν περιφρονήσει τον αδελφό του, αλλά
προθυμοποιηθεί να ειρηνεύσουν μεταξύ τους.
Ένας ερημίτης έστειλε μια μέρα στην πόλη τον υποτακτικό του ν’ ανεβάσει στη σκήτη μια καμήλα
για να μεταφέρουν τα καλάθια τους στην αγορά.
Επιστρέφοντας, τον συνάντησε κάποιος άλλος Ερημίτης, γείτονάς τους, και του είπε:
-Τι κρίμα να μη πάρω είδηση πως κατεβαίνεις την πόλη! Θα σου ζητούσα να έφερνες μια καμήλα
και για μένα, να πάω τα πανέρια μου στην αγορά.
Ο υποτακτικός το είπε στον Γέροντά του. Εκείνος τον πρόσταξε να δώσει παρευθείς την καμήλα
στον γείτονα και να του πει πως το δικό τους φορτίο είναι τακτοποιημένο.
-Πήγαινε μαζί του στην πόλη κι όταν τελειώσει εκείνος, φέρε πίσω το ζώο να φορτώσουμε κι εμείς.
Ο υποτακτικός έκανε πρόθυμα την προσταγή του Γέροντος. Όταν τέλειωσε ο γείτονας τη δουλειά
του πήρε πάλι την καμήλα.
-Πού πηγαίνεις, Αδελφέ; Τον ρώτησε εκείνος.
-Πίσω στη σκήτη να μεταφέρω τα καλάθια μας. Την ευχή σου, Αββά, είπε ο νέος κι έφυγε τρεχάτος
να προλάβει.
Λυπήθηκε πολύ ο γείτονας σαν άκουσε πως είχαν αφήσει στη μέση τη δουλειά τους, για να τον
εξυπηρετήσουν και, όταν επέστρεψε στην έρημο, έβαλε μετάνοια στον Γέροντα λέγοντας:
-Συγχώρεσέ με, Αδελφέ, αλλ’ η πολλή σας αγάπη κέρδισε τον καρπό του κόπου μου.
Πολλά ανέκδοτα διηγούνται οι Πατέρες για τον Αββά Αγάθωνα
και την πολλή αγάπη που έκρυβε στην καρδιά του για τον
συνάνθρωπό του.
Κάποτε κατέβηκε στην πόλη να πουλήσει τα πανέρια του και
σκόνταψε πάνω σ’ ένα δυστυχισμένο άνθρωπο, παραπεταμένο
στο δρόμο, ξένο και άρρωστο, που ως τη στιγμή εκείνη κανένας
διαβάτης δεν είχε σκεφτεί να τον βοηθήσει.
Ο Όσιος τον σήκωσε, τον περιποιήθηκε και με τα χρήματα που
πήρε από τα πανέρια του νοίκιασε δωμάτιο και τον έβαλε μέσα. Λέγουν μάλιστα πως έμεινε αρκετό
καιρό κοντά του και τον φρόντιζε, ενώ συγχρόνως εργαζόταν για να βγάλει τα έξοδά του. Όταν πια
ο ξένος έγινε εντελώς καλά και ήταν σε θέση να γυρίσει στην πατρίδα του, επέστρεψε και ο Αββάς
Αγάθων στην αγαπημένη του ησυχία.
Άλλη φορά πάλι, που πήγαινε στην πόλη να δώσει το εργοχειρό του και να προμηθευτεί το λίγο
ψωμάκι του, βρήκε κοντά στην αγορά ένα πτωχό γέρο ανάπηρο. -Για την αγάπη του Θεού, Αββά,
άρχισε τα παρακάλια ο γέρος μόλις είδε τον Όσιο, μη με αφήσεις κι εσύ αβοήθητο τον δυστυχή,
πάρε με κοντά σου.
Ο Αββάς Αγάθων τον έβαλε να καθίσει δίπλα του εκεί που αράδιασε τα καλάθια του για να τα
πουλήσει.
-Πόσα λεπτά πήρες, Αββά; τον ρωτούσε ο γέρος κάθε φορά που έδινε ένα καλάθι.
-Τόσα, του έλεγε ο Όσιος.
-Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα, Αββά; Έτσι για να δεις καλό, που έχω από
χθες βράδυ να φάω.
-Μετά χαράς, έλεγε ο Όσιος και έκανε αμέσως την επιθυμία του.
Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα ένα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε ξόδευε τα
χρήματα, χάρι του προστατευομένου του, έως ότου έδωσε όλα τα καλάθια και όλα τα χρήματα ο
Όσιος χωρίς να του μείνει για τον εαυτό του ούτε δίλεπτο. Και το σπουδαιότερο πως το έκανε με
μεγάλη προθυμία, ενώ ήξερε πως είχε περάσει τώρα τουλάχιστον μια εβδομάδα χωρίς ψωμί.
Αφού έδωσε και το τελευταίο του καλάθι ετοιμάστηκε να φύγει από την αγορά.
-Φεύγεις λοιπόν; τον ρώτησε ο ανάπηρος.
-Ναι τέλειωσα πια τη δουλειά μου.
-Ε τώρα θα κάνεις αγάπη για την έρημο, είπε πάλι παρακαλεστικά ο παράξενος γέρος.
Ο αγαθότατος Αγάθων τον φορτώθηκε στην πλάτη και με πολλή δυσκολία τον μετέφερε εκεί που
του ζητούσε γιατί ήταν κατάκοπος από την εργασία της ημέρας.
Σαν έφτασαν στο σταυροδρόμι κι ετοιμάστηκε να αποθέσει κάτω το ζωντανό φορτίο του, άκουσε
γλυκιά φωνή να του λέγει:
-Ευλογημένος να είσαι, Αγάθων, από τον Θεό και στη γη και στον Ουρανό.
Σήκωσε τα μάτια ο Όσιος να δει εκείνον που του μιλούσε. Ο δήθεν γέρος είχε γίνει άφαντος γιατί
ήταν Άγγελος σταλμένος από το Θεό να δοκιμάσει την αγάπη του Οσίου.
Ένας Μοναχός πολύ απλός και άπλαστος πήγαινε συχνά στον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό για να
ωφελείται από τις σοφές συμβουλές του. Εκείνος τον δεχόταν με αγάπη και δεν έπαυε να τον
διδάσκει. Κάθε φορά που πήγαινε και κάτι καινούριο είχε να του πει γύρω από την πνευματική ζωή.
Ο Μοναχός όμως πολύ λίγα καταλάβαινε από όσα του έλεγε ο Γέροντας και απ’ αυτά τα
περισσότερα τα λησμονούσε. Έτσι ρωτούσε και ξαναρωτούσε όλο για τα ίδια πράγματα.
Κάποτε σταμάτησε τις επισκέψεις του. Ο γέροντας απόρησε γι’ αυτό. Μια Κυριακή λοιπόν που
συναντήθηκαν στην Εκκλησία τον ρώτησε:
-Έχω πολύ καιρό να σε δω, Αδελφέ. Τι σου συμβαίνει; Μήπως αρρώστησες;
-Όχι, Αββά, αποκρίθηκε με συστολή ο Μοναχός, αλλ’ όπως βλέπεις, ο νους μου είναι παχύς και δεν
παίρνει εύκολα τις συμβουλές σου και ντρέπομαι να σ’ ενοχλώ διαρκώς για τα ίδια πράγματα.
-Πάρε αυτό, του είπε τότε ο Αββάς Ιωάννης, και του έδειξε ένα
λυχνάρι, που βρισκόταν στη γωνιά της Εκκλησίας και άναψέ το.
Ο αδελφός το άναψε.
-Πήγαινε τώρα και φέρε τα λυχνάρια των αδελφών και άναψέ τα
όλα παίρνοντας φως από τούτο εδώ. Ο άπλαστος μοναχός έκανε
παρευθύς την προσταγή του Γέροντος.
-Μήπως λιγόστεψε το φως του λυχναριού, ρώτησε ο Γέροντας,
επειδή άναψες μ’ αυτό τόσα άλλα λυχνάρια;
-Όχι, βέβαια, είπε χαμογελώντας ο αδελφός.
-Ούτε κι ο Ιωάννης χάνει τίποτα, έστω και αν συμβουλεύει
ολόκληρη τη σκήτη.
Να έρχεσαι λοιπόν κι εσύ χωρίς δισταγμό.
Από τότε ο αδελφός πήγαινε τακτικά στο Γέροντα και με τη βοήθεια του έγινε άριστος Μοναχός.
Ταπεινοφροσύνη
Μη συνηθίζεις να ταπεινολογείς, συμβουλεύει ένας Γέροντας, αλλά να
ταπεινοφρονείς. Χωρίς ταπεινοσύνη δε μπορείς να προοδεύσεις στα
πνευματικά και να τηρείς το θείο θέλημα.
Πέρασε κάποτε από το λογισμό του Μεγάλου Αντωνίου σε τίνος τάχα αγίου μέτρα να είχε φτάσει.
Ο Θεός όμως, που ήθελε να του ταπεινώσει το λογισμό, του φανέρωσε μια νύχτα στ’ όνειρό του
πως καλύτερός του ήταν ο μπαλωματής, που είχε ένα μικρομάγαζο σ’ ένα παράμετρο δρόμο της
Αλεξάνδρειας.
Μόλις ξημέρωσε, ο Όσιος πήρε το ραβδάκι του και ξεκίνησε για την πόλη. Ήθελε να γνωρίσει από
κοντά τον περίφημο μπαλωματή και να δει τις αρετές του. Με πολλή δυσκολία ανακάλυψε το
μαγαζάκι του, μπήκε μέσα, κάθισε πλάι του στον πάγκο κι άρχισε να τον ρωτά για τη ζωή του.
Ο απλοϊκός άνθρωπος, που δε του πήγαινε ο νους ποιος μπορούσε να ήταν εκείνος ο γερο-
καλόγερος που ήλθε τόσο ξαφνικά να τον εξετάσει, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το παπούτσι
που μπάλωνε, του αποκρίθηκε αργά- αργά με ηρεμία:
-Δεν ξέρω, Αββά μου, να έχω κάνει ποτέ κανένα καλό. Κάθε πρωί σηκώνομαι, κάνω την προσευχή
μου κι αρχίζω τη δουλειά μου. Λέω όμως πρώτα στο λογισμό μου, πώς όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή
την πόλη, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, θα σωθούν και μόνο εγώ θα καταδικαστώ για τις
πολλές μου αμαρτίες. Κι όταν το βράδυ πάω να πλαγιάσω, πάλι το ίδιο συλλογίζομαι.
Ο Όσιος σηκώθηκε με θαυμασμό, τον αγκάλιασε, τον φίλησε, και του είπε με συγκίνηση:
-Συ, αδελφέ μου, σαν καλός έμπορος, κέρδισες τον πολύτιμο μαργαρίτη άκοπα. Εγώ γέρασα στην
έρημο, ίδρωσα και κόπιασα, μα δεν έφτασα την ταπεινοσύνη σου.
Ακούγοντας ο ευσεβής Έπαρχος της Αλεξανδρείας την καλή φήμη του Αββά Μωϋσέως του
Αιθίοπος, ανέβηκε κάποτε στη σκήτη να τον γνωρίσει από κοντά. Σαν το έμαθε όμως εκείνος,
έφυγε κρυφά από την καλύβα του και πήγε κατά το έλος. Στο δρόμο συνάντησε τον άρχοντα και
την ακολουθία του, που έτυχε να περνάνε από κει. Οι ξένοι, που δεν τον γνώριζαν, τον σταμάτησαν
και τον ρώτησαν να τους δείξει την καλύβα του Αββά Μωϋσέως.
-Τι γυρεύετε απ’ αυτόν; έκανε μ’ αποστροφή ο Γέροντας. Αυτός είναι άνθρωπος μωρός.
Ο άρχοντας λυπήθηκε που είχε κάνει άδικα τόσο κόπο. Όταν έφτασε στην εκκλησία της σκήτης,
είπε στους κληρικούς:
-Κάτω στην πόλη λένε τόσα καλά για τον Αββά Μωϋσή, γι’ αυτό ξεκίνησα να τον συναντήσω. Μα
πριν από λίγο συναντήθηκα μ’ ένα Καλόγερο κι έμαθα από λόγου του πως πρόκειται για ανόητο
άνθρωπο.
-Τι άνθρωπος ήταν αυτός, ρώτησαν αγανακτισμένοι οι κληρικοί, που τόλμησε να μιλήσει έτσι για
τον Άγιο.
-Ένας μελαμψός Καλόγερος, πολύ ψηλός, με τριμμένα ρούχα.
Οι κληρικοί γέλασαν με την καρδιά τους.
-Αμ αυτός είναι ο Αββάς Μωϋσής.
Ο άρχοντας θαύμασε την ταπεινοσύνη του Γέροντος και γύρισε στην πόλη ωφελημένος.
Ο Όσιος Παχώμιος είχε συνήθεια μια ή και περισσότερες φορές την εβδομάδα
να συγκεντρώνει τους Μοναχούς του Κοινοβίου του και να τους διδάσκει το λόγο του Θεού.
Κάποτε, αντί να διδάξει ο ίδιος, πρόσταξε τον Θεόδωρο, νέο ακόμη στην ηλικία κι αρχάριο στη
μοναχική ζωή, να μιλήσει στους αδελφούς. Ήθελε μ’ αυτό να δοκιμάσει την υπακοή του. Ο καλός
υποτακτικός, χωρίς αντιρρήσεις και ταπεινολογίες, έκανε ευθύς την προσταγή του Ηγουμένου του.
Σηκώθηκε κι άρχισε να διδάσκει το θείο λόγο. Αυτό όμως δεν καλοφάνηκε στους γεροντότερους.
Θύμωσαν κι επιδεικτικά άφησαν τη συγκέντρωση κι έφυγαν για τα κελλιά τους. Σαν τέλειωσε η
διδασκαλία, έστειλε ο Όσιος και τους κάλεσε να παρουσιασθούν μπροστά του.
-Γιατί φύγατε από τη σύναξη; τους ρώτησε αυστηρά.
-Τι ήθελες να κάνουμε, Αββά, αποκρίθηκαν με αγανάκτηση εκείνοι, αφού έβαλες ένα παιδί να
διδάξει τους γέρους;
Ο Όσιος Παχώμιος αναστέναξε βαθειά και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του.
-Καλά λένε πως η υπερηφάνεια είναι ρίζα όλων των κακών και γκρεμίζει όλα τα καλά, που χτίζει ο
ταλαίπωρος άνθρωπος με τόσους κόπους. Φεύγοντας από τη σύναξη δεν καταφρονήσατε, άθλιοι,
τον Θεόδωρο, αλλά το Πνεύμα το Άγιο, που μιλούσε δι’ αυτού. Δεν είδατε εμένα, τον πνευματικό
σας Πατέρα και διδάσκαλο, με πόση προσοχή παρακολουθούσα; Και σας βεβαιώνω πως πιο
ωφέλιμη διδασκαλία δεν είχα ακούσει έως σήμερα.
Λέγοντας αυτά, τους έδωσε αυστηρό επιτίμιο για να συντρίψει τον εγωισμό τους.
Ένας πολύ ταπεινός σε κάποιο Κοινόβιο, ακολουθώντας πιστά την προτροπή του αποστόλου,
«αλλήλων τα βάρη βαστάζετε», όταν έσφαλλε κανένας από τους Μοναχούς, έπαιρνε αυτός την
ευθύνη, κατηγορούσε τον εαυτό του και δεχόταν ευχαρίστως τις τιμωρίες που του επέβαλλαν.
Μερικοί Καλόγεροι όμως που δεν έβλεπαν την αρετή του αδελφού, αλλά κάποια αδεξιότητα που
είχε στο εργόχειρο – ήταν λίγο αργός- , τον κατηγορούσαν συχνά και έλεγαν μεταξύ τους:
-Κοίταξε κει πόσα σφάλματα κάνει διαρκώς και για τίποτα δεν είναι ικανός.
Ο Ηγούμενος όμως, που ήξερε καλά πόσο ενάρετος ήταν ο αδελφός, έλεγε σ’ εκείνους που τον
κατηγορούσαν:
-Προτιμώ ένα δικό του ψαθί, πλεγμένο με ταπεινοσύνη, από όσα φτιάχνετε εσείς με υπερηφάνεια.
Μια μέρα, που έπιασε πάλι ο Ηγούμενος τους καλογήρους να κατακρίνουν τον αδελφό για την
αδεξιότητά του, πήρε από τα χέρια τους τα καλάθια που έπλεκαν και τα πέταξε στη φωτιά, που
ήταν αναμμένη στη μέση της αυλής. Πέταξε μαζί και το καλάθι του ταπεινού αδελφού. Όλων των
άλλων έγιναν σε λίγο στάχτη, το δικό του βγήκε ακέραιο από τη φωτιά.
Βλέποντας αυτό το θαύμα οι φιλοκατήγοροι καλόγεροι, έβαλαν μετάνοια στον αδελφό και του
ζήτησαν συγγνώμη. Από τότε τον τιμούσαν σαν πνευματικό Πατέρα.
Η προς το Θεό Ελπίδα
Συνεχίζουμε και αυτή την εβδομάδα τη δημοσίευση διηγήσεων από το
γεροντικό με κεντρικό θέμα αυτή τη φορά, το ζήτημα της ελπίδας προς το
Θεό.
«Αν όντως πιστεύεις πως ο Θεός είναι Παντοδύναμος και αληθινός», λέει ο Αββάς Ευπρέπιος,
«στήριζε σ’ αυτόν μόνο την ελπίδα Σου και να είσαι βέβαιος πως θα κληρονομήσεις τα αγαθά Του.»
Η ακόλουθη διήγηση είναι παρμένη από τη ζωή του Οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου.
Όταν πρωτοϊδρύθηκε το Κοινόβιο του Οσίου Θεοδοσίου στην Παλαιστίνη, ήταν τόσο φτωχό που
συχνά δεν υπήρχαν ούτε τα απολύτως αναγκαία για την συντήρηση των Μοναχών.
Ήταν Μέγα Σάββατο απόγευμα.
Περίμεναν να γιορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Οι Αδελφοί έψαχναν απελπισμένοι ολόκληρο το
μοναστήρι. Δεν ζητούσαν μεγάλα πράγματα. Για τίποτα φαγώσιμο, ούτε συζήτηση πια δεν γινόταν.
Μια μικρή προσφορά κοίταζαν να βρουν, ξεχασμένη από άλλη φορά, για να μη στερηθούν τη Θεία
Κοινωνία. Αδύνατον ν’ ανακαλύψουν. Κι εδώ στέρηση, συλλογίζονταν. Το είπαν στο Γέροντά τους,
στον Όσιο Θεοδόσιο. Τους άκουσε με απόλυτη ηρεμία σαν να συνέβαιναν όλα αυτά σε ξένη
περιοχή. Ούτε την ανησυχία τους φαινόταν να συμμερίζεται ο ουράνιος εκείνος άνθρωπος και
διαταγή έδωσε να είναι έτοιμο για τη νυκτερινή Λειτουργία το Άγιο Βήμα, ακόμη κι η τράπεζα για
το πασχαλινό γεύμα.
-Μάταιη παρηγοριά, ψιθύρισαν μερικοί.
Ο Όσιος έκανε πως δεν άκουσε.
-Μήπως έγινε ασθενέστερος στη δύναμη η ατονώτερος στο να χορηγεί και σήμερα Εκείνος που
έθρεψε μα το μάννα ολόκληρο λαό στην έρημο και χόρτασε τόσο πλήθος με πέντε ψωμιά;
Θαύμαζαν οι Μοναχοί την πεποίθηση του Ηγουμένου τους, μα δε κατόρθωσαν να τη
συμμεριστούν.
Βασίλευε ο ήλιος όταν χτύπησε την πόρτα του Μοναστηριού κάποιος άγνωστος. Μαζί του έφερνε
δυο καμήλες φορτωμένες.
-Πήγαινα μια μικρή δωρεά σε κάποια σκήτη λίγο πιο πέρα από το Μοναστήρι σας, εξήγησε στους
Αδελφούς. Μα μόλις έφθασα εδώ, τα ζώα μου σταμάτησαν και με κανένα τρόπο δεν μπορούσα να
τα κάνω να προχωρήσουν βήμα. Λέω μήπως θέλει ο Θεός ν’ αφήσω σε σας αυτά τα λίγα τρόφιμα;
Λίγα τρόφιμα! Αυτά έφτασαν ως την Πεντηκοστή και πέρα ακόμα. Ούτε προσφορές έλειπαν για τη
Θεία Λειτουργία από την ανέλπιστη δωρεά. -Πολύ μεγάλη η ελπίδα! Έλεγαν μεταξύ τους οι
καλόγεροι του Οσίου Θεοδοσίου κι ευλαβούντο τον Άγιο Γέροντά τους που τον στόλιζε κι αυτή.
Να τι συμβουλεύει τους Μοναχούς ο μεγάλος τους διδάσκαλος, ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος:
«Αδελφέ, αν συμβεί ν’ αρρωστήσεις, μη γράφεις ποτέ στους συγγενείς ή στους
γνωστούς και φίλους σου να σου στείλουν φάρμακα ή τρόφιμα. Γιατί
μαθαίνεις έτσι να καταφεύγεις στην ανθρώπινη προστασία, σε νεκρή με άλλα
λόγια βοήθεια. Στήριξε στον Θεό τις ελπίδες σου. Υπόμενε περιμένοντας το
έλεός του να σε κυβερνήσει σε όλα. Εκείνος που επέτρεψε, για ψυχική σου
ωφέλεια, να αρρωστήσεις να είσαι βέβαιος, πως θα προνοήσει για σένα. Δε θα
επιτρέψει ποτέ, το λέει η Γραφή, να δοκιμάσεις πιο μεγάλο πειρασμό από όσο
έχεις δύναμη να σηκώσεις. Φρόντισε λοιπόν ν’ αρέσεις σ’ Αυτόν που μεριμνά
για σένα.»
Κάποιος φιλομόναχος χριστιανός επισκεπτόταν τακτικά τους Γέροντες στην έρημο για να
ωφελείται από τη διδασκαλία τους. Κάποτε ανακάλυψε ένα πολύ γέρο και άρρωστο Ερημίτη. Τον
λυπήθηκε και θέλησε να του αφήσει όσα χρήματα είχε μαζί του, για τις ανάγκες του.
-Κράτησε τα, Αββά, του έλεγε παρακαλεστικά. Είσαι γέρος κι άρρωστος. Δεν μπορείς πια να
εργάζεσαι.
-Εξήντα ολόκληρα χρόνια υποφέρω από τούτη την αρρώστια και με του Θεού τη βοήθεια δε μου
έλειψε ποτέ τίποτα. Εκείνος που έχει τη φροντίδα μου αδιάκοπα μου στέλνει πάντα τα αναγκαία.
Θέλεις λοιπόν τώρα εσύ, Αδελφέ, να διώξεις τον Τροφέα μου; Είπε ο γέρων Ερημίτης και με
κανένα τρόπο δε δέχτηκε τα χρήματα.
Μελέτη της Αγίας Γραφής
Μετά από την ανταπόκριση που είχε το προηγούμενο άρθρο της σειράς,
συνεχίζουμε σήμερα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το Γεροντικό με μια σειρά
κειμένων για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, ώστε να διδαχτούμε από την αγάπη με
την οποία περιέβαλαν οι Θεόπνευστοι Πατέρες τη Βίβλο.
Οι ιεροί συγγραφείς της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος,
συνέγραψαν βιβλία, έλεγε κάποιος Γέροντας. Οι Πατέρες φρόντισαν να εφαρμόσουν στο βίο τους
τα γραφόμενα. Η επόμενη γενεά τ’ αποστήθισε. Οι δε νεώτεροι τα αντέγραψαν και τα κλείδωσαν
στις βιβλιοθήκες.
Πήγαν κάποτε μερικοί Γέροντες να επισκεφτούν τον Όσιο Αντώνιο. Μαζί τους ήταν κι ο Αββάς
Ιωσήφ. Ο Μέγας Πατήρ, για να τους δοκιμάσει, διάλεξε κάποιο Γραφικό ρητό και ρώτησε έναν-
έναν να πει την ερμηνεία του. Άρχισε τότε ο καθένας να το εξηγεί σύμφωνα με τις γνώσεις του.
-Δεν το βρήκες, απαντούσε, σ’ όλους ο Όσιος.
Έφτασε κι η σειρά του Αββά Ιωσήφ.
-Τι λες εσύ γι’ αυτό, Ιωσήφ; τον ρώτησε ο Μέγας Αντώνιος.
-Εγώ δε γνωρίζω απ’ αυτά, αποκρίθηκε εκείνος.
-Ο Αββάς Ιωσήφ έδωσε τη σωστή απάντηση, είπε τότε ο Όσιος, θαυμάζοντας την ταπεινοσύνη του.
Μαζεύτηκαν κάποτε οι Πατέρες της σκήτης να συνομιλήσουν πνευματικά και λησμόνησαν να
καλέσουν τον Αββά Κόπρι. Άρχισαν να συζητούν για το πρόσωπο του Μελχισεδέκ και δεν
συμφωνούσαν στις γνώμες. Τότε θυμήθηκαν τον Αββά Κόπρι κι έστειλαν να τον φωνάξουν για να
πάρουν την γνώμη του. Σαν άκουσε εκείνος την υπόθεση της διαφωνίας και το θέμα, που τόση ώρα
έχασαν για να συζητούν, κτύπησε τρεις φορές το στόμα του και είπε:
-Αλλοίμονο σου, Καλόγερε. Άφησες κατά μέρος εκείνα που γυρεύει από σένα ο Θεός και ψάχνεις
να βρεις αυτά που ποτέ δε θα σου ζητήσει.
Ακούγοντας τα σοφά του λόγια οι άλλοι Γέροντες, έφυγαν από τη σύναξη και γύρισαν
συλλογισμένοι στα κελλιά τους.
Είδα κάποτε το διάβολο, έξω από το κελλί του μαθητού μου, έλεγε ένας διορατικός Γέρων, να
παραμονεύει. Έριξα τότε μια ματιά μέσα να δω τι έκανε εκείνος. Είχε ανοιχτή εμπρός του την Αγία
Γραφή κι ήταν βυθισμένος στη μελέτη. Μόλις τελείωσε το διάβασμα κι έκλεισε το βιβλίο, όρμησε
μέσα ο διάβολος να τον πειράξει.
Για την Αγάπη
Μια συλλογή κειμένων από το Γεροντικό για την αγάπη, για να
εμπνευστούμε από το φωτεινό παράδειγμα των Θεόπνευστων Πατέρων που
αγωνίστηκαν για την κατάκτηση των αρετών.
«Ουδέποτε επλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας λύπη στην καρδιά μου για τον πλησίον μου. Και όσο
πάλι εξαρτάτο από μένα, δεν άφησα άνθρωπο να κοιμηθεί στενοχωρημένος μαζί μου», έλεγε ο
Αββάς Αγάθων.
Τρεις αδελφοί συμφώνησαν να θερίσουν εξήντα στρέμματα χωράφι. Την πρώτη μέρα όμως που
έπιασαν δουλειά έτυχε ν’ αρρωστήσει ο ένας από τους τρεις και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στη
σκήτη.
Οι άλλοι δύο που έμειναν είπαν μεταξύ τους:
-Δεν κάνουμε μια μικρή προσπάθεια να θερίσουμε κι εκείνο που αναλογεί στον Αδελφό; Με την
ευχή του θα το κατορθώσουμε.
Το είπαν και το έκαναν. Όταν τέλειωσε το θέρισμα, κάλεσαν τον Αδελφό να πάρει το μισθό του.
-Ποιο μισθό; έλεγε εκείνος. Αφού δεν πρόλαβα να θερίσω
-Με την ευχή σου έγινε όπως πρέπει η δουλειά, του απαντούσαν οι δύο άλλοι. Έλα τώρα να
πληρωθείς.
Επειδή εκείνος δεν δεχόταν να πάρει μισθό και οι άλλοι επέμεναν να του δώσουν, για να μη
φιλονικούν πήγαν σ’ ένα γείτονά τους Γέροντα να τους λύσει τη διαφορά.
-Αββά, άρχισε πρώτος ο Αδελφός που είχε αρρωστήσει, πήγαμε οι τρεις μας να θερίσουμε. Εγώ
όμως, προτού πιάσω δρεπάνι στο χέρι, αρρώστησα και έφυγα. Οι Αδελφοί εδώ με αναγκάζουν
τώρα να πάρω μισθό, που δεν εργάστηκα. Το βρίσκεις δίκαιο αυτό;
-Αββά, επενέβησαν οι άλλοι, οι τρεις μαζί αναλάβαμε εξήντα στρέμματα χωράφι. Αν θερίζαμε
όλοι, είναι απίθανο να τελειώναμε στην ορισμένη προθεσμία. Όμως με την ευχή του Αδελφού οι
δύο μας το βγάλαμε εις πέρας πολύ πιο γρήγορα. Δεν είναι λοιπόν δίκαιο να πάρει το μισθό του;
Ο Γέροντας θαύμασε την αγάπη των Αδελφών εκείνων. Πήρε ευθύς το ξύλο κι έκρουσε για να
μαζευτούν όλοι οι Μοναχοί της σκήτης σε σύναξη.
-Ελάτε, Πατέρες και Αδελφοί, να κάνουμε σήμερα μια δίκη, τους είπε, όταν συγκεντρώθηκαν, και
διηγήθηκε την υπόθεση.
Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκάσουν τον Αδελφό να πάρει το μισθό του. Εκείνος τον πήρε
κλαίγοντας κι έλεγε διαρκώς, πως την ημέρα εκείνη οι Αδελφοί τον είχαν αδικήσει.
Ο Υποτακτικός κάποιου Γέροντος έμενε σε μια καλύβα δέκα μίλια
μακριά από τη σκήτη. Μια μέρα θέλησε να τον ειδοποιήσει ο Γέροντας
να έρθει να πάρει το ψωμί του. Ύστερα όμως σκέφτηκε: Για λίγα ψωμιά
να κάνω τον Αδελφό να περπατήσει δέκα μίλια; Ας του τα πάω μόνος.
Έβαλε το ταγάρι στον ώμο και ξεκίνησε.
Πηγαίνοντας, σκόνταψε σε μια πέτρα κι έκανε τέτοια πληγή στο πόδι,
που ήταν αδύνατον να σταματήσει το αίμα. Από τον υπερβολικό πόνο
που ένοιωσε άρχισε να κλαίει.
-Γιατί κλαις, Αββά; Άκουσε πίσω του μια γλυκιά φωνή να τον ρωτά. Έστρεψε το κεφάλι και είδε
έναν ωραίο Άγγελο. Δεν φοβήθηκε όμως, αλλά του έδειξε με το δάκτυλο την πληγή.
-Παύσε να κλαις γι’ αυτό το τιποτένιο πράγμα, τον πρόσταξε ο Άγγελος. Τα βήματα που κάνεις για
την αγάπη του Αδελφού τα έχω μετρημένα και θα πάρεις την αμοιβή σου από τον Θεό.
Ο Γέροντας πήρε θάρρος και χαρούμενος συνέχισε το δρόμο του. Από τότε προθυμοποιήθηκε να
εξυπηρετεί τους Αδελφούς.
Μια μέρα πήρε πάλι ψωμιά να τα πάει σ’ άλλον Ερημίτη που έμενε πολύ πιο μακριά. Συνέβη όμως
να έρχεται κι εκείνος με τον ίδιο σκοπό και συναντήθηκαν στο δρόμο.
-Αδελφέ μου, είπε πρώτος ο Γέροντας, με κόπο απέκτησα ένα μικρό θησαυρό και πρόλαβες εσύ
να μου τον πάρεις.
-Μήπως η στενή πύλη χωράει μόνο εσένα, Αββά; Κάνε λίγο τόπο να περάσουμε κι εμείς, του
αποκρίθηκε ο Αδελφός.
Ενώ έλεγαν αυτά, ήρθε πάλι ο Άγγελος και τους είπε: -Αυτή τη φιλονικία σαν ευωδιαστό λιβάνι
ανεβαίνει στον ουρανό.
Ο Αββάς Ιωάννης με μερικούς ακόμη αδελφούς πήγαιναν να επισκεφτούν κάποια πολύ μακρινή
σκήτη. Περπατώντας νυχτωθήκανε κι ο Μοναχός που τούς είχαν δώσει για οδηγό έχασε το δρόμο.
Οι αδελφοί το κατάλαβαν και ρώτησαν τον Γέροντα ιδιαιτέρως:
-Τι πρέπει να κάνουμε τώρα, Αββά; Αν εξακολουθήσουμε να προχωράμε, κινδυνεύουμε να
χαθούμε σ’ αυτήν εδώ την απέραντη έρημο.
-Αν δείξουμε πως καταλάβαμε ότι έχασε το δρόμο θα ντραπεί και θα στενοχωρηθεί ο αδελφός,
είπε ο αγαθός Γέροντας. Θα προφασιστώ καλύτερα πως είμαι κουρασμένος και δεν μπορώ να
περπατήσω άλλο και ας μείνουμε εδώ να ξημερώσει.
Έτσι κι έκανε για να μη λυπήσει τον αφηρημένο οδηγό τους.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
Αρέσει σε %d bloggers: