ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ


Μια συνέντευξη από το Περιβόλι της Παναγίας στην οποία ο λόγος πού απορρέει από την ύπερεξηκονταετή ασκητική πείρα του γέροντα Ιωσήφ, ακούγεται διαχρονικός σε σύγχρονα υπαρξιακά ζητήματα.

Σεβαστέ γέροντα, θα θέλαμε να αναφερθείτε ατό ορθόδοξο α­σκητικό ήθος των Αγιορειτών πατέρων.

Οί Αγιορείτες, παιδί μου, είναι συ­νεχιστές της ακριβούς πατερικής ορο­λογίας. Δεν υπάρχει τίποτα καινούρ­γιο. Αυτό πού δημιούργησαν οι πρώ­τοι Πατέρες, οι θεοφόροι και θεοφώτιστοι, αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ό μοναχισμός ξεκίνησε από το βάθος της Αιγύπτου τον 4ο αιώνα. Μετά από τη θεμελίωση του από τον Μεγάλο Α­ντώνιο το μεγάλωσαν, το αύξησαν οι λεγόμενοι Ταβεννησιώτες, στην Ταβέννηση πού ευρίσκονταν. Το μετέφεραν στην Παλαιστίνη, αρχικά ό Μέγας Ευ­θύμιος, καί υστέρα ό άγιος Σάββας. Ό άγιος Σάββας δημιούργησε τη Λαύρα, κοινόβιο μεν, αλλά υ­πήρχε ελευθερία προ­σευχής καί διαίτης κατά βούληση. Κατόπιν ό Μέ­γας Θεοδόσιος κατήρ­γησε την ιδιορρυθμία καί εφήρμοσε την από­λυτη έννοια του κοινο­βιακού συστήματος. Στή συνέχεια μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο, άφοϋ εκεί­να τα μέρη τα είχε πλέον ή λαίλαπα της ισλαμι­κής κατάρας αφανίσει. Δημιουργήθηκε το λε­γόμενο Στούδιο με ηγε­μόνα, με αρχηγό καί

πνευματικό πατέρα τον Θεόδωρο, ό όποιος υπέστη τέσσερις εξορίες μαζί με πλήθος μοναχών χάριν της εικονομα­χίας. Τον 10ο αιώνα, ένα μέλος της στουδιτικής αυτής γραμμής, ήταν ό Α­θανάσιος ό Λαυριώτης, ό Άθωνίτης. Αυτός ό όποιος μετέφερε εδώ στον Αθωνα την ακρίβεια της συνεχείας της στουδιτικής παραδόσεως πού ήταν ακριβώς ή Πατερική. Εκτοτε συνεχί­ζει αυτή ή γραμμή μέχρι σήμερα. Τίπο­τα καινούργιο δεν υπάρχει, ό σκοπός είναι ένας. Ό μοναχισμός, παιδί μου, δεν είναι κάτι το όποιο είναι ανθρώπι­νη εκλογή ή ανθρώπινη έπινόησις ή σκέψη ή φαντασία. Ό μοναχισμός εί­ναι πρόσκληση… καί κάτι παραπάνω, έλξη. «Ουδείς δύναται έλθεϊν προς με εάν μη ό Πατήρ ό πέμψας με έλκυση αυτόν» (Ίωάν. 6,44). Στό πλήθος των χριστιανών λέει ό Κύριος μας: «Ούχ ύμεϊς με έξελέξασθε, άλλ’ εγώ έξελεξάμην υμάς, καί έθηκα υμάς ϊνα ύμεϊς ύπάγητε καί καρπόν φέρητε» (Ίωάν. 15, 16). Στούς μοναχούς όμως εκδηλώ­νει μία ιδιαίτερη πρόνοια καί λέει: «Ουδείς δύναται έλθεϊν προς με εάν μη ό Πατήρ ό πέμψας με έλκυση αυτόν». Αρα, λοιπόν, οί μοναχοί είλκύσθησαν από την θεία Πρόνοια με ένα σκοπό· να επαναφέρουν την ισορροπία της αν­θρώπινης προσωπικότητας. Ή ανθρω­πινή προσωπικότητα, ή οποία κατασκευάσθη εξ αρχής κατ’ εικόνα καί ομοίωση του Θεοϋ, με την πτώση διεφθάρη. Αυτή λοιπόν την προσωπικότη­τα «ένεδύθην άμα τη σαρκώσει του ό Θεός Λόγος». Επανέφερε πίσω ό Θεός Λόγος, την θεία Χάρη, την οποία άπολέσαμε με την πτώση. Την λάβαμε όλοι οί ορθόδοξοι από το Βάπτισμα. Οί μοναχοί την λαμβάνουν κατά δύο τρόπους. Καί από το Βά­πτισμα καί από τη μονα­χική τους κούρα. Εκτοτε χρειάζεται ή πρακτική πλέον μορφή της έμπρα­κτης αύταπαρνήσεως της φιλοθεΐας, οπότε αρχίζει ή ενέργεια της Χάριτος καί επαναφέρει τον άν­θρωπο στην θέση του, στον αγιασμό. Ό άνθρώπινος προορισμός είναι ή θέωση, ό αγιασμός. Αυτός ήταν ό σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως. «Οσοι έλαβον αυτόν, έδωκεν αύτοϊς έξουσίαν τέκνα Θεοϋ γενέσθαι» (Ίωάν. 1,12). Αρα μετ’ εξουσίας αποκαλούν τον Θεό, Πα­τέρα, ειδικά οι μοναχοί, επειδή αυτοί κυρίως εφαρμόζουν, ή μάλλον ξεκινοϋν από την περιεκτική άποταγή. Τους ξεκολλά ή θεία αγάπη από την κοινωνική υποχρέωση δια της πλήρους άποταγής. Τους κρατά μόνον στο έπάναγκες της βιολογικής υπόστασης: λίγη τροφή, μία ενδυμασία και ένα κελί για ύπνο. Ή άποταγή είναι το θεμέλιο του μοναχισμού. Οταν ξεκινή­σει ό μοναχός με την ελευθερία της άποταγής πού δεν είναι δεσμευμένος ό νους σε τίποτε, γυρίζει ό νους εξ ολο­κλήρου προς τον Θεό, διότι ή πρώτη και κυρία εντολή είναι να αγαπήσει κανείς τον Θεό «εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της ισχύος και εξ όλης της διανοίας» (Μάρ. 12,30). Και δεύτερη εντολή «να άγαπήση τον πλησίον ως εαυτόν» (Μάρκ. 12,31). Αρα ή πρώτη και κυρία εντο­λή, ή οποία θα μας αναβιβάσει στις θείες επαγγελίες είναι ή αγάπη, ή αγάπη προς τον Θεό. Μα για να αγα­πήσει ό άνθρωπος τον Θεό πρέπει σι­γά σιγά να αποκολλήσει από πάνω του κάθε τι πού τον απασχολεί. Μέχρι πού οι πατέρες έφθασαν ακόμα και τη βιολογική υπόσταση να αρνηθούν, πράγμα πού καταντά να είναι σήμερα απίστευτο. Και όμως είναι γεγονός. Με την απόλυτη αυτή άποταγή και την απόλυτη έννοια της υποταγής προς το θείο θέλημα, αρχίζει ή θεία Χάρις, ή οποία είναι εντός ημών, να λειτουργεί. Ή θεία Χάρη είναι μεν μέσα μας, αλλά δεν έχει εξουσία εάν δεν προηγηθεί ή ελευθερία της προ­σωπικότητας· εάν ή ελευθερία της προσωπικότητας δεν κινηθεί, ή θεία Χάρις, παρόλο πού βρίσκεται παρού­σα, δεν λειτουργεί. Πρέπει να αποδεί­ξει ό άνθρωπος εκουσίως τι προτιμά. Προτιμά να αγαπήσει τον Θεό και να το αποδείξει με την πράξη; Τότε λει­τουργεί ή θεία Χάρις, ή οποία κατα­στρέφει τον παλαιό άνθρωπο, «τον παλιάνθρωπο», και δημιουργεί τον νέο, τον καινό, τον κατά Χριστόν, στον όποιο ενεργείται ό αγιασμός.

Άνεδείχθησαν τις τελευταίες δεκαετίες αγίες ασκητικές μορ­φές, όπως οι Γέροντες: Ιωσήφ ό Ήσυχαστής, Πορφύριος, Παΐσιος, Έφραίμ ό Κατουνακιώτης. Πώς έφθασαν στην άγιότητα; Ύπάρχονν καί σήμερα τέ­τοιες μορφές; Θα γεννά πάντο­τε το Αγιον Ορος αντίστοιχες προσωπικότητες;

Βέβαια, καί πάντοτε θα υπάρχουν, άλλοίμονο εάν δεν υπάρχουν. Αυτοί είναι πού «κρατούν τον Θεό» να μείνει μαζί με τη διαφθαρμένη κοινωνία. Ξεχνάτε τον διάλογο του Αβραάμ με τον Θεό, όταν Αυτός αποφάσισε οριστι­κά να καταστρέψει τα Σόδομα καί τα Γόμορρα; Για να μην λέγω όλη την ιστο­ρία: «…εάν λαλήσω έτι άπαξ εάν εύρεθώσι εκεί δέκα; καί είπεν ου μη απολέσω ένεκα των δέκα» (βλ. Γεν. 18,20-33). Ε! λοιπόν, τώρα αυτοί οι δέκα είναι οί συνεχιστές. Εάν τώρα, στη μεγαλύτερη χρεωκοπία της ανθρώπινης δυστυχίας καί προδοσίας, εάν τώρα λει­τουργούν πρόσωπα φορείς του αγια­σμού, πόσο μάλλον πιο πίσω, παλαιότε­ρα, πού υπήρχαν περισσότερες αιτίες καί ήταν πιο λίγη ή λύσσα της σατα­νικής επιδράσεως καί της κοινωνικής χρεωκοπίας.

Επισκεπτόμενος κάποιος το «Αγιον «Ορος άντικρύζει καί έρημες, απόκρημνες περιοχές. Σήμερα άσκητεύονν σε αυτούς τους χώρους μοναχοί;

Δεν νομίζω να χρειάζονται, διότι τότε αυτά χρειάζονταν όταν βρισκόταν στο ζενίθ ή απόλυτη άκτημοσύνη καί φιλοπονία, οί όποιες είναι μεγάλες καί δυσκατόρθωτες αρετές. ‘Αλλά αυτά, εάν δεν τα ολοκληρώσει ό μοναχός υπό αυτήν την έννοια, δεν στερείται πάλι την επιτυχία του σκοπού του, του προορισμού του. Καί επειδή σήμερα υστερούμεθα τέτοιων παραδειγμάτων, ού­τως ώστε οί διάφοροι μεμονωμένοι, δη­λαδή απομονωμένοι στα σπήλαια, να στηριχθούν σε αυτήν την αυστηρή ασκητική ζωή κατ’ ανάγκην μένουν σε πληρέστερα κοινοβιακότερα περιβάλ­λοντα, οπότε ή άποταγή καί ή μετά­νοια τους να αποβεί θετική καί αποδο­τική. Διότι «ούαί τω ένί» (Έκκλ. 4,10).

Ό σύγχρονος άνθρωπος θεω­ρεί το θαύμα κάτι πολύ απόμα­κρο καί ίσως αδύνατο να συμ­βεί Μιλήστε μας για την παρουσία καί την βίωση τον θαύ­ματος, στο Περιβόλι της Πανα­γίας, δώστε μας κάποια παρα­δείγματα. ..

Παραδείγματα δεν χρειάζεται να σας αναφέρω από το Περιβόλι της Πα­ναγίας, αλλά καί εκεί στο κέντρο, πού είναι το μεγάλο χωριό, όπως λέμε. Καί εκεί στην Αθήνα το θαύμα συνεχίζε­ται. Δεν είναι θαύμα όταν βλέπεις ένα νέο παιδί να περνά σήμερα από τις φλόγες της διαφθοράς καί να μείνει ανέπαφο; «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιεΐν ουδέν» (Ίωάν. 15,5), αλλά «πά­ντα ίσχύομεν εν τω ένδυναμοΰντι ημάς Χριστώ» (Φιλλιπ. 4,13). Πώς βρίσκου­με σήμερα αγνές κόρες καί αγνά παι­διά, τα όποια κρατούν την απόλυτη έν­νοια του ήθους καί της πίστεως; Αυτά είναι τα πραγματικά θαύματα.

Πολλοί είναι αυτοί πού επισκέ­πτονται το Αγιον Ορος. Προ­σκυνητές πού ευλαβικά μετέ­χουν στη λειτουργική ζωή καί επισκέπτες πού ζητούν να ζή­σουν τη φύση, να θαυμάσουν σκευοφυλάκια και κειμήλια. Τί κερδίζει καθένας από αυτούς από τον αγιασμένο τόπο; Τί εί­ναι αυτό πού «αλλοιώνει» προς το καλύτερο τον καλοπροαίρε­το προσκυνητή;

Κοιτάξτε, ό άνθρωπος καί μετά την πτώση κράτησε τη μιμητικότητα, αλλά βέβαια καί τη δύναμη της λογικής. Ερχονται εδώ εκείνοι, οι όποιοι έχουν επίγνωση για να συναντήσουν εφηρμοσμένο χριστιανισμό. Σήμερα παντοΰ ακούγεται ή ίδια κραυγή: «Μα τον καιρό εκείνο εντάξει… Είναι καί στις ήμερες μας εφαρμόσιμος ό χριστιανι­σμός;». Αυτή είναι ή γενική κατακραυ­γή. Λοιπόν, αυτή ή κατακραυγή πάρα πολλούς από τους πιστούς τους φέρνει σε δίλημμα καί τότε ξεκινούν ερευνώ­ντας να δουν πρακτικά που είναι εφηρμοσμένος ό χριστιανισμός. Έτσι έρχο­νται, βλέπουν, παρατηρούν, θαυμά­ζουν καί επηρεάζονται, διότι λειτουρ­γεί ό νόμος της επιδράσεως καί της επιρροής. Καί πάρα πολλοί άπ’ αυτούς, οι όποιοι ήρθαν ακόμα καί για να πειράξουν, εν τούτοις ή θεία Χάρις τους τραβάει καί αυτούς καί ωφελού­νται. Ε!, δεν μπορώ να πω απόλυτα ότι όλοι, αλλά πάρα πολλοί εξ αυτών ωφελούνται.

Τί είναι αυτό πού θέλγει σήμε­ρα «επιστήμονες» του κόσμου να ενδύονται το μαϋρο ράσο, να αποτάσσονται τον κόσμο καί να έρχονται στο Περιβόλι της Παναγίας;

Αφού με τη χριστιανική τους αγω­γή έξω στον κόσμο, με τη μελέτη των πατερικών κειμένων, έχουν καταλάβει τη σημασία του μοναχισμού καί αφού το κατάλαβαν, τότε κατ’ ανάγκη πρέ­πει να ‘ρθουν εδώ, πού είναι ή έδρα του μοναχισμού για να πάρουν «προ­ζύμι» καί παράδειγμα καί επιπλέον για να υποταχθούν. Στήν αρχή, λοι­πόν, για να δουν καί να μελετήσουν, μετά όμως να ενταχθούν, να υποταχθούν. Να γίνουν καί αυτοί όπως είναι τα πρότυπα τους, τα όποια ήρθαν να θαυμάσουν.

Ποια είναι ή παρουσία ξένων ορθοδόξων μοναχών στην Α­θωνική Πολιτεία καί ποιο το μήνυμα αυτής της συνύπαρξης μοναχών πολλών διαφορετικών εθνοτήτων;

Είναι γεγονός ότι στην περίοδο του Βυζαντίου είχε διδαχθεί σχεδόν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο ό χριστιανισμός καί ό μοναχισμός. Βέβαια, αυτό δεν κράτησε πολύ. Στά Βαλκάνια όμως όχι μόνον κράτησε, αλλά καί ολοκληρώθη­κε. Στά Βαλκάνια έχει επίδραση το Βατοπαίδι από πολλά χρόνια. Ειδικά ή Ρουμανία, τρεφόταν πνευματικά από το Βατοπαίδι. Είκοσι ένα μοναστήρια καί σκήτες, ήταν μετόχια της Μονής Βατοπαιδίου στη Ρουμανία. Γενικά τα Βαλκάνια ήταν υπό την επίδραση του Άγιου Ορους, ειδικά της Μονής Βα­τοπαιδίου. Τώρα λοιπόν, άρχισαν καί αυτοί να ελευθερώνονται από τη λαί­λαπα της κομμουνιστικής θηριωδίας καί αισθάνθηκαν πιο άνετα. Αμέσως γυρίζουν προς τον Αθωνα, διότι είναι γεγονός ότι καί ή Εκκλησία τους στη Ρουμανία δεν στέκει καλά ακόμα. Δεν κατόρθωσαν να αναδιοργανωθούν καί έτσι είναι κάπως προβληματική ή κα­τάσταση έκεϊ. Γι’ αυτό κατ’ ανάγκην έρχονται στο Αγιον Ορος, διότι ανα­ζητούν τη συνέχεια της παραδόσεως τους, καί έμεϊς επειδή το ξέρουμε, τους δεχόμεθα όχι ως Ρουμάνους, άλλ’ ως αδελφούς γνησίους. Διότι στην πραγ­ματικότητα ή Ρουμανία υπήρξε τμήμα βυζαντινό.

Το τελευταίο διάστημα διατυ­πώνονται διάφορες απόψεις σχετικά με τη στέρηση της δυνατότητας των γυναικών να ε­πισκεφθούν το Αγιον Ορος. Για ποιο λόγο έχει καθιερωθεί, γέροντα, το άβατον τον Άγιου Ορους;

Το άβατον έπρεπε να εφαρμοστεί σε όλα τα ανδρικά μοναστήρια· καί στα γυναικεία επίσης. Διότι, εφόσον ή βά-ση του μοναχισμού είναι ή παρθενία καί ή αγνότητα, τί θέση έχει ή γυναίκα στον ανδρικό μοναχισμό; Ή γυναίκα πρέπει να πάει έκεϊ που υπάρχει ή συ­ζυγία καί ή μητρότητα, αυτή είναι ή αποστολή της. Εδώ πού είναι επιβε­βλημένη ή παρθενία, τί γυρεύει ή γυ­ναίκα; Αρα το θέμα αγγίζει του δόγ­ματος. Το άβατο δεν είναι θέμα ιδεολο­γίας πού κάποτε εφαρμόσθηκε. Είναι απόλυτο δίκαιο, απόλυτη έννοια. Καί, βλέπετε, προστάτης καί κουροτρόφος του μοναχισμού είναι ή Παναγία Θεοτόκος, ή οποία είναι αειπάρθενος. Παρ­θένος έγινε μητέρα καί μετά τη μητρό­τητα της έμεινε παρθένος καί συνεχίζει να προστατεύει την παρθενική αγωγή καί ζωή. Γι’ αυτό καί βιώνουμε την παρουσία της εδώ στον Αθωνα, αισθητά με τη μητρική της κηδεμονία. Χώρια πού εμείς εδώ οΐ Βατοπαιδινοί την έχουμε δει κατ’ επανάληψιν όφθαλμοφανώς να περιέρχεται την αυλή της Μονής. Αρα, το θέμα της παρθενίας στον μοναχισμό είναι επιβεβλημένο, δηλαδή ή αποχή στη σαρκική ένωση των δύο φύλων. Καί στα γυναικεία μο­ναστήρια δεν πρέπει να υπάρχουν άν­δρες, εκτός φυσικά από έναν εφημέριο πού θα τους τελεί την θεία Λειτουργία ή για να τους κάνει μία εξομολόγηση· στα ανδρικά καθόλου να μην πλησιά­σει γυναίκα. Τί χρειάζεται ή γυναίκα; Δεν έχει καμμία θέση εδώ. «Πάς ό βλέ­πων ή γυναίκα προς το έπιθυμήσαι αυ­τής ήδη εμοίχευσεν αυτήν» (Ματθ. 5,28). Βλέπετε; Αρα είναι επιβεβλημέ­νο, δεν είναι νοοτροπία επιλογής.

Το Αγιον Ορος παραμένει καί σήμερα τόπος «αναπαύσεως» καί «ησυχίας» καί «ασκήσεως»; Οι περισσότερες μονές καί σκήτες ζουν καί πάλι σε εποχές ανα­στήλωσης. Πόσο επηρεάζεται έτσι ό τρόπος ζωής των μοναχών; Εχοντας μια παρουσία τουλάχι­στον πέντε δεκαετιών ασκητικής ζωής στον ευλογημένο από την Παναγία αυτόν τόπο, θεωρείτε ότι υπάρχει κίνδυνος εκκοσμικεύσεως καί αλλοίωσης του μο­ναχικού πνεύματος;

Σέ αυτά τα συμπεράσματα μπορεί να καταλήγει κάποιος πού βλέπει εξω­τερικά τη μοναστική ζωή του Αγίου Ορους. Ό μοναχισμός για μας δεν είναι μία απλή διήγηση, μία αφηρημέ­νη έννοια, διότι εμείς βαδίζοντας δια πίστεως καί μόνον, δεν ερευνούμε τα αποτελέσματα καί τα συναισθήματα πιστεύοντας ότι ό Θεός μας εϊλκυσε καί μας απέσπασε από την κοινωνία καί μας έφερε εδώ καί μας δίδαξε πρα­κτικά, όχι διδακτικά μόνο. Διότι ό Κύ­ριος μας Ίησο Χριστός ως άνθρωπος ήταν μοναχός. Βλέπετε ότι μετά την παρουσία του στον Ιορδάνη -πού έκεϊ μας αποκάλυψε το Τριαδολογικό μυστήριο, για να γνωρίσουμε που καί πώς να πιστεύουμε- αμέσως αποχώρη­σε δια της άποταγής στην έρημο. Καί ξεκίνησε στην έρημο με νηστεία, με αγρυπνία, με προσευχή, με παρθενία καί με ακτημοσύνη. Αυτός δεν είναι ό μοναχός; Αρα δεν δίδαξε ό Χριστός μας μόνο προφορικά, αλλά καί πρακτικά. Αυτός μας δίδαξε με ακριβή τρόπο αυτές τις αρετές. Διότι, μέσω αύτοΰ του πρακτικού τρόπου αποδείχθηκε ή από­λυτη προς τον Θεό στροφή καί αγάπη. Αν δεν τηρούμε τις εντολές, δεν εργα­ζόμαστε τις αρετές, τότε αναγκαστικά τα πάθη αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο. Οταν ό νους δεν αιχμαλωτίζεται από τα πάθη ό άνθρωπος αρκείται στις απα­ραίτητες ανάγκες της βιολογικής υπο­στάσεως. Ενα πιάτο φαΐ, ένα ύφασμα να τυλιχθοϋμε καί ένα δωμάτιο να κοι­μηθούμε μέσα. Άφοϋ αυτά είναι εκείνα τα όποια αύταρκοϋν στη βιολογική υπόσταση, πέραν τούτων ό νους δεν έχει δικαίωμα να στρέφεται πουθενά άλλου. Διότι ό νους είναι ή αιτία της αναπλάσεως, της αναστάσεως καί της επιτυχίας του θριάμβου καί του αγια­σμού. Επειδή από τον νου έγινε ή πτώση. Ό νους είναι το κεφάλαιο της προσωπικότητας. Ό νους είναι το κατ’ εικόνα καί όμοίωσιν. Μέλη έχουν καί τα ζώα. Ό νους, λοιπόν, είναι εκείνος ό όποιος επλανήθη καί δημιούργησε την πτώση καί τη φθορά. Τον νου αυτόν εξυγείανε ό Υιός του Θεοΰ του ζώντος, άφοϋ φόρεσε την ανθρώπινη φύση, α­ποδεικνύοντας μας πρακτικά την από­λυτη υποταγή καί εξάρτηση.

Τί χρειαζόταν στον Θεό Λόγο ή υ­ποταγή; «Μηδέν ων ήττον της πατρι­κής μεγαλωσύνης». Υποτάχθηκε για να μας δείξει τη βάση, το θεμέλιο. Οτι ή παρακοή, ό αυταρχισμός, ό έτσι θελητισμός, ή φιλαρέσκεια καί ή αυταρέ­σκεια, γεννήματα του εγωισμού, καί γενικά, της εμπάθειας, είναι εκείνα πού αιχμαλωτίζουν τον νου καί δεν τον αφήνουν να ενωθεί με τον Θεό. Εάν ό νους δεν ξυπνήσει όχι μόνο να ενωθεί με τον Θεό, αλλά καί να τον περικρατεϊ συνέχεια δια της έπικκλήσεως του θείου ονόματος του, δεν αφήνει ή θεία Χάρις. Για τον λόγο αυτόν, εμείς οι μο­ναχοί εδώ πού μένουμε, προσπαθούμε ακριβώς την επίτευξη της ελευθερίας από οποιεσδήποτε προφάσεις καί εφό­σον υπάρχουν τις περιορίζουμε, κρα­τώντας μόνο την αυτάρκεια της βιολο­γικής υποστάσεως. Καί τότε ό νους υποχρεωτικά επιστρέφει στον Θεό δια της άδειαλείπτου καί επιμόνου προ­σευχής, αλλά καί δια των υπολοίπων πρακτικών αρετών, της ταπεινοφροσύ­νης πού είναι το αντίθετο του εγωι­σμού, της εγκράτειας πού είναι το αντίθετο της άκρασίας καί της σπατά­λης καί γενικά της ακτημοσυνης, πού αποτελεί την ελευθερία του νου στο να μην δεσμεύεται σε κάτι εκτός από το να θυμάται τον Θεό, να τον αγαπά καί να προσπαθεί να Τον εύαρεστήσει.

Δεν σας φοβίζουν δηλαδή αυ­τοί οι εξωτερικοί παράγοντες, φορτηγά, μηχανές κ.λπ.;

Τούτα, κοιτάξτε, είναι τα μέσα τα όποια υπάρχουν πάντοτε στη ζωή του ανθρώπου. Ό άνθρωπος μετά την πτώση του ζούσε με πρωτόγονα μέσα· μεταχειρίστηκε την εξυπηρέτηση των ζώων. Καί τότε με τα ζώα καί τα πρό­χειρα μέσα της χειρωνακτικής εργα­σίας κατόρθωσε να επιβιώσει. Οταν όμως ό άνθρωπος άρχισε να αυξάνει τις δραστηριότητες του καί εισήλθε στη γνωσιολογία, άρχισε να επιζητεί βελτιωμένη την κοινωνική του ζωή, άρχισε να επινοεί καί τρόπους, εργα­λεία καί εξαρτήματα για να τον συ­ντηρούν. Ε, μέχρι σ’ ένα σημείο αυ­τάρκειας καλά είναι. Εάν όμως καί σ’ αυτά γίνεται παράχρηση, τότε αυτά γίνονται βλαβερά. Τώρα βέβαια εδώ στον Αθωνα, προσπαθούμε να μην επιζητούμε κάτι παραπάνω από τους ορούς της χρείας. Γίνεται όμως στην σύγχρονη εποχή να επανέλθουμε να έξυπηρετούμεθα με τα ζώα; Πρώτα , πρώτα ή σύγχρονη γενεά δεν μπορεί να το κάνει. Τα νέα παιδιά πού έρχο­νται τώρα δεν έχουν τέτοια δύναμη αύταπαρνήσεως καί φιλοπονίας, την οποία συναντήσαμε εμείς στους προ­γόνους μας. Τότε κατ’ ανάγκην δεν θα υστερήσουμε από τον σημερινό μονα­χό την προκοπή, επειδή δεν μπορεί τρόπον τινά να ύπερκουράζεται, αλλά θα βρούμε τρόπους πού να του ελαφρώσουμε την κοπιαστική ζωή του, την τριβή, ούτως ώστε να μην φύγει αυτός από το αγωνιστικό στάδιο της μετανοίας χάριν της υπερκοπώσεως καί έτσι να επιστρέψει, να ολιγοψυχήσει, να προδώσει. Όποτε μεταχειρι­στήκαμε την τεχνολογία, ή οποία δι­ευκολύνει την εξυπηρέτηση του αν­θρώπου. Εάν λοιπόν ή τεχνολογία δεν οδηγεί σε παράχρηση, αλλά είναι μέσα στους ορούς της χρείας, καί αυτή τότε αποτελεί ένα χρήσιμο μέσο πού διευκολύνει τον πνευματικό μας αγώ­να. Δεν της αποδίδουμε ούτε λατρεία, ούτε είμεθα υποχρεωμένοι, οΰτε δεμέ­νοι σ’ αυτήν, οΰτε μας αιχμαλωτίζει. Απλώς κάνουμε τη χρήση για να βελτιώσουμε τη ζωή μας στις σημερινές συνθήκες. Οταν σήμερα ένα παιδί έρ­χεται εδώ να γίνει μοναχός πού μόλις τελείωσε το Λύκειο καί ζούσε με πολ­λές ανέσεις, τώρα πώς θα περιμένεις από αυτόν κατευθείαν την περιεκτική φιλοπονία; Ε!, λοιπόν, για να μην του στερήσουμε την οδό του μοναχι­σμού, κατ’ ανάγκην θα μεταχειριστού­με την τεχνολογία, μετατρέποντας ευκολότερη τη διαμονή του, ώστε να βοηθηθεί να δώσει την καλή ομολογία προς τον Θεό.

Αγιορείτες μοναχοί, εκτός Α­γίου Ορους, μιλούν σε αίθου­σες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, συγγράφουν βιβλία, εκδίδουν -λευκώματα, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οδηγούν τζιπ. Ποια ή παρου­σία σας ανάμεσα στον κόσμο; Μπορούμε να μιλάμε για σύγ­χρονα διακονήματα καί σύγ­χρονους τρόπους ασκήσεως;

Οχι, αυτό δεν είναι για όλους. Εάν υπάρχουν μερικοί πού το κάνουν αυτό καί ειδικά νεώτεροι δεν είναι αξιέπαι­νο. Δεν ξέρουμε πού θα καταλήξουν, διότι χωρίς να είναι ολοκληρωμένοι κατά Θεόν, μπήκαν μέσα στα αίτια. Ποιος πιστεύει ότι θα διατηρηθεί ακέ­ραιος από τα αΐτα; Ομως δεν μπο-ρου με να είμαστε απόλυτοι. Οί πνευμα­τικοί άνθρωποι, φερειπεϊν ό δικός μας ό ηγούμενος -ό όποιος ουδέποτε βγαί­νει έξω γιατί το θέλει αυτός- το επι­τάσσει όμως μία υπηρεσία της Μονής, ή μπορεί να έχει προσκληθεί για να κάνει μία ομιλία. Βγαίνοντας έξω λοι­πόν, δεν παύει να εξασκεί και το πνευ­ματικό έργο του. Πεπειραμένος της πνευματικής ζωής, έχοντας την ίερωσύνη καί την πνευματική ιδιότητα ως λειτουργός, κάνει αυτήν την υπηρεσία, οπότε μπορώ να πω οτι αυτό είναι ωφέλιμο. Ουδέποτε εξ ίδιας θελήσεως, αλλά μόνο εάν πα­ρουσιαστεί ανάγκη. Το θέμα τώρα της συγγραφής, ξεκινή­σαμε καί εμείς οι ευτελείς, πα­ρόλη την ατέλεια μας, αλλά ουδέποτε κινηθήκαμε βάσει δικής μας επιλογής ή νοοτρο­πίας. Επειδή ζήσαμε κοντά σε ανθρώπους θεοφόρους, πνευματικούς, αγίους καί είδαμε καί ψηλαφήσαμε με τα χέρια μας καί τα μάτια μας το δρόμο του αγιασμού, την πράξη καί τη θεωρία, από την είσοδο ως το τέλος. Οταν κατ’ επανάληψη μας ρωτού­σαν καί μας ρωτούν να το περιγράψουμε, τους λέγαμε τα κατάλληλα. Μετά έπιμένανε. «Μα, θα τα ξεχάσουμε πάτερ. Δεν τα γράφετε σε κάποιο βι­βλίο;». Αυτή ή επιθυμία τους μας ανάγκασε να καθίσουμε καί να γράψουμε αυτά πού παραλάβαμε από τους αγίους γεροντάδες μας, χωρίς να προσθέσουμε τίποτα δικό μας. Ε!, αυτό επιβάλλεται.

Ποια ή προσφορά του ελληνικοϋ πνεύματος καί της ορθοδο­ξίας στο σύγχρονο γίγνεσθαι;

Κοιτάξτε, το θέμα της ορθοδοξίας είναι δογματικό καθήκον, δεν είναι θέμα επιλογής. Καί όποιος θέλει να βρεϊ τον εαυτό του, μόνον αυτός είναι ό δρόμος. «Εγώ ειμί ή άνάστασις καί ή ζωή» (Ίωάν. 11,25). Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Οποιος, λοιπόν, θέλει να βρεϊ την ανάσταση καί τη ζωή έχει αποκαλυφθεί καί αυτό βρίσκεται στην ορθο­δοξία. Τι είναι ή ορθοδοξία; Είναι το χάρισμα της καθόδου του Άγιου Πνεύ­ματος της Πεντηκοστής. Ή Όρθοδοξία ως δόγμα δεν δέχεται καμία προ­σθήκη ή αφαίρεση. Οποιος «κρατεί» λοιπόν την Όρθοδοξία, στέκεται, οποίος τη βρεϊ άνίσταται, όποιος την έχασε θα χαθεί. Δεν είναι θέματα σκέ­ψεων καί αποφάσεων καί ανθρώπινες επιλογές. Αυτή είναι ή πραγματικότη­τα. «»Οστις θέλει οπίσω μου έλθεϊν, άπαρνησάσθω εαυτόν» (Μάρ. 8,34). Κατάλαβες; «Ό έχων τάς έντολάς μου καί τηρών αύτάς, εκείνος εστίν ό αγαπών με… Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, καί ό Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, καί προς αυτόν έλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αϋτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14,21-23). Βλέπεις πώς φαίνεται καθαρά; Καί δεν μιλάμε με μισαλλοδοξία, αλλά φιλαληθώς. Είναι γεγονός ότι τη φυλή μας την ευλόγησε ό Κύριος μας από την παρουσία του, ενταύθα. Δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς αυτό. Οταν οι Ελληνες ζήτησαν από τους Αποστόλους να δουν τον Ίησο, τότε ό Κύριος μας είπε το αξιο­θαύμαστο: «Έλήλυθεν ή ώρα ϊνα δοξασθή ό Υιός του ανθρώπου» (βλ. Ίωάν. 12,20-23). Ενώ στους Εβραίους είπε: «’Αρθήσεται άφ’ υμών ή βασιλεία του Θεοϋ καί δοθήσεται έθνει ποιοϋντι τους καρπούς αυτής» (Ματθ. 21,43). Το έθνος αυτό είναι το ελληνικό. Απόδει­ξη ότι τοϋτο είναι αλήθεια, είναι ότι οί διάδοχοι των δώδεκα Αποστόλων ήταν Ελληνες καί οί Ελληνες μετέφε­ραν την αλήθεια του Ευαγγελί­ου στον «παγκόσμιο στίβο». Καί μόνον οί Ελληνες το κρα­τούν μέχρι σήμερα απαραχάρα­κτα. Δεν μιλάμε φυλετικά. Οποιος θέλει ας ερευνήσει την ιστορία. Τώρα, λοιπόν, ό υγιής ελληνισμός για να είναι υγιής πρέπει να είναι καί ορθόδοξος. Εάν κρατά αυτά τα δύο μαζί ό Ελληνας οπού καί να πάει πά­ντοτε είναι επωφελής, καί γίνε­ται υπόδειγμα άνιδιοτελείας καί χριστιανικής βιοτής.

Μας είπατε ότι αγαπάτε την ελ­ληνική οικογένεια καί πονάτε για τις ελληνικές οικογένειες. Γνωρίζετε την αγωνία πού έχει έξω ό κόσμος σήμερα;

Αυτό, παιδί μου, το κατάλαβα καί εγώ καί αφιέρωσα χρόνο για να το ερευνήσω καλά καί να κα­ταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα. Ξεκίνησα σαν μοναχός από 16 ετών… Είμασταν επτά αδέλφια, πέντε αγόρια καί δύο κορίτσια. Τα τέσσερα αγόρια ήταν στην Αμερική. Καί μάλιστα βρίσκονταν σε πολύ πλού­σιο τόπο καί ευκατάστατοι πάρα πολύ, στο Μαϊάμι της Φλόριντα. Καί τότε στην ηλικία αυτή πού ήμουν με προσκά­λεσαν να πάω για να σπουδάσω καί εγώ ετοιμαζόμουν. Ομως με έπιασε ή αγγλι­κή νομοθεσία, διότι έπρεπε να φεύγουν κάθε χρόνο ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Επειδή το ποσοστό είχε συμπληρωθεί, δεν μπορούσα να πάω, θα αργούσε πολύ ή σειρά μου. Τότε πλήρωσαν οί δικοί μου πολλά χρήματα για να αγοράσουμε τη θέση. Την αγοράσαμε τη θέση αύτη καί είχα έτοιμα στην τσέπη τα εισιτήρια καί όλα τα απαραίτητα χαρτιά για να φύγω. Τότε, κατά την «κρείττονα πρό­νοια του Θεοϋ», επισκέφθηκα ένα μονα­στήρι, αρκετά πνευματικό, στην πατρί­δα μου. Αν καί στο σπίτι μας είχαμε ηθικότατη ζωή, για το υψηλότερο θέμα του άγιασμοϋ δεν ξέραμε. Οταν λοιπόν πλησίασα τους μοναχούς καί τους ρώτη­σα για να μου ερμηνεύσουν τον τρόπο της ζωής τους, τόσο με συγκλόνισαν τα λόγια τους καί ή καθόλη παρουσία τους. Μετά μου έδειξαν τις εικόνες. «Παιδί μου, μου είπε κάποιος από αυ­τούς, αυτές τις εικόνες πού προσκύνη­σες, αυτούς πού λες αγίους καί είναι ά­γιοι καί έμεϊς τους προσκυνούμε καί τους κάνουμε εορτές, αυτοί από τοϋτο το δρόμο πέρασαν, αυτός ό δρόμος είναι πού τους ανέβασε έκεϊ, στον αγιασμό». Λέω: «Κύριε έλέησον! Καί σήμερα μπο­ρεί να γίνει τέτοιο πράγμα;» «Κάθε επο­χή παιδί μου· καί τώρα γίνεται!». Αυτό με συγκλόνισε. Τότε έβγαλα από την τσέπη μου τα διαπιστευτήρια, τα έσκι­σα, τα πέταξα στον φούρνο καί είπα: «Εδώ θα μείνω». «Μα είσαι μικρός!». «Δεν πειράζει, δοκιμάστε με να δείτε πώς θα σας κάνω υπακοή». Κάθισα δέκα χρόνια εκεί Χάριτι Χριστού, χωρίς να υποχωρήσω καί ωφελήθηκα πάρα πολύ, έπιασα όλο το νόημα της μονα­στικής παραδόσεως. Άλλα δεν αναπαυ­όμουν, γιατί υπήρχε ό κόσμος καί ήθελα να ‘ρθω στον Αθωνα για ανώτερη πνευματική ζωή. Άλλα τότε δεν επέτρε­παν ό πόλεμος του ’40 καί ότι επακο­λούθησε. Ετσι, το 1936 πήγα στο Μονα­στήρι Σταυροβουνίου στην Κύπρο καί το 1947 ήρθα στον Αθωνα. Από τότε μένω εδώ στο Άγιον Ορος. Μέχρι τα 45 μου δεν είχα μιλήσει ποτέ με γυναίκα. Δεν είχα βγεϊ έξω για να κάνω επαφές. Καί στον τόπο μου έκεϊ στην Κύπρο πού ήμουν καί στον Αθωνα πού ήρθα. Ε­ζησα πρώτα με τον οσιώτατο γέροντα μου, Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1959), δώ­δεκα χρόνια καί μετά σε ηλικία 45 ετών όταν αναγκάσθηκα να βρεθώ σε μετόχια μοναστηριών για πρώτη φορά ήρθα σ’ επαφή με την οικογένεια. Οταν είδα την οικογένεια σε τέτοια χάλια εγκαταλείψεως ολοκληρωτικής, πόνεσα. Καί είπα: «Βρε παιδιά, μήπως άραγε πρέπει καί έμεϊς να συμβάλλουμε σε κάτι, διότι εάν ξεριζωθεί ή οικογένεια πώς θα συνεχιστεί ή κοινωνία;». Ή σκέψη μου ήταν καλή, αλλά πάλι λέω πώς θα πλη­σιάσω την οικογένεια, εφόσον το ένα μέρος είναι ή γυναίκα καί εγώ τι σημαί­νει γυναίκα δεν ξέρω; Τότε λοιπόν άρχι­σα την έρευνα από την Άγια Γραφή, την αρχή της δημιουργίας με πάσαν λε­πτομέρεια μέχρι την πατερική γραμμα­τεία καί το πλήρωμα της θεολογίας της Εκκλησίας. Μετά όταν μιλούσα με πρε­σβυτέρες συζύγους καί μητέρες με δια­βεβαίωναν για τα συμπεράσματα μου. Ετσι κατάλαβα πώς λειτουργεί ή γυ­ναικεία νοοτροπία. Από τότε άρχισα να πλησιάζω την οικογένεια, καί να δίδω την έννοια της επιστροφής καί της σω­τηρίας. Το θέμα της διασπάσεως του ομαλού οικογενειακού βίου σήμερα, ειδικά σήμερα, το προκαλεί ό άνδρας. Επιμένω. Από την έρευνα πού έκανα, σαν είδος διατριβής μπορεί να πεϊ κα­νείς, ανακάλυψα ότι σε ποσοστό 85% οί άνδρες είναι οί υπεύθυνοι. Ή γυναίκα από τη φύση της, παιδί μου, είναι γέν­νημα καί προϊόν αγάπης καί επομένως δεν ζει χωρίς αγάπη. Αληθινή αγάπη. Δεν γελιούνται, είναι έξυπνες. Εάν ή αγάπη δεν είναι ειλικρινής, δεν πιστεύ­ουν. Οταν λοιπόν βρει ειλικρινή αγάπη από τον άνδρα της, τότε είναι σε θέση αυτοθυσίας καί ηρωισμού. Τότε έρχεται αρμονία στον οικογενειακό βίο. Άλλα υπάρχει καί κάτι άλλο μεγαλύτερο άπ’ αυτό. Ή αγάπη εν ονόματι της Χάριτος κάνει τα δύο ένα μετά το γάμο, «οϋκέτι είσί δύο, αλλά σαρξ μία» (Ματθ. 19,6). Έτσι επιδρά ή αγάπη ευεργετικά στα παιδιά σε τέτοιο βαθμό ώστε να γεννη­θούν με καλό χαρακτήρα.

Λοιπόν, σήμερα αναγκάζομαι να πω καί τοϋτο, κάπως τολμηρό μα με φέρνει ή ανάγκη να το πω, όταν κάθε μέρα ακούω «ή γυναίκα μου είναι έτσι, ή γυ­ναίκα μου είναι τέτοια, οι γυναίκες είναι σατανάδες…». Λέω: «Συγγνώμη, αγαπητέ μου, αυτή τη γυναίκα πού λες δεν την παντρεύτηκες ε­σύ;». «Ναι». «Καλά, όταν την παν­τρεύτηκες δεν βρήκες σ’ αυτήν όλη την αγάπη, την τρυφερότητα, την ευτυχία;» «Ναί». «Τώρα γιατί άλλαξες; Ή ϊδια είναι. Καί τότε πού παντρεύτηκες καί τώρα ή ίδια είναι. Βλέπεις, ότι εσύ φταις;».

Συνάντησα ένα ανδρόγυνο μια φορά μεγάλης ηλικίας, σχεδόν 80 ετών, πού είχαν μεταξύ τους πι­κρία καί ήθελε, αν ήταν δυνατόν, να σκοτώσει ό ένας τον άλλο. Τους λυπήθηκα, κάθησα κοντά τους καί άρχισα να ερευνώ καί είδα ότι από άγνοια το έπαθαν. Δεν γνώριζαν οΰτε το χριστιανι­σμό οΰτε περί ήθους, τίποτα. Οταν κάθισα καί τους μίλησα είδα ότι δέχονταν καί οτι τους έλεγα το άκουγαν. Έ!, άφοϋ προ­σπάθησα συνοπτικά να τους δείξω ότι ό άνθρωπος κατάγεται από τον Θεό καί έχει αιωνιότητα καί ότι δεν θα μείνουμε για πάντα στον κόσμο αυτό καί ότι ή συζυ­γία δεν διαλύεται εδώ, αλλά θα συνεχιστεί στην αιωνιότητα, συ­γκινήθηκαν, καί τα δέχτηκαν όλα αυτά. Εφυγα καί άφοϋ πέρασε λίγος καιρός μου στέλνουνε ένα γράμμα, στο όποιο μου γράψανε: «Γέροντα, είναι σαν να ξαναζούμε τον πρώτο μήνα του γάμου μας». Αυτοί πού ήθελαν να σφαγοΰν, να σφάξει ό ένας τον άλλο. Βλέπεις τις αποδείξεις;

Θα σας πω για ένα ακόμα χαρακτή­ρα πραγματικού συζύγου, πού πάρα πολύ δύσκολα τον συναντούμε στίς μέρες μας. Εμείς γνωρίσαμε όμως έναν. Κατά πάντα τέλειος χαρακτήρας, χρι­στιανός, πλήρως κοινωνικός. Αργησε να παντρευτεί, σχεδόν στα τριάντα του, όχι γιατί αποστρεφόταν, αλλά νόμιζε ότι έτσι έπρεπε. Καί τότε έκανε την προσευχούλα του με πίστη καί βρήκε μια κορούλα καί παντρεύτηκε. Ή κο­ρούλα ήταν μικρή, δέκα χρόνια μικρό­τερη άπ’ αυτόν. Μόλις την παντρεύ­τηκε άρχισε αύτη να κάνει αταξίες. Έ­κανε πώς δεν έβλεπε αυτός, νόμιζε πώς είναι κορούλα του καί αυτός πατέρας της. Είχαν όμως επιχειρήσεις μεγάλες στο εξωτερικό καί έπρεπε κατ’ ανά­γκην να πάνε έκεϊ, έστω καί προσωρι­νά. Την παίρνει λοιπόν καί έφυγαν. Οταν πήγαν έκεϊ αυτή πείσμωσε. Λέει: «Για να με χωρίσει από το περιβάλλον μου το ‘κανε. Εγώ θα τον αφήσω». Λοιπόν, τον παρατάει καί έφυγε. Ερ­χεται στην Ελλάδα καί πού πάει; Σ’ ένα από αυτά τα «καζίνα» καί ζούσε ως ελεύθερη γυναίκα επί αμοιβή. Αυ­τός, από την ήμερα πού έφυγε δεν έ­παυε κάθε μέρα να κάνει προσευχή με δάκρυα καί να επιμένει, να εκβιάζει τον Θεό: «Πανάγαθε δεν υποχωρώ, δεν θα σ’ αφήσω, εσύ μου έδωσες τη γυναίκα μου. «Παρά Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή». Θέλω τη σύζυγο μου. Εάν πλανήθηκε ή κορούλα πρέπει να χαθεί; Γιατί ήρθες εσύ στη γη; Δεν ήρθες να ανεύρεις το απολωλός, να θεραπεύσεις τον άρρωστο, να αναστήσεις τον νεκρό; Δεν υποχωρώ, δεν θα σ’ αφήσω ήσυχο. Θέλω τη γυναί­κα μου, να μου τη φέρεις πί­σω». Εκλαιε επί δύο χρόνια. Επέδρασε ή προσευχή καί τε­λικά ήρθε στον εαυτό της. «Πω, πω», ομολογούσε, «πρέπει να κάνει ό Θεός άλλη κόλαση, γιατί αυτή είναι για μένα μι­κρή!». Πιάνει καί του γράφει ένα γραματάκι καί του λέει: «Δεν τολμώ να σε ονομάσω, δεν έχω θέση. Αν επιστρέψω, με δέχεσαι σαν υπηρέτρια;». Α­παντάει αυτός: «Αγάπη μου, γιατί είπες αύτη τη λέξη καί με πλήγωσες; Δεν σε έστειλα για διακοπές καί περιμένω με λα­χτάρα την αγάπη μου να ‘ρθει στην αγκαλιά μου;» Πήγε λοι­πόν, την περίμενε στο αεροδρό­μιο, όπως συννενοήθηκαν. Ο­ταν βγήκε αυτή έξω καί τον εί­δε έπεσε κάτω καί άρχισε να χτυπιέται με κλάματα. Την πή­ρε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου, γιατί κάνεις έτσι καί με πληγώνεις; Σέ περίμενα με λα­χτάρα. Πάμε στο σπίτι μας, δεν χωρίσαμε ποτέ. Πάντοτε μαζί σου ή­μουν». Καί απεδείχθη υστέρα ότι έγινε πιστή σύζυγος αυτή ή κορούλα. Αύτη είναι ή θέση του άνδρα, του συζύγου. Αμα οί σύζυγοι είναι τέτοιοι, δείξε μου ποια γυναίκα είναι κακή;

Να σας ευχαριστήσουμε πολύ γέροντα, καί να εϋχεσθε για όλο τον κόσμο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Κατηγορίες. Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΣΗΦ ΤΟΝ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ
Αρέσει σε %d bloggers: