κατήχηση ιδ´ Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων

γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα, πάνω στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως «ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς καί καθίσαντα ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός». Γίνεται καί ἀνάγνωση ἀπό τήν πρώτη ᾿Επιστολή πρός Κορινθίους· «Σᾶς ὑπενθυμίζω, ἀδελφοί, τό Εὐαγγέλιο πού σᾶς κήρυξα» (Α´ Κορ. 15, 1) κ.τ.λ. «῞Οτι ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μέ τίς Γραφές» (Α´ Κορ. 15, 4) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν στόν ἴδιο στίχο.
Α´ . Εἶναι καιρός νά εὐφρανθεῖς ῾Ιερουσαλήμ καί νά πανηγυρίσετε ὅλοι ὅσοι ἀγαπᾶτε τόν ᾿Ιησοῦ (῾Ησ. 66, 10), διότι ἀναστήθηκε! Χαρεῖτε ὅλοι, ὅσοι προηγουμένως εἴχατε πένθος ὅταν ἀκούσατε ὅσα παράνομα καί ἐγκληματικά τόλμησαν νά πράξουν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. Διότι Αὐτός πού ἐκεῖνοι ἀτίμασαν ἀλαζονικά ἐδῶ δά, ἀναστήθηκε! Καί ὅπως τό νά ἀκούει κανείς γιά τή Σταύρωση εἶναι κάπως λυπηρό, ἔτσι ἡ καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως ἄς εὐφραίνει τούς παρόντες. Τό πένθος ἄς γίνει εὐφροσύνη καί ὁ θρῆνος ἄς μεταστραφεῖ σέ χαρά. Καί ἄς γεμίσει τό στόμα μας χαρά καί ἀγαλλίαση, γιατί ᾿Εκεῖνος, μετά τήν ᾿Ανάστασή Του, μᾶς εἶπε· «Νά χαίρεσθε» (Ματθ. 28, 9). Διότι διεπίστωσα τή λύπη πού εἶχαν τίς προηγούμενες ἡμέρες ὅσοι ἀγαποῦν τόν ᾿Ιησοῦ. ᾿Επειδή ὅσα λέγονταν εἶχαν τέλος τό θάνατο καί τήν Ταφή καί δέν ἀκούστηκε ἡ καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως, ἡ καρδιά τους περίμενε μέ ἱερή ἀγωνία νά ἀκούσει ἐκεῖνο πού ποθοῦσαν. ᾿Αναστήθηκε λοιπόν ὁ νεκρός, ὁ «ἐλεύθερος ἀνάμεσα στούς νεκρούς»1 (πρβλ. Ψαλμ. 87, 5) καί ἐλευθερωτής τῶν νεκρῶν. ᾿Εκεῖνος πού μέ ὑπομονή δέχτηκε νά φορέσει τό ἀτιμωτικό ἀκάνθινο στεφάνι, Αὐτός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε, φόρεσε τό διάδημα τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου.
Β´ . ᾿Αλλά ὅπως ἀκριβῶς παραθέσαμε τίς μαρτυρίες περί τοῦ Σταυροῦ, ἔτσι καί τώρα, ἔλα νά ἐπιβεβαιώσουμε καί νά παρουσιάσουμε τίς ἀποδείξεις περί τῆς ᾿Αναστάσεως. Διότι ὁ ᾿Απόστολος πού διαβάσαμε λέει· «ἐνταφιάστηκε καί ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μέ τίς Γραφές» (Α´ Κορ. 15, 4). Καί ἐφόσον ὁ ᾿Απόστολος μᾶς παραπέμπει στίς μαρτυρίες τῶν Γραφῶν, εἶναι καλό γιά μᾶς νά γνωρίσουμε τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας καί νά μάθουμε πρῶτα, ἄν οἱ θεῖες Γραφές μᾶς λένε ποιός εἶναι ὁ καιρός πού ἔγινε ἡ ᾿Ανάστασή Του. ῎Αραγε ἔγινε τό καλοκαίρι ἤ τό φθινόπωρο ἤ μετά τό χειμώνα καί σέ ποιό τόπο ἔγινε ἡ ᾿Ανάστασή Του καί ποιό εἶναι τό ὄνομα τοῦ τόπου πού διακηρύχτηκε ἀπό τούς λαμπρούς Προφῆτες ὡς τόπος τῆς ᾿Αναστάσεώς Του; Καί ἄν οἱ γυναῖκες, πού τόν ζητοῦσαν καί δέν τόν εὕρισκαν, ὅταν τόν βρῆκαν πάλι, χάρηκαν. ῞Ωστε ὅταν διαβάζεται τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, νά μή θεωροῦνται ὅτι εἶναι μύθοι ἤ ἐπικά πολύλογα καί φανταστικά ἀφηγήματα αὐτά πού μᾶς ἐξιστορεῖ.
Γ´ . ῞Οτι λοιπόν ἐνταφιάστηκε ὁ Σωτήρας τό ἀκούσατε σαφῶς στήν προηγούμενη διάλεξη πού ὁ προφήτης ῾Ησαΐας ἔλεγε· «Θά ἐπικρατήσει εἰρήνη στήν ταφή Του» (῾Ησ. 57, 2). Διότι μέ τήν ταφή Του ἔφερε εἰρήνη ἀνάμεσα στόν οὐρανό καί στή γῆ, ὁδηγώντας τούς ἁμαρτωλούς στό Θεό. Καί ὅτι «ὁ δίκαιος πάρθηκε ἀπό τά χέρια τῶν ἀδίκων» (῾Ησ. 57, 1). «Θά ἐπικρατήσει εἰρήνη στήν ταφή Του καί θά παραδοθοῦν οἱ πονηροί ὡς ἀντάλλαγμα γιά τό θάνατό Του» (῾Ησ. 53, 9). ᾿Επίσης ἡ προφητεία τοῦ ᾿Ιακώβ πού μᾶς λέει· «῎Επεσε καί κοιμήθηκε ὅπως κοιμᾶται τό λιοντάρι καί τό λιονταρόπουλό του, ποιός θά τόν ξυπνήσει;» (Γέν. 49, 9). Εἶναι καί τό παραπλήσιο χωρίο πού ὑπάρχει στό βιβλίο τῶν ᾿Αριθμῶν· «Κατακλίθηκε καί ἀναπαύθηκε, ὅπως τό λιοντάρι καί τό λιονταρόπουλό του» (᾿Αριθ. 24, 9). ᾿Αλλά καί ὁ Ψαλμός τό λέει καί τό ἔχετε ἀκούσει πολλές φορές· «Καί ἐπέτρεψες νά καταπέσω στό χῶμα τοῦ τάφου καί τοῦ θανάτου» (Ψαλμ. 21, 16). Γιά τόν τόπο ἤδη τό ἐπισημάναμε μ᾿ αὐτό πού λέει· «Κοιτάξτε πρός τήν πέτρα πού λατομήσατε» (῾Ησ. 51, 1). Τώρα στή συνέχεια, ἄς παρουσιάσουμε τίς μαρτυρίες γι᾿ αὐτή τήν ᾿Ανάστασή Του.
Δ´ . Λέει λοιπόν πρῶτα-πρῶτα στόν ἑνδέκατο Ψαλμό· «᾿Εξαιτίας τῆς κακοπάθειας τῶν φτωχῶν καί τῶν στεναγμῶν τῶν στερημένων καί καταπιεζομένων, θά ἀναστηθῶ τώρα, λέει ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 11, 16). ᾿Αλλά αὐτό τό χωρίο γιά μερικούς εἶναι ἀμφίβολο, ἐπειδή πολλές φορές ὁ Κύριος ξεσηκώνεται, γιά νά λάβει ἐκδίκηση ἀπό τούς ἐχθρούς.
῎Ελα ὅμως στό δέκατο πέμπτο Ψαλμό πού λέει σαφῶς· «Φύλαξέ με, Κύριε, διότι σέ Σένα στήριξα τίς ἐλπίδες μου» (Ψαλμ. 15, 1). Καί μετά ἀπό αὐτά· «Δέν θά συναθροίσω ποτέ λατρευτικές συνάξεις ἀπό ἀνθρώπους μολυσμένους μέ αἷμα ἀδικοχυμένο, οὔτε θά θυμηθῶ καί οὔτε θά ἀναφέρω μέ τά χείλη μου τά ὀνόματά τους» (Ψαλμ. 15, 4), διότι ἐμένα μέ ἀρνήθηκαν καί θεώρησαν βασιλιά τους τόν Καίσαρα. Καί συνεχίζει· «῎Εβλεπα τόν Κύριο πάντοτε μπροστά μου, πραγματικά ἦταν στά δεξιά μου, γιά νά μέ προστατεύει γιά νά μήν κλονιστῶ» (Ψαλμ. 15, 8). Καί λίγο παρακάτω· «᾿Ακόμη καί τή νύχτα μέ παιδαγωγοῦσαν οἱ νυγμοί τῆς συνειδήσεώς μου» (Ψαλμ. 15, 7). Μετά δέ ἀπό αὐτά σαφέστατα λέει· «Δέν θά ἐγκαταλείψεις τήν ψυχή μου στόν ἅδη, οὔτε θά ἐπιτρέψεις σ᾿ αὐτόν πού σοῦ εἶναι ἀφοσιωμένος νά δοκιμάσει τή φθορά καί τήν ἀποσύνθεση» (Ψαλμ. 15, 10). Δέν εἶπε, οὔτε θά ἐπιτρέψεις σ᾿ αὐτόν πού σοῦ εἶναι ἀφοσιωμένος νά δοκιμάσει θάνατο, γιατί τότε δέν θά πέθαινε, ἀλλά τί εἶπε; Τή φθορά καί τήν ἀποσύνθεση δέν βλέπω. ῞Οσο γιά τό θάνατο, δέν θά παραμείνω κάτω ἀπό τήν ἐξουσία του γιά πολύ. «Μέ ἔκανες νά γνωρίσω δρόμους ζωῆς μέσα στόν τάφο» (Ψαλμ. 15, 11). Καί νά, πού σαφῶς κηρύττεται ὅτι μετά τό θάνατο ἔρχεται ἡ ζωή.
῎Ελα καί στόν εἰκοστό ἔνατο Ψαλμό· «Θά σέ δοξάσω, Κύριε, διότι μέ προστάτευσες καί δέν ἔπεσα, ὥστε νά εὐφρανθοῦν οἱ ἐχθροί μου, βλέποντας τήν καταστροφή μου» (Ψαλμ. 29, 2). Τί εἶναι αὐτό πού σοῦ ἔκανε ὁ Κύριος; ᾿Από τούς ἐχθρούς γλύτωσες ἤ ἀπαλλάχτηκες ἀπό τίς μέλλουσες τιμωρίες; Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Ψαλμός σαφέστατα ἀναφέρει πιό κάτω· «Κύριε, ἔβγαλες ἀπό τόν ἅδη τήν ψυχή μου» (Ψαλμ. 29, 4). Προηγουμένως εἶπε «δέν θά ἐγκαταλείψεις στόν ἅδη τήν ψυχή μου», μέ προφητική ἐνόραση, καί ἐδῶ ἀναφέρει αὐτό πού πρόκειται νά γίνει, σάν νά ἔχει ἤδη γίνει· «῞Οτι ἔβγαλες τήν ψυχή μου ἀπό τόν ἅδη καί μέ ἔσωσες, γιά νά μήν εἶμαι ἀνάμεσα στούς νεκρούς πού κατεβαίνουν στό λάκκο τοῦ τάφου» (Ψαλμ. 29, 4). Πότε θά γίνει αὐτό τό γεγονός; «Τό ἑσπέρας θά διανυκτερεύσει μαζί μας ὁ κλαυθμός καί τό πρωί ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίαση» (Ψαλμ. 29, 6). Καί πραγματικά. ᾿Αργά τό βράδυ οἱ μαθητές εἶχαν θλίψη καί πένθος καί τό πρωί ἦρθε ἡ χαρά καί ἡ εὐφροσύνη τῆς ᾿Αναστάσεως.
Ε´ . Θέλεις νά μάθεις καί τόν τόπο; Λέει λοιπόν στό ῏Ασμα· «Κατέβηκα στόν κῆπο πού εἶναι οἱ καρυδιές» (῏Ασμα 6, 11). ῏Ηταν κῆπος καί ἐκεῖ ὅπου σταυρώθηκε. Τώρα βέβαια μπορεῖ νά καλλωπίστηκε πάρα πολύ μέ τίς βασιλικές ἐπιχορηγήσεις καί δωρεές, ἀλλά ἦταν κῆπος πρίν καί ἀκόμη καί τώρα παραμένουν τόσα στοιχεῖα χαρακτηριστικά πού τό φανερώνουν. «Κῆπος περιφραγμένος, πηγή σφραγισμένη» (῏Ασμα 4, 12) ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν· «Θυμηθήκαμε ὅτι ᾿Εκεῖνος ὁ πλάνος εἶπε, ἐνῶ ζοῦσε ἀκόμη, ὅτι μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες θά ἀναστηθῶ, δῶσε λοιπόν διαταγή νά ἀσφαλίσουν τόν τάφο» (Ματθ. 27, 63-64) καί τά περαιτέρω. «Καί οἱ ᾿Ιουδαῖοι πῆγαν καί ἀσφάλισαν τόν τάφο, δηλαδή σφράγισαν τήν ταφόπετρα καί ἔβαλαν φρουρά» (Ματθ. 27, 66). Καλά εἶπε γι᾿ αὐτούς κάποιος, ἀπευθυνόμενος πρός τόν ᾿Ιησοῦ· «Καί Σύ Κύριε, θά τούς ἀφήσεις ν᾿ ἀναπαύονται στή σιγουριά τους» (᾿Ιώβ 7, 18). «Ποιά εἶναι τώρα ἡ πηγή ἡ σφραγισμένη; ῎Η ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού ἑρμηνεύεται πηγή φρέατος μέ ζωντανό νερό;» (πρβλ. ῏Ασμα 4, 15). Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρας, γιά τόν ῾Οποῖο ἔχει γραφεῖ· «῞Οτι σέ Σένα ὑπάρχει ἀνεξάντλητη πηγή ζωῆς» (Ψαλμ. 35, 10).
ς´ . ᾿Αλλά τί λέει ὁ προφήτης Σοφονίας, σάν νά μιλάει ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος στούς Μαθητές Του; «῾Ετοιμαστεῖτε λοιπόν, ὀρθρίζετε διότι καταστράφηκαν καί τά τελευταῖα ὑπολείμματά τους». Καί εἶναι φανερό ὅτι ἐννοεῖ τούς ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν νά ἐπιδείξουν κανένα καρπό —κανένα ἔργο— πού νά φανερώνει ὅτι ἐπιθυμοῦν τή σωτηρία τους. Δέν ἔχουν νά ἐπιδείξουν οὔτε κάν κάποιους μικρούς καί ἀσήμαντους καρπούς πού θά μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν ἀπομεινάρια —καμπανάρια— ἀπό τόν τρύγο τοῦ ἀμπελιοῦ, ἐφόσον ξεριζώνεται ὁλοκληρωτικά τό ἀμπέλι τους (ἡ φυλή τους βγαίνει ὁριστικά ἔξω ἀπό τό χῶρο τῆς σωτηρίας).
Καί συνεχίζει στό ἴδιο κείμενο τοῦ Προφήτη καί λέει· «Γι᾿ αὐτό ὑπόμεινέ με, λέει ὁ Κύριος, μέχρι τήν ἡμέρα πού θά ἀναστηθῶ στό Μαρτύριο» (Σοφον. 3, 8). Βλέπεις ὅτι ὁ Προφήτης προγνώριζε ὅτι καί ὁ τόπος τῆς ᾿Αναστάσεως θά ἐπονομαστεῖ Μαρτύριο; Γιά ποιό λόγο λοιπόν, κατά τίς ὑπόλοιπες ᾿Εκκλησίες, νά μήν καλεῖται καί ὁ τόπος αὐτός τοῦ Γολγοθᾶ καί τῆς ᾿Αναστάσεως «᾿Εκκλησία» ἀλλά Μαρτύριο; ῎Ισως ὅμως νά ὀνομάζεται ἔτσι γιατί καί ὁ Προφήτης ἔτσι τό ὀνόμασε ὅταν εἶπε· «Μέχρι τήν ἡμέρα πού θά ἀναστηθῶ στό Μαρτύριο» (Σοφον. 3, 8).
Ζ´ . Καί ποιός εἶναι ἄραγε αὐτός πού θά ἀναστηθεῖ καί ποιό ξεχωριστό καί θαυμαστό γνώρισμα θά μαρτυρεῖ τήν ᾿Ανάστασή Του; Σαφῶς στή συνέχεια, λίγο παρακάτω, ὁ Προφήτης λέει· «Τότε θά μεταβάλω τίς γλῶσσες τῶν λαῶν καί θά τίς ἑνοποιήσω» (Σοφον. 3, 9). Καί τό λέει αὐτό, ἐπειδή μετά τήν ᾿Ανάσταση, μέ τήν κάθοδο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, δόθηκε στούς Μαθητές τό χάρισμα τῶν γλωσσῶν, (πρβλ. Πράξ. 2, 4), «ὥστε νά ὑπηρετοῦν ὅλοι τό ῎Ονομα τοῦ Κυρίου κάτω ἀπό ἕνα ζυγό ἑνωμένοι μέ τήν ἴδια πίστη καί τήν ἴδια λατρεία» (Σοφον. 3, 9). Καί ποιό ἄλλο ἱστορικό γεγονός, κατά τόν ἴδιο Προφήτη, θά φανερώνει ὅτι ὅλοι οἱ λαοί θά ὑπηρετοῦν τό ῎Ονομα τοῦ Κυρίου κάτω ἀπό ἕνα ζυγό; «᾿Από τούς πιό ἀπόμακρους ποταμούς τῆς Αἰθιοπίας οἱ λαοί θά μοῦ προσφέρουν θυσίες» (Σοφον. 3, 10). Γνωρίζεις αὐτό πού ἀναφέρεται στίς Πράξεις, τότε πού ἦλθε ὁ εὐνοῦχος ὁ Αἰθίοπας ἀπό τά πιό ἀπόμακρα ποτάμια τῆς Αἰθιοπίας (πρβλ. Πράξ. 8, 27). ῞Οταν λοιπόν, καί τήν ὥρα τῆς ᾿Ανάστασης καί τοῦ τόπου τό ἰδίωμα καί τά σημεῖα μετά τήν ᾿Ανάσταση, μᾶς ἀναφέρουν οἱ Γραφές, βεβαιώσου γιά τήν ᾿Ανάσταση καί κανένας νά μή σέ κλονίσει ἀπό τό νά ὁμολογεῖς ὅτι ὁ Χριστός ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε.
Η´ . ῎Εχεις ὅμως καί ἄλλη μαρτυρία στόν ὀγδοηκοστό ἕβδομο Ψαλμό, ὅπου ὁ Χριστός λέει μέ τά λόγια τῶν Προφητῶν. Διότι αὐτός ὁ ῎Ιδιος πού τότε μιλοῦσε, μετά, ὅταν ἦρθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἦρθε στή γῆ. «Κύριε, Σύ πού εἶσαι ὁ Θεός καί Σωτήρας μου, φώναξα πρός ᾿Εσένα ἱκετευτικά ὁλόκληρη τήν ἡμέρα καί κατά τή διάρκεια τῆς νύχτας» (Ψαλμ. 87, 2). Καί μετά ἀπό λίγο λέει· «Κατάντησα σάν ἕνας ἄνθρωπος ἀβοήθητος, ἐλεύθερος ἀνάμεσα στούς νεκρούς» (Ψαλμ. 87 5). Δέν εἶπε κατάντησα ἄνθρωπος ἀβοήθητος, ἀλλά σάν ἄνθρωπος ἀβοήθητος. Διότι σταυρώθηκε ὄχι ἀπό ἀδυναμία, ἀλλά μέ τή θέλησή Του. Καί ὁ θάνατος δέν προῆλθε ἀπό ἀκούσια ἀσθένειά Του. «Συγκαταριθμήθηκα μέ τούς νεκρούς πού κατεβαίνουν στό λάκκο τοῦ τάφου» (Ψαλμ. 87, 5). Καί ποιό εἶναι ἐκεῖνο τό σημεῖο, πού θά μποροῦσε αὐθεντικά νά μᾶς βεβαιώσει ὅτι ὅλα αὐτά ἀναφέρονται στόν Κύριο; Εἶναι τό «ἀπομάκρυνες τούς γνωστούς μου ἀπό κοντά μου» (Ψαλμ. 87, 9), διότι φύγανε μακριά οἱ Μαθητές τήν ὥρα τοῦ Πάθους. «Μήπως θά ἐπιτελέσεις τά θαύματά σου στούς νεκρούς;» (Ψαλμ. 87, 11). ῎Επειτα λίγο παρακάτω· «Γι᾿ αὐτό καί ἐγώ, Κύριε, φώναξα ἱκετευτικά πρός ἐσένα καί τό πρωί ἡ προσευχή μου θά σέ προφθάσει» (Ψαλμ. 87, 14). Βλέπεις πῶς μᾶς φανερώνουν οἱ Προφῆτες τόν ἁρμόδιο καιρό, πού ἦρθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί γιά τό Πάθος καί γιά τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Κυρίου;
Θ´ . Καί ἀπό ποῦ ἀναστήθηκε ὁ Σωτήρας; Λέει στό ῏Ασμα ᾿Ασμάτων· «Σήκω, ἡ ἀγαπητή μου, καί ἔλα» (῏Ασμα 2, 10). Καί στά ἑπόμενα· «Στή στέγη τῆς πέτρας» (῏Ασμα 2, 14). «Στέγη τῆς πέτρας» ἐννοεῖ αὐτό τό βαθούλωμα, πού ἔμοιαζε σάν προστέγασμα καί ὑπῆρχε τότε μπροστά στή θύρα τοῦ σωτηρίου μνήματος, λαξευμένο πάνω στήν ἴδια τήν πέτρα, καθώς συνηθίζουν ἐδῶ νά κάνουν μπροστά στά μνήματα. Τώρα δέν φαίνεται, ἐπειδή ἀφαιρέθηκε αὐτό τό προστέγασμα, γιά νά ἔχουμε τήν παρούσα καλαισθησία. Διότι, πρίν νά τό ἐξωραΐσει ἡ καλή διάθεση τοῦ βασιλιᾶ αὐτό τό μνῆμα, ὑπῆρχε προστέγασμα μπροστά στήν πέτρα.
᾿Αλλά ποῦ εἶναι ἡ πέτρα πού ἔχει τό προστέγασμα; ῎Αραγε στά μέσα τῆς πόλεως βρίσκεται ἤ στά τείχη καί στά ἐξωτερικά περιτειχίσματα τῆς πόλεως; Καί σέ ποιό μέρος ἀπό τά δύο, στά ἀρχαῖα τείχη ἤ στό προτείχισμα πού ἔγινε ἀργότερα; Λέει λοιπόν στό ῏Ασμα· «Στό προστέγασμα τῆς πέτρας πού ἐφάπτεται στό προτείχισμα» (῏Ασμα 2, 14).
Ι´ . Ποιά ἐποχή ἀναστήθηκε ὁ Σωτήρας; ῎Αραγε ἦταν καλοκαίρι ἤ ἄλλη ἐποχή; Στό ἴδιο πάλι τό βιβλίο, στό ῏Ασμα ᾿Ασμάτων, λίγο πιό πρίν ἀπ᾿ αὐτά πού προηγουμένως ἀναφέραμε, λέει· «῾Ο χειμώνας πέρασε. Πέρασε πιά ἡ ἐποχή τῶν βροχῶν· τό νερό ξαναμαζεύεται στά σύννεφα. Τά λουλούδια ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους στή γῆ, ὁ καιρός τοῦ κορφολογήματος ἦρθε» (πρβλ. ῏Ασμα 2, 11-12). Αὐτή λοιπόν δέν εἶναι ἡ ἐποχή, πού ἡ γῆ εἶναι γεμάτη λουλούδια καί οἱ ἀμπελουργοί κορφολογοῦν τά ἀμπέλια; Βλέπεις ὅτι μᾶς λέει πώς εἶχε περάσει ὁ χειμώνας; ῾Ο μήνας λοιπόν, πού ἀναφέρει ὅτι ἦταν τότε, εἶναι ὁ ᾿Απρίλιος, ἑπομένως ἦταν ἄνοιξη. ῾Η ἐποχή ἦταν αὐτή καί ἦταν ὁ πρῶτος μήνας γιά τούς ῾Εβραίους, ὅπου γιορτάζεται ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα, πού τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συμβολικά, προτύπωνε τό Πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης, τό ὁποῖο εἶναι τό πραγματικό πέρασμα, ἀπό τή φθορά στήν ἀφθαρσία, ἡ πραγματική νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου.
Μιά τέτοια ἐποχή δημιουργήθηκε ὁ κόσμος Τότε ἦταν πού εἶπε ὁ Θεός· «᾿Από τήν ξερή γῆ νά βγοῦν ὅλα τά εἴδη τῆς χλόης καί τῆς θαμνώδους βλάστησης καί τό κάθε εἶδος ἀπ᾿ αὐτά ἄς ἔχει τό δικό του σπόρο, ὥστε τό ἴδιο νά διαιωνίζεται, χωρίς νά χάνει τά ἰδιαίτερα γνωρίσματά του» (Γέν. 1, 11). Καί τώρα, ὅπως βλέπεις, κάθε φυτρωμένο φυτό σχηματίζει τούς σπόρους του. Καί ὅπως τότε ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἥλιο καί τή σελήνη καί ὅρισε κατά τέτοιο τρόπο τήν τροχιά τους, ὥστε σέ μιά ὁρισμένη χρονική περίοδο νά ἔχουν ἴση διάρκεια τή νύχτα καί τήν ἡμέρα, ἔτσι καί πρίν λίγες ἡμέρες εἴχαμε ἰσημερία. Τότε εἶπε ὁ Θεός· «῎Ας δημιουργήσουμε ἄνθρωπο κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσή μας» (Γέν. 1, 26). Καί ἔλαβε ὁ ἄνθρωπος τό «κατ᾿ εἰκόνα», ἀλλά τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τό ἀμαύρωσε μέ τήν παρακοή. Τήν ἐποχή λοιπόν πού τό ἔχασε τοῦτο, τήν ἴδια ἐποχή ἔγινε καί ἡ διόρθωση. Τήν ἴδια ἐποχή δηλαδή πού ὁ ἄνθρωπος μέ τήν παρακοή διώχτηκε ἀπό τόν Παράδεισο, τήν ἴδια ἐποχή καί αὐτός πού πίστεψε, μέ τήν ὑπακοή, εἰσῆλθε πάλι στόν Παράδεισο. Τήν ἴδια λοιπόν ἔποχή πού ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος, τήν ἴδια καί σώθηκε2, τήν ἄνοιξη, τότε πού ἀνθίζουν τά φυτά καί τότε πού γινόταν τό κορφολόγημα (πρβλ. ῏Ασμα 2, 12).
ΙΑ´ . ῾Ο τόπος τῆς ταφῆς3 ἦταν κῆπος, καί ῎Αμπελος ἦταν Αὐτός πού φυτεύθηκε. Μᾶς τό ἔχει πεῖ· «᾿Εγώ εἶμαι ἡ ῎Αμπελος» (᾿Ιωάν. 15, 1). Φυτεύθηκε φυσικά στή γῆ, γιά νά ἐκριζωθεῖ ἡ κατάρα πού δόθηκε ἐξαιτίας τοῦ ᾿Αδάμ, ὅτι ἡ γῆ θά φυτρώνει ἀγκάθια καί τριβόλια (πρβλ. Γέν. 3, 18). Βλάστησε ἀπό τή γῆ ἡ ἀληθινή ῎Αμπελος, γιά νά βρεῖ τόπο αὐτό πού ἔχει γραφεῖ· «᾿Αλήθεια ἀπό τή γῆ ἀνέτειλε καί ἀπό τόν οὐρανό κατέβηκε δικαιοσύνη» (Ψαλμ. 84, 12). Καί τί πρόκειται νά πεῖ ᾿Εκεῖνος πού ἐνταφιάστηκε στόν κῆπο; «Τρύγησα τήν εὐωδιαστή σμύρνα μου μέ τά ἀρώματά μου» (῏Ασμα 5, 1). Καί σέ ἄλλο σημεῖο· «Σμύρνα καί ἀλόη μέ ὅλα τά ἄλλα ἐξαίρετα ἀρώματα» (πρβλ. ῏Ασμα 4, 14). Αὐτά εἶναι βέβαια τά σύμβολα τοῦ ἐνταφιασμοῦ. Καί στό Εὐαγγέλιο ἔχει γραφεῖ· ῏Ηλθαν οἱ γυναῖκες πρός τό μνῆμα, φέρνοντας μαζί τους τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν» (πρβλ. Λουκ. 24, 1). Καί ὁ Νικόδημος ἦλθε κρατώντας μίγμα σμύρνας καί ἀλόης (πρβλ. ᾿Ιωάν. 19, 39). Καί στή συνέχεια στό ἴδιο βιβλίο ἔχει γραφεῖ· «῎Εφαγα τόν ἄρτο μου μαζί μέ τό μέλι μου» (῏Ασμα 5, 1). Τό πικρό τό ἔφαγε πρίν τό πάθος καί τό γλυκύ μετά τήν ᾿Ανάσταση. ῎Επειτα λέει· ᾿Αναστημένος πιά εἰσῆλθε ἀνάμεσα ἀπό τίς κλειστές πόρτες (πρβλ. ᾿Ιωάν. 20, 19. 26), ἀλλά ἀμφέβαλλαν γι᾿ Αὐτόν. «Διότι νόμιζαν ὅτι βλέπουν φάντασμα» (Λουκ. 24, 37). ᾿Εκεῖνος ὅμως τούς εἶπε· «Ψηλαφῆστε με καί θά δεῖτε» (Λουκ. 24, 39). «Βάλτε τά δάχτυλά σας στό σημάδι πού ἔχουν ἀφήσει τά καρφιά» (πρβλ. ᾿Ιωάν. 20, 25), πράγμα πού ἐπιζητοῦσε ἀργότερα ὁ Θωμᾶς νά κάνει. Καί ἐνῶ ἀκόμα αὐτοί ἀπιστοῦσαν ἀπό τή χαρά τους καί θαύμαζαν, τούς εἶπε· «῎Εχετε ἐδῶ, τίποτε φαγώσιμο; Καί αὐτοί τότε τοῦ ἔδωσαν ἕνα μέρος ἀπό ψητό ψάρι καί κηρήθρα ἀπό μελίσσι» (Λουκ. 24, 41-42). Βλέπεις πῶς ἐκπληρώθηκε αὐτό πού εἶπε· «ἔφαγα τόν ἄρτο μου μαζί μέ τό μέλι μου»; (῏Ασμα 5, 1).
ΙΒ´ . ᾿Αλλά πρίν νά εἰσέλθει «ἀνάμεσα ἀπό τίς κλειστές πόρτες» (᾿Ιωάν. 20, 19.26), οἱ θαυμάσιες ἐκεῖνες καί ἀνδρεῖες γυναῖκες Τόν ζητοῦσαν. Ζητοῦσαν τό Νυμφίο καί θεραπευτή τῶν ψυχῶν τους. ῏Ηλθαν οἱ εὐλογημένες ἐκεῖνες στόν τάφο (πρβλ. Ματθ. 28, 1) καί ζητοῦσαν τόν ᾿Αναστημένο4. Καί τά δάκρυα ἀπό τά μάτια τους ἀκόμα ἔσταζαν, ἐνῶ θά ἔπρεπε μᾶλλον νά εὐφραίνονται καί νά χορεύουν γιά τόν ᾿Αναστημένο Χριστό. ῏Ηρθε ἡ Μαρία (πρβλ. Ματθ. 28, 1) καί Τόν ζητοῦσε, κατά τό Εὐαγγέλιο, καί δέν Τόν εὕρισκε, ἀλλά στή συνέχεια ἄκουσε ἀπό τούς ᾿Αγγέλους ὅτι ἀναστήθηκε καί κατόπιν εἶδε τόν Χριστό. Μήπως ὅμως καί αὐτά τά βρίσκουμε κάπου γραμμένα; Λέει λοιπόν στό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων· «Στήν κλίνη μου, τή νύχτα, ζήτησα Αὐτόν πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου» (῏Ασμα 3, 1). Ποιά ὥρα; «Στήν κλίνη μου, τή νύχτα, ζήτησα Αὐτόν πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου» (῏Ασμα 3, 1). ῾Η Μαρία, λέει, «ἦρθε ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτάδι» (πρβλ. ᾿Ιωάν. 20, 1). «Στήν κλίνη μου ἐνῶ ἤμουν, τή νύχτα τόν ζήτησα, ἀλλά δέν τόν βρῆκα πουθενά» (῏Ασμα 3, 1). Καί στό Εὐαγγέλιο λέει ἡ Μαρία· «Σήκωσαν τόν Κύριό μου, καί δέν ξέρω ποῦ τόν ἔβαλαν» (᾿Ιωάν. 20, 13). Οἱ ῎Αγγελοι ὅμως πού τότε βρίσκονταν στό κενό μνημεῖο, τίς βοήθησαν νά γνωρίσουν ὅσα ἀγνοοῦσαν. Τούς ἔλεγαν λοιπόν· «Τί ζητᾶτε τόν Ζωντανό ἀνάμεσα στούς νεκρούς;». ῎Οχι μόνο ἀναστήθηκε, ἀλλά ἀνέστησε μέ τή δύναμή Του καί ἄλλους νεκρούς. Αὐτή ὅμως τά ἀγνοοῦσε αὐτά καί γιά τό λόγο αὐτό τό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων, θέλοντας νά τήν ἀντιπροσωπεύσει, παρουσιάζεται νά λέει στούς ᾿Αγγέλους· «Μήπως εἴδατε Αὐτόν πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου; ᾿Αλλά λίγο εἶχα, ὅταν ἀπομακρύνθηκα ἀπ᾿ αὐτούς» (῏Ασμα 3, 3-4), δηλαδή τούς δύο ᾿Αγγέλους, «καί βρῆκα Αὐτόν πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου. Τόν κράτησα καί δέν Τόν ἄφησα» (῏Ασμα 3, 4).
ΙΓ´ . Μετά ὅμως ἀπό τήν ὀπτασία τῶν ᾿Αγγέλων ὁ ᾿Ιησοῦς ἦρθε καί παρουσιάστηκε μόνος Του καί τούς εἶπε, ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο· «Καί νά, ὁ ᾿Ιησοῦς συνάντησε τίς γυναῖκες λέγοντας· Χαίρετε! Καί αὐτές ἔτρεξαν πρός Αὐτόν καί κράτησαν τά πόδια Του» (Ματθ. 28, 9). Κράτησαν Αὐτόν γιά νά ἐκπληρωθεῖ αὐτό πού εἶπε στό ῏Ασμα· «Θά Τόν κρατήσω καί δέν θά Τόν ἀφήσω πιά» (῏Ασμα 3, 4). ᾿Ασθενικό ἦταν τῆς γυναίκας τό σῶμα, ἀνδρεῖο ὅμως τό φρόνημά της. «Τό νερό πολύ, ἀλλά δέν ἔσβησε τήν ἀγάπη, οὔτε οἱ ποταμοί τήν ἔπνιξαν» (πρβλ. ῏Ασμα 8, 7). Νεκρός ἦταν ὁ Ποθούμενος, ἀλλά δέν σβήστηκε ἡ ἐλπίδα τῆς ᾿Αναστάσεως.
Καί ὁ ῎Αγγελος λέει πρός αὐτές πάλι· «Μή φοβᾶσθε ἐσεῖς» (Ματθ. 28, 5). Δέν λέω στούς στρατιῶτες μή φοβᾶσθε, ἀλλά σέ σᾶς. ᾿Εκεῖνοι ἄς φοβηθοῦν, ὥστε μέ τήν ἐμπειρία αὐτή νά μάθουν καί νά δώσουν μαρτυρία καί νά ποῦν· «᾿Αληθινά, ἦταν Υἱός Θεοῦ» (Ματθ. 27, 54). ᾿Εσεῖς δέν χρειάζεται νά φοβᾶσθε, «διότι ἡ τέλεια ἀγάπη διώχνει τό φόβο» (Α´ ᾿Ιωάν. 4, 18). «Πηγαίνετε νά πεῖτε στούς Μαθητές ὅτι ἀναστήθηκε» (Ματθ. 28, 7) κ.τ.λ. Καί ἀναχωροῦν ἐκεῖνες γεμάτες χαρά καί φόβο5 (πρβλ. Ματθ. 28, 8. Μάρκ. 16, 8). Μήπως καί αὐτό εἶναι κάπου γραμμένο; Λέει λοιπόν ὁ δεύτερος Ψαλμός πού ἐξαγγέλλει τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ· «Δουλέψατε στόν Κύριο μέ φόβο καί ἄς ἀγαλλιάσει, ἡ ψυχή σας μέ τρόμο» (Ψαλμ. 2, 11). Νά ἀγαλλιάσει, δηλαδή ἡ ψυχή σας, γιά τόν ᾿Αναστημένο Κύριο, ἀλλά μέ τρόμο. Καί τό λέει γιά τό σεισμό πού ἔγινε καί τόν ῎Αγγελο πού φανερώθηκε σάν ἀστραπή.
ΙΔ´ . Σφράγισαν βέβαια οἱ ᾿Αρχιερεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι τόν Τάφο μέ τήν ἄδεια καί τή βοήθεια τοῦ Πιλάτου, οἱ γυναῖκες ὅμως εἶδαν τόν ᾿Αναστημένο Χριστό. Καί γνωρίζοντας ὁ ῾Ησαΐας τήν ἀβάσιμη καί ἄκαρπη πίστη τῶν ᾿Αρχιερέων ἀπό τή μιά καί τή σταθερότητα τῆς πίστεως τῶν γυναικῶν ἀπό τήν ἄλλη, λέει· «᾿Ελᾶτε ἐδῶ ἐσεῖς, γυναῖκες πού εἴχατε τήν ἐμπειρία τῆς θέας τοῦ ᾿Ιησοῦ, διότι ὁ λαός αὐτός εἶναι λαός χωρίς σύνεση» (῾Ησ. 27, 11). Οἱ ᾿Αρχιερεῖς δέν συνετίζονται καί οἱ γυναῖκες βλέπουν μέ τά ἴδια τους τά μάτια τόν Κύριο6. ῞Οταν δέ πάλι γύρισαν στήν πόλη οἱ στρατιῶτες καί ἀνέφεραν στούς ᾿Αρχιερεῖς ὅσα εἶχαν γίνει (πρβλ. Ματθ. 28, 11), αὐτοί τούς ἀπάντησαν· «Νά πεῖτε πώς οἱ Μαθητές Του ἔκλεψαν τό σῶμα Του, ἐνῶ ἐμεῖς κοιμόμασταν» (Ματθ. 28, 13). ῾Επομένως πολύ καλά ὁ προφήτης ῾Ησαΐας προφήτεψε καί αὐτή τήν ἐνέργεια τῶν ᾿Αρχιερέων καί ἔβαλε στό στόμα τῶν στρατιωτῶν νά τούς λένε αὐτά τά λόγια· «᾿Εσεῖς μᾶς ζητᾶτε νά πλανήσουμε τό λαό τοῦ Θεοῦ μιά ἀκόμα φορά» (πρβλ. ῾Ησ. 30, 10).
᾿Εξεγέρθηκε ὁ ᾿Αναστάς καί μέ ἕνα ποσό χρημάτων ἐξαγόρασαν τούς στρατιῶτες. Δέν μποροῦν ὅμως νά πάρουν μέ τό μέρος τους καί τούς τωρινούς βασιλεῖς. Καί τότε βέβαια οἱ στρατιῶτες, χάρη τῶν χρημάτων, πρόδωσαν τήν ἀλήθεια. Οἱ τωρινοί ὅμως βασιλεῖς, χάρη τῆς εὐσέβειας, κόσμησαν μέ ἀργυρές καί χρυσές ἐγκόλλητες παραστάσεις τήν ἁγία αὐτή ᾿Εκκλησία τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεοῦ, ὅπου βρισκόμαστε καί τή λάμπρυναν μέ κειμήλια ἀπό χρυσό καί ἀσήμι καί ἄλλους πολύτιμους λίθους.
«Καί ἄν τυχόν ἀκούσει ὁ ἡγεμόνας κάτι ἀπό αὐτά, ἐμεῖς θά τόν πείσουμε ὅτι δέν εἶναι ἔτσι» (Ματθ. 28, 14). Μπορεῖ ἐκείνους νά τούς πείθετε, τήν οἰκουμένη ὅμως ὁλόκληρη δέν μπορεῖτε νά τήν πείσετε! Γιατί, τότε πού ὁ Πέτρος βγῆκε ἀπό τή φυλακή, καταδικάστηκαν οἱ φύλακες, καί τώρα δέν καταδικάστηκαν παρόμοια αὐτοί πού φύλαγαν τόν Χριστό; Διότι τότε σ᾿ ἐκείνους ἔπεσε πάνω τους ἡ καταδίκη τοῦ ῾Ηρώδη, ἐπειδή δέν εὕρισκαν τρόπο νά ἀπολογηθοῦν λόγω τῆς ἄγνοιάς τους. Αὐτοί ὅμως τώρα, ἄν καί ἤξεραν τήν ἀλήθεια —καί τήν ἔκρυψαν, χάρη τῶν χρημάτων— διασώθηκαν ἀπό τούς ᾿Αρχιερεῖς. ᾿Αλλά λίγοι μόνο ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους τότε πίστεψαν σ᾿ αὐτούς, ὁ κόσμος ὅμως, ἀπό τότε μέχρι σήμερα, ἔχει δεχτεῖ καί δέχεται τό γεγονός τῆς ᾿Αναστάσεως. Αὐτοί πού ἔκρυψαν τήν ἀλήθεια χάθηκαν καί ὅποιοι τή δέχτηκαν ἔζησαν7 μέ τή δύναμη τοῦ Σωτήρα, πού δέν ἀναστήθηκε μόνο ὁ ῎Ιδιος ἀπό τούς νεκρούς, ἀλλά συνανέστησε καί ἄλλους νεκρούς. Γι᾿ αὐτούς σαφῶς ὁ προφήτης ᾿Ωσηέ λέει· «Θά μᾶς θεραπεύσει σέ δύο ἡμέρες καί τήν τρίτη ἡμέρα θά ἐγερθοῦμε καί θά ζήσουμε μέσα στήν παρουσία καί τή Χάρη Του» (᾿Ωσ. 6, 2).
ΙΕ´ . ᾿Επειδή λοιπόν δέν πείθουν οἱ θεῖες Γραφές τούς ἀντιδραστικούς καί ἀντιρρησίες ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι ξεχνοῦν ὅλα ὅσα εἶναι γραμμένα καί ἀντιλένε σχετικά μέ τήν ᾿Ανάσταση τοῦ ᾿Ιησοῦ, θά ἦταν καλό αὐτούς, κάπως ἔτσι νά τούς ἀντικρούσουμε· Γιά ποιό λόγο, ἐνῶ ὑποστηρίζετε ὅτι ὁ ᾿Ελισσαῖος καί ὁ ᾿Ηλίας ἀνέστησαν νεκρούς, γιά τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Σωτήρα μας ἀντιδρᾶτε; ᾿Αντιδρᾶτε, διότι δῆθεν τώρα δέν ἔχουμε μάρτυρες νά μᾶς ἐπιβεβαιώσουν τά λεγόμενα; Φέρτε μας, λοιπόν, καί ἐσεῖς μάρτυρες γιά τά γεγονότα πού ἔγιναν τότε. ᾿Αλλά θά πεῖτε ὅτι ἐκεῖνο ἔχει γραφεῖ. Καί τοῦτο ὅμως ἔχει γραφεῖ! Γιατί λοιπόν τό ἕνα τό ἀποδέχεσθε καί τό ἄλλο τό ἀπορρίπτετε; Οἱ ῾Εβραῖοι τά ἔγραψαν ἐκεῖνα! Καί οἱ ᾿Απόστολοι, ὅλοι τους, ἦταν ῾Εβραῖοι! Γιατί λοιπόν δέν πιστεύετε στούς ᾿Ιουδαίους; ῾Ο Ματθαῖος πού ἔγραψε τό Εὐαγγέλιο τό ἔγραψε στήν ῾Εβραϊκή γλώσσα καί ὁ Παῦλος ὁ ἀπόστολος «ἦταν ῾Εβραῖος ἀπό ῾Εβραίους» (Φιλιπ. 3, 5). Καί οἱ δώδεκα ᾿Απόστολοι πάλι ἀπό τούς ῾Εβραίους κατάγονταν. ῎Επειτα δεκαπέντε ῾Ιεροσολυμίτες ἐπίσκοποι ἀπό τούς ῾Εβραίους διαδοχικά κατέλαβαν τό θρόνο αὐτῆς τῆς ᾿Επισκοπῆς. Γιά ποιό λόγο λοιπόν ἀποδέχεσθε τά δικά σας καί τά δικά μας τά ἀπορρίπτετε, ἐνῶ καί αὐτά εἶναι γραμμένα ἀπό τούς ῾Εβραίους, τούς δικούς σας;
ΙϚ´ . ᾿Αλλά εἶναι ἀδύνατο, λέει κάποιος, νά ἀναστηθοῦν νεκροί. Καί ὅμως ὁ ᾿Ελισσαῖος ἀνέστησε δύο φορές καί ἐνῶ ζοῦσε καί ὅταν πέθανε. ῎Επειτα πιστεύουμε ὅτι ἐνῶ ὁ ᾿Ελισσαῖος ἦταν νεκρός, μόλις τοῦ ἔριξαν ἐπάνω του ἐκεῖνον τόν ἄλλο νεκρό καί τόν ἀκούμπησε, ἀναστήθηκε καί ὁ Χριστός δέν μποροῦσε νά ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς; ᾿Αλλά στήν περίπτωση τοῦ ᾿Ελισσαίου, ὁ νεκρός, μόλις τόν ἀκούμπησε, ἀναστήθηκε καί αὐτός πού τόν ἀνέστησε ἔμεινε νεκρός. ᾿Εδῶ ὅμως καί ὁ ῎Ιδιος ὁ νεκρός ὁ δικός μας καί πολλοί ἄλλοι, πού οὔτε κάν τόν ἀκούμπησαν, ἀναστήθηκαν. «Διότι πολλά σώματα πεθαμένων ἁγίων ἀναστήθηκαν καί ὅταν βγῆκαν ἀπό τά μνήματα, μετά τήν ᾿Ανάστασή Του, ἦρθαν στήν ἁγία Πόλη» —ἐννοεῖ βέβαια αὐτή στήν ὁποία τώρα ἐμεῖς βρισκόμαστε— «καί παρουσιάστηκαν σέ πολλούς» (Ματθ. 27, 52-53). ᾿Ανέστησε λοιπόν καί ὁ ᾿Ελισσαῖος νεκρό, ἀλλά δέν ἔγινε κύριος τῆς οἰκουμένης. ᾿Ανέστησε καί ὁ ᾿Ηλίας νεκρό, ἀλλά δέν φεύγουν τά δαιμόνια στό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του. Δέν δυσφημοῦμε τούς Προφῆτες, ἀλλά μέ αὐτά πού λέμε συμβάλλουμε στό νά δοξολογεῖται περισσότερο ὁ δικός τους Δεσπότης. Οὔτε πάλι ἐπιθυμοῦμε νά δώσουμε κύρος καί ἱεροπρέπεια σέ ὅσα λέμε ἐμεῖς, μέ τό νά θεωρήσουμε τίς δικές τους μαρτυρίες ἐπουσιωδέστερες καί ἀνίσχυρες —διότι καί τά δικά τους δικά μας εἶναι— ἀλλά ἀπό τίς μαρτυρίες πού ὑπάρχουν σ᾿ αὐτούς, ἐπιβεβαιώνουμε τίς δικές μας θέσεις.
ΙΖ´ . Μᾶς φέρνουν ὅμως καί ἄλλο ἐπιχείρημα ὅτι ὁ νεκρός, πού ἀνέστησε τότε ὄντας στή ζωή ὁ Προφήτης, εἶχε μόλις πεθάνει. ᾿Αποδεῖξτε μας λοιπόν, λένε, ὅτι ὑπάρχει περίπτωση νά ἀναστηθεῖ νεκρός τριήμερος. Καί ἄν εἶναι δυνατόν ποτέ ἄνθρωπος πού τόν ἔθαψαν νά ἀναστηθεῖ μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες. Καί τήν ἀπόδειξη πού ψάχνουμε νά βροῦμε γιά ὅλα αὐτά μᾶς τή δίνει ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς στά Εὐαγγέλια, λέγοντας· «῞Οπως ὁ ᾿Ιωνᾶς ἦταν στήν κοιλιά τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες, ἔτσι θά μείνει καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου στήν καρδιά τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες» (Ματθ. 12, 40. Πρβλ. ᾿Ιων. 2, 1). Καθώς δέ ἐξέταζα τή διήγηση αὐτή τοῦ ᾿Ιωνᾶ, βρῆκα ὅτι ἡ ζωή του ἔχει πολλά σημεῖα ὅμοια μέ τή ζωή τοῦ ᾿Ιησοῦ. Δηλαδή ὁ ᾿Ιησοῦς στάλθηκε ἀπό τόν Πατέρα νά κηρύξει μετάνοια καί ὁ ᾿Ιωνᾶς ἀνέλαβε μιά τέτοια ἀποστολή. Μόνο πού ὁ ᾿Ιωνᾶς προσπάθησε νά τήν ἀποφύγει ἀπό σχετική ἄγνοια, ἐνῶ ὁ Κύριος μέ τή θέλησή Του ἦρθε στή γῆ, γιά νά μετανοήσουμε καί νά σωθοῦμε. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς κοιμότανε στό πλοῖο καί ροχάλιζε (πρβλ. ᾿Ιων. 1, 5), ἐνῶ στή θάλασσα εἶχε ξεσπάσει τρικυμία μεγάλη. Καί ὁ ᾿Ιησοῦς πάλι, ἐνῶ κατά τό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας κοιμόταν, σήκωσε ἡ θάλασσα μεγάλα κύματα, γιά νά γνωρίσουν οἱ Μαθητές, μετά τή θαυμαστή κατάπαυση τῶν κυμάτων, τή δύναμη Αὐτοῦ πού κοιμόταν. Στόν ᾿Ιωνᾶ ἔλεγαν· «Σύ τί ροχαλίζεις; Σήκω νά παρακαλέσεις τόν Θεό σου μήπως καί μᾶς σώσει ἀπό τήν καταιγίδα» (᾿Ιων. 1, 6). Καί ἐδῶ λένε στό Δεσπότη· «Κύριε, σῶσε μας» (Ματθ. 8, 25). ᾿Εκεῖ «παρακάλεσε τό Θεό σου» καί ἐδῶ «σῶσε». Καί ὁ ᾿Ιωνᾶς τούς εἶπε· «Πάρτε με καί ρίξτε με στή θάλασσα καί θά κοπάσει ἡ τρικυμία» (᾿Ιων. 1, 12). «᾿Εκεῖνος δέ, ἐπέπληξε τούς ἀνέμους καί τή θάλασσα καί ἔγινε γαλήνη μεγάλη» (Ματθ. 8, 26). Καί ὁ ᾿Ιωνᾶς ρίχτηκε στήν κοιλιά τοῦ κήτους, ἐνῶ ὁ Σωτήρας μας κατέβηκε ἑκούσια ἐκεῖ πού εἶναι τό νοητό κῆτος τοῦ θανάτου, δηλαδή στόν ἅδη. Καί κατέβηκε ἑκούσια γιά νά ξαναδώσει στή ζωή ὁ θάνατος ὅσους εἶχε καταπιεῖ, σύμφωνα μ᾿ αὐτό πού βρίσκουμε στή Γραφή· «᾿Εγώ ἀπό τά χέρια τοῦ ἅδη θά τούς ἀπαλλάξω καί ἀπό τά χέρια τοῦ θανάτου θά τούς λυτρώσω» (᾿Ωσ. 13, 14).
ΙΗ´ . ᾿Αφοῦ ὅμως φτάσαμε σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τοῦ λόγου, ἄς ἐξετάσουμε ποιό ἀπό τά δύο εἶναι δυσκολότερο· νά ἀναστηθεῖ ἄνθρωπος πού θάφτηκε στή γῆ ἤ ἄνθρωπος πού κατέβηκε στήν κοιλιά τοῦ κήτους νά μή σαπίσει, παρόλη τή μεγάλη θερμότητα πού ἐπικρατεῖ ἐκεῖ; Ποιός δέν τό ξέρει ἀπό τούς ἀνθρώπους ὅτι ἔχει τόση ὑψηλή θερμοκρασία τό ἐσωτερικό τῆς κοιλιᾶς ἑνός ζώου, ὥστε καί κόκκαλα, ἄν καταπιεῖ, νά σαπίσουν; Πῶς λοιπόν ὁ ᾿Ιωνᾶς, ὄντας στήν κοιλιά τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες, δέν σάπισε; ῎Η πῶς, ἀφοῦ εἶναι στή φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων νά μή μποροῦν νά ζήσουν, χωρίς νά ἀναπνέουν ἀέρα φυσικό καί καθαρό, ἐκεῖνος ἔζησε τρεῖς ἡμέρες, χωρίς νά ἀναπνέει τέτοιον ἀέρα;
᾿Αλλά τήν ἔχουν ἕτοιμη τήν ἀπάντηση οἱ ᾿Ιουδαῖοι καί λένε· Συνόδεψε τόν ᾿Ιωνᾶ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, καθώς κατέβαινε σπαράσσοντας πρός τόν ἅδη. Δηλαδή στό δοῦλο Του τόν ἀγαπητό, στέλνοντας τή δύναμή Του ὁ Κύριος, τοῦ παρέχει τή δυνατότητα νά ζήσει· καί Αὐτός ὁ ῎Ιδιος δέν μπορεῖ ἄραγε νά δώσει στόν ῾Εαυτό Του αὐτή τή δύναμη; ᾿Εάν εἶναι πιστευτό τό τοῦ ᾿Ιωνᾶ, τότε εἶναι πιστευτό καί τό τοῦ ᾿Ιησοῦ. ᾿Εάν τό τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἀπίστευτο, τότε καί τό τοῦ ᾿Ιωνᾶ εἶναι ἀπίστευτο. Γιά μένα βέβαια καί τά δύο εἶναι πιστευτά. Διότι πιστεύω ὅτι καί ὁ ᾿Ιωνᾶς διαφυλάχτηκε, ἀφοῦ ὅλα εἶναι δυνατά στό Θεό (πρβλ. Ματθ. 19, 26), ἀλλά καί ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς (Α´ Κορ. 15, 20 κ. ἄ.). Καί ἔχω πολλές μαρτυρίες γιά τήν ᾿Ανάσταση καί ἀπό τίς ἅγιες Γραφές καί ἀπό ὅσα μέχρι σήμερα ἔχει ἐνεργήσει ὁ ᾿Αναστημένος Χριστός. Αὐτός πού ἐνῶ κατέβηκε μονάχος στόν ἅδη, ἀνέβηκε πολλαπλάσιος, συντροφευμένος ἀπό πολλούς ἄλλους. Διότι ᾿Εκεῖνος καταδέχτηκε νά πεθάνει, γιά νά ἀναστήσει πολλά σώματα πεθαμένων ῾Αγίων (πρβλ. Ματθ. 27, 52).
ΙΘ´ . Τρομοκρατήθηκε ὁ θάνατος, βλέποντας ἕνα νεκρό, πού δέν ἔμοιαζε καθόλου στούς ἄλλους νεκρούς, νά ἔχει κατεβεῖ στόν ἅδη καί νά μήν εἶναι δεμένος μέ τά δεσμά μέ τά ὁποῖα ἦταν δεμένοι ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ. «Γιά ποιό λόγο, θυρωροί τοῦ ἅδη, μόλις τόν εἴδατε ζαρώσατε ἀπό τό φόβο σας;» (Πρβλ. ᾿Ιώβ 38, 17). Τί φόβος ἀσυνήθιστος εἶναι αὐτός πού σᾶς κυρίεψε; ῎Εφυγε ὁ θάνατος καί μέ τή φυγή του καταντροπιάστηκε γιά τή δειλία του. ῎Ετρεχαν κοντά στόν Κύριο οἱ ἅγιοι Προφῆτες καί ὁ Μωυσῆς ὁ νομοθέτης, ὁ ᾿Αβραάμ, ὁ ᾿Ισαάκ, ὁ Δαβίδ, ὁ Σαμουήλ καί ὁ ῾Ησαΐας, καθώς καί ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ ὁποῖος ἔδωσε κατά τήν ἐπίγεια ζωή του μαρτυρία σέ ὅλους γι᾿ Αὐτόν καί εἶπε· «Σύ εἶσαι Αὐτός πού πρόκειται νά ἔρθει ἤ περιμένουμε κάποιον ἄλλο σάν λυτρωτή μας;» (Ματθ. 11, 3). Λυτρώθηκαν ὅλοι οἱ δίκαιοι πού τούς εἶχε καταπιεῖ ὁ θάνατος. Διότι ἔπρεπε Αὐτός πού προφητεύθηκε καί κηρύχτηκε Βασιλιάς τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς ἀπό τούς δικαίους αὐτούς καί τούς Προφῆτες, Αὐτός νά γίνει καί ὁ Λυτρωτής ὅλων αὐτῶν τῶν καλῶν καί πιστῶν κηρύκων Του. ῎Επειτα καθένας ἀπό τούς δικαίους ἐκείνους ἔλεγε· «Ποῦ εἶναι, θάνατε, ἡ νίκη σου, ποῦ εἶναι, ἅδη, τό κεντρί σου;» (Α´ Κορ. 15, 55). Μᾶς λύτρωσε λοιπόν Αὐτός, πού νικώντας ἐσένα χάρισε τή νίκη καί σέ ὅλους ἐμᾶς.
Κ´ . ῾Ο προφήτης ᾿Ιωνᾶς ὅταν προσευχόταν καί ἔλεγε μέσα ἀπό τήν κοιλιά τοῦ κήτους, «ἱκέτεψα τόν Κύριο στή θλίψη μου» (᾿Ιων. 2, 3) κ. τ. λ. «μέσα ἀπό τήν κοιλιά τοῦ ἅδη» (᾿Ιων. 2, 3), λειτουργοῦσε σάν προτύπωση προφητική τοῦ Κυρίου καί Σωτήρα μας ᾿Ιησοῦ. Καί εἶναι βέβαιο ὅτι αὐτά τά ἔλεγε βρισκόμενος μέσα στήν κοιλιά τοῦ κήτους. ᾿Αλλά, ἐνῶ βρισκόταν μέσα ἐκεῖ, λέει ὅτι βρίσκεται μέσα στόν ἅδη. ᾿Ακριβῶς γιατί προτύπωνε τόν Χριστό πού ἐπρόκειτο νά κατεβεῖ στόν ἅδη. ῞Υστερα, μετά ἀπό κάποια ἄλλα λόγια λέει, ἐκπροσωπώντας τόν Χριστό καί προφητεύοντας καθαρότατα· «Βυθίστηκε ἡ κεφαλή μου στό χάσμα δύο βουνῶν» (᾿Ιων. 2, 6). Καί ὅμως ἦταν στήν κοιλιά τοῦ κήτους! Σέ ποιά βουνά λοιπόν εἶσαι χωμένος; ᾿Αλλά γνωρίζω, λέει, ὅτι αὐτό, πού τώρα ζῶ, τό ζῶ σάν προφητική προτύπωση ἐκείνου πού θά ζήσει Αὐτός, ὁ ῾Οποῖος πρόκειται νά ταφεῖ στό μνῆμα τό λαξευτό, στήν πέτρα. Καί ὄντας στή θάλασσα ὁ ᾿Ιωνᾶς λέει· «Κατέβηκα στή γῆ» (᾿Ιων. 2, 7). Τό λέει ἐπειδή μέ τό πάθημά του προτύπωνε προφητικά τόν Χριστό πού κατέβηκε στήν καρδιά τῆς γῆς (πρβλ. Ματθ. 12, 40).
Καί ἐπειδή προεῖδε τά σχετικά μέ τούς ᾿Ιουδαίους, πού προσπάθησαν νά μεταπείσουν τούς στρατιῶτες νά ποῦν ψέματα, ὅτι δῆθεν ἔκλεψαν τό σῶμα Του οἱ μαθητές (πρβλ. Ματθ. 28, 13), λέει· «Αὐτοί πού προσκυνοῦν τά μάταια καί τά ψευδή ἐμπράκτως παραιτήθηκαν ἀπό τό νά ζητοῦν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ» (᾿Ιων. 2, 9). Διότι ἦλθε ᾿Εκεῖνος πού τούς ἐλεοῦσε καί σταυρώθηκε, δίνοντας τό Αἷμα Του τό τίμιο γιά τούς ᾿Ιουδαίους καί τούς ᾿Εθνικούς. Καί μετά ἀναστήθηκε καί ἐκεῖνοι εἶπαν, «πέστε τους ὅτι ἔκλεψαν τό σῶμα Του» (πρβλ. Ματθ. 28, 13), φανερώνοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο ὅτι «πραγματικά λατρεύουν τήν ψευτιά καί τήν ἀτιμία» (᾿Ιων. 2, 9). Γιά τήν ᾿Ανάστασή Του ὅμως ἀναφέρει καί ὁ ῾Ησαΐας, λέγοντας· «᾿Εκεῖνος πού ἀνεβάζει ἀπό τή γῆ καί ἀνασταίνει τόν Ποιμένα τῶν προβάτων, τόν Μέγα» (πρβλ. ῾Ησ. 63, 11. ῾Εβρ. 13, 20). Πρόσθεσε, «τόν Μέγα» γιά νά μή θεωρηθεῖ ἰσότιμος μέ τούς προηγούμενους ποιμένες.
ΚΑ´ . ῎Εχοντας λοιπόν ἐμεῖς τίς προφητεῖες, ἄς εἴμαστε καλοστηριγμένοι στήν πίστη. ῎Ας πέφτουν ὅσοι πέφτουν ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους, ἀφοῦ ἔτσι τό θέλουν8. ᾿Εσύ ὅμως στηρίχτηκες πάνω στήν πέτρα τῆς πίστεως σχετικά μέ τήν ᾿Ανάσταση. Πρόσεξε νά μή σέ πείσει ποτέ αἱρετικός νά δεχτεῖς βλάσφημους λογισμούς γιά τήν ᾿Ανάσταση. Διότι μέχρι καί σήμερα οἱ Μανιχαῖοι λένε ὅτι εἶναι φανταστική καί ψεύτικη ἡ ᾿Ανάσταση τοῦ Σωτήρα καί δέν ἀκοῦνε τόν Παῦλο πού γράφει· «᾿Εκεῖνος πού γεννήθηκε ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ κατά σάρκα» (Ρωμ. 1, 3). Καί παρακάτω· «᾿Αναστήθηκε ἐκ νεκρῶν Αὐτός, δηλαδή ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας» (Ρωμ. 1, 4). Καί πάλι ἀλλοῦ ἀποτείνεται πρός τούς ἴδιους καί τούς λέει· «Μήν πεῖς μέσα στήν καρδιά σου ποιός θά ἀνεβεῖ στόν οὐρανό» (Ρωμ. 10, 6 καί πρβλ. Παρμ. 30, 4) «ἤ ποιός θά κατεβεῖ στήν ἄβυσσο, γιά νά ἀνεβάσει δηλαδή τόν Χριστό ἀπό τούς νεκρούς» (Ρωμ. 10, 7).
᾿Αλλά καί ἀλλοῦ ἔχει γράψει παρόμοια, γιά νά μᾶς ἀσφαλίσει ἀπό τήν ἀπιστία· «Νά θυμᾶσαι ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναι ἀναστημένος ἀπό τούς νεκρούς» (Β´ Τιμ. 2, 8). Καί πάλι· «῎Αν ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε, τότε εἶναι χωρίς νόημα τό κήρυγμά μας καί ἡ πίστη μας ἔχει χάσει τό οὐσιαστικότερο περιεχόμενό της. Θά θεωρηθοῦμε δέ καί ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή δώσαμε μαρτυρία ὅτι ἀνέστησε τόν Χριστό, ἐνῶ δέν Τόν ἀνέστησε» (Α´ Κορ. 15, 14-15). Καί παρακάτω λέει· «῾Ο Χριστός ὅμως πραγματικά ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, ἡ ἀπαρχή ὅσων ἔχουν πεθάνει» (Α´ Κορ. 15, 20). Καί φανερώθηκε στόν Κηφᾶ καί ἔπειτα στούς δώδεκα Μαθητές (Α´ Κορ. 15, 5). ῎Αν λοιπόν δέν πιστεύεις τόν ἕνα μάρτυρα, ἔχεις δώδεκα μάρτυρες! ᾿Αλλά ἐμφανίστηκε μιά ἄλλη φορά καί «σέ ἄλλους περισσότερους ἀπό πεντακόσιους ἀδελφούς» (Α´ Κορ. 15, 6). ῎Αν δέν μποροῦν νά πιστέψουν τούς δώδεκα, τότε ἄς παραδεχτοῦν τή μαρτυρία τῶν πεντακοσίων. «Μετά φανερώθηκε στόν ᾿Ιάκωβο» (Α´ Κορ. 15, 7), πού ἦταν ἀδελφός Του καί πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς παροικίας αὐτῆς. Σέ ἕναν τέτοιο ἐπίσκοπο, πού εἶδε ἄμεσα, προσωπικά καί πραγματικά τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό ἀναστημένο, ἐσύ ὁ μαθητής του, μήν ἀπιστήσεις. Μήπως ὅμως ὑποστηρίζεις ὅτι ὁ ἀδελφός Του ὁ ᾿Ιάκωβος Τοῦ χαρίστηκε καί μᾶς ἔδωσε ἀβάσιμη μαρτυρία γιά τήν ᾿Ανάστασή Του; ῎Ακου λοιπόν· «Τελευταῖα ἐμφανίστηκε καί σέ μένα» (πρβλ. Α´ Κορ. 15, 8), στόν Παῦλο, τόν ἐχθρό Του. Ποιά τώρα μαρτυρία, ὅταν δίνεται ἀπό ἐχθρό γιά τέτοιο θέμα, θεωρεῖται ἀμφίβολη; «᾿Εγώ πού ἤμουν πρίν διώκτης Του, τώρα σᾶς φέρνω τήν καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως».
ΚΒ´ . Πολλοί εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Σωτήρα. ῾Η νύχτα καί τό φῶς τό πανσέληνο, διότι ἦταν ἡ δεκάτη ἕκτη νύχτα καί τό φεγγάρι ἦταν ὁλόγιομο. ῾Η ταφόπετρα πού δέχτηκε τόν Κύριο κάτω ἀπό τή σκέπη της καί ὁ λαξευτός βράχος πού θά ἐναντιωθεῖ καί θά ξεμπροστίσει τούς ᾿Ιουδαίους, διότι αὐτός εἶδε τόν Κύριο. ῾Ο λίθος πού κύλισαν τότε μπροστά στό μνῆμα, ὁ ὁποῖος βρίσκεται ἐκεῖ καί μέχρι σήμερα μαρτυρεῖ τήν ᾿Ανάσταση. Οἱ ῎Αγγελοι τοῦ Θεοῦ πού ἦταν παρόντες, ἔδωσαν καί αὐτοί μαρτυρία γιά τήν ᾿Ανάσταση τοῦ Μονογενοῦς. ῾Ο Πέτρος, ὁ ᾿Ιωάννης, ὁ Θωμᾶς καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ᾿Απόστολοι, ἀπό τούς ὁποίους μερικοί ἔτρεξαν στό μνῆμα καί εἶδαν τά σάβανα τῆς ταφῆς, μέ τά ὁποῖα τόν εἶχαν τυλίξει προηγουμένως, νά βρίσκονται μέσα στόν τάφο μετά τήν ᾿Ανάσταση, ἐνῶ ἄλλοι ψηλάφησαν τά χέρια Του καί τά πόδια Του (πρβλ. Λουκ. 24, 39) καί εἶδαν τά σημάδια ἀπό τά καρφιά (πρβλ. ᾿Ιωάν. 20, 25). ῞Ολοι ὅμως ἀπόλαυσαν τό σωτήριο φύσημα καί καταξιώθηκαν νά συγχωροῦν ἁμαρτίες μέ τή δύναμη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Καί οἱ γυναῖκες πού κράτησαν τά πόδια Του, ὅταν τούς ἐμφανίστηκε, πού ἔζησαν τό μέγεθος τοῦ σεισμοῦ καί εἶδαν τή λάμψη τοῦ ᾿Αγγέλου, ὁ ὁποῖος παρευρισκόταν ἐκεῖ, εἶναι κι αὐτές μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως. ᾿Αλλά καί τά σάβανα πού φοροῦσε (πρβλ. Λουκ. 24, 12), τά ὁποῖα τά ἄφησε ἐκεῖ καθώς ἀναστήθηκε εἶναι μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως. Οἱ στρατιῶτες καί τά ἀργύρια πού δόθηκαν. ῾Ο τόπος αὐτός, πού ἀκόμα καί τώρα μπορεῖ κανείς νά τόν δεῖ, καί ὁ ἅγιος αὐτός Ναός πού οἰκοδομήθηκε ἀπό τή φιλόχριστη προαίρεση ἐκείνου τοῦ ἀξιομακάριστου Βασιλιᾶ Κωνσταντίνου καί πού, ὅπως καί τώρα τόν βλέπεις, ἔχει τόσο θαυμάσια διακοσμηθεῖ.
ΚΓ´ . Μαρτυρεῖ τήν ᾿Ανάσταση τοῦ ᾿Ιησοῦ καί ἡ Ταβιθά, πού ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς στό ῎Ονομά Του (πρβλ. Πράξ. 9, 40). Πῶς λοιπόν μπορεῖ κανείς νά ἀμφισβητήσει ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, ἀφοῦ ἀκόμα καί τό ῎Ονομά Του ἀνέστησε νεκρούς; Μαρτυρεῖ τήν ᾿Ανάσταση τοῦ ᾿Ιησοῦ καί ἡ θάλασσα, ὅπως καί προηγουμένως ἄκουσες. Τό μαρτυρεῖ καί ἡ ἄγρα τῶν ψαριῶν καί ἡ ἀνθρακιά, πού ἦταν ἀναμμένη στήν ἀκρογιαλιά καί τό ψάρι πού ἔβαλαν πάνω της νά ψηθεῖ. Τό μαρτυρεῖ καί ὁ Πέτρος, αὐτός πού τήν ὥρα τοῦ πάθους Τόν εἶχε ἀρνηθεῖ, μετά ὅμως, τρεῖς φορές ὁμολόγησε τήν ἀφοσίωσή του καί διατάχτηκε νά ποιμαίνει τά νοητά πρόβατα (πρβλ. ᾿Ιωάν. 21, 16). ῾Υπάρχει μέχρι σήμερα ὁ ᾿Ελαιώνας πού μέχρι τώρα δείχνει στούς πιστούς, ὄχι μόνο Αὐτόν πού ἀνέβηκε πάνω στίς νεφέλες, ἀλλά καί τήν πύλη τῆς ἀνόδου, τήν οὐράνια. Διότι εἶναι γνωστό πώς ἀπό τόν οὐρανό κατέβηκε στή Βηθλεέμ καί ἀπό τό ὄρος τῶν ᾿Ελαιῶν ἀνέβηκε στούς οὐρανούς. ᾿Από τή Βηθλεέμ ἄρχισε τούς ἀγῶνες, γιά χάρη τῶν ἀνθρώπων καί ἐδῶ στεφανώθηκε γιά τούς ἀγῶνες αὐτούς. ῎Εχεις λοιπόν πολλούς μάρτυρες. ῎Εχεις τόν τόπο αὐτό τῆς ᾿Αναστάσεως, ἔχεις καί τόν τόπο τῆς ᾿Αναλήψεως, πού βρίσκεται ἀνατολικά μας. ῎Εχεις μάρτυρες τούς ᾿Αγγέλους, πού ἔδωσαν τή μαρτυρία τους ἐκεῖ καί τή νεφέλη πάνω στήν ὁποία ἀναλήφθηκε. ῎Εχεις ἀκόμα καί τούς Μαθητές πού γύρισαν ἀπό ἐκεῖ, μετά τήν ᾿Ανάληψη.
ΚΔ´ . ῾Η συνέχεια τώρα τῆς διδασκαλίας τῆς πίστεώς μας μέ παρακινεῖ νά μιλήσω σχετικά μέ τήν ᾿Ανάληψη τοῦ Κυρίου. ᾿Αλλά ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε νά ἀκούσεις πλήρη τή διδαχή χθές πού ἦταν Κυριακή —ὅσο μποροῦσε βέβαια νά τήν παρουσιάσει ἡ δική μου ἀδυναμία— στή Σύναξη πού εἴχαμε, κατ᾿ οἰκονομία τῆς θείας Χάριτος, πάνω στά ἀναγνώσματα τῆς ἀκολουθίας, ἡ ὁποία περιεῖχε τά σχετικά μέ τήν ἄνοδο τοῦ Σωτήρα μας στούς οὐρανούς. ῞Οσα λέγονταν ἦταν γιά ὅλους, γιά τό πλῆθος ὅλο τῶν πιστῶν, ἀλλά ὅμως ἰδιαίτερα καί γιά σένα πού εἶσαι Κατηχούμενος. ᾿Εκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι τό κατά πόσο πρόσεχες σ᾿ αὐτά πού εἴπαμε χθές. Εἶναι βέβαιο ὅτι γνωρίζεις πώς τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, σ᾿ ἕνα ἀπό τά ἄρθρα του, σέ διδάσκει νά πιστεύεις στόν Κύριο πού ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα καί ἀνέβηκε στούς οὐρανούς καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Νομίζω λοιπόν πώς θά θυμᾶσαι πολύ καλά ὅσα εἴπαμε. Παρά ταῦτα, σύντομα καί ἐπιγραμματικά καί τώρα θά σοῦ θυμίσω ὅσα εἴχαμε πεῖ. Νά θυμᾶσαι τό χωρίο τῶν Ψαλμῶν πού λέει μέ σαφήνεια· «᾿Ανέβηκε ὁ Θεός στόν οὐρανό μέσω ἀλαλαγμῶν» (Ψαλμ. 46, 6). Νά θυμᾶσαι ὅτι καί οἱ θεῖες Δυνάμεις τῶν ᾿Αγγέλων ἔλεγαν ἡ μιά στήν ἄλλη· «᾿Ανοῖξτε τίς πύλες, ὤ ἄρχοντες» (Ψαλμ. 23, 7) κ. τ. λ. Νά θυμᾶσαι ἀκόμα καί τόν Ψαλμό πού λέει· «᾿Ανέβηκε ψηλά καί αἰχμαλώτισε πλῆθος αἰχμαλώτων» (πρβλ. Ψαλμ. 67, 19. ᾿Εφεσ. 4, 8). Νά θυμᾶσαι καί τόν Προφήτη πού εἶπε γιά τόν Κύριο· «Αὐτός πού ἔχει ἑτοιμάσει τήν ἀνάβασή Του στόν οὐρανό» (᾿Αμ. 9, 6) καί ὅλα τά ἄλλα πού εἴπαμε χθές, γιά νά ἀπαντήσουμε στίς ἀντιρρήσεις τῶν ᾿Ιουδαίων.
ΚΕ´ . ῞Οταν λοιπόν ἀντιδροῦν καί παρουσιάζουν τήν ἀνάβαση τοῦ Σωτήρα στούς οὐρανούς σάν πράγμα ἀδύνατο, νά θυμᾶσαι ὅσα ἔχουν λεχθεῖ γιά τή μετάθεση τοῦ προφήτη ᾿Αββακούμ. ῎Αν τόν ᾿Αββακούμ τόν μετέφερε ῎Αγγελος ἀπό τήν ᾿Ιουδαία στή Βαβυλώνα, κρατώντας τον ἀπό τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του (πρβλ. Δαν. Βήλ 36), πολύ περισσότερο ὁ Δεσπότης τῶν Προφητῶν καί τῶν ᾿Αγγέλων εἶχε τή δυνατότητα νά κάνει τήν ἄνοδό Του πρός τόν οὐρανό ἀπό τό ῎Ορος τῶν ᾿Ελαιῶν, ἀνεβασμένος στή νεφέλη, μέ τή δική Του δύναμη. ῞Οταν ὅμως κάνεις αὐτές τίς συσχετίσεις, νά παρουσιάζεις ὅσα θαυμαστά στοιχεῖα εἶναι ὅμοια καί στίς δύο περιπτώσεις, ἀλλά νά προσέχεις καί νά τονίζεις μέ ἔμφαση ὅσα στοιχεῖα φανερώνουν τήν ὑπεροχή τοῦ Δεσπότη, στόν ῾Οποῖο ὀφείλονται τά θαύματα9. Διότι αὐτούς κάποιος ἄλλος τούς βαστοῦσε, ὁ Κύριος ὅμως βαστάζει τά πάντα. Νά θυμᾶσαι ὅτι τόν ᾿Ενώχ τόν μετέθεσε ὁ Θεός, ἐνῶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναλήφθηκε μόνος Του, αὐτοδύναμα. Νά θυμᾶσαι ὅσα εἴπαμε χθές περί τοῦ ᾿Ηλία, ὅτι ὁ ᾿Ηλίας δηλαδή ἀναλήφθηκε μέ πύρινο ἅρμα (πρβλ. Δ´ Βασ. 2, 11), ἐνῶ τό ἅρμα μέ τό ὁποῖο ἀναλήφθηκε ὁ Χριστός δέν ἦταν τέτοιο, ἀλλά τό ἀποτελοῦσαν ἄπειρες στρατιές οὐρανίων Δυνάμεων, πού Τόν συνόδευαν δοξολογώντας Τον (πρβλ. Ψαλμ. 67, 18). Καί ἀκόμα νά παρατηρεῖς ὅτι ὁ ᾿Ηλίας ἀναλήφθηκε πρός τά ἀνατολικά τοῦ ᾿Ιορδάνη, ἐνῶ ὁ Χριστός πρός τά ἀνατολικά τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων. Καί ὅτι «ὁ ᾿Ηλίας ἔφτασε μέχρι τόν οὐρανό» (Δ´ Βασ. 2, 11), ἐνῶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἔφτασε «μέσα στόν οὐρανό καί πάνω ἀπό τόν οὐρανό» (Μάρκ. 16, 9. Πρβλ. Πράξ. 1, 11). Μιά ἄλλη διαφορά εἶναι ὅτι ὁ μέν ᾿Ηλίας εἶπε στό μαθητή του πώς «τό Πνεῦμα τό ῞Αγιο θά χαρίσει τά διπλᾶ χαρίσματα» (πρβλ. Δ´ Βασ. 2, 9), ἀπό ὅσα εἶχε ὁ ἴδιος ὁ προφήτης ᾿Ηλίας. ᾿Ενῶ ὁ Χριστός ἔδωσε στούς Μαθητές Του τή δυνατότητα νά λάβουν σέ τέτοια πληρότητα τό ῞Αγιο Πνεῦμα, ὥστε, ὄχι μόνο νά εἶναι οἱ ἴδιοι γεμάτοι ἀπό Αὐτό, ἀλλά μέ τήν ἐπίθεση καί μόνο τῶν χεριῶν τους, νά μεταδίδουν τό ῞Αγιο Πνεῦμα σέ ὅσους πιστεύουν (πρβλ. Πράξ. 8, 17-18).
ΚϚ´ . Καί ὅταν μ᾿ αὐτά τά ἐπιχειρήματα παλέψεις πρός τούς ᾿Ιουδαίους, ὅταν νικήσεις, προβάλλοντας μαρτυρίες παρόμοιας σπουδαιότητας πρός τίς δικές τους, τότε νά ἔλθεις πιά στίς μαρτυρίες πού δείχνουν τήν ὑπεροχή τῆς δόξας τοῦ Σωτήρα, ὅτι δηλαδή αὐτοί εἶναι δοῦλοι, ἐνῶ ᾿Εκεῖνος εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. ῞Ενας τρόπος γιά νά παρουσιάσεις αὐτή τήν ὑπεροχή εἶναι νά τούς θυμίσεις ὅτι ὁ δοῦλος τοῦ Χριστοῦ ἁρπάχτηκε μέχρι τόν τρίτο οὐρανό (πρβλ. Β´ Κορ. 12, 2). ῎Αν ὁ ᾿Ηλίας τώρα ἔφτασε μέχρι τόν πρῶτο καί ὁ Παῦλος ὡς τόν τρίτο οὐρανό (πρβλ. Β´ Κορ. 12, 2), ὁ Χριστός ἔχει βέβαια ἀξιωθεῖ νά ἀπολαύσει μεγαλύτερη τιμή ἀπό ἐκείνους. Μή ντρέπεσαι νά τονίσεις αὐτά πού ἀφοροῦν τούς ᾿Αποστόλους. Δέν εἶναι κατώτεροι αὐτοί ἀπό τόν Μωυσῆ, οὔτε ἔρχονται δεύτεροι, μετά ἀπό τούς Προφῆτες. ᾿Αλλά εἶναι καλοί ἀνάμεσα στούς καλούς καί ἀκόμα καλύτεροι ἀπό τούς καλούς. Διότι ὁ ᾿Ηλίας μπορεῖ νά ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό, ἀλλά ὁ Πέτρος ἔχει τά κλειδιά τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ εἶναι ἐκεῖνος πού ἄκουσε ἀπό τόν Κύριο· «῞Οσα λύσεις στή γῆ, θά εἶναι λυμένα καί στόν οὐρανό» (πρβλ. Ματθ. 16, 19). ῾Ο ᾿Ηλίας ἔφτασε μέχρι τόν οὐρανό μόνο, ὁ Παῦλος ὅμως στόν οὐρανό καί στόν Παράδεισο —διότι ἔπρεπε οἱ Μαθητές τοῦ ᾿Ιησοῦ νά πάρουν μεγαλύτερη Χάρη— «καί ἄκουσε ἀνέκφραστα λόγια, τά ὁποῖα δέν ἐπιτρέπεται νά τά ἐπαναλάβει ὁ ἄνθρωπος πού τά ἄκουσε σέ ἄλλο ἄνθρωπο» (Β´ Κορ. 12, 4). Κατέβηκε ὅμως ὁ Παῦλος ἀπό ἐκεῖ πάλι, ὄχι γιατί ἦταν ἀνάξιος νά παραμείνει στόν τρίτο οὐρανό, ἀλλά, ἀφοῦ ἔζησε ἐκεῖ ὅσα εἶναι πάνω ἀπό τήν ἀνθρώπινη δύναμη, κατέβηκε φορτωμένος μέ μιά τέτοια τιμή, δηλαδή νά κηρύξει τόν Χριστό καί νά πεθάνει γι᾿ Αὐτόν, ὥστε νά λάβει καί τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Παρέλειψα βέβαια τώρα τά ὑπόλοιπα, τά ὁποῖα κυρίως εἶχαν συγκροτήσει τή χθεσινή Κυριακάτικη Σύναξη. ᾿Αλλά γιά τούς συνετούς ἀκροατές εἶναι ἀρκετή καί μόνο ἡ ὑπενθύμηση ὁρισμένων στοιχείων, γιά νά ὁλοκληρώσουν μέσα τους τή σωστή ἀντίληψη τῶν πραγμάτων.
ΚΖ´ . Φέρε στό νοῦ σου καί ὅσα ἔχω πεῖ πολλές φορές γιά τό ὅτι «ὁ Υἱός κάθισε στά δεξιά τοῦ Πατέρα» (πρβλ. Ψαλμ. 109, 1. Ματθ. 22, 44), γιά νά συνεχίσουμε ἔτσι τήν ἀνάλυση τοῦ «Πιστεύω» μας πού λέει· «Καί ἀνέβηκε στούς οὐρανούς καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Πατέρα». Δέν πρέπει καί δέν εἶναι ἀνάγκη καμιά, νά ἐξετάσουμε ἐξεζητημένα τό πῶς εἶναι ὁ θρόνος πού κάθεται ὁ Υἱός δεξιά τοῦ Πατέρα, διότι εἶναι κάτι τό ἀκατάληπτο. Οὔτε πάλι νά ἀνεχόμαστε αὐτούς πού κακῶς λένε ὅτι μετά τή Σταύρωση καί τήν ᾿Ανάσταση καί τήν ἄνοδό Του στόν οὐρανό, ἄρχισε νά κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατέρα ὁ Υἱός. Διότι δέν πῆρε τό θρόνο ἐπειδή προόδευσε, ἀλλά τό θρόνο τόν εἶχε καί τόν ἔχει «ἀΐδια» καί μαζί μέ τήν ἄναρχη καί προαιώνια ὕπαρξή Του. Αὐτόν τό θρόνο10, πρίν νά γίνει ἀκόμα ἡ ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Σωτήρα, τόν εἶχε δεῖ ὁ προφήτης ῾Ησαΐας καί εἶπε· «Εἶδα τόν Κύριο νά κάθεται σέ θρόνο ὑψηλό καί ὑπερυψωμένο» (῾Ησ. 6, 1) κ. τ. λ. Τόν Θεό-Πατέρα, ὅπως ξέρουμε, «κανείς δέν Τόν εἶδε ποτέ» (πρβλ. ᾿Ιωάν. 1, 18). Αὐτός λοιπόν πού ἐμφανίστηκε στόν Προφήτη ἦταν ὁ Υἱός. Καί ὁ Ψαλμωδός λέει· «῞Ετοιμος ἦταν ὁ θρόνος Σου ἀπό τότε. Πρίν τήν ἄναρχη αἰωνιότητα, Σύ ὑπάρχεις» (Ψαλμ. 92, 2). ᾿Αλλά ὅμως, ἄν καί ὑπάρχουν πολλές μαρτυρίες γι᾿ αὐτό τό θέμα, ἐπειδή προχώρησε ἡ ὥρα, θά ἀρκεστοῦμε μόνο σ᾿ αὐτές.
ΚΗ´ . Τώρα λοιπόν πρέπει νά σᾶς ἀναφέρω λίγα, ἀπό ἐκεῖνα τά πολλά πού ἔχουν λεχθεῖ, γιά τό ὅτι ὁ Υἱός κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Πρῶτα-πρῶτα ὁ ἑκατοστός ἔνατος Ψαλμός λέει μέ σαφήνεια· «Εἶπε ὁ Κύριος στόν Κύριό μου, κάθισε στά δεξιά μου, μέχρι νά θέσω τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο στά πόδια σου» (Ψαλμ. 109, 1. Ματθ. 22, 44). ᾿Επικυρώνοντας δέ ὁ Σωτήρας μας αὐτά τά λόγια τοῦ Ψαλμοῦ, λέει στά ῾Ιερά Εὐαγγέλια ὅτι ὁ Δαβίδ δέν τά εἶπε, μονάχος του, ἀλλά ἀπό ἔμπνευση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· «Πῶς λοιπόν ὁ Δαβίδ, ἐμπνευσμένος ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα, Τόν ὀνομάζει Κύριο καί λέει, εἶπε ὁ Κύριος στόν Κύριό μου, κάθισε στά δεξιά μου;» κ. τ. λ. (Ματθ. 22, 43-44). Καί πάλι στίς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς «ὅταν σηκώθηκε ὁ Πέτρος μαζί μέ τούς ῞Ενδεκα» (Πράξ. 2, 14) καί συνομιλοῦσε μέ τούς ᾿Ισραηλίτες, αὐτή τή μαρτυρία, πού βρίσκεται στόν ἑκατοστό ἔνατο Ψαλμό, ἀνέφερε αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἴδια, ὅμοια καί ἀπαράλλακτα.
ΚΘ´ . ῎Ας ἀναφέρουμε ὅμως μερικές μαρτυρίες ἀκόμα γιά τό ἴδιο θέμα, ὅτι δηλαδή ὁ Υἱός κάθεται στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Λοιπόν βρίσκουμε στό κατά Ματθαῖο Εὐαγγέλιο· «᾿Αλλά σᾶς λέω ὅτι ἀπό τώρα θά δεῖτε τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νά κάθεται στά δεξιά τοῦ Παντοδύναμου Θεοῦ-Πατέρα» (Ματθ. 26, 64). Παρόμοια μ᾿ αὐτά μᾶς λέει καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος, γράφοντας· «Διά τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ῾Οποῖος πῆγε στόν οὐρανό καί εἶναι στά δεξιά τοῦ Θεοῦ» (Α´ Πέτρ. 3, 21-22). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ᾿Επιστολή πού ἔγραψε πρός τούς Ρωμαίους, λέει· «῾Ο Χριστός εἶναι ᾿Εκεῖνος πού πέθανε, μᾶλλον δέ ἀναστήθηκε, ὁ ῾Οποῖος εἶναι στά δεξιά τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8, 34). Στήν ᾿Επιστολή του ἐπίσης πρός τούς ᾿Εφεσίους εἶπε· «Σύμφωνα μέ τήν ἐνέργεια τῆς ἰσχυρῆς δυνάμεώς Του, τήν ὁποία ἔδειξε ἐνεργό στόν Χριστό, ὅταν Τόν ἀνέστησε ἀπό τούς νεκρούς καί Τόν θρόνιασε στά δεξιά Του» κ. τ. λ. (᾿Εφεσ. 1, 19-20). Καί τούς Κολασσαεῖς ἔτσι τούς δίδαξε· «῎Αν λοιπόν ἔχετε ἀναστηθεῖ μαζί μέ τόν Χριστό, νά ζητᾶτε τά ἄνω, ὅπου ὁ Χριστός κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ» (πρβλ. Κολ. 3, 1). Στήν ᾿Επιστολή του δέ πρός τούς ῾Εβραίους λέει· «᾿Αφοῦ ἔκανε καθαρισμό τῶν ἁμαρτιῶν μας, κάθισε στά δεξιά τῆς Μεγαλοσύνης, στά ὕψη» (῾Εβρ. 1, 3). Καί πάλι σέ ἄλλο σημεῖο· «Σέ ποιόν ὅμως ἀπό τούς ᾿Αγγέλους εἶπε ποτέ ὁ Θεός, κάθισε στά δεξιά μου, μέχρι νά θέσω τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο στά πόδια σου;» (῾Εβρ. 1, 13. Ψαλμ. 109, 1). Καί πάλι· «῾Ο Χριστός ὅμως πρόσφερε μία θυσία γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων μας, γιά πάντα σ᾿ ὅλους τούς αἰῶνες καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί περιμένει στό ἑξῆς, μέχρι νά γίνουν οἱ ἐχθροί ὑποπόδιο στά πόδια Του» (῾Εβρ. 10, 12-13). Καί ἀλλοῦ· «῎Εχοντας τά μάτια μας προσηλωμένα πρός τόν ἀρχηγό καί τελειωτή τῆς πίστεώς μας, τόν ᾿Ιησοῦ, ὁ ῾Οποῖος προκειμένου νά χαρεῖ τή σωτηρία μας, ὑπέμεινε Σταυρό καί ἀφοῦ καταφρόνησε τήν αἰσχύνη, κάθισε στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ» (῾Εβρ. 12, 2).
Λ´ . ῾Υπάρχουν βέβαια καί ἄλλες μαρτυρίες πού μαρτυροῦν ὅτι ὁ θρόνος τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ εἶναι στά δεξιά τοῦ Θεοῦ-Πατέρα, ἀλλά πρός τό παρόν ἄς εἶναι ἀρκετές αὐτές, ἀφοῦ πάλι σᾶς ὑπενθυμίσω αὐτό πού σᾶς εἶπα καί προηγουμένως, ὅτι δηλαδή δέν πῆρε τήν ἀξία νά καθίσει σ᾿ αὐτόν τό θρόνο, μετά τήν ἔνσαρκη παρουσία Του ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Κύριός μας, ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ἀλλά πάντοτε, πρό πάντων τῶν αἰώνων, κατεῖχε αὐτή τή θέση, στά δεξιά τοῦ Πατέρα.
Καί εἴθε λοιπόν Αὐτός ὁ Θεός, ὁ Πατέρας τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Κύριός μας, ᾿Ιησοῦς Χριστός, Αὐτός πού κατέβηκε στή γῆ καί ἀνέβηκε πάλι στόν οὐρανό (πρβλ. ᾿Εφεσ. 4, 10) καί κάθεται στό θρόνο μαζί μέ τόν Πατέρα, νά φυλάξει τίς ψυχές σας, ὥστε νά διατηρήσετε ἀδιάσειστη καί ἀναλλοίωτη τήν ἐλπίδα σας στόν ᾿Αναστημένο Χριστό. Αὐτός, εἴθε νά συναναστήσει καί σᾶς ἀπό τή νέκρα τῶν ἁμαρτημάτων, νά σᾶς χαρίσει τήν ἐπουράνια Βασιλεία Του, νά σᾶς καταξιώσει νά ἁρπαγεῖτε μέσα σέ νεφέλες πρός προϋπάντηση τοῦ Κυρίου στόν ἀέρα (πρβλ. Α´ Θεσ. 4, 17), τόν κατάλληλο καιρό. Καί μέχρι νά ἔρθει ὁ καιρός ἐκεῖνος, τῆς Δεύτερης ἔνδοξης Παρουσίας Του, εἴθε νά γράψει τά ὀνόματα ὅλων στό βιβλίο τῶν σωσμένων καί ἀφοῦ τά γράψει, νά μήν τά σβήσει ποτέ πιά. Διότι πολλῶν τά ὀνόματα σβήνονται, αὐτῶν βέβαια πού ἀφήνουν τήν ὀρθή πίστη (πρβλ. Ψαλμ. 68, 29. ᾿Αποκ. 3, 5). Νά δώσει δέ σ᾿ ὅλους σας τό φωτισμό νά πιστεύετε σ᾿ ᾿Εκεῖνον πού ἀναστήθηκε καί νά περιμένετε ὅτι Αὐτός πού ἀνέβηκε, θά ἔρθει πάλι. Θά ἔρθει ὅμως, ὄχι ἀπό τή γῆ —πρόσεξε νά ἀσφαλίσεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς πλάνους πού πρόκειται νά ἔρθουν μελλοντικά. Νά περιμένετε Αὐτόν πού κάθεται ἄνω καί συγχρόνως εἶναι παρών ἐδῶ, μαζί μέ μᾶς, ὁ ῾Οποῖος βλέπει τοῦ καθενός τήν τάξη καί τή σταθερότητα τῆς πίστεως (πρβλ. Κολ. 2, 5). Μή νομίσεις δηλαδή, ὅτι, ἐπειδή τώρα δέν εἶναι παρών μέ τό σῶμα, δέν εἶναι καί μέ τό πνεῦμα11. ᾿Εδῶ εἶναι ἀνάμεσά μας καί ἀκούει ὅσα λέγονται γι᾿ Αὐτόν καί βλέπει ὅσα ἐσύ σκέπτεσαι, καί γνωρίζει πολύ καλά ὅλες —καί τίς πιό κρυφές ἐπιθυμίες σου— καί ἐρευνάει τά βάθη τῆς καρδιᾶς σου (πρβλ. Ψαλμ. 7, 10. ᾿Αποκ. 2, 23). Αὐτός πού εἶναι καί τώρα ἕτοιμος ἐκείνους πού πλησιάζουν στό Βάπτισμα καί ὅλους ἐσᾶς νά σᾶς ὁδηγήσει στόν Πατέρα μέ τό ῞Αγιό Του Πνεῦμα καί νά πεῖ· «Νά, ἐδῶ εἶμαι ἐγώ καί τά παιδιά, πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός» (῾Ησ. 8, 18). Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. ᾿Αμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.῾Ο Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός χαρακτηρίζεται ὡς «ἐλεύθερος ἐν νεκροῖς» μέ δύο ἔννοιες· α) ἀδέσμευτος ἀπό τά δεσμά, τά ὁριστικά, τοῦ θανάτου, μέ τά ὁποῖα κάθε νεκρός μεταπτωτικός ἄνθρωπος κατέληγε στήν Κόλαση, στόν ῞Αδη καί β) διότι, ὡς «κυριεύων ζώντων καί νεκρῶν», ἀφέθηκε νά νικήσει μόνος τό διάβολο καί τό θάνατο καί νά πάρει ἀπό τά χέρια τους, αὐτούς πού δέχτηκαν τό κήρυγμα καί τή σωτηρία πού τούς πρόσφερε.
2. Συχνά, στά Πατερικά κείμενα, βλέπουμε αὐτή τήν τάση τῶν ἁγίων Πατέρων καί ᾿Εκκλησιαστικῶν συγγραφέων στό νά βρίσκουν τέτοιες ἀντιστοιχίες. Εἶναι μιά μυστική προσέγγιση πού καί τότε πού φαίνεται ὅτι δέν ἔχει τήν ἐπικουρία τοῦ κριτικοῦ λόγου καί τῆς ἐπιστημονικῆς ἱστορικῆς μαρτυρίας, μᾶς δίνει τήν αἴσθηση μιᾶς ὑπερβατικῆς πραγματικότητας, ἐντεταγμένης στό σχέδιο καί στό Μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας.
3. Ταφή καί ὄχι καύση ἀκολουθεῖ τό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η πίστη στή «μετά σώματος» ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου δέν μπορεῖ ποτέ νά δεχθεῖ τήν καύση τοῦ σώματος, παρά τίς ἑκάστοτε προβαλλόμενες σκοπιμότητες.
4. Εἶναι δύο διαφορετικά ἐπίπεδα, πραγματικά καί τά δύο, ἀλλά στό ἕνα λειτουργεῖ ὁ ἄνθρωπος καί στό ἄλλο ὁ Θεός. ῾Η προσδοκία τους ἦταν νά ἐκδηλώσουν τή λατρεία τους στό Νεκρό. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως ἤδη εἶχε ἀναστηθεῖ. Τό ἴδιο συμβαίνει καί κατά τήν κλιμάκωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς μας. Τρέφουμε προσδοκίες μέ βάση τό ἐπίπεδο, στό ὁποῖο βρισκόμαστε, ἀλλά ὁ Θεός μᾶς ἀξιώνει νά λάβουμε δῶρα ὑψηλότερης στάθμης, κάθε φορά πού δέν φειδωλευόμαστε σέ ἀγαθή προαίρεση καί σέ ὀρθές ἐνέργειες.
5. ῾Η χαρά εἶναι παράγωγο βίωμα τῆς συνδρομῆς τῶν καταστάσεων πού βιώνει ὁ ἄνθρωπος μέσα στό πλαίσιο τῆς ᾿Αγάπης, τῆς ᾿Ελευθερίας καί τῆς Εἰρήνης. ῾Ο φόβος εἶναι διφυής· α) ῾Η στείρα ἀμυντική συρρίκνωση τοῦ συναισθηματικοῦ κόσμου μπροστά στόν κίνδυνο ἤ τήν ἀπειλή τῆς ὕπαρξης. Καί β) ῾Η ἔκσταση καί ἡ ἔκπληξη στήν αἴσθηση τοῦ ὑπερβατικοῦ. Τό πρῶτο εἶδος τοῦ φόβου αἰσθάνθηκαν οἱ στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς τοῦ Μνήματος καί τό δεύτερο οἱ Μυροφόρες. Τό πρῶτο εἶδος δέν εἶναι συμβατό μέ τή χαρά.
6. ῎Εμμεση ἐλεγκτική εἰρωνεία τοῦ ἰσχυροῦ φύλου, τοῦ καταξιωμένου νά εἶναι φορέας καί τῆς ἱερωσύνης, καί ἀνάδειξη τῶν ἰδιαιτέρων χαρισμάτων πού πῆραν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ἀσθενοῦς φύλου, χάρη στή λατρευτική ἀφοσίωσή τους στόν «κατ᾿ ὄψιν» ἐκμηδενισμένο ᾿Ιησοῦ.
7. ῾Η ἀλήθεια ἔχει αὐτή τή δύναμη· νά ἀναδεικνύει αὐτούς πού τή δέχονται καί τήν ὁμολογοῦν καί νά χαντακώνει ἐκείνους πού νομίζουν ὅτι μποροῦν ἤ θέλουν νά τή χαντακώσουν. Στή σκέψη τοῦ ἁγίου διδασκάλου, ἔχουμε τό παράδειγμα τῶν στρατιωτῶν πού συκοφάντησαν τήν ᾿Ανάσταση καί τῶν Μαθητῶν πού τήν κήρυξαν.
8. ῾Ο ἅγιος Διδάσκαλος δέν βιώνει σκληρά συναισθήματα γιά τούς ἄπιστους, ἀλλά προσπαθεῖ νά περισώσει προληπτικά τούς Κατηχούμενους ἀπό τήν ἐνδεχόμενη ἐπήρεια ἐκείνων πού θεληματικά παραμένουν στό χῶρο τῆς ἀπιστίας. Πιθανόν νά εἶναι μιά ἔμμεση ἀναφορά στό τῆς ᾿Αποκαλύψεως· «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι» (᾿Αποκ. 22, 11). Βλέπουμε πόσο συντονισμένοι εἶναι οἱ ῞Αγιοι μέ τόν Κύριο στό σεβασμό τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου.
9. Βαθύς ψυχολόγος καί παιδαγωγός ὁ ῞Αγιος κάνει αὐτή τήν ὑπόδειξη γιά νά βοηθήσει τούς Κατηχούμενους νά ἀποφύγουν ἕνα λάθος ἀνθρώπινο καί συχνό. Πρόκειται γιά τήν «κατ᾿ ὄψιν» κρίση καί γιά τή σύγκριση «ἐξ ἀναλογίας». ᾿Εντυπωσιαζόμαστε ἀπό τήν ὁμοιότητα τῶν ἐξωτερικῶν χαρακτηριστικῶν καί λησμονοῦμε ἤ ἀδυνατοῦμε νά βροῦμε τίς ἐσώτερες διαφορές. Καί δυστυχῶς αὐτό δέν τό παθαίνουμε μόνο στίς ἀνθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις, ἀλλά καί σέ ἀντιλήψεις γεγονότων ἤ καταστάσεων στίς ὁποῖες ἔχει παρεμβληθεῖ καί θεϊκή παρέμβαση, μέ ἀποτέλεσμα νά σμικρύνουμε τόν Θεό καί νά διογκώνουμε τόν ἄνθρωπο!
10. ῾Ο ῞Αγιος καί πάλι μᾶς φέρνει μπροστά σέ μιά ψυχική ἀδυναμία τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου· νά καταγίνεται μέ τά «περί τήν οὐσίαν» καί νά χάνει τήν οὐσία. Σημασία δέν ἔχει τό πῶς εἶναι ὁ θρόνος, καί ἄν ἀκόμη ὑπάρχει θρόνος, ἀλλά τό νά μάθουμε ὅτι, κάτω ἀπ᾿ αὐτή τήν ἀνθρωποπαθή ἔκφραση, πού μᾶς παραπέμπει σέ εἰκόνες ζωῆς ἐπίγειου μονάρχη, κρύβεται τό Χριστολογικό δόγμα τῆς ἰσότιμης ἀϊδιότητας τοῦ Θεοῦ Λόγου πρός τόν Θεό-Πατέρα καί ὅτι αὐτή ἡ ἀϊδιότητα χαρακτηρίζει καί τό θεανδρικό Πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί, κατά χαρισματική μέθεξη, δίνεται καί στόν «ἐν Χριστῷ» θεωμένο ἄνθρωπο ὡς αἰώνια ζωή.
11. Στό μεταπτωτικό καί μή ἀναγεννημένο ἄνθρωπο, ἡ ἀντίληψη τοῦ ὑπαρκτοῦ εἶναι σχετικῶς ἀνάλογη μέ τή λειτουργία τῶν αἰσθητηρίων. Στό θεούμενο, ἡ ἀντίληψη τοῦ ὑπαρκτοῦ σχετίζεται μέ τήν πνευματική αἴσθηση πού τοῦ χαρίζουν οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες «τῆς Τριαδικῆς ἐν Μονάδι» Θεότητας. Προσγειωμένος ψυχολόγος ὁ Διδάσκαλος-Κατηχητής προασφαλίζει τούς μαθητές του ἀπό μιά ἐνδεχόμενη παγίδευσή τους, στό νά ζοῦν μέ αἴσθημα ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ.
Δυστυχῶς, συμβαίνει καί τό βλάσφημο ὀλίσθημα πολλῶν ἀπό μᾶς, οἱ ὁποῖοι, μέσα στό ῾Ιερό Βῆμα, ζοῦμε μέ ἐνέργειες καί δραστηριότητες πού δίνουν τήν ἐντύπωση ὅτι δέν ἔχουμε αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. ῾Η εἴσοδος μή ἱερωμένων ἀνθρώπων στό ῞Αγιο Βῆμα ἔχει ἱεροκανονικά ἀπαγορευθεῖ καί γιά ἄλλους λόγους, ἀλλά καί γιά τόν τόσο σημαντικό αὐτό λόγο.

ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΙΗ´
Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων
ιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα καί ἀναφέρεται στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως· «Σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία καί στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος καί στήν αἰώνια ζωή».῾Η ἀνάγνωση εἶναι ἀπό τόν προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ, στό χωρίο πού λέει· «Καί φανερώθηκε σέ μένα τό χέρι τοῦ Κυρίου καί μέ πῆρε μέ τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καί μέ ἔβαλε στή μέση τῆς πεδιάδας καί αὐτή ἦταν γεμάτη μέ ἀνθρώπινα ὀστᾶ» ( ᾿Ιεζ. 37,1) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.

Α´ . Ρίζα κάθε καλοῦ ἔργου εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης, γιατί ἡ προσδοκία τῆς ἀπολαβῆς δυναμώνει τήν ψυχή1, γιά νά ἐργάζεται τό ἀγαθό. ῾Ο κάθε ἐργάτης εἶναι ἕτοιμος νά ὑπομείνει κόπους καί μόχθους, ἄν προβλέπει ὅτι θά πάρει μισθό γιά τούς κόπους του. Οἱ ἐργάτες ὅμως πού κοπιάζουν χωρίς ἀμοιβή, πρίν ἀκόμα ἀποκάμουν σωματικά, λυγίζουν ψυχικά. ῾Ο στρατιώτης πού ἐλπίζει ὅτι θά ἀπολαύσει τιμές καί ἐπαίνους, εἶναι ἕτοιμος νά ριχτεῖ στίς μάχες. Κανένας ὅμως στρατευμένος κάτω ἀπό ἕνα βασιλιά —ὁ ὁποῖος δέν εἶναι σίγουρος γιά τή νίκη καί δέν μπορεῖ νά προβλέψει τό τέλος τοῦ πολέμου— δέν εἶναι ἕτοιμος νά θυσιάσει τή ζωή του, ἄν αὐτός ὁ βασιλιάς δέν ἐπιβραβεύει μέ πλούσιες ἀμοιβές τούς ἀγῶνες του. ῎Ετσι γίνεται καί μέ κάθε ψυχή. ῞Οταν αὐτή πιστεύει στήν ἀνάσταση, εἶναι φυσικό νά προσέχει τόν ἑαυτό της. ῎Αν ὅμως δέν πιστεύει στήν ἀνάσταση, παραδίνεται στή φθορά καί τήν καταστροφή. ῞Οποιος πιστεύει ὅτι τό σῶμα του θά ἀναστηθεῖ, φροντίζει νά τό διατηρεῖ καθάριο καί ἀμόλυντο καί σάν στολή τῆς ψυχῆς του, δέν τό μολύνει μέ πορνεῖες. ᾿Εκεῖνος ὅμως πού δέν πιστεύει στήν ἀνάσταση, παραδίνεται στίς πορνεῖες καί τό φθείρει μέ διάφορες καταχρήσεις, λές καί ἀνήκει σέ κάποιον ἄλλον.
Εἶναι λοιπόν πολύ σπουδαῖο παράγγελμα καί τρισμέγιστη διδασκαλία τῆς ῾Αγίας Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ πίστη στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μάλιστα, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο καί ἀσύγκριτα ἀναγκαῖο καί, μολονότι πολλοί ἔχουν ἀντιρρήσεις πάνω σ᾿ αὐτό, ἡ ἀλήθεια τό ἐπιβεβαιώνει. ᾿Αντιλέγουν σ᾿ αὐτό οἱ εἰδωλολάτρες ῞Ελληνες. Δέν τό πιστεύουν οἱ Σαμαρεῖτες. Τό περιγελοῦν οἱ αἱρετικοί. Πολλῶν εἰδῶν ἀντιρρήσεις ἀκούγονται, ἀλλά μιά καί μοναδική εἶναι ἡ ἀλήθεια.
Β´ . Σαμαρεῖτες λοιπόν καί ῞Ελληνες εἰδωλολάτρες, μᾶς παρουσιάζουν κάποια ἐπιχειρήματα σάν αὐτά. Τό νεκρό ἄνθρωπο τόν ρίχνουν στό χῶμα καί ἐκεῖ σαπίζει καί τόν τρῶνε τά σκουλήκια, πού καί αὐτά μετά ψοφοῦν. Σέ τέτοια σαπίλα καί διάλυση καταλήγει τό σῶμα. Πῶς λοιπόν θ᾿ ἀναστηθεῖ; Ψάρια καταβρόχθισαν ὅσους ναυάγησαν στίς θάλασσες. Κι αὐτά τά ψάρια μετά τά ἔφαγαν ἄλλα μεγαλύτερα. ῞Οσοι πάλι πάλεψαν μέ θηρία τούς ἔφαγαν ἀρκοῦδες καί λιοντάρια, μέχρι καί τό μικρότερο κοκκαλάκι τους. Γύπες καί κοράκια ἔφαγαν τίς σάρκες τῶν ἄταφων νεκρῶν καί μετά αὐτά πέταξαν σέ διάφορες κατευθύνσεις καί ταξίδεψαν σ᾿ ὅλο τόν κόσμο. Ποῦ λοιπόν θά βρεθοῦν ὅλα τά κομμάτια καί πῶς θά συγκροτηθεῖ πάλι τό σῶμα; ᾿Ενδέχεται ἀπό τά ὄρνια πού ἔφαγαν αὐτά τά σώματα, ἄλλο νά ψοφήσει στήν ᾿Ινδία, ἄλλο στήν Περσία καί ἄλλο στή Γοτθία. ῎Αλλα μπορεῖ νά τά κάψει ἡ φωτιά καί ὁ ἄνεμος καί ἡ βροχή νά σκορπίσει ἀκόμα καί τή στάχτη τοῦ σώματός τους. ᾿Από ποῦ καί πῶς θά συναρμολογηθοῦν τά στοιχεῖα καί θά ἀνασυγκροτηθοῦν αὐτά τά σώματα πού ἔφαγαν ἐκεῖνα τά ὄρνια;
Γ´ . Γιά σένα, πού σάν ἄνθρωπος εἶσαι τόσο μικρός καί ἀδύναμος, ἀπέχει πολύ ἡ χώρα τῶν Γότθων ἀπό τίς ᾿Ινδίες καί ἡ ῾Ισπανία ἀπό τήν Περσία. Γιά τόν Θεό ὅμως πού κρατάει στή χούφτα Του ὁλόκληρη τή γῆ, ὅλα εἶναι κοντινά2. Δέν πρέπει λοιπόν νά ἀποδίδεις στόν Θεό ἀδυναμίες ὅμοιες μέ τίς δικές σου. Δῶσε καλύτερα τήν προσοχή σου στή δύναμη ᾿Εκείνου. ῎Επειτα, ὁ ἥλιος, πού εἶναι ἕνα ἐλάχιστο ἔργο τοῦ Θεοῦ, μέ τίς ἀκτῖνες του θερμαίνει ὁλόκληρο τόν κόσμο3. Καί ἀκόμα ὁ ἀέρας, πού κι αὐτόν τόν ἔφτιαξε ὁ Θεός, περιβάλλει ὅ,τι βρίσκεται σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο. Καί ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός καί τοῦ ἥλιου καί τοῦ ἀέρα, ἄραγε στέκει μακριά ἀπό τόν κόσμο;
Φαντάσου πώς ἔχουν ἀναμιχθεῖ διάφοροι σπόροι —διότι ἀφοῦ φαίνεσαι ἀσθενικός στήν πίστη ἀναγκάζομαι νά σοῦ φέρω παραδείγματα πού ἀναφέρονται σέ μικροπράγματα— καί ὅτι αὐτοί οἱ διάφοροι σπόροι περιέχονται μέσα στή μία παλάμη σου4. Εἶναι δύσκολο σέ σένα τόν ἄνθρωπο ἤ πολύ εὔκολο, νά ἐντοπίσεις καί νά ξεχωρίσεις κάθε σπόρο ἀπ᾿ αὐτούς πού βρίσκονται στή χούφτα σου, σύμφωνα μέ τήν ἰδιαιτερότητά του καί τό εἶδος του, ὥστε νά τούς βάλεις μαζί ὅμοιους μέ ὅμοιους, νά τούς ταξινομήσεις κατά γένος καί εἶδος; ῎Επειτα, ἐσύ μπορεῖς νά διακρίνεις ὅ,τι βρίσκεται μέσα στή χούφτα σου, ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά διακρίνει καί νά ἀποκαταστήσει ὅσα βρίσκονται στήν δική Του παλάμη; Βάλε καλά στό νοῦ σου αὐτό πού σοῦ λέω, ἐάν βέβαια ἡ δυσκολία σου νά τό πιστέψεις δέν προέρχεται ἀπό λογική ἀδυναμία, ἀλλά ἀπό κακή γνώμη γιά τόν Θεό καί ἀπό ἀνευλαβή προδιάθεση ἐναντίον Του.
Δ´ . Κάνε μου τή χάρη νά προσέξεις στό θέμα τῆς δικαιοσύνης καί μάλιστα σκέψου καλά τί συμβαίνει σέ σένα τόν ἴδιο σχετικά μ᾿ αὐτό τό ζήτημα. ῎Ας ὑποθέσουμε ὅτι ἔχεις ὑπηρέτες. Κι ἄλλοι ἀπ᾿ αὐτούς εἶναι καλοί, ἄλλοι ὅμως κακοί. Εἶναι ἑπόμενο νά τιμᾶς τούς καλούς καί νά τιμωρεῖς τούς κακούς. Καί στήν περίπτωση πού εἶσαι δικαστής ἐπαινεῖς τούς ἀγαθούς καί τιμωρεῖς τούς παράνομους. ᾿Εσύ λοιπόν πού εἶσαι ἄνθρωπος θνητός κρατᾶς τή δικαιοσύνη καί ὁ Θεός, πού εἶναι αἰώνιος καί Μόνος Βασιλιάς ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, δέν θά κρίνει δίκαια καί δέν θά ἀνταποδώσει, κατά τά ἔργα τοῦ καθενός, μέ δικαιοσύνη; ῎Αν αὐτό ὅμως τό ἀρνηθεῖς, θά πέσεις σέ ἀσέβεια. Γι᾿ αὐτό, πρόσεξε πολύ σ᾿ αὐτά πού σοῦ λέω. Πολλοί φονιάδες πέθαναν ἀπό φυσικό θάνατο στό κρεβάτι τους, χωρίς νά τιμωρηθοῦν γιά τά ἐγκλήματά τους. Ποῦ λοιπόν βρίσκεται ἐδῶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ; Πολλές φορές μάλιστα, κάποιος πού φόνευσε πενήντα ἀνθρώπους, ἀποκεφαλίζεται μιά φορά. Ποῦ λοιπόν θά λάβει τήν τιμωρία, γιά τούς ἄλλους σαράντα ἐννέα φόνους;5 ῎Αν λοιπόν πεῖς δέν ὑπάρχει στήν ἄλλη ζωή κρίση καί ἀνταπόδοση, κατηγορεῖς γιά ἄδικο τόν Θεό.
Μή σοῦ κάνει ὅμως ἐντύπωση τό ὅτι ἡ κρίση ἀφήνεται γιά τήν ἄλλη ζωή. Καθένας πού ἀγωνίζεται, μετά τό τέλος τῶν ἀγώνων ἤ στεφανώνεται ἤ καταντροπιάζεται. Σέ καμιά περίπτωση ὁ ἀγωνοθέτης δέν στεφανώνει τούς ἀγωνιστές, ἐνόσω ἀκόμα διαρκοῦν οἱ ἀγῶνες. ᾿Αλλά περιμένει νά τερματίσουν τόν ἀγώνα ὅλοι οἱ ἀγωνιστές καί μετά τούς ξεχωρίζει καί δίνει στούς νικητές τά βραβεῖα καί τούς στεφάνους. ῎Ετσι καί ὁ Θεός. ᾿Ενῶ ἀκόμα διαρκεῖ ὁ ἀγώνας αὐτῆς ἐδῶ τῆς ζωῆς, βοηθάει λίγο τούς δίκαιους, ἀλλά ὅ,τι τούς ἀξίζει σάν μισθός καί βραβεῖο γιά τούς ἀγῶνες τους, τούς τό ἀποδίδει μετά, στή μέλλουσα ζωή, τέλειο καί ὁλοκληρωμένο.
Ε´ . ῎Αν λοιπόν, σύμφωνα μ᾿ αὐτά πού ἐσύ λές, δέν ὑπάρχει ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, γιατί καταδικάζεις αὐτούς πού ἀνοίγουν καί κλέβουν τούς τάφους; ῎Αν τό σῶμα χάθηκε μιά γιά πάντα καί δέν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀνάστασης, γιατί τιμωρεῖται ὁ κλέφτης τῶν τάφων;6 Βλέπεις λοιπόν ὅτι παρόλο πού μέ τά χείλη ἀρνεῖσαι τήν ἀνάσταση, ἡ καρδιά σου ὅμως πιστεύει ἀκράδαντα σ᾿ αὐτήν;
Ϛ´ . Θά μπορούσαμε ἐξάλλου νά σκεφθοῦμε καί κάπως ἔτσι: ῞Οταν ἕνα δέντρο κόβεται —ἀκόμα καί σύγκορμα— βγάζει νέους βλαστούς, φύλλα καί ἄνθη. Καί ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου ἡ ζωή ἀνακόπτεται μέ τό θάνατο δέν μπορεῖ νά ξαναζήσει; Κι ἀκόμα, τά σπαρτά ὅταν θερίζονται μένουν στ᾿ ἁλώνι. Καί ὁ ἄνθρωπος πού θερίστηκε ἀπ᾿ αὐτή τή ζωή, δέν θά μείνει στ᾿ ἁλώνι; Οἱ ἀμπελόβεργες καί ἄλλων ἀκόμα δέντρων τά κλαδιά, ὅταν κοποῦν ἐντελῶς ἀπό τόν κορμό τοῦ δέντρου καί μεταφυτευθοῦν παίρνουν ζωή, μεγαλώνουν καί κάνουν καρπούς. Καί ὁ ἄνθρωπος, γιά τόν ὁποῖο ὅλα αὐτά δημιουργήθηκαν, ἄν θαφτεῖ στή γῆ, δέν θά ἀναστηθεῖ; ᾿Από πλευρᾶς κόπου καί δουλειᾶς, τί εἶναι δυσχερέστερο; Νά φτιάξει κανείς ἕναν ἀνδριάντα ἐξαρχῆς ἤ νά ξαναχύσει καί νά ἀναπλάσει στό ἴδιο σχῆμα κάποιον πού ἔπεσε; ῾Ο Θεός πού μᾶς δημιούργησε ἀπό τό μηδέν, δέν μπορεῖ ἄραγε νά ἀναπλάσει αὐτούς πού κάποτε ὑπῆρξαν στή ζωή καί ἔπεσαν στή φθορά τοῦ θανάτου;
᾿Επειδή ὅμως εἶσαι εἰδωλολάτρης, δέν πιστεύεις σ᾿ ὅ,τι εἶναι γραμμένο γιά τήν ἀνάσταση. Κύτταξε τά πράγματα καί μελετώντας τή φύση τους ἐννόησε τά λόγια μου, ἀπ᾿ ὅσα μέχρι σήμερα παρατηρεῖς. Σπέρνεται γιά παράδειγμα σιτάρι ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο σπορικό. Καί μετά τή σπορά σαπίζει, σάν νά πεθαίνει, καί δέν μπορεῖ πλέον νά χρησιμεύσει ὡς τροφή. ᾿Εκεῖνος ὅμως ὁ σάπιος σπόρος φυτρώνει καταπράσινος. Καί ἐνῶ ὅταν σπάρθηκε ἦταν μικρός, τώρα πού φύτρωσε εἶναι βλαστάρι ὁλόδροσο. Τό σιτάρι δημιουργήθηκε γιά μᾶς. Γιατί, γιά τή δική μας χρήση δημιούργησε ὁ Θεός καί τό σιτάρι καί κάθε παρόμοιο καρπό καί δέν τά ἔκανε μόνο καί μόνο γιά νά ὑπάρχουν χάρη τοῦ ἑαυτοῦ τους. ῎Αν λοιπόν, ὅσα δημιουργήθηκαν γιά μᾶς, μετά τό σάπισμά τους παίρνουν πάλι ζωή, ἐμεῖς, γιά τούς ὁποίους ἐκεῖνα δημιουργήθηκαν, ἄν πεθάνουμε, δέν θά ἀναστηθοῦμε;
Ζ´ . ῞Οπως βλέπεις, εἶναι χειμωνιάτικος ὁ καιρός. Τώρα τά δέντρα στέκονται σάν νεκρά. Ποῦ εἶναι τώρα τά φύλλα τῆς συκιᾶς; Ποῦ εἶναι τά ἀμπελοστάφυλλα; ᾿Αλλά αὐτά τό χειμώνα εἶναι νεκρά, τήν ἄνοιξη ἔχουν βλαστάρια κι ὅταν ἔρθει ὁ κατάλληλος καιρός, τότε ξαναζωοποιοῦνται, σάν νά σηκώνονται νεκροί ἀπό τούς τάφους. ᾿Επειδή λοιπόν ὁ Θεός γνωρίζει τήν ἀπιστία σου, κάθε χρόνο ἀναπαρασταίνει μ᾿ αὐτά τά ὁρατά πράγματα, τήν ἀνάσταση. ῞Ωστε βλέποντας ἐσύ αὐτά πού συμβαίνουν στά ἄψυχα πράγματα, νά πιστέψεις ὅτι τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά ἔμψυχα καί λογικά δημιουργήματά Του. Κι ἀκόμα, οἱ μύγες καί οἱ μέλισσες πέφτουν πολλές φορές στό νερό καί πνίγονται καί μετά ἀπό λίγο ξαναζωντανεύουν. ῾Υπάρχουν καί μερικά εἴδη μικρῶν ζώων, τρωκτικῶν, πού λέγονται Μυοξοί καί πέφτουν σέ χειμερία νάρκη ὅλο τό χειμώνα καί μόλις ἔρθει τό καλοκαίρι ξανακινοῦνται καί ξαναζοῦν —βλέπεις ἀναγκάζομαι νά σοῦ φέρνω παραδείγματα ἀνάλογα μέ τά δικά σου μέτρα, γιά νά σέ βοηθήσω νά σκεφθεῖς. ᾿Εκεῖνος πού δίνει τή ζωή στά ἄλογα καί σχεδόν νεκρά ζῶα, Αὐτός δέν ἔχει τή δύναμη νά χαρίσει τή ζωή, κάνοντας ὑπέρβαση στούς νόμους τῆς φύσεως, γιά χάρη μας, ἀφοῦ γιά μᾶς τά δημιούργησε ὅλα αὐτά7;
Η´ . ᾿Αλλά οἱ ῞Ελληνες καί οἱ ἑλληνίζοντες στή νοοτροπία, ζητοῦν νά τούς φέρουμε παραδείγματα μέ τά ὁποῖα ἡ ἀνάσταση νά γίνεται ἀναμφισβήτητα φανερή. Καί ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτά πού μέχρι τώρα ἀνέφερα, καί ἄν ἀκόμα φαίνεται ὅτι ἀναζωογονοῦνται, δέν ἔχουν ὅμως παντελῶς σαπίσει καί ζητοῦν νά δοῦν ἕνα ζωντανό πλάσμα πού σάπισε ἐντελῶς κι ἔπειτα ἀναστήθηκε. Γνώριζε ὁ Θεός τήν ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων καί γι᾿ αὐτό ἔπλασε ἕνα πουλί πού ὀνομάζεται Φοίνικας. Αὐτό, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Κλήμης καί ὅπως καί ἄλλοι πολλοί ἱστορικοί μᾶς μαρτυροῦν, στό εἶδος του δέν ἔχει ἄτομα θηλυκοῦ καί ἀρσενικοῦ γένους καί κατά συνέπεια δέν μπορεῖ νά πολλαπλασιασθεῖ ὅπως ὅλα τά ἄλλα πτηνά. Βρίσκεται στή χώρα τῶν Αἰγυπτίων καί κάθε πεντακόσια χρόνια ἔρχεται νά φανερώσει τήν ἀνάσταση ἀπό τήν πλήρη φθορά. Καί μάλιστα αὐτό δέν τό κάνει στήν ἔρημο, ἀλλά ἔρχεται σέ χώρα ἐμφανή, μέσα στήν πόλη, ὥστε νά μή χάσουν οἱ ἄνθρωποι τή δυνατότητα νά παρακολουθήσουν τό μυστήριο τῆς ἀνάστασής του, ἀλλά νά γίνει γι᾿ αὐτούς χειροπιαστό ἐκεῖνο πού ἀμφισβητοῦν.
Αὐτό λοιπόν τό πουλί φτιάχνει μονάχο του μιά φωλιά πού εἶναι καί ὁ τάφος του, χρησιμοποιώντας σάν δομικά ὑλικά, τό λιβάνι, τή σμύρνα κι ἄλλα ἀρώματα. Καί ὅταν συμπληρώσει τά χρόνια του, μπαίνει μέσα στόν τάφο καί πεθαίνει ἀληθινά καί σαπίζει. Στή συνέχεια, μέσα ἀπό τίς σαπισμένες σάρκες τοῦ νεκροῦ πουλιοῦ γεννιέται ἕνα σκουλήκι καί αὐτό μεγαλώνοντας ἐξελίσσεται σέ πουλί. Μή σοῦ φανεῖ αὐτό ἀπίστευτο, διότι, ὅπως βλέπεις, ἔτσι ἀπό σκουλήκια καί τά μικρά μελισσάκια ἔγιναν ἔντομα. Καί ἀπό τά αὐγά τῶν πουλιῶν, τά ὁποῖα δέν περιέχουν παρά μόνο ρευστή οὐσία, βλέπεις νά βγαίνουν τά φτερά, τά ὀστᾶ καί τά νεῦρα τῶν πουλιῶν. Μετά, ἀφοῦ βγάλει φτερά ὁ Φοίνικας πού ἀναφέραμε παραπάνω καί γίνει τέλειο πουλί, ὅπως τό προηγούμενο, πετάει ψηλά στόν αἰθέρα ὁλόιδιος μ᾿ ἐκεῖνον πού εἶχε πεθάνει, δείχνοντας ἔτσι στούς ἀνθρώπους, πολύ ξεκάθαρα, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.
Εἶναι ἀξιοθαύμαστο πουλί ὁ Φοίνικας. ᾿Αλλά εἶναι πουλί, χωρίς λογικό καί οὐδέποτε ὕμνησε τόν Θεό. Πετάει στούς αἰθέρες, ἀλλά δέν γνωρίζει τόν Μονογενή Υἱό τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζοντας λοιπόν τό παράδειγμα αὐτό, μπορεῖς νά ἰσχυρισθεῖς ὅτι ὁ Θεός ἔχει δωρήσει τήν ἀνάσταση σ᾿ ἕνα ἄλογο ζῶο πού δέν ἔχει τήν δυνατότητα νά γνωρίζει τό δημιουργό του, καί δέν δίνει σέ μᾶς τήν ἀνάσταση, πού καί τόν Θεό δοξολογοῦμε καί τίς ἐντολές Του ἐφαρμόζουμε;
Θ´ . ᾿Αλλά ἐπειδή ὁ Φοίνικας εἶναι μακριά μας καί ἀκόμα εἶναι σπάνιο τοῦτο τό ἀποδεικτικό σημάδι τῆς ἀνάστασης καί μερικοί δέν πείστηκαν, πάρε, σέ παρακαλῶ καί μιά ἄλλη ἀπόδειξη ἀπ᾿ ὅσα συμβαίνουν καθημερινά. Ποῦ ἤμαστε πρίν ἀπό ἑκατό ἤ διακόσια χρόνια ὅλοι ἐμεῖς, ἐγώ πού σᾶς μιλάω κι ἐσεῖς πού μέ ἀκοῦτε; ῎Αραγε δέν γνωρίζουμε πῶς ἤρθαμε σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τή ζωή; Δέν γνωρίζεις ὅτι γεννιόμαστε ἀπό ἀσθενικά, ἄμορφα καί ἁπλά πράγματα; Κι ἀπό αὐτό τό ἁπλό καί ἀσθενικό πράγμα παίρνει μορφή καί ζωή ὁ ἄνθρωπος. Καί τό ἀσθενικό ντύνεται σάρκα καί δυναμώνουνε τά νεῦρα του. Καί παίρνουν λαμπρότητα τά μάτια του, ἡ μύτη του ἀποκτάει τήν αἴσθηση τῆς ὄσφρησης, τ᾿ αὐτιά του τήν ἀκοή, ἡ γλώσσα του τή λαλιά καί ἡ καρδιά του παλμό. Τά χέρια του γίνονται ἱκανά γιά ἐργασία, τά πόδια του δυνατά γιά νά περπατοῦν καί κάθε μέλος τοῦ σώματος ἀναπτύσσεται, ὥστε νά ἐπιτελεῖ τή λειτουργικότητά του. Κι ἐκεῖνο τό πρίν ἀσθενικό πράγμα γίνεται τώρα ναυπηγός, οἰκοδόμος, ἀρχιτέκτονας καί πάσης εἰδικότητας ἐργάτης. Γίνεται στρατιώτης, ἄρχοντας, νομοθέτης καί βασιλιάς. ῾Ο Θεός πού μᾶς δημιούργησε ἀπό τόσο ἁπλά καί εὐτελή στοιχεῖα, δέν εἶναι ἄραγε ἱκανός καί νά μᾶς ἀναστήσει ἀπό τήν κατάσταση τῶν νεκρῶν; ᾿Εκεῖνος πού κάνει σῶμα ἀνθρώπινο αὐτό τό ἐξαρχῆς ἁπλό καί εὐτελές πράγμα, δέν μπορεῖ καί νά ἀναστήσει τό νεκρό σῶμα; ᾿Εκεῖνος πού ἀπό τήν ἀνυπαρξία ἔπλασε τήν ὕπαρξη, δέν μπορεῖ καί πεθαμένη νά τήν ἀναστήσει;
Ι´ . Πάρε, σέ παρακαλῶ, καί μιά ἄλλη ὁλοφάνερη ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως πού παρατηρεῖται κάθε μήνα στ᾿ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ. Τό σῶμα δηλαδή τῆς σελήνης χάνεται ἐντελῶς, ὥστε νά μή φαίνεται καί τό ἐλάχιστο μέρος του. Καί πάλι ἀρχίζει σιγά-σιγά νά ἐμφανίζεται στό στερέωμα καί φτάνει νά ἐπανέλθει ἐντελῶς στήν προηγούμενη μορφή καί κατάστασή του. Γιά νά γίνει δέ τό πράγμα καλύτερα ἀντιληπτό, κατά χρονικά διαστήματα, χάνεται ἡ σελήνη καί τή βλέπουμε νά γίνεται σάν αἷμα. Κι ἔπειτα ξαπαπαίρνει τή φωτεινή μορφή της. Αὐτό τό δημιούργησε ὁ Θεός, ὥστε κι ἐσύ ὁ ἄνθρωπος πού ἔχεις αἷμα, νά μή δείξεις ἀπιστία γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. ᾿Αλλά, βλέποντας αὐτό πού συμβαίνει στή σελήνη, νά πιστέψεις ὅτι αὐτό θά γίνει καί μέ σένα. Αὐτά τά ἐπιχειρήματα νά χρησιμοποιεῖς, ὅταν βρίσκεσαι ἀντιμέτωπος μέ τούς εἰδωλολάτρες. Σ᾿ ἐκείνους πού δέν παραδέχονται τίς Γραφές, νά ἀντιμάχεσαι μέ ὅπλα πού δέν εἶναι παρμένα ἀπ᾿ αὐτές, ἀλλά εἶναι φτιαγμένα ἀπό συλλογισμούς καί ἀποδείξεις. Γιατί βέβαια, αὐτοί δέν ξέρουν οὔτε ποιός εἶναι ὁ Μωυσῆς, οὔτε ποιός εἶναι ὁ ῾Ησαΐας, οὔτε ποιά εἶναι τά Εὐαγγέλια, οὔτε ποιός εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
ΙΑ´ . ῎Ας πᾶμε τώρα στούς Σαμαρεῖτες, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ δέχονται τό Νόμο, ὅμως δέν δέχονται καθόλου τούς Προφῆτες καί φυσικά δέν τούς λέει τίποτα αὐτό τό ἀνάγνωσμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ. Γιατί, ὅπως εἴπαμε, δέν παραδέχονται τούς Προφῆτες. Πῶς λοιπόν θά πείσουμε τούς Σαμαρεῖτες; ῎Ας ἔλθουμε σέ ὅσα γράφονται μέσα στό Νόμο. Λέει λοιπόν, ὁ Θεός στό Μωυσῆ· «᾿Εγώ εἶμαι ὁ Θεός τοῦ ᾿Αβραάμ καί τοῦ ᾿Ισαάκ καί τοῦ ᾿Ιακώβ» (πρβλ. ῎Εξ. 3, 6). ῾Οπωσδήποτε εἶναι Θεός αὐτῶν πού ζοῦν καί ὑπάρχουν. Γιατί ἄν ὁ ᾿Αβραάμ, ὁ ᾿Ισαάκ καί ὁ ᾿Ιακώβ μέ τό θάνατό τους ἔγιναν ἀνύπαρκτοι, τότε ὁ Θεός εἶναι Θεός ἐκείνων πού δέν ὑπάρχουν. Πότε ἀκούστηκε ἕνας βασιλιάς νά πεῖ ὅτι ἐγώ εἶμαι βασιλιάς καί εἶμαι ἀρχιστράτηγος ἑνός στρατεύματος ἀνύπαρκτου; Πότε ἀκούστηκε νά κάνει κανείς ἐπίδειξη ἀνύπαρκτου πλούτου; Πρέπει λοιπόν νά ὑπάρχει ἀκόμα ὁ ᾿Αβραάμ, ὁ ᾿Ισαάκ καί ὁ ᾿Ιακώβ, γιά νά εἶναι ὁ Θεός, Θεός ζώντων. Γιατί δέν εἶπε ‘ἤμουνα Θεός τους’, ἀλλά εἶπε «εἶμαι Θεός τους» (πρβλ. ῎Εξ. 3, 6). Καί ὅτι ὑπάρχει μέλλουσα Κρίση, τό ἀποδεικνύει αὐτό πού εἶπε ὁ ᾿Αβραάμ πρός τόν Κύριο· «᾿Εκεῖνος πού κρίνει ὅλη τή γῆ, δέν θά κάνει Κρίση;» (Γέν. 18, 25).
ΙΒ´ . ᾿Αλλά καί σ᾿ αὐτό πάλι ἔχουν ἀντιρρήσεις οἱ ἀνόητοι Σαμαρεῖτες καί λένε ὅτι ἐνδέχεται νά παραμένουν στήν ὕπαρξη οἱ ψυχές τοῦ ᾿Αβραάμ, τοῦ ᾿Ισαάκ καί τοῦ ᾿Ιακώβ. Τά σώματά τους ὅμως δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναστηθοῦν.
Τό ραβδί τοῦ Μωυσῆ τοῦ δίκαιου μπόρεσε κι ἔγινε δράκοντας (πρβλ. ῎Εξ. 4, 3) καί τά σώματα τῶν δίκαιων δέν μποροῦν νά ἀναστηθοῦν καί νά ζήσουν; ῎Εγινε ἐκεῖνο πού ἦταν «παρά φύσιν» καί δέν μπορεῖ νά ἀποκατασταθεῖ αὐτό πού εἶναι «κατά φύσιν»; Καί τό ραβδί τοῦ ᾿Ααρών, πού ἦταν κλαδί κομμένο καί ξερό, χωρίς σταγόνα νερό πέταξε βλαστάρια (πρβλ. ᾿Αριθμ. 17, 23). Καί αὐτό ἔγινε χωρίς νά τό δεῖ ὁ ἥλιος, βλάστησε ἀκριβῶς ὅπως βλασταίνουν τά διάφορα φυτά καί δέντρα στούς ἀγρούς. Καί ἐνῶ βρισκόταν κατάξερο, μέσα σέ μιά νύχτα ἀναπτύχθηκε καί καρποφόρησε τόσο, ὅσο τά συνήθη φυτά πού ποτίζονται συνέχεια στή διάρκεια πολλῶν ἐτῶν. Τό ραβδί τοῦ ᾿Ααρών, σάν νά ἦταν νεκρωμένο ἀναστήθηκε, καί δέν θά ἀναστηθεῖ ὁ ἴδιος ὁ ᾿Ααρών; ῾Ο Θεός πού θαυματούργησε, ἀνασταίνοντας τό ξύλο, γιά νά διατηρήσει τήν ἀρχιεροσύνη τοῦ ᾿Ααρών, δέν θά χαρίσει τήν ἀνάσταση στόν ἴδιο τόν ᾿Ααρών; ῾Η γυναίκα τοῦ Λώτ μεταβλήθηκε σέ ἁλάτι κι ἄλλαξε ἡ φύση της (πρβλ. Γέν. 19, 26). ῾Η σάρκα ἄλλαξε καί ἔγινε ἁλάτι καί δέν μπορεῖ ἡ σάρκα ν᾿ ἀναστηθεῖ καί νά ξαναγίνει σάρκα, νά πάρει τήν πρώτη φύση της; ῾Η γυναίκα τοῦ Λώτ, ἔγινε ἁλάτινη στήλη καί δέν μπορεῖ ν᾿ ἀναστηθεῖ ἡ γυναίκα τοῦ ᾿Αβραάμ; Μέ ποιά δύναμη μεταβλήθηκε τό χέρι τοῦ Μωυσῆ, πού γιά μιά ὥρα ἔγινε σάν χιόνι καί πάλι ἀποκαταστάθηκε στήν πρώτη του μορφή; (Πρβλ. ῎Εξ. 4, 6-7). ῾Οπωσδήποτε μέ τοῦ Θεοῦ τό πρόσταγμα. Τότε λοιπόν τό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ εἶχε αὐτή τή δύναμη καί τώρα δέν τήν ἔχει;
ΙΓ´ . Καί ρωτῶ ἐσᾶς τούς Σαμαρεῖτες, πού σκέπτεσθε σάν νά εἶσθε οἱ πιό ἀνόητοι ἀπό ὅλους τούς ἀνόητους ἀνθρώπους τῆς οἰκουμένης· Ποιός πρῶτος καί μέ ποιό τρόπο δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀπό τό μηδέν; ᾿Ελᾶτε στή Γένεση, στό πρῶτο βιβλίο τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, πού καί ἐσεῖς παραδεχόσαστε· «Καί ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, παίρνοντας χῶμα ἀπό τή γῆ» (Γέν. 2, 7). Τό χῶμα γίνεται σάρκα καί ἡ σάρκα δέν μπορεῖ νά ξαναγίνει σάρκα; Σᾶς ρωτῶ πάλι: ᾿Από ποῦ προῆλθαν οἱ οὐρανοί, ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα; ᾿Από ποῦ δημιουργήθηκαν ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καί τ᾿ ἀστέρια; Πῶς γεννήθηκαν ἀπό τά νερά τά πουλιά καί τά ψάρια; Καί πῶς ὅλα τά ζῶα πλάστηκαν ἀπό τή γῆ; Τόσες μυριάδες πλάσματα ἦρθαν ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. Κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, πού εἴμαστε πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ, δέν θά ἀναστηθοῦμε; Πραγματικά, εἶναι γεμάτη ἀπιστία αὐτή ἡ σκέψη καί πολύ ἀξιοκατάκριτοι εἶναι ὅσοι δείχνουν ἀπιστία. ῾Ο ᾿Αβραάμ λέει πρός τόν Κύριο: «᾿Εσύ πού κρίνεις ὅλη τή γῆ» (Γέν. 18, 25) καί δέν Τόν πιστεύουν ὅσοι μελετοῦν τό Νόμο. Καί ἐνῶ εἶναι γραμμένο ὅτι «ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς» (πρβλ. Γέν. 3, 19), αὐτοί πού διαβάζουν τό Νόμο θεωροῦν τόν Θεό ἀνίσχυρο νά ἀναστήσει τούς νεκρούς.
ΙΔ´ . Αὐτά λοιπόν τά ἐπιχειρήματα εἶναι γιά ὅσους δέν πιστεύουν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γιά μᾶς ὅμως πού πιστεύουμε, εἶναι σκόπιμο νά γνωρίζουμε ὅσα ἀναφέρουν οἱ Προφῆτες. ᾿Επειδή ὅμως καί μερικοί πού μελετοῦν τούς Προφῆτες δέν πιστεύουν σ᾿ ὅσα ἐκεῖ βρίσκουν γραμμένα καί παίρνουν σάν ἐπιχείρημα καί μᾶς λένε ἐκεῖνο τό «δέν θά ἀναστηθοῦν οἱ ἀσεβεῖς στή μέλλουσα Κρίση» (Ψαλμ. 1, 5) καί τό «ἄν κατεβεῖ ὁ ἄνθρωπος στόν ῞Αδη, δέν πρόκειται πιά νά ξανανεβεῖ» (᾿Ιώβ 7, 9) καί ἀκόμα τό «δέν θά Σέ ὑμνήσουν οἱ νεκροί, Κύριε» (Ψαλμ. 113, 25) —γιατί χρησιμοποιοῦν λανθασμένα, ὅσα εἶναι γραμμένα σωστά8— εἶναι καλό τώρα νά τούς ἀπαντήσουμε, μέ λίγα λόγια, ὅσο ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις μας καί οἱ συνθῆκες τῆς σημερινῆς Κατήχησης.
῞Οταν λέει ὁ Ψαλμωδός ὅτι οἱ ἀσεβεῖς δέν θά ἀναστηθοῦν γιά νά κριθοῦν, ἐννοεῖ, ὄχι πώς καθόλου δέν θά κριθοῦν, ἀλλά ὅτι θά κατακριθοῦν. Γιατί δέν χρειάζεται νά τούς πολυεξετάσει ὁ Θεός γιά τίς πράξεις τους. ᾿Αντίθετα, μόλις οἱ ἀσεβεῖς ἀναστηθοῦν, ταυτόχρονα καί θά καταδικαστοῦν. Αὐτό πού λέει ὁ Ψαλμωδός ὅτι «δέν θά Σέ ὑμνήσουν Κύριε, οἱ νεκροί», σημαίνει ὅτι μόνο σ᾿ αὐτή τή ζωή ὑπάρχει ἡ δυνατότητα γιά μετάνοια καί ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας, ὅσοι χαίρονται καί ἀπολαμβάνουν αὐτά τά ἀγαθά, μποροῦν νά ὑμνοῦν τόν Θεό. Γιατί δέν θά μποροῦν νά ὑμνοῦν τόν Θεό, μετά τό θάνατό τους, σάν εὐεργετημένοι, ὅσοι πέθαναν μέσα στίς ἁμαρτίες τους, ἀλλά αὐτοί θά θρηνοῦν καί θά ὀδύρονται. Γιατί ὁ αἶνος βγαίνει αὐθόρμητα ἀπό τίς ψυχές αὐτῶν πού ζοῦν μέ αἰσθήματα καί βιώματα εὐχαριστίας, ἐνῶ ὁ ὀδυρμός πηγάζει ἀπό τίς ψυχές ἐκείνων πού τιμωροῦνται. Τότε λοιπόν οἱ δίκαιοι θά ὑμνοῦν, ἐνῶ ὅσοι θά πεθάνουν ἀμετανόητοι γιά τίς ἁμαρτίες τους, δέν θά ἔχουν πλέον εὐκαιρίες γιά μετάνοια καί ἐξομολόγηση9.
ΙΕ´ . ῞Οσο γι᾿αὐτό τό «ἄν κατεβεῖ ἕνας ἄνθρωπος στόν ῞Αδη, δέν θά ξανανεβεῖ» (᾿Ιώβ 7, 9), κοίταξε τά παρακάτω. Εἶναι γραμμένο στόν ἑπόμενο ἀκριβῶς στίχο πώς, «ὅποιος κατεβεῖ στόν ῞Αδη, δέν μπορεῖ πιά ν᾿ ἀνεβεῖ καί νά γυρίσει στό σπίτι του». ᾿Αφοῦ θά γίνει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου καί ὅλα τά σπίτια θά καταστραφοῦν, πῶς θά ξαναγυρίσει στό σπίτι του κανείς, ἀφοῦ ὅλη ἡ γῆ θά μεταβληθεῖ, θά δημιουργηθεῖ ἐκ νέου; ῎Επρεπε ὅσοι τά λένε αὐτά ν᾿ ἀκούσουν τόν ᾿Ιώβ πού λέει: «῾Υπάρχει ἐλπίδα γιά τό δέντρο. ῎Αν αὐτό κοπεῖ θά ξανανθίσει καί τά βλαστάρια του ποτέ δέν θά τοῦ λείψουν. Κι ἄν ἡ ρίζα του γεράσει μέσα στή γῆ ἤ ἄν μέσα σέ πετρῶδες κι ἄγονο ἔδαφος μαραθοῦν τά βλαστάρια του, πάλι καί μόνο μέ τήν ὑγρασία θά ξανανθίσει καί θά φέρει καρπό στό θερισμό, σάν νά ἦταν νεοφυτεμένο. Κι ὁ ἄνθρωπος ἅμα πεθάνει, θά χαθεῖ; ῎Αν πέσει καί ταφεῖ ὁ θνητός ἄνθρωπος, ἄραγε δέν θά ξαναζήσει;» (᾿Ιώβ 14, 7-10). ῎Οχι λοιπόν σάν παράκληση ἤ σάν ἐπιτίμηση, ἀλλά ἔτσι ἐρωτηματικά πρέπει νά διαβάζεται τό «δέν θά ξαναζήσει». ᾿Αφοῦ λοιπόν, λέει ὁ ᾿Ιώβ, τό δέντρο πέφτει καί πάλι ἀνασταίνεται, ὁ ἄνθρωπος, γιά τόν ὁποῖο τό δέντρο δημιουργήθηκε, δέν θ᾿ ἀναστηθεῖ;
Καί γιά νά μή νομίσεις ὅτι προσπαθῶ νά βρῶ νόημα, ὅπως τό θέλω, ἐκεῖ πού τό κείμενο δέν μοῦ τό δίνει10, διάβασε καί τή συνέχεια. Γιατί μετά, ἀφοῦ διατύπωσε ὑπό τύπον ἐρωτήσεως τό, «ὅταν πέσει ὁ ἄνθρωπος δέν θά ξαναναστηθεῖ», λέει· «Γιατί κι ἄν πεθάνει ὁ ἄνθρωπος, ὅμως θά ζήσει» (᾿Ιώβ 14, 14). Καί ἀμέσως συνεχίζει· «Θά μείνω θαμμένος στή γῆ μέχρι νά ξανάρθω στή ζωή». Καί στόν ἴδιο στίχο πάλι λέει· «Αὐτός πού πρόκειται νά ἀναστήσει τό σῶμα μου, πού βρίσκεται στή γῆ καί ἐξαντλητικά γεύεται ὅλα αὐτά» (πρβλ. ᾿Ιώβ 19, 25-26).
Καί ὁ προφήτης ῾Ησαΐας, λέει· «Θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί καί θά σηκωθοῦν ὅσοι βρίσκονται μέσα στούς τάφους» (῾Ησ. 26, 19). Καί ὁ προφήτης ᾿Ιεζεκιήλ, τήν προφητεία τοῦ ὁποίου ἐδῶ μόλις τώρα διαβάσαμε, λέει ξεκάθαρα· «᾿Εγώ θά ἀνοίξω τά μνήματά σας καί θά σᾶς βγάλω ἀπό τούς τάφους σας». (᾿Ιεζ. 37, 12). Καί ὁ προφήτης Δανιήλ λεει· «Πολλοί, ἀπ᾿ ἐκείνους πού κοιμοῦνται στό χῶμα τῆς γῆς θά ἀναστηθοῦν, ἄλλοι γιά νά ζήσουν τήν αἰώνια ζωή καί ἄλλοι γιά νά καταδικαστοῦν σέ αἰώνια ντροπή καί ὄνειδος» (πρβλ. Δαν. 12, 2).
ΙϚ´ . Πολλά κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς μαρτυροῦν γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γιατί ὑπάρχουν καί πολλά ἄλλα ρητά σχετικά μ᾿ αὐτό τό θέμα. Σάν ὑπόμνηση καί μόνο σᾶς ἀναφέρω ἐπιγραμματικά τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, πού ἦταν τέσσερις ἡμέρες νεκρός στό μνῆμα, καί λόγω τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρόνου, σᾶς θυμίζω μόνο τήν ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας, στή Ναΐν. Σάν ὑπενθύμιση μόνο ἀναφέρω καί τή θυγατέρα τοῦ ἀρχισυνάγωγου καί ἀκόμα ἐκεῖνο πού ἀναφέρεται στό ἱερό Εὐαγγέλιο, ὅτι δηλαδή σχίστηκαν οἱ πέτρες καί πολλά σώματα τῶν ἁγίων, πού εἶχαν κοιμηθεῖ ἀναστήθηκαν, ἀφοῦ ἀνοίχτηκαν μέ τό σεισμό τά μνήματά τους (πρβλ. Ματθ. 27, 51-52). Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅμως, ἄς μήν ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε.
Δέν ἀνέφερα τόν προφήτη ᾿Ηλία καί τό γιό τῆς χήρας πού ὁ Προφήτης ἀνέστησε καί τόν προφήτη ᾿Ελισσαῖο, ὁ ὁποῖος δυό φορές ἀνέστησε νεκρό καί ὅταν ζοῦσε καί μετά τό θάνατό του. ῞Οταν ζοῦσε ἀνέστησε τό νεκρό μέ τή δύναμη τῆς ἅγιας ψυχῆς του. Γιά νά μήν τιμηθοῦν ὅμως μόνο οἱ ψυχές τῶν δίκαιων καί γιά νά γίνει πιστευτό ὅτι καί τά σώματα τῶν δίκαιων ἔχουν δύναμη, ὁ νεκρός πού ἔριξαν στόν τάφο τοῦ ᾿Ελισσαίου, ὅταν ἀκούμπησε τό νεκρό σῶμα τοῦ Προφήτη, ἀναστήθηκε (πρβλ. Δ´ Βασ. 13, 21). Τό νεκρό σῶμα τοῦ Προφήτη ἔκανε ἔργο ζωντανῆς ψυχῆς11. Καί τό πεθαμένο σῶμα, πού ἦταν θαμμένο στό χῶμα, χάρισε στό νεκρό τή ζωή. Κι ἐνῶ αὐτό χάρισε τή ζωή, ἔμεινε τό ἴδιο νεκρό. Γιατί; Γιά νά μή θεωρηθεῖ, μετά τήν ἀνάσταση, ὅτι ἡ ψυχή μόνο τοῦ ᾿Ελισσαίου ἔκανε αὐτό τό θαῦμα. ᾿Αλλά νά ἀποδειχτεῖ πώς καί ὅταν δέν εἶναι παρούσα ἡ ψυχή, ὑπάρχει μιά δύναμη μέσα στά σώματα τῶν ῾Αγίων, λόγω τῆς παραμονῆς, ἐπί τόσα χρόνια μέσα σ᾿ αὐτά, τῆς δίκαιης ψυχῆς, τήν ὁποία τό σῶμα ὑπηρετοῦσε. Καί ἄς μήν παραμένουμε στήν ἀπιστία ἤ στή δυσπιστία, διατηρούμενοι σέ πνευματικό νηπιασμό, σάν νά μήν ἔχει γίνει αὐτό τό θαῦμα. Γιατί, ἄν τά σάβανα καί τά σεντόνια πού ἀγγίζουν ἐξωτερικά τά σώματα, ὅταν τ᾿ ἀκουμποῦσαν οἱ ἄρρωστοι, γίνονταν καλά, τό ἴδιο τό σῶμα τοῦ Προφήτη δέν θά μποροῦσε νά χαρίσει τήν ἀνάσταση στό νεκρό;
ΙΖ´ . Θά μπορούσαμε πολλά νά ποῦμε πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα, ἐξηγώντας μέ λεπτομέρειες ὅλα τά παράδοξα πού ἔχουν συμβεῖ. ᾿Επειδή ὅμως ἔχετε ἤδη κουραστεῖ καί ἀπό τά προηγούμενα καί ἀπό τήν αὐστηρή νηστεία τῆς Παρασκευῆς καί ἀπό τήν ἀγρυπνία, σᾶς τά ἀνέφερα αὐτά μέ συντομία σάν νά ἔριχνα σπόρους ἐδῶ κι ἐκεῖ. ῞Ωστε ἐσεῖς σάν τήν εὔφορη καί γόνιμη γῆ νά δεχτεῖτε τό σπόρο, νά βλαστήσετε στάχυα καί νά φέρετε πολλούς καρπούς. ῎Ας θυμηθοῦμε ἀκόμα ὅτι καί οἱ ᾿Απόστολοι ἀναστήσανε νεκρούς. ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος ἀνέστησε τήν Ταβιθά στήν ᾿Ιόππη. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀνέστησε τόν Εὔτυχο στήν Τρωάδα καί ὅλοι οἱ ᾿Απόστολοι ἀνέστησαν νεκρούς, παρόλο πού τά θαύματά τους δέν εἶναι γραμμένα στήν ἁγία Γραφή καί δέν τά γνωρίζουμε.
Θυμηθεῖτε ἐπίσης ὅλα ὅσα ἀναφέρονται στήν πρώτη πρός Κορινθίους ἐπιστολή, πού ἔχει γράψει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, σ᾿ ἐκείνους πού ρωτοῦσαν καί ἔλεγαν: «Πῶς θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί; Μέ ποιό σῶμα θά ξαναζήσουν;» (Α´ Κορ. 15, 35). Καί τό: «῎Αν οἱ νεκροί δέν θ᾿ ἀναστηθοῦν, οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ» (Α´ Κορ. 15, 16). Θυμηθεῖτε ὅτι ὀνόμασε ἄφρονες ἐκείνους πού δέν πιστεύουν σ᾿ ὅλη τή διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς, πού ἀναφέρεται στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. ᾿Ακόμα θυμηθεῖτε ὅτι ὁ ἴδιος ἔγραψε πρός τούς Θεσσαλονικεῖς: «Δέν θέλουμε, ἀδελφοί, νά ἀγνοεῖτε, τή χριστιανική διδασκαλία σχετικά μέ τούς κεκοιμημένους, γιά νά μήν αἰσθανόσαστε λύπη, ὅπως ὅλοι οἱ ἄπιστοι καί οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐλπίδα» (Α ´ Θεσ. 4, 13) κ.τ.λ. Κυρίως δέ αὐτό πού λέει: Καί ὅσοι πέθαναν πιστοί καί ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό θά πρωτοαναστηθοῦν. (Α´ Θεσ. 4, 16).
ΙΗ´ . ᾿Ιδιαίτερα ὅμως πρέπει νά κρατήσετε ἔντονα στήν ψυχή σας αὐτό τό ὁποῖο ἐπίμονα τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος δείχνοντας τό δικό του σῶμα, λέει: «Διότι πρέπει αὐτό τό φθαρτό σῶμα νά ἐνδυθεῖ τήν ἀφθαρσία καί τό θνητό αὐτό κορμί νά ἐνδυθεῖ τήν ἀθανασία» (Α´ Κορ. 15, 53). Αὐτό βέβαια τό σῶμα μας θά ἀναστηθεῖ, χωρίς ὅμως τήν ἀσθενικότητα πού ἔχει τώρα. ᾿Αλλά τό ἴδιο αὐτό θά ἀναστηθεῖ καί ἀφοῦ θά ἐνδυθεῖ τήν ἀφθαρσία, θά μεταμορφωθεῖ, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καί μέ τό σίδερο πού μπαίνει στή φωτιά καί γίνεται κι αὐτό φωτιά. ῎Η γιά νά τό ποῦμε καλύτερα, τό σῶμα θά ἀναστηθεῖ καί θά γίνει ἄφθαρτο μέ τόν τρόπο πού γνωρίζει μονάχα ὁ Κύριος, πού ἀνασταίνει τό νεκρό σῶμα.
Αὐτό λοιπόν τό σῶμα θά ἀναστηθεῖ. Δέν θά μείνει ὅμως ἔτσι πού εἶναι τώρα. ᾿Αλλά θά εἶναι πιά κατάλληλο γιά τήν αἰωνιότητα. Δέν θά ἔχει πιά ἀνάγκη ἀπό ὑλικές τροφές γιά νά ζήσει, οὔτε σκάλες γιά ν᾿ ἀνεβαίνει. Γιατί θά γίνει πνευματικό (πρβλ. Α´ Κορ. 15, 44), κάτι θαυμαστό, πού ὅμοιο τώρα δέν ἔχουμε, γιά νά τό παραβάλλουμε12. Τότε, λέει ἡ ἁγία Γραφή, οἱ δίκαιοι θά λάμψουν ὅπως ὁ ἥλιος (πρβλ. Ματθ. 13, 43) καί ὅπως ἡ σελήνη καί ὅπως ὁ λαμπρός οὐρανός. Κι ἐπειδή ὁ Θεός προγνώριζε τήν ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων δημιούργησε ἐκεῖνα τά πολύ μικρά σκουληκάκια πού τό καλοκαίρι ἀκτινοβολοῦν μέ λάμψη, ἡ ὁποία βγαίνει ἀπό τό ἴδιο τους τό σῶμα. ῞Ωστε ἀπό αὐτά πού τώρα βλέπουμε μέ τά σωματικά μάτια, νά συμπεράνουμε καί αὐτό πού προσδοκᾶμε, δηλαδή ὅτι τά σώματά μας θά γίνουν φωτεινά. Γιατί ὁ Θεός, πού μᾶς χάρισε αὐτή τήν ἐπίγεια ἐμπειρία, μπορεῖ νά μᾶς χαρίσει στή μέλλουσα ζωή καί τήν ὁλοκλήρωσή της. ᾿Εκεῖνος πού ἔκανε νά λάμπει τό σκουλήκι πολύ περισσότερο θά κάνει νά λάμψει ὁ δίκαιος ἄνθρωπος.
ΙΘ´ . Θ᾿ ἀναστηθοῦμε λοιπόν καί θά ἔχουμε ὅλοι αἰώνια σώματα. ᾿Αλλά δέν θά εἶναι ἴδια ὅλων τά σώματα. ῎Αν κάποιος εἶναι δίκαιος, θά λάβει ἐπουράνιο σῶμα, γιά νά μπορεῖ ἐπάξια νά συναναστρέφεται μέ τούς ᾿Αγγέλους. Κι ἄν κάποιος εἶναι ἁμαρτωλός, θά λάβει σῶμα πού αἰώνια θά τιμωρεῖται γιά τίς ἁμαρτίες του, ὥστε, μολονότι θά καίγεται σ᾿ αἰώνια φωτιά, νά μή μπορέσει ποτέ ν᾿ ἀφανιστεῖ. Πολύ δίκαια ὁ Θεός παραχωρεῖ αὐτά καί γιά τίς δυό μερίδες, τῶν δίκαιων καί τῶν ἄδικων. Γιατί τίποτα δέν κάναμε, χωρίς νά συμμετέχει τό σῶμα μας. Βλασφημοῦμε μέ τό στόμα, προσευχόμαστε μέ τό στόμα, πορνεύουμε μέ τό σῶμα, ζοῦμε ἁγνή ζωή μέ τό σῶμα. ῾Αρπάζουμε μέ τά χέρια, δίνουμε ἐλεημοσύνες μέ τά χέρια καί ὅλα τά ὑπόλοιπα. ᾿Επειδή λοιπόν σέ ὅλα, ὅσα κάναμε, μᾶς ὑπηρέτησε τό σῶμα, παίρνει καί αὐτό μέρος στίς ἀπολαβές τῆς μέλλουσας ζωῆς.
Κ´ . ῎Ας λυπηθοῦμε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, τά σώματά μας κι ἄς μήν τά κακομεταχειριστοῦμε, σάν νά ἦταν ξένα. Νά μήν ποῦμε αὐτό πού λένε οἱ αἱρετικοί ὅτι εἶναι ξένο τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας, τό σῶμα μας, ἀλλά ἄς τό σπλαχνιστοῦμε ὡς κάτι δικό μας. Γιατί πρέπει νά δώσουμε λόγο στόν Κύριο, γιά ὅλα ὅσα πράξαμε μέ τό σῶμα (πρβλ. Β´ Κορ. 5, 10). Μήν πεῖς ποτέ «κανείς δέν μέ βλέπει» (πρβλ. Σοφ. Σειρ. 23, 18. ῾Ησ. 29, 15), μή νομίσεις ὅτι δέν ὑπάρχει μάρτυρας τῶν πράξεών σου. Μπορεῖ πολλές φορές, πράγματι, νά μή σέ βλέπει ἄνθρωπος. ῞Ομως ὁ Πλάστης, ὁ ἀόρατος καί αἰώνιος μάρτυρας, παραμένει πάντα στόν οὐρανό ἀξιόπιστος (Ψαλμ. 88, 38) καί βλέπει ὅλα ὅσα συμβαίνουν. ᾿Αλλά μένουν καί τά ἀποτυπώματα τῆς ἁμαρτίας στό σῶμα13. Γιατί, ὅπως ἀκριβῶς μιά βαθιά πληγή στό σῶμα, κι ἄν ἀκόμα θεραπεύτηκε, ἀφήνει οὐλή, ἔτσι καί ἡ ἁμαρτία πληγώνει τήν ψυχή καί τό σῶμα καί ἀφήνει σ᾿ ὅλο τό σῶμα πλέον σημάδια καί οὐλές, οἱ ὁποῖες ἀφαιροῦνται μόνο ἀπό τά σώματα ἐκείνων, πού δέχτηκαν τό ἅγιο Βάπτισμα. ῞Ολα τά περασμένα τραύματα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, τά θεραπεύει ὁ Θεός μέ τό Βάπτισμα. ῎Ας προσέξουμε ὅμως ὅλοι μας νά διαφυλάξουμε τόν ἑαυτό μας, ἀπό ἐκεῖνα πού μπορεῖ νά συμβοῦν στό μέλλον, ὥστε νά διατηρήσουμε καθαρό τό χιτώνα τοῦ σώματος καί νά μή χάσουμε τήν οὐράνια σωτηρία, ἐξαιτίας μιᾶς πορνείας ἤ ἡδυπάθειας ἤ κάποιας ἄλλης ἁμαρτωλῆς πράξης. ᾿Αλλά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας εἴθε μέ τή Χάρη Του νά σᾶς ἀξιώσει ὅλους σας ὁ Θεός.
ΚΑ´ . Αὐτά εἶχα νά πῶ σάν ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. ῾Η ἐκφώνηση δέ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πού τώρα θά σᾶς κάνω, νά γίνει καί ἀπό σᾶς μέ ἰδιαίτερη προσοχή γιά κάθε λέξη καί νά τή μάθετε ἀπό στήθους.
ΚΒ´ . Στή συνέχεια τό Σύμβολο τῆς Πίστεως πού ἐκφωνήσαμε περιέχει τό ἄρθρο: Πιστεύω σ᾿ ἕνα Βάπτισμα μετάνοιας πού συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες καί σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία καί στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος καί στήν αἰώνια ζωή. Γιά τό Βάπτισμα καί τή μετάνοια ἔχουμε μιλήσει στίς πρῶτες Κατηχήσεις καί τά σχετικά μέ τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, πού εἰπώθηκαν λίγο πρίν, ἀναφέρονταν στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος. ᾿Απομένει τώρα νά μιλήσουμε καί γιά τό ὑπόλοιπο τμῆμα αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου πού ἀναφέρεται στή «Μία, ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία». Πάνω σ᾿ αὐτό τό ἄρθρο θά μπορούσαμε νά ποῦμε πολλά, ἀλλά θά τά ἐκθέσουμε συνοπτικά.
ΚΓ´ . ῾Η ᾿Εκκλησία λοιπόν, ὀνομάζεται «Καθολική», ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα τήν ὀνομάζουμε «Καθολική»14, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε «Καθολική», γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα πνευματικά.
ΚΔ´ . «᾿Εκκλησία» ὀνομάζεται γιατί, ὅπως δηλώνει καί ἡ λέξη, συγκαλεῖ σέ μία σύναξη ὅλους τούς ἀνθρώπους, καθώς ὁ Κύριος λέει στό βιβλίο τοῦ Λευιτικοῦ: ῞Ολους τούς ᾿Ισραηλίτες πού ἔχουν ὑποχρέωση καί δικαίωμα γιά τά κοινά «ἐκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσέ τους μπροστά στίς θύρες τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου (Λευιτ. 8, 3). Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό «ἐκκλησίασον» ἀναφέρεται πρώτη φορά σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅταν ὁ Κύριος καθιστοῦσε τόν ᾿Ααρών ἀρχιερέα. Στό βιβλίο ἐπίσης τοῦ Δευτερονομίου λέει ὁ Θεός στό Μωυσῆ: «᾿Εκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσε «ἐνώπιόν μου τό λαό καί ἄς ἀκούσουν τούς λόγους μου, γιά νά μάθουν νά μέ σέβονται καί νά μέ φοβοῦνται» (Δευτ. 4, 10). ῾Η λέξη «᾿Εκκλησία» ἀναφέρεται πάλι, ὅταν γίνεται λόγος γιά τίς πλάκες τοῦ Νόμου: «Πάνω σ᾿ αὐτές ἦταν γραμμένο καθετί πού εἶπε σ᾿ ἐσᾶς ὁ Κύριος, πάνω στό ὄρος Σινᾶ, μέσα ἀπό τό θεϊκό πῦρ, κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» (Δευτ. 9, 10). Σάν νά ἤθελε μέ αὐτό τό «κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» νά πεῖ πιό καθαρά «κατά τήν ἡμέρα πού ὁ Θεός σᾶς κάλεσε καί σᾶς σύναξε». ῾Ο Ψαλμωδός ἐπίσης λέει· «Θά προσευχηθῶ ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου, Κύριε, μέσα σέ μεγάλη ἐκκλησία, ἀνάμεσα σέ πολύ πυκνό πλῆθος λαοῦ, θά Σέ ὑμνήσω» (Ψαλμ. 34, 18).
ΚΕ´ . Πρωτύτερα λοιπόν ἔψαλε ὁ Ψαλμωδός: «Μέσα στήν ἐκκλησία νά δοξολογεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο, ὅλοι σεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ψαλμ. 67, 27). ᾿Αφοῦ ὅμως οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἔχασαν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς κακόβουλης στάσης τους ἐνάντια στόν Σωτήρα Χριστό, ὁ Σωτήρας ἵδρυσε δεύτερη ᾿Εκκλησία, τή χριστιανική, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπό ἀνθρώπους πού ἀνήκουν σέ διάφορα ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ ᾿Ισραήλ15. Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία εἶπε ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο· «Πάνω σ᾿ αὐτήν τήν Πέτρα θά οἰκοδομήσω τήν ᾿Εκκλησία μου καί δέν θά τήν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ῞Αδη» (Ματθ. 16, 18).
Προφητεύοντας γι᾿ αὐτές τίς δύο ᾿Εκκλησίες ἔλεγε ξεκάθαρα ὁ προφήτης Δαβίδ· γιά μέν τήν πρώτη ᾿Ιουδαϊκή ἐκκλησία: «Μίσησα τήν ἐκκλησία τῶν δόλιων καί πονηρῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 25, 5). Γιά δέ τή δεύτερη, πού θά δημιουργεῖτο ἀπό τόν Χριστό: «Κύριε, ἀγάπησα μ᾿ ὅλη μου τήν ψυχή τήν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου Σου» (Ψαλμ. 25, 8). Καί ἀμέσως, στή συνέχεια: «Μέσα στήν ἐκκλησία θά εὐλογήσω Κύριε τό ῎Ονομά Σου» (Ψαλμ. 25, 12). ᾿Αφοῦ λοιπόν ἡ μιά, ἡ ᾿Ιουδαϊκή ἐκκλησία στερήθηκε τή θεία Χάρη, οἱ ᾿Εκκλησίες τοῦ Χριστοῦ πληθύνθηκαν καί γέμισαν ὅλη τήν οἰκουμένη. Γι᾿ αὐτές τίς ᾿Εκκλησίες εἶναι γραμμένο στούς Ψαλμούς: «Ψάλατε στόν Κύριο καινούριο ὕμνο. ῾Η δοξολογία τοῦ ᾿Ονόματός Του ἄς ἀντηχήσει στήν ἐκκλησία τῶν ἀφοσιωμένων δούλων Του» (Ψαλμ. 149, 1). Σχετικά μέ αὐτά τά λόγια τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι κι ἐκεῖνα πού εἶπε πρός τούς ᾿Ιουδαίους ὁ προφήτης Μαλαχίας: «Δέν εὐαρεστοῦμαι πλέον σέ σᾶς, λέει ὁ Κύριος ὁ Παντο–κράτορας» (Μαλ. 1, 10). Καί ἀμέσως συνεχίζει: «Διότι ἀπ᾿ τά χαράματα μέχρι τή δύση τό ῎Ονομά μου δοξάζεται ἀπό τά ἔθνη» (Μαλ. 1, 11). Γι᾿ αὐτήν τήν ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν Τιμόθεο: «Γιά νά γνωρίσεις πῶς πρέπει νά συμπεριφέρεται κανείς στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ στύλος καί τό θεμέλιο τῆς ἀλήθειας» (Α´ Τιμ. 3, 15)16.
ΚϚ´ . ῾Η λέξη ὅμως ἐκκλησία ἔχει πολλές χρήσεις, ὅπως π.χ. ἔχει χρησιμοποιηθεῖ στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ὅπου ὁ συγγραφέας λέγοντας ἐκκλησία ἀναφέρεται στόν ὄχλο τῶν ᾿Εφεσίων, πού ἦταν συγκεντρωμένος στό θέατρο: «᾿Αφοῦ εἶπε αὐτά, ἀπέλυσε τήν ἐκκλησία» (Πράξ. 19, 41). Κατά κυριολεξία βέβαια θά μποροῦσε κανείς πραγματικά νά ὀνομάσει «ἐκκλησία πονηρευομένων» τίς συνάξεις τῶν αἱρετικῶν, ἐννοῶ τίς συγκεντρώσεις τῶν ὀπαδῶν τοῦ Μαρκίωνα, τοῦ Μάνη, καί ὅλων τῶν ἄλλων. Γι᾿ αὐτό καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, γιά νά εἶσαι σίγουρος ὅτι μιά ἀνθρώπινη συγκέντρωση εἶναι ἐκκλησία17, σοῦ παρέδωσε κι αὐτό πού ἀναφέρει τό ἴδιο ἄρθρο στή συνέχεια, δηλαδή τό «εἰς Μίαν ῾Αγίαν, Καθολικήν ᾿Εκκλησίαν», ὥστε νά ἀποφεύγεις τίς μιαρές συγκεντρώσεις τῶν αἱρετικῶν καί νά παραμένεις ἰσόβια μέλος τῆς ῾Αγίας, Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, στούς κόλπους τῆς ὁποίας ἀναγεννήθηκες.
Κι ἄν καμιά φορά βρεθεῖς σέ ξένη πόλη, ὅποια καί ἄν εἶναι, νά μή ρωτᾶς ἁπλῶς ποῦ εἶναι ὁ Ναός -γιατί καί οἱ ἄλλοι ἀσεβεῖς αἱρετικοί τολμοῦν νά ἀποκαλοῦν τίς σπηλιές τους Ναούς- οὔτε νά ρωτᾶς ἁπλῶς ποῦ εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία, ἀλλά νά ζητᾶς νά μάθεις «ποῦ βρίσκεται ἡ Καθολική ᾿Εκκλησία»18. Γιατί αὐτό εἶναι τό ἰδιαίτερο ὄνομα πού χαρακτηρίζει αὐτήν τήν ῾Αγία Μητέρα ὅλων μας, ἡ ῾Οποία εἶναι Νύμφη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λέει στήν πρός ᾿Εφεσίους ἐπιστολή του· «Καθώς καί ὁ Χριστός ἀγάπησε τήν ᾿Εκκλησία καί παρέδωσε τόν ῾Εαυτό Του γιά χάρη της» (᾿Εφεσ. 5, 25) καί ὅλα τά παρακάτω. ῾Η ᾿Εκκλησία εἶναι τύπος καί ὁμοίωμα τῆς ἄνω ῾Ιερουσαλήμ, «ἡ ὁποία εἶναι ἐλεύθερη καί μητέρα ὅλων μας» (πρβλ. Γαλ. 4, 26). Εἶναι ᾿Εκείνη πού «προηγουμένως ἦταν στείρα, τώρα ὅμως εἶναι πολύτεκνη» (πρβλ. Γαλ. 4, 27).
ΚΖ´ . ῾Η πρώτη ἐκκλησία τῶν ᾿Ιουδαίων ἔχασε τή Χάρη. Στή δεύτερη ὅμως ᾿Εκκλησία, τήν Καθολική, ὅπως ἐξηγήσαμε τόν ὅρο αὐτό στή σημερινή Κατήχηση, καθώς μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Θεός «ἄλλους μέν τούς τοποθέτησε στήν ᾿Εκκλησία πρῶτον ᾿Αποστόλους, δεύτερον Προφῆτες, τρίτον Διδασκάλους. ῎Επειτα ἄλλους τούς ἔθεσε νά κάνουν κάθε εἴδους θαύματα, ἄλλους νά ἔχουν χαρίσματα θεραπειῶν, χαρίσματα προστασίας τῶν ὀρφανῶν, τῶν χηρῶν, τῶν πτωχῶν, τῶν παντός εἴδους ἀσθενῶν· χαρίσματα κυβερνήσεως καί διοικήσεως στήν ᾿Εκκλησία· χαρίσματα διαφόρων γλωσσῶν» (Α´ Κορ. 12, 28). ᾿Ακόμα ὁ Θεός χάρισε στήν ᾿Εκκλησία Του κάθε ἀρετή· σοφία καί σύνεση, σωφροσύνη καί δικαιοσύνη, ἐλεημοσύνη καί φιλανθρωπία, ὑπομονή καί ἀδάμαστη καρτερικότητα στούς διωγμούς. Αὐτή λοιπόν ἡ ᾿Εκκλησία «μέ τά ὅπλα τῆς δικαιοσύνης τά ἐπιθετικά καί τά ἀμυντικά, δοκιμάζοντας δόξα καί ἀτίμωση» (Β´ Κορ. 6, 7-8), παλιότερα στούς καιρούς τῶν διωγμῶν καί τῶν θλίψεων, στεφάνωσε μέ τά πολυάνθιστα στεφάνια ὑπομονῆς τούς ἁγίους Μάρτυρες καί τώρα, στούς καιρούς τῆς εἰρήνης, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπολαμβάνει τήν τιμή, πού τῆς πρέπει, ἀπό βασιλεῖς καί ἄρχοντες καί ἀπό ἀνθρώπους κάθε καταγωγῆς καί προελεύσεως. Οἱ βασιλεῖς ἐξουσιάζουν τό λαό μιᾶς μονάχα περιοχῆς πού διοικοῦν19. Καί μονάχα ἡ ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία ἔχει ἀπεριόριστη δύναμη καί ἐξουσία σ᾿ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Γιατί, σύμφωνα μέ αὐτό πού γράφει ὁ Ψαλμωδός «ὁ Θεός ἔθεσε στά σύνορά σου εἰρήνη» (πρβλ. Ψαλμ. 147, 3). Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία, ἄν ἤθελα νά τά πῶ ὅλα, θά χρειαζόμουν πολύ περισσότερες ὧρες, γιά νά τά διηγηθῶ20.
ΚΗ´ . Στούς κόλπους αὐτῆς τῆς ῾Αγίας, Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἔχοντας τή σωστή διδασκαλία καί τή σωστή ζωή, θά κληρονομήσουμε τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί τήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία κάνουμε τά πάντα, ὥστε νά τήν ἀπολαύσουμε, χαρισμένη σέ μᾶς ἀπό τόν Κύριο καί χορηγό αὐτῆς. Γιατί ὁ σκοπός μας δέν ἀποβλέπει σέ μικρά πράγματα, ἀλλά ἡ φροντίδα κι ὁ ἀγώνας μας γίνεται γιά τήν ἀπόλαυση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, μετά ἀπό τό σημεῖο ἐκεῖνο πού ἀναφέρεται στήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων, γιά τήν ὁποία ἔχουμε ἤδη μιλήσει, διδασκόμαστε νά πιστεύουμε καί στήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία ἀγωνιζόμαστε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί.
ΚΘ´ . ῾Η πραγματική καί ἀληθινή ζωή εἶναι ὁ Πατέρας, ὁ ῾Οποῖος διά τοῦ Υἱοῦ καί «ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι», σάν ἀπό μιά αἰώνια καί ἀστείρευτη πηγή, ἀδιάκοπα, ἀναβρύει καί παρέχει ὅλες τίς ἐπουράνιες δωρεές στόν κόσμο τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς αἰωνιότητας. Καί ἀπό τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἔχει δοθεῖ καί σ᾿ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους ἡ ἀψευδής ὑπόσχεση γιά τήν ἀπόλαυση τῶν ἐπουρανίων αὐτῶν δωρεῶν τῆς αἰώνιας ζωῆς. Δέν εἶναι δυνατόν νά μήν πιστέψουμε σ᾿ αὐτό. Πρέπει νά πιστεύουμε, ὄχι γιατί ἐμπιστευόμαστε στίς ἀσθενικές δυνάμεις μας, ἀλλά γιατί ἐλπίζουμε στή δύναμη ᾿Εκείνου. «Γιατί ὅλα εἶναι δυνατά στόν Θεό» (πρβλ. Ματθ. 19, 26). Καί γιά τό ὅτι αὐτό εἶναι δυνατόν καί ὅτι προσδοκοῦμε καί περιμένουμε νά ζήσουμε αἰώνια, λέει ὁ προφήτης Δανιήλ: «Καί πολλοί δίκαιοι θά εἶναι σάν τ᾿ ἀστέρια στούς αἰῶνες καί πέρα τῶν αἰώνων» (Δαν. 12, 3). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· «Καί ἔτσι πάντοτε θά εἴμαστε μαζί μέ τόν Κύριο» (Α´ Θεσ. 4, 17). Αὐτό τό «θά εἴμαστε πάντοτε μαζί μέ τόν Κύριο», ὑπονοεῖ τήν αἰώνια ζωή. Ξεκάθαρα ἐπίσης μᾶς λέει καί ὁ Σωτήρας μας στά Εὐαγγέλια: «Καί θά πᾶνε αὐτοί στήν αἰώνια κόλαση καί οἱ δίκαιοι στήν αἰώνια ζωή» (Ματθ. 25, 46).
Λ´ . ῾Υπάρχουν πολλές ἀποδείξεις γιά τήν αἰώνια ζωή. Σέ ὅσους δέ ἀπό μᾶς ἐπιθυμοῦν ν᾿ ἀποκτήσουν αὐτή τήν αἰώνια ζωή, τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης μᾶς ὑποδεικνύουν τούς τρόπους, μέ τούς ὁποίους μποροῦμε νά τήν ἀποκτήσουμε21. Γι᾿ αὐτούς τούς τρόπους -ἐπειδή δέν θέλω νά δώσω ἔκταση στήν ὁμιλία μου- θά παραθέσουμε λίγες μονάχα μαρτυρίες, ἀφήνοντας τίς ἄλλες νά τίς μελετήσουν μέ λεπτομέρειες ὅσοι διαθέτουν τήν ἀνάλογη προθυμία. ῎Αλλοτε μᾶς λέει ἡ ἁγία Γραφή ὅτι θά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή, «διά τῆς πίστεως». ᾿Επειδή εἶναι γραμμένο: «᾿Εκεῖνος πού πιστεύει στόν Υἱό θά ἔχει αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 3, 36) κ.τ.λ. Καί ἀλλοῦ λέει ὁ ἴδιος Εὐαγγελιστής: «᾿Αληθινά σᾶς λέω, ὅτι αὐτός πού ἀκούει τό λόγο μου καί πιστεύει σ᾿ ᾿Εκεῖνον πού μέ ἔχει ἀποστείλει, θά ἔχει αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 5, 24) καί τά ὑπόλοιπα. ᾿Αλλοῦ πάλι μᾶς λέει ἡ ἁγία Γραφή ὅτι θά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή διά τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. Γιατί λέει τό ἱερό Εὐαγγέλιο: «Κι ἐκεῖνος πού θερίζει παίρνει μισθό καί συγκεντρώνει καρπό στήν αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 4, 36). Κι ἄλλοτε πάλι ἡ ἁγία Γραφή μᾶς ὑποδεικνύει τό δρόμο τοῦ μαρτυρίου καί τῆς «ἐν Χριστῷ» ὁμολογίας, καί μᾶς λέει: «᾿Εκεῖνος πού μισεῖ σ᾿ αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο τή ζωή του, θά τή διαφυλάξει στήν αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 12, 25). Κι ἀλλοῦ πάλι, πάνω στό θέμα τοῦ ὅτι πρέπει νά προτιμᾶμε περισσότερο ἀπό τά χρήματα καί τούς συγγενεῖς τόν Χριστό, λέει: «῞Οποιος ἄφησε ἀδελφούς ἤ ἀδελφές» (Ματθ. 19, 29) κ.τ.λ., «θά κληρονομήσει τήν αἰώνια ζωή». ῎Αλλο τρόπο πού μᾶς προτείνει ἡ ἁγία Γραφή, γιά νά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Δηλαδή, «νά μή μοιχεύσεις, νά μήν κλέψεις» καί τά ὑπόλοιπα (πρβλ. Ματθ. 19, 18). Γιατί ἔτσι ἀπάντησε ὁ Χριστός σ᾿ ἐκεῖνον πού Τόν πλησίασε καί τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλέ μου καλέ, τί νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;» (πρβλ. Ματθ. 19, 16). ᾿Ακόμα ἡ ἁγία Γραφή μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἐγκατάλειψη τῶν ἁμαρτωλῶν πράξεων καί τή συνέχιση τῆς ζωῆς μας κάτω ἀπό τή διακονία καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει: «Τώρα πιά, πού ἔχετε ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἔχετε ὑποδουλωθεῖ στήν ἀγάπη καί στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, θά συνάξετε ὡς καρπό τῶν κόπων σας τόν ἁγιασμό καί κατάληξή σας θά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή» (Ρωμ. 6, 22).
ΛΑ´ . ῾Υπάρχουν ὅπως εἶπα, πολλοί τρόποι γιά ν᾿ ἀποκτήσει κανείς τήν αἰώνια ζωή, ἀπό τούς ὁποίους παράλειψα νά σᾶς ἀναφέρω τούς περισσότερους, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι τόσοι πολλοί. Διότι ὁ Κύριος, ὄντας φιλάνθρωπος, ἄνοιξε ὄχι μιά, οὔτε δυό, ἀλλά πάρα πολλές πόρτες22, γιά νά μπορέσουν ὅλοι νά μποῦν ἀνεμπόδιστα -τουλάχιστον ἀπό τήν πλευρά τοῦ Θεοῦ- καί νά τήν ἀπολαύσουν. ῞Ολα αὐτά, τά σχετικά μέ τήν αἰώνια ζωή, σᾶς τά ἐκθέσαμε μέ συνοπτικό λόγο, ἀλλά μέ σαφήνεια καί πληρότητα, σύμφωνα μέ τή σπουδαιότητα τοῦ θέματος, γιατί αὐτή ἡ διδασκαλία γιά τήν αἰώνια ζωή εἶναι καί τό τελευταῖο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί ὁ τελικός στόχος τῆς πίστεως πού περιέχεται σέ ὁλόκληρο τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Αὐτήν, εἴθε ὅλοι μας, καί ἐμεῖς πού σᾶς διδάσκουμε καί ἐσεῖς πού μᾶς ἀκοῦτε, ν᾿ ἀξιωθοῦμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἀπολαύσουμε.
ΛΒ´ . Καί τώρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μιά καί εἶχα τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ νά σᾶς διδάξω αὐτές τίς Κατηχήσεις, σᾶς παρακαλῶ νά ἑτοιμάζετε τήν ψυχή σας νά δεχτεῖ ὅλα αὐτά τά ἐπουράνια χαρίσματα. Καί γιά μέν τήν ἁγία καί ἀποστολική πίστη πού σᾶς παραδώσαμε, γιά νά γίνει κτῆμα σας καί γιά νά εἴσαστε σέ θέση νά τήν ὁμολογεῖτε μέ τή Χάρη τοῦ Κυρίου, κάναμε ὅσες διδασκαλίες μπορούσαμε, ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς πού πέρασαν. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἔπρεπε νά ποῦμε μόνο ὅσα εἴπαμε. Εἶναι πολλά αὐτά πού παραλείψαμε καί τά ὁποῖα ἴσως πιό καλοί διδάσκαλοι θά τά κατανοοῦσαν καί θά τά ἀπέδιδαν ἐπιτυχέστερα23. Τώρα ὅμως πού πλησιάζει ἡ ἁγία ἡμέρα τοῦ Πάσχα καί ἡ ἀγάπη σας θά λάβει τό θεῖο φωτισμό, ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό μέσω τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας, δηλαδή τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, θά διδαχτεῖτε πάλι, ἄν θέλει ὁ Θεός, ὅσα πρέπει νά γνωρίζετε ὡς χριστιανοί. Δηλαδή θά διδαχτεῖτε, μέ πόση τάξη καί εὐσέβεια θά πρέπει, ὅταν σᾶς καλέσει ὁ λειτουργός, νά πλησιάσετε καί νά μπεῖτε στό Βαπτιστήριο, ποιά εἶναι ἡ σκοπιμότητα καί ἡ θεολογική σημασία κάθε τελετουργικῆς πράξεως καί κινήσεως πού θά λάβει χώρα, κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Κι ἀκόμα μέ πόση εὐλάβεια θά πρέπει νά προσερχόσαστε, μετά τό Βάπτισμα, στό ἅγιο θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀπολαύσετε τῶν ἐπουρανίων καί πνευματικῶν Μυστηρίων, πού βρίσκονται ἐκεῖ. ῎Ετσι ὥστε ἡ ψυχή σας, μέ τή διδασκαλία, νά διαφωτιστεῖ ἀπό πρίν, πάνω στό μέγεθος τοῦ καθενός ἀπό τά χαρίσματα πού θά σᾶς δοθοῦν ὡς δωρεά ἀπό τόν Θεό.
ΛΓ´ . Μετά ἀπό τήν ἁγία καί σωτήρια ἡμέρα τοῦ Πάσχα ἀμέσως, ἀπό τή Δευτέρα τῆς Διακαινησίμου, κάθε ἡμέρα καί γιά ὅλη τήν ἑβδομάδα, ἀφοῦ μετά τή Θεία Λειτουργία ἔρθετε στόν ἅγιο αὐτό τόπο τῆς ᾿Αναστάσεως, ἄν θέλει ὁ Θεός, θά ἀκούσετε ἄλλες Κατηχήσεις. Σ᾿ αὐτές τίς Κατηχήσεις θά διδαχτεῖτε πάλι, ὥστε νά πληροφορηθεῖτε γιά ποιό λόγο καί μέ ποιό σκοπό ἔχει γίνει κάθε τελετουργική μυστηριακή κίνηση καί νά πάρετε τίς σχετικές μαρτυρίες-ἀποδείξεις ἀπό τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. Καί πρῶτα-πρῶτα θά σᾶς μιλήσουμε γιά ὅσα γίνονται ἀμέσως πρίν ἀπό τό Βάπτισμα. Κατόπιν θά μάθετε πῶς ὁ Κύριος σᾶς χάρισε τήν πλήρη κάθαρση ἀπό τίς ἁμαρτίες σας, μέ τό λουτρό τοῦ ὕδατος καί μέ τή ρηματική ἐπίκληση τῆς Χάρης τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος (πρβλ. ᾿Εφεσ. 5, 26). ᾿Ακόμα, πῶς μέ τήν ἱερολογία τῶν Μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος πήρατε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί πῶς σᾶς δόθηκε ἡ σφραγίδα τῆς κοινωνίας τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Θά διδαχτεῖτε ἀκόμα καί γιά τά ῎Αχραντα Μυστήρια τά ὁποῖα λειτουργοῦνται στό θυσιαστήριο τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, πού πρῶτος καί Μόνος τά λειτούργησε σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν Πόλη24. Θά διδαχτεῖτε δηλαδή πῶς ἀκριβῶς μᾶς τά ἔχουν παραδώσει οἱ ἅγιες Γραφές, ποιά εἶναι ἡ δύναμή τους καί πῶς καί πότε πρέπει νά προσέρχεται κανείς σ᾿ αὐτά. Τέλος, θά διδαχτεῖτε πῶς πρέπει, στήν παρούσα ζωή, μέ λόγια καί ἔργα ἄξια τῆς Χάρης πού δεχτήκατε, νά συναναστρεφόσαστε, ὥστε νά ἀξιωθεῖτε νά ἀπολαύσετε καί τήν αἰώνια ζωή. Αὐτά λοιπόν, ἄν θέλει ὁ Θεός, θά σᾶς λεχθοῦν ἀργότερα.
ΛΔ´ . Λοιπόν, ἀδελφοί μου, νά χαιρόσαστε πάντοτε, μέ τή χαρά τοῦ Κυρίου. Θά σᾶς τό ξαναπῶ: Νά χαιρόσαστε (πρβλ. Φιλιπ. 3, 1 καί 4, 4). Γιατί ἔφτασε ἡ ὥρα τῆς ἀπολύτρωσής σας (πρβλ. Λουκ. 21, 28) καί ὁ ἐπουράνιος στρατός τῶν ᾿Αγγέλων ἀναμένει τή σωτηρία σας. ᾿Ακούγεται ἤδη ἡ φωνή πού κράζει δυνατά στήν ἔρημο: «῾Ετοιμάστε τήν ὁδό τοῦ Κυρίου» (῾Ησ. 40, 3. Ματθ. 3, 3). ῾Ο προφήτης ῾Ησαΐας κραυγάζει: «῞Οσοι διψᾶτε πορευτεῖτε πρός τό νερό» (῾Ησ. 55, 1). Κι ἀλλοῦ πάλι· «᾿Ακοῦστε με καί θά ἀπολαύσετε τά ἀγαθά καί θά εὐφρανθεῖ μέσα στά ἀγαθά ἡ ψυχή σας» (῾Ησ. 55, 2). Σέ λίγο θά ἀκούσετε τήν ὡραία ἀνάγνωση ἀπό τό ἐδάφιο πού θά λέει: «Φωτίσου νέα ῾Ιερουσαλήμ, γιατί ἔφτασε κοντά σου τό φῶς» (πρβλ. ῾Ησ. 60, 1). Γι᾿ αὐτή τή νέα ῾Ιερουσαλήμ ὁ προφήτης ῾Ησαΐας εἶχε πεῖ: «Μετά ἀπό αὐτά θά ὀνομαστεῖς πόλη δικαιοσύνης, μητρόπολη πιστή Σιών» (῾Ησ. 1, 26), ἐπειδή ὁ νόμος προῆλθε ἀπό τή Σιών καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἀπό τήν ῾Ιερουσαλήμ, ὁ ὁποῖος ἀπό ἐδῶ ξεχύθηκε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη.
Σ᾿ αὐτήν ἀπευθύνθηκε ὁ προφήτης ῾Ησαΐας καί γιά σᾶς τῆς εἶπε: «Σήκωσε ὁλόγυρα τά μάτια σου καί κύτταξε τά παιδιά σου πού εἶναι συναγμένα» (῾Ησ. 49, 18). Κι αὐτή ἀποκρίθηκε καί εἶπε: «Ποιοί ξέρουν νά πετοῦν ψηλά, πάνω ἀπό μένα, σάν τά σύννεφα καί σάν τά περιστέρια μέ τά μικρά τους;» (῾Ησ. 60, 8). Σύννεφα σᾶς ὀνόμασε γιά τήν πνευματική σας ζωή καί περιστέρια γιά τήν ἀκεραιότητά σας. Καί ἀλλοῦ πάλι λέει: «Ποιός ξέρει ἀπ᾿ αὐτά; ῎Η ποιός ἔχει δεῖ παρόμοια; Μήπως καί δοκίμασε, γιά μιά μονάχα ἡμέρα, ἡ γῆ ὠδίνες τοκετοῦ ἤ μήπως γεννήθηκε κάποιο ἔθνος μονομιᾶς; Διότι δοκίμασε ὠδίνες τοκετοῦ καί γέννησε ἡ Σιών τά παιδιά της» (῾Ησ. 66, 8). Καί θά γεμίσουν ὅλα ἀνεκλάλητη χαρά, γιατί ὁ Κύριος εἶπε: «Νά, θά κάνω ἐγώ ν᾿ ἀγαλλιάσει ἡ ῾Ιερουσαλήμ καί νά εὐφρανθεῖ ὁ λαός μου» (῾Ησ. 65, 18).
ΛΕ´ . ῎Ας δώσει ὁ Θεός νά εἰπωθεῖ καί γιά σᾶς τώρα: «Γεμίστε εὐφροσύνη οὐρανοί κι ἄς ἀγαλλιάσει ὅλη ἡ γῆ» (῾Ησ. 49, 13) καί στή συνέχεια: «῾Ο Θεός ἐλέησε τό λαό Του καί παρηγόρησε τούς ταπεινούς τοῦ λαοῦ Του» (῾Ησ. 49, 13). Αὐτά ὅλα θά σᾶς χαριστοῦν ἀπό τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πού σᾶς ὑπόσχεται: «᾿Εγώ θά ἐξαφανίσω σάν σύννεφο τίς ἀνομίες σου καί σάν ὀμίχλη τίς ἁμαρτίες σου» (πρβλ. ῾Ησ. 44, 22). Κι ἐσεῖς, ἀφοῦ θά ἀξιωθεῖτε νά πάρετε τό ὄνομα τῶν πιστῶν —γιά τούς ὁποίους εἶναι γραμμένο στήν ἁγία Γραφή˙ σ᾿ αὐτούς πού θά δουλεύσουν σέ μένα θά τούς χαριστεῖ καινούριο ὄνομα, τό ὁποῖο θά εὐλογηθεῖ πάνω στή γῆ (πρβλ. ῾Ησ. 65, 15-16)— θά πεῖτε μέ εὐφροσύνη: «῎Ας εἶναι εὐλογητός ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾿Εκεῖνος πού μᾶς χάρισε διά τοῦ Χριστοῦ κάθε πνευματική καί ἐπουράνια εὐλογία» (᾿Εφεσ. 1, 3). «᾿Από τόν ῾Οποῖο δεχτήκαμε τήν ἀπελευθέρωσή μας, μέ τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μέ τήν πλούσια Χάρη Του, πού σκόρπισε σέ μᾶς περίσσια» (᾿Εφεσ. 1, 7-8) κ.τ.λ. Καί ἀλλοῦ πάλι λέει: «῾Ο Θεός ὅμως, ἐπειδή εἶναι πολυέλεος καί πολυεύσπλαχνος, μᾶς ἀγάπησε μέ ἀπέραντη ἀγάπη. Κι ἐνῶ ἤμαστε πνευματικά νεκροί, ἐξαιτίας τῶν παραπτωμάτων μας, μᾶς ξανάδωσε τή ζωή μαζί μέ τόν Χριστό» (᾿Εφεσ. 2, 4-5) κ.τ.λ. Καί πάλι, ψάλτε παρόμοιο ὕμνο στόν Θεό, λέγοντας: «῞Οταν ὁ Θεός, ὁ Σωτήρας μας, φανέρωσε τήν καλοσύνη καί τήν ἀγάπη Του στούς ἀνθρώπους, μᾶς ἔσωσε, ὄχι γιά τά καλά ἔργα πού τυχόν κάναμε ἐμεῖς, ἀλλά γιατί μᾶς σπλαχνίστηκε. Μᾶς ἔσωσε μέ τό Βάπτισμα τῆς ἀναγέννησης καί τῆς ἀνανέωσης πού χαρίζει τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο σκόρπισε πλούσια πάνω μας διά τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα μας γιά νά δικαιωθοῦμε μέ τή δική Του Χάρη καί νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια ζωή πού προσδοκοῦμε» (Τίτ. 3, 4-7).
Αὐτός λοιπόν, «ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ Πατέρας τῆς δόξας, ἄς σᾶς χαρίσει πνεῦμα σοφίας, πού θά σᾶς ἀποκαλύψει πῶς νά Τόν γνωρίσετε ἀκόμα καλύτερα. Κι ἄς φωτίζει τά πνευματικά μάτια τῆς ψυχῆς σας» (πρβλ. ᾿Εφεσ. 1, 16-17). Καί ἄς σᾶς διαφυλάξει σ᾿ ὅλη σας τή ζωή, χαρίζοντάς σας τή δύναμη καί τό φωτισμό γιά κάθε λόγο, ἔργο καί λογισμό ἀγαθό. Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει, τιμή καί δόξα, διά τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτέλειωτους αἰῶνες τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Πραγματικά, γιά τόν ψυχικό ἄνθρωπο εἶναι ἴσως τό μέγιστο κίνητρο γιά τή διάπραξη τοῦ καλοῦ «ἡ ἀπολαβή». Καί θά ἦταν ἴσως ἁπλό ἰδεολόγημα, ἄν θά θέλαμε νά ποῦμε ὅτι κάποιοι ἀπό μᾶς δέν ἔχουν ἐγωκεντρικά καί ὠφελιμοθηρικά κίνητρα στίς θρησκευτικές ἐπιδιώξεις τους. Παρά ταῦτα, τό κίνητρο τῆς «᾿Ανάστασης» μᾶς ἀναβιβάζει σέ ὑψηλότερο ἐπίπεδο πνευματικότητας, γιατί ἡ προοπτική τῆς ᾿Ανάστασης εἶναι διφυής· ᾿Ανάσταση ζωῆς καί ἀνάσταση κρίσεως. Μιά τέτοια στόχευση μᾶς ὠθεῖ στό νά ζητοῦμε τούς ὅρους καί τίς προϋποθέσεις πού θά μᾶς ἐξασφαλίσουν τήν ᾿Ανάσταση ζωῆς. ῎Ετσι ὁδηγούμαστε στό ἀγκάλιασμα τοῦ Σταυροῦ καί τήν ἀποδοχή τοῦ σταυροῦ μας, πού μᾶς κάνουν ἀνθεκτικούς καί γενναίους στόν πειρασμό καί στή δοκιμασία.
2. ῾Ο Κύριος μᾶς φανερώνει μέ τόν προφήτη ῾Ησαΐα (55, 8-9) τήν τρομακτικά μεγάλη διαφορά τοῦ «ἐπιπέδου» πάνω στό ὁποῖο κινεῖται-ἐργάζεται ὁ Θεός καί τοῦ ἐπιπέδου πάνω στό ὁποῖο κινεῖται καί ἐνεργεῖ ὁ ἄνθρωπος. «Οὐ γάρ εἰσιν αἱ βουλαί μου ὥσπερ αἱ βουλαὶ ὑμῶν, οὐδ᾿ ὥσπερ αἱ ὁδοὶ ὑμῶν αἱ ὁδοί μου, λέγει Κύριος, ἀλλ᾿ ὡς ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, οὕτως ἀπέχει ἡ ὁδός μου ἀπὸ τῶν ὁδῶν ὑμῶν καὶ τὰ διανοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς διανοίας μου». Γιά μᾶς εἶναι ἀσύλληπτη ἡ διαφορά πού βρίσκεται ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα σωματίδιο-ὑποάτομο καί στό συμπαντικό ἀχανές. Αὐτή ἡ διαφορά προωθημένη στό ἄπειρο, βρίσκεται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, γιά κάθε θέμα τῆς ὀντότητας καί τῆς λειτουργίας τοῦ προσώπου μας. Μέ βάσιμη λοιπόν συνέπεια ὁ ῞Αγιος βγάζει τό διδακτικό συμπέρασμα· Δέν πρέπει λοιπόν νά ἀποδίδεις στόν Θεό ἀδυναμίες ὅμοιες μέ τίς δικές σου. Δῶσε καλύτερα τήν προσοχή σου στή δύναμη ᾿Εκείνου.
3. Εἶναι προφανές ὅτι ὁ ῞Αγιος ὁμιλεῖ μέ βάση τά κοσμογεωγραφικά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του. Τό παράδειγμα δέν χάνει τή διδακτική του στόχευση.
4. Εἶναι πραγματικά ὑποδειγματική ἡ εὐαισθησία τοῦ ῾Αγίου καί παιδαγωγική ἡ μέθοδός του, μέ τήν ὁποία προσπαθεῖ νά γίνουν ἀντιληπτές οἱ ἔννοιες τίς ὁποῖες θέλει νά διδάξει. ῏Ηταν πάντοτε ἐνήμερος τῆς δεκτικότητας τῶν ἀκροατῶν του καί παρακολουθοῦσε μέ ἄγρυπνο μάτι τήν πορεία τῆς ἀφομοίωσης τῆς διδασκόμενης ὕλης.
5. Εἶναι ἄξιο θεολογικῆς περιεργείας τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος Κατηχητής καί ἀρχιερέας τῆς Καινῆς Διαθήκης βασίζει τό σκεπτικό τῆς δικαιοσύνης στό Νόμο τῆς Παλαιᾶς. Πιθανή ἐξήγηση μπορεῖ ἐνδεχομένως νά θεωρηθεῖ τό ὅτι ἀπευθύνει τό λόγο σέ ᾿Ιουδαίους. Πάντως τό παράδειγμα εἶναι φρικιαστικό.
6. ῾Η ποινική δίωξη τῆς τυμβωρυχίας, καίτοι μπορεῖ νά μήν ἔχει αἰτιώδη σχέση μέ τήν πίστη στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, εἶναι μιά ἔμμεση μαρτυρία, ἄν ὄχι γιά τήν πίστη στήν ἀνάσταση, ἀλλά γιά τήν ἐπιθυμία τῆς δυνατότητας τῆς ἀνάστασης.
7. ῾Ο νομοθέτης δέν «ὑπερβαίνει», ὡς ὁ θεωμένος ἄνθρωπος, τούς νόμους, ἀλλά τούς τροποποιεῖ μέ τήν ἐξουσία του, προσωρινά ἤ ὁριστικά. ῾Η «ἐν Χριστῷ» ὑπέρβαση τῶν ὅρων τῆς φύσεως ἀπό τόν ἄνθρωπο, εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο θαῦμα, ἀλλά γιά τόν Θεό εἶναι φυσική ἐνέργεια τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του. Αὐτές ἱκανώνουν τόν ἄνθρωπο νά ὑπερβαίνει τούς σταθερούς νόμους τῆς κτιστῆς δημιουργίας καί νά κάνει τή συμμετοχή του στήν ὑπερβατότητα τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, «ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ», ἐνδεικτική τοῦ ἐπιπέδου τῆς θεωτικῆς πορείας του.
8. Αὐτή ἡ ἄστοχη ἐνέργεια εἶναι καθιερωμένη καί γενικευμένη μέθοδος τῶν κάθε εἴδους αἱρετικῶν, ἀλλά καί ἀσυνείδητο λάθος τῶν καλοπροαίρετων «κρυφῶν» αἱρετικῶν πού βρίσκονται πληθωρικά καί στίς ἡμέρες μας. Οἱ πρῶτοι, ἔχουν παραδεχτεῖ τίς αἱρετικές δοξασίες καί προσπαθοῦν «ἐκ τῶν ὑστέρων» νά βροῦν στηρίγματα στή Γραφή ἤ στούς Πατέρες, ἐνῶ οἱ δεύτεροι, δέν διαθέτουν τίς ὀρθές «προσλαμβάνουσες παραστάσεις» ὥστε νά κατανοήσουν ὀρθῶς αὐτό πού συναντοῦν στό γραπτό ἤ καί στόν προφορικό λόγο τῆς ᾿Εκκλησίας.
9. ῾Η διδασκαλία αὐτή διατυπώνεται ἄνετα καί ἀνεπιφύλακτα καί γίνεται δεκτή ἀπό αὐτούς πού γνωρίζουν τή Γραφή. ᾿Εκεῖ πού μᾶς «κερδίζει» ὁ πονηρός εἶναι κάθε φορά πού μᾶς βάζει νά τήν ἐφαρμόσουμε κρίνοντας τούς «ἀποθνήσκοντας», χωρίς νά ἔχουμε τέτοιο δικαίωμα ἤ δεδομένη ἁρμοδιότητα. ῾Η ἐξομολόγηση, καί πολύ περισσότερο ἡ μετάνοια, εἶναι βίωμα τῆς «βαθείας καρδίας» καί δέν ὑπόκειται στήν «κατ᾿ ὄψιν» κρίση τοῦ ἄλλου.
10. Στίς σύγχρονες ἑρμηνευτικές διατυπώσεις τῶν χωρίων πού χρησιμοποιεῖ ἐδῶ ὁ ῞Αγιος διαπιστώνουμε πολλές διαφορές. Παρά ταῦτα, δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε ὅτι τά συγκεκριμένα αὐτά χωρία εἶναι ἄσχετα πρός τήν πίστη-προσδοκία τοῦ ᾿Ιώβ στή μετά θάνατο ζωή καί ἀνάσταση. ῾Επομένως δικαιώνεται ἡ θέση τοῦ ῾Αγίου.
11. Εἶναι ἐκπληκτική προτύπωση τῆς προσδοκωμένης ἀνάστασης τῶν νεκρῶν. Βέβαια τό νεκρό σῶμα δέν ἔδωσε αὐτοδύναμα τήν ἀνάσταση στό ἄλλο νεκρό σῶμα, ἀλλά μέσα στή Θεία Πρόνοια καί ᾿Ενέργεια, τό σῶμα τοῦ Προφήτη ἔγινε ὄργανο λειτουργίας-τελέσεως τοῦ θαύματος.
11α. Αὐτή ἡ θέση τοῦ ῾Αγίου δέν εἶναι «ἐπινόηση», ἀλλά ἀποκαλύπτει μιά πραγματικότητα πού τήν ἀντιλαμβάνονται ἐκεῖνοι πού διαθέτουν τή σχετική ἱκανότητα. Μέ ἀφορμή αὐτή τή θέση τοῦ ῾Αγίου, διερωτώμαστε· Μήπως εἶναι καί αὐτή ἡ πραγματικότητα ἕνα βασικό ἐπιχείρημα γιά τόν ἰσχυρισμό κάποιων ἀπό μᾶς ὅτι οἱ «μεταμοσχεύσεις» καταλύουν τή μοναδική καί ἀνεπανάληπτη συνάφεια ψυχῆς καί σώματος ὡς ἀναπαλλοτρίωτης βάσης τοῦ προσώπου;
12. ῾Ο ῞Αγιος ἀναφέρεται στήν κατάσταση τῶν σωμάτων μετά τήν ἀνάστασή τους. Τό παράδειγμα τῆς πυγολαμπίδας εἶναι εὔστοχο, γιατί, πραγματικά, μέσα στό νυχτερινό σκοτάδι τά ἔντομα αὐτά φαίνονται σάν κινούμενα φωτεινά σωματίδια.
13. Σέ προηγούμενο σχόλιο (11α) τονίσαμε τή θέση τοῦ ῾Αγίου ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀποτυπώνεται στά σώματα τῶν ῾Αγίων. Τώρα ὁ ῞Αγιος μᾶς διδάσκει ὅτι καί ἡ ἁμαρτία ἀποτυπώνεται στά σώματα τῶν ἁμαρτωλῶν. ῎Ετσι νομίζουμε ὅτι ἐνισχύεται καί ἡ σοβαρότητα τοῦ ἐρωτήματος πού κάνουμε ἐκεῖ σχετικά μέ τίς μεταμοσχεύσεις ὀργάνων σώματος.
14. Μέσα στό σύγχρονο «οἰκουμενιστικό» συγκρητισμό ἔχει ἀμβλυνθεῖ τό αἰσθητήριο τῶν περισσοτέρων ᾿Ορθοδόξων καί μέ τό ἐπίθετο «Καθολική ᾿Εκκλησία» χαρακτηρίζουν καί ἐννοοῦν τούς Δυτικούς Ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς, πού ἐφόσον εἶναι σχισματικοί καί αἱρετικοί δέν ἀνήκουν στή Μία, ῾Αγία, Καθολική καί ᾿Αποστολική ᾿Εκκλησία πού εἶναι ἡ ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία. Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη νά μποῦν τά πράγματα στή θέση τους.
15. ῾Ιστορικά, Θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά δέν εἶναι δυνατόν νά γενικευθεῖ μιά τέτοια θέση καί δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτή ἀνεπιφύλακτα, γιατί διαχρονικά τό γένος τῶν ῾Εβραίων ἔχει, ὄχι μόνο ἁπλή, ἀλλά καί ἔνδοξη ἐκπροσώπηση μέσα στήν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
16. ῾Ο Σαρκωμένος Θεός Λόγος εἶναι τό Κεφάλαιο τῆς ᾿Αλήθειας καί τῆς Ζωῆς τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η ᾿Εκκλησία, κατά τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο τῆς συστάσεως καί ὑποστάσεώς της, φανερώνει τήν πραγματική σχέση της μέ τήν ᾿Αλήθεια καί τή Ζωή, πού τῆς χαρίζει ὁ Θεός Λόγος, μέ τή λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος. ῾Η συνοδικότητα ἔχει τίς ρίζες της μέσα στά βάθη τῆς Τριαδικῆς Μοναρχίας ἤ τῆς Μοναρχικῆς Τριάδος καί βασίζεται στήν ἁρμονία πού πηγάζει ἀπό τήν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Μοναδικῆς ἐν Τριάδι Θεότητος. Διαχρονικά, μαρτυρεῖται ἡ λειτουργία τῆς συνοδικότητας μέσα στήν ᾿Εκκλησία καί ἡ ἐπιτυχία της διαβαθμίζεται πάντοτε σέ σχέση μέ τίς ἱστορικογεωγραφικές καί ἀνθρώπινες παραμέτρους τῶν φορέων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας. ῾Η διοικητική ὀργάνωση τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχει πολλές φορές ἀπειλήσει, ὅταν δέν ἔχει ἀφανίσει, τήν ἀκεραιότητα καί τήν ἀποτελεσματικότητα τῆς λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ συστήματος. ῾Η διαμόρφωση de facto ἐκκλησιαστικῶν διοικητικῶν μορφωμάτων (νεοπλα–σμάτων) στό χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχει ζημιώσει, πολλές φορές, σέ συνεργασία μέ τά ἀνθρώπινα πάθη, τή λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος.
17. Σέ κάθε ἀνθρώπινη λειτουργία ἤ ἔκφραση μπορεῖ νά ὑπάρξει, ἐκτός ἀπό τή λογική καί φυσική χρήση, καί κάποια παράχρηση ἤ κατάχρηση. ῎Ετσι φθάσαμε στό σημεῖο ἀπό τή μιά νά ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική καί ᾿Αποστολική ᾿Εκκλησία καί ἀπό τήν ἄλλη νά μετέχουμε στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο ᾿Εκκλησιῶν». Εἶναι ἄκρως ἐπίκαιρη ἡ σημασία αὐτῆς τῆς θέσεως τοῦ ῾Αγίου. Κάθε σύναξη θρησκευομένων, ἔστω καί χριστώνυμων, δέν μπορεῖ νά θεωρεῖται ᾿Εκκλησία οὔτε νά ἀνήκει στήν ᾿Εκκλησία. ῾Ο ἀνοικτός διάλογος μέ κάθε ἄνθρωπο εἶναι χρέος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλά ὁ συγκρητισμός δέν δημιουργεῖ μόνο ἐννοιολογική σύγχυση, δημιουργεῖ καί τά «θολά νερά» μέσα στά ὁποῖα ψαρεύει ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του.
18. ῾Η ὑπόδειξη αὐτή τοῦ ῾Αγίου δέν μπορεῖ νά ἐφαρμοσθεῖ σήμερα. Στίς ἡμέρες μας ἔχουν πάρει τά χαρακτηριστικά αὐτά ἐπίθετα ἄλλες διαστάσεις στό θρησκειακό Χάρτη. ᾿Ορθόδοξοι αὐτοχαρακτηρίστηκαν καί οἱ Προχαλκηδόνιοι καί οἱ ᾿Αντιχαλκηδόνιοι πού εἶναι «Μονοφυσίτες». ῎Αλλοι θεωροῦν σκόπιμο νά χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «῾Ελληνορθόδοξη» ᾿Εκκλησία, μέ σκοπό νά φανερώνουν τή μόνη ἀκραιφνῶς ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία. Δέν εἶναι ὅμως ἀπόλυτα ἐπιτυχημένος ὁ ὅρος αὐτός γιά πολλούς λόγους. ῎Αλλοι σκέφτηκαν νά διατυπώσουν τόν ὅρο «ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων», ὥστε νά διατηρήσουν ὅλα τά ἀπαραίτητα ἐκκλησιολογικά στοιχεῖα καί νά ἀποφύγουν τήν πρόσμιξή τους μέ ἐπουσιώδη στοιχεῖα δευτερεύοντος χαρακτῆρος. Στή Διασπορά, εὔκολα διακρίνει κανείς τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν Ρώσων, τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν Σέρβων, τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ελλήνων κ.λ.π.
19. Τό imperium, ἡ κοσμική ἐξουσία, εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ξένο καί ἀπόβλητο στοιχεῖο στό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας, γιατί διαφορετικά, ἡ ᾿Εκκλησία παύει νά ταυτίζεται μέ τόν Χριστό, ὀντολογικά. Δέν πρέπει νά ταυτίζεται ἡ αὐθεντία τῆς ᾿Εκκλησίας, πού ἔχει μέσα στό συνοδικό χαρακτήρα της οἰκουμενική ἐμβέλεια, μέ τήν «παγκόσμια πολιτική ἐξουσία» ἄλλων ὀργανισμῶν. Πολύ περισσότερο δέν μπορεῖ νά συνδέεται μέ ἕνα πρόσωπο ἤ μέ ἕνα νεοπλασματικό συνοδικό ὑποκατάστατο πού στηρίζεται σέ καμένες ἤ εἰδωλολατρικά καί ἀνεδαφικά προβαλλόμενες, ἔστω καί κάποτε ἔνδοξες, δάφνες. Τότε δημιουργεῖται χωροχρονική «ἀπολίθωση τῆς ᾿Εκκλησίας». ῾Η ᾿Ορθόδοξη ἐκκλησιολογία ἀπαιτεῖ τήν ἱκανότητα τῆς ᾿Εκκλησίας νά προσλαμβάνει τή ζῶσα πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί βάσει αὐτῆς νά λειτουργεῖ τό Ἐπισκοποκεντρικό συνοδικό της σύστημα. Δέν εἶναι δυνατόν ἀρχιερεῖς χωρίς ποίμνιο νά διαφεντεύουν, καί μάλιστα ipso jure, Ἐπισκόπους μέ ποίμνια καί, συγκριτικά, ὑπερμεγέθη. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι καί ἡ σημασία τοῦ ἀξιώματος· «τά ἐκκλησιαστικά εἴωθε τοῖς πολιτικοῖς συμμεταβάλλεσθαι».
20. ῾Η ᾿Εκκλησία ἐφόσον δέν ἐπηρεάζεται ἀπό ἰδιαίτερα ἐθνικά, φυλετικά καί πολιτισμικά στοιχεῖα καί δέν θεραπεύει δευτερεύουσες ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀνταποκρίνεται στήν ἀνάγκη τῆς σωτηρίας κάθε ἀνθρώπου, δηλαδή στήν εἰρήνευσή του μέ τόν Θεό, μέ τόν πλησίον καί μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, διαχειρίζεται μέ πνευματική καί θεόσδοτη ἐξουσία τήν οὐσιαστικότερη πλευρά τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, παγκοσμίως.
21. Δέν εἶναι ἱκανός κάθε χριστιανός νά κατανοεῖ ἀκίνδυνα καί μέ πληρότητα πολλά ἐκ τῶν περιεχομένων στήν ἁγία Γραφή. Γι᾿ αὐτό τό λόγο, ἐμεῖς χειραγωγούμαστε στήν κατανόηση τῆς Βίβλου ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μας. ᾿Εκεῖνοι χαρισματικά δέχτηκαν τήν ᾿Αλήθεια καί χαρισματικά τήν ἔκαναν ζωή τους καί μᾶς ἐξασφάλισαν σίγουρα «μονοπάτια» ἀλήθειας καί ζωῆς, καί μάλιστα μέ διαχρονική ἐγκυρότητα καί νηπτική καί μορφολογική προσαρμοστικότητα.
22. Κάθε προσωπική ὑπόσταση χριστιανοῦ, θά μπορούσαμε νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι διαθέτει τό «πνευματικό DNA» της πού τά ἰδιαίτερα «γονιδιακά του» χαρακτηριστικά δημιουργοῦνται ἀπό τό μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο τρόπο πού συνάπτεται καί συλλειτουργεῖ ἡ θέλησή του μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέσα στό χωροχρονικό πλαίσιο τῆς ὕπαρξής του.
23. Εἶναι τόσο διδακτικό γιά μᾶς νά βλέπουμε ὅτι ἕνα τέτοιο φρόνημα εἶναι «κοινός τρόπος» πατερικῆς συμπεριφορᾶς, πηγαίας καί ἀνεπιτήδευτης ταπεινοφροσύνης! ῎Ετσι μᾶς χειραγωγοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες στήν κατανόηση τῶν Γραφῶν. Μέ μαρτυρίες ζωῆς καί ὄχι μέ ἀναπαραγωγή ἰδεολογημάτων.
24. Συμμεριζόμαστε, συγκλονισμένοι, τό «ἐν Κυρίῳ» καύχημα τοῦ ἁγίου Πατρός, γιά τήν εὔνοια τῶν ῾Ιεροσολύμων νά ἁγιασθοῦν, γιά πρώτη φορά, πάνω στή γῆ ἀπό τή Ζωή καί τή Δράση τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εκεῖ πρόσφερε τόν ῾Εαυτό Του, Θύτης καί Θῦμα, καί παρέδωσε στούς ἁγίους ᾿Αποστόλους τό Μέγα Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τό Ποτήριο τῆς Ζωῆς καί τόν ῎Αρτο τῆς ᾿Αθανασίας. ῾Η ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ μεταποιεῖ ὅλη τήν κτίση, ὅλη τήν Οἰκουμένη, σέ ῾Ιεροσόλυμα, μέ τήν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού γιά μᾶς δέν εἶναι τελετή ἀναμνήσεως, ἀλλά Μυστήριο διαχρονικῆς παρατάσεως τοῦ Μυστηρίου πού στά ῾Ιεροσόλυμα ἐτέλεσε ὁ Κύριος καί Θεός μας καί Σωτήρας μας ᾿Ιησοῦς. Λυπούμαστε γιατί παραμένουν πολύ πτωχοί καί ξένοι ἀπό τόν ὀντολογικό πλοῦτο τοῦ Μυστηρίου τῶν Μυστηρίων ἐκεῖνοι πού τό ἐκτιμοῦν σάν κοινωνική τελετή ἀνάμνησης τοῦ Κυρίου ἤ σάν μαγικό τρόπο ἀπόσπασης Θείας Χάρης.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις (3) ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, κατήχηση ιδ´ Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο κατήχηση ιδ´ Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων
Αρέσει σε %d bloggers: