Απόψεις και Αντιλήψεις για τα Αίτια της Κρίσεως του Γάμου.

υπό Κωνσταντίνου Ε. Ευθυμίου

Πανοσιολογώτατε Αρχιερατικέ Επίτροπε π. Δαμασκηνέ, Αιδεσιμολογιώτατε π. Παναγιώτη, Αιδεσιμώτατοι πατέρες, Κυρίες και Κύριοι,

1. Ας ευχαριστήσουμε πρώτα-πρώτα τον άγιο Θεό, που ευδόκησε να συναχθούμε σήμερα όλοι μας εδώ ύστερα τον άγιο Επίσκοπο και Σεβαστό μας Ποιμενάρχη κ. κ. Γερμανό, με την ευλογία του οποίου λειτουργεί το Πνευματικό μας Κέντρο και μετά τον δωρητή αυτού του Κέντρου και εκλεκτό συμπολίτη μας κ. Δημήτριο Γούργουρα, ευχόμενοι για την υγεία ψυχής και σώματος του ιδίου και των συγγενών του αλλά και για την ανάπαυση των κεκοιμημένων προσφιλών του προσώπων.
Εγώ δε προσωπικά θα ήθελα ακόμη να ευχαριστήσω εκ βάθους καρδίας τον Αιδεσιμολογιώτατο και σεβαστό μας πατέρα Παναγιώτη Βασιλείου για την εξαιρετική τιμή, που μου έκανε με την πρόσκλησή του, να παρουσιάσω την εισήγησή μου για ένα τόσο σοβαρό θέμα στους ευλαβείς ακροατές του Πνευματικού Κέντρου της Ενορίας του αγίου Γεωργίου.

Εισήγηση βάσει του βιβλίου του εισηγητού Ο ΓΑΜΟΣ και η μετασκευή του «εξ αρρώστιας εις ρώσιν», που δόθηκε στο Ενοριακό Πνευματικό Κέντρο του αγίου Γεωργίου Αμαλιάδος στις 27 Νοεμβρίου 2002.
Ομολογώ ότι με διακατέχει ένας φόβος. Ο φόβος μου είναι δικαιολογημένος, γιατί δεν διαθέτω ούτε πανεπιστημιακές περγαμηνές, ούτε εμπειρία εισηγητού. Παρά ταύτα, υπακούοντας στην πρόσκληση του Αιδεσιμολογιωτάτου π. Παναγιώτου, παίρνω θάρρος να απευθυνθώ προς εσάς και να σας παρουσιάσω ελάχιστα από εκείνα που γνώρισα, μελετώντας τους Πατέρες της Εκκλησίας και όσα βεβαιώθηκα ότι ωφελούν την ψυχή και αποκαλύπτουν πως μόνον η άνωθεν καταπεμπόμενη αγάπη συσφίγγει, αγιάζει και καθιστά άρρηκτη την συζυγική κοινωνία. Ακόμη πως ο γάμος είναι δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, για να κατακτήσει την αγία ταπείνωση, να μάθει να αγαπά και να γίνει έτσι φιλόθεος και φιλάνθρωπος, χρησιμοποιώντας όλα τα θεραπευτικά και ασκητικά μέσα που μεταχειρίζεται η Εκκλησία.

2. Είναι κοινή λοιπόν διαπίστωση ότι σήμερα οι παραδοσιακοί θεσμοί της ανθρώπινης κοινωνίας διέρχονται παγκοσμίως μία βαθύτατη κρίση. Η κυριότερη γενεσιουργός αιτία αυτής της κρίσεως, κατά την γνώμη μας, αποτελεί η αποτυχία του γάμου και της οικογενείας να εκπληρώσουν την αποστολήτους ή είναι τουλάχιστον στενά συνδεδεμένη με αυτήν.
Η δε αποτυχία του γάμου οφείλεται στην έλλειψη συνειδητοποίησης από τον σύγχρονο άνθρωπο, που ζει στο άθεο κλίμα της εποχής, πως ο γάμος είναι ψυχοσωματική και σωματικοπνευματική ένωση, μυστήριο ενώσεως των συζύγων εν Χριστώ και εν τη Εκκλησία, εικόνα της σχέσεως Χριστού και Εκκλησιας· και ότι ο σκοπός του γάμου είναι η κατάκτηση της μεγαλύτερης δυνατής βελτίωσης του προσώπου με αμοιβαία ταπείνωση ότι είναι πορεία προς την κατά χάριν θέωση.
Ακόμη δυσκολότερο είναι να κατανοηθεί και αυτή ακόμη η διδασκαλία της Εκκλησίας για τον γάμο ως «μυστηρίου εις Χριστό και εις την Εκκλησία», γιατί οι περισσότεροι δεν έχουμε ορθή αντίληψη της Ορθόδοξης Πίστεως για τον αρχικό προορισμό του ανθρώπου, που δεν ήταν η αυτοθέωση, εξαιτίας της οποίας αρχικά ματαιώθηκε, αλλά η θέωση της ανθρώπινης φύσεως, που αργότερα πραγματοποιήθηκε δια της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού και Σωτήρος μας Χριστού.
Γι’ αυτό τα δώρα του Θεού ο γάμος και η οικογένεια βάλλονται από παντού και έχουν να αντιμετωπίσουν άπειρες αντιξοότητες και δυσκολίες, που αναπόφευκτα οδηγούν στην κρίση. Οι άνθρωποι μολονότι την διαπιστώνουν, αδυνατούν να την ξεπεράσουν.
Αυτή η αδυναμία θα πρέπει να αναζητηθεί όχι στους αιτιακούς παράγοντες της επιστήμης ούτε στις αντιλήψεις του κόσμου, αλλά στην διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην προπτωτική κατάσταση του ανθρώπου και στην πτώση του. Γιατί, κατά τους θεοφόρους Πατέρες, εκείνη η κατάσταση που καθορίζει τον άνθρωπο, ακόμη και μετά την πτώση, και δίνει βαρύτητα στον γήϊνο προορισμό, είναι η προπτωτική κατάσταση της ανθρωπίνης φύσεως, είναι ο Παράδεισος.
Ο ερευνητής όμως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει ότι όλα όσα αφορούν στον άνθρωπο (όπως ο γάμος, η οικογένεια) αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος εξετάζονται από την σύγχρονη έρευνα και μελετώνται στην παραμορφωμένη και νοσηρή κατάσταση της πτώσεως του ανθρώπου. δεν λογαριάζεται ούτε η προπτωτική κατάσταση του ανθρώπου, ούτε η πτώση του και οι συνέπειές της, ούτε η Ενσάρκωση του Θεού Λόγου και η σωτήρια διδασκαλία Του, ούτε η ύπαρξη του διαβόλου.
Η άγνοια ή η περιφρόνηση της πτώσεως, η αυτοθέωση και η αυτοδικαίωση είναι οι γενεσιουργές αιτίες που τα συμπεράσματα των μελετητών οδηγούνται και οδηγούν σε πλανεμένες αντιλήψεις αναφορικά με την ορθή κατανόηση του ιδίου του ανθρώπου, των κοινωνικών θεσμών, και συνεπώς του μυστηρίου του γάμου, που μας ενδιαφέρει.
Η αποτυχία του γάμου και της οικογενείας να εκπληρώσουν την αποστολή τους φαίνεται ότι οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες. Στην πραγματικότητα όμως η αιτία της είναι ενδογενής· ανάγεται στην πτώση του ανθρώπου, όχι απλώς των Πρωτοπλάστων τότε, αλλά και του καθενός μας σήμερα στην αποκοπή του από τον Θεό στην διαστροφή της αγάπης στην επάρατη φιλαυτία δηλαδή στην ακόρεστη λαχτάρα και φλογερή επιθυμία του ατόμου για ικανοποίηση των παθών του, τα οποία ταυτίζει από πλάνη ή από άγνοια με τον εαυτό του.
Οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τον γάμο μόνον ως φυσικό, βιολογικό ή κοινωνικοοικονομικό γεγονός. Δεν μπορούν να τον κατανοήσουν ως ψυχοσωματική και σωματικοπνευματική ένωση, ως μυστήριο ενώσεως των συζύγων εν Χριστώ και εν τή Εκκλησία.
Από δειγματοληπτική απεικόνιση της κοινής γνώμης διαπιστώθηκε ότι έρχονται εις γάμου κοινωνίαν:
• μερικοί εική και ως έτυχεν,
• άλλοι για την απόκτηση γνησίων διαδόχων και κληρονόμων,
• οι περισσότεροι για την ικανοποίηση οικονομικών σκοπών ή την αντιμετώπιση του τυραννικού αισθήματος της μοναξιάς ή άλλων ψυχολογικών αδυναμιών τους,
• μερικές γυναίκες παντρεύονται για να βιώσουν το μητρικό τους φίλτρο, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον σύζυγο και πατέρα των παιδιών τους,
• άλλες για να «φτιάξουν» ή να «κάνουν» την ζωή τους, δηλαδή να ζήσουν όπως εκείνες θέλουν, δίχως να δεσμεύονται από γνώμες ή κανόνες άλλων,
• οι πιο πολλές γιατί πιστεύουν ότι αγαπούν τον υποψήφιο σύζυγο. Διακρινόμενες όμως από αρνητική διάθεση για τους γονείς του, τον θέλουν αποκομμένο από το σόϊ του,
• πολλοί άλλοι θεωρούν ότι ο γάμος είναι μία κοινωνικά αναγνωρισμένη και νόμιμη ερωτική σχέση χωρίς καμία συνείδηση βαθύτερης ευθύνης και αποστολής,
• το ιδεώδες του γάμου για αυτούς είναι η ικανοποίηση του ατομικού τους εγωϊσμού όπου επιδιώκουν την πραγματοποίηση των επιθυμιών τους, χωρίς ποτέ να νοιάζονται για τον άλλον τον βλέπουν σαν αντικείμενο ηδονής και συνάμα τον αποστρέφονται από κακότητα και μίσος
• υπάρχουν και εκείνοι που επιθυμούν να προσφέρουν, αλλά κυρίως που αξιώνουν να λαμβάνουν. Η «αγάπη» τους καθορίζεται σχεδόν πάντοτε από την καλή συμπεριφορά του άλλου και γι’ αυτό, όταν για κάποιον λόγο λείψει η ανταπόδοση, ο «ερωτευμένος» ανακαλύπτει ότι κάτω από την φαινομενική αρμονία υπάρχει ένα αγεφύρωτο ρήγμα, και τότε ο έρωτάς του μετατρέπεται σε σφοδρή απέχθεια.
Αποδείχθηκε επίσης από την έρευνα, ότι οι μελλόνυμφοι ή οι σύζυγοι αγνοούν, αδυνατούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν τον γάμο ως κοινωνία αγαπητική αγαπωμένων και μετανοούντων προσώπων που ανήκουν στο Σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία ως κοινωνία αγάπης που στηρίζεται στην προσφορά χωρίς ίδιον όφελος, κατά το παράδειγμα του Ιησού, Χριστού, που σταυρώθηκε για μας χωρίς κανένα αντάλλαγμα και δίχως να το αξίζουμε.
Σε αυτή την άγνοια ή την αδυναμία κατανόησης του γάμου ως μυστηρίου εν Χριστώ και εν τή Εκκλησία, συντελούν οι αντιλήψεις του «πολιτισμένου» κόσμου κάθε εποχής, οι μελέτες των τεχνοκρατών, οι θεωρίες των φιλοσόφων και οι παρατηρήσεις των επιστημόνων, οι οποίοι, επειδή δεν εμφορούνται από το πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρούν τον γάμο αλλά και την οικογένεια, μόνο ως κοινωνικό, φυσικό, βιολογικό και οικονομικό γεγονός.
Γι αυτό και προσπαθούν να «εξασφαλίσουν» την βιωσιμότητα του γάμου και να αντιμετωπίσουν τα δραματικά προβλήματα της οικογενείας με νομοσχέδια, κοινωνικά και οικονομικοτεχνικά μέτρα. Αλλά παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές τους παρατηρείται σε όλες τις πολιτισμένες χώρες μεγάλη αύξηση διαζυγίων, επίταση της διαφθοράς, επιδείνωση των ψυχικών νοσημάτων και έξαρση της βίας και της εγκληματικότητας.
Η σκληρή δηλαδή πραγματικότητα φανερώνει ότι τα αίτια των οικογενειακών προβλημάτων, της κρίσεως του γάμου, αλλά και της γενικώτερης κατάπτωσης των ηθικών αξιών της κοινωνίας δεν αντιμετωπίζονται με νομικά, επιστημονικά ή τεχνοκρατικά μέτρα.
Η ρίζα της κρίσεως του γάμου εντοπίζεται, κατά την άποψή μας, στην ψυχή του ανθρώπου, για την οποία οι ανθρώπινοι νόμοι καθίστανται απολύτως ανίσχυροι, επειδή αυτή υπόκειται αποκλειστικά στούς πνευματικούς νόμους, που όσο και αν αμφισβητούνται, αγνοούνται ή περιγελούνται από τους πολλούς, υπάρχουν και λειτουργούν.
Πολλοί λοιπόν επιστήμονες και φιλόσοφοι θεωρούν ότι ο κλονισμός του γάμου οφείλεται σε διάφορα αίτια, μερικά από τα οποία εκτιμούν ότι είναι:
• τα αυξημένα έξοδα λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας και της κατευθυνόμενης υπερκατανάλωσης,
• η εξωσπιτική εργασία της μητέρας, που γίνεται από ανάγκη,
• η έλλειψη προσωπικής επαφής και επικοινωνίας των μελών της οικογενείας,
• η τεχνητή εξίσωση της γυναίκας με τον άνδρα και οι συνέπειές της,
• η παράλληλη σχέση των συζύγων, δηλαδή η μοιχεία,
• η σεξουαλική ελευθεριότητα, η μοναξιά και οι ψυχο-νευρωτικές διαταραχές,
• η δυσκολία προσαρμογής των συζύγων,
• οι διαφορές των αντιλήψεων, οι οποίες συνήθως οδηγούν σε συγκρούσεις,
• η πεισματική ή εγωϊστική συμπεριφορά των συζύγων,
• η ιδιοσυγκρασία και ο χαρακτήρας τους,
• η κοσμοθεωρία τους για τον γάμο, καί
• πολλές άλλες υποκειμενικές ή αντικειμενικές αιτίες.
Ολα αυτά πράγματι δυσχεραίνουν την συζυγία, αλλά δεν αποτελούν τις γενεσιουργές αιτίες της κρίσεως του γάμου. Γιατί, αν αυτά ή οποιοιδήποτε άλλοι εξωτερικοί παράγοντες ή και άλλοι άνθρωποι προκαλούσαν τον κλονισμό της έγγαμης διαβίωσης, τότε θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι οι σύζυγοι δεν ευθύνονται για τις πράξεις τους, αφού αναγκάζονται παρά την θέλησή τους να τις διαπράξουν.
Ολοι όμως αναγνωρίζουμε ότι ο κάθε άνθρωπος ευθύνεται για τις πράξεις του, επειδή τις διαπράττει ή τις αποφεύγει με την θέλησή του ύστερα από δική του σκέψη και απόφαση. σε αντίθετη περίπτωση θα είχε το ακαταλόγιστο των πράξεών του.
Συνεπώς η αναζήτηση και η θεραπεία των αιτίων της κρίσεως του γάμου θα πρέπει να προσανατολισθεί στην προσωπική ευθύνη, δηλαδή στα πάθη και στις εγγενείς αδυναμίες των φορέων του θεσμού. και επειδή ο καθένας όντως ευθύνεται για τις πράξεις του, βοήθεια χρειάζονται οι σύζυγοι και μάλιστα την Ποιμαντική βοήθεια της Εκκλησίας. Αλλά για να την λάβουν, θα πρέπει οι ίδιοι να καταλάβουν και να έχουν διάθεση να παραδεχθούν ότι την έχουν ανάγκη, ώστε μετά να την αναζητήσουν.
Ακόμη χρειάζεται να κατανοήσουν οι σύζυγοι ότι λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, της αποκοπής του ανθρώπου από τον Δημιουργό του, δηλαδή της αυτοθέωσης, ο ίδιος ο άνθρωπος, η ζωή, η κοινωνία, η φύση έχουν δηλητηριασθεί και νοσούν θανάσιμα.
Ετσι και ο γάμος ως φυσικό ή κοινωνικό μόνον γεγονός, μακριά από τον Θεό είναι ασθενής και αδύνατος από την φύση του, για να σωθεί και να λυτρώσει τον άνθρωπο, να του χαρίσει ακεραία και ολοκληρωμένη ζωή. Γι αυτό χρειάζεται να περάσει μέσα στην Εκκλησία, την Βασιλεία αυτήν του Θεού, για να μεταμορφωθεί, να γίνει «μυστήριον».
Όταν γίνει «μυστήριον», μεταθέτει τους συζύγους και την φυσική τους ένωση, από τον παλαιό, αλύτρωτο και χωρίς Θεό κόσμο του εγωϊσμού, της φθοράς και του θανάτου στον καινούργιο, στον θεανθρώπινο κόσμο της Βασιλείας του Θεού, της αγάπης, της Εκκλησίας.
Πολλοί όμως κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, φιλόσοφοι και άλλοι επιστήμονες, που εμφορούνται από το κοσμικό και άθεο κλίμα της εποχής, διακηρύττουν και προτείνουν αναδιάρθρωση του γάμου με κύρια φροντίδα την «εξασφάλιση» της φυσιολογικής και ψυχοδιανοητικής ανάπτυξης των παιδιών.
Οι κυριότερες από τις προτάσεις τους είναι:
• η εξασφάλιση ενός γάμου θεμελιωμένου στην αλληλεγγύη και όχι στην ανεξαρτησία των συζύγων, με ιδεώδες την ευχαρίστηση από την ικανοποίηση των επιθυμιών του ενός από τον άλλον,
• η μετατροπή της μνηστείας σε συμβιωτική ή δοκιμαστικό γάμο με δυνατότητα ισόβιας συμβίωσης, η οποία να μπορεί να διαλύεται χωρίς συνέπειες και διατυπώσεις, αν δεν υπάρχουν παιδιά, κάτι που κατά την γνώμη τους προστατεύει την νεότητα από την διαφθορά, την πορνεία, τις νευρώσεις, τα ναρκωτικά και λοιπά εγκλήματα,
• η απαγόρευση της τεκνογονίας κατά την περίοδο της δοκιμασίας και για ένα χρόνο μετά τον γάμο, ώστε να βεβαιωθούν οι συμβιούντες για την αρμονική συμβίωση και να αποφευχθεί η γέννηση νόθων παιδιών, τα διαζύγια και οι σοβαρές συνέπειες στα παιδιά,
• η διάλυση του γάμου πρίν από την τεκνογονία να γίνεται με απλές διατυπώσεις και χωρίς συνέπειες. Μετά όμως την τεκνογονία να απαγορεύεται το διαζύγιο μέχρι να τελειώσουν τις σπουδές τους τα παιδιά. σε αντίθετη περίπτωση, οι γονείς να τιμωρούνται αυστηρότατα,
η νομική και θρησκευτική γαμική υποχρέωση ισόβιας συμβίωσης δύο ανθρώπων που δεν γνωρίζονται καλά να θεωρείται ως παράνομη,
• το επίκεντρο του ενδιαφέροντος να μετατεθεί από την γυναίκα αποκλειστικά στο παιδί, για την δημιουργία μιάς καλύτερης ανθρωπότητας,
• να μετριασθεί η σημασία του γάμου των άτεκνων συζύγων και να μεγιστοποιηθεί εκείνου με παιδιά, αλλά με δύο μόνο, για την αποφυγή του υπερπληθυσμού και των καταστροφικών συνεπειών του,
• για κάθε διένεξη των συζύγων μετά την τεκνογονία θα προσφεύγουν σε ειδικούς σταθμούς του υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών. Δηλαδή σε διοικητικούς υπαλλήλους ή επιστήμονες, οι οποίοι ασκούν το λειτούργημά τους με γνώμονα τις υπαρκτές κοινωνικές ή οικονομικές συνθήκες και απαιτήσεις, χωρίς να προτάσσουν ως κριτήριο τις συνέπειες των επιλογών τους για τον ανθρώπινο παράγοντα.
Αν προσέξει κανείς τις προτάσεις των ειδικών, θα οδηγηθεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος εξετάζεται μόνο σαν βιολογική οντότητα όπως ένα πρόβατο ή ένα μοσχάρι και όχι ως ψυχοσωματικό όν, ως εικόνα Χριστού, και πως αγνοείται η διδασκαλία του Χριστού.
Αυτός είναι ο λόγος που τα εισαγόμενα από την δύση μέτρα, πολλά από τα οποία ισχύουν δυστυχώς και στην δική μας κοινωνία, αποδεικνύονται όλο και περισσότερο αναποτελεσματικά και ανεπαρκή.
Η φυσιολογική εξέλιξη των παιδιών, έστω και αν η συμπεριφορά των συζύγων έχει μια αυτόβουλη ή από το νόμο αναγκαστική επίφαση ευγένειας και καλωσύνης, είναι αδύνατη.
Η έλλειψη βαθιάς ανθρωπινής σχέσεως και καρδιακής ενότητας, που κατορθώνεται μόνο εν Χριστώ, πληγώνει ανεπανόρθωτα τις παιδικές ψυχές, πράγμα που συμβαίνει τόσο συχνά και φαίνεται τόσο καθαρά στις μέρες μας σε οικογένειες, όπου οι σύζυγοι ζουν συμβατικά κάτω από την ίδια στέγη. Αυτή είναι μια κατάσταση πολύ δυσάρεστη, αλλά -πρέπει να τονισθεί- χίλιες φορές προτιμότερη από τον χωρισμό. Γιατί στην πρώτη περίπτωση τα παιδιά, που η ελπίδα είναι η ζωή τους, συνεχίζουν να ελπίζουν ότι οι γονείς τους μια μέρα θα αγαπηθούν, άρα να ζούν. Στην δεύτερη όμως περίπτωση, δηλαδή του διαζυγίου, παύουν να ελπίζουν και ζουν έτσι την πιο απάνθρωπη και βάρβαρη ζωή, εξαιτίας αυτών που τα γέννησαν.
Γι αυτό τον λόγο τα κάθε μορφής προβλήματα του γάμου και της οικογενείας θεραπεύονται μόνο στο Θεανθρώπινο Σώμα του Ιησού Χριστού, στην Εκκλησία, και όχι σε ψυχολόγους ή αλλους παρεμφερείς «ειδήμονες», που δεν ζουν την κατά Χριστόν ζωή, και ακόμη χειρότερα στην τηλεόραση, η οποία στο όνομα του κέρδους καταρρακώνει το ανθρώπινο πρόσωπο και προκαλεί μείζονα προβλήματα.
Η απουσία θεανθρωποκεντρικής ζωής μέσα στην οικογένεια όχι μόνο δεν συντελεί στην ομαλή εξέλιξη των παιδιών, αλλά είναι η σημαντικώτερη γενεσιουργός αιτία των κάθε μορφής προβλημάτων τους, που απαρηγόρητα από την χάρι του Θεού καλούνται να σηκώσουν το αβάσταχτο φορτίο της σκληρής και απάνθρωπης ζωής. τα διαζύγια, τα εγκαταλειμμένα παιδιά και τα συνακόλουθα (ψυχοπάθειες, βία, εγκλήματα, ναρκωτικά κ.λπ.) αυξάνουν από μέρα σε μέρα και περισσότερο.
Η βασική αιτία της αποτυχίας των προσπαθειών των καλοπροαίρετων κοινωνιολόγων, νομικών και άλλων παραγόντων, για την «αναδιοργάνωση» του γάμου και την αντιμετώπιση των οικογενειακών και κοινωνικών προβλημάτων οφείλεται στην λανθασμένη προσέγγιση του ανθρωπίνου προσώπου.
Η εκκοσμικευμένη αντίληψη της κοινωνίας μας θεωρεί τον άνθρωπο-όπως προαναφέρθηκεμέ εγκόσμια, υλική μόνο ζωή και αποστολή, που με τον θάνατό του χάνεται όπως και οι άλλες υλικές υπάρξεις, ζώα, πτηνά, ψάρια, φυτά, δένδρα. Γι αυτό πολλοί πιστεύουν ότι οι προϋποθέσεις που μπορούν να εξασφαλίσουν την ευτυχία τους είναι:
• η επιλογή συζύγου με εξωτερικά και κυρίως οικονομικά προσόντα,
• η μεγιστοποίηση του ατομικού συμφέροντος του ενός διά του άλλου, που επιτυγχάνεται, όπως το αντιλαμβάνονται, με την αλληλεγγύη και την αβρότητα,
• οι αρμονικές ερωτικές σχέσεις,
• η δεσποτική κυριαρχία ή η δουλική υποταγή του ενός στον άλλο,
• η αγάπη σαν συναίσθημα, πόθος και ευχαρίστηση που προκαλείται από τον άλλον.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες, είναι μάλλον αναπόφευκτη συνέπεια η επιλογή συζύγου να γίνεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του συρμού, τις έμφυτες φυσικές παρορμήσεις, τις φοβίες, τις ιδιοτελείς επιδιώξεις και υπολογισμούς, αλλά όχι σπάνια και για εκδίκηση ή εγκατάλειψη της πατρικής οικογενείας.
Γίνεται δηλαδή η επιλογή ανάλογα με τις πραγματικές ή τις τεχνητά προκαλούμενες ανάγκες και ψυχολογικές αδυναμίες εκείνου που κάνει την επιλογή, αφού πρώτα έχει εκτιμήσει, αν και κατά πόσο μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του άλλου, για την ικανοποίηση των ατομικών του αδυναμιών, αναγκών και συμφερόντων. με άλλα λόγια, εξωθείται σήμερα ο νέος να εκλέξει ως σύζυγο το καλύτερο διαθέσιμο «προϊόν στην αγορά».
Αυτή η αντίληψη, μολονότι είναι αχαρακτήριστη, δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου παράξενη στην ατομοκρατούμενη κοινωνία, όπου επικρατεί για το άτομο το συμφέρον και για τον πολιτισμό το πνεύμα της εμπορικής ανταλλαγής και δοσοληψίας.
Στήν εποχή μας όπου ο αλτρουϊσμός, η συμπόνια, η συμφιλίωση, η υπακοή, η ταπεινοφροσύνη και η πίστη στον αληθινό Θεό σπανίζουν ή περιφρονούνται, θα αποτελούσε για κάποιον πράξη ευγενή και γενναία, αν επέλεγε σύζυγο για να αφοσιωθεί σε αυτήν, να την φροντίζει και να αγαπά την ίδια και τους συγγενείς της, χωρίς να αποβλέπει σε κανένα προσωπικό του όφελος, ούτε ακόμα και στην ανάγκη να τον αγαπούν.
Η επιτυχία του σκοπού και της αποστολής του γάμου και της οικογενείας χωρίς την καρδιακή εν τώ Θεανθρώπω ένωση των μελών, δίχως την προοπτική αιώνιας ζωής με τον Θεάνθρωπο Χριστό και εν Αυτώ είναι μία καθαρή ουτοπία.
Αν η ζωή του ανθρώπου τελείωνε στον τάφο, αν δηλαδή ο άνθρωπος ήταν μόνο μια βιολογική ύπαρξη, τότε οι μελέτες και τα προγράμματα των ειδικών θα είχαν πλήρη εφαρμογή και επιτυχία, όπως άλλωστε έχουν άλλες οικονομοτεχνικές μελέτεςγιά την βιωσιμότητα κτηνοτροφικών μονάδων και τόσων άλλων εμπορικών και πολεμικών βιομηχανιών. Ούτε θα υπήρχε λόγος να αγωνίζεται κανείς εναντίον της φιλαυτίας του για να αγαπήσει τους συνανθρώπους του ή κατά των άλλων παθών του για να καλυτερέψει την υγεία της ανύπαρκτης για «τούς υιούς της απειθείας» ψυχής του.
Ο γάμος δεν μπορεί να είναι υγιής ούτε αρμονικός ούτε σταθερός, όταν οι σύζυγοι βρίσκονται έξω από την Εκκλησία του Χριστού. Γιατί τότε ως πεπτωκότες νοσούν θανάσιμα, χωρίς να το συνειδητοποιούν.
Οι κοινωνικές λοιπόν πολιτιστικές και λοιπές αντιλήψεις, που εκάστοτε επικρατούν, επηρεάζουν βεβαίως τον γάμο, την οικογένεια και τον χαρακτήρα του ανθρώπου, όχι όμως γιατί αυτές καθαυτές έχουν κάποια φυσική εξουσία πάνω του, αλλά γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος τις υιοθετεί και επιθυμεί να ζεί σύμφωνα με το πνεύμα τους. Αρα η ευθύνη των πράξεων του καθενός βαρύνει πρωτίστως τον ίδιο και δευτερευόντως την κοινωνία και τον πολιτισμό της.
Αλλά οποιεσδήποτε προσπάθειες και αν καταβάλλει μόνος του κανείς, για να αντισταθεί στις διαβρωτικές και δηλητηριώδεις κοινωνικές επιδράσεις, αποφέρουν συνήθως πολύ πενιχρά αποτελέσματα. Γι αυτό χρειάζεται μαζί με την δική του συμμετοχή στην μυστηριακή, στην ασκητική και λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, την λυτρωτική της βοήθεια, γιατί μόνον η Μία, Αγία Εκκλησία του Ιησού Χριστού θεραπεύει τα ανθρώπινα πάθη και μόνον αυτή μεταμορφώνει τον γάμο από θεσμό αρρωστημένο σε υγιή και επωφελή, σε πραγματικό μυστήριο για την σωτηρία και την θέωση των συζύγων και των τέκνων τους.
Γι’ αυτό οι φιλότιμες προσπάθειες και επιδιώξεις των προαναφερθέντων επιστημόνων να προσδιορίσουν αρχές και διατάξεις που θα προστάτευαν κατά την γνώμη τους ασφαλέστερα τον γάμο και την οικογένεια, όπως είναι:
• ο αμοιβαίος σεβασμός, η φιλαλληλία και η αλληλεγγύη,
• η εκτίμηση και πίστη μεταξύ των συζύγων,
• η κατανόηση και ανεκτικότητα,
• οι ηδονιστικές σαρκικές σχέσεις,
• η τεκνογονία, καί
• κατοικία ανεξάρτητη από τους γονείς,
η έγγαμη συμβίωση συνεχίζει να έχει περισσότερα προβλήματα, οδυνηρότερες θλίψεις και δυσκολότερες καταστάσεις να αντιμετωπίσει.
Πράγματι ο σύγχρονος τρόπος ζωής γίνεται πρόξενος πολλών δυσκολιών και προβληματικών καταστάσεων. Στην ουσία όμως ο πρωτεύων αιτιακός παράγοντας, κατά μία χριστιανική άποψη, που κάνει δυσάρεστη μέχρι και αφόρητη την έγγαμη συμβίωση είναι: η λήθη του Θεού. Γιατί αυτή έχει ως αποτέλεσμα:
• την αυτοθέωση της λογικής και την εξαχρείωση του ανθρώπου ως προσώπου,
• την αυτονομία και την αυτάρκεια,
• την διαφθορά της αγάπης και την διαστροφή της σε φιλαυτία,
• τον φόβο της οδύνης και την επιθυμία της ηδονής,
• την ασυμφωνία της γνώμης και την αυτοδικαίωση,
• την προσωπολατρία, την ειδωλοποίηση των συζύγων και της οικογενείας,
• την προσήλωση στην ιδιοκτησία όχι μόνον κινητών ή και ακινήτων αλλά και γνώμης, απόψεων, ιδεών, γνώσεων, φίλων με σκοπό την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση,
• τον φόβο πρός το άλλο φύλο αλλά και απώλειας των στοιχείων της ιδιοκτησίας,
• την αποξένωση και την μοναξιά καί
• την πλανεμένη πεποίθηση του κάθε συζύγου ότι φταίει ο άλλος.
Η αλήθεια όμως είναι πως ο καθένας είναι προσωπικά υπεύθυνος για όσα πράττει, λέγει ή του συμβαίνουν στον γάμο του. Έτσι ο καθένας θά
πρέπει να στραφεί πρός τον εαυτό του και μόνο σε αυτόν, ως υπαίτιου για όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν στον γάμο του. για όλα αυτά ουδόλως και ουδαμώς ευθύνεται ο άλλος αλλά μόνος υπεύθυνος είναι ο ίδιος. Γι’ αυτό, για να αγαπάς άλλος τρόπος δεν υπάρχει παρά μόνον αυτός: «νά κατηγορείς και να κατακρίνεις πάντοτε τον εαυτό σου».
Αλλά στην ανθρωποκεντρική κοινωνία μας δεν φαίνεται να είναι προσφιλής η ανάληψη ευθύνης και μάλιστα για άλλα πρόσωπα ούτε γίνεται ευρύτερα αποδεκτό ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να ζεί με ταπείνωση και υπακοή μια ευχαριστιακή ζωή να αγαπά χωρίς να περιμένει να αγαπηθεί.
Αυτός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι σήμερα νοιάζονται πως να αγαπηθούν από τους άλλους και όχι πως να αγαπήσουν αυτοί εκείνους. Προκειμένου δέ να πετύχουν στον σκοπό τους ακολουθούν διάφορους τρόπους, όπως πλουτισμό, κοινωνική θέση, υποκριτική ευγένεια και γλυκύτητα και όλα εκείνα που συνδυάζουν την συμπάθεια με την ερωτική έλξη. Θεωρούν ότι η αγάπη είναι το πιο εύκολο πράγμα και ότι το δύσκολο είναι να βρεθεί το κατάλληλο άτομο, για να τους αγαπήσει.
Όλοι διψούν για αγάπη, αλλά οι περισσότεροι αγνοούν ή συγχέουν την γνήσια αγάπη-πού είναι σκληρός αγώνας και θείο δώρο-μέ αφηρημένες έννοιες, παρορμήσεις ή αισθήματα. Γι αυτό και αποτυγχάνουν σε αυτήν τόσο συχνά, όσο σε τίποτα άλλο σε αυτόν τον κόσμο.
Εντούτοις δεν φαίνονται πρόθυμοι να εξετάσουν τους λόγους της οδυνηρής αυτής αποτυχίας, αλλά ούτε και μπορούν από μόνοι τους να μάθουν, ότι:
• η αγάπη είναι ελευθερία, τρόπος ζωής, οφειλή και υποχρέωση πρός τους εαυτούς τους και πρός τους άλλους χωρίς δικαιώματα ή οφέλη,
• αυτό μαθαίνεται μέσα στην Εκκλησία ζώντας την ασκητική, την λειτουργική και την μυστηριακή της ζωή,
• η αγάπη δεν είναι συναίσθημα είναι σταυρική ζωή για ταπείνωση, η οποία ελκύει την χάρι του Παναγίου Πνεύματος που φέρνει στο ανδρόγυνο και στην οικογένεια αληθινή χαρά.

3. Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι όποιος ζεί χωρίς Χριστό και πιστεύει ότι αδικείται, συνήθως γίνεται τυφλό εκτελεστικό όργανο του μίσους, του φθόνου, της εκδίκησης και των άλλων παθών του με βλαπτικές συνέπειες για τον ίδιο και για όσους εξαρτώνται ή σχετίζονται άμεσα με αυτόν.
Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι, ακόμη και ευλαβείς χριστιανοί σύζυγοι, όταν συγκρούονται, δεν μπορούν να σκέπτονται τον Θεό. Αυτό συμβαίνει, γιατί ο ένας προσέχει τα λόγια του άλλου που πηγάζουν από τα πάθη ή από λογισμούς του διαβόλου. Τότε ο νούς τους σκοτίζεται από τα πάθη και αντί να σκέπτεται τον Θεό, γίνεται έρμαιο των παθών. Έτσι η σύγκρουση καθίσταται σχεδόν αναπόφευκτη.
Άν όμως έστω ο ένας σύζυγος, μολονότι «περιλούζεται» από τον άλλον με ακατονόμαστες ύβρεις, κατορθώνει να έχει τον νού του στον Θεό, τότε όχι μόνο δεν χάνει την νηφαλιότητά του και την υπομονή του αλλά με την γαλήνη του συνήθως ηρεμεί και τον άλλον.
Οι νοσηρές καταστάσεις, που προκαλούνται από τα πάθη, θεραπεύονται μόνο ζώντας ο άνθρωπος την ζωή της Εκκλησίας. Γιατί έξω από την Εκκλησία βασιλεύει ο ανθρωποκεντρισμός, ενώ μέσα σε αυτήν ο θεανθρωποκεντρισμός. Συνεπώς μπαίνοντας κανείς στην Εκκλησία αποτοξινώνεται από όσα πνευματικά δηλητήρια παίρνει κάθε μέρα έξω στην κοινωνία που ζεί. Γίνεται αποτοξίνωση πνευματική. Έτσι υιοθετεί την αγάπη και το πνεύμα της θυσίας, της υπομονής, της ταπεινοφροσύνης του Χριστού. Κέντρο της ζωής του γίνεται ο Χριστός.
Αυτή η ζωή συνεπάγεται βέβαια σκληρούς αγώνες και πραγματικές θυσίες, δηλαδή Σταυρό, αλλά έτσι μπορεί κανείς να γίνεται λίγο-λίγο μάρτυρας του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Ιησού Χριστού και να ζεί την αληθινή χαρά. να κατανοεί και να συμπονεί τον άλλον.

4. αν δεν αποκτήσουμε επίγνωση:
• ότι βρισκόμαστε σε πτώση,
• πως εκπέσαμε από «τής δόξης του Θεού»,
• ότι ο άνθρωπος και τα «περί τον άνθρωπον» μπορούν να κατανοηθούν και να θεραπευθούν ξεκινώντας μόνον από τον Θεό και με κέντρο τον Θεάνθρωπο, καί
• πως τα πάθη μας μπορούμε να τα μεταμορφώσουμε σε αρετές και να αποκτήσουμε βεβαία πίστη και πραγματική αγάπη μόνο με την βοήθεια του Θεού,
θά οδηγούμεθα σε πλανεμένες αντιλήψεις και εσφαλμένες λύσεις.

5. Ο άνθρωπος πλάσθηκε ελεύθερος όχι για να κάνει «ό,τι του κατέβει»-πράγμα που και αυτό μπορεί να κάνει-αλλά για να μάθει να αγαπά, χωρίς ποτέ να προσδοκά να αγαπηθεί. Γιατί όσο περισσότερο η αγάπη αποσπάται από το «συμφέρον», τόσο περισσότερο καθορίζεται από το πνεύμα της αυταπάρνησης, της θυσίας και της ελευθερίας.
Εκείνος που αγαπά με αυτό το πνεύμα, στην πράξη έχει καταργήσει κάθε περιορισμό είναι πράγματι ελεύθερος και αληθινός και μπαίνει στην καθολική διάσταση. Ανήκει όντας ελεύθερος σε όλους και πολύ περισσότερο στην σύζυγό του χωρίς να θέλει, ούτε κάν να σκέπτεται, να ανήκει αυτή σε αυτόν.
Για να ενωθεί όμως κανείς και να ανήκει σε όλους χρειάζεται να μεταμορφώσει τα πάθη του, ώστε να μπορέσει να ταυτίσει το θέλημά του με εκείνο του Θεού. αν το κατορθώσει, ακόμη και όταν προσπαθεί να το πετύχει, διαπιστώνει ότι ευρίσκεται σε αγαστή σύμπνοια, σε συμφιλίωση και σε ομοφροσύνη με όλους τους άλλους ανθρώπους που έχουν κατορθώσει ή που προσπαθούν το ίδιο με αυτόν. και όλοι μαζί είναι ενωμένοι με τον Σωτήρα Χριστό. Είναι ο ένας για τον άλλον και ο ένας μέσα στον άλλον. Ετσι μόνο μπορούν να ανήκουν στον Θεό. Διαφορετικά ο άνθρωπος αδυνατεί να κατανοήσει τον προορισμό του και εν προκειμένω τον σκοπό του γάμου να είναι ο ένας μέσα στον άλλον να είναι ένα ανδρόγυνο: «ό ο Θεός συνέζευξεν».
Αντίθετα, ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό του προξενεί αυτοστιγμεί μια ρωγμή στην ψυχή του. Ενα ξένο στοιχείο εισέρχεται στις σχέσεις όλων η διάσπαση. Η αμοιβαία οικειότητα χάνεται και ο ένας προσπαθεί μάταια να συναντήσει, να ενωθεί με τον άλλον.
Ετσι προκύπτει ότι η διάσπαση του ανδρογύνου σε άνδρα και σε γυναίκα είναι πρωτίστως πρόβλημα πνευματικής πτώσεως και δευτερευόντως φυσικής αντιπαλότητας ή ψυχολογίας. Γι αυτό ο Απόστολος Παύλος λέει: «ούτε γυνή χωρίς ανδρός ούτε ανήρ χωρίς γυναικός εν Κυρίω».
Η εκ νέου ολοκλήρωση του ανδρογύνου βρίσκεται στο μυστήριο του γάμου. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει αυτό το μυστήριο ανάλογα με τον βαθμό της πνευματικότητός του.
Στην αληθινή ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια δεν βασιλεύει αυταρχικά ο άνδρας ή η γυναίκα, αλλά ο Χριστός, ο οποίος εξαγιάζει τα ανθρώπινα, ενώνει τους συζύγους και εξασφαλίζει στις αδυναμίες τους νίκη και σωφροσύνη. Επειδή και οι δύο επιθυμούν και αγωνίζονται να εφαρμόσουν στην ζωή τους τις εντολές του Χριστού και όχι να κάνει ο καθένας τους το δικό του θέλημα.
Η αμοιβαιότητα ανάμεσα στον άνδρα και στην γυναίκα βρίσκεται κατ αρχήν στην σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας Του. Γι αυτό οφείλουμε να αναζητήσουμε την μόνη αληθινή λύση των ανθρωπίνων σχέσεων μέσα στο κλίμα των σχέσεων του Χριστού με την Εκκλησία Του. Μόνο μέσα από αυτές τις σχέσεις είναι δυνατό να χειραγωγηθούν και να αναπτύξουν σωστές σχέσεις ο ένας με τον άλλο και οι δύο με τα παιδιά τους. Η υλοποίηση όμως αυτή συνιστά έργο ολόκληρης ζωής και μόνο διαδοχικά μπορεί κανείς να το προσεγγίζει.
6. Οι σύζυγοι που συγκρούονται μεταξύ τους, που κάνουν τον βίο τους αβίωτο και πιστεύουν ότι μόνον ένα διαζύγιο θα τους λυτρώσει από τα βάσανα καί, πως ένας δεύτερος γάμος με ένα καλύτερο πρόσωπο θα τους βοηθήσει, να βρούν καταφύγιο και παρηγοριά, να έχουν ειρήνη, ομόνοια, αλληλοκατανόηση, πλανώνται οικτρά, αφού φορέας της ασθένειας είναι ο καθένας μόνος του και όχι, κατά την πλανεμένη αντίληψη, ο άλλος.
Εφόσον κουβαλάμε τα πάθη μας και ζούμε για αυτά, όπου και να πάμε, με όποιον και να συζήσουμε, όσες φορές και αν παντρευτούμε τίποτα δεν θα κερδίσουμε, αλλά θα κάνουμε τα ίδια και θα υποφέρουμε δεινότερη δυστυχία.
Εκείνο πάλι που απωθεί τους συζύγους, σαν την μαγνητική δύναμη τους αντίθετους πόλους, είναι όχι μόνο το μίσος και ο φθόνος αλλά και η εμπαθής αγάπη η εγωϊστική αγάπη. Αυτή εκδηλώνεται αγαπητικά μόνον όταν ο άλλος ανέχεται να χρησιμοποιείται σαν αντικείμενο ιδιοκτησίας και σκεύος ηδονής. Είναι δαιμονική αγάπη. Γι’ αυτό-όχι σπάνια-οδηγεί ακόμη και σε αυτόν τον φόνο.
Η ανιδιοτελής όμως αγάπη, η ελεύθερη από τα πάθη μας αγάπη, δεν εξαρτάται ούτε από την συμπεριφορά ούτε από τις ενέργειες ούτε από τις πράξεις του άλλου. Αυτή η αγάπη είναι αγάπη πόνου και θυσίας είναι αγάπη σταυροαναστάσιμη αλλά και ελευθερίας έχει ως θεμέλιο τον Χριστό και αγαπάμε τον ή την σύζυγο και τους άλλους ανθρώπους, επειδή εμείς θέλουμε να τους αγαπάμε αλλά και για να δοξάζεται το Πανάγιο όνομα του Θεού. Γι’ αυτό αυτή η αγάπη ζεί εις τον αιώνα και φέρνει ειρήνη την ειρήνη και την γλυκύτητα του Χριστού. αν δεν ήταν έτσι, ο Χριστός δεν θα μας έδινε εντολή να αγαπάμε ακόμα και τους εχθρούς μας. Επιπλέον, όπως λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, η αγάπη συνδέει τον Θεό και τους ανθρώπους με τον εαυτό της και με εκείνον που την έχει.
Ετσι λοιπόν όσοι θέλουν να χωρίσουν, ζητούν το χωρισμό από φθόνο πρός τον ή την σύζυγο, που μέχρι πρίν λίγο διεκήρυτταν πως τάχα θα θυσίαζαν και αυτήν την ζωή τους για αυτόν ή για αυτήν, αλλά και από άγνοια για το καλύτερο. το καλύτερο είναι το θέλημα του Θεού «ό ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μή χωριζέτω» είναι η συν-χώρηση, η υπομονή, η ταπείνωση, η αγάπη, η Βασιλεία του Θεού. Σταυρός μέν, Ανάσταση δέ.
Αντίθετα, το διαζύγιο παρακάμπτει τον Σταυρό του Χριστού Είναι όμως και αυτό σταυρός, αλλά σταυρός χωρίς σωτηρία είναι ο σταυρός του «εξ ευωνύμων» ληστού είναι επικύρωση της φιλαυτίας των συζύγων και δρόμος πρός την κόλαση, πρός την οικογενειακή και κοινωνική συμφορά.

7. Αναμφιβόλως εκείνο που μπορεί να βοηθήσει τους συζύγους είναι πράγματι η αλλαγή. να αλλάξουν όμως όχι ο ένας τον άλλον με κάποιο άλλο πρόσωπο, αλλά ο καθένας την δική του γνώμη και θέληση και τον προσωπικό του τρόπο σκέψεως. να μετανοήσουν να μεταμορφώσουν με την βοήθεια του Θεού την επάρατη φιλαυτία τους σε αγάπη πρός τον Θεό και πρός τους άλλους, να ταυτίσουν την θέλησή τους με το θέλημα του Θεού, και να γίνουν πάλι ένα.
Νά παραβλέπουν και να συγχωρούν τα λάθη και τις παραλείψεις του άλλου, να προσπαθούν να κατανοούν και να συμμετέχουν στην ψυχική του κατάσταση. να συγχωρούν και να ενδιαφέρονται ο ένας για την σωτηρία του άλλου. Αριθμητικά όρια για το πόσες φορές οφείλει κανείς να συγχωρεί τον άλλον δεν υπάρχουν. Γιατί ο Θεός συγχωρεί τα αμαρτήματα των ανθρώπων μόνον όταν κατά τον ίδιο τρόπο και οι ίδιοι συγχωρούν τα μεταξύ τους παραπτώματα.

8. Φυσικά για τους περισσότερους είναι πράγματα υπερβολικά δύσκολα, αν όχι αδύνατα, αλλά μέσα στην Εκκλησία με μετάνοια, εξομολόγηση, θεία Κοινωνία όλα αλλάζουν με πολλούς κόπους και θλίψεις, με μεγάλη υπομονή, αλλά πάντοτε με επιτυχία.
Οσοι δεν γεύτηκαν τους καρπούς της μετανοίας δεν μπορούν να καταλάβουν την γλυκύτητα της θείας χάριτος και την παρηγοριά του Παναγίου Πνεύματος. Γι αυτό καταγίνονται με επίγειες και ανθρώπινες μικροχαρές, οι οποίες στο βάθος κρύβουν οδύνη, λύπη και μοναξιά.
Οσοι όμως γεύτηκαν μέσα από την μετάνοια τις δωρεές του Θεού, την ανακούφιση, την παρηγοριά, την ηδύτητα, το χαροποιό πένθος και την απαλλαγή από τις ενοχές, αυτοί καταλαβαίνουν το νόημα και την πραγματική χαρά της πνευματικής ζωής.
Ο άνθρωπος, όταν αγαπά αληθινά, δονείται σε ολόκληρο το είναι του και ωθείται με ισχυρή ωστική δύναμη πρός το πρόσωπο που αγαπά, με το οποίο γίνεται ένα, αλλά ταυτοχρόνως διατηρεί την μοναδικότητα και ακεραιότητα του εαυτού του, ενώ η αγάπη του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό το πρόσωπο. Μέσω αυτού ενώνεται με ολόκληρο τον κόσμο.
Γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς να διαρρήξει τα δεσμά αυτής της αγάπης, αφού ενώνει, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, και εκείνους που τους χωρίζουν οι ωκεανοί.

9. Ο άνδρας και η γυναίκα προκειμένου να παντρευτούν αρχίζουν ένα ταξίδι αφήνουν την πατρική τους οικογένεια αφήνουν αληθινά την ζωή τους σε αυτόν τον παρόντα και συγκεκριμένο κόσμο και συντελείται κιόλας μια πράξη μυστηριακή, μια πράξη που είναι προϋπόθεση οποιουδήποτε άλλου πράγματος που θα ακολουθήσει. Ήσαν πρόσωπα χωριστά και τώρα κλήθηκαν να γίνουν κάτι περισσότερο από εκείνο που ήσαν: μια νέα ζωή, να ενωθούν «εις σάρκα μίαν», να γίνουν μια μικρή εκκλησία, όπως θεόπνευστα διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, και το πλήρωμα της μεγάλης Εκκλησίας, και αυτό σημαίνει να ενωθούν με τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστό.
Ο γάμος λοιπόν αρχίζει σαν ένας πραγματικός χωρισμός από τον κόσμο, γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο Χριστός είναι «ουκ εκ του κόσμου τούτου» και πως μετά την Ανάστασή του δεν τον αναγνώρισαν ούτε οι μαθητές Του. Ο Λουκάς και ο Κλεόπας καθώς πήγαιναν στούς Εμμαούς, τους πλησίασε ο ίδιος ο Ιησούς και βάδιζε μαζί τους. Δεν τον εγνώρισαν μέχρι που κάθισε μαζί τους για φαγητό, πήρε το ψωμί, το ευλόγησε και αφού το έκοψε σε κομμάτια, τους έδωσε. Ανοίχτηκαν τότε τα μάτια τους και κατάλαβαν ποιός είναι.
Οι ασκούμενοι στην ταπείνωση σύζυγοι με πολλή υπομονή σηκώνουν τον σταυρό στην ζωή τους-καί όχι μόνο τον δικό τους, αλλά και του ή της συζύγου τους-έστω με αδυναμίες και ατέλειες, οι οποίες ημέρα με την ημέρα εξαλείφονται, και στην θέση τους εντυπώνονται τα σταυρικά της αγάπης «στίγματα του Ιησού» στο σώμα και στην ψυχή τους. Είναι οι γυναίκες και οι άνδρες που πασχίζουν να αγαπούν πραγματικά, να κατανοούν τον ή την σύζυγό τους με τις αμαρτίες και τις αδυναμίες που έχει, να τον ή την αποδέχονται όπως είναι, ακόμη και όταν δεν το αξίζει, μιμούμενοι τον Χριστό που τους αγάπησε χωρίς να το αξίζουν.

10. στον γάμο οι αγωνιζόμενοι και ταπεινοί χριστιανοί σύζυγοι δεν συνηθίζουν ο ένας τον άλλον, ώστε αυτή η συνήθεια να τους απωθεί (όπως συμβαίνει στούς εκτός Εκκλησίας πεπτωκότες συζύγους), αλλά μέσα από τους αγώνες, τις θυσίες, τις δοκιμασίες ωριμάζουν όσο περνάει ο καιρός. Ανακαλύπτουν ο ένας στον άλλον κάθε μέρα και κάτι το νέο. Ομοιάζει, θα έλεγε κανείς, με το ηλιοβασίλεμα ή την ανατολή του ηλίου, που ενώ επαναλαμβάνονται κάθε μέρα, δεν χορταίνονται. Γιατί μαθαίνουν οι ταπεινοί και μετανοούντες σύζυγοι να ξεπερνούν τον εγωϊσμό τους· το «εγώ» και το «εσύ» γίνονται «εμείς» και επιτυγχάνουν έτσι μεγαλύτερες βαθμίδες αγάπης, η οποία δεν είναι μόνο σαρκική, αλλά είναι και πνευματική. Αισθάνονται αυτήν την αγάπη να επεκτείνεται πρός τα παιδιά στην αρχή που θα γεννηθούν, και μετά να βγαίνει σιγά-σιγά από την οικογένεια και να αγκαλιάζει τους συγγενείς, τους φίλους και όλο τον κόσμο.
Χρειάζεται όμως να προσέχουμε. Γιατί η αγάπη της οικογενείας-καί αυτή ακόμη!-μπορεί να έχει ένα εγωκεντρισμό, να αγαπάμε δηλαδή μόνον όσους κλείνουν οι τέσσερεις τοίχοι του σπιτιού μας. Αυτό είναι μια δαιμονική αγάπη.
Οι χριστιανοί σύζυγοι αγαπάμε τον σύντροφο της ζωής μας, αγαπάμε τα παιδιά μας, για να μπορούμε μετά να αγαπήσουμε όλο τον κόσμο. Αρα η αγάπη αρχίζει από την οικογένεια, αλλά δεν τελειώνει στην οικογένεια, πρέπει να είναι καθολική αγάπη για όλους τους ανθρώπους. Η οικογένεια υπάρχει για να είναι γέφυρα που μας οδηγεί στην αγάπη πρός τον Θεό και πρός όλους τους ανθρώπους.

11. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό κατ εικόνα Του με σώμα ορατό και ψυχή αόρατη. Ο σκοπός του είναι να γίνει κατά χάριν θεός, να εξομοιωθεί με τον Πλάστη του. Κατά συνέπεια κάθε ενέργεια, σκέψη και πράξη του ανθρώπου πρέπει να αποβλέπει στην θέωση.
Εν προκειμένω λοιπόν, όταν ένας άνδρας ή μια γυναίκα αποφασίζει να εκλέξει σύζυγο, οφείλει να βρεί σύντροφο που να μπορούν να βοηθούν ο ένας τον άλλον πρωτίστως στην πνευματική προκοπή, στον αγιασμό και στην θέωση και δευτερευόντως στα βιοτικά.
Γι αυτό, όταν εξετάζεις και ζητείς σύζυγο, να αναζητείς πρόσωπο που έχει, όπως και εσύ, ευλάβεια της ψυχής, φιλόξενη διάθεση, επιείκεια, αληθινή σύνεση και τον φόβο του Θεού, αν θέλεις να ζείς με αληθινή χαρά.

12. το μυστήριο του γάμου αρχίζει με τό: «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Από την αρχή δηλώνεται ο προορισμός: πορευόμαστε αληθινά πρός την Βασιλεία την ανακηρύττουμε σκοπό για ολόκληρη την ζωή μας. «Ευλογημένη» σημαίνει να αποδέχεσαι με αγάπη και να πορεύεσαι πρός εκείνο που αγαπάς και αποδέχεσαι. το «Αμήν» δηλώνει καθαρά πως η πορεία των νεονύμφων πρός τον Θεό έχει ήδη αρχίσει, προηγουμένου του Χριστού και του Ευαγγελίου.
Εννοείται όμως ότι για να συνεχίσουν οι σύζυγοι την πορεία τους πρός τον Θεό, χρειάζεται συνεχώς να ξεπερνούν τον παλαιό άνθρωπο που κρύβουν μέσα τους, να σταυρώνουν τον εγωϊσμό και τα πάθη τους και να αποκτούν την αγία αρετή της ταπεινοφροσύνης, για να προσφέρουν ο καθένας τους τον εαυτό του στον σύντροφο της ζωής του.
Από την άποψη αυτή ο γάμος είναι μία συμμετοχή στον θάνατο και στην Ανάσταση του Χριστού. Αυτό είναι πολύ δύσκολο είναι είδος μαρτυρίου. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ακολουθία του γάμου ψάλλεται το «Άγιοι Μάρτυρες, οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες…» είναι ένας συνεχής και σκληρός αγώνας για την κατάκτηση με την χάρι του Θεού της αγιότητας.
Έτσι όμως μπορεί ο άνδρας να δέχεται την γυναίκα και η γυναίκα τον άνδρα, τα υλικά πράγματα, τον εαυτό τους ως δώρα του Θεού και ευχαριστώντας τον Θεό να τα επαναπροσφέρουν πάλι στον Θεό και Πατέρα τους ως θυσία να ζουν θεοκεντρικά να έχουν ως κέντρο της ζωής τους τον Θεό να δέχονται τα πάντα ως δώρα του Θεού και όλα να τα αντιπροσφέρουν με ευχαριστία στον Θεό ως δώρα δικά Του «τά σά εκ των σών». να ζουν την σταυρική και την ευχαριστιακή ζωή στην χαρά της Αναστάσεως.
Τότε θα αξιωθούν σε αυτήν την πρόσκαιρη ζωή τους οι σύζυγοι να συνοδοιπορούν με τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Κύριο, όπως οι άγιοι Μαθητές Του Λουκάς και Κλεόπας το εσπέρας της Κυριακής του Πάσχα, οι οποίοι πορεύονταν από την Ιερουσαλήμ πρός τους Εμμαούς.
Συνοδοιπορούντες δέ οι γονείς και τα παιδιά τους σε τούτη την ζωή με τον Κύριο της Δόξης θα έχουν την ευλογία να συνομιλούν μαζί Του με την προσευχή, και το σπουδαιότερο, θα διανοίγονται οι πνευματικοί οφθαλμοί τους για να τον αναγνωρίζουν «στόν τεμαχισμό του Αρτου», δηλαδή κατά την Θεία Ευχαριστία. και όταν τους κυκλώνουν τα νέφη των δοκιμασιών και όλα γύρω τους είναι σκοτεινά, θα μπορούν να του πούν, όπως οι δύο Μαθητές Του, «Κύριε, μείνε μαζί μας, γιατί βράδιασε και η ημέρα ήδη τελειώνει».

13. Καταβλήθηκε μέγιστη προσπάθεια να φανεί στο μέτρο του δυνατού η ανάγκη εξυγίανσης και εξαγιασμού του γάμου μέσα από την Εκκλησία. Αλλά και ότι χρειάζεται η αγωνία και ο προσωπικός σκληρός αγώνας του καθενός εναντίον των παθών του και ποτέ κατά του άλλου συζύγου. Ακόμη πως τα προβλήματα του γάμου και η λύση τους βρίσκονται στην καρδιά του καθενός μας. Αλλά και οι αρετές δεν βρίσκονται κάπου έξω από τον άνθρωπο, υπάρχουν στην καρδιά του και για να φανούν χρειάζεται να καθαρθεί η καρδιά από την κακία που τις σκεπάζει. Επίσης, ότι ο άλλος δεν είναι εχθρός, δεν είναι ξένος είναι ευεργέτης, φίλος, αδελφός, σύζυγος, παιδί μας και πως όλοι μαζί μπορούμε να γίνουμε φίλοι και αδελφοί Εκείνου που σταυρώσαμε και ενταφιάσαμε Εκείνου που μας χαρίζει, αν θέλουμε, άφεση των αμαρτιών μας και Ανάσταση ζωής.
Κοντολογίς αυτή η εργασία έγινε για να φανεί ότι:
• ο γάμος είναι δώρο του Θεού προς τον άνδρα και την γυναίκα για να πορευθούν μέσα από την άσκηση και με τα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας στην Βασιλεία των ουρανών,
• ως φυσικό όμως και κοινωνικό γεγονός ανήκει στον πεσόντα κόσμο που υπάρχει εκτός της Εκκλησίας,
• ένας τέτοιος γάμος είναι αδύνατος να λυτρώσει τον άνθρωπο και να του χαρίσει ακεραία και ολοκληρωμένη ζωή, και
• η οικογένεια που δεν οδηγεί τα μέλη της στην ολοκλήρωση, τα κατευθύνει στην αλλοτρίωση,
• είναι αναγκαία η στροφή του ανθρώπου προς τον εαυτό του και μόνο σε αυτόν, ως υπαίτιου για όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν στον γάμο ο καθένας είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις του,
• ο γάμος ως πεπτωκώς έχει αρρωστήσει θανάσιμα και χρειάζεται να μεταμορφωθεί από θεσμός αρρωστημένος σε υγιή και επωφελή να περάσει μέσα στην Εκκλησία να γίνει «μυστήριο» για την σωτηρία και την θέωση των συζύγων και των τέκνων τους,
• ο εξαγιασμός του γάμου είναι έργο σταυρικής ζωής των συζύγων για ταπείνωση και μετάνοια, για μεταμόρφωση της φιλαυτίας τους σε αληθινή αγάπη είναι προ πάντων δώρο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Τώρα είμαι πρόθυμος να ακούσω τις ερωτήσεις και τις κρίσεις σας, για τις οποίες σας υπόσχομαι ότι θα είμαι ευγνώμων. σας ευχαριστώ.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις (3) ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, Απόψεις και Αντιλήψεις για τα Αίτια της Κρίσεως του Γάμου.. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Απόψεις και Αντιλήψεις για τα Αίτια της Κρίσεως του Γάμου.
Αρέσει σε %d bloggers: