Αποσπάσματα (1)

«ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

«Ο Χριστός είναι το παν»

(Απομαγνητοφωνημένα λόγια του Γέροντα. Αναδίδουν το μυστικό άρωμα της ένθεης πνευματικής του ζωής).

Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπεις το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.

Πως το κατάλαβες;

Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.

«Συν Χριστώ πανταχού,

φόβος ουδαμού».

Το ‘ χετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δε το θυμάμαι.

Λοιπόν, έτσι πράγματι πρέπει να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε εγώ δεν είμαι… δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεσθε μαζί μου τη ζωή». Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πως το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή ό, τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί, θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός. Αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί, και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε έβγαιναν έξω να κάνουνε πιο πέρα ∙ θέλαν να είναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πως τα βλέπεις, ρε Νίκο;
– Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα. Όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ε, ναι- εξακολούθησε ο Γέροντας- αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι. Και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε να ‘μαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστε». «Δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεστε στην ψυχή σας, το φίλο σας. ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο σατανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήσει το Χριστό, κι όταν αγαπήσει το Χριστό, απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πεις, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε… προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου το πω, πώς να σας τα πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μου ’ρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε ;

– Ναι, Γέροντα. [ Ι 50 π.]

Η αγάπη προς το Θεό

Μια άλλη μέρα ερωτώ το Γέροντα πως πρέπει να είναι η αγάπη μας προς το Θεό και μου λέει:

«Η αγάπη μας προς το Θεό, παιδί μου, πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλη και χωρίς να υπάρχει καμιά διάσπαση σε άλλα πράγματα.

Σου φέρνω σαν παράδειγμα το εξής: O άνθρωπος μοιάζει να έχει εντός του μια μπαταρία με ορισμένη ενέργεια. Όταν αυτή την ενέργεια την ξοδεύει σε άλλα διάφορα πράγματα εκτός της αγάπης προς τον θεό, η ενέργεια που απομένει μέσα του γι’ Αυτόν είναι ελαχίστη και ίσως πολλές φορές μηδαμινή. Όταν όμως διαθέτουμε όλη μας την ενέργεια προς τον Θεό, τότε η αγάπη μας είναι μεγάλη προς Αυτόν.

Σου λέω και τούτο το άλλο.

Ήταν μια φορά μια κοπέλα που είχε ερωτευθεί πάρα πολύ ένα νέο, που τον έλεγαν Νίκο. Αυτή που λες, σηκωνόταν κάθε νύκτα και κρυφά από τους δικούς της, πηδούσε το παράθυρό της και πήγαινε ξυπόλητη μέσα απ’ τα χωράφια που υπήρχαν αγκάθια για να συναντήσει τον αγαπημένο της ματώνοντας τα πόδια της. Όταν επίσης γύριζε στο σπίτι της και καθόταν μέσα, πάντοτε ο Νίκος της ήταν εδώ, και μου έδειχνε το μέτωπό του. Ό,τι δουλειές και να έκανε, ο Νίκος της εδώ, και μου ξανάδειχνε το μέτωπό του. Έτσι πρέπει και συ, παιδί μου, να δίνεις όλη σου τη δύναμη στο Θεό και ο νους σου να είναι πάντα σ’ Αυτόν, γιατί έτσι του αρέσει».

[ Τζ 108]

Παράδεισος είναι η αγάπη του Χριστού

Και ποιος είναι ο Παράδεισος; «Ο Χριστός», έλεγε ο Γέροντας. «Όταν αγαπάς τον Χριστό, τότε παρ’ όλη την αίσθηση της αμαρτωλότητος και των αδυναμιών σου έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες το θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού. Και να μας αξιώσει ο Θεός να δούμε το Πρόσωπο του Κυρίου και απ’ εδώ στη γη και απ’ εκεί, όπου θα πάμε». [ Ι 246]

Μη ζητάς να σ’ αγαπούν

«Μακριά από τη Ζήλια. Τον κατατρώγει τον άνθρωπο. Από φθόνο, μια Μοναχή προς άλλη, την φαντάστηκε να ασχημονεί με τον πνευματικό, και το έλεγε σαν πραγματικότητα.

Όλα γίνονται στο φθονερό άνθρωπο. Εγώ τα έζησα. Οι άνθρωποι με είχαν για καλό και ερχόντουσαν πολλοί για να εξομολογηθούν. Και μου τα έλεγαν με ειλικρίνεια.

Μακριά από αυτά τα γυναικίστικα παράπονα. Το Χριστό, μωρέ, το Χριστό να αγαπήσουμε με πάθος, με θείο έρωτα.

Ευτυχισμένος ο μοναχός που έμαθε να αγαπάει όλους μυστικά. Δεν ζητά από τους άλλους αγάπη, ούτε τον νοιάζει να τον αγαπούν.

Εσύ αγάπα όλους, και προσεύχου μυστικά μέσα σου. Ξέχυνε την αγάπη σου προς όλους. Και θα έλθει ώρα που θα αγαπάς αβίαστα. Και θα νιώθεις, ότι όλοι σ’ αγαπούν. Ένα κοσμικό τραγούδι λέει:

«Μη μου ζητάς να σ’ αγαπώ.

Η αγάπη δεν ζητιέται.

Μέσα στα φύλλα της καρδιάς

μονάχη της γεννιέται».

Πάρ’ το πνευματικά. Εσύ σκόρπα φυσικά, από την καρδιά σου, την αγάπη του Χριστού.

Μερικοί μοναχοί, ιδίως γυναίκες, λένε:

– Μ’ αγαπάς;

– Γιατί δεν μ’ αγαπάς;

Πω πω! Πόσο μακριά είναι από την αγάπη του Χριστού!

Φτώχεια, πνευματική φτώχεια.

Μη σε νοιάζει αν σ’ αγαπούν. Εσύ μόνο ξεχείλιζε από αγάπη Χριστού προς όλους. Και τότε μυστικά έρχεται μια μεταβολή, μια αλλαγή σ’ όλο το σύνολο. Αυτό που σου λέω είναι η καλύτερη ιεραποστολή. Εφάρμοσέ το και τηλεφώνησέ μου τα αποτελέσματα». [Α 80-2]

Δεν κερδίζεις με το άγριο

Ένας φίλος δέχθηκε, όπως μου εκμυστηρεύθηκε, τη σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους ανθρώπων αυστηρών αρχών, με αποτέλεσμα να εξουθενωθεί και να παρεξηγηθεί τελείως, ως προς τον χαρακτήρα του. Ο Γέροντας τον ανέπαυσε, διότι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, πραγματοποιώντας πετυχημένη ψυχική ακτινογραφία του. Του είπε: «Είσαι καλός, ευαίσθητος, ήσυχος∙ είσαι πρόβατο του θεού. Αλλά, όταν σε πάρουν με το άγριο, μαζεύεσαι, αντιδράς εσωτερικά, και τότε είναι που σε παρεξηγούν πολύ και δεν σε καταλαβαίνουν. Όταν όμως σε πάρουν με το καλό, φανερώνεις από μέσα σου τέτοια καλά πράγματα, που κάνεις τους άλλους να ξαφνιάζονται. Οι άνθρωποι που σε παρεξήγησαν και σε πλήγωσαν δεν γνωρίζουν ούτε εκείνο τον παλιό μύθο, για τον άνεμο και τον ήλιο, που μάλωναν, ποιος είναι ο δυνατότερος κι έβαλαν στοίχημα, ότι όποιος βγάλει την κάπα του βοσκού, που εκείνη την ώρα ανηφόριζε το βουνό, θα είναι ο πιο δυνατός. Φύσηξε, ξαναφύσηξε ο άνεμος, αλλά ο βοσκός κρύωσε και τυλίχθηκε πιο σφιχτά στην κάπα του. Βγήκε τότε ο ήλιος απ’ τα σύννεφα, σκόρπισε γύρω καλοσύνη και θερμότητα, ζεστάθηκε ο βοσκός κι έβγαλε την κάπα του .Τότε ο ήλιος φώναξε στον άνεμο: «Είδες, ποιος απ’ τους δυο μας είναι ο δυνατότερος;» Και συμπέρανε ο π. Πορφύριος: «Δεν κερδίζεις τον άνθρωπο με το άγριο, αλλά μόνο με την καλοσύνη». [ Γ. 257π]

Δεχόταν όλους

Το Γέροντα επισκέπτονταν και άνθρωποι διαφόρων θρησκευτικών και ιδεολογικών τάσεων: Ετερόδοξοι: παπικοί και προτεστάντες. Ετερόθρησκοι: ισλαμιστές, βουδιστές, Ορθολογιστές, σκεπτικιστές, νιτσεϊκοί, μαρξιστές, φροϋδιστές, μηδενιστές, αναρχικοί, μασόνοι, χιλιαστές και πολλοί άλλοι. Όλους τους άγγιζε ψυχικά και σ’ όλους προσέφερε τον αποδεκτό οικοδομητικό του λόγο. Έβρισκε κάποιο δικό του τρόπο, για να προβληματίσει και να αφυπνίσει τον καθένα. Ιδιαίτερα τους ετερόδοξους αιρετικούς και πλανεμένους κι ακόμη πιο πολύ, τους ομόδοξους εκείνους, που ζώντας σ΄ ένα κλίμα ορθοδοξολογίας, παρέκκλιναν από το δρόμο της ορθοπραξίας σε μονοπάτια ακραίων τάσεων. Κοντά στο Γέροντα ο επισκέπτης ένιωθε τη θερμότητα μιας κατανυκτικής αγαλλίασης, που πήγαζε καθαρή από την ισορροπημένη πνευματικότητά του, τη θεμελιωμένη στην εν Χριστώ ταπεινή αγάπη του και υπεύθυνη ελευθερία του. [ Γ 402π.]

Φιλανθρωπία

Φίλος ασκητικών τάσεων επιθυμούσε να κρατήσει για τις ατομικές του ανάγκες ένα μικρό χρηματικό ποσό και τα υπόλοιπα χρήματα, που έβγαζε από την εργασία του, να τα μοιράζει σε ελεημοσύνες, όμως δίσταζε να μένει με τόσα λίγα χρήματα. Είπε το λογισμό του στο Γέροντα κι εκείνος του απάντησε : «Ευλογημένε, κάθεσαι και ασχολείσαι με τέτοιες λεπτομέρειες! Κράτα για τον εαυτό σου όσα χρήματα θέλεις, και δώσε όλη την προσπάθειά σου στο πώς να αγαπήσεις περισσότερο τον Χριστό κι όλα αυτά τα ζητήματα θα λυθούν μόνα τους». [ Γ 349]

Άδικα τον απέλυσες ∙ δεν ήταν κλέφτης

Ο Γέρων Πορφύριος είπε σε κάποιον επισκέπτη του ότι έβλεπε πως κάτι κακό είχε κάνει στη ζωή του. Εκείνος του απάντησε ότι δεν ένοιωθε να τον ενοχλεί η συνείδησή του σε οτιδήποτε κι ότι τριάντα τόσα χρόνια που βρισκόταν στην Αθήνα, όπου είχε ένα εμπορικό κατάστημα, υπήρξε ένας τίμιος έμπορος. Δεν θυμόταν ο άνθρωπος να είχε κάνει οποιοδήποτε κακό.

«Στο χωριό σου», τον ρωτά ο Γέρων Πορφύριος, «δεν έκανες κανένα κακό;» «Όχι», απάντησε εκείνος. «Είμαστε πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας μου πέθανε και μου άφησε όλη την περιουσία του. Και για να καταλάβετε ότι είμαι καλός άνθρωπος, θα σας πω ένα παράδειγμα. Μια φορά μας έκλεψε ο επιστάτης μας ένα μεγάλο για την εποχή εκείνη ποσό. Κι εγώ δεν τον κατάγγειλα στη αστυνομία. Αλλά, βέβαια, τον απέλυσα, διότι δεν μπορούσα ν’ αφήσω έναν κλέφτη στα κτήματά μας».

Τον ρωτά τότε ο Γέρων Πορφύριος: «Τον είδες εσύ ο ίδιος να κλέβει το ποσό αυτό;» «Όχι», απάντησε εκείνος, «αλλά ήμουν σίγουρος ότι αυτός το είχε κλέψει, διότι μόνο εκείνος ήξερε που είχαμε τα χρήματα». Του λέει τότε ο Γέρων Πορφύριος: «Όχι, δεν ήταν αυτός που τα έκλεψε. Κι εσύ, απολύοντάς τον, αμαύρωσες το δικό του όνομα και ολόκληρης της οικογενείας του. Κι εκείνη η πράξη σου σ’ εμποδίζει τώρα να δεχθείς το σώμα και το αίμα του Χριστού μας».

Ο πραγματικός ένοχος ήταν άλλος. Τότε, πήγε στο χωριό του και ενώπιον των συγχωριανών του, αποκατέστησε τον επιστάτη τους, τον οποίο είχε τόσο πολύ αδικήσει, εν αγνοία του βέβαια. Κι αμέσως μετά, πήγε και κοινώνησε. [ Ι 180]

Σε οίκο ανοχής

Θα σας αφηγηθώ μια ιστορία, που δείχνει πόσο μεγαλείο είχε η ψυχή του πατρός Πορφυρίου.

Πριν από πάρα πολλά χρόνια, παραμονή των Θεοφανείων, πήγε, κατά το έθιμο, ν’ αγιάσει τα σπίτια. Όπως έμπαινε στα σπίτια ένα ένα, μπήκε και σ’ ένα σπίτι, το οποίο, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, ήταν οίκος ανοχής. Την ώρα που άρχισε να ψάλλει «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου…» και ν’ αγιάζει, του λέει η ιδιοκτήτρια : «Μη, μη, δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το σταυρό». Κι ο Γέρων Πορφύριος της αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω αν αυτές ή εσύ δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό». Ασπάσθηκαν το σταυρό οι γυναίκες εκείνες και ο Γέρων Πορφύριος τις είπε μερικά λόγια εκεί. Τους μίλησε για την αγάπη προς το Θεό, που ήταν τα αγαπημένο του θέμα.

Βλέποντας την εξαγιασμένη μορφή του Γέροντος Πορφυρίου, οι γυναίκες εκείνες υπέστησαν μια εσωτερική αλλοίωση ∙ ιδιαίτερα, όταν τις είπε: «Ν’ αγαπήσετε το Χριστό, που σας αγαπά, και θα δείτε τότε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Αν ξέρατε πόσο σας αγαπά ο Χριστός! Προσπαθήστε κι εσείς να τον αγαπήσετε».

Γνώριζε ο Γέρων Πορφύριος ότι, αν εκείνες οι γυναίκες γνώριζαν το Χριστό και τον αγαπούσαν, διότι η γνώση οδηγεί στην αγάπη, θα εγκατέλειπαν εκείνο το άθλιο επάγγελμα που έκαναν. [ Ι 100 ]

———————-

Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.
Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Αποσπάσματα (1). Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αποσπάσματα (1)
Αρέσει σε %d bloggers: