το καθήκον που πηγάζει απο την πίστη.

Αφον γνωρίσαμε με την πίστη προς το Θεό το πραγματικό μας καθήκον, οφείλουμε υποταγή για την εξασφάλιση της επαγγελίας. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος έστιν ο αγαπών με» (Ιω. ιδ’ 21) και «ον πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε εισελεύσεται» (Ματθ. ζ’ 21). Το Θέμα της πίστης δεν είναι απλώς κάποια γνώση, αλλά επιβεβλημένο και απαραίτητο καθήκον. «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια’ 29) και « ου ζητώ το θέλημα το εμόν αλλά το θέλημα του πέμψαντός με» (Ιω. ε’ 3θ) και « ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών» (Ματθ. ια’ 29). Γνωρίσαμε από την αποκάλυψη την καταγωγή μας και διαπιστώνουμε έμπρακτα με την παρουσία του σωτήρα μας τη θεοειδή μας φύση και ότι αυτός μας ανέσυρε από τη φθορά και το θάνατο. Δεν απομενουν πλέον περιθώρια έρευνας αλλά απόλυτης υποταγής και εξάρτησης. Τότε η θεία Χάρη, που χάσαμε με την παρακοή και την πτώση και που επανήλθε με την παρουσία τον σωτήρα μας, θα μας επαναφέρει στην ισορροπία, στην ανάσταση, στη ζωή. Και τότε «όσοι λή ψ ονται αυτόν δώσει αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (πρβλ. Ιω. α’ 12).

Όχι όσοι τον άκουσαν μόνο, αλλά «όσοι έλαβον αυτόν» δηλαδή όσοι τον πίστεψαν, τον μιμήθηκαν, τον αντέγραψαν, τον αγάπησαν. Η αναρίθμητη στρατιά των μαθητών του Χριστού, που ακολουθεί χωρίς παρέκκλιση το ιερώτατο πρότυπο από τότε μέχρι σήμερα, τηρεί με ακρίβεια τους δύο όρους της υποταγής. Έτσι αυτή προάγεται με επιτυχία στο βραβείο και η αλήθεια τον Κυρίου μας εξακολουθεί και τώρα να επισφραγίζεται και όχι μόνο «τω καιρώ εκείνω». Οι δύο όροι, που αναφέρουμε κατά τους Πατέρες μας είναι η «πράξη» και η «θεωρία».

Στην πρακτική μορφή της πάλης και μάχης ο κάθε άνθρωπος αρχικά αντιστέκεται στα πάθη και τις συνήθειες και εισάγει σε αντίθεση προς αυτά την επίδοση στα καλά. Με τη συνεχή πρακτική μορφή της αγωνιστικότητας ολοκληρώνεται η ομολογία της υγιούς θέσης του πιστού ότι «αποτάσσεται κατά πάντα τω διαβόλω και συντάσσεται τω Χριστώ». Τότε η θεία Χάρη, που έχει θέση μητέρας, ελευθερώνει τον άνθρωπο από την παλαιά αιχμαλωσία του νόμου της διαστροφής και τον εισάγει στους όρους και λόγους του «καινού ανθρώπου του κατά Χριστόν κτισθέντος» και τότε γίνεται «καθαρός τη καρδία». Τότε ολοκλη-ρώνει η λεγόμενη «πράξη» τη διακονία της και λαμβάνει θέση πλέον η λεγόμενη «θεωρία». «Μακάριοι, όντως, οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’ 8) και όχι μόνο «όψ ονται» αλλά και θα κατακτήσουν, και θα απολαύσουν και θα χαρούν και «κανένας δεν θα μπορέσει να πάρει τη χαρά τους» (πρβλ. Ιω. ιστ’ 22). Με αυτά τα καθήκοντα θα ασχοληθούμε στη συνέχεια και παρακαλούμε για την επιείκεια των αναγνωστών. Όπως στη δημιουργία προηγήθηκε η κατασκευή του σώματος έτσι προηγουνται πάντοτε και τα σωματικά έργα. Αυτός είναι ο λόγος που και στο παθητικό μέρος προέχουν τα αισθητά λάθη και πάθη που υπηρετούνται από τις αισθήσεις, οι όποιες σνντηρουν τη βιολογική μας ύπαρξη.

Όπου υπάρχουν «αι διατροφαί και τα σκεπάσματα» και όσα συνδέονται με τη ζωή κατά τον Παύλο, οι αισθήσεις πιεζόμενες από την παράλογη επιθυμία υποκύπτουν στην παράχρηση και έτσι δημιουργούνται τα πάθη και οι «παρά φύσιν» σννήθειες. Εκεί υπάρχει η παραμόρφωση, ο «παλαιός άνθρωπος», το «σώμα του θανάτου» (Ρωμ. ζ’ 24). Σε αυτήν την τερατώδη διαστροφή έχει τις διατριβές και τις θέσεις του ο «όφις ο αρχαίος», ο διάβολος. Εδώ του επέτρεψε ο Θεός να διατρίβει μετά την αποπλάνηση του πρωτοπλάστου. Αυτό μεταφορικά σημαίνει το λόγιο «και γην φαγή πάσας τας ημέρας της ζωής σου» (Γεν. γ’ 14). Παραμένοντας ανύστακτα στους κεντρικούς νόμους και λόγους της συντήρησής μας, καταπιέζει άκουραστα κάθε βιολογική μας κίνηση προς υπερβολή ή έλλειψη και αλλοιώνει κάθε ισορροπία και τάξη στη ζωή μας, την ατομική και την κοινωνική και μας παρακινεί σε αποστασία από το καθήκον και επανάσταση κατά του εαυτού μας και του δημιουργού Θεού. Γι’ αυτήν την κατάσταση θρηνεί ο Παύλος λέγοντας «ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;» (Ρωμ. ζ’ 24).

Η άσκηση, λοιπόν, είναι κάτι που χρειάζεται, και όχι στοιχείο ανελευθερίας. Τη διαρκή ετοιμότητα τονίζει ο Κύριος λέγοντας το «έστωσαν υμών αι οσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λούκ. ιβ’ 35). Ο Παύλος παροτρύνει να ενδυθούμε την πανοπλία της Χάρης επί μέρους και ολοκληρωτικά για να μπορέσουμε να αντισταθούμε κατά την ημέρα της πάλης και «άπαντα κατεργασάμενοι στήναι» (Εφεσ. στ’ 13).

Το παράδειγμα του Κυρίου μας, ο οποίος μετά το βάπτισμα εξήλθε «εις την έ ρημον… πειρα-σθήναι υπό του διαβόλου» (Ματθ. δ’ 1) έγινε η αρχή του θριάμβου της ταπεινής μας φυσης κατά του κακού, της αμαρτίας και του θανάτου. Από τότε αναρίθμητα πλήθη ηρώων και αθλητών περιφρονούν τον πονηρό και τα όργανά του και ανεβάζουν την ανθρώπινη οντότητα στους πατρικους κόλπους κατά την προαιώνια βουλή.

ΑΣΚΗΣΗ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ Γέροντος Ιωσήφ

Advertisements
Αναρτήθηκε στις το καθήκον που πηγάζει απο την πίστη.. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο το καθήκον που πηγάζει απο την πίστη.
Αρέσει σε %d bloggers: