Οι γενιές πού θρέφουν αγίους

Οι γενιές πού θρέφουν αγίους

Μα εκείνο πού ομόρφαινε τα βράδια τα νησιά μας ήταν οί λεγόμενες βεγγέρες. Οι νύχτες στο σκοτεινό χωρίο το χειμώνα ήταν ατέλειωτες και οι λάμπες με το 5 νούμερο γυαλί λίγο φέγγανε στο εσωτερικό του σπιτιού. Κι αυτές ήταν πάντα χαμηλωμένες, να μην κάψουν πολύ πετρέλαιο. Οικονομία παντού. Στο νερό, στα ξύλα, στο φαγητό, στα ρούχα. Πιο παλιά μήτε λάμπες δεν υπήρχαν. Ό βενετσιάνικος λύχνος έφεγγε στη μάννα να εργοχειρήση. Εκεί, μπροστά στη βενετσιάνικη λουσέρνα, όπως την έλεγαν, συναγμένοι παππούδες, γονείς καί παιδιά, διάβαζαν τα συναξάρια των Αγίων, αφηγούνταν θαύματα, θαλασσινές περιπέτειες, τυραγνίες του γένους μας, πειρατικές επιδρομές στο νησί μας, όπως τίς άκουσαν από τους παλιούς. Κι ήταν όλα μυσταγωγία για μας τα παιδιά. Από μικρός άκουγα το βίο του άγιου Ιωάννου του Καλυβίτου, τους πειρασμούς του Μεγάλου Αντωνίου, τα μαρτύρια της Αγίας Βαρβάρας. Έτσι το πρωί, αν ζητούσα κάτι άλλο, έκτος από το παρατιθέμενο, για φαγητό, ή γιαγιά: -Δεν άκουσες, παιδί μου, πόσα υπέφερε ή αγία για την αγάπη του Χριστού, κι εμείς λίγη νηστεία δε θα κρατήσουμε; Κι έτσι όχι μόνο νηστεύαμε, αλλά ποθούσαμε τη νηστεία. Μ’ αυτό τον τρόπο οί απέραντες νύχτες του χειμώνα γινότανε οί ωραιότερες ώρες της ζωής. Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση μνημονεύω όλους αυτούς πού συγκροτούσανε αυτή την πνευματική πανδαισία καί τους θυμάμαι έναν – έναν και τα ονόματα και τίς φυσιογνωμίες τους, αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Ίσως επεκτείνω το κείμενο πέραν του δέοντος, άλλα θεωρώ τον εαυτό μου χρεώστη απέναντι στις ταπεινές αυτές ψυχές, πού πολλές φορές διηγούνταν κάποια διήγηση ως κομμάτι αναπόσπαστο από τον εαυτό τους. Σαν να είναι ή ίδια ή ζωή τους. Άλλωστε όλα αυτά τα θαυμάσια παραμένουν ακατάγραφα καί, με την πάροδο του χρόνου καί τη σημερινή ψυχρότητα καί αδιαφορία, σίγουρα θα λησμονηθούνε από τους επιγόνους.
Ή γριά Στυλιανή, πού ‘χε υπό τη φροντίδα της το δισυπόστατο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, διακρινόταν για την ευλάβεια της, τη σοβαρότητα καί τη σεμνότητα του ήθους της. Είχε ζήσει για χρόνια στην ξενιτιά, μα τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω της, μήτε ή κόμμωση, μήτε ή ενδυμασία• παλιακιά γυναίκα καί στην εμφάνιση καί στους τρόπους. Πολλά χρόνια χήρα, μύριζε λιβάνι καί κερί. Στις βεγγέρες είχε το δικό της λόγο, πού δεν τον άκουσε, αλλά τον έζησε.
Διηγείτο λοιπόν: Την εποχή πού ή ελονοσία μάστιζε τον κόσμο, βγήκα μια φεγγαρόλουστη νύχτα προς νερού μου. Βλέπω μπρος στα χαλάσματα του σπιτιού μας γέροντα με ψάθινο σκουφάκι να μαζεύει σκουπίδια και κάθε άχρηστο και βρώμικο πράγμα. Τον πλησίασα και σεβαστικά τον ρώτησα: «-Τι κάνεις αυτού, Γέροντα;». Και μου αποκρίθηκε: «-Καθαρίζω τον τόπο, γιατί όλοι θα απολεστείτε από τη βρομισιά. Πες στον πρόεδρο, στα στάσιμα νερά να φυτέψει ευκαλύπτους, να καθαρίση το χωριό και να ρίξει παντού άφθονο ασβέστη». «-Ποιος είσαι συ, πού τόσο πολύ μας αγαπάς, πού και τη νύχτα εργάζεσαι για τη ζωή μας»; «-Είμαι αυτός πού φροντίζεις και κάθε απόβραδο μου ανάβεις το καντήλι. Γείτονας σαν είμαι και δε με γνωρίζεις;». Κι έγινε άφαντος. Πράγματι ή κυρά Στυλιανή είπε στον πρόεδρο ότι της συνέστησε ό Άγιος Σπυρίδων. Πολλοί από τους ευκαλύπτους υπάρχουν και σήμερα εις μαρτύριο του θαύματος του Αγίου.
Ή οσιότατη Γερόντισσα Παρθενία Άνδρομανάκου κατέθετε την πνευματική της παρηγοριά: Όταν μόναζα στη Μονή του Χριστού ένα μεγάλο πρόβλημα με απασχολούσε. Δεν ήθελα να προχωρήσω, χωρίς να λάβω πληροφορία. Πήγα στον τάφο του οσίου Αρσενίου• άφησα την- καρδιά μου να ξεχειλίσει και τα μάτια μου να λούσουνε την πλάκα του τάφου του. Στο τέλος της δέησης μου πρόσθεσα, όπως πάντοτε: «-Δι’ ευχών του οσίου πατρός ημών Αρσενίου». Ευθύς άκουσα φωνή από τον τάφο: «-Αμήν, Παρθενία μου».
Και συνεχίζει ή Γερόντισσα: Ηκουσα πώς στο Αγιον Όρος στις αγρυπνίες κουνούν τους πολυελέους και τα καντήλια, για να έρθει χαρά και από το ουρανό. Στο δικό μας ταπεινό ησυχαστήριο δεν τα σείουμε εμείς, άλλα ό όσιος Φιλόθεος ό Αθωνίτης. Ψάλλαμε αγρυπνία στη γιορτή του οσίου με την αδελφή μου Αναστασία μοναχή, τη χήρα Γαρυφαλιώ Τριπολιτσιώτη και τον ανιψιό μου Μανόλη. Τα πάντα τα είχαμε κλειδωμένα, γιατί ό τόπος είναι έρημος. «Έβαλα στο νου -μου να ψάλουμε και λίγους στίχους από τα Ανοιξαντάρια, όπως τα έμαθα από τη μακαρίτισσα μεγάλη Γερόντισσα Παρθενία Μάνδηλα. Ευθύς ως άρχισα, είδα το καντήλι του οσίου να κινητοί ρυθμικά μέχρι το τέλος της αγρυπνίας. Λέγω στους άλλους: «-Βλέπετε ό όσιος χαίρεται με την αγρυπνία μας, δέχεται τη δέηση μας». Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ελέησαν ημάς.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Κανείς δεν περνούσε μπροστά από Εκκλησία, χωρίς να σταυροκοπηθεί.
Είδα ανθρώπους, μπορώ να πω αχρήστους, το πρωί πού περιδιάβαιναν τις
Εκκλησιές, για να φτάσουν στη δουλειά τους, να κάνουν συνέχεια το σταυρό τους. Ήτανε το χωριό μικρό μοναστήρι, πού στοιχιζότανε, όχι μόνο στις γιορτές άλλα και στην καθημερινή ζωή, στου μεγάλου Μοναστηριού την ακρίβεια. Έφερε μια κόρη τη μάννα της τη Μ. Παρασκευή να προσκύνηση το Σταυρό. Κι άρχισε ή γιαγιά να ζήτα να προσκύνηση όλες τις εικόνες. Νευρικά ή κόρη της προσπάθησε να την αποτρέψει κι ή γριά μάννα της απάντησε, με λόγια πού ποτέ δε θα ξεχάσω: -Εγώ, παιδί μου, πού ήρθα στην Εκκλησία σήμερα, δεν είμαι ούτε παπάς να λειτουργήσω, ούτε ψάλτης να ψάλω. Κεριά θ’ ανάψω και τις εικόνες θα καταφιλήσω. Ή ζωή του νησιώτη μπορεί να ήταν περιπετειώδης, ριψοκίνδυνη με τα καράβια, τα ταξίδια και τους άπειρους κινδύνους της θάλασσας, αλλ’ ήταν θεοφοβούμενος και μπορούσε να λέει το «Ήμαρτον, αλλ’ ουκ απέστην από σου, Κύριε». Μου έλεγε ένας σύγχρονος νησιώτης: -Ό πατέρας μου ήτανε πολύ καλός, άλλα είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, ήταν πολύ θεοφοβούμενος.
Είχαμε ανθρώπους πού διάβαζαν τρία Καθίσματα του Ψαλτηρίου την ημέρα, όπως στα Μοναστήρια, και άλλους να δανείζουν βιβλία μεταξύ τους, όπως οί Βίοι των Αγίων, ή Αμαρτωλών Σωτηρία, ή Αποστολική Σαγήνη. Και για την Αγία Επιστολή και τον Αγαθάγγελο λόγος να μη γίνεται.
Ό νησιώτης ήταν βιαστής μεγάλος. Αυτό τον βοηθούσε να κρατά αξιοπρέπεια και να μην απλώνει εύκολα το χέρι να λαβή. Είδα ενενηκοντούτης, πριν βγει ή αγροτική σύνταξη, να σκάβει το αμπέλι του καθισμένος σε σκαμνί. -Τι κάνεις εκεί, μπάρμπα; -Προσπαθώ να καλλιεργήσω τον αμπελώνα μου, γιατί δεν έχω άλλον πόρο εκτός από το κρασί. Είδα μοναχό πέρα από τα ενενήντα να βάζει βία στη διακονία του Μοναστηρίου κι θαύμασα τον άνθρωπο πού έχει βία διηνεκή, κατά τον όσιο Ιωάννη το Σιναΐτη.
Τα ήθη ήταν αυστηρά. Το ξεγλίστρημα δύσκολο, γιατί υπήρχαν φύλακες άγρυπνοι. Ή Εκκλησία ανυποχώρητη στα χοντρά λάθη. Ενθυμούμαι, κάποτε κοιμήθηκε ο πατέρας μιας γυναίκας, πού εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη και τα παιδιά της και συζούσε παράνομα. Όταν πήγαμε με τον παπα να σηκώσουμε το νεκρό, ό παπάς ζήτησε να βγει έξω από το σπίτι ή μοιχαλίδα, για να είσέλθη ό Σταυρός, τον όποιο κρατούσα και εξήλθε χωρίς άλλη κουβέντα. Της επέτρεψε ν’ ακολουθήσει την εκφορά από μακριά κι όχι κοντά στο φέρετρο, όπως συνηθιζόταν, και της απαγόρεψε να είσέλθη στο ναό την ώρα της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Στα εννιάμερα έφερε να διαβαστούνε κόλλυβα του πατέρα της. Ήταν ώρα Εσπερινού, παραμονή Θεοφανίων, καί δεν έμπαινε στην Εκκλησία παρά το δριμύ ψύχος. Όταν τέλειωσε, βγήκα έξω καί της λέγω: -Δεν κρυώνεις να μπεις μέσα; -Δεν κάνει, παιδί μου, πάρε τα κόλλυβα καί δός τα στον παπα να τα διάβαση. Αχ, αυτή ή ελαστικότητα της Εκκλησίας σήμερα, καθόλου δεν βοήθα τον κόσμο.
Διαζύγια ένα-δύο άκουσα στα παιδικά μου χρόνια. Τώρα οί περισσότεροι γάμοι δε χρονίζουν. Υπήρχαν οικογένειες πού ήταν Εκκλησιές, πιο αυστηρές από τα Μοναστήρια. Κατ’ αρχήν σέβονταν τον εαυτό τους. Κανείς δεν περιφερόταν ημίγυμνος, δεν προκαλούσε ό ένας τον άλλον. Δεν επιτρέπεται να κοιμόμαστε ξέσκεποι, γιατί διώχνουμε το φύλακα άγγελο, έλεγε ή μάννα.
Τραγούδια δεν ακούγονταν. Κι αν κάποια κόρη τραγουδούσε την αγάπη της, το έκανε σεμνά κι όχι με ξετσιπωσιά. Άκουσα κόρη να τραγουδά τον εραστή της, την ώρα πού σαλπάριζε το καράβι, καί νόμιζα πώς ψάλλει χερουβικό. Ήταν μια προσευχή καί μια ευχή να γυρίσει με της Παναγιάς την προστασία.
Τα μεσημέρια, πού νανούριζαν τα μωρά, ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα, συνήθως το καλοκαίρι, τα τραγούδια της κούνιας, πού ήταν σαν τροπάρια Αγίων.
Ήταν σαν αγγελικός χορός, γιατί ή μάννα ή, ή μάμμη τραγουδούσε το μικρό της με όλον το πόθο της ψυχής της. Δεν έλειπαν από τα τραγούδια τα ονόματα της Παναγίας και του Χριστού μας.
Έκαναν οικογενειακά γλέντια τις καλές ήμερες, αλλά χωρίς να χάνουν την ιδιότητα του άνθρωπου και του ορθοδόξου χριστιανού. Σήμερα τα παιδιά κοιμούνται και παίζουνε με τα μπουζούκια. Καμιά μάννα δεν τραγουδά αιγαιοπελαγίτικους σκοπούς. Κι αν τραγουδήσει, θα πει της εποχής τα άνοστα κι έξαλλα τραγούδια. Για αυτό καλά θα κάνη να σιωπά.
Οί νηστείες τηρούνταν άπ’ όλους. Εξαίρεση αποτελούσαν αυτοί πού δε νήστευαν. Τώρα σπανίζουν αυτοί πού νηστεύουν. Και το τριήμερο της Μ. Τεσσαρακοστής ήταν γνωστό στους ευλαβείς νησιώτες. Έπαιρναν ψωμί για τη δουλειά και το γύριζαν άθικτο. -Τι το θες, χριστιανέ μου, του έλεγε ή γυναίκα, και το παίρνεις; -Για το λογισμό, απαντούσε ό σύζυγος. Όλη ή Μ. Τεσσαρακοστή περνούσε με αλαδία. Για την Κυριακή έβαζαν από το Σάββατο το βράδυ ρεβίθια στο φούρνο, για να έχουν ξεγνοιασιά από το φαγητό την Κυριακή στην Εκκλησία.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ – ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ
Χρόνια κλώθω στη σκέψη μου, σαν τη νοικοκυρά πού γνέθει το μαλλί στην ηλακάτη, αυτό πού διάβασα κάποτε σ’ ένα βιβλίο, γραμμένο από ένα κρυστάλλινο μυαλό, πού δεν ήταν θεολόγος, άλλ’ άνθρωπος πού αγαπούσε του τόπου μας τις ομορφιές. Κάθε Μονή είναι το μεγάλο Μοναστήρι, οπού όλα είναι απόλυτα, όλα γίνονται με ακρίβεια, χωρίς οικονομίες και παρεκκλίσεις. Είναι ό παράδεισος, πού καλλιεργεί τις αρετές ως τη μοναδική του επιδίωξη. Είναι το ιερό βήμα του τόπου πού στέκεται. Είναι ή κατάπαυση των ανθρώπων. Εκεί κανείς σαββατίζει από τα του κόσμου βάσανα και προσμένει την ογδόη ήμερα. Το σπίτι, ή οικογένεια, είναι το μικρό μοναστήρι, πού με μία ελάχιστη διαφορά προσπαθεί να βιώνει τη ζωή του μεγάλου Μοναστηρίου. Νηστεύει, προσεύχεται, λειτουργείται, εργάζεται όπως το μεγάλο Μοναστήρι. Στην καθημερινή του ζωή αυτό έχει πρότυπο και προσπαθεί να του μοιάσει. Εκεί καθρεπτίζεται, οσάκις θέλει να καμάρωση την ομορφιά του.
Ό πατέρας είναι ό Γέροντας του σπιτιού, πού όλοι τον υπακούνε, και ή μάννα οικονόμησα του σπιτιού, πού όλοι τη σέβονται και την αγαπάνε. Δε χάνεται ή πατρότητα κ’ ή αρρενωπή αγάπη του πατέρα μέσα στα χάδια, τις τρυφερότητες και συμπάθειες της μάνας. Ό πατέρας δεν καταντάει κουβαλητής μόνο του σπιτιού, γιατί ή οικογένεια δε στοιχίζετε στου γείτονα τα ξενικά φερσίματα (δεν ακούς, έτσι κάνει κι ό γείτονας) άλλα στην αγία παράδοση του Μοναστηριού, σε δοκιμασμένο τρόπο ζωής. Κ’ έλεγε κείνο το κρυστάλλινο μυαλό: Όλες οί προσπάθειες των πνευματικών ανθρώπων πρέπει να αποβλέπουνε στη συντόμευση της απόστασης μεταξύ Μονής και οικογένειας, στη γεφύρωση τον χάσματος, ώστε οι λαϊκοί και οί μοναχοί να ζούνε πολύ κοντά και μάλιστα χωρίς να προσπαθούνε να κάνουν οπαδούς, ούτε οί μοναχοί, ούτε οί πνευματικοί ταγοί, άλλα συμπόρευση στη βασιλεία των ουρανών.
Αυτό το γεφύρωμα, την παράλληλη πορεία, την έζησα πέρα για πέρα στα παιδικά μου χρόνια. Γι’ αυτό και όταν εισήλθα στο Μοναστήρι, δε δυσκολεύτηκα καθόλου, ούτε να υπακούω, ούτε να αγρυπνώ, ούτε να νηστεύω, ούτε να διακονώ. Είδα το Μοναστήρι ως φυσική απόληξη των παιδικών μου χρόνων. Μου φάνηκαν από την αρχή όλα όμορφα και πανεύκολα. Ήταν ασέβεια να παρακούσω τον πατέρα, όπως οί μοναχοί το Γέροντα στο Μοναστήρι. Και ήταν αγνωμοσύνη μεγάλη να μη σεβαστώ τη μάννα πού θυσιαζόταν για όλους.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ – ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Αν ό ιερέας συναντούσε κάποιες λειτουργικές ή ποιμαντικές δυσκολίες, με πολλή εμπιστοσύνη αποτεινότανε στο Μοναστήρι. Όταν κοιμήθηκε κάποιος πού τον κατηγορούσανε μασόνο, ό παπάς αποτάθηκε στο Μοναστήρι, αν πρέπει να κάνη κηδεία δεν το αποφάσιζε μόνος του. Και σε βεβαρημένες περιπτώσεις εξομολογήσεων τους παρέπεμπαν στο Μοναστήρι• δεν έπαιρναν ευθύνη. Άλλωστε στη συνείδηση των Παριανών κατ’ εξοχήν πνευματικός είναι ό ηγούμενος ή ό παπάς του Μοναστηρίου.
Ή εκκλησιαστική ζωή στο χωριό ήταν πιστό αντίγραφο του Μοναστηρίου. Ό Όρθρος κι ό Εσπερινός τηρούνταν απαρασάλευτα. Αν στην ώρα δε χτυπούσε ή καμπάνα, όλοι ρωτούσαν: -Λείπει ό παπάς; είναι άρρωστος; γιατί δε χτύπησε Εσπερινό; Ό Εφημέριος του χωρίου ήτανε πάντα ό παπάς μας, ό δικός μας παπάς, οποίος κι αν ήτανε. Έτσι ή αγάπητική διάθεση για τον παπά εξαφάνιζε την ιεροκατηγορία. Αν κάποιος έλεγε κάτι κακό κατά του παπά, άκουγε την επιτιμητική απάντηση: -Εκεί πού στέκεται ό παπάς, εμείς δεν μπορούμε να σταθούμε.
Σ’ όλες τις ακολουθίες, τις καθημερινές λειτουργίες και τις προηγιασμένες έψελναν γυναίκες, πού αν και ήταν απαίδευτες, διάβαζαν κι έψαλλαν σωστά, και μάλιστα διατηρούσαν το πομπώδες ύφος της Ανατολής, πού ή φωνή τους γέμιζε τους θόλους των Εκκλησιών. Από τα βαθιά χαράματα, παρά τις υποχρεώσεις τους, βρίσκονταν στις Εκκλησίες, σαν τις Μυροφόρες στον τάφο του Χριστού. Και τα παιδιά δεν απουσιάζαμε από το χορό τους. Από αυτές έμαθα και να ψάλλω καί να διαβάζω και να γονατίζω καί να προσκυνώ καί να σταυροκοπιέμαι, πότε να στέκομαι όρθιος και πότε να κάθομαι. Ήξεραν πότε πρέπει να κάμουν σταυρό καί ήταν πάντα το χέρι έτοιμο να σταυροσημειωθούνε. Κουπί το χέρι για σταυρό στην ακολουθία. Το άκουσμα Χριστός, Παναγία, όνομα αγίου, είχε σταυρό. Καί καθετί πού πράττανε, δεν το έκαναν γιατί άπλα έτσι το παρέλαβαν, έτσι το είδαν στους παλιούς, αλλά είχανε βαθιά επίγνωση των τελουμένων στο χώρο της Εκκλησίας.
Είπα κάποτε σε γιαγιά: -Γιατί ανάβετε στο Ευαγγέλιο κεριά και κάνετε θόρυβο, πού ενοχλεί τον Επίτροπο; Οί γιαγιάδες από την είσοδο τους στην Εκκλησία άναβαν και κρατούσαν δύο κεριά• ένα ν’ ανάψουν στο Εωθινό κι ένα στο Ευαγγέλιο της Λειτουργίας. -Παιδί μου, ό επίτροπος τα κάνει από αγνοία, κι ενώ διαμαρτύρεται για τα δικά μας κεριά, εκείνος συγχρόνως ανάβει λαμπάδα στην Ωραία Πύλη, για να διάβαση ό παπάς το Ευαγγέλιο. Τα παλιά τα χρόνια, όταν ό ετοιμοθάνατος έγραφε τη διαθήκη στα παιδιά του, πού συνήθως γινότανε νύχτα, γιατί τότε βρίσκονταν όλοι, οι παρευρισκόμενοι βαστούσαν κεριά αναμμένα. Και το Ευαγγέλιο είναι ή Διαθήκη του Θεού στον κόσμο. Πως επιγράφεται το Ευαγγέλιο; Καινή Διαθήκη. Οσάκις διαβάζεται, μη βλέπεις τον παπά πού το απαγγέλλει, ό ίδιος ό Θεός μας το παραδίδει και γι’ αυτό ανάβουνε κεριά οί πιστοί. Ας μας αφήσουν να κρατάμε τις παλιές παραδόσεις, για να τις βρείτε κι εσείς.
Ή παράδοση της Εκκλησίας, είτε γραπτή είτε προφορική, είναι αγία και σωτήριος. Ποιος παλιός πιστός, όταν άκουγε στη θ. Λειτουργία το «Ευλογημένη ή Βασιλεία», δεν ψιθύριζε: Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος, κι όταν άκουγε, «Πρόσχομεν, τα αγία τοις άγίοις», δεν έλεγε καθ’ εαυτόν: Εις βοήθειαν πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών; και στη συγχωρητική ευχή των Κολλύβων «Ό Θεός των πνευμάτων», στη φράση «ο Θεός συγχώρησαν», όλοι μαζί οί πιστοί επαναλάμβαναν: ό Θεός συγχώρησαν. Τώρα τους μοιράζεις κόλλυβα καί, αντί Θεός σχωρέσ’ τους, σου λέγει: Ευχαριστώ!
Ποιος μεταλάμβανε, χωρίς να συνδιαλλαγή με τον αδελφό του; Είτε έφταιγε Είτε όχι, ή μετάνοια γινότανε βαθιά. Ποια γιαγιά δε στεκότανε σεβίζουσα στον Εξάψαλμο καί στον Προοιμιακό καί δε μετάνιζε στην «Τιμιωτέρα»; Τώρα μήτε όρθιοι στέκονται. Ή Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καθίσματα, άλλα στασίδια, λίγο ν’ ανακούφισης τη μέση σου. Ή όρθία στάση ήταν πάντα ή στάση της προσευχής.
Κι ό χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων πόση χαρά είχε! «Αν δε χαιρετούσες, δεν καλημέριζες τον πλησίον σου και τον αδελφό σου, ήτανε λόγος αποχής από τη θεία Κοινωνία! Κι εκείνος ό πασχαλιάτικος χαιρετισμός, Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!, πόσο μεγαλείο είχε! Οι βαρύτονες φωνές του γεωργού καί του ψαρά έκαναν τα βουνά καί τις θάλασσες ν’ αντιλαλούν το Χριστός ανέστη! καί το Αληθώς ανέστη! Καί αυτό σαράντα μέρες διαλαλείτο από τους πιστούς. Και τώρα, μια μέρα και μόλις ακούγεται. Λες, Χριστός ανέστη! καί παίρνεις την ελεεινή απάντηση, Χρόνια πολλά. Άραγε θα γυρίσουνε τα χρόνια καί θα έρθουν οί καιροί της χαράς καί της αγάπης; Κι ό ασπασμός όλων των ανδρών στην προσκύνηση του Ευαγγελίου την ημέρα του Πάσχα ήταν κάτι ξεχωριστό καί μια ζεστασιά μεταξύ των ανθρώπων. Τώρα νεκρική παγωνιά. Ντουβάρια σηκώσαμε μεταξύ μας. Μήτε χαιρετιόμαστε, μήτε ασπαζόμαστε.
Γνώριζαν στην Απόλυση να κατεβαίνουν από τα στασίδια. Ήταν ώρα αρχοντιάς. Έπρεπε να αφανιστεί κάθε λογισμός αντιπαλότητας καί να έρθει ό ένας κοντά στον άλλο καί όλοι μαζί κοντά στον παπα, για να αποχαιρετιστούνε με τον παπά, μεταξύ τους, καί με τους Αγίους. Ήτανε ή ώρα της μεγάλης ευχής, της μεγάλης αίτησης, το μεγάλο παρακάλιο του παπα, όλοι οί Άγιοι να δεηθούνε, να μας ελεήσει ο Θεός. Πόσο φτωχή είναι αυτή ή ευχή της Απολύσεως, όταν μνημονεύονται ελάχιστοι Άγιοι! —Μνημόνευε, έλεγαν οί παλιοί παπάδες, όλους τους Άγιους, από τους πρώτους μέχρι τους νεωτέρους, για να αποδεικνύεται πώς το Πνεύμα το Άγιο υπάρχει πάντα στην Εκκλησία και αναδεικνύει Οσίους και Μάρτυρες. Κανένας δεν έστρεφε προς την πόρτα, αν δεν άκουγε το «Δι’ ευχών». Άκουσα γυναίκα να παρατηρεί το σύζυγο της, πού έφυγε πριν το «Δι’ ευχών» από τη Λειτουργία με τα εξής λόγια: -Έφυγες προ του «Δι’ ευχών» σαν τον Ιούδα, πού έφυγε πριν τελείωση το μυστικό τραπέζι καί μπήκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, για να παραδώση το Χριστό. Ιούδας λοιπόν ό αποχωρών προ της Απολύσεως.
Μια εικόνα ακόμα, πού διατηρώ πολύ ζωντανή στη θύμηση μου, είναι ό τρόπος πού εκκλησιάζονταν ορισμένες άπλες ψυχές. Ούτε στους μοναχούς δε συνάντησα τόση αληθινή παρουσία στη λατρεία. Αυτοί οί ευλογημένοι, παρά το γήρας τους, έστεκαν στηριγμένοι στο ροζιάρικο ραβδί τους μπροστά στο σολέα, σα να ήτανε πρώτη φορά πού άκουγαν θεία Λειτουργία. Με ανοιχτό το στόμα κι ορθάνοιχτα μάτια, καρφωμένα κυριολεκτικά στο θυσιαστήριο, παρακολουθούσαν τα τελούμενα. Τα ηλιοκαμένα καί θαλασσοδαρμένα τους πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Όταν κάποιος παπάς στο χωριό λειτουργούσε πολύ πρωί καί σχεδόν κάθε μέρα, καί δινόταν έτσι ή δυνατότητα στον εργαζόμενο να παρακολούθηση τη θεία Λειτουργία, άκουσα αγρότη, μόλις κάθισε στο γαιδουράκι του, να μονολογεί τα έξης σταυροσημειούμενος: -Δόξα τω Θεώ, άκουσα καί σήμερα του Αγίου Σάββα τη’ Λειτουργία. Μεγάλο πράγμα να λειτουργείσαι κάθε μέρα. Γίνεσαι καί συ Άγιο Βήμα, Ιερό θυσιαστήριο. Κύριε, μη μου το στέρησης.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ
ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ –
ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Το απόγευμα ή καμπάνα του ‘Εσπερινού ήταν για όλους σημείο – κλείσιμο της ημέρας. Ό ζευγολάτης σταματούσε τα βόδια και με το ένα χέρι βαστούσε την όχδερη και με το άλλο σταυροκοπιότανε κοιτάζοντας προς το χωριό. Και ήξερε πόσες σφύρες χωράφι έχει να κάνει ακόμα έως ότου νυχτώσει. Και ο βοσκός ξεσαλάγιασε τα ζωντανά του για να πλησιάζει στο χωριό. Η μάνα με τη μαμή που αυτή την ώρα συνήθως εργοχειρούσαν όταν άκουγαν διπλοκάμπανο έλεγαν: -Απόψε έχει είσοδο ό Άγιος, είναι σχόλη αύριο, και μάζευαν το εργόχειρο. Χρειάστηκε να έρθω στο Αγιον Όρος, για να καταλάβω την κουβέντα της γιαγιάς μου, έχει είσοδο ό άγιος. Και ή μέρα έκλεινε πάντα με προσευχή μπροστά στις άπειρες εικόνες του σπιτιού. Το προσκυνητάρι της οικογενείας ήταν στο δωμάτιο των γονιών. Ούτε στο χώλ, ούτε στην κουζίνα. Εκεί άναβε το καντήλι και κάπνιζε το λιβανιστήρι. Κάθε κόρη, για να παντρευτεί, έπρεπε μαζί με όλα τα αλλά να εχη προικιό καντήλι, μπρούτζινο λιβανιστήρι, σφραγίδα για τα πρόσφορα και εικόνες. Ό γαμπρός γινότανε δεκτός στο σπίτι με την εικόνα του. Κι ή πεθερά παρέδιδε στη νύφη την εικόνα με λειτουργική ευλάβεια, όπως την παρέλαβε και κείνη. -Αύτη ή εικόνα, νύφη, θέλει ευλάβεια• θα την πηγαίνεις στη γιορτή της στην Εκκλησιά, θα λειτουργείται, και θα την γιορτάζεις πάντοτε με αρτοκλασία. Το θέλει ή εικόνα, ό Άγιος. Μην το αμελήσεις, θα πάθεις κακό. Πίσω άπ’ αυτό το οικογενειακό εικόνισμα γράφονταν οί γεννήσεις των παιδιών. Τα περισσότερα μάλιστα σπίτια, επειδή το χωριό είχε πολλές Εκκλησιές, κληρονομούσανε ν’ ανάβουν κι από ένα καντήλι. Αν πήγαινε άλλος να βάλει λάδι στο καντήλι, έπρεπε να πάρη αδεία από το δικαιούχο. Και αυτό ήταν μια άτυπη άλλα σεβαστή από όλους παράδοση. Έτσι κάθε σούρουπο, πού φαινόταν ό αποσπερίτης, το χωριό γινότανε μοναστήρι. Κάθε νοικοκυρά με το ροΐ στο χέρι πήγαινε στην Εκκλησιά, ν’ ανάψει το καντήλι. και ήταν το θέαμα εξαίσιο• ή μάννα με τις τρύπιες παντούφλες, την φθαρμένη ζακέτα και τη χιλιομπαλωμένη ποδιά, μαντηλωμένη, για να φυλαχθή από το βραδινό ψύχος, να βαστά λάδι από το υστέρημα της, για να το προσφέρει στον άγιο. Οι Εκκλησιές ήταν όλες ανοιχτές, τα καντήλια αναμμένα και το θυμιατό στο σολέα του ιερού ανέδιδε την εύωδία του μοσχοθυμιάματος κάθε βράδυ, κάθε μέρα. Τι άλλο θέλει να δη ή ψυχή, για να τραφεί πνευματικά;
Και όλες εκείνες οί αγίες εικόνες ήταν χάρμα οφθαλμών. Κρητικής τεχνοτροπίας, Ιστορημένες στα βασανισμένα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς. Μ’ ένα απλό κοίταγμα διασταυρώνονταν τα μάτια με του Χριστού, της Παναγίας και των Άγίων. Σου απορροφούσαν όλη την προσοχή. Δε χόρταινες να τις βλέπεις ήτανε το θωρεί να δης. Ό μπάρμπα-Γιώργης ό Χατζής μου έλεγε: -Τι νά δω-»~ πότε θα ‘ρθω στο Μοναστήρι του πάππου σου, να σταθώ στην εικόνα του θεολόγου, να με κοιτάξει, να τον κοιτάξω. Χάζευε ό νους σου στου Θεού τα πράγματα. Χαρά ήθελες; Τη λάβαινες. Παρηγοριά; Ακόμα περισσότερη. Έτσι οι άνθρωποι πού έβλεπαν τις αγίες αυτές εικόνες είχαν ειρήνη κι ομορφιά, πού φαινότανε στο πρόσωπο τους, κι ας ήταν ηλιοκαμένοι και θαλασσοδαρμένοι και ταλαιπωρημένοι. Γινόταν έργο ή ευχή «Σημειωθήτω έφ’ ημάς, Κύριε, το φως του προσώπου σου». Ρώτησα μία γερόντισσα, πώς πήγε ή επέμβαση στα μάτια της, και μου απάντησε: -Το ένα μόνο μου χάρισε φως, για να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων και να δοξάζω το Θεό. Εμείς δύσκολα μπορούμε να κάνουμε σήμερα μια τέτοια ομολογία. Τώρα οι άνθρωποι βλέπουνε τέρατα στις τηλεοράσεις και αγρίεψαν, έγιναν θηριοπρόσωποι. Δεν ελπίζουν πια στους αγίους• το είναι τους είναι αφημένο στα χρήματα και στους τάχατες μεγάλους.
Μεγαλώνοντας μέσα σ’ αυτό το κλίμα, με πολλή προθυμία βοηθούσαμε τους καταπονημένους γονείς μας. Προσπαθούσαμε, όσο πιο πολλά μπορούσαμε να κάνουμε, για να τους ανακουφίσουμε από τους καμάτους της αγροτικής και ποιμενικής ζωής. Προσέχαμε την απροθυμία και την αντιλογία. Ό Γέροντας Φιλόθεος πολλές φορές με διαβεβαίωσε, πώς αυτά τα δύο σταυρώνουν τους γονείς και τους οργίζουν Τα παιδιά μεγαλώναμε μέσα στις Εκκλησίες , κάτω από τα καμπαναριά. Να στολίσουμε στα πανηγύρια την Εκκλησία πού γιορτάζει, να ψάλουμε, να διαβάσουμε, να κοινωνήσουμε. Τα παιγνίδια μας ήταν στις αυλές του Κυρίου, κάτω από τα καμπαναριά των Εκκλησιών. Τόση ήταν ή επίδραση της εκκλησιαστικής ζωής στις παιδικές μας ψυχές, πού μετά από κάθε λειτουργία και τελετή, στους δικούς μας χώρους, αντί για παιγνίδια, κάναμε λειτουργίες και λιτανείες με όλους τους Ιερατικούς βαθμούς, κι όλες τις αντίστοιχες λεπτομέρειες. Αντί για αλλά δώρα, προτιμούσαμε επιτραχήλια καί ράσα. Οι βαπτίσεις στη θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι ήταν μέσα στο πρόγραμμα. Στις λειτουργικές μας ανάγκες πρώτος αρωγός ήταν ό Γέροντας Φιλόθεος. Θυμιατά, λιβάνια, κεριά και εικόνες από κείνων προμηθευόμασταν. Θυμάμαι ένας μικρός παπάς είπε στην παπαδιά, να της κάνη αγιασμό καί ή παπαδιά του απάντησε: -Μας έκανε ό παπάς μου. Τότε ό μικρός: -Ναι, άλλα ό παπάς σου πήρε χρήματα, εγώ δε θέλω χρήματα κι όλη ή χάρη θα είναι σ’ αυτό το αγιασμένο νερό. Όλα βέβαια τα παιγνίδια μας γινότανε κάτω από το άγρυπνο μάτι της μάνας.
Όλη ή ζωή του νησιώτη γύρω από την Εκκλησία εξελισσόταν. Γι’ αυτό έτρωγε ψωμί και κρεμμύδι, για να χτίση Εκκλησίες και καμπαναριά. Καί δεν έκτιζε τις Εκκλησίες ό νησιώτης για να εξάλειψη τις εγκληματικές του πράξεις, κατά το «μία αμαρτία – Εκκλησία». Το κτίσιμο των εκκλησιών δεν ήταν μόνο επιτίμιο πνευματικό. Ήταν και ευλάβεια στο Θεό, ευχαριστία στον Άγιο για τις θαυματουργίες του, ή ήτανε καί θεία υπόδειξη καί αποκάλυψη.
ΕΥΛΑΒΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ
Όλες οι γιορτές, πέρα από το καθαρό λατρευτικό μέρος, είχαν κάτι ιδιαίτερο, για να νοστιμίζει ή μέρα, πού τις περισσότερες φορές ήταν κατάλοιπο παλιάς συνήθειας. Την ήμερα του Ευαγγελισμού το μεσημέρι χτυπούσαν από κάποιον επιδέξιο καμπανάρη διπλοκάμπανο οι βενετσιάνικες καμπάνες του Ευαγγελισμού για πολλήν ώρα, χωρίς να φοβούνται μην ξυπνήσει κανένας, γιατι όλοι τις περιμέναμε με χαρά κι ευχαρίστηση. Τη Μ. Πέμπτη κράχτης με το κλεφτοφάναρο, σαν έπεφτε ή νύχτα, μας καλούσε στην Εκκλησία στα δώδεκα Ευαγγέλια, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Και προέτρεπε: -Κι αν δεν χωρέσετε, στην πόρτα να σταθείτε. Το έθιμο αυτό διατηρείται, αλλά εντελώς κουλτουριάρικα. Κι όταν ξημέρωνε ή Μ. Παρασκευή, όλοι περνούσαν ν’ ασπαστούνε το Σταυρό, κάνοντας τρεις μεγάλες μετάνοιες, κι έπειτα ό,τιδήποτε άλλο. Τα πρόσωπα τους ήταν σκυθρωπά, είχαν ένα πένθιμο ύφος. Ό Χριστός στο Σταυρό. Κανείς δε γελά.
Λες κι είχαν διαβάσει την ομιλία του Ηλία Μηνιάτη στη Μ. Παρασκευή, και κρατούσαν το ύφος και το ήθος του κηρύγματος του μεγάλου αυτού διδασκάλου. Κι όταν γύριζε ή μέρα και γινόταν ή Αποκαθήλωση, στο τέλος ό παπάς μοίραζε το λεγόμενο «μαργαρίτη της Μ. Πέμπτης», πού ήταν αντίδωρο της θείας Λειτουργίας της προηγούμενης ημέρας. Και όσοι κρατούσαν μέχρι εκείνη την ώρα νηστεία, έπαιρναν το μαργαρίτη και περίμεναν την Ανάσταση. Κανένα σπίτι δε μαγείρευε αυτή την ημέρα. Όλοι έτρωγαν κάτι πρόχειρο. Και στα Μοναστήρια, μετά τη θεία Λειτουργία του Μ. Σαββάτου, μοιράζανε ισχάδες, εις ανάμνησιν του τυπικού της Παλαιστίνης, πού οί μοναχοί παρέμεναν στην Εκκλησία μέχρι να αρχίσει ή ακολουθία της Αναστάσεως. Κανείς δεν λουζόταν τη Μ. Παρασκευή. Ήταν ασέβεια ν’ ανάψουν φωτιά και να φανεί καπνός στον καπνοδόχο τους. Στους σημερινούς ανθρώπους ίσως φαίνονται μωρία, άλλα αυτά άπλα ήταν το περίβλημα της ουσίας, την οποία κράτησαν και μας παρέδωσαν. Της Αναλήψεως το μεσημέρι γινότανε μεγάλη κωδωνοκρουσία, όπως το Πάσχα στο Όρος, γιατί ό Χριστός ανέβαινε στους ουρανούς. Οί γυναίκες με γεμάτα τα θυμιατά λιβάνι θύμιαζαν στις αυλές τον ανερχόμενο Σωτήρα. Και ήταν όλα τόσο ζωντανά και πιστευτά, πού παιδί κοίταζα τον ουρανό, να δω τον ανερχόμενο Χριστό. Με την Ανάληψη του Χριστού όλα αγιάζονταν. Εκείνη την ήμερα τα παιδιά κάναμε το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα. Και οι μεγάλοι μπαίνανε στη θάλασσα μέχρι τα γόνατα και πλένανε τα πονεμένα τους μέλη.
Οι απλοί εκείνοι νησιώτες παντού έβλεπαν το Θεό. Στις αρρώστιες, Στις ανομβρίες, στις θεομηνίες έλεγαν: Έχουμε εγκατάλειψη Θεού. Όταν ή θάλασσα για μέρες μαινόταν, έλεγαν: Μαγαρίστηκε από κάποια ανθρώπινη αμαρτία και οργίστηκε ό Θεός. Τον αγιασμό δεν τον ήθελαν μόνο για τον εαυτό τους, άλλα για την κτίση ολόκληρη. Τα Θεοφάνια έριχναν αγιασμό στα ζώα, στα σπαρτά, Στις μάνδρες, στους στάβλους, στα πηγάδια, στα πλεούμενα. Κι ό ναυτικός την ήμερα αύτη αντλούσε θάλασσα με καθαρό δοχείο, σταυροκοπιότανε κι έπινε μέσα στο πέλαγος, σα να έπινε αγιασμό από την κολυμβήθρα της Εκκλησίας. Ή αγάπη για τη φύση ήταν ό αγιασμός της. Το «εκλείποιεν αμαρτωλοί, ώστε μη υπάρχειν αυτούς» ήταν ή προσευχή τους για όλη τη κτίση. Άγνωστη ήταν ή λέξη μολυσμός της φύσης. Χρησιμοποιούσαν τη λέξη μαγαρισιά, πού σημαίνει πώς ή αμαρτία κάνει τη φύση να υποφέρει.
Αυτοί οι άνθρωποι, πού τους ταπείνωνε ή ανέχεια και τα βάσανα, ή μάλλον τους προσγείωνε στην πραγματικότητα της ζωής, και στο τραπέζι την ώρα του φαγητού κάθονταν σεμνά και συνεσταλμένα, με μαζεμένο το κορμί και τα πόδια. Άπλωναν το χέρι σχεδόν τρεμάμενο, για να φέρουν στο στόμα το φαγητό, να μην ήταν από τον κόπο τους και τον ίδρωτα του προσώπου τους. Σα να ήταν φιλοξενούμενοι. Σα να κάθονταν σε ξένο τραπέζι, μπροστά σε βασιλιάδες και μεγιστάνες, ενώ ήταν μόνοι τους. Κι αυτή ή στάση δε σου θύμιζε κακομοιριά, άλλα περίσσια αρχοντιά. Είχανε βαθιά συναίσθηση, πώς ό Θεός προσφέρει τα αγαθά και το τραπέζι είναι δώρο του Θεού. Λες κι αυτοί οι τέλεια αγράμματοι είχανε μαθητεύσει στον άββά Ισαάκ τον Σύρο, πού συνιστά: «-Αδελφοί, και τις αναγκαίες χρείες, οποίες και να ‘ναι, συνεσταλμένα να τις επιτελείτε». Μεγάλη ευλάβεια είχανε στο ψωμί. Αν έβρισκαν στο δρόμο κομμάτι ψωμί, το έπιαναν, το ασπάζονταν και το έβαζαν σε τόπο πού να μην πατιέται

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ
ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ -ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Εκεί όμως πού έβλεπε κανείς φανερά τη μοναχική επίδραση και πόση πέραση είχε ό λόγος των Γεροντάδων, ήταν ή καθημερινή οικογενειακή ζωή. Ή γυναίκα -αυτός ό τυπικάρης του σπιτιού-ευθύς ως εγειρόταν από την κλίνη, ένιβε το πρόσωπο της (αυτήν ακριβώς τη λέξη χρησιμοποιούσαν) άναβε το καντήλι κι έβαζε λιβάνι στο θυμιατό: -Πιο καλά, μου έλεγε ή μάννα μου, να ‘έχω λιβάνι, παρά ψωμί. Έκανε τις προσευχές της κι έπειτα άρχιζε το συγύρισμα του σπιτιού, λέγοντας στην κάθε κίνηση. -Έλα, Παναγιά μου. Έβαζε στην παραστιά το φαγητό: -Έλα, Παναγιά μου. Σερβίριζε, σταύρωνε πρώτα με τη κουτάλα το φαγητό. Πρώτη μερίδα ήταν του Χριστού, του ξένου, του φτωχού.
Έκοβε ό πατέρας το ψωμί, αφού πρώτα το σταύρωνε με το μαχαίρι. Κανείς δεν έπιανε ψωμί χωρίς να κάνη σταυρό και κανείς δεν εγειρόταν από την τράπεζα
χωρίς σταυρό. Μετά το φαγητό ούτε μεζέ δε γευόταν.
Σου έλεγαν: -Ευχαριστώ, έκανα σταυρό. Ή φράση: -Πιάσε ψωμί, πού σημαίνει, φάγε, ήταν κοινή και στο Μοναστήρι και στον κόσμο. Ό Γέροντας, μόλις πήγαινες στο μοναστήρι, σου ‘λεγε: -Πήγαινε στην τράπεζα, να πιάσεις ψωμί. Ή παρουσία στην τράπεζα όλων των μελών της οικογένειας ήταν υποχρεωτική. Ή αδικαιολόγητη
απουσία χαλούσε την ειρηνική ατμόσφαιρα της οικογένειας.
Ή δουλειά στο χωράφι είχε το μεσημέρι μια μικρή ξεκούραση, και για τον άνθρωπο και για τα ζώα πού τραβούσαν το αλέτρι. Με το χτύπημα της καμπάνας του χωρίου, πού σήμαινε κάθε μεσημέρι δώδεκα φορές, έλυνε τα βόδια από το ζυγό και τους μοίραζε άχυρα, να πιαστούν κι αυτά λίγο. Και ό πατέρας στον απότοιχο, καθισμένος στο απάγκιο της ξερολιθιάς, έριχνε στους ώμους του τη λεγόμενη πατατούκα (χοντρό σακάκι) κι έπιανε ψωμί. Λίγες μπουκιές και αραιές. Το ψωμί ήταν συνήθως ξερό κι οί ελιές πικρές, για να υπάρχουν όλο το χρόνο. Από το φλασκί έπινε και κάποιες ρουφηλιές κρασί. Όταν τέλειωνε το φτωχό προσφάι, έβγαζε από την τσέπη της πατατούκας την ιερή φυλλάδα με το βίο του Αγίου της ημέρας. Διάβαζε σα να ήταν κήρυκας των περασμένων χρόνων. (Εγγύτερα βλέπεις τα νησιά στην Ανατολή, αγαπούσαν το πομπώδες ύφος). Καθισμένος στο τσουβάλι με τα άχυρα, ένιωθα σα μαθητής του Χριστού. Ξέχναγα το κρύο, την κούραση, τη δουλειά. Για ένα μόνο φρόντιζα, ν’ ακούω την ταπεινή εκείνη ανάγνωση. Ονειρευόμουνα έρημους και μαρτύρια σαν τις μεγαλύτερες και καλύτερες απολαύσεις στη ζωή του ανθρώπου. Δεν υπήρχε σπηλιά κι απόκρημνο μέρος, πού να μην το λογάριαζα κατάλληλο τόπο άσκησης και προσευχής. Ή Αίγυπτος, ή Παλαιστίνη και ή Μ. Ασία είχανε γίνει τόποι πιο αγαπητοί κι από την ίδια την πατρίδα μου. Ό νους μου συνεχώς περιπόλευε σ’ εκείνα τ’ αγία μέρη. Όταν οί παππούδες πρόσφυγες από τη Μ. Ασία μας διηγούντο για το Λάτρος, και άλλοι για τα σπήλαια της Εφέσου και το Γαλήσιον Όρος, φτερούγιζε ή ψυχή μου και νοσταλγούσε αυτούς τους τόπους.
Ή γυναίκα ήταν οικοδέσποινα, πού γύριζε πάντα στο χώρο της, στο σπίτι της, στη γειτονιά της. Αν ξεμάκραινε από τη γειτονιά της, αμέσως δημιουργούσε ερωτηματικά. Στην αγορά πήγαινε σε σπάνιες περιπτώσεις. Φύλαγε τον εαυτό της, να μη γίνεται προκλητική στους άλλους. Ήταν κι αυτό επίδραση από τα Μοναστήρια μας, πού ούτε οί μοναχοί ούτε οι μοναχές -και μάλιστα αυτές- καθόλου δε φαίνονταν στην αγορά. Όλες οί γυναίκες ήταν με τα μαλλιά τους. Κουρεμένη εθεωρείτο ή γυναίκα ελευθέρων ηθών. Και τα πολλά πλυσίματα στη γυναίκα είχαν κακό χαρακτηρισμό. Ήταν, βλέπεις, ή γυναίκα ό θησαυρός της οικογένειας, πού έπρεπε να φυλάγεται, για να ύπάρχη ανέγγιχτος. Ιδιαίτερα μάλιστα πρόσεχε την ενδυμασία της, να είναι σεμνή. Στα υστερινά της έφερε ποδήρη χιτώνα κι είχε πάντοτε το κεφάλι σκεπασμένο. Στη χηρεία της ήταν ενδεδυμένη όπως ή καλογριά. Ήτανε φίλεργες, ακούραστες και υπομονετικές. Από τις τρεις τη νύχτα δούλευε ή σαΐτα στον αργαλειό, ή βελόνα στο πλέξιμο, ή σβία, το αντιβέρι και το αδράχτι για την κατεργασία του μαλλιού. Το ζύμωμα γινότανε τη νύχτα δύο με τρεις. Το άρμεγμα των ζώων και ή περιποίηση τους, όπως και το τυροκόμισμα του γάλακτος, ήταν πάντα στης γυναίκας τα χέρια και την απόλυτη φροντίδα. Ακόμα ξεψάριζε, έπλεκε και μπάλωνε τα δίχτυα. Και ό κόπος του πλυσίματος των ρούχων είναι αξιομνημόνευτος. Μπορώ ανεπιφύλακτα να ισχυριστώ πώς ή ζωή τους ήταν αληθινό μαρτύριο. Πάλευαν τη φτώχεια χωρίς να φαίνεται ή ανέχεια τους και κάλυπταν τις στενοχώριες τους με τα εύθυμα αστεία τους. Και τον σκληρό κι αδέξιο άνδρα τους τον σκέπαζαν περισσότερο από τη μάννα πού τον γέννησε. Καμιά οικογένεια δε φαινότανε φτωχιά, κι αυτό οφειλόταν στο ψυχικό μεγαλείο της μάνας.
Ή μάνα ένιωθε μάνα για όλα τα παιδιά του κόσμου. Στην προσευχή της έλεγε: -Κύριε και Θεέ μου, έχε όλα τα παιδιά του κόσμου καλά κι υστέρα τα δικά μου. Άλλα και ή ευχή: -Καλοφωτισμένα τα παιδιά σου, ήταν συνηθισμένη. Σαν ηγούμενος επισκεπτόμουνα τις μητέρες των μοναχών. Οί άπλες μανάδες, πού δεν τέλειωσαν σχολεία, με ρωτούσαν: -Ηγούμενε, έχεις ούλα τα παιδιά καλά; κι έπειτα ρωτούσαν για το δικό τους θρέμμα. Αύτη είναι ή αληθινή κι ανεπιτήδευτη ελληνική αρχοντιά.
Ή ευχή, ένα παιδί να δοθεί στην Εκκλησία, ήταν πάντα στο στόμα της μάνας. Τα τελευταία χρόνια μια καλή μάνα είπε στο γιο της: -Παιδί μου, οί μητέρες εύχονταν: παιδί μου, μοναχός να γίνεις. Άλλα εσύ, έτσι πού κατάντησες, Τι να σου ευχηθώ; Ή μεγαλύτερη καταξίωση των γονιών ήτανε το δόσιμο των παιδιών στην Εκκλησία. Αυτοί οί γονείς ήταν καλότυχοι κι είχε μακαριά την κοιλία και τους μαστούς ή μάνα πού βάσταξε και θήλασαν το παιδί.
ΒΕΓΓΕΡΕΣ, ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ, ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
ΜΕΡΟΣ 2

Ό γερο-Γιώργης ό Μεράκουλος κατέθετε με τη σύζυγο του, το Λενιώ, τη μαρτυρία τους για το θαύμα της Αγίας μεγαλομάρτυρας Βαρβάρας. Ή Λενιώ είχε βγάλει ένα μεγάλο σπυρί στο καλάμι του ποδιού, πού κάθε μέρα γινότανε καί μεγαλύτερη πληγή. Οι γιατροί ανησύχησαν. Πρότειναν στο γερο-Γιώργη να τη μεταφέρει στην Αθήνα, να της κόψουνε το πόδι. Ή Λενιώ στο άκουσμα του ακρωτηριασμού άρχισε θρήνο και κοπετό μεγάλο. Ή γειτόνισσα Κατερίνη, ακούγοντας την να κλαίει, τη ρώτησε: «-Γιατί, κυρα-Λενιώ, κλαις;». «-Παιδί μου, ό γιατρός είπε να μου κόψουνε το πόδι». «-Θεια μου, την αγία Βαρβάρα να επικαλεστείς. Αυτή θα σε θεραπεύσει». «Άρχισε ή Λενιώ τα παρακαλητά μέρα και νύχτα. Οι φωνές και τα δάκρυα της τελειωμό δεν είχαν. Βλέπει μια νύχτα να πλησιάζη την κλίνη της πανέμορφη κόρη και τη ρωτά: «-Τι έχεις, Λενιώ, και με καλείς;». «-Δε βλέπεις, κόρη μου, τον πόνο μου και τον καημό μου και με ρωτάς Τι έχω; Κάνω τάματα στην αγία Βαρβάρα, αλλά δε με ακούει». «-Ξεσκέπασε το πόδι σου, να δω το τραύμα». Άπλωσε ή κόρη το χέρι της στην πληγή και αυτό ήταν. Ό γιατρός, πού επισκέφθηκε στο χωριό άλλη ασθενή, ρώτησε το γερο-Μεράκουλο:
«-Τι κάνει ή σύζυγος σου;». «-Θεραπεύτηκε, ούτε σημάδι δεν έμεινε στο πόδι». «-Θα έρθω να το δω». Το είδε και αναφώνησε: «-Μια τέτοια θεραπεία μόνο ό Θεός μπορεί να την κάνη»,
Ή Μαρία ή Τσουγκλίδαινα κάθε φορά Διηγείτο τα δάκρυα της Παναγίας της Πεντάνουσσας. Λίγο προ του πολέμου του ’40 χριστιανός πού την ευλαβείτο πέρασε από το ναό προ του μεσονυκτίου, να διορθώσει τα καντήλια. Είδε τα δάκρυα της αγίας Εικόνας, έτρεξε στο πρεσβυτέριο και φώναξε τον παπα. Άρχισαν οί παρακλήσεις και οί αγρυπνίες μέχρι πού φάνηκε ή δοκιμασία πού έμελλε να πέραση ό ελληνικός λαός.
Ό γερο-Φράγκος ό Σαραντηνός Διηγείτο το θαύμα των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων: Ναυτική παράδοση έχουμε, μπρος – πίσω των αγίων Σαράντα κάνει την πιο μεγάλη και τελευταία σοροκάδα του χρόνου. Κατέβαινε ό μακαρίτης ό πατέρας μου από τα Δαρδανέλια με πλήρωμα τα ανήλικα αδέρφια μου κι έπεσε μέσα σ’ αύτη την τρομερή σοροκάδα. Ό πατέρας στο τιμόνι του καϊκιού ούτε στιγμή δεν μπορούσε να ξαποστάσει. Σύγκορμο το καράβι ταραζόταν.
Τα ξάρτια του ιστιοφόρου κινδύνευαν να συντρίβουν από το δυνατό άνεμο. Κάποια στιγμή ένα δυνατό κύμα εκσφενδονίζει τον πατέρα μου στη μανιασμένη θάλασσα. Ό καπετάν – Φραγκίσκος, που ήταν άνθρωπος με φρόνημα
εκκλησιαστικό και ήξερε τις γιορτές όλου τον χρόνου, θυμήθηκε πώς ξημέρωνε! των Άγιων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Αμέσως τους επικαλέσθηκε «- Άγιοι Σαράντα, βοηθήστε με, να μη χάσω τα παιδιά μου και το καράβι μου, κι αν η γυναίκα μου είναι έγκυος το παιδί πού θα κάμει, Σαράντη θα το βγάλω». Έρχεται άλλο κύμα και’ τον ρίχνει στην κουβέρτα τον καραβιού. Τα παιδιά τον άρπαξαν από τα σαρβάρια και τις βράκες. Έπιασε και πάλι το τιμόνι κι έφτασε στην Πάρο. Ή πρώτη τον κουβέντα ήταν: «-Γυναίκα, είσαι έγκυος;» «Ναι , Φραγκίσκο μου» « Το παιδί που θα κάνεις Σαράντη θα το βγάλεις γιατι αν μας βλέπεις σήμερα, είναι από ζωντανό θαύμα των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων». »Έτσι φέρω το όνομα τους και τιμώ τη γιορτή τους κάθε χρόνο
Ή γριά Σανιώ κάθε χρόνο εξιστορούσε το θαύμα του οσίου Σάββα Στη γιορτή του όρθια και δεν άφηνε καμία λέξη να εξέλθει από το στόματι της αδάκρυτη . Παιδί, έκανα την ανάγκη μου στη γωνία του σπιτιού μας. Είτε από άγνοια, είτε από αμέλεια, δεν στοχαζόμουν πως παλιά Εκει ήταν το ιερό του Αγίου Σάββα Πιάστηκα ολόκληρη Τίποτα δεν κουνούσα. Μήτε χέρι, μήτε πόδι. Οι γιατροί με άφηναν αβοήθητη, μάλιστα άφηναν να νοηθεί πώς πολύ γρήγορα θα καταλήξω. Ό πατέρας μου ερχόμενος μια νύχτα από ταξίδι βλέπει στο καντούνι του σπιτιού όρθιο ένα μοναχό με το κομποσχοίνι. «-Πες στην κόρη σον, να μη λερώνει σ’ αυτό το χώρο και γρήγορα θα γιάνη. Είναι το ιερό μου και πολλές νύχτες στέκομαι στον τόπο αυτό και δέομαι για σας και το χωριό». Από τότε ή μάνα μου τρεις φορές την ημέρα θύμιαζε τη γωνιά αυτήν κι αισθανότανε ζωντανή την παρουσία του οσίου Σάββα τον Ηγιασμένου.
Ό καπετάν Κωνσταντής Διηγείτο: Πήγα Στη Μονή του Χριστού να δω τις κόρες μου. Μπήκα στην εκκλησία να προσκυνήσω τον όσιο Αρσένιο. Τον βρήκα όρθιο στην Ωραία Πύλη. Μίλησα μαζί του και πήρα την ευχή τον. Βγαίνοντας έξω από το ναό με ρώτησαν οι κόρες μου: «-Με ποιόν έπιασες κουβέντα στην Εκκλησία;». «-Μωρέ παιδιά μου, μου ‘πατε πώς ό άγιος Αρσένιος είναι αποθαμένος, άλλα εγώ ολοζώντανο τον είδα και κουβέντιασα μαζί του. Μεγάλη ή χάρη του, ευωδίαζε το χέρι του».

Advertisements
Αναρτήθηκε στις ΓΕΝΙΕΣ ΠΟΥ ΘΡΕΦΟΥΝ ΑΓΙΟΥΣ. Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οι γενιές πού θρέφουν αγίους
Αρέσει σε %d bloggers: