ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄.

Μερικές σκέψεις που παρακινούν την επιθυμία του ανθρώπου να θέλη να κάνη σε κάθε πράγμα το θέλημα του Θεού.
Για να παρακινήσης τη θέλησί σου με περισσοτέρη ευκολία, να θέλης σε όλα την ευχαρίστησι και τη δόξα του Θεού, θυμήσου συχνά, οτι αυτός προτύτερα με διαφόρους τρόπους σε τίμησε και σε αγάπησε· σε δημιούργησε από το τίποτα, κατ’ εικόνα και ομοίωσι δική του και όλα τα άλλα κτίσματα τα έκανε στην δική σου υπηρεσία σε λύτρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου, στέλνοντας όχι έναν Αγγελο, αλλά τον Υιόν του τον Μονογενή για να σε εξαγοράση, όχι με φθαρτή τιμή χρυσού και αργύρου, αλλά με το πολύτιμο αίμα του και θάνατο τον πιό πολύ βασανιστικό και άτιμο και πάλι μετά από αυτά, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, σε φυλάει από τους εχθρούς· πολεμεί για σένα με τη θεία του χάρι έχει ετοιμο για τροφή σου και τιμή σου, τον αγαπητό του Υιό στα άχραντα Μυστήρια.
Αυτό είναι ένα σημάδι μιας υπέροχης τιμής και αγάπης, που έχει για σένα ο Θεός, τόσο μεγάλη, που δεν μπορεί κανείς να καταλάβη πόση τιμή κάνει ένας τόσο μεγάλος Βασιλιάς στην μηδαμινότητα και ταλαιπωρία μας και αντίθετα, πόση τιμή και σεβασμό χρωστάμε να κάνουμε εμείς, στην τόσο σημαντική αυτού μεγαλειότητα, ο οποίος έκανε για μας τόσα και τόσα θαυμάσια πράγματα.
Καί εάν οι επίγειοι βασιλείς, όταν τιμώνται από ανθρώπους και τους πιό ασήμαντους και ευτελείς, είναι οφειλέτες να τους κάνουν την ανταπόδοσι, πόσο περισσότερο πρέπει να κάνουμε εμείς οι τιποτένιοι στόν υπέρτατον Βασιλιά του σύμπαντος, από τον οποίον είμαστε τόσο πολύ τιμημένοι και αγαπημένοι; Εκτός από αυτό που είπαμε, έχε πάντα στην θύμησί σου περισσότερο από κάθε άλλο, ότι, όπως είπαμε πρίν, η θεία μεγαλειότητα απο μόνη της είναι απεριόριστα άξια να τιμάται και να υπηρετήται καθαρά από όλους κατά τον τρόπο που της αρέσει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄.
Τα πολλά θελήματα και οι επιθυμίες, που υπάρχουν στον άνθρωπο και η μάχη που υπάρχει ανάμεσά τους
Γνώριζε ότι στόν πόλεμο αυτό, δύο θελήσεις υπάρχουν μέσα μας αντίθετες αναμεταξύ τους· η μία, του λογικού και για αυτό λέγεται, θέλησις λογική, και ανώτερη· η άλλη, της αισθήσεως και γι αυτό ονομάζεται, θέλησις αισθητική και κατώτερη, η οποία ακόμη πιό 24
25
συνηθισμένα, ονομάζεται θέλησις άλογη, θέλησις διαθέσεως σάρκας και πάθους· με την ανώτερη και λογική θέλησι επιθυμούμε όλα τα καλά· και με την κατώτερη και παράλογη θέλησι, επιθυμούμε όλα τα κακά· λοιπόν, οταν εμείς θέλουμε κανένα πράγμα με μόνον την αίσθησι, έως που δεν ταιριάζουμε με την ανώτερη και λογική θέλησι να το θέλουμε, δεν λογαριάζεται, οτι το θέλουμε στα αλήθεια. Οπότε όλος ο αόρατος πόλεμος, πρώτα σε αυτό μένει, δηλαδή, στο να μη γέρνει η ανώτερη θέλησι στη κατώτερη. Γιατί, η λογική θέλησι, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στη θέλησι του Θεού, που μένει πάνω της και σε εκείνη της αισθήσεωςς, που είναι κάτω της, πολεμείται πάντα και από τη μία και από την άλλη. Επειδή και κάθε μία από αυτές θέλει να την παρασύρη και να την υποτάξη στον εαυτό της.19
Γι αυτό, μεγάλη δοκιμασία και κόπο, και μάλιστα στην αρχή, δοκιμάζουν εκείνοι, που συνήθισαν στο κακό, όταν αποφασίσουν να αλλάξουν την κοσμική και σαρκική τους ζωή και να παραδοθούν στην αγάπη και υπηρεσία του Θεού. Γιατί, τις αντιθέσεις που δέχεται η λογική θέλησί τους, από την θέλησι του Θεού και από την θέλησι της αισθήσεως, οι οποίες μένουν από το ένα μέρος και από το άλλο και την πολεμούν, είναι τόσο δυνατές, που με μεγάλη δοκιμασία τις αισθάνονται, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει σε εκείνους, που συνήθισαν ήδη, ή στις αρετές ή στις κακίες και που αναπαύονται να ζουν ή σε εκείνες ή σε αυτές.
Γιατί, οι μεν ενάρετοι, συμφωνούν εύκολα στην θέλησι του Θεού, οι δε κακοί, κλίνουν σε εκείνη της αισθήσεως, χωρίς καμία αντίθεσι.20 Οπότε, ας μην καυχάται κανείς, πως μπορεί να αποκτήση τις αληθινές χριστιανικές άρετές και να υπηρετήση τον Θεό, καθώς πρέπει, αν δεν βιάση στα αλήθεια τον εαυτό του για να εγκαταλείψη όχι μόνο τις μεγαλύτερες ευχαριστήσεις, αλλά ακόμη και τις μικρότερες, στις οποίες ήταν πρίν αφοσιωμένος με κοσμική αγάπη. Και από αυτό συμβαίνει να φθάνουν στην τελειότητα πολύ λίγοι.21 Γιατί, αφού κατάκτησαν με κόπο τις μεγαλυτέρες ευχαριστήσεις, δεν θέλουν μετά απο αυτά να πιέσουν τον εαυτό τους, στο να νικήσουν και τις μικρότερες και ασήμαντες επιθυμίες τους, οι οποίες κάθε ώρα τους κατακτούν.
19 Οι τρεις αυτές θελήσεις, ονομάζονται και νόμοι από τον Άπόστολο ΙΙαύλο (Ρωμ. κεφ. 7). Η λογική θέλησις, νόμος του νού, η παράλογη νόμος που βρίσκεται στα μέλη και αντιστρατεύεται το νόμο του νού, η επιθυμία του Θεού, νόμος πνευματικός και νόμος του Θεού, με τον οποίο συνδέεται ο νόμος του νού, προσθέτει δε και τέταρτο νόμο, τον της αμαρτίας· ο οποίος είναι, κατά την ερμηνεία του θείου Δαμασκηνού, η από τον εχθρό εξαπολυμένη επίθεσις των κακών λογισμών, στην οποία αιχμαλωτίζει τον νου ο νόμος που βρίσκεται στα μέλη· την δε λογική επιθυμία, και νόμο του νοός, ο Θείος Δαμασκηνός, ονομάζει συνείδησι.(Βιβλ. Θεολόγ. κεφ. 99).
20 Επειδή, κατά τον Σολομώντα «Οταν έλθη ασεβής εις βάθος κακών, καταφρονεί».(Παρ. ιη’ 3).
21 Γιατί τόσο μεγάλο και λεπτό πράγμα είναι η τελειότητα και η ένωσις με τον Θεόν, ώστε ένα τόσο μικρό εμπόδιο, οσο είναι μία μοναχή τρίχα, μπορεί να την στερήση απο μας και να μη μας αφήση να ενωθούμε με τον Θεό, καθώς λέγει ο άγιος Συμεων ο νέος θεολόγος (Λογ. νζ’). «Ηγουν, αν έχωμεν από άμέλειάν μας κανένα μικρό λογισμόν, ή δισταγμόν απιστίας, ή διψυχίας, ή δειλίας, ή άλλο κανένα πάθος και προσπάθειαν, δεν θέλομεν αξιωθή να έχωμεν έγκάτοικον τον Θεόν εις την ψυχήν μας».
25
26
Για παράδειγμα· υπάρχουν μερικοί, που δεν παίρνουν το ξένο πράγμα, αλλά όμως αγαπάνε με υπερβολή το δικό τους· είναι άλλοι που δεν ζητάνε τιμές με αθέμιτα και άπρεπα μέσα· ομως, δεν τις συχαίνονται, καθώς έχουν χρέος, αλλά και τις επιθυμούν, και κάποιες φορές τις γυρεύουν με άλλους διαφόρους τρόπους. Αλλοι πάλι, κρατάνε τις νομοθετημένες νηστείες κατά την υποχρεώσί τους, ομως κυριεύονται από την αδηφαγία και την βουλιμία, τρώγοντας περισσότερο από αυτό που τους είναι αρκετό. Αλλοι ζούν με εγκράτεια, ομως δεν ξεκολλάνε από κάποιες παρέες, που τους αρέσουν, οι οποίες τους προξενούν μεγάλο εμπόδιο στην πνευματική ζωή και στη ενωσι με το Θεό· και μάλιστα, οι εκείνες οι συναναστροφές, που γίνονται με πρόσωπα νέα και ευλαβή, από τα οποία οσο λιγώτερο φοβάται κάποιος, τόσο περισσότερο πρέπει να τα αποφεύγη.22
Οπότε, απο αυτά που είπαμε, ακολουθεί σε αυτούς το γεγονός οτι κάνουν τα καλά έργα, ατελή, ελλιπή και ταιριασμένα με την επιθυμία της τιμής και των επαίνων του κόσμου. Απο αυτά, σαν επακόλουθο έρχεται το να μη προκόβουν στό δρόμο της σωτηρίας, αλλά να επιστρέφουν και πίσω και να ξαναπέφτουν στα πρώτα κακά· γιατί δεν αγαπάνε την αληθινή αρετή, ούτε φαίνονται ευχάριστοι στο Θεό, που τους λύτρωσε πρίν από την τυραννία του διαβόλου· απο αυτά ακόμη ακολουθεί να είναι αυτοί αμαθείς πάντα και τυφλοί στο να μη βλέπουν τον κίνδυνο που βρίσκονται σε κάποια στιγμή, που νομίζουν πως είναι ασφαλείς και ακίνδυνοι.
Καί εδώ φανερώνεται μία πλάνη, τόσο περισσότερο επιζήμια, όσο είναι λιγώτερο γνωστή· επειδή, είναι πολλοί που ακολουθούν την πνευματική ζωή, αγαπάνε όμως περισσότερο από ό,τι πρέπει τον εαυτό τους (αν και στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν να τον αγαπούν). Γιατί, καταπιάνονται περισσότερο, με εκείνα τα αγωνίσματα, που γέρνει η επιθυμία τους και αφήνουν τα άλλα, που έρχονται σε αντίθεσι με τη φυσική τους κλίσι και στις επιθυμίες των αισθήσεων, στις οποίες, έπρεπε με κάθε δίκαιο να πολεμούν μέ όλες τους τις δυνάμεις.
Για αυτό, αγαπητέ εν Κυρίω, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω να αγαπάς πάντα την δυσκολία και τη δοκιμασία, που φέρνει μαζί του αυτός ο πόλεμος, ακόμη και αν νικηθής κάποτε σε αυτόν. Γιατί λέει ο Σειράχ· «Μη μισήσης κουραστική εργασία» (7,16). Γιατί εδώ
22Σημείωσε εδώ, αδελφέ, και για κάποιες φυσικές κλίσεις ή πάθη, τα οποία ούτε θανάσιμα αμαρτήματα λέγονται, ούτε συγγνωστά, με το να μη γίνωνται απο την προαίρεσί μας, είναι έξαρτημένα από την ιδιοσυγκρασία των σωμάτων αυτά δε ονομάζονται ατελειότητες, ελαττώματα και ψεγάδια φυσικά, καθώς λόγου χάρι, είναι πολλοί από τη φύσι τους πικροί και μελαγχολικοί· άλλοι αυστηροί και οξύθυμοι· άλλοι ελαφροί στο λογισμό και ασύστατοι, άλλοι πεισματώδεις· άλλοι φιλόφιλοι και άλλοι έχουν άλλα φυσικά ελαττώματα. Οπότε και κατά αυτών των ελαττωμάτων πρέπει να πολεμάμε, διορθώνοντας τις υπερβολές και τις ελλείψεις τους με την διάκρισι του σωστού λόγου και μετατρέποντας αυτά σε άαρετές. Γιατί κανένα φυσικό, όσο και αν είναι άγριο, δεν αντιστέκεται τόσο στην προαίρεσι, που με την χάρι του Θεού και με τον κόπο και την επιμέλεια τη δική μας, να μην μπορή να νικηθή. Λέγω δε να πολεμούμε και αυτά, γιατί αν και φυσικά και όχι και προαιρετικά, μας εμποδίζουν όμως από την τελειότητα.
26
27
βρίσκονται τα πάντα. Επειδή και όσο πιό δυνατά αγαπήσης τη δυσκολία που δείχνει στους αρχάριους η αρετή και ο πόλεμος, τόσο περισσότερο και πιό γρήγορα θα νικήσης· τί λέω; εάν εσύ αγαπήσης πε-ρισσότερο τον βασανιστικό πόλεμο των παθών, παρά τις δικές σου αρετές και τις νίκες, φυσικά πολύ πιο γρήγορα θα αποκτήσης κάθε καλό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄.
Πως πρέπει να πολεμά κάποιος εναντίον της παραλόγου θελήσεως των αισθήσεων και σχετικά με τις πράξεις που πρέπει να πραγματοποιήση η θέλησις, προκειμένου να αποκτήση τις συνήθειες των αρετών
Κάθε φορά, που παραλόγη επιθυμία των αισθήσεων από το ένα μέρος και η θέλησις του Θεού από το άλλο, πολεμούν την λογική σου επιθυμία και θέλει κάθε μία να νικήση, πρέπει να γυμνάζεσαι εσύ με πολλούς τρόπους για να νικήση ολοκληρωτικά η επιθυμία του Θεού.
Καί α΄, όταν πολεμηθής από τις κινήσεις καμμάς παράλογης επιθυμίας των αισθήσεων, πρέπει να αντισταθής δυνατά, για να μη γίνη αποδεχτή απο εκείνες η ανωτέρω θέλησις του λογικού.
β΄. Αφού σταματήσουν, σήκωσε αυτές πάλι κατεπάνω σου για να τις νικήσης και να τις διώξης μακριά σου με μεγαλύτερη σφοδρότητα και δύναμι.
Καί πάλι, μετά απο αυτά, ανακάλεσε αυτές στον γ΄ πόλεμο, στον οποίο θα συνηθίσης να τις μισήσης με όλη σου την ψυχή και τις συχαίνεσαι.23
23 Οσοι μεν αφού πρόκοψαν στην πρακτική έγιναν δυνατοί στο λογισμό, με το να ελευθερωθούν απο κάθε ψεύτικη και παράλογη δόξα, απόκτησαν δε σωστό λόγο μέσα απο τη θεωρία των αληθινών και πνευματικών λόγων, αυτών που βρίσκονται μέσα στην θεία Γραφή, όσο και στην κτίσι, αυτοί μπορούν να αντιστέκωνται και να πολεμούν τα πάθη και τους λογισμούς με αντίδρασι οξύθυμη, δηλαδή, πότε με ρητά της αγίας Γραφής, τα αντίθετα στα πάθη που τους πολεμούν και στους λογισμούς, καθώς με αυτήν την αντιλογία ο Κύριος πολέμησε και νίκησε τις τρείς προσβολές που του έφερε ο πεορασμός, της φιληδονίας, φιλοδοξίας και φιλαργυρίας. Και άλλοτε με τον ορθό και φυσικό λόγο, τον αποδεικνύοντα το ψεύδος και την απάτη των σπαρμένων λογισμών και των πολεμούντων παθών, γι’ αυτό και αυτοί λέγονται αληθινά οτι πολεμούν κατ’ ευθείαν τους εχθρούς και τους νικούν και στεφανώνονται. Οσοι όμως είναι αδύνατοι στο λογισμό, είναι καλύτερα να πολεμούν τους λογισμούς και τα πάθη πλάγια· δηλαδή, αμέσως μόλις τους πολεμήσουν οι λογισμοί ή τα πάθη, να τρέχουν στον Θεον με την προοευχή, εως που να καταπαύσουν με την προσευχή και τις κινήσεις των παθών και τις ομιλίες των λογισμών, καθώς διδάσκει ο Άββάς Ισαάκ. (Αν και αυτό δεν λέγεται κυρίως πόλεμος, αλλά φυγή πολέμου για την αδυναμία που υπάρχει). Ομως, και οι ασθενείς αυτοί, κάποτε, ή όταν με υπερβολή τους ενοχλούν τα πάθη και οι λογισμοί, ή οταν γνωρίζουν τον εαυτόν τους πως έχει δύναμι κατά καιρό, πρέπει να πολεμούν και κατ’ ευθείαν τους λογισμούς και τα πάθη, για να φανή και η δική του ανδρεία και το ελεύθερο της προαιρέσεως αυτών και μισόκακο, καθώς και αυτό βλέπουμε στο ίδιο τον Αββά Ισαάκ. «Εάν δε γένηται φησι καιρός αντιστήναι και παλαίσαι προς αυτά (τα πάθη δηλ.) και τούτο ποιήσωμεν». Πλην, οταν 27
28
Αυτοί οι τρεις πόλεμοι, πρέπει να γίνωνται σε κάθε μας άτακτη επιθυμία (εκτός από τα πάθη τα σαρκικά, για τα οποία θά μιλήσω στο κατάλληλο σημείο).
Τελευταία, πρέπει να κάνης και πράξεις αντίθετες με καθένα απο τα πάθη σου.
Για παράδειγμα, αν κάποιος σε ατίμασε και σύ νιώθης πόλεμο από τις κινήσεις της ανυπομονησίας, πρόσεχε καλά και θά νιώσης οτι αυτές οι κινήσεις, πολεμούν πάντα την ανώτερη και λογική θέλησι και προσπαθούν να την υποτάξουνε και να την κάνουν να συγκατατεθή· οπότε, εσύ στον α΄ πόλεμο αντιστάσου στις κινήσεις αυτές με όλες σου τις δυνάμεις και βιάσου να μη παρεκλίνης, ούτε να κάνης συγκατάθεσι σε αυτές η λογική σου επιθυμία, λέγοντας και συ μαζί με τον Ώσηέ. «Αντιτασσόμενος θα τους συντρίψω» (1,2), και να μη σταματήσης ποτέ αυτή την μάχη, έως ότου γνωρίσεις, οτι ο εχθρός σχεδόν κουρασμένος παρέμεινε σάν νεκρωμένος και νικημένος· (πρόσεχε όμως καλά και φυλάξου από την πονηριά του διαβόλου. Γιατί, όταν αυτός καταλάβη ότι αντιστεκόμαστε δυνατά στις κινήσεις κάποιου πάθους, οχι μόνο δεν τις ξεσηκώνει τότε καταπάνω μας, αλλά και αν είναι σηκωμένες, προσπαθεί να τις σταματήση, να μη μας πολεμούνε, για να μην αποκτήσουμε με την εκγύμνασι εκείνη την συνήθεια των αρετών και επιπλέον, για να μας κάνη να πέσουμε και σε κενοδοξία και σε υπερηφάνεια, κάνοντάς μας με τρόπο επιδέξιο να νομίσουμε πως σάν γενναίοι στρατιώτες κατατροπώσαμε γρήγορα τους εχθρούς μας).
Γι’ αυτό εσύ, αγαπητέ, πέρασε στον β΄ πόλεμο, δηλαδή ξεσήκωσε κατεπάνω σου με την ενθύμησι εκείνους τους λογισμούς, που σου έγιναν αίτια της ανυπομονησίας· και με συχνές επιθυμίες και με περισσότερη βία από την πρώτη, καταδίωξε τις κινήσεις τους μακριά από σένα· λέγοντας με τον Δαβίδ· «Θα κυνηγήσω τους εχθρούς μου και δεν θα υποχωρήσω μέχρις ότου να τους εξολοθρεύσω» (Ψαλμ. 17,41). Μα επειδή δεν είναι αρκετό το να διώξουμε μόνο τους εχθρούς μας, αλλά πρέπει και να τους μισήσουμε από την καρδιά μας για να μη νικηθούμε από αυτούς άλλη φορά, για αυτό και εσύ με τον γ΄ πόλεμο πρέπει να εναντιωθής με τόση σφοδρότητα στους λογισμούς της
κατ’ ευθεία πολεμούμε τα πάθη και τους λογισμούς, ακαταμάχητη βοήθεια είναι το να κρατούμεν ως όπλο πολεμικό, ή με την καρδιά ν ή με τα χείλη, το όνομα του Κυρίου Ίησού, ήτοι το «Κύριε Ίησοῦ Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με», καθώς και μπροστά λέμε στο ις΄ κεφάλαιο. Γιατί με αυτόν τον τρόπο και τους εχθρούς πολεμούμε και νικούμε και σε αυτό δεν υπερηφανευόμαστε, με το να καταγράφουμε τη νίκη αυτή στο νικοποιό όνομα του Κυρίου. Σημείωσε, οτι όχημα μέγιστο και δυνατώτατο είναι στον πόλεμο των λογισμών και των παθών η καταφρόνησις. Δηλαδή, το να καταφρονή κάποιος σαν γαυγίσματα σκύλων τις προσβολές των λογισμών και τις κινήσεις των παθών και μάλιστα τους λογισμούς εκείνους και τα πάθη, που έφθασε να πολεμήση προτύτερα και να διώξη, αυτά δε πάλι με αναίδεια τον ενοχλούν και γενόμενος σοβαρός και σιωπηλός στον εαυτό του, να μη θέλη, ούτε να γυρίση να τα δη, ούτε να τα ακούση εκπληρώνοντας το ψαλμικό εκείνο που λέει «Εγώ όμως έκανα σαν κουφός που δεν θέλει να νακούη και άλαλος που δεν ανοίγει το στόμα του» (Ψαλμ. 37,14). Αλλά να τρέχη στο δρόμο της αρετής και της προκοπής του, χωρίς να εμποδίζεται από τα μηδαμινά φόβητρα των λογισμών και όποιος το αγαπά, ας χρησιμοποιήση αυτό το όπλο και θα ωφεληθή πολύ.
28
29
ανυπομονησίας, εως να τους μισήσης και να τους συχαθής λέγοντας εκείνο το ψαλμικό. «Την αδικία την μίσησα και την σιχάθηκα» (Ψαλμ. 118,162), και, «Με τέλειο μίσος τους μίσησα· έγιναν προσωπικοί μου εχθροί» (Ψαλμ. 118,21). Τελευταία, για να κάνης τέλεια την ψυχή σου με τις έξεις24 των αρετών, πρέπει να κάνης ακόμη και πράξεις εσωτερικές που να είναι αντίθετες απευθείας στην ανυπομονησία σου· κατά το «Απομακρύνσου από το κακό και κάνε το καλό» (Ψαλμ. 33,14).
Για παράδειγμα· αν επιθυμής να αποκτήσης τελείως την συνήθεια της υπομονής, δεν φθάνει μόνον να εξασκήσαι με τους τρόπους του πολέμου, που είπα, άλλα πρέπει ακόμη και να αγαπάς την περιφρόνησι, που έλαβες από εκείνον που σε ατίμασε ή σε έβρισε, επιθυμώντας να ατιμασθής πάλι και να βριστθής όπως και πρώτα απο τον ίδιο τον άνθρωπο· και να είσαι προετοιμασμένος να υπομείνης ακόμη βαρύτερες ατιμίες και βρισιές, επειδή και οι παρόμοιες πράξεις είναι αναγκαίες, για να μας κάμουν τέλειους στις αρετές. Γιατί αλλιώς, οι άλλες πράξεις οσο πολλές και δυνατές και αν είναι, δεν είναι όμως ικανές να αποσπάσουν την κακία απο τις ρίζες της. Γι’ αυτό είναι ανάγκη, εκεί που ήταν προηγουμένως φυτευμένη και ριζωμένη η κακία, εκεί αντί αυτής να φυτευθή και να ριζωθή η αντίθετή της αρετή,25 για να γίνουν κατά τους ιατρούς τα αντίθετα θεραπεία των αντιθέτων.
Έτσι εάν εμείς δεν συνηθίσουμε με πολλές και συχνές πράξεις να αγαπάμε την καταφρόνησι και να χαιρώμαστε με αυτήν, πάνω στην οποία αγάπη της καταφρονήσεως θεμελιώνεται και ριζώνει η υπομονή, δεν
24 Συνήθεια θα πεί, μία μεγάλη ευκολία, που λαμβάνει κάποιος στην άρετή ή στην κακία ή σε κάποιο άλλο κανένα έργο και τέχνη, η οποία ευκολία αποκτάται και γίνεται, από πολυχρόνιους και συνεχείς πράξεις και ενέργειες της αρετής ή κακίας ή του έργου και της τέχνης· γι’αυτό και αυτή η συνήθεια, δεύτερη φύση ονομάζεται επειδή, καθώς η φύση, ούτως και αυτή με ευκολία προβάλλει τις ενέργειές της.
25 Άριστα τούτο εδώ διδάσκεται δε σύμφωνα με τον Αββά Ισαάκ που λέει, ότι είναι καλλίτερο να εξαπατούμε και να νικάμε τα πάθη με την ένθύμησι των αντιθέτων σε αυτά αρετών, παρά με την αντίστασι. «Κρείσσον εν τη μνήμη των αρετών υποκλέπτειν τα πάθη, ή τη άντιστάσει». Οπότε, επειδή και τα τρία είναι τα μέρη της ψυχής, λογιστικό, έπιθυμητικό και θυμικό, γνώριζε, ότι από αυτά τα τρία γεννούνται και οι τριών ειδών λογισμοί. Και από μεν το λογιστικό γεννούνται οι λογισμοί της απιστίας, της αχαριστίας προς τον Θεό και του γογγυσμού, της αδιακρισίας, της άγνωσίας και απλά, όλοι οι καλούμενοι καθολικά βλάσφημοι λογισμοί, από δε το επιθυμητικό γεννούνται οι λογισμοί της φιληδονίας, φιλοδοξίας, φιλαργυρίας και απλά, όλοι οι καλούμενοι αισχροί λογισμοί· από δε το θυμικό νεννούνται οι λογισμοί των φόνων, της έκδικήσεως, φθόνου, μίσους, ταραχής και απλά, όλοι οι καλούμενοι πονηροί λογισμοί. Λοιπόν εσύ πρέπει να νικάς αυτά με τις αντίθετες τους αρετές· δηλαδή, την απιστία, με την αδίστακτη πίστι στο Θεό, την αχαριστία και τον γογγυσμό προς τον Θεό, με την εύχαριστία, την αδιακρισία, με την διάκρισι του καλού και κακού· την άγνωσία, με την αληθινή γνώσι αυτών που υπάρχουν αληθινά και τις βλασφημίες, με τις δοξολογίες. Παρόμοια την φιληδονία με την εγκράτεια και την νηστεία, την φιλοδοξία με την ταπείνωσι και την φιλαργυρία με την λιτότητα. Παρομοίως, τον φθόνο και μίσος, με την άγάπη, την έκδίκηση με την πραότητα και ύπομονή, την ταραχή με την ειρήνη της καρδιάς. Και για να πώ γενικά με τον Αγιο Μάξιμο: Το μεν λογιστικό της ψυχής σου, στόλιζε το με την αρετή της προσευχής, και θείας γνώσεως. Το επιθυμητικό, με την αρετή της εγκράτειας· και το θυμικό, με την αρετή της αγάπης· και βέβαια το φως του νου σου δεν θα σκοτισθή ποτέ, οι δέ προηγούμενοι λογισμοί, μπορούν εύκολα να γεννηθούν από αυτούς.
29
30
θα ελευθερωθούμε ποτέ από την κακία της ανυπομονησίας, η οποία θεμελιώνεται πάνω στο μίσος της καταφρονήσεως· γι αυτό και μένοντας ζωντανή η ρίζα της κακίας, φυτρώνει πάντα με τρόπο που μαραίνει την αρετή, μερικές φορές δε και την πνίγει εντελώς· και εμάς κάνει να κινδυνεύουμε, για να ξαναπέσουμε πάλι με κάθε ευκαιρία που θα μας τύχη· είναι, λοιπόν, βέβαιο, οτι χωρίς τις αντίθετες πράξεις που είπαμε, δέν είναι δυνατόν να αποκτήσουμε την αληθινή συνήθεια των αρετών.
Γνώριζε δε και αυτό, οτι αυτές οι πράξεις πρέπει να είναι τόσο συχνές και τόσο πολλές, που να μπορούν να καταστρέψουν τελειωτικά την συνήθεια της κακίας, η οποία καθώς ριζώθηκε και κατέκτησε την καρδιά μας από τις πολλές κακές πράξεις, έτσι πρέπει να ξερριζωθή από αυτή με τις πολλές καλές πράξεις, και τότε να ριζώσουμε στην καρδιά μας την συνήθεια των αρετών· μάλιστα λέω, ότι πρέπει να είναι πολύ περισσότερες οι καλές πράξεις από τις κακές για να γίνη η συνήθεια ενάρετη· επειδή οι καλές πράξεις δεν είναι σάν τις πράξεις της κακίας που υποστηρίζονται από την φύση, η οποία είναι διεφθαρμένη απο την αμαρτία.
Σου λέω ακόμη και τούτο· οτι αν η αρετή που ασκείσαι το απαιτή, πρέπει ακόμη να κάνης και εξωτερικές πράξεις παρόμοιες με τις εσωτερικές· για παράδειγμα· για να αποκτήσης την υπομονή όχι μόνο πρέπει να αγαπάς με την καρδιά ν σου εκείνους που σε εξευτέλισαν ή σε ενόχλησαν με κάθε τρόπο, αλλά και να λές σε αυτούς λόγια πραότητας και αγάπης· και αν μπορής και να τους υπηρετείς ακόμη με έργα και να τους βάλλης μετάνοια.26 Και αυτές οι πράξεις και οι εσωτερικές και οι εξωτερικές, να σου φαίνωνται δύσκολες τόσο για την αδυναμία του νου σου, όσο και για την δυσκολία που σου φέρνει σε αυτά η επιθυμία σου, όμως με κανένα τρόπο δεν πρέπει να τις εγκαταλείψης, αλλά να αγωνίζεσαι να τις κάνης. Γιατί, όσο αδύνατες και
26 Ό θείος Χρυσόστομος ομιλ. ιε’, Κεφαλ. ε’ του κατά Ματθαίον λέει, οτι ο Κύριος στο Κεφάλαιο αυτό διδάσκει εννέα βαθμούς, στους οποίους ανεβάζει όλους τους Χριστιανούς με τις αγίες του εντολές α΄, οτι, οι Χριστιανοί δεν πρέπει να αδικούν κάποιους· β΄, οτι αν αδικήση κάποιος αυτούς, αυτοί πρέπει να μη τον εκδικούνται με την ίδια αδικία· γ΄, οτι να μη κάνουν στους άλλους, εκείνα τα κακά που τους έκαναν εκείνοι, αλλά να τα υπομένουν και να ησυχάζουν· δ΄, όχι μόνο να ησυχάζουν, αλλά και να δώσουν θεληματικά τον εαυτό τους στο να πάθουν τα κακά· ε’, το και να δώσουν τον εαυτό τους στα πάθη περισσότερο και προθυμώτερα, παρά όπου θέλει εκείνος που τους κακοποιεί· ς’, το να μη μισήσουν εκείνο που τους κακοποιεί· ζ΄, το και να αγαπήσουν αυτόν απο την καρδιά τους· η΄. το και να τον ευεργετήσουν· θ’, το να παρακαλούν και τον Θεό γι’ αυτόν. Ο δε άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, στο λόγο σχετικά με την απάθεια και των χαρισμάτων της, προσθέτει κοντά στους εννέα βαθμούς και άλλους τρεις μεγαλύτερους, δηλαδή, ένα μεν, το, όχι μόνο να προσευχώμεθα για αυτούς που μας κακοποιήσαν, αλλά και το να τυπώνουμε νοερά στην φαντασία μας τα πρόσωπα τους και να τα φιλάμε με απάθεια, με δάκρυα αγάπης, σαν γνήσιους φίλους. Δεύτερο δε, το να φυλάμε προς αυτούς και στον ίδιο χρόνο που μας κακοποιούν, ίδια και χωρίς αλλαγές την διάθεσι της καρδιάς μας. Και τρίτον, τα να ξεχνά κανείς τελείως όλα όσα έπαθε και να μη τα ένθυμήται, τόσο όταν είναι παρόντες αυτοί που τον κακοποίησαν, όσο και όταν λείπουν, αλλά να φέρεται σε αυτούς χωρίς καμμία σκέψι, καθώς φέρεται και στους φίλους του, συνομιλώντας και συντρώγοντας με αυτούς.
30
31
αν είναι, σε κρατούνε σταθερό και γενναίο στόν πόλεμο και σου διευκολύνουν τον δρόμο για να νικήσης.
Στάσου με προσοχή και συμμαζέψου καλά στόν εαυτό σου για να πολεμήσης οχι μόνο τις μεγάλες και αποτελεσματικές επιθυμίες σου, άλλα ακόμη και τις μι-κρές και ελαφριές του κάθε σου πάθους· γιατί οι μικρές ανοίγουν τον δρόμο στις μεγάλες, οπότε και μετά απο αυτά γεννιούνται μέσα μας οι κακές επιθυμίες· και από την λίγη φροντίδα που έχουν μερικοί στο να αποσπάσουν από την καρδιά τους τις μικρές επιθυμίες, αφού κυρίευσαν τις μεγάλες του ιδίου πάθους, ακολουθεί σε αυτούς ανέλπιστα και ξαφνικά, να βλαφθούν και να νικηθούν από τους εχθρούς τους με δύναμι και φθορά περισσότερη παρά απο ό,τι πριν.
Σου υπενθυμίζω ακόμη να περικόβης και να απονεκρώνης τις επιθυμίες και τα θελήματά σου, ακόμη και για πράγματα που επιτρέπονται μεν αλλά δεν είναι απαραίτητα (και τέτοια είναι οι πολλές συνομιλίες, τα λιπαρώτερα φαγητά και τα παρόμοια). Γιατί απο αυτό θα σε ακολουθήσουν πολλά καλά. Γιατί αυτά θα σε κάνουν περισσότερο προετοιμασμένο και πιό πρόθυμο να νικάς τον εαυτό σου και στα άλλα. Γιατί θα γίνης δυνατώτερος και εμπειρότερος στον πόλεμο των πειρα-σμών· γιατί θα αποφύγης διάφορες παγίδες του διαβόλου και θα κατορθώσης πράγματα πολύ αρεστά στό Θεό.
Λοιπόν εάν ακολουθήσης, αγαπητέ, με τον τρόπο αυτόν που σου είπα αυτά τα άγια γυμνάσματα, να είσαι βέβαιος πως σε λίγο καιρό θά προκόψης πολύ και θα γίνης άνθρωπος πνευματικός αληθινά και πραγματικά και όχι ψεύτικα και στό όνομα μόνο. Γιατί αν επιχειρίσης άλλο τρόπο και άλλα γυμνάσματα ευχάριστα στην επιθυμία σου, τόσο που να νομίζης ότι ενώθηκες με τον Θεό και του συνομιλείς γλυκά, γνώριζε, οτι δεν είναι δυνατόν να αποκτήσης τη χάρι του αγίου Πνεύματος ή καμμία αρετή επειδή η χάρις του Πνεύματος, καθώς είπα στο α΄ κεφάλαιο, δεν αποτελείται ούτε γεννιέται από γυμνάσματα ευχαριστήσεως και παρόμοια με τη φύσι μας, αλλά από εκείνα που βάζουν τη φύση στους σταυρούς και τις κακοπάθειες, και από εκείνα που ανακαινίζεται ο άνθρωπος μέσα απο τις επιθυμίες των ευαγγελικών αρετών και ενώνεται με τον εσταυρωμένο του Ποιητή.
Γνώριζε και αυτό, οτι καθώς οι συνήθειες των κακών γίνονται με πολλές και συχνές πράξεις της λογικής θελήσεως, επειδή αυτή είναι που παραδίνεται στις παράλογες επιθυμίες της αισθήσεως. Έτσι και οι συνήθειες των ευαγγελικών αρετών, αποκτώνται με το να κάνης πράξεις συχνές και πολλές και να παραδίνεσαι στο θέλημα του Θεού, από το οποίο είμαστε προσκαλεσμένοι πότε στη μία αρετή και πότε στην άλλη. Γιατί καθώς η λογική θέλησί μας, δεν μπορεί ποτέ να είναι κακή και γήινη, όσο και αν πολεμήται από την παράλογη επιθυμία της σάρκας και από την κακία, αν δεν παραδοθεί μόνη της σε αυτή και ύποταχτεί· έτσι πάλι αυτή, δεν μπορεί ποτέ να είναι ενάρετη και ενωμένη με τον Θεό, αν και προσκαλήται από την χάρι του, αν δεν παραδοθή 31
32
ολοκληρωτικά στο θέλημα και στη χάρι αυτού, τόσο με τις εσωτερικές πράξεις όσο και με τις εξωτερικές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄.
Τί πρέπει να γίνεται, οταν η ανώτερη λογική θέλησις φαίνεται νικημένη από την παράλογη και κατώτερη και απο τους εχθρούς.
Αν καμμία φορά σκεφθής ότι η λογική σου θέλησις δεν μπορεί να αντισταθή ποτέ καθόλου στην παράλογη επιθυμία και στους εχθρούς που σε πολεμούνε, επειδή και δεν αισθάνεσαι να έχης μία προθυμία ζωντανή εναντίον τους· συ όμως, να παραμείνης, αδελφέ μου, σταθερός και μην εγκαταλείψης τον πόλεμο, γιατί θα θεωρήσαι ως νικητής, εφόσον δεν βλέπης φανερά νικημένο τον εαυτό σου. Διότι όπως η ανώτερη θέλησί μας δεν έχει ανάγκη από τις κατώτερες επιθυμίες, για να προσβάλλη τις πράξεις της, έτσι αν αυτή η ίδια δεν θέλη, δεν μπορεί να πιεσθή ποτέ και να νικηθή από αυτές με όσο σκληρό πόλεμο και αν της κάνουν. Γιατί, ο Θεός χάρισε στη θέλησί μας τόση ελευθερία και δύναμι, ώστε και αν όλες οι αισθήσεις, και όλοι οι δαίμονες και όλος ο κόσμος μαζί οπλισθούν εναντίον της και την πολεμούν δυνατά, παρόλα αυτά, μπορεί η θέλησί μας με κάθε ελευθερία, να τα περιφρονήση και να θέλη εκείνο, που θέλει, ή να μη θέλη εκείνο, που δεν θέλει και όσες φορές θέλει και για το σκοπό εκείνο που της αρέσει καλύτερα.
Εάν δε και καμιά φορά οι νοητοί εχθροί και η παράλογή σου επιθυμία, τόσο δυνατά σε πολεμούνε και σε καταπιέζουν, ώστε αποδυναμωμένος, δεν μπορείς να κάνης εναντίον τους κανένα έργο πνευματικό για να βοηθηθής, σου λέω, να μη δειλιάσης ούτε σε αυτή την περίπτωσι, ούτε να ρίξης στη γή τα άρματα· άλλα χρησιμοποίησε αυτό το όχημα,εναντίον αυτών και λέγε προς τους εχθρούς· «δεν υποχωρώ από τον πόλεμο, δεν θα σας αφήσω ούτε τώρα απλήγωτους». «Ο Κύριος είναι το φως και η σωτηρία μου, ποιόν θα φοβηθώ; Ο Κύριος το καταφύγιο της ζωής μου, από ποιόν θα πανικοβληθώ;» (Ψαλμ. 26,1). «Εγώ στο όνομα του θα εξουθενώσω τους εχθρούς μου» (Ψαλμ. 43,7)· και αν τώρα δυναμωθής, αλλά πάλι νικηθής, όπως γράφτηκε· «Όσο και αν συνασπίζεσθε, θα συντριβήτε· εξοπλισθήτε όσο θέλετε, πάλι θα συντριβήτε» (Ησ. 8,9). Οπότε όπως κάνει εκείνος που έχει εναντίον του τον εχθρό και τον καταδυναστεύει· ο οποίος, μη μπορώντας να τον χτυπήση κατ’ ευθείαν, τον χτυπά πλάγια και δοκιμάζει να κάνη ένα πήδημα παραπίσω, για να μπορέση να τον πληγώση και κατ’ ευθείαν έτσι κάνε και συ· μάζεψε τους λογισμούς σου μέσα στον εαυτό σου και 32
33
σκέψου ότι δεν έχεις καμμία δύναμι και έτσι καταφεύγοντας στο Θεό, που μπορεί τα πάντα, κάλεσέ τον με θερμή ελπίδα και δάκρυα, ενάντια στο πάθος που σε πολεμεί, λέγοντας· «Κύριε, βοήησέ με· Θεέ μου, Θεέ μου, βοήθησέ με· Ιησού μου, βοήθησέ με· πολέμισε τους πολεμούντας με· πάρε ασπίδα και όπλο και έλα βοήθησέ με» (Ψαλμ. 34,1). «Θεοτόκε Παρθένε, βοήθησέ με, για να μην αφήσω τον εχθρό να με νικήση».
Εάν δε το πάθος και ο εχθρός σου δίνη χρόνο, μπορείς ακόμη να βοηθήσης την αδυναμία της θελήσεώς σου κατά του πάθους, με τους στοχασμούς και αυτές τις ασκήσεις. Παραδείγματος χάριν, όταν εσύ πέσης σε καμία δυσκολία ή άλλη κάποια τιμωρία και η επιθυμία σου δεν μπορή ή δεν θέλη να την υπομείνη, βοήθησέ την με αυτά.
Α’. Σκέψου, ότι η δοκιμασία αυτή που υποφέρεις, πρέπει να την πάθης άξια, γιατί εσύ έδωσες την άφορμή και με κάθε δίκαιο χρωστάς να υποφέρης εκείνην την πληγή, που εσύ με τα χεριά σου έδωσες στον εαυτό σου.
Β’. Εάν εσύ δεν εχης στη δοκιμασία αυτή κανένα φταίξιμο, γύρισε τον λογισμό σου στα πολλά άλλα και μεγάλα σου σφάλματα και σκέψου, πως για αυτά δεν σου εδωσε ακόμη ο Θεός την τιμωρίαν που σου αρμόζει, αλλά ούτε εσύ τα σωφρόνισες καθώς πρέπει· οπότε η ευσπλαγχνία του Θεού σε ελέησε και για να μη βασανισθής αιώνια, σου έστειλε την προσωρινή αυτή δοκιμασία· και λοιπόν πρέπει να την δεχθής με χαρά και ευχαριστία.
Γ’. Σκέψου, ότι αν και πρόλαβες και έκανες αρκετό κανόνα για τα αμαρτήματα σου εκείνα με τα οποία λύπησες την μεγαλειότητα του Θεού (το οποίο δεν πρέπει ποτέ να σκεφθής)· σκέψου όμως πως στην βασιλεία των ουρανών δεν μπαίνει κανείς άλλος, παρά μέσα απο την στενή πύλη των δοκιμασιών και των θλίψεων. «Πρέπει να περάσουμε από πολλές θλίψεις για να μπούμε στην Βασιλεία του Θεού» (Πράξ. 14,21).
Δ’. Οτι αν και σύ μπορείς να μπής σε αυτή την βασιλεία μέσα απο άλλο δρόμο, δηλαδή μέσα απο την αγάπη του Θεού, όμως αυτό δεν πρέπει ούτε καν να το σκεφθής· επειδή και ο Υιός του Θεού με όλους του τους φίλους, μπήκε σε αυτή μέσα απο αγκάθια και σταυρούς.
Ε’. Σκέψου πως αυτή η δοκιμασία που υποφέρεις, είναι κατά το θέλημα του Θεού (το οποίο πρέπει να σκέφτεσαι στην αρχή κάθε σου πράξεωςς και θλίψεως που θα σου συμβαίνη, όπως σου είπα πιό πριν, στο ι΄ και ια΄ κεφάλαιο, δηλαδή το να θέλης να γίνεται σε κάθε σου έργο και σε κάθε άλλο γεγονός το θέλημα του Θεού), ο οποίος για την αγάπη που σου έχει, εύχαριστιέται και χαίρεται να σε βλέπη να υποφέρης ως πιστός του και γενναίος πολεμιστής. Λοιπόν και συ για να ανταποκριθής σε αυτή του την αγάπη, οσο είναι άδικη και βαριά η δοκιμασία που υποφέρεις, τόσο αγωνίσου να την υπομένης με ευχαριστία. Γιατί κάνοντας έτσι, φαίνεσαι πως υπομένεις στην πράξι και αγαπάς και σε αυτά ακόμη τα σκληρότατα βασανιστήρια μόνον την θεία του θέλησι, για την οποία και κοντά στην 33
34
οποία, κάθε τι πικρό φαίνεται γλυκό και κάθε άτακτο έχει τάξι και κανόνα τέλειο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ΄.
Πρέπει να πολεμά κανείς με όλες του τις δυνάμεις και παντοτεινά και γενναία.
Εάν θέλης να νικάς τους εχθρούς σου πιό γρήγορα και εύ-κολα, είναι ανάγκη να πολεμάς, αδελφέ και για πάντα και γενναία, εναντίον όλων σου των παθών, περισσότερο όμως και ειδικά εναντίον της φιλαυτίας σου, δηλαδή της υπερβολικής αγάπης του εαυτού σου, συνηθίζοντας να έχης για φίλους σου αγαπητούς τις περιφρονήσεις και τις θλίψεις, που μπορεί ποτέ να σου δώση ο κόσμος· γιατί, με το να μη γνωρίζεις κάποιος αυτό τον πόλεμο του εαυτού του και με το να τον υπολογίζη λίγο, συνέβηκε και συμβαίνει πάντα να είναι οι νίκες δύσκολες, σπάνιες, ατελείς και ανύπαρκτες.
Λοιπόν, αυτός ο πόλεμος πρέπει να γίνεται πάντοτε, ασταμάτητα, δηλαδή συνεχώς, ως την ώρα του θανάτου σου και με γενναία ψυχή, την οποία εύκολα θα αποκτήσης εάν την ζητήσης από τον Θεό· εάν όμως σκεφθής την μανιασμένη ορμή και το παντοτεινό μίσος, που έχουν εναντίον σου οι εχθροί δαίμονες και το μεγάλο πλήθος των παρατάξεων και στρατευμάτων του, σκέψου όμως απο την άλλη πλευρά και οτι είναι πολύ μεγαλύτερη η δύναμι του Θεού και η αγάπη που σου έχει και οτι πολλοί περισσότεροι είναι οι Αγγελοι του ουρανού και οι προσευχές των Αγίων, που πολεμούν κρυφά με το μέρος μας, όπως γράφτηκε γιά τον Αμαλήκ· «Με μυστικό και αόρατο χέρι πολεμά ο Κύριος» (Έξόδ. 17,16). Γι’ αυτό και απο αυτήν την σκέψι παρακινήθηκαν τόσες γυναίκες και τόσα ανήλικα παιδιά και κατέκτησαν και νίκησαν όλη τη δύναμι και σοφία του κόσμου, όλες τις προσβολές του εχθρού διαβόλου και όλη τη μανία του.
Οπότε, δεν πρέπει να φοβηθής ποτέ, αν και σου φαίνεται ότι ο πόλεμος των εχθρών είναι δυνατός κατά πολύ, ότι θα παραμείνη για όλη σου την ζωή και ας σε φοβερίζη με πτώσεις από διάφορα μέρη. Γιατί, κάθε δύναμι και γνώσι των εχθρών μας, βρίσκεται στα χέρια του θείου μας Αρχιστρατήγου Ιησού Χριστού, για του οποίου την τιμή πολεμείσαι. Ο οποίος, επειδή μόνος του σε προσκαλεί με πίεσι στον πόλεμο, είναι φανερό, οτι όχι μόνο δεν θα αφήση ποτέ να υπάρξει σε βάρους σου κάποια εξουσία και νίκη από τους εχθρούς (γιατί αυτό το θεωρεί ως προσβολή του)· αλλά πολεμώντας αυτός για σένα, θα τους δώση στά χέρια σου νικημένους, οταν του φανή ευχάριστο, όπως γράφτηκε «Ο Κύριος ο Θεός σου πηγαινοέρχεται μέσα στο στρατόπεδό σου για να σε προστατεύση και για να συλλάβη τους εχθρούς σου και να τους παραδώση στα χέρια σου». (Δευτερ. 23,14).
34
35
Εάν όμως και αυτός αργοπορήση μέχρι την τελευτία μέρα της ζωής σου, να κάνης αυτή την νίκη27, αυτό θα είναιγια μεγαλύτερο κέρδος σου· μόνον εσύ, αυτό πρέπει να κάνης, το να πολεμάς μεγαλόψυχα· και αν πολλές φορές μείνης πληγωμένος στον πόλεμο, μην αφήσης ποτέ σου τα όπλα, ούτε να φύγης· τέλος πάντων, για να παρακινήσαι να πολεμάς γενναία, πρέπει να γνωρίζης, οτι αυτόν τον πόλεμο δεν μπορεί να τον αποφύγη κανένας άνθρωπος, είτε στη ζωή είτε στο θάνατο· και όποιος δεν πολεμάει για να νικήση τα πάθη και τους εχθρούς του, αναγκαστικά πρέπει να συλληφθή απο εδώ ή απο εκεί και να πεθάνη.
Γι αυτό, πρέπει να πολεμάμε γενναία και πάντα, γιατί έχουμε να κάνουμε με τέτοιους εχθρούς, οι οποίοι τόσο πολύ μας μισούν, που δεν είναι δυνατόν να ελπίζουμε ποτέ από αυτούς ούτε ειρήνη, ούτε διωρία ή καμμία ανακωχή και κατάπαυσι του πολέμου. Γιατί καλό ήταν από την αρχή να μην ανοίξουμε πόρτα και να βάλουμε τους εχθρούς και τα πάθη μέσα στην ψυχή και καρδιά μας· αφού όμως τους βάλαμε μία φορά, δεν μπορούμε πιά να αδιαφορήσουμε, αλλά πρέπει να πολεμάμε για να τους βγάλουμε, επειδή αυτοί είναι αναιδείς και αδιάντροποι, δεν βγαίνουν με άλλον τρόπο παρά με τον πόλεμο.28

Advertisements
Αναρτήθηκε στις ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄.. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄.
Αρέσει σε %d bloggers: