ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄.

Πως πρέπει να εκπαιδεύουμε το νου μας, για να τον φυλάμε απο την αμάθεια.
Αν η δυσπιστία στον εαυτό μας και η ελπίδα στον Θεό, οι τόσο απαραίτητες σ’ αυτόν τον πόλεμον, μείνουν μοναχές, όχι μόνον δεν θα νικήσουμε, αλλά και θα γκρεμισθούμε σε πολλά κακά. Γι’ αυτό το λόγο, κοντά σε αυτές χρειάζεται και η εκγύμνασι, που είναι το τρίτο πράγμα που είπαμε στην αρχή, η οποία πρέπει να γίνεται πρώτα με το νου και με τη θέλησι. Και τον μεν νου πρέπει να φυλάμε από την αγνωσία, η οποία είναι σε αυτόν πολύ αντίθετη, επειδή τον σκοτίζει και του εμποδίζει στην γνώσι της αλήθειας, η οποία είναι το δικό του αντικείμενο. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να τον γυμνάζουμε, ώστε να γίνη λαμπρός και καθαρός, για να μπορή να διακρίνη καλά εκείνο που μας χρειάζεται για να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τα πάθη και να την στολίσουμε με τις αρετές.
Αυτή λοιπόν την λαμπρότητα του νου μπορούμε να την αποκτήσουμε με δύο τρόπους· ο πρώτος και πλέον αναγκαίος, είναι η προσευχή, με την οποία παρακαλούμε το Αγιο Πνεύμα να καταδεχθή να σκορπίση το θείο του φως μέσα στις καρδιές μας, το οποίο, βέβαια, θα το κάνη αν ζητήσουμε πραγματικά μόνο τον Θεό, αν κάνουμε το θέλημά του το άγιο και αν υποτάξουμε κάθε τι μας στη συμβουλή και ερώτησι των εμπείρων και πνευματικών μας Πατέρων.
Ο δεύτερος τρόπος είναι, μία παντοτεινή εκγύμνασις βαθειάς σκέψεως και μελέτης των πραγμάτων, για να γνωρίσουμε με αυτή, ποιά πράγματα είναι καλά, ποιά κακά, όχι όπως τα κρίνει λανθασμένα η αίσθησις και ο κόσμος, αλλά καθώς τα κρίνει ο ορθός λόγος και το Πνεύμα το Αγιο, δηλαδή, η αλήθεια των θεοπνεύστων Γραφών και των πνευματοφόρων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας. Γιατί, όταν αυτή η σκέψις και μελέτη γίνη σωστή και όπως πρέπει, μας κάνει 16
17
να γνωρίσουμε καθαρά ότι πρέπει να θεωρούμε μηδέν και μάταια και ψεύτικα όλα εκείνα που αγαπά και με διαφόρους τρόπους ζητάει ο τυφλός και διεφθαρμένος κόσμος.
Δηλαδή, ότι οι τιμές και οι ηδονές και ο πλούτος του κόσμου δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ματαιότητα και θάνατος της ψυχής· οτι οι βρισιές και οι δυσφημίσεις που μας κάνει ο κόσμος, προξενούν σε μάς αληθινή δόξα και οι θλίψεις χαρά· με το να συγχωράμε τους εχθρούς μας και να τους κάνουμε καλά, είναι μεγαλοψυχία και μία από τις μεγαλύτερες ομοιότητες με τον Θεό· οτι περισσότερο ισχύει το να καταφρονήση κάποιος τον κόσμο, παρά να είναι εξουσιαστής όλου του κόσμου· ότι το να υπακούη κάποιος πρόθυμος, είναι μία πράξις μάλλον μεγαλόψυχη και γενναία, παρά το να υποτάση και να προστάζει μεγάλους βασιλείς.
Οτι η ταπεινή γνώσι του εαυτού μας, πρέπει να τιμάται περισσότερο από το ύψος όλων των επιστημών· οτι το να νικήσουμε και να νεκρώσουμε τα θελήματά μας και τις ορέξεις μας, όσο και αν είναι μικρές, είναι άξιο μεγαλυτέρου επαίνου, παρά το να καταπολεμήσουμε πολλά κάστρα, να κατατροπώσουμε δυνατά στρατόπεδα με τα όπλα στα χέρια και το να κάνουμε θαύματα ή να αναστήσουμε νεκρούς.
Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο Η΄.
Γιατί δεν διακρίνουμε σωστά τα πράγματα και με ποιόν τρόπο μπορούμε να τα γνωρίζουμε.
Η αιτία που δεν διακρίνουμε ορθά όλα αυτά τα πράγματα που είπαμε και αλλά πολλά, είναι γιατί δεν τα σκεφτόμαστε στο βάθος τους ποιά είναι, αλλά πιάνουμε την αγάπη ή το μίσος σε αυτά, αμέσως από μόνη την εξωτερική τους μελέτη και εμφάνισι. Έτσι όταν, η αγάπη τους ή το μίσος προλαμβάνουν και σκοτίζουν το νου μας και γι’ αυτό δεν μπορεί να τα διακρίνη σωστά, όπως είναι στην αλήθεια.14 Λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, εάν θέλης να μην βρη τόπον η πλάνη αυτή στο νου σου, πρόσεχε καλά· και όταν, ή βλέπης με τα μάτια ή μελετάς με το νου κανένα πράγμα, κράτα όσο μπορείς την θέλησί σου και μη την αφήσης να το αγαπήση ή να το μισήση, αλλά παρατήρησέ το με το νου μοναχά.
Πρίν απ’ όλα, όμως, σκέψου φρόνιμα, οτι αν αυτό είναι οδυνηρό και αντίθετο στην φυσική σου κλίσι, παρακινείσαι από το μίσος να το αποστρέφεσαι. Αν όμως σου προξενή ευχαρίστησι, παρακινείσαι από την αγάπη να το θέλης. Γιατί, τότε που ο νους σου δεν είναι
14 Γι’ αυτό και ο θεολόγος Γρηγόριος, σύμφωνα με αυτό λέει, οτι από την αγάπη ή το μίσος, συνη-θίζει να κλέβεται η αλήθεια· «δεν υπάρχει τίποτε τόσο ευχάριστο στους ανθρώπους, όσο το να συζητούν τα ξένα,και μάλιστα όταν επηρεάζωνται από μίσος ή συμπάθεια για κάποιον, εξ αιτίας των οποίων, ως συνήθως, εξαφανίζεται η αλήθεια» (Λογ. άπολογητικ.) 17
18
ζαλισμένος από το πάθος, είναι ελεύθερος και καθαρός και μπορεί να γνωρίση την αλήθεια και να διαπεράση μέσα στο βάθος του πράγματος, που το κακό είναι κρυμμένο κάτω απο την ψεύτικη ευχαρίστησι ή που το καλό είναι σκεπασμένο κάτω απο την επιφάνεια του κακού.
Αν όμως η θέλησις πρόλαβε να το αγαπήση ή να το μισήση, δεν μπορεί πλέον ο νους να το γνωρίση καλά, καθώς πρέπει· διότι εκείνη η διάθεσις, ή καλύτερα να πώ, εκείνο το πάθος που μπήκε στο μέσο, σάν τείχος, ζαλίζει το νου τόσο, που νομίζει το πράγμα άλλο από εκείνο που είναι στην αλήθεια και το περνά ως τέτοιο στην επιθυμία, η οποία όσο πηγαίνει μπροστά και περισσότερο αγαπά ή μισεί το πράγμα εκείνο, τόσο και ο νους σκοτίζεται περισσότερο και έτσι σκοτισμένος, κάνει πάλι να φαίνεται στην επιθυμία το πράγμα εκείνο περισσότερο όσο ποτέ αγαπητό ή μισητό. Έτσι όταν δεν τηρήται ο παραπάνω κανόνας που είπα, (ο οποίος είναι πολύ αναγκαίος σε όλη αυτή την εκγύμνασι), δηλαδή, το να κρατάς την επιθυμία σου από την αγάπη ή το μίσος του πράγματος, αυτές οι δύο δυνάμεις της ψυχής, ο νους δηλαδή και η θέλησις, προχωρούν πάντα κακώς, σάν σε κύκλο, από το σκοτάδι σε βαθύτερο σκοτάδι και από το σφάλμα σε μεγαλύτερο σφάλμα.
Λοιπόν, φυλάξου, αγαπητέ, με κάθε είδους προσοχή, από την εμπαθή αγάπη ή το μίσος του κάθε πράγματος, το οποίο δεν έφθασες να ερευνήσης καλά πρότερα με το φως του νου και του ορθού λόγου, με το φως των θείων Γραφών, με το φως της χάριτος και της προσευχής και με την κρίση του πνευματικού σου πατρός για να μην κάνης λάθος και να υπολογίζης το αληθινά καλό για κακό και το αληθινά κακό για καλό. Καθώς αυτό συμβαίνει να γίνεται, ως επί το πλείστον, σε κάποια έργα, τα οποία φαίνονται μεν καθ’ εαυτά πως είναι καλά και άγια, για μερικές όμως περιστάσεις· δηλαδή γίνονται ή παράκαιρα ή σε σχετικό τόπο ή με ανάλογο μέτρο, προξενούν όμως μεγάλη βλάβη σε εκείνους που τα επιχειρούν, καθώς γνωρίζουμε πολλούς που κινδύνευσαν σε παρόμοια επαινετά και αγιώτατα έργα.
Κ Ε Φ Α Λ Α Ι ΟΝ Θ΄.
Πως πρέπει να φυλάμε το νου μας από την πολυπραγμοσύνη και την περιέργεια.
Καθώς είναι ανάγκη να φυλάμε το νου μας από την αγνωσία, όπως είπαμε πρίν, έτσι παρομοίως είναι ανάγκη να τον φυλάμε ακόμη και από την πολυπραγμοσύνη, την αντίθετη της αγνωσίας. Γιατί, αφού τον γεμίσουμε από πολλούς λογισμούς μάταιους και άτακτους και βλαπτικούς, τον κάνουμε αδύνατο και δεν μπορεί να καταλάβη εκείνο που ταιριάζει στην αληθινή απονέκρωσί μας και τελειότητα. Γι’ αυτό, πρέπει να είσαι σάν πεθαμένος εντελώς, σε κάθε έρευνα των επιγείων πραγμάτων, το οποία, αν και μπορεί να επιτρέπωνται, δεν είναι όμως και
18
19
αναγκαία. Και μαζεύοντας πάντα το νου σου, όσο μπορείς μέσα στον εαυτό σου, κάνε το αμαθή από τα πράγματα όλου του κόσμου τα πράγματα.
Τα μηνύματα, οι καινούργιες ειδήσεις και όλες οι μεταβολές και οι αλλοιώσεις, μικρές και μεγάλες του κόσμου και των βασιλείων, ας είναι για σένα τέτοιου είδους, σάν να μην υπάρχουν καθόλου.15 Αλλα και αν σου προσφέρωνται από τους άλλους, εναντιώσου σε αυτά, απομάκρυνε τα από την καρδιά και τη φαντασία σου. Ας είσαι δε προσεκτικός εραστής στο να καταλάβης τα πνευματικά και τα ουράνια, μη θέλοντας να γνωρίζης άλλο μάθημα στον κόσμο, παρά τον Εσταυρωμένο και τη ζωή του και τον θάνατο και το τι ζητάει αυτός από σένα· και βέβαια θα ευχαριστήσης πολύ τον Θεόν, ο οποίος έχει για εκλεκτούς και αγαπημένους του εκείνους που τον αγαπούν και φροντίζουν να κάνουν το θέλημα του.
Επειδή, κάθε άλλο ζήτημα και έρευνα, είναι εγωισμός και υπερηφάνεια, δεσμά και παγίδες του διαβόλου, ο οποίος σαν πανούργος, βλέποντας οτι η θέλησις εκείνων που προσέχουν στην πνευματική ζωή είναι δυνατή και ισχυρή, γυρεύει να νικήση το νου τους με τέτοιες περιέργειες, για να κυριεύση με αυτόν τον τρόπο και το ένα και το άλλο. Οποτε, συνηθίζει πολλές φορές να τους δίνη σκέψεις δήθεν υψηλές, λεπτές και περίεργες και μάλιστα στους εύστροφους στό νου και σε εκείνους που είναι εύκολοι να υψηλοφρονήσουν.
Γιατί αυτοί αιχμαλωτισμένοι από την ηδονή και τη συνομιλία εκείνων των υψηλών σκέψεων, στις οποίες νομίζουν ψεύτικα οτι απολαμβάνουν τον Θεό, ξεχνούν να καθαρίσουν την καρδιά τους και να προσέχουν στην ταπεινή γνώσι του εαυτού τους και στην αληθινή απονέκρωσι· και έτσι αφού δεθούν με το δεσμό της υπερηφάνειας, γίνονται είδωλο του ιδίου του νου τους· και στη συνέχεια, λίγο λίγο, χωρίς να το καταλάβουν, φθάνουν να λογαριάσουν, ότι δεν έχουν ανάγκη πλέον από την συμβουλή και τη νουθεσία των άλλων, επειδή συνήθισαν να προστρέχουν σε κάθε τους ανάγκη στό είδωλο της δικής τους κρίσεως· πράγμα, που είναι πολύ επικίνδυνο και δύσκολο να ιατρευθή· διότι η υπερηφάνεια του νου είναι πλέον περισσότερο επικίνδυνη απο εκείνη της θελήσεως.
Επειδή, η μεν υπερηφάνεια της θελήσεως, όντας φανερή στό νού, εύκολα θα μπορή καμιά φορά να ιατρευθή, υποτασσόμενη σ’ εκείνο που πρέπει. Ο νους όμως όταν έχη σταθερή γνώμη ότι η κρίσις του είναι καλύτερη από των άλλων, από ποιόν θα θα μπορή να ιατρευθή και πως να υποταχθή στην κρίσι των άλλων, εκείνος που
15 Για αυτό και ο μέγας Βασίλειος προστάζει, να είναι σε μας, σαν μιά πικρή γεύσι όλα τα κοσμικά διηγήματα· «ητω σοι πικρά γεύσις, η των κοσμικών διηγημάτων ακρόαση, κηρία δε μέλιτος, τα των οσίων ανδρών διηγήματα» (Λόγ. ασκητικ. περί άποταγ.)» και ο προφήτης Δαβίδ, λέει· «Διηγήσαντό μοι παράνομοι αδολεσχίας, αλλ’ ούχ ως ο νόμος σου Κύριε» (Ψαλμ. ριη’ 85). 19
20
δεν την έχει τόσον καλή σάν την δική του; Αν ο οφθαλμός της ψυχής, ο οποίος είναι ο νους, με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίση και να καθαρίση την υπερηφάνεια της θελήσεως, είναι ο ίδιος ασθενής, τυφλός και γεμάτος από υπερηφάνεια, ποιός έπειτα μπορεί να τον γιατρέψει; και αν το φως είναι σκοτάδι και ο κανόνας είναι λάθος, πως θέλει να φωτίση ή να διορθώση τα άλλα; Γι’ αυτό πρέπει να αντισταθής το γρηγορώτερο σε αυτή την επικίνδυνη υπερηφάνεια του μυαλού, προτού να διαπεράση μέσα στο νου των κοκκάλων σου και αντιστεκόμενος, βάλε χαλινάρι στην οξύτητα του νου σου και υπόβαλε τη δική σου γνώμη στη γνώμη των άλλων και γίνε ανόητος γιά την αγάπη του Θεού και θα είσαι σοφώτερος απο τον Σολομώντα· «Όποιος νομίζει ότι είναι σοφός με τα μέτρα αυτού εδώ του αιώνα, ας γίνη μωρός, για να γίνη πραγματικά σοφός» (Α΄ Κορινθ. 3,10).
Κ E Φ Α Λ Α Ι ΟΝ Ι΄.
Πώς πρέπει να εξασκούμε τη θέλησί μας για να θέλη σε ολες μας τις εσωτερικές και εξωτερικές πράξεις, ως τελειωτικό σκοπό μόνο την ευχαρίστησι του Θεού
Πέρα από την εκγύμνασι του νου σου πρέπει να κυβερνήσης και την θέλησί σου με τέτοιο τρόπο, που να μην την αφήσης να στρέφεται προς τις επιθυμίες της, και η οποία πρέπει να γίνη όλη ένα με την θέλησι του Θεού. Και σκέψου καλά οτι δεν είναι αρκετό σε σένα αυτό μόνο, το να θέλης και να ζητάς εκείνα που αρέσουν στον Θεό, αλλά επιπλέον ακόμη, και το να θέλης, ως κινούμενος από τον Θεό, και για μόνο το τέλος, να αρέσης σ’ αυτόν καθαρά. Για το σκοπό αυτό, εχουμε μεγαλύτερη φιλονεικία με τη φύσι, παρά για όλα τα παραπάνω που έχουμε πεί. Επειδή η φύσις μας παρεκλίνει μόνη της τόσο πολύ, που σε όλα τα πράγματα, μερικές φορές ακόμη και σε αυτά τα καλά και τα πνευματικά, ζητά την ανάπαυσί της και την ευχαρίστησί της και από αυτό, σαν τελείως ανυποψίαστα, τρέφεται με λαχτάρα σαν από τροφή.
Γι’ αυτό και όταν μας προσφέρωνται τα πνευματικά, αμέσως τα επιθυμούμε και τα βλέπομε όχι όμως παρακινημένοι από το θέλημα του Θεού ή για μόνον το να αρέσουμε στό Θεό, αλλά και για εκείνη την ευχαρίστησι και την χαρά, που προέρχεται σε μάς, θέλοντας εκείνα που θέλει ο Θεός. Αυτή η οποία πλάνη είναι τόσο περισσότερη κρυμμένη, όσο είναι απο μόνο του καλύτερο και πνευματικώτερο εκείνο που θελήσαμε. Γιατί δεν φθάνει μόνον το να θέλουμε εκείνα που θέλει ο Θεός, αλλά και το να τα θέλουμε, καθώς και όταν και όπως και γιατί 20
21
εκείνος τα θέλει16, ώστε και στο να επιθυμούμε και αυτόν τον ίδιο το Θεό, συνήθως βρίσκονται σ’ αυτό πολλές απάτες της δικής μας αγάπης, δηλαδή της φιλαυτίας. Επειδή πολλές φορές αποβλέπουμε περισσότερο στο δικό μας συμφέρον και καλό, παρά στο θέλημα του Θεού, ο οποίος για μόνο την δόξα του, ευαρεστείται και θέλει να τον αγαπάμε, να τον επιθυμούμε και να του κάνουμε υπακοή όπως είπαμε πρίν.
Λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, για να φυλαχθής από αυτό τον δεσμό, που εμποδίζει τον δρόμο της τελειότητας και για να προκόψης στό να θέλης και να κάνης κάθε σου πράξι για μόνο το θέλημα και τη δόξα και ευαρέστησι του Θεού και για να υπηρετής μόνον αυτόν (ο οποίος, σε κάθε μας πράξι και λογισμό, θέλει να είναι μόνος αυτός, η αρχή και το τέλος) χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο.
Οταν πρόκειται να επιχειρίσης καμμία πράξι, την οποία θέλει ο Θεός, η οποία είναι απλά καλή· μη στρέφης την επιθυμία σου αμέσως στο να την θέλης, αν πρώτα δεν υψώσης το νου σου στό Θεό, να δης αν είναι και θέλημα δικό του το να την θελήσης και αν αυτός έτσι θέλη και αν μέσα απο αυτή αρέσεις σε αυτόν μόνο. Και όταν σκεφθής ότι από αυτήν την θεία θέλησι είναι παρακινημένη η δική σου κλίσις, τότε να θέλης την πράξι εκείνη και να την πραγματοποιής, γιατί την θέλει ο Θεός και είναι για μόνο την δόξα και την υπακοή του.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν θέλης να αποστραφής εκείνο που δεν θέλει ο Θεός, δηλαδή το κακό, μην το αποστραφής αμέσως, αν πρώτα δεν προσηλώσης το βλέμα του νου σου στην θεία του θέλησι, η οποία θέλει να το αποστραφής για να αρέσης σε αυτόν. Γιατί η απάτη της φύσεως είναι πολύ λεπτή και για αυτό είναι σε λίγους γνωστή, επειδή αυτή αναζητάει κρυφά τον εαυτό της πάντα· και πολλές φορές κάνει να φαίνεται σε μάς, ότι ο δικός της σκοπός είναι να άρέσουμε μόνο στον Θεό, όμως δεν είναι έτσι η αλήθεια.
Γι’ αυτό συμβαίνει πολλές φορές να νομίζουμε εκείνο που θέλουμε, ή δεν θέλουμε για δικό μας συμφέρον ότι το θέλουμε ή δεν το θέλουμε για να αρέσουμε μόνο και μόνο στο Θεό. Λοιπόν, για να αποφύγουμε αυτή την απάτη, η καθ’ εαυτού θεραπεία είναι η καθαρότητα της καρδιάς, η οποία αποτελείται από το να αποβάλλουμε τον παλιό άνθρωπο και να ντυθούμε τον νέο (καί σε αυτό προσανατολίζεται όλος αυτός ο πόλεμος).
Ομως, για να σε μάθω την τέχνη να κάνης αυτό, άκουσε. Στην αρχή κάθε σου πράξεως πρέπει να βγης όσο μπορείς, από κάθε θέλημα δικό σου και να μη θελήσης ούτε να κάνης ούτε να αποστραφής κανένα πράγμα, αν πρώτα δεν καταλάβης οτι παρακινείσαι και παρασύρεσαι σε
16 Γι’ αυτό και ο Απόστολος μας παραγγέλλει να δοκιμάζουμε ποιό είναι το θέλημα του Θεού, όχι μόνο το αγαθό, αλλά και το ευάρεστο και σε όλες τις περιστάσεις τέλειο. «Να μεταμορφώνεσθε συνέχεια προς το καλό… για να διακρίνετε ποιο είναι το θέλημα του Θεού, το καλό και αρεστό στον Θεό και τέλειο» (Ρωμ. 12,2). Επειδή εάν μία μόνο περίστασι λείπει ή αν με όλη την προαίρεσι και δύναμί μας δεν κάνουμε το θέλημα του Θεού, είναι φανερό οτι ατελές και ελειπές αυτό και γίνεται και ονομάζεται.
21
22
αυτό, από μόνο την απλή θέλησι του Θεού. Και εάν σε όλα σου τα έργα τα εξωτερικά, και μάλιστα στα εσωτερικά της ψυχής, δεν μπορής να αισθάνεσαι ενεργεία πάντα αυτή την απο το Θεό παρακίνησι και ευαρέστησι17 τουλάχιστον να έχης την ευχαρίστησι να την έχης δυνάμει· δηλαδή, να έχης εσύ πάντα από μόνος σου άποψι αληθινή, να αρέσης μόνο στον Θεό σου σε κάθε σου έργο.
Στα έργα όμως που θα κρατήσουν κάποιο διάστημα, όχι μόνο στην αρχή είναι καλό να παρακινής τον εαυτό σου σε αυτή την ευχαριστία προς τον Θεόν, άλλα και έως τέλους έχεις χρέος να φροντίζεις να αναναιώνεις πολλές φορές αυτή με την υπενθύμηση γιατί18, αν δεν κάνεις έτσι, κινδυνεύεις να μπλεχτείς πάλι στο δεσμό της φυσικής αγάπης του εαυτού σου, ή οποία, με το να παρεκλίνει περισσότερο στον εαυτό της παρά στο Θεό, συνηθίζει πολλές φορές με το διάστημα του χρόνου, να μας κάνει να αλλάζουμε αστόχαστα τα πράγματα και να μεταβάλουμε τα τέλη και τους πρώτους σκοπούς μας.
Οπότε, όποιος δεν προσέχει καλά σ’ αυτό, αρχίζει πολλές φορές να κάνη κανένα έργο, με σκοπόν για να αρέση μόνο στον Κύριό του· αλλ’ έπειτα, μετά απο ολίγο, οδηγείται χωρίς να το καταλαλάβη, να του αρέση και αυτού αυτό με την δική του θέλησι , έτσι που λησμονεί το θείο θέλημα· και δένεται τόσο πολύ με την ευχαρίστησι εκείνου του έργου, που αν ο ίδιος ο Θεός τον εμποδίση με κάποια ασθένεια ή με πειρασμό δαιμόνων και ανθρώπων ή με άλλο μέσο κανενός κτίσματος, αυτός συγχίζεται ολόκληρος και ταράσσεται και μερικές φορές κατακρίνει τον ένα και τον άλλον, ότι του στάθηκαν εμπόδιο (για να μην πώ πως γογγύζει και κατά του ιδίου του Θεού καμμία φορά), πράγμα το οποίο είναι σημείο ολοφάνερο, οτι η κρίσις του δεν ήταν όλη του Θεού, αλλά γενήθηκε από την σάπια και διεφθαρμένη ρίζα της φιλαυτίας.
Γιατί εκείνος που κινείται για μόνο το θέλημα και την ευχαριστία του Θεού, δεν προτιμά περισσότερο το ένα έργο από το άλλο, ούτε αν είναι το ένα είναι υψηλό και μεγάλο, και το άλλο ταπεινό και μικρό αλλά εξ ίσου θέλει και τα δύο, γιατί είναι αρεστά στο Θεό για το
17 Το να αίσθανώμαστε ενεργή την απο το Θεό παρακίνησι, αυτό γίνεται ή με θεϊκό φωτισμό και νοερή φώτισι, με τα οποία αποκαλύπτεται στους καθαρούς το του Θεού θέλημα θεωρητικά, ή με εσωτερική έμπνευσι του Θεού με λόγο· ή με αλλες ενέργειες της θείας χάριτος που ενεργούνται στη καθαρή καρδιά, τα οποία είναι μία ζεστασιά που δίνει ζωή, μία χαρά άρρητη, σκιρτήματα πνευματικά, κατάνυξι, καρδιακά δάκρυα, θεία αγάπη και τα άλλα θεοφιλή και μα-κάρια πάθη, τα οποία πετυχαίνονται όχι με την θέλησι τη δική μας, αλλά απο το Θεό, ετεροκίνητα και παθητικά· μέσα απο την αίσθησι λοιπόν αυτών όλων πληροφορούμαστε, οτι εκείνο που ζητάμε να κάνουμε είναι κατά το θέλημα του Θεού. Προτύτερα όμως από αυτά, έχουμε χρέος για το θέμα μας να κάνουμε προς τον Θεό θερμότατη και καθαρή προσευχή και μία φορά και δύο και πολλές φορές.
18Γι’ αυτό και ο θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης έγραφε: «Πρόσεχε και στην πρόθεσι· δηλαδή τηνπροαίρεσί σου) με ακρίβεια ερεύνα κάθε ώρα που κίνει· εάνκάθεσαι ησυχάζοντας κατά Θεόν, γι’ αυτό το καλό ή γι ατην ψυχική ωφέλεια, είτε ψάλλεις είτε μαλετάς, είτε προσεύχεσαι, είτε ργαζόμενος κάποια αρετή γι αν αμή συλληφθής χωρίς να ξέρης τι κάνεις» (Κεφ. ιβ’. Φιλοκαλ.).
22
23
καιρό ή για τη μέθοδο ή για άλλη κάποια περίστασι που εκείνος μόνος γνωρίζει· οπότε αυτός, είτε το σημαντικό και μεγάλο έργο παίρνει στα χέρια του, είτε το ταπεινό και μικρό, μένει το ίδιο ειρηνικός και αναπαυμένος· γιατί με κάθε τρόπο απολαμβάνει το σκοπό του που ήταν να φανή ευάρεστος στό Θεό σε όλα τα έργα του, είτε στη ζωή είτε στο θάνατο. «Γι’ αυτό και αγωνιζόμαστε με ζήλο, γι αν αείμαστε ευάρεστοι στον Θεό, είτε μείνουμε στο σώμα, είτε φύγουμε από αυτό» (Β’ Κορινθ. 5,9). Οπότε, αγαπητέ, ας είσαι πάντα προσεκτικός και συνεσταλμένος στον εαυτό σου και προσπάθησε να κατευθύνης τις πράξεις σου σε αυτό το τελικό σκοπό.
Εάν πάλι και καμιά φορά παρακινηθής από την επιθυμία της ψυχής σου να κάνης το καλό για να αποφύγης τους τόπους τιμωρίας και για να απολαύσης τον Παράδεισο, μπορείς ακόμη και σε αυτό να σκεφτείς για τελευταίο σκοπό σου την ευαρέστησι και επιθυμία του Θεού, ο οποίος θέλεις να μπής στη βασιλεία του και να μην πάς στόν Αδη. Αυτή την αιτία, δηλαδή το τέλος, δεν είναι δυνατό να γνωρίση κανείς σωστά, πόση εξουσία και δύναμι έχει.
Γιατί ένα έργο, ας είναι πολύ ταπεινό, ας είναι πολύ μικρό, όμως οταν γίνεται με σκοπό για να αρέση μόνο στο Θεό και στη δόξα του, αξίζει απείρως περισσότερο (για να πώ έτσι), από άλλα πολλά έργα σπουδαία, ένδοξα και πολύ μεγάλα, που γίνονται χωρίς αυτό το σκοπό· έστι κοντά στο Θεό περισσότερο ευχάριστο είναι ένα μόνο λεπτό. όταν το δώσης σε ένα φτωχό, για αυτή μόνη την αιτία για να αρέσης στη Θεία του μεγαλωσύνη, παρά το να ξεγυμνωθής απο ολα τα πολλά υπάρχοντά σου, όταν το κάνης με κάποιον άλλο σκοπό και αν το κάνης γιά να απολαύσης τα ουράνια αγαθά, τα οποία είναι σκοπός όχι απλά καλός, αλλά και πολύ επιθυμητός. Αυτή η εξάσκησις την οποία πρέπει να κάνης σε κάθε σου πράξι, το να έχης δηλαδή ένα σκοπό, να αρέσεις μόνον στο Θεό, η άσκησις λέω αυτή, και στην αρχή θα σου φανή δύσκολη, όμως μετά απο αυτά θα σου γίνη εύκολη, ένα μεν από την χρησιμοποίησι της υποθέσεως και άλλο δέ, από το να επιθυμής πάντα το Θεό και γι’ αυτόν να αναπνέης με ζωντανή διάθεσι της καρδιάς σου, σάν σε τελειότατο και μοναδικό αγαθό, το οποίο είναι άξιο για μόνο τον εαυτό του να αναζητήται από όλα τα δημιουργήμτα και να υπηρετήται και να αγαπάται περισσότερο από κάθε άλλο.
Αυτός ο λογαριασμός της άπειρης αξιομισθίας του Θεού, όσο γίνεται πιό πολύ βαθύς και πιό πολύ συνεχώς, τόσο θα είναι και πιό πολύ θερμές και συνεχείς οι παραπάνω αναφερόμενες πράξεις της θελήσεώς μας. Και έτσι, πιό πολύ ευκολώτερα και γρηγορότερα θα αποκτήσουμε την συνήθεια να κάνουμε κάθε μας πράξι μόνο για την αγάπη και ευχαρίστησι του Δεσπότου εκείνου, που μόνος είναι άξιος να αγαπάται. Τελευταία, αν θέλης να καταλάβης αν ο Θεός σε παρακινή σε κάθε σου πράξι, πρέπει να ζητήσης αυτό από τον Θεό με θερμή προσευχή, παρακαλώντας τον να σου προσθέση ακόμη και αυτή τη χάρι κοντά στις 23
24
άλλες αναρίθμητες ευεργεσίες και χάρες που σου έκανε και σου κάνει συνέχεια, για μόνον την αγάπη και χωρίς κανένα κέρδος δικό του.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄.. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄.
Αρέσει σε %d bloggers: