ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’.

Σε τι βρίσκεται η χριστιανική τελειότητα. Για να την αποκτήση κάποιος, πρέπει να πολεμά. Τα τέσσερα αναγκαία σ’ αυτόν τον πόλεμο.
Το μεγαλύτερο και τελειότερο κατόρθωμα, που μπορεί να πη ή να συλλογισθή ο άνθρωπος, είναι το να πλησίαση κάπως στο Θεό και να ενωθεί με αυτόν. Λοιπόν, εάν εσύ, αγαπητέ μου εν Χριστώ αναγνώστη, επιθυμείς να φθάσης σε αυτήν την κορυφή, πρώτα πρέπει να γνωρίσης, απο τι αποτελείται η πνευματική ζωή και η χριστιανική τελειότητα1. Γιατί, είναι πολλοί, που λένε, πως αυτή η ζωή και η τελειότητα βρίσκεται στις νηστείες, στις αγρυπνίες, στις γονυκλισίες, στις χαμαι-κοιτίες και σε άλλες παρόμοιες σκληραγωγίες του σώματος. Αλλοι πάλι λένε πως βρίσκεται στις πολλές προσευχές και στις μεγάλες ακολουθίες. Και άλλοι πολλοί νομίζουν, ότι η τελειότητα βρίσκεται ολόκληρη στη νοερά προσευχή2, στη μοναξιά και στην αναχώρησι, στη σιωπή και στην εκπαίδευσι με τον κανόνα· δηλαδή, το να βαδίζουν με τον κανόνα και το μέτρο, και ούτε να φτάνουν σε υπερβολές, ούτε σε ελλείψεις. Οι αρετές όμως αυτές, μόνες τους, δεν είναι αυτό που ζητάμε ως χριστιανική τελειότητα, αλλά είναι άλλοτε μέσα και όργανα, για να απολαύση κάποιος την χάρι του Αγίου Πνεύματος, άλλοτε πάλι είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος.
Καί ότι μεν είναι πολύ δυνατά όργανα, για την απόλαυσι της χάρης του Αγίου Πνεύματος, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, γιατί βλέπουμε πολλούς ενάρετους που τα μεταχειρίζονται όπως πρέπει, με αυτό τον
1 Ή τελειότητα των χριστιανών απαιτείται σαν εντολή και παραδίδεται στην Καινή Διαθήκη γιατί λεγει ο Κύριος· «να είσθε τέλιοι, όπως ακριβώς είναι και ο Πατέρας σας» (Ματθ. 5,48). Και ο Παύλος λέει «τη κακία νηπιάζετε, ταίς δε φρεσί τέλειοι γίνεσθε» (Α’ Κορινθ. 14,20)· και πάλι «να είσθε τέλειοι και να εκπληρώνετε σ εόλα το θέλημα του Θεού» (Κολοσ. 8,12). Και πάλι· «Στην τελειότητα ας οδηγούμαστε» (Εβρ. 6,1). Προανεκηρύχθηκε αυτή σαν εντολή στην Παλαιά Διαθήκη, γιατί λέει στους Ιουδαίους ο Θεός στο Δευτερονόμιο: «Να είσαι τέλειος απέναντι Κυρίου του Θεού σου» (18,18). Και ο Δαβίδ διατάζει τα ίδια στον υιό του τον Σολομώντα. «Καί τώρα παιδί μου Σολομώντα, να γνωρίσης τον Θεό των πατέρων σου και να τον υπηρετήσης με όλη σου την καρδιά και προθυμία ψυχής» (Α’ Παραλ. 28,9). Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι απαιτεί ο Θεός απο ολους τους χριστιανούς να ασκούν και να είναι γεμάτοι απο την τελειότητα, δηλαδή ζητάει απο μάς ο Θεός, να γίνουμε τέλειοι σε όλες τις αρετές.
2 Για αυτή βλέπε πιό κάτω στο μς’ κεφάλαιο.
6
σκοπόν, για να αποκτήσουν δηλαδή ισχύ και δύναμι κατά της κακίας και της χαλαρότητας, για να δυναμώνουν εναντίον των πειρασμών και της πλάνης των τριών κοινών εχθρών, δηλαδή της σάρκας, του κόσμου και του διαβόλου, για να παίρνουν από εκείνες την πνευματική βοήθεια, που είναι αναγκαίες σε όλους τους δούλους του Θεού, και μάλιστα στους αρχαρίους, και απλά, για να αξιωθούν να πάρουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος· δηλαδή, «ΙΙνεύμα γνώσεως και ευσεβείας· ΙΙνεύμα βουλής και ισχύος· Πνεύμα σοφίας και συνέσεως· ΙΙνεύμα φόβου Θεού», καθώς τα απαριθμεί ο Ησαΐας (11,2).
Οτι αυτές οι πράξεις είναι και καρπός του Πνεύματος και έχουν ως αποτέλεσμα την «αγάπη, χαρά, πίστι, εγκράτεια» (Γαλ. 5,22), όπως είπε ο Παύλος, και αυτό είναι χωρίς αμφιβολία. Γιατί οι πνευματικοί άνδρες παιδεύουν το σώμα με αυτές τις σκληραγωγίες, γιατί λύπησε τον Ποιητή του3 και για να το κρατάνε πάντα ταπεινωμένο και υποτεταγμένο στο να εργάζεται τα του Θεού. Σιωπούν και μονάζουν, για να αποφεύγουν και την παραμικρή λύπη προς τον Θεό. Προσεύχονται και προσέχουν στη λατρεία του Θεού και στα έργα της ευσέβειας, για να έχουν το πολίτευμά τους στους ουρανούς· μελετάνε τη ζωή και το πάθος του Κυρίου μας, όχι για τίποτα άλλο, παρά να γνωρίσουν περισσότερο την δική τους κακία, και την αγαθότητα και ευσπλαγχνία του Θεού, ακολουθούν τον Ίησού Χριστό με το να απαρνούνται τον εαυτό τους και με το σταυρό στους ώμους, για να θερμαίνωνται περισσότερο στην αγάπη του Θεού και στο μίσος του εαυτού των.
Οι αρετές όμως που αναφέρθηκαν, μπορούν να προξενήσουν σε εκείνους, που θέτουν όλο τους το βάρος σε αυτές, περισσοτέρη βλάβη από τις φανερές αμαρτίες· όχι εξαιτίας αυτών (γιατί, αυτές είναι όλες αγιώτατες), αλλ’ εξ αιτίας εκείνων που τις μεταχειρίζονται, επειδή, αυτοί προσέχοντας σ’ αυτές μόνο, αφήνουν την καρδιά τους να τρέχη στα δικά τους θελήματα και τα θελήματα του διαβόλου, ο οποίος βλέποντας τους πως πηγαίνουν από τον ευθύ δρόμο, τους αφήνει όχι μόνον να αγωνίζωνται μέ χαρά σε αυτούς τους σωματικούς αγώνες, αλλά ακόμη να επεκτείνωνται, με τον μάταιο λογισμό τους, και ως στα μεγαλεία του Παραδείσου. Όθεν και νομίζουν οι τοιούτοι πως υψώθησαν μέχρι τα τάγματα των Αγγέλων και πως αισθάνονται τον Θεό
3 Σημείωσε, ότι, κατά τους θεολόγους, βλάβη του Θεού λέγεται, κάθε αμαρτία απλά, γιατί βλάπτει, πληγώνει και εναντιώνεται στο Θεόν. Και κατα το οτι αυτή μεν δεν υπάρχει σαν ζωντανός οργανισμός, βλάπτει και έναντιώνεται στο είναι του Θεού, και καθότι είναι κακό, βλάπτει την αγαθότητα του Θεού, καθότι είναι ασθένεια και αδυναμία, βλάπτει την δύναμί του, καθότι αγνωσία, βλάπτει την σοφία του. Και απλά, καθότι αυτή είναι και λέγεται ατελειότητα και παράλλειψη, βλάπτει και έναντιώνεται στις άπειρες τελειότητες του Θεού και καθότι παράβαση και ανομία βλάπτει και πληγώνει τους νόμους και τις εντολές του Θεού και καθώς, κάθε λόγος εναντίον του Θεού, ονομάζεται βλασφημία, γιατί βλάπτει την φήμη και το όνομα του Θεού, έτσι και κάθε αμαρτία βλάβη λέγεται του Θεού, όχι μόνο γιατί απο μόνη της εναντιώνεται σαν μεγαλύτερο κακό στο μεγαλύτερο κακό, άλλά γιατί και σαν γίνεται στα κτίσματα του Θεού, κάνει να βλασφημήται ο Κτίστης αυτών, πως είναι και αυτός τέτοιος κακός, και στη συνέχεια οτι έκτισε και τέτοια κακά· καθώς και η αρετή των κτισμάτων, κάνει να δοξάζεται και ο Κτίστης τους.
6
7
μέσα τους· και κάποτε, βυθισμένοι μέσα σε κάποιες σκέψεις και λογισμούς περιέργους και υψηλούς, νομίζουν πως άφησαν σχεδόν τον κόσμο αυτόν και αρπάγησαν μέχρι τον τρίτο ουρανό.
Αλλα, σε πόσα σφάλματα είναι μπλεγμένοι αυτοί και πόσο είναι μακριά από την αληθινή τελειότητα, μπορεί να το καταλάβη ο κάθε ένας από την ζωή και τα ήθη τους. Γιατί, αυτοί θέλουν να προτιμούνται από τους άλλους σε κάθε τι που υπάρχει· είναι ιδιόρρυθμοι και ισχυρογνώμονες στο θέλημά τους είναι, τυφλοί σε όλα τα δικά τους, με επιμέλεια όμως εξετάζουν τους λόγους και τις πράξεις των άλλων, αν τους αγγίξη κάποιος λίγο στη μάταιη υπόληψι της τιμής τους, που αυτοί νομίζουν πως έχουν και που (σε υπόληψι) θέλουν να τους έχουν και οι άλλοι· ή εάν τους εμπόδιση κάποιος από κείνες τις ευλάβειες και τις αρετές, με τις οποίες καταπιάνονται (ο Θεός να φυλάει!) αμέσως συγχύζονται, αμέσως ανάβουν όλοι από θυμό και γίνονται έξαλλοι.
Καί, αν ο Θεός θέλοντας να τους φέρη σε ακριβή γνώσι του εαυτού τους και στον αληθινό δρόμο της τελειότητας, τους στείλη θλίψεις και αρρώστειες ή παραχωρήση να τους έρθουν διωγμοί (οι οποίοι είναι το δοκιμαστήριο που δοκιμάζει τους γνήσιους και αληθινούς δούλους του), τότε φανερώνουν τα κρυφά της καρδιάς τους, πως είναι διεφθαρμένοι από την υπερηφάνεια. Γιατί, σε κάθε λυπηρό γεγονός που συμβαίνει, δεν θέλουν να ακολουθήσουν το θέλημα του Θεού, μένουν αναπαυμένοι στις δίκαιες, αν και κρυφές κρίσεις του Θεού, ούτε θέλουν κατά το παράδειγμα του ταπεινωθέντα και παθόντα Υιού αυτού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, να ταπεινωθούν κάτω απο όλα τα κτίσματα, εχοντας για αγαπητούς φίλους τους τους διώκτες, σαν όργανα της θείας αγαθότητας και συνεργούς της σωτηρίας τους.
Οπότε είναι φανερό πως βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο. Γιατί, έχοντας το εσωτερικό μάτι, δηλαδή τον νου τους, σκοτεινό, βλέπουν με εκείνο τον εαυτόν τους· και σκεπτόμενοι να πετύχουν τις εξωτερικές πράξεις που κάνουν, πως είναι καλές, νομίζουν πως έφτασαν στην τελειότητα· και κατά αυτόν τον τρόπο υπερηφανευόμενοι, κατακρίνουν τους άλλους. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να αλλάξη άλλος κάποιους απο αυτούς, πάρα μόνο μία ξεχωριστή βοήθεια του Θεού. Γιατί ευκολώτερα μετατρέπεται στό καλό ο φανερός αμαρτωλός, παρά ο απόκρυφος και σκεπασμένος με το κάλυμμα των φαινομενικών αρετών.
Τώρα λοιπόν που γνώρισες πολύ καλά οτι η πνευματική ζωή και η τελειότητα δεν στέκεται σε αυτές τις αρετές, που είπαμε, γνώριζε ότι δεν αποτελείται από άλλα παρά από4 στην γνώσι της αγαθότητας και
4 Βλέπε αγαπητέ, πόσο άριστη είναι η τάξι και η μέθοδος, που μεταχειρίζεται αυτό το βιβλίο. Επειδή κάθε τάξι και τέχνη, από το σκοπό της γνωρίζεται, σύμφωνα με το φιλοσοφικό αξίωμα και το τέλος που προκατασκευάζεται και στοχεύεται σύμφωνα με την διάνοια, αρχή γίνεται και λόγος της εργασίας και της επιχειρήσεως κάθε πράγματος· γιά αυτό και το βιβλίο αυτό, πρίν απο κάθε τι άλλο, προσθέτει εδώ στην αρχή, την τελειότητα και το σκοπό όλου αυτού του αοράτου πολέμου, ώστε γνωρίζοντάς τα όλοι εκείνοι που πρόκειται να πολεμήσουν, να μην 7
8
της μεγαλειότητας του Θεού και της δικής μας μηδεναμηνότητας και κλίσεως σε κάθε κακό στη αγάπη του Θεού και στο μίσος του εαυτού μας· στην υποταγή, όχι μόνο του Θεού, άλλα και όλων των κτισμάτων, για την αγάπη του Θεού1 στην αποστροφή κάθε δικού μας θελήματος, τέλειας υπακοής στό Θείο θέλημα· και ακόμη, να τα θέλουμε όλα αυτά και να τα κάνουμε ξεκάθαρα για τη δόξα του Θεού5 και μόνο για να αρέσουμε σε αυτόν, και γιατί έτσι θέλει και αυτός και έτσι πρέπει να τον αγαπάμε και να τον υπηρετούμε.
Αυτός είναι ο νόμος της αγάπης, αυτός που έχει γραφτεί από το χέρι του ίδιου του Θεού στις καρδίες των πιστών δούλων του. Αυτή είναι η απάρνησις του εαυτού μας, την οποία ζητεί από εμάς ο Θεός. Αυτός είναι ο γλυκός ζυγός του Ιησού και το φορτίο του το ελαφρό. Αυτή είναι η υποταγή στο θέλημα του Θεού, στην οποία μας προσκαλεί ο λυτρωτής μας και Διδάσκαλος με το δικό του παράδειγμα και με τη φωνή του6.
Λοιπόν, εσύ αδελφέ, που επιθυμείς να φθάσης στό ύψος αυτής της τελειότητας, επειδή και είναι ανάγκη να κάνης μία ακατάπαυστη πάλη με τον εαυτό σου, για να νικήσης γενναία και να εξουδετερώσης όλα τα θελήματα μεγάλα και μικρά, αναγκαστικά, πρέπει να ετοιμασθής με κάθε προθυμία της ψυχής σου σε αυτό τον πόλεμο (γιατί, το στεφάνι δεν δίνεται σε άλλο, παρά μόνο στον γενναίο πολεμιστή)· ο οποίος πόλεμος, καθώς είναι δυσκολώτερος από κάθε άλλο πόλεμο (γιατί πολεμώντας εναντίον του εαυτού μας, πολεμούμαστε από τον ίδιον τον εαυτό μας), έτσι και η νίκη που πετυχαίνουμε σε αυτόν, θα είναι ενδοξότερη από κάθε άλλη, και περισσότερο ευπρόσδεκτη στόν Θεό. Γιατί αν θελήσης να θανατώσης τα άτακτα πάθη σου, και τις επιθυμίες και θελήματά σου, θα αρέσης στόν Θεό περισσότερο, και θα τον υπηρετής καλύτερα, παρά να μαστιγώνεσαι μέχρι να βγάλης αίμα, και να νηστεύης περισσότερο από τους παλιούς ερημίτες, και παρά να επέστρεφες στο καλό χιλιάδες ψυχές, όντας εσύ κυριευμένος από τα πάθη7.
πλανηθούν με τίποτα άλλο, αλλά να κατευθύνωνται προς αυτό, σάν σε σημείο και προς μία κατεύθυνσι να οδηγούν όλες τις πράξεις τους.
5 Γι’ αυτό και ο θείος Απόστολος διατάζει να κάνουμε γενικά όλα μας τα έργα για μόνο την δόξαν του Θεού λέγοντας «Είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε κάτι άλλο κάνετε, όλα να τά κάνετε για την δόξα» (Α’ Κορ. 10,31).
6 Και αληθινά, το να υποτασσώμαστε στο θέλημα τού Θεού πάντα και να προτιμάμε αυτό από το δικό μας, και με την φωνή του μας το εδίδαξε ο αρχηγός και τελειωτής της σωτηρίας μας Ιησούς, ο οποίος μας παράγγειλε να προσευχώμαστε και να λέμε «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς … γεννηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης» (Ματθ. 6,10), και με το παράδειγμά του, γιατί και στην αρχή της ζωής του, αμέσως που μπήκε στο κόσμο, το θέλημα του Θεού εζήτησε να κάνη κατά τον Παύλο που λέει: «Να,έρχομαι νακάνω το θέλημά σου» (Έβρ. 16,9)· και στο μέσον του Ευαγγελίου του, αυτό έλεγε «κατέβηκα από τον ουρανό, όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα εκείνου που μ’ έστειλε» (Ίωάν. 6,38)· και στο τέλος της ζωής του, αυτό το ίδιο εσφράγισε λέγοντας, στην προσευχή· «Πάτερ, ας μη γίνη το δικό μου θέλημα, αλλά το δικό σου» (Λουκ. 22,42).
7 Τα ίδια σχεδόν λέει και ο άββας Ισαάκ (λογ. κγ’), όπου λέει: «Είναι καλλίτερο να λύσης τονεαυτό σου από τον σύνδεσμο της αμαρτίας, παρά νε ελευθερώσης δούλους από την δουλεία»· και αλλά πολλά σύμφωνα με αυτά που εξηγούνται εδώ (ανάγνωσε και τον νς’ λόγο του ιδίου)
8
9
Γιατί, αν κι ο Θεός αγαπά περισσότερο την επιστροφή των ψυχών, από τη νέκρωσι ενός μικρού θελήματος, όμως εσύ, αγαπητέ, δεν πρέπει να θέλης, ούτε να κάνης τίποτα άλλο βασικώτερο, απο εκείνο που ο Θεός ζητά, και θέλει πλέον αποκλειστικά απο σένα· γιατί αυτός, βεβαιότατα, καλύτερα ευχαριστείται στο να αγωνίζεσαι για να απονεκρώσης εσύ τα δικά σου πάθη, παρά στο να κάνης οποιοδήποτε άλλο πράγμα, και ας είναι μεγάλο και σπουδαίο, παραβλέποντας τα πάθη σου.
Τώρα λοιπόν, που έμαθες απο τι αποτελείται η χριστιανική τελειότητα και ότι για να την αποκτήσης πρέπει να έχης ένα παντοτινό και σκληρότατο πόλεμο εναντίον του εαυτού σου, είναι ανάγκη να προμηθευθής τέσσερα πράγματα, σαν οπλισμό πολύ ασφαλή και αναγκαίο, για να γίνης νικητής σε αυτόν τον αόρατο πόλεμο και να λάβης το στεφάνι. Και αυτά είναι: α’) το να μην εμπιστεύεσαι ποτέ τον εαυτόν σου, β’) το να έχης πάντα όλο σου το θάρρος και την ελπίδα στο Θεό γ’) το να αγωνίζεσαι πάντα· και δ’) το να προσεύχεσαι. Για αυτά θέλω να σου μιλήσω ξεχωριστά, συν Θεώ, σύντομα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄.
Δεν πρέπει να εμπιστευώμαστε, ούτε να δίνουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας.
Το να μην εμπιστεύεσαι τον εαυτόν σου8, αγαπητέ μου αδελφέ, είναι τόσο αναγκαίο σε αυτόν τον πόλεμο, που χωρίς αυτό, να είσαι βέβαιος, ότι, όχι μόνον δεν θα μπορέσεις να πετ΄θχεις τη νίκη που επιθυμείς, άλλ’ ούτε καν να αντισταθείς στο παραμικρό και αυτό, ας τυπωθεί καλά στο νου σου.
Γιατί, εμείς πράγματι, όντας φυσικά διεφθαρμένοι απο τη φύσι μας από τον καιρό της παραβάσεως του Αδάμ, εχουμε σε μεγάλη υπόληψι τον εαυτό μας, η οποία αν και δεν είναι αλήθεια, παρά ένα ψέμα και τίποτα άλλο, εμείς όμως, νομίζουμε με μία απατηλή εντύπωση, πως
8 Ο προφήτης Ιερεμίας καταραμένο ονομάζει και αποστάτη του Θεού, εκείνον που θαρρεύεται και ελπίζει στον εαυτό του λέγοντας: «Τάδε λέγει Κύριος· Επικατάρατος ος την ελπίδα εχει επ’ άνθρωπον και στηρίσει σάρκα βραχίονος αυτού έπ’ αυτόν, και από Κυρίου αποστή η καρδιά αυτου» (ιζ’ 5). Αυτό το ρητό ερμηνεύοντας ο μέγας Βασίλειος λέγει οτι για αυτόν, που εχει την ελπίδα αυτού πάνω σε άνθρωπο, φανέρωσε ο προφήτης το να μην έλπίζουμε σε άλλον· με το να να στηρίζη τη σάρκα ο βραχίονας αυτού, εφανέρωσε το να ελπίζουμε στον εαυτό μας· και τα δύο δε αυτά τα ωνόμασε αποστασία από τον Θεόν (βλ. κατά πλάτος, μβ’). Και με άλλον τρόπο το ρητό αυτό ερμηνευόντας, συμπεραίνει οτι είναι καταραμένος και αποστάτης, εκείνος, που ελπίζει στον εαυτό του. Γιατί, λέει, οτι όποιος ελπίζει στον άνθρωπο είναι καταραμένος και του Θεού αποστάτης. Βλέπε και εδώ πόσο άριστη είναι η τάξις, που χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό, γιατί αρχίζει τον πόλεμο από την φιλαυτία, η οποία είναι η προκαταρκτική αιτία και η ρίζα και η αρχή όλων των άλλων παθών και κακιών.
9
10
είμαστε κάποιοι.9 Αυτό είναι ένα ελάττωμα, που πολλύ δύσκολα αναγνωρίζεται, και που δεν αρέσει στό Θεό, ο οποίος αγαπά να εχουμε εμείς μία γνώσι χωρίς δόλο γι’ αυτή την βεβαιότατη αλήθεια.
Δηλαδή, να ξέρουμε, οτι κάθε χάρι και αρετή που έχουμε, προέρχεται από αυτόν μόνο, που είναι η πηγή κάθε αγαθού και οτι, από μάς, δεν μπορεί να προέλθη κανένα καλό, ούτε κανένας καλός λογισμός, που να του αρέση. Αν και αυτή η αναγκαιότατη αλήθεια (δηλαδή, το να μη πιστεύουμε στον εαυτόν μας) είναι έργο του θεϊκού του χεριού, που συνηθίζει να το δίνη στους αγαπημένους του φίλους, πότε με εμπνεύσεις και φωτισμούς, πότε με σκληρά μαστιγώματα και θλίψεις, πότε με βίαιους και σχεδόν ανίκητους πειρασμούς, και πότε με άλλα μέσα, που εμείς δεν καταλαβαίνουμε· με όλα αυτά, θέλει να γίνεται και απο μέρους μας εκείνο, που ανήκει, και είναι δυνατόν σε μάς. Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφέ μου, σου σημειώνω εδώ τέσσερεις τρόπους, με τους οποίους μπορείς, με τη βοήθεια του Θεού, να πετύχης αυτή την αμφιβολία του εαυτού σου, δηλαδή, το να μην εμπιστεύεσαι ποτέ τον εαυτό σου.
Ο α’ είναι το να γνωρίσης την μηδαμινότητά σου10 και να σκεφθής, οτι απο μόνος σου δεν μπορείς να κάνης κανένα καλό, για το οποίο να γίνης άξιος της βασιλείας των ουρανών.
Ό β’ το να ζητής για αυτό πολλές φορές βοήθεια από τον Θεό με θερμές και ταπεινές δεήσεις, επειδή αυτό είναι χάρισμα δικό Του· και αν θέλης να το πάρης, πρέπει πρώτα να σκεφθής τον εαυτό σου, όχι μόνο γυμνό από αυτή τη γνώσι του εαυτού σου, αλλά και κατά τα πάντα αδύνατο να την απόκτησεις· έπειτα, να μιλάς με οικειότητα πολλές φορές μπροστά στη μεγαλειότητα του Θεού, και πιστεύω σταθερά, εξ αιτίας του πελάγους της ευσπλαγχνίας του, θα σου την δώση, όταν αυτός γνωρίση, μην αμφιβάλλης καθόλου, οτι θα την απολαύσεις.
9 Το να νομίζουμε οτι είμαστε κάποιοι, αυτό ονομάζεται υπερηφάνεια (οίησις), η οποία είναι ένα πάθος, που γεννιέται μεν από την φιλαυτία, γεννά δε αυτά πάλι και γίνεται ρίζα και αρχή και αιτία όλων των άλλων παθών τόσο δέ λεπτό και κρυφό πάθος είναι η οίησις αυτή, σε τρόπο πού, για την πολλή λεπτότητα του, ούτε το αισθάνονται καθόλου εκείνοι που το έχουν· όσο όμως είναι λεπτό και κρυφό, τόσο είναι και μεγάλο κακό. Γιατί, την πρώτη εκείνη πόρτα του νού, από την οποία πρόκειται να μπη η χάρις του Θεού και να κατοικήση στον ανθρωπον, αυτό το καταραμένο πάθος στέκεται και την κλείνει και δεν αφήνει την χάρι να μπη, η οποία δίκαια αναχωρεί1 γιατί πως μπορεί να ερθει η χάρις να φωτίση ή να βοηθήση τον άνθρωπο εκείνο, που νομίζει πως είναι κάτι μεγάλο; πως είναι σοφός; και πως δεν έχει ανάγκη από άλλη βοήθεια; ο Κύριος να μας λυτρώση από τέτοιο εωσφορικό πάθος και αρρώστια, αυτούς που έχουν το πάθος αυτό της περηφανίας· την βασανίζει ο Θεός με τον προφήτη, λέγοντας· «Αλοίμονο σ’ εκείνου ςπου νομίζουν ότι είναι σοφοί» (Ήσ. 5,21)· και ο Απόστολος μας παραγγέλνει αυτό· «Μην έχετε την ψευδαίσθησι ότι είσθε σοφοί» (Ρωμ. 12,16)· και ο Σολομώντας «Μη νομίζης σοφό τον εαυτό σου» (Παρ. 3,7).
10 Γι’ αυτό λέει ο θείος Χρυσόστομος, οτι όποιος νομίζει τον εαυτό του ότι δεν είναι τίποτα, εκείνος περισσότερο από όλους γνωρίζει τον εαυτόν του· «ούτος μάλιστα εστίν ο εαυτόν ειδώς, ό μηδέν εαυτόν είναι νομίζων». Ο δε θείος Μάξιμος «Αρετής όρος εστίν, ή της ανθρωπινής ασθενείας κατ’ έπίγνωσιν προς την θείαν δύναμιν ενωσις» (κεφ. οθ’ της ι’ εκατονταδ. Φιλοκαλ.). Ό δε Πέτρος ο Δαμασκηνός· «ουδέν κρειττον του γνώναι την οικείαν ασθένειαν και αγνωσίαν, ουδέ χείρον του ταύτην αγνοείν» (Φιλοκ. σελ. 611. Περί του μη απογινώσκειν). 10
11
Ό γ’ τρόπος, είναι το να συνηθίσης να φοβάσαι πάντα τον εαυτό σου· να φοβάσαι τους αναρίθμητους εχθρούς, στους οποίους, δεν είσαι δυνατός να κάνης ούτε την παραμικρή αντίστασι, να φοβάσαι τη πολύ δυνατή τους συνήθεια στο να πολεμούν· τις πανουργίες, τα στρατηγήματα τους, τις μεταμορφώσεις τους σε αγγέλους φωτός· τα αναρίθμητα τεχνάσματα και παγίδες, που σου στήνουν κρυφά στόν ίδιο το δρόμο της αρετής.
Ό δ’ τρόπος είναι, όταν πέσης σε κανένα ελάττωμα να σκεφθής καθαρά την απόλυτη αδυναμία σου· επειδή, γι’ αυτό το σκοπό παραχώρησε ο Θεός να πέσης, για να μάθης καλύτερα την ασθένειά σου11 και έτσι να μάθης, όχι μόνο να περιφρονής εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου σαν ένα τίποτα, αλλά και να θέλης να σε καταφρονούν και οι άλλοι σαν τέτοιου είδους ασθενή. Γιατί χωρίς αυτή την θέλησι, δεν είναι δυνατό να γίνη αυτή η ενάρετη δυσπιστία του εαυτού σου, η οποία έχει το θεμέλιό της στην αληθινή ταπείνωσι και στην προλεγόμενη έμπρακτη γνώσι της δοκιμής.
Οπότε, καθ’ ένας βλέπει πόσο απαραίτητο είναι σ’ εκείνον που θέλει να ενωθή με το ουράνιο φως, το να γνωρίση τον εαυτό του, την οποία γνώσι συνηθίζει να την δίνη η ευσπλαγχνία του Θεού στους υπερήφανους και προληπτικούς, μέσα απο τις πτώσεις, αφίνοντάς τους δηλαδή με δίκαιο τρόπο να πέφτουν σε κανένα ελάττωμα (από το οποίο νομίζουν πως ημπορούν να φυλαχτούν) για να γνωρίσουν την αδυναμία τους, και να μη εμπιστεύωνται πλέον στον εαυτόν τους καθόλου.
Αλλά αυτό το μέσο, το τόσο άθλιο και αναγκαστικό, δεν συνηθίζει να το μεταχειρίζεται πάντοτε ο Θεός, παρά, όταν τα άλλα μέσα, τα πιό ελεύθερα, όπως είπαμε, δεν προξενούν στον άνθρωπο αυτή την επίγνωσι του εαυτού του· γιατί τότε παραχωρεί να πέση ο άνθρωπος σε σφάλματα τόσο μεγαλύτερα ή μικρότερα, όσο είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη και η υπερηφάνεια και η υπόληψις, που έχει για τον εαυτό του· ώστε, όπου δεν υπάρχει καμία απολύτως υπόληψις· καθώς συνέβη στη ΙΙαρθένο Μαρία, εκεί δεν υπάρχει παρομοίως ούτε και καμία πτώσις· λοιπόν, όταν εσύ πέσεις, τρέξε αμέσως με τον λογισμό στη ταπεινή
11 Όχι μόνον όταν πέση κάποιος σε κανένα αμάρτημα, άλλα και οταν πέση σε διάφορες δυστυχίες, περιστάσεις και θλίψεις, και μάλιστα σε ασθένειες σωματικές και πολυχρονίους, πρέπει να γνωρίζη την ταπεινή γνώσι του εαυτού του και της αδυναμίας του, και να ταπεινώνεται, γιατί για αυτό σκοπό παραχωρούνται από το Θεό να μας έρχονται όλοι απλά οι πειρασμοί οι απο του διαβόλου, οι απο των ανθρώπων και οι απο της φύσεως. Οπότε και ο Απόστολος αυτό το σκοπό σκεπτόμενος, έλεγε οτι γι’ αυτό και μόνο αυτό ακολούθησαν οι στην Ασία θανατηφόροι πειρασμοί. «Άλλ’ αυτοί εν εαυτοϊς το άπόκριμα του θανάτου έσχήκαμεν, ίνα μη πεποιθότες ώμεν έφ’ εαυτοίς, αλλ’ επί τω Θεώ, τω εγείροντι τους νεκρούς» (Β’ Κορ. α’ 9). Και για να πώ με συντομία όποιος θέλει να γνωρίση την ασθένειά του στην πράξι, ας παρατηρήση, όχι πολύ χρόνο, αλλά μιας μόνο ημέρας τους λογισμούς και τα λόγια και τα έργα, που σκέφθηκε και μίλησε και έκανε και βρίσκοντας οτι οι περισσότεροί του λογισμοί και τα λόγια και τα έργα είναι λανθασμένα, στραβά, ανόητα και κακά, απο την δοκιμή αυτή θα καταλάβη πόσο είναι ασθενής ο εαυτός του και από την κατανόηση αυτή και την αληθινή γνώσι, οπωσδήποτε θα ταπεινωθή, και στό εξης δεν θα ελπίζη στον εαυτό του. Όχι λιγώτερο από αυτά που είπαμε πιό πάνω, θα μας φέρη στην επίγνωσι της ασθένειά μας, η υλική αρχή του είναι μας, δηλαδή, όταν σκεφτούμε πως το είναι μας,… 11
12
γνώσι του εαυτού σου, και με επίμονη προσευχή ζήτησε από το Θεό να σου δώση το αληθινό φώς, γιά να γνωρίσης την μηδαμινότητά σου και να μην δείχνης εμπιστοσύνη καθόλου στον εαυτόν σου, εάν θέλης να μη πέσης πάλι και μάλιστα σε μεγαλύτερη βλάβη και φθορά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄.
Η ελπίδα και η εμπιστοσύνη στον Θεό.
Είναι πολύ αναγκαίο σε αυτό τον πόλεμο, το να μην εμπιστευώμαστε τον εαυτόν μας, όπως είπαμε· παρόλα αυτά, εάν απελπισθούμε μόνο, δηλαδή, εάν αποβάλουμε, μόνον κάθε πεποίθησι του εαυτού μας, βέβαια, ή τραπούμε σε φυγή, ή θα νικηθούμε, και θα κυριευθούμε από τους εχθρούς. Γι’ αυτό, κοντά στη ολοκληρωτική απάρνησι του εαυτού μας, χρειάζεται ακόμη και η πλήρης ελπίδα και εμπιστοσύνη στό Θεό, ελπίζοντας δηλαδή από αυτόν μόνο κάθε καλόν και κάθε βοήθεια και νίκη. Γιατί, καθώς από τον εαυτό μας, όπου είμαστε το τίποτα, τίποτα άλλο δεν περιμένουμε, παρά γκρεμίσματα και πτώσεις, για τα οποία και πρέπει να μην έχουμε εμπιστοσύνη στόν εαυτό μας τελείως, κατά αυτό τον τρόπο θα απολαύσουμε οπωσδήποτε από τον Θεόν κάθε νίκη, αμέσως μόλις οπλίσουμε την καρδιά μας με μίαν ζωντανή ελπίδα σε αυτόν, ότι θα λάβουμε την βοήθεια του σύμφωνα με εκείνο το ψαλμικό «σ’ αυτόν έλπισε η καρδιά μου και βοηθήθηκα» (Ψαλμ. 27,9).
Αυτη την ελπίδα, μαζί και βοήθεια, μπορούμε να πετύχουμε για τέσ-σερις λόγους.
α’) Γιατί την ζητάμε από ένα Θεό, ο οποίος με το να είναι Παντοδύναμος, ο,τι θέλει μπορεί να το κάνη και στη συνέχεια μπορεί να βοηθήση και μας.
β’) Γιατί, την ζητάμε από ένα Θεό ο οποίος, όντας άπειρα σοφός, όλα, τα πάντα γνωρίζει με πλήρη τελειότητα, και επομένως γνωρίζει όλο εκείνο που ταιριάζει στη σωτηρία μας.
γ’) Γιατί ζητάμε αυτή την βοήθεια, από ένα Θεό, ο οποίος, για να είναι ατέλειωτα αγαθός, με μία αγάπη και θέλησι που δεν περιγράφεται, είναι πάντα έτοιμος για να δώση από ώρα σε ώρα, και από στιγμή σε στιγμή, όλη τη βοήθεια που μας χρειάζεται, για την πνευματική και ολοκληρωτική νίκη του εαυτού μας, αμέσως όταν τρέξουμε στην αγκαλιά του με σταθερή ελπίδα.
Καί πως είναι δυνατόν, ο καλός εκείνος Ποιμένας μας, που έτρεχε τριαντατρία χρόνια αναζητώντας το χαμένο πρόβατο, με τόσο δυνατές φωνές, που βράχνιασε ο λάρυγκας, που περπάτησε δρόμο τόσο κοπιαστικό και ακανθώδη, που εχυσε όλο του το αίμα και έδωσε τη ζωή, πως είναι δυνατόν, λέω, τώρα που αυτό το πρόβατο ακολουθεί πίσω του, και με επιθυμία φωνάζει, και τον παρακαλεί, να μη γυρίσεη 12
13
σε αυτό τους οφθαλμούς του; πως μπορεί να μην το ακούσεη; και να μην το βάλη στους θείους του ώμους, κάνοντας γιορτή με όλους τους Αγγέλους του ουρανού; και αν ο Θεός μας δεν παύει από το να γυρεύη με μεγάλη επιμέλεια και αγάπη, να βρη κατά την ευαγγελική παραβολή, τη χαμένη δραχμή, τον τυφλό και κωφό αμαρτωλό, πως γίνεται τώρα να εγκαταλείψη αυτόν, που σάν χαμένο πρόβατο, φωνάζει και καλεί τον δικό του Ποιμένα; και ποιός θα πιστέψη ποτέ, πως ο Θεός, που χτυπάει πάντα την καρδιά του ανθρώπου, επιθυμώντας να μπη μέσα και να δειπνήση, σύμφωνα με την ιερή Αποκάλυψι12, δίνοντας σε αυτόν τα χαρίσματά του, ότι, όταν του ανοίγη την καρδιά ο άνθρωπος και τον προσκαλή, αυτός θα έπρεπε να κάνη με την θέλησί του τον κωφό και να μη θέλη να μπη;
Ο δ’ τρόπος για ν’ απόκτηση κάποιος αυτήν την στο Θεόν ελπίδα και βοήθεια, είναι το να τρέξη με την μνήμη του στην αλήθεια των θείων Γραφών, οι οποίες, σε τόσα μέρη μας δείχνουν φανερά, οτι δεν έμεινε ποτέ ντροπιασμένος και αβοήθητος, όποιος έλπισε στον Θεό. «Κοιτάξτε τις αρχαίες γενεές και στοχασθήτε· ποιος εμπιστεύθηκες στον Κύριο και καταντροπιάσθηκε;» (Σειράχ 2,9)13.
Με τα τέσσαρα λοιπόν αυτά όπλα οπλίσου, αδελφέ μου. Και άρχισε το έργο, και πολέμησε για να νικήσης· και βέβαια από αυτά θα αποκτήσης, όχι μόνον την ολοκληρωτική ελπίδα στον Θεό, αλλά και την ολοκληρωτική απελπισία στον εαυτό σου, για την οποία δεν παραλείπω να σου υπενθυμίσω και σε αυτό το κεφάλαιο, οτι έχεις πολλή ανάγκη από την γνώσι της· επειδή, στόν άνθρωπο είναι τόσον πολλή προσκολλημένη η εμπιστοσύνη στον εαυτό του, ότι είναι κατά κάποιον τρόπο κάτι και τόσο λεπτή, που σχεδόν πάντα ζή κρυφά μέσα στην καρδιά μας, και μας φαίνεται πως δεν έχομε εμπιστοσύνη στόν εαυτό μας και έχομε ελπίδα στό Θεό. Οπότε, για να φεύγης εσύ, όσο μπορείς, αύτη την μάταιη υπόληψι, και να εργάζεσαι με την έλειψι εμπιστοσύνης στόν εαυτό σου και με την ελπίδα στό Θεό, είναι ανάγκη να προπορεύεται η σκέψις της αδυναμίας σου, πιό πρίν από την σκέψη της παντοδυναμίας του Θεού, και πάλι αυτές οι δύο μαζί να προπορεύωνται πρίν από κάθε μας πράξι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄.
Πώς μπορεί να γνωρίσει κάποιος εάν εργάζεται με την μη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και με την ολοκληρωτική ελπίδα στον Θεό
12 Τα λόγια της Αποκαλύψεωςς είναι αυτά: «Να, στέκομαι μπροστά στην πόρτα και κτυπώ. Αν κάποιος ακούση την φωνή μου και μου ανοίξη την πόσρτα, θα μπω στο σπίτι τουκαι θα δειπνήσω μαζί του κι αυτός μαζί μου» (3, 20).
13 Για αυτό και ο βασιλεύς Αύγαρος, αφού αναστήλωσε την αχειροποίητη εικόνα του Κυρίου μας, πάνω στην Πόρτα της πόλης Έδεσσα, έγραψε και αυτά τα λόγια σε αυτή «Χριστέ ο Θεός, ο είς σε ελπίζων, ουκ αποτυγχάνει ποτέ» (απο τον Συναξαριστή της ις’ του Αυγούστου).
13
14
Πολλές φορές νομίζουν μερικοί αυθάδεις ότι δεν έχουν κανένα θάρρος στόν εαυτό τους και ότι όλη τους την ελπίδα και πεποίθησι, την έχουν στον Θεό· όμως δεν είναι έτσι· και γι’ αυτό βεβαιώνονται από το αποτέλεσμα που έρχεται σε αυτούς απο τον ξεπεσμό τους, όταν συμβή. Γιατί αν ίσως αυτοί λυπούνται στό ξεπεσμό τους καί, κατά κάποιο τρόπο, απελπίζονται και νομίζουν ότι μπορούν στό εξής να κάνουν καλό, αυτό είναι σίγουρο σημείο, ότι και προ του ξεπεσμού τους πίστευαν στόν εαυτό τους και όχι στόν Θεό. Και εάν η λύπη και η απελπισία τους είναι μεγάλη, είναι ολοφάνερο ότι και πολύ πίστευαν στόν εαυτό τους και λίγο στό Θεό, γιατί όποιος δεν εμπιστεύεται πολύ στόν εαυτό του και ελπίζει στό Θεό, όταν ξεπέσει, δεν απορεί τόσο πολύ, ούτε λυπάται υπερβολικά, εφόσον γνωρίζει, ότι αυτό του συμβαίνει για την αδυναμία του εαυτού του και για την λίγη ελπίδα που έχει στον Θεό μάλιστα τότε απισθή περισσότερο στόν εαυτό του και με περισσότερη ταπείνωσι ελπίζει στό Θεό και μισώντας περισσότερο από κάθε άλλον τα άτακτα πάθη, που είναι ή αιτία του ξεπεσμού του, με ένα μεγάλο πόνο ήσυχο και ειρηνικό, γιά τη λύπη του Θεού, αποκτά βέβαια την απιστία στόν εαυτό του, καταδιώκει όμως τους εχθρούς του μέχρι θανάτου με μεγαλύτερη γενναιότητα και αποφασιστι-κότητα.
Αυτά που είπα, επιθυμώ να τα σκεφθούν μερικοί, που νομίζουν πως είναι ενάρετοι και πνευματικοί, οι οποίοι, όταν πέσουν σε κανένα ε-λάττωμα, δεν μπορούν, ούτε θέλουν να ειρηνεύσουν· και μερικές φορές θέλοντας να ελευθερωθούν από την πολλή λύπη και την ενόχλησι, που τους συμβαίνει από την αγάπη του εαυτού τους, τρέχουν αμέσως γι’ αυτό και μόνο στόν πνευματικό πατέρα, στόν οποίον έπρεπε κυρίως να πηγαίνουν για να ξεπλυθούν από τήν μόλυνσι της αμαρτίας και να λάβουν δύναμι κατά του εαυτού τους, με το αγιώτατο μυστήριο της μετανοίας και της εξομολογήσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄.
Το λάθος που κάνουν πολλοί νομίζοντας ως αρετή την μικροψυχία
Σχετικά με αυτό, βρίσκονται σε πλάνη πολλοί, όσοι νομίζουν για αρετή την ολιγοψυχία και την υπερβολική λύπη που τους συνοδεύει ύστερα από την αμαρτία, μη γνωρίζοντας οτι αυτή προέρχεται από κρυφή υπερηφάνεια και πρόληψι, που έχουν κάνει θεμέλια πάνω στην ελπίδα και στο θάρρος που έχουν στό εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Γιατί αυτοί υπολογίζοντας τον εαυτό τους ότι είναι κάτι, κατά κάποιον τρόπο, ξεθάρρεψαν πολύ, και βλέποντας με την δοκιμή της πτώσεως, οτι δεν έχουν καμμία δύναμι, ταράζονται και απορρούν, σάν
14
15
για κανένα πράγμα καινούργιο και ολιγοψυχούν βλέποντας πεσμένο στή γή εκείνο στο οποίο βασίσθηκαν (δηλαδή τον εαυτόν τους), πάνω στον οποίο είχαν αποθέσει το θάρρος και την ελπίδα τους. Αυτό όμως δεν γίνεται και στον ταπεινό, ο οποίος μόνο στό Θεό έχει την ελπίδα και το θάρρος του, χωρίς να έχη καμία ελπίδα στον εαυτό του. Γι’ αυτό, όταν πέση σε κάθε είδους σφάλμα, αν και αισθάνεται πόνο και λύπη, με όλο τούτο δεν ταράσσεται ούτε απορεί. Γιατί ξέρει οτι αυτό του συνέβη απο την αθλιότητα και την αδυναμία του εαυτού του, η οποία γνωρίζοντας πολύ καλά με το φως της αλήθειας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄.
Άλλες εμπειρίες, μέσα απο τις οποίες αποκτάται η απιστία στον εαυτό μας και η εμπιστοσύνη και το θάρρος στο Θεό.
Επειδή όλη η δύναμις με την οποία νικώνται οι εχθροί μας, γεννιέται από την μη εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και από την ελπίδα στο Θεό, είναι ανάγκη να προμηθευθής αδελφέ μου, από τις ειδήσεις αυτές, για να αποκτήσης την δύναμι αυτή, με την βοήθεια του Θεού, γνώριζε λοιπόν με βεβαιότητα, ότι, ούτε όλα τα προτερήματα, είτε φυσικά είναι, είτα αποκτημένα, ούτε όλα τα χαρίσματα που δίνονται δωρεάν, ούτε η γνώσις όλη της θείας Γραφής, ούτε το πως εργαστήκαμε πολλά χρόνια το Θεό και συνηθίσαμε στην εργασία του· όλα αυτά, δεν θα μας κάνουν να εκπληρώσουμε το θείο του θέλημα, αν και σε κάθε καλό θεάρεστο, που θα πρέπει να κάνουμε και σε κάθε κίνδυνο, που πρέπει να αποφύγουμε και σε κάθε σταυρό που πρέπει να σηκώσουμε κατά το θέλημά του, άν, λέω, δεν ανυψώση την καρδιά μας μία ξεχωριστή βοήθεια του Θεού και δεν μας δυναμώση για να τά εκτελέσουμε, καθώς είπε ο Κύριος «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε» (Ιωάν. 15,15). Ώστε, εμείς πρέπει σε όλη μας τη ζωή και σε όλες τις ημέρες και ώρες και στιγμές, να εχουμε αυτή την αποφασιστική γνώμη, οτι με κανένα τρόπο και κανένα λογισμό, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να εμπιστευθούμε και να ελπίσουμε στόν εαυτό μας.
Για την στο Θεό ελπίδα, κοντά σ’ εκείνα που σου είπα στο γ’ κεφάλαιο, γνώριζε, οτι δεν είναι άλλο ευκολώτερο στο Θεό, οσον το να νικήσης τους εχθρούς σου, τόσο τους λίγους, όσο και τους πολλούς· τόσο τους παλιούς και ανδρείους, οσο και τους νέους και αδυνάτους. Λοιπόν, μία ψυχή, ας είναι φορτωμένη απο αμαρτίες, ας έχη όλα τα ελαττώματα του κόσμου· ας είναι μολυσμένη, όσο μπορεί να φαντασθή κάποιος, ας δοκίμασε όσο θέλησε και όσο μπόρεσε να μεταχειρισθή κάθε μέσο και αγώνα, για να αφήση την αμαρτία και να κάνη το καλό και δέν μπόρεσε ποτέ να αποκτήση κανένα μικρό μερίδιο καλού, μάλιστα να προχωρά ακόμη πιό βαθειά στο κακό, όμως, με όλα αυτά, δεν πρέπει να σταματήση ποτέ, να ελπίζη στον Θεό, ούτε πρέπει να 15
16
εγκαταλείψη ποτέ τα όπλα και τους αγώνες τους πνευματικούς, αλλά πρέπει να πολεμάει πάντα ανδρειωμένα. Γιατί, πρέπει να γνωρίζης ότι σε αυτό τον αόρατο πόλεμο δεν χάνει όποιος δεν παύσει ποτέ από του να πολεμά και να ελπίζη στον Θεό, του οποίου η βοήθεια, δεν λείπει ποτέ από τους πολεμιστές του, μολονότι και μερικές φορές επιτρέπει να μένουν πληγωμένοι· ας πολεμή λοιπόν ο καθένας, διότι σ’ αυτόν τον πόλεμο στηρίζεται το παν. Και το ιατρικό είναι ετοιμο και δραστικό, για να δοθή στους πολεμιστές, που γυρεύουν τον Θεό και την βοήθειά του, με σταθερή ελπίδα. Γιατί σε καιρό που αυτοί δεν το ελπίζουν, θα εξαφανισθούν οι εχθροί τους όπως έχει γραφή, «έχασε την πολεμική του δύναμι ο μαχητής της Βαβυλώνος» (Ιερ. 51,30).

Advertisements
Αναρτήθηκε στις ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'.. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’.
Αρέσει σε %d bloggers: