Από το βίο του αγίου Μαρκιανού

Από το βίο του αγίου Μαρκιανού

Ο ΜΕΓΑΣ Μαρκιανός, γύρω στα μεσάνυχτα, όταν νόμιζε ότι κανείς δεν θα τον έβλεπε, συνήθιζε να πηγαίνει σ’ έναν γνωστό του τραπεζίτη, ν’ αλλάζει χρυσά νομίσματα με πολλά χάλκινα, για να έχει να μοιράζει στους φτωχούς, Και να γυρίζει αμέσως (στο σπίτι του).
Ό τραπεζίτης λοιπόν, παίρνοντας σαν πρόφαση για (μεγαλύτερο) κέρδος το ότι ή συναλλαγή γινόταν τη νύχτα, σε ακατάλληλη ώρα, ζύγιζε το χρυσάφι με λειψά ζύγια. Και ο άγιος, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ποτέ ούτε να κάνει κανέναν έλεγχο, έδειχνε ότι τ’ άφηνε όλα στη συνείδηση του ζυγιστή.
Επειδή όμως αυτό έγινε πολλές φορές Και ο Μαρκιανός δεν έκανε καμιά παρατήρηση στον τραπεζίτη, ο τελευταίος ήταν όλο έκπληξη. Και (μια νύχτα), ενώ παρακολουθούσε την ώρα Και είδε να φτάνουν τα μεσάνυχτα, κόντευαν πια να βγουν οι υποψίες του αληθινές Και αντάξιες του βίου του Μαρκιανού. Τότε λοιπόν, αφού καλοσκέφτηκε, τι έκανε; Πρόσταξε έναν από τους δούλους του να πάρει από πίσω τον άγιο, μόλις θα έφευγε, για να μάθει που πηγαίνουν εκείνα τα χρήματα.
Πραγματικά, ο δούλος τον ακολούθησε. Και όταν ο άνθρωπος του Θεού βρήκε νεκρό, πάνω σ’ ένα κρεβάτι, κάποιον φτωχό, πήρε από ένα καπηλειό (κρασί), όπως συνήθιζε, τον έπλυνε και τον έντυσε. Στη συνέχεια, αφού εκείνος αναστήθηκε για μια στιγμή, τον ασπάσθηκε, και μετά τον ξάπλωσε πάλι (νεκρό) κι έφυγε, (για να ετοιμάσει ότι χρειαζόταν για την ταφή του)*.
Έφριξε ο δούλος μ’ αυτά πού είδε. «Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, γύρισε πίσω και τα διηγήθηκε όλα, με κάθε λεπτομέρεια, σ’ εκείνον πού τον είχε στείλει. Αυτός τότε μετανόησε για όσα είχε κάνει και έκλαιγε, επειδή είχε αδικήσει τόσο τον άγιο. Ή συνείδηση του τον τιμωρούσε (με τις τύψεις). Γι’ αυτό και, όταν ο άγιος τον επισκέφθηκε πάλι για ν’ ανταλλάξει τα χρυσά νομίσματα, έπεσε στα πόδια του ο τραπεζίτης, ομολόγησε τα κακά πού είχε κάνει και του επέστρεψε όσα του είχε πάρει επιπλέον.
Έτσι μια καλή πράξη, πού γίνεται σιωπηρά, μπορεί να ωφελήσει περισσότερο από λόγια πολλά. και όσους δεν ωφέλησαν σε τίποτα έλεγχοι και συμβουλές, αυτούς τους διόρθωσε μια αξιέπαινη πράξη, πού έγινε κρυφά και ανεπίδεκτα, γιατί άγγιξε τη συνείδηση τους και τους έκανε να μάθουν μόνοι τους το καλό.
Ό Μαρκιανός όμως, αφού είπε (στον τραπεζίτη) ότι δεν είχε αδικηθεί καθόλου, άφησε εκεί και (τα χρήματα) εκείνα πού του έδινε, αλλά και τον ίδιο, και δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια• όχι, βέβαια, για να διακόψει τις σχέσεις του μ’ έναν πονηρό άνθρωπο – γιατί όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά και τον βεβαίωσε ότι τον αγαπούσε ιδιαίτερα – μα για ν’ αποφύγει την (ψυχική) βλάβη από τη μάταιη δόξα, και επειδή δεν ήθελε να φανερωθούν οι πράξεις του σε κανέναν άνθρωπο, παρά μόνο στο Θεό να είναι γνωστές.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν ή φιλάνθρωπη συνήθεια του αγίου Μαρκιανού να περιμαζεύει εγκαταλειμμένους νεκρούς, να πλένει τα σώματα τους και να τα ετοιμάζει για ταφή. «Όταν τελείωνε, έλεγε στο νεκρό σαν σε ζωντανό: «Σήκω, αδελφέ, ν’ αλλάξουμε τον τελευταίο ασπασμό, σύμφωνα με τη συνήθεια». και αμέσως ο νεκρός ανασταινόταν για λίγο, άποχαιρετιόταν με τον άγιο, κι έπειτα ξαναπέθαινε!

Από το βίο του αγίου Σπυρίδωνος
Κάποτε ήρθε ένας άνθρωπος στον άγιο Σπυρίδωνα για ν’ αγοράσει εκατό γίδια από το κοπάδι του. Ό όσιος του έδωσε την άδεια να τα πάρει (μόνος του), αφού πρώτα τα πληρώσει. Αυτός όμως του έδωσε το αντίτιμο των ενενήντα εννέα και κράτησε του ενός, νομίζοντας ότι θα τον ξεγελάσει, σαν απλοϊκό και εντελώς απονήρευτο.
Όταν λοιπόν μπήκαν κι οι δυο στο μαντρί, ο άγιος του είπε να
πάρει τόσες γίδες, όσες είχε πληρώσει. Μα εκείνος, πού ούτε μ’
αυτό (τον υπαινιγμό) δεν συνετίστηκε, άρχισε να βγάζει άπ’ το μαντρί εκατό. •
Τότε μια γίδα, σαν καλή δούλη, πού κατάλαβε ότι ο κύριος της δεν την πούλησε, γύριζε πίσω επίμονα κι έμπαινε πάλι στο μαντρί. Μα ο αδιάντροπος εκείνος την ξανάβγαζε έξω και την έσερνε με τη βία. Δύο-τρεις φορές έγινε αυτό το θαυμαστό – ή γίδα να γυρίζει μέσα κι εκείνος να την τραβάει έξω με δύναμη και πείσμα!
Τελικά λοιπόν τι έκανε; Επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο δεν κατόρθωνε τίποτα, την άρπαξε από χάμω, την έβαλε στους ώμους του κι έκανε να φύγει. Αυτή όμως βέλαζε δυνατά και άγρια, έσκυβε προς το κεφάλι του και τον χτυπούσε με τα κερατά της, κηρύσσοντας έτσι φανερά τη βία και τιμωρώντας, θαρρείς, τον πλεονέκτη για την αδικία του. Όσοι ήταν εκεί τα έχασαν με το αξιοθαύμαστο φαινόμενο, μην μπορώντας να το εξηγήσουν.
Ό μέγας (Σπυρίδων), επειδή δεν ήθελε να ελέγξει φανερά τον άδικο, του είπε ήρεμα:
– Κοίταξε, παιδί μου, μήπως το ζωντανό δεν τα κάνει αυτά αναίτια ούτε αρνείται να έρθει μαζί σου χωρίς λόγο, αλλά γιατί ξέχασες να πληρώσεις και τη δική του αξία…
Μ’ αυτά τα λόγια ή καρδιά (του ανθρώπου) εκείνου κατανύχθηκε. Συνήλθε, συναισθάνθηκε το κακό πού έκανε, το ομολόγησε και ζήτησε συγγνώμη.
Έπειτα, αφού πλήρωσε και της μιας γίδας την αξία, εκείνη δεν βέλασε ούτε αντιστάθηκε περισσότερο, αλλά τράβηξε ήσυχα πίσω από τις άλλες.
Κάποτε, αργά τη νύχτα, ήρθαν κλέφτες στο μαντρί (του αγίου Σπυρίδωνος), για να του κλέψουν μερικά από τα ζώα του. Ό Θεός όμως, πού φρόντιζε για το βοσκό, δεν αδιαφορούσε ούτε για τα ζώα πού έβοσκε. Έτσι, οι κλέφτες εκείνοι πιάστηκαν σε αόρατα και άλυτα δεσμά: Τα χέρια τους δέθηκαν και δεν μπορούσαν να κουνηθούν καθόλου!
Είχε πια ξημερώσει, όταν το γεγονός έπεσε στην αντίληψη του αγίου. Τους πλησίασε και, όταν είδε πώς είχαν τα χέρια τους γυρισμένα πίσω και δεμένα, με την προσευχή του τους ελευθέρωσε από τα δεσμά. Έπειτα, αφού τους συμβούλεψε πολύ να κερδίζουν τα αναγκαία (για τη ζωή) με τον τίμιο μόχθο τους, τους πρόσφερε στο τέλος κι ένα κριάρι – «… για να μην πάει χαμένο το ξενύχτι σας», όπως πρόσθεσε χαριτολογώντας.
Κι ένας άλλος άνθρωπος από την Τριμυθούντα, πού ήταν καραβοκύρης και χρειαζόταν χρήματα για το εμπόριο του, ήρθε να δανειστεί από τον άγιο. Εκείνος, επειδή μαζί με (όλες) τις άλλες εντολές, τηρούσε κι αύτη πού λέει, «τον θέλοντα από σου δανείσασθαι μη αποστραφείς» (Ματθ. 5:42), δίνει στον άνθρωπο πρόθυμα ένα μικρό ποσό πού είχε (μαζέψει όχι για τον εαυτό του αλλά )για τις ανάγκες της επισκοπής.
Ό καραβοκύρης το πήρε (κι έφυγε). Το ταξίδι του πήγε καλά. «Όταν ήρθε πίσω με κέρδη, επισκέφθηκε τον άγιο για να του επιστρέψει το χρέος. Κι αυτός, χωρίς να κάνει κανέναν έλεγχο και χωρίς να μετρήσει τον αριθμό (των νομισμάτων), όπως συνηθίζουν οι περισσότεροι, είπε μόνο στον ίδιο (τον οφειλέτη) να σηκωθεί και να τα βάλει στο κουτί εκείνο, από το οποίο τα είχε πάρει πριν από καιρό. Και τότε μεν, εκτιμώντας την ακεραιότητα και την αθωότητα του δανειστή, έβαλε το χρυσάφι εκεί οπού προστάχθηκε. Και πάλι, οπότε είχε ανάγκη, με την ίδια ευκολία έπαιρνε και με την ίδια εντιμότητα επέστρεφε (τα χρήματα). Αυτό έγινε πολλές φορές, ώσπου κάποτε το πάθος της φιλαργυρίας κυρίεψε τον έμπορο, πού (άρχισε να) φέρεται πια με δολιότητα και πονηρία απέναντι σ’ εκείνον πού του έδειξε εμπιστοσύνη, κακοποιώντας έτσι την αλήθεια, βρίσκοντας λοιπόν την ελευθερία εξυπηρετική της κακουργίας, μια φορά έκανε πώς έβαλε στη θέση τους (τα χρυσά νομίσματα), αλλά στην πραγματικότητα δεν άφησε τίποτα στο κουτί. «Άδειο όπως ήταν, το έκλεισε κι έφυγε.
Το χρυσάφι όμως εκείνο το ξόδεψε σε επιχειρήσεις χωρίς κέρδος. «Όταν λοιπόν βρέθηκε σε ανάγκη, θυμήθηκε πάλι τον προηγούμενο δρόμο και ήρθε στον μεγάλο (Σπυρίδωνα), ζητώντας τα
χρυσά νομίσματα, πού δεν είχε επιστρέψει, σαν να τα είχε επιστρέψει.
Ό άγιος, μολονότι δεν του είχε ξεφύγει ή απάτη, του είπε με πραότητα να πάει στο κουτί, όπως συνήθιζε, και να τα πάρει. Κι εκείνος, σαν να μην είχε κάνει καμιά πράξη απρέπειας και φιλαργυρίας, προχώρησε για να πάρει αυτά πού δήθεν είχε βάλει (στη γνωστή θέση). και αφού άνοιξε το κουτί και το βρήκε άδειο, όπως βέβαια το είχε αφήσει, το είπε στον άγιο, νομίζοντας πώς θα τον ξεγελάσει. Τον άκουσε όμως να του λέει:
– Ψάξε καλύτερα, γιατί, από τότε πού έβαλες εσύ μέσα (τα χρήματα), άλλα χέρια δεν τα έπιασαν.
Ό άλλος προσποιήθηκε πάλι ότι ψάχνει. Επειδή όμως δεν μπορεί να υπάρχει το ανύπαρκτο, είπε κάνοντας τον ανήξερο: Δεν βρίσκω απολύτως τίποτα.
Τότε ο αγαθός και πράος εκείνος άνθρωπος του είπε: -«Αν πραγματικά, αγαπητέ μου, τα είχες βάλει εκεί, θα τα έβρισκες και εύκολα. Αν όμως τώρα ζητάς να πάρεις από μας αυτό πού κατακράτησες, μάθε ότι τον εαυτό σου και όχι εμάς κοροϊδεύεις.
Μόλις τ’ άκουσε αυτό, καθώς μάλιστα δεν μπορούσε πια να υποφέρει καθόλου και τον παράλληλο έλεγχο της συνειδήσεως του, έπεσε καταγής, έπιασε τα ιερά πόδια του αγίου και ζητούσε συγγνώμη. Ό άγιος τον συγχώρησε συντομότερα άπ’ ο,τι εκείνος του ζήτησε, και τον συμβούλεψε να μην επιθυμεί στο έξης τα ξένα πράγματα ούτε να μολύνει τη συνείδηση του με απάτες και ψέματα.
Γιατί αυτά, πρόσθεσε, κανένα κέρδος δεν αφήνουν, αλλά ζημία καθαρή.

Από το βίο του αγίου Ευθυμίου του νέου
Κάποιοι ιερόσυλοι τρύπησαν μια νύχτα τους τοίχους του ιερού ναού, οπού ιερουργούσε ο όσιος Ευθύμιος, και άρπαξαν τα ιερά του κειμήλια. Το πρωί, όταν έγινε γνωστό το γεγονός, ή πόλη όλη ξεσηκώθηκε, ζητώντας την εξιχνίαση του εγκλήματος. Επειδή λοιπόν ή είδηση διαδόθηκε παντού, (τελικά) οι κλέφτες πιάστηκαν. Οι πολίτες, πού τους είχαν στα χέρια τους, δεν ήθελαν να τους δείξουν καμιά επιείκεια, ζητούσαν μάλιστα να επιβάλουν σ’ εκείνους τους ταλαίπωρους τιμωρίες πρωτάκουστες.
Μόλις λοιπόν ο μέγας (Ευθύμιος) κατάλαβε τι σκέφτονταν, μπήκε στη μέση και είπε:
Δεν είναι καλό, παιδιά μου, να τιμωρηθούν από άλλον τούτοι οι βέβηλοι, αφού είμαι εδώ εγώ, πού άπ’ όλους έχω περισσότερο δίκιο ν’ αγανακτώ, μια και είμαι εκείνος πού ζημιώθηκε. Θα τους τιμωρήσω ανελέητα, κάνοντας τους ν’ αργοπεθαίνουν από την πείνα και τη δίψα.
Τους φάνηκε ότι (ο άγιος) σωστά μίλησε. Έτσι, μόλις ο όχλος διαλύθηκε, πήρε τους κλέφτες στο σπίτι του, τους έκανε φιλόφρονα το τραπέζι, τους έδωσε εφόδια και για το μέλλον, τους έλυσε από τα δεσμά και τους άφησε να πάνε οπού ήθελαν!
Μιαν άλλη νύχτα ήταν πανσέληνος, γι’ αυτό και το σκοτάδι, πού σκέπαζε τη γη, δεν ήταν πυκνό. Ό μέγας (Ευθύμιος) μόλις είχε τελειώσει τους μεσονυκτικούς ύμνους στο Θεό και, όπως συνήθιζε, (είχε βγει έξω και) έκανε προσκυνηματικές επισκέψεις στους ναούς.
Ξάφνου, βλέπει σ’ έναν υπαίθριο χώρο δυο ανθρώπους να κλέβουν σιτάρι από τις υπόγειες αποθήκες. Ό ένας έβγαζε από κάτω το σιτάρι και το σάκιαζε, ενώ ο άλλος έπαιρνε πάνω τα σακιά και τα πήγαινε σε μια γωνιά, οπού δεν θα τα έβλεπε κανείς.
Μόλις εκείνος ο σβέλτος σιτοκλέφτης πήρε είδηση τον όσιο, το έβαλε στα πόδια, αφήνοντας το σύντροφο του στο λάκκο. Τότε ο θείος Ευθύμιος, επειδή θεώρησε πώς θα έκανε μεγάλο κακό αν στερούσε από τους φτωχούς το αναγκαίο σιτάρι, και μάλιστα σε μιαν εποχή πού το ψωμί ήταν τόσο σπάνιο όσο και το χρυσάφι, αποφάσισε να πάρει τη θέση εκείνου πού έφυγε, πηγαίνοντας κοντά σ’ αυτόν πού έμεινε (και βοηθώντας τον).
Συνέχισε λοιπόν ο άλλος να βγάζει το σιτάρι, χωρίς να ξέρει τίποτε άπ’ όσα είχαν μεσολαβήσει, ενώ ο άγιος το έπαιρνε και το μετέφερε.
Όταν πια ο άνθρωπος εκείνος είχε βγάλει αρκετή ποσότητα και θέλησε ν’ ανέβει επάνω, ο μέγας (Ευθύμιος σκύβει και) του λέει ψιθυριστά στο αυτί:
Τι, θα φύγουμε και θ’ αφήσουμε εκείνα τα τυριά; – και του έδειχνε συνάμα με το δάχτυλο τον τόπο!
Ό άλλος, από το φόβο πού τον συνείχε, ούτε τώρα (με την ερώτηση του αγίου) κατάλαβε τι είχε συμβεί.
Ρωτάει λοιπόν: και που το ξέρεις εσύ αυτό;
Άκουσα πριν από λίγο καιρό τον επίσκοπο να το λέει, απάντησε ο άγιος.
Τότε ο άλλος, αφού έφαγε τον τόπο, όπως λέει ο λόγος, βρήκε τα τυριά, πήρε όσα ήθελε και τα παρέδωσε στον μεγάλο (Ευθύμιο). Έπειτα, πιάνοντας το χέρι πού του έδωσε εκείνος, ανέβηκε πάνω. και μόλις κατάλαβε ποιος ήταν, έλιωσε άπ’ την ντροπή και την τρομάρα.
Παραλυμένος λες από το φόβο, κυλίστηκε μπροστά στα πόδια του αγίου. Μα εκείνος τον χάιδεψε με καλοσύνη, τον σήκωσε από τη γη, τον αγκάλιασε και του είπε:
Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, νομίζοντας πώς έκανες κάτι τρομερό. Γιατί (τα πράγματα) αυτά είναι δικά σου και του Θεού και αν πήρες κάτι, από τα δικά σου το πήρες και όχι από τα ξένα.
Μα και πάλι, αν θελήσεις, έλα να πάρεις ότι χρειάζεσαι.
Παρηγορημένος άπ’ αυτά τα λόγια ο κλέφτης, έφυγε, θαυμάζοντας υπερβολικά τον άγιο για την ανεξικακία και τη φιλανθρωπία του και ανιστορώντας (αργότερα) σε όλους το γεγονός.
Ό άγιος πάλι, λόγω της μεγάλης του αρετής, δεν τα νόμιζε για σπουδαία αυτά, γιατί πίστευε ότι ο αληθινός χριστιανός πρέπει να θεωρεί τα υλικά αγαθά κοινά σε όλους (τους ανθρώπους), και να μην έχει τίποτα δικό του. και αυτό το φρόνημα το γεννούσε μέσα του ή αγάπη και το συντηρούσε ή μακάρια ταπείνωση, πού τον παρακινούσε ν’ αποκτά «βαλάντια μη παλαιωμένα» (Λουκ. 12:33).
Από το Γεροντικό
Ένας αδελφός ρώτησε τον άββά Ποιμένα:
Τι σημαίνει το να οργιστεί κανείς χωρίς λόγο εναντίον του αδελφοί) του (Ματθ. 5:22); Και αποκρίθηκε ο γέροντας:
Αν οργιστείς για οποιαδήποτε πλεονεξία του αδελφού σου
σε βάρος σου, χωρίς λόγο οργίζεσαι. Κι αν ακόμα σου βγάλει το δεξί σου μάτι ή κόψει το δεξί σου χέρι, δεν πρέπει να οργιστείς εναντίον του. Μόνο αν σε χωρίσει από το Θεό, τότε να οργιστείς.
Ένας γέροντας είπε:
– Εκείνος πού αδικείται εκούσια και συγχωρεί τον πλησίον του, μοιάζει με τον Ιησού. Εκείνος πού δεν αδικεί μήτε αδικείται, μοιάζει με τον Αδάμ. και εκείνος πού αδικεί ή ζητάει τόκους ή κάνει οποιοδήποτε κακό, μοιάζει με το διάβολο.
Διηγούνταν για τον άββά Γελάσιο, ότι είχε ένα βιβλίο πού άξιζε δεκαοχτώ νομίσματα, γιατί ήταν σ’ αυτό γραμμένη ολόκληρη ή Παλαιά και ή Καινή Διαθήκη. Το είχε βάλει στην εκκλησία, για να το διαβάζει οποίος αδελφός ήθελε.
Κάποτε επισκέφθηκε το γέροντα ένας ξενομερίτης αδελφός, πού είδε το βιβλίο και το ζήλεψε. Το έκλεψε λοιπόν κι έφυγε. Και ο γέροντας, μολονότι κατάλαβε αυτό πού έκανε (ο επισκέπτης του), δεν έτρεξε πίσω του (για να τον πιάσει).
Πήγε λοιπόν εκείνος στην πόλη και ζητούσε να το πουλήσει.
Βρήκε κάποιον πού ήθελε να το αγοράσει, και του ζητούσε δέκα
έξι νομίσματα.
Δώσε μου το πρώτα να το εξετάσω, και μετά θα σου δώσω αυτό το ποσό, του είπε ο υποψήφιος αγοραστής.
Του έδωσε λοιπόν το βιβλίο, και εκείνος το έφερε στον αββά Γελάσιο να το εξετάσει, λέγοντας του και την τιμή πού του είπε ο πωλητής.
Ό γέροντας, κάνοντας πώς δεν αναγνωρίζει το βιβλίο, το εξέτασε προσεκτικά και είπε στον άνθρωπο:
Αγόρασε το. Είναι καλό και αξίζει την τιμή πού σου είπε.
Εκείνος όμως, όταν γύρισε πίσω στον πωλητή, του τα είπε αλλιώς, όχι όπως τον είχε ορμηνέψει ο γέροντας:
– Κοίταξε, έδειξα το βιβλίο στον αββά Γελάσιο, και λέει ότι
ζητάς πολλά. Δεν αξίζει τόσο.
Μόλις τ’ άκουσε ο αδελφός, τον ρώτησε: Τίποτα άλλο δεν σου είπε ο γέροντας; Όχι, απάντησε ο άνθρωπος. •
Ό αδελφός τότε ήρθε σε κατάνυξη από την ανεξικακία του γέροντα, και είπε στον άνθρωπο: Δεν θέλω πια να πουλήσω το βιβλίο.
Το πήρε και πήγε στο γέροντα μετανοημένος, παρακαλώντας τον να το δεχθεί πίσω. Ό γέροντας όμως δεν ήθελε να το πάρει.
Αν δεν το πάρεις, δεν θα ησυχάσω, του είπε ο αδελφός.
Αν δεν πρόκειται να ησυχάσεις, τότε το δέχομαι, αποκρίθηκε ο γέροντας.. Και έμεινε ο αδελφός εκείνος κοντά του ως το τέλος της ζωής του, αποκομίζοντας ωφέλεια από την (πνευματική) του εργασία.

Επιτέθηκαν κάποτε στον αββά Θεόδωρο τρεις ληστές. Οι δυο τον κρατούσαν και ο ένας κουβαλούσε έξω τα πράγματα του. Αφού λοιπόν τα έβγαλε όλα, ακόμα και τα βιβλία, θέλησε να πάρει και το ράσο, πού ο γέροντας φορούσε στην εκκλησία.
– Αυτό να το αφήσετε, τους είπε.
Εκείνοι όμως δεν του έδωσαν σημασία.
Τότε ο γέροντας, με μια κίνηση των χεριών, έριξε κάτω και
τους δυο (ληστές, πού τον κρατούσαν)!
Μόλις το είδαν αυτό, φοβήθηκαν.
Μη φοβάστε! τους καθησύχασε ο γέροντας. Μοιράστε τα πράγματα σε τέσσερα μέρη, και πάρτε τα τρία.
Το ένα όμως να το αφήσετε.
Κι αυτό το είπε για να πάρει το μερίδιο του, δηλαδή το ράσο πού φορούσε στις (λατρευτικές) συνάξεις.
Μια μέρα πού γύριζε στο κελί του ο άββάς Μακάριος, βρήκε έναν άνθρωπο να κλέβει τα πράγματα του, έχοντας μαζί του και υποζύγιο. Τότε κι εκείνος, σαν να ήταν ξένος, βοήθησε τον κλέφτη και φόρτωνε μαζί του το ζώο! Τον ξεπροβόδισε μάλιστα με πολλή ηρεμία, λέγοντας:
– Τίποτα δεν φέραμε σ’ αυτόν τον κόσμο, γι’ αυτό και τίποτα δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας. Ό Κύριος μας τα έδωσε. Όπως Αυτός θέλησε, έτσι κι έγινε. Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος για όλα (πρβλ. Ιώβ 1:21)!
Σ έναν τόπο, οπού κατοικούσαν δυο μοναχοί, ήρθε κάποιος γέροντας για να τους δοκιμάσει. Άρπαξε λοιπόν ένα ραβδί και άρχισε να καταστρέφει τα λάχανα (στον κήπο) του ενός. Μόλις τον είδε ο αδελφός, κρύφτηκε, ώσπου (ο γέροντας) τα κατέστρεψε όλα. Κι όταν απέμεινε μια ρίζα μόνο, (φανερώθηκε και) του είπε:
Άββά, αν θέλεις, άφησε το αυτό (το λάχανο), για να το μαγειρέψω και να το φάμε μαζί.
Τότε ο γέροντας έβαλε μετάνοια στον αδελφό και του είπε:
Χάρη στην ανεξικακία σου, το Πνεύμα το Άγιο έχει αναπαυθεί επάνω σου, αδελφέ.

ΛΕ .
ΝΑ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΜΑΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΣ ΩΦΕΛΟΥΝ ΠΟΛΥ. ΕΠΙΣΕΙΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥΣ.

Από το μαρτύριο του αγίου Μήνα του καλλικέλαδου
Ο ΑΓΙΟΣ Μηνάς μίλησε με πολύ θάρρος για τη δύναμη του Χρίστου στον έπαρχο Ερμογένη, πού καθόταν τότε στο βήμα σαν δικαστής και τιμωρός του. Τον διαβεβαίωνε, ότι μπορεί να κατορθώσει με την επίκληση του ονόματος Του τα πάντα, και αρρώστιες σοβαρές και παθήσεις ανίατες να θεραπεύσει, μα και τ’ άλλα, όσα μόνο ο Θεός μπορεί. Σαν μάρτυρα μάλιστα όσων έλεγε, πρότεινε το λαό πού βρισκόταν εκεί.
Τότε ο έπαρχος του λέει:
Αυτή τη στιγμή θ’ αποδείξω, ότι λες ανοησίες και καυχιέσαι μάταια. Γιατί σαν θα κόψω ή θα κάψω κάποιο από τα μέλη σου, κι εσύ, πού προσκυνάς το Χριστό, δεν θα μπορέσεις να το αποκαταστήσεις, πώς θα μας πείσεις, ότι στ’ αλήθεια μπορείς να δώσεις σε άλλους αυτά πού δεν έχεις τη δύναμη να προσφέρεις στον εαυτό σου;
Εύχομαι, έπαρχε, απάντησε ο άγιος, να δοκιμάσεις σε μένα τη
δύναμη του Χρίστου. Γιατί έχω την πεποίθηση, ότι θα εγκαταλείψεις αμέσως το τωρινό σου αξίωμα και θα γίνεις κι εσύ ένας άπ’ αυτούς πού αναγνωρίζουν σαν αρχηγό τους το Χριστό!
Τότε λοιπόν ο έπαρχος, ζητώντας από τη μια να ικανοποιήσει την οργή του, αλλά και ελπίζοντας από την άλλη ν’ αποδείξει μπροστά σε όλους πώς ήταν ψέματα όσα είχε πει ο άγιος, προστάζει να γδάρουν με μαχαίρια ολόκληρη τη σάρκα του πέλματος των ποδιών του, οπού στηρίζονται οι δυο βάσεις (του σώματος)• κι έτσι να στέκεται πάνω σε γυμνά κόκαλα όταν θα του έκαναν ερωτήσεις για τους θεούς, ώστε από τους φοβερούς πόνους, πού θα του τρυπούσαν την καρδιά, να δυσκολεύεται στις αποκρίσεις και τους συλλογισμούς. Καθώς λοιπόν του έσκιζαν ανελέητα τη σάρκα με τα μαχαίρια, καθώς του έσπαζαν τη φλέβα πού υπάρχει εκεί, καθώς του έκοβαν τα νεύρα πού του εξασφάλιζαν την κίνηση, ο άγιος αναστέναζε για λίγη ώρα – σαν να υποχωρούσε τότε ή θεία χάρη για να δοκιμάσει τον αθλητή, αλλά και για να του δώσει αφορμές στεφανιών, μια και τα στεφάνια είναι οπωσδήποτε καρποί των αγώνων – έκανε όμως υπομονή στους πόνους.
Μόλις σταμάτησαν πάντως να τον βασανίζουν, αμέσως πετάχτηκε όρθιος και στάθηκε πάνω στα κόκαλα μόνο (των πελμάτων
του), ψάλλοντας:
– «Ό πους μου εστη εν εύθύτητι• εν έκκλησίαις ευλογήσω σε,
Κύριε» (Ψαλμ. 25:12).
Ολόγυρα άπ’ τα πόδια του έτρεχε ποτάμι το αίμα, αλλά το πρόσωπο του έλαμπε και ή ψυχή του ήταν αδείλιαστη μπροστά στους κινδύνους.
Παρευθύς οι θεατές τον χειροκρότησαν σαν νικητή. και ο έπαρχος, θέλοντας και το ντρόπιασμα να γλιτώσει αλλά συνάμα και τον αντίπαλο του ν’ αφοπλίσει και ν’ αχρηστέψει, για να τον καταβάλει έτσι εύκολα, προστάζει αμέσως να κοπεί ή γλώσσα του μάρτυρα από τη ρίζα της.
και τις κόρες των ματιών μου αν αποσβήσεις, είπε ο άγιος,
ούτε και τότε θα σκοντάψω. «Λύχνος γαρ τοις ποσί μου ο νόμος τον
Χρίστου» (πρβλ. Ψαλμ. 118:105). Θαρρετά όμως σου το λέω, πώς αν
εγώ χάσω τη γλώσσα μου, τότε εσύ θ’ αποκτήσεις γλώσσα λαμπρόφωνη, πού θα ψάλλει τα μεγαλεία του Χρίστου!
και τούτο έγινε (πραγματικά) αργότερα, όπως το προείπε ο άγιος.
Αφού λοιπόν αξιώθηκε από το Χριστό ν’ απολαύσει πάλι, για να το πω έτσι, και τα πόδια και τα μάτια και τη γλώσσα του, και παρουσιάστηκε την άλλη μέρα στο στάδιο σωματικά ακέραιος, έκανε και τον ίδιο τον έπαρχο να πιστέψει και να τον συντροφέψει στο μαρτύριο.
Από το μαρτύριο του αγίου Λογγίνου του εκατόνταρχου
Μόλις ο Πιλάτος πήρε από τον Καίσαρα (Τιβέριο) γράμμα, πού όριζε την καταδίκη σε θάνατο του Λογγίνου για την πίστη του στο Χριστό, αμέσως το δίνει, όπως ήταν, στους Ιουδαίους, και στέλνει, για τη θανάτωση του αγίου, ανθρώπους, πού ήταν πρόθυμοι (να κάνουν μια τέτοια πράξη).
Εκείνοι λοιπόν, Αφού έφτασαν στην Καππαδοκία και έμαθαν ότι ο Λογγίνος ζει ασκητικά σε κάποιο πατρικό του κτήμα, πηγαίνουν αμέσως εκεί και πιάνουν κουβέντα μαζί του, χωρίς να ξέρουν πώς είναι εκείνος, για τον όποιο σε τόσους κόπους μπήκαν και τόσο δρόμο έκαναν. Γι’ αυτό ρωτούσαν και τον ίδιο, ποιος ήταν ο Λογγίνος και ποιος ο αγρός οπού έμενε. Επειδή λοιπόν, την ώρα εκείνη, το Άγιο Πνεύμα αποκάλυψε τα πάντα στο Λογγίνο, (ο άγιος) στράφηκε ήρεμα προς το μέρος τους, και τους λέει με φωνή όλο πραότητα και καλοσύνη:
Ακολουθήστε με, και θα σας δείξω εγώ αυτόν πού ζητάτε.
Τότε λοιπόν ο μακάριος, νιώθοντας λες ευφροσύνη και απολαμβάνοντας από τώρα τη μελλοντική ηδονή και κάνοντας δεκτό με χαρά τον μαρτυρικό θάνατο πριν ακόμα μαρτυρήσει, άρχισε να μονολογεί:
«Ως ωραίοι οι πόδες των εναγγελιζομένων τα αγαθά!» (Ρωμ. 10:15. Πρβλ. Ήσ. 52:7). Τώρα θα δω ανοιγμένους τους ουρανούς! Τώρα θα γνωρίσω τη δόξα του Πατρός! Τώρα θ’ ανέβω πανευφρόσυνα, με νικητήριες επευφημίες και ένδοξα τρόπαια, στην άνω Ιερουσαλήμ, την πατρίδα των αγγέλων και τη μητρόπολη της χορείας των «Αγίων Πάντων. Τώρα βγάζω από πάνω μου τον χωμάτινο χιτώνα και αφήνω τα πολυστέναχτα δεσμά της σάρκας. Τώρα ξεντύνομαι τη φθορά και ντύνομαι με χαρά την αφθαρσία. Φεύγω από την πρόσκαιρη ζωή και τις φουρτούνες της, με τα μεγάλα κύματα και τα φοβερά ναυάγια, και φτάνω στο αληθινό και μοναδικό λιμάνι, οπού θα 6ρώ την άλυπη και αιώνια ζωή. Να χαίρεσαι, ψυχή μου, τώρα πού φεύγεις για τον Πλάστη σου! «Ας λάμψει από χαρά το πρόσωπο σου – αυτό ζητάει τώρα ή περίσταση! Κι εκείνους πού θα σου χαρίσουν τόσα αγαθά, να τους υποδεχθείς φιλόφρονα, Λογγίνε! Να προσφέρεις πλούσιο γεύμα σ’ αυτούς, πού σε καλούν στο Βασιλικό Δείπνο!
Μετά άπ’ αυτόν το μονόλογο, ο Λογγίνος οδηγεί τους επισκέπτες του στο σπίτι του. και αφού τους φιλοξένησε πλουσιοπάροχα, αρχίζει μετά το δείπνο να τους ρωτάει πάλι για ποιο λόγο είχαν έρθει και γιατί αναζητούσαν τόσο επίμονα το Λογγίνο. Κι εκείνοι, αφού πρώτα τον όρκισαν να μη φανερώσει σε κανένα το μυστικό,
του λένε τι έγραψε ο Καίσαρας στον Πιλάτο, και ότι ήρθαν για ν’ αποκεφαλίσουν το Λογγίνο μαζί με δύο στρατιώτες.
Όταν ο άγιος έμαθε και το ποίοι ήταν οι άλλοι δύο πού θα θανατώνονταν μαζί του – εκείνοι δηλαδή πού προτίμησαν (ν’ ακολουθήσουν) το Χριστό παρά να γίνουν πληρωμένα όργανα των Ιουδαίων – και επειδή πριν από λίγο είχαν φύγει, ειδοποίησε να έρθουν πάλι γρήγορα πίσω, για ν’ απολαύσουν μαζί του τα μοναδικά αγαθά.
Έτσι λοιπόν, αφού φιλοξένησε τους απεσταλμένους του Πιλάτου μία και δεύτερη μέρα, την τρίτη τους πήρε μαζί του σ’ έναν αγρό, περιμένοντας εκείνους πού κάλεσε. και σαν έμαθε πώς έφταναν, λέει παρευθύς στους ανθρώπους του Πιλάτου:
Εγώ είμαι ο Λογγίνος πού ζητάτε!
Στην αρχή δυσπιστούσαν. Γιατί πώς να πιστέψουν ότι αυτός είναι ο μελλοθάνατος, όταν τον έβλεπαν ν’ αντιμετωπίζει με τόση χαρά τον κίνδυνο;
Μόλις όμως βεβαιώθηκαν πια πώς είναι εκείνος και δεν τους έμενε καμιά αμφιβολία, το πήραν βαριά. Τους έπνιξαν οι τύψεις της συνειδήσεως.
Ω κακότυχο δείπνο! έλεγαν. Ω πικρή φιλοξενία! Πώς έκανες, φίλε Λογγίνε, τέτοιο πράγμα; Γιατί το σπίτι σου δέχθηκε εκείνους πού ήρθαν να σε θανατώσουν; Θάνατος σου γίνεται αύτη ή φιλοξενία! Τον εαυτό σου θα προσφέρεις σαν επιδόρπιο στο τραπέζι! Ληστές σου βγήκαν οι φιλοξενούμενοι σου -τι παράδοξο! τι άλλο θα μπορούσες να κάνεις, για να δώσεις τόση λύπη σ’ εκείνους πού ήρθαν να πραγματοποιήσουν τη σφαγή σου; Φύγε λοιπόν, παίρνοντας σαν ανταμοιβή της φιλοξενίας σου τη λύτρωση άπ’ το θάνατο. Δεν αντέχουμε να βάλουμε πάνω σου το ξίφος. Κοκκινίζουμε, (καθώς αναλογιζόμαστε) το πλούσιο τραπέζι(πού μας παρέθεσες). Ντρεπόμαστε αυτόν πού με τόση φροντίδα μας φιλοξένησε. Το χέρι παραλύει μπροστά στο φόνο. Ό νους δεν μπορεί να σκεφτεί του ευεργέτη το θάνατο. Προτιμότερος είναι ο κίνδυνος (της τιμωρίας μας) από τον Πιλάτο παρά ο έλεγχος της συνειδήσεως. Είμαστε έτοιμοι όλα να τα υποφέρουμε, παρά να πληρώσουμε με τέτοιο νόμισμα το Λογγίνο.
Αυτά έλεγαν με πολλή θλίψη οι στρατιώτες στο μάρτυρα του Χρίστου. Δεν μπορούσαν όμως να πείσουν το Λογγίνο. Ό αληθινά γενναίος τους απάντησε με γενναιότητα:
– Γιατί, αγαπητοί μου, δείχνετε φθόνο για τα μεγάλα αγαθά(πού με περιμένουν); Γιατί μοιρολογάτε με τόσο πόνο για το θάνατο μου; Δεν είναι για μένα θάνατος αυτός εδώ, αλλά ζωής απαρχή. Θάνατος στ’ αλήθεια είναι για μένα μάλλον ή παραμονή εδώ στη γη, γιατί δεν βρίσκομαι κοντά στον Κύριο μου και δεν απολαμβάνω την ουράνια μακαριότητα. Το τέλος θα μου φέρει τέλος των κακών και όχι τέλος της ζωής. Απεναντίας, θα με μεταφέρει στην πραγματικά αιώνια ζωή.
Την ώρα πού μιλούσε ο Λογγίνος, λέγοντας αυτά και άλλα περισσότερα και προσπαθώντας να πείσει τους ανθρώπους του Πιλάτου να κάνουν ότι είχαν διαταχθεί, καταφθάνουν και οι στρατιώτες, πού είχαν καταδικαστεί μαζί του σε θάνατο. Καθώς τους είδε, το πρόσωπο του φωτίστηκε. Απλώνει το δεξί του χέρι και το τυλίγει γύρω άπ’ τον τράχηλο τους. Έπειτα φιλάει με στοργή τα μάτια τους και τους λέει:
Χαίρετε, στρατιώτες του Χρίστου και κληρονόμοι της βασιλείας Του! Είναι κιόλας ανοιγμένη για μας ή πύλη του ουρανού. Οι άγγελοι περιμένουν να παραλάβουν τις ψυχές μας και να τις οδηγήσουν κοντά στον μονογενή Υιό (του Θεού). Γι’ αυτό λοιπόν – στράφηκε τώρα στους απεσταλμένους – κάντε αυτό πού προσταχθήκατε!
Ύστερα φόρεσε καθαρά ρούχα, πού του έφεραν από το σπίτι -λες και τον είχαν καλέσει σε γάμο, και βιαζόταν να πάει! γονάτισε μαζί με τους συντρόφους του και τελείωσε μ’ αυτούς τον αγώνα… Ω, τι μακάριο τέλος! Αποκεφαλίστηκαν και κατατάχθηκαν στη χορεία των αγίων μαρτύρων.
Από το βίο της αγίας Θεοδώρας της εν Αλεξάνδρεια
Μερικοί από τους μοναχούς, πού ασκούνταν μαζί με την αγία Θεοδώρα (στο ίδιο μοναστήρι, οπού εκείνη είχε εγκαταβιώσει σαν άνδρας ευνούχος με το όνομα Θεόδωρος), τρυπήθηκαν από το αγκάθι του φθόνου, καθώς έβλεπαν τη μακαριά να φτάνει σε ύψη αρετής. Τη στέλνουν λοιπόν κρυφά από τον ηγούμενο σε κάποιο ασκητήριο, για να μεταφέρει εκεί μια επιστολή, πού της έδωσαν. Ή επιστολή αφορούσε τάχα επείγον ζήτημα, πού απαιτούσε άμεση λύση. Στην πραγματικότητα όμως όλο τούτο ήταν μηχανορραφία -αφού άλλωστε ή δουλειά στήθηκε μέσα στη νύχτα – για να κατασπαραχθεί ή αγία από τ’ άγρια θηρία. Γιατί εκείνος ο δρόμος, (άπ’ οπού θα περνούσε), ήταν έρημος και γεμάτος αγρίμια μόνο. Ή επιβουλή όμως όχι μόνο πήγε χαμένη για τον αντίπαλο μας (διάβολο), αλλά μάλλον το αντίθετο έγινε άπ’ ότι εκείνος μηχανεύτηκε.
Καθώς δηλαδή περιπλανιόταν στο δρόμο ή όσια, την πλησιάζει, με εντολή του Θεού, ένα θηρίο και της γίνεται αλάθητος οδηγός, ώσπου την έφερε έξω από τη μονή, οπού την είχαν στείλει. Μα και τότε ακόμα (το θηρίο) δεν έφυγε. Όταν μπήκε εκείνη μέσα, την ακολούθησε κι αυτό. και καθώς ή αγία προχώρησε για να δώσει στον ηγούμενο την επιστολή της, το αγρίμι χίμηξε στον πορτάρη. Λίγο ακόμα και θα τον ξέσκιζε, αν εκείνος δεν έβαζε τις φωνές – γιατί έτσι μαζεύτηκαν πολλοί, και μαζί τους ή μακαριά(Θεοδώρα), που γύρισε πίσω. Μόλις κατάλαβε ποια ήταν ή αιτία της φασαρίας και καθώς βρήκε τον άνθρωπο να γίνεται κιόλας τροφή του θηρίου, το άρπαξε μεμιάς απ’ το φάρυγγα (και το ακινητοποίησε). Έτσι γλίτωσε τον πορτάρη από το θάνατο. Μετά άλειψε με λάδι τις πληγές του και, με την επίκληση του ονόματος του Χρίστου, εκείνον τον άφησε τελείως καλά, όπως ήταν πριν, ενώ το θηρίο το έκανε να πέσει αμέσως κάτω και να σκάσει.
Όλα αυτά ή αγία ήθελε να μείνουν άγνωστα, γι’ αυτό και δεν φανέρωσε τίποτα στους μοναχούς μετά την επιστροφή της. Εκείνοι όμως πού ευεργετήθηκαν, έρχονται πρωί-πρωί και διηγούνται μόνοι τους το περιστατικό.
Με τις προσευχές του Θεοδώρου, έλεγαν, σώθηκε ένας άνθρωπος από τραγικό θάνατο. Το λαρύγγι ενός θηρίου μας έδωσε πίσω
χάρισμα εκείνον, πού είχε κιόλας αρπάξει για να καταβροχθίσει…
Ό ηγούμενος του μοναστηρίου άκουγε κατάπληκτος τα λόγια τους, και ρωτούσε με απορία, ποιος ήταν αυτός πού έστειλε εκεί πέρα το Θεόδωρο. Καθώς όμως όλοι έκαναν τους ανήξερους, έριξε τη ματιά του στη μακαριά και της είπε:
Ποιος ειν’ αυτός, Θεόδωρε, πού σε υποχρέωσε να πάς αργά
μες στη νύχτα ως εκεί, με ολοφάνερο κίνδυνο της ζωής σου;
και τώρα, κοιτάξτε τον αναπλασμό μιας άδολης ψυχής, πού
ήθελε και τη δική της ταπείνωση να φυλάξει και τους αδελφούς να
μην κατηγορήσει:
Επειδή την ώρα εκείνη ήταν βαριά από τη νύστα και τα σωματικά και τα ψυχικά μου μάτια, δεν είμαι τώρα σε θέση να πω
ονομαστικά ποιοι με έστειλαν.
Από το Γεροντικό
Ο άββάς Ποιμήν είπε:
Σε καμιά περίπτωση ή κακία δεν εξουδετερώνεται με την κακία. Αν λοιπόν κάποιος σε βλάψει, εσύ ευεργέτησε τον, για να εξουδετερώσεις την κακία με την καλοσύνη.
Έλεγαν για κάποιον αδελφό, ότι έμπαινε στο κελί ενός μεγάλου γέροντα, γείτονα του, και έκλεβε. και ο γέροντας, μολονότι τον έβλεπε, δεν του έλεγε τίποτα. Απεναντίας, δούλευε πιο πολύ, λέγοντας (μέσα του):Ίσως έχει ανάγκη ο αδελφός. Ήταν πάντως όλο στενοχώρια ο γέροντας, γιατί εξοικονομούσε με δυσκολία το ψωμί του. Λίγο αργότερα, καθώς πλησίαζε στο τέλος του, μαζεύτηκαν γύρω του οι αδελφοί. Και βλέποντας (ανάμεσα τους) εκείνον πού τον έκλεβε, του λέει:
Έλα κοντά μου…(Μόλις ο αδελφός πλησίασε, ο γέροντας έπιασε) Και καταφίλησε τα χέρια του.
Ευχαριστώ τα χέρια τούτα, είπε, γιατί με τη συνεργεία τους πηγαίνω στη βασιλεία των ουρανών!…
Ό αδελφός κατανύχθηκε (από τα λόγια αυτά), μετανόησε Και έγινε αγωνιστής μοναχός, (παραδειγματισμένος) από τις πράξεις πού είδε (να κάνει) ο μεγάλος γέροντας.
Ένας γέροντας είπε:
Αν ακούσεις ότι κάποιος σε μισεί Και σε κακολογεί, δώσε του ή στείλε του μια μικρή ευλογία, (ένα μικρό δώρο), ότι μπορείς, για να έχεις την παρρησία να πεις την ώρα της Κρίσεως: Κύριε, «άφες ημίν τα όφειλήματα ημών, ως και ημείς άφίεμεν τοις όφειλέταις ημών» (Ματθ. 6:12)».
Του αββα Ζωσιμά
Αν φέρεις στο νου σου κάποιον πού σε λύπησε ή σε πρόσβαλε ή σε ζημίωσε, πρέπει να τον θεωρήσεις σαν γιατρό, σταλμένο από το Χριστό, Και να τον έχεις σαν ευεργέτη. Γιατί αυτό καθεαυτό το ότι πονάς μ’ εκείνα (πού σου έκανε), δείχνει πώς ή ψυχή σου είναι άρρωστη. «Αν δεν ήσουν άρρωστος, δεν θα έπασχες. Οφείλεις λοιπόν να ευχαριστείς τον αδελφό Και να προσεύχεσαι γι’ αυτόν, επειδή εξαιτίας του γνώρισες την αρρώστια σου. Και να δέχεσαι όσα σου κάνει σαν θεραπευτικά φάρμακα, πού σου έστειλε ο Ιησούς. «Αν όμως πικραίνεσαι εναντίον του αδελφού, είναι σαν να λες έμμεσα στον Ιησού: «Δεν θέλω τα φάρμακα σου! Θέλω να σαπίσω στα τραύματα μου! Οποίος λοιπόν θέλει να θεραπευθεί από τα «ψυχικά του τραύματα, είναι απαραίτητο να υπομείνει όσα επιβάλλει ο γιατρός, όποια κι αν είναι αυτά. Άλλωστε, ούτε ο σωματικά άρρωστος εγχειρίζεται ή καυτηριάζεται ή πίνει καθάρσιο με ευχαρίστηση. Απεναντίας, και ή θύμηση τους ακόμα του προκαλεί αηδία. Πείθει όμως τον εαυτό του ότι είναι αδύνατον να λυτρωθεί άπ’ την αρρώστια αλλιώς, πάρα μόνο μ’ αυτά. Έτσι τα σηκώνει με γενναιότητα, ευχαριστώντας μάλιστα το γιατρό, γιατί γνωρίζει ότι με λίγη αηδία γλιτώνει από πολυχρόνια ασθένεια. Καυτήρας του Ιησού είναι αυτός πού σε προσβάλλει ή σε βρίζει, λυτρώνοντας σε έτσι από την κενοδοξία. Καθάρσιο του Ιησού είναι αυτός πού σε ζημιώνει, καθαρίζοντας σε έτσι από την πλεονεξία. Αν λοιπόν αποφεύγεις πειρασμό ωφέλιμο, αποφεύγεις την αιώνια ζωή. Γιατί ποιος χάρισε λ.χ. στον άγιο Στέφανο τέτοια δόξα, σαν κι αύτη πού του εξασφάλισαν εκείνοι πού τον λιθοβόλησαν;

ΛΣ. ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ Η ΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΘΡΙΑ
ΠΑΘΗ, ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑΤΙ ΑΧΡΗΣΤΕΥΟΥΝ
ΚΑΘΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ
ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Του άββά Ισαάκ

ΝΑ ΜΗ μισήσεις τον αμαρτωλό, γιατί όλοι είμαστε ένοχοι. Και αν τον αποδοκιμάζεις από ζήλο Θεού, να κλάψεις για χάρη του. Να μη μισήσεις τον ‘ίδιο, αλλά τις αμαρτίες του. Για τον ίδιο να προσευχηθείς, κι έτσι θα μοιάσεις στο Χριστό, πού δεν αγανακτούσε εναντίον των αμαρτωλών, αλλά προσευχόταν πολύ γι’ αυτούς• έκλαψε μάλιστα Και για την Ιερουσαλήμ (Ματθ. 23:37. Λουκ. 13:34). Αφού, άλλωστε, κι εμάς μας ξεγελάει σε πολλές περιπτώσεις ο διάβολος, γιατί να μισήσουμε Και ν’ αποστραφούμε εκείνον πού, κατά την αντίληψη μας, εξαπατήθηκε από τον κοινό μας εχθρό;
Αν μισείς τον αμαρτωλό για τούτο, ότι δηλαδή δεν είναι, κατά τη γνώμη σου, ενάρετος, δείχνεις έτσι ότι κι εσύ αμαρτωλός είσαι, Αφού δεν έχεις αγάπη. Και οποίος δεν έχει αγάπη, δεν έχει μαζί του Και το Θεό• γιατί ο Θεός είναι προπαντός αγάπη (Α’ Ίω. 4:8,16).
Να μη μισείς λοιπόν Και να μην κατατρέχεις τον αμαρτωλό, αλλά, με τη συμπάθεια (πού θα του δείξεις), να γίνεις κήρυκας της αγαθοσύνης του Θεού, ο Όποιος, μολονότι είσαι ανάξιος, σε φροντίζει. Δεν σε παραμελεί ούτε σε αποστρέφεται ούτε σε τιμωρεί για τα πολλά Και μεγάλα σου αμαρτήματα. Μιμήσου λοιπόν κι εσύ,
όσο μπορείς, την ευσπλαχνία Του και την αγαθότητα Του, και γίνε σπλαχνικός απέναντι στο συνδουλό σου, ώστε, με τη μικρή δική σου συμπάθεια, να πάρεις σαν αμοιβή από το Θεό την απροσμέτρητη συμπάθεια Του.
Από το Γεροντικό
Ό άββάς Μακάριος είπε:
Αν θυμόμαστε τα κακά πού μας κάνουν οι άνθρωποι, αχρηστεύουμε μέσα μας τη δύναμη της μνήμης του Θεού. «Αν όμως δεν θυμόμαστε τα κακά πού υποφέρουμε, θα μείνουμε ανίκητοι από τους δαίμονες.
Ένας γέροντας είπε:
Αυτός πού κλέβει ή λέει ψέματα ή κάνει οποιαδήποτε άλλη αμαρτία, πολλές φορές, αμέσως μετά τη διάπραξη της, αναστενάζει και κατηγορεί τον εαυτό του και έρχεται σε μετάνοια. Εκείνος όμως πού έχει μνησικακία στην ψυχή του, και όταν τρώει και όταν κοιμάται και όταν βαδίζει, κατατρώγεται σαν από σαράκι και έχει πάντα την αμαρτία του αχώριστο σύντροφο. Ή προσευχή του γίνεται κατάρα και οι κόποι του όλοι πάνε χαμένοι, έστω κι αν χύσει το αίμα του για το Χριστό.
Δυο αδελφοί, πού πιάστηκαν σε καιρό διωγμού, οδηγήθηκαν στα βασανιστήρια. Αφού λοιπόν τους βασάνισαν μια φορά, τους έριξαν στη φυλακή.
Από δαιμονική ενέργεια όμως δημιουργήθηκε ανάμεσα τους μια παρεξήγηση και ψυχρότητα. Ό ένας τους μεταμελήθηκε γρήγορα κι έβαλε μετάνοια στον αδελφό του, λέγοντας:
Αύριο πρόκειται να θανατωθούμε. Ας λύσουμε λοιπόν την έχθρα κι ας κάνουμε αγάπη. Μα ο άλλος δεν μαλάκωνε. Την επόμενη μέρα, αφού οδηγήθηκαν και πάλι στο δικαστήριο, βασανίστηκαν. και εκείνος πού δεν δέχθηκε τη μετάνοια του αδελφού, νικήθηκε με το πρώτο χτύπημα! Τον ρωτάει λοιπόν ο άρχοντας:
Γιατί χθες, ενώ τόσο πολύ βασανίστηκες, δεν υποχώρησες; Επειδή χθες, απάντησε εκείνος, ήμουν αγαπημένος με τον αδελφό μου, και γι’ αυτό με δυνάμωνε ή χάρη του Θεού. Σήμερα όμως, πού του κράτησα μνησικακία, έφυγε από πάνω μου ή σκέπη και ή ενίσχυση του Θεού.
Του αββά Ησαΐα.
Αν ένας αδελφός σου κάνει κακό και τον κατηγορήσει κάποιος μπροστά σου, φύλαξε την καρδιά σου, για να μην ανανεωθεί μέσα σου ή κακία. Θυμήσου αμέσως τις αμαρτίες πού έχεις κάνει ενώπιον του Θεού και πού θέλεις να σου συγχωρηθούν, και μην
ανταποδώσεις (το κακό) στον πλησίον σου.
Αν ακούσεις ότι κάποιος είπε κακό λόγο για σένα, και τον συναντήσεις κάπου ή σε επισκεφθεί, δώσε, όσο μπορείς, στο πρόσωπο σου έκφραση πρόσχαρη και καλοσυνάτη και μην του πεις τίποτε άπ’ όσα άκουσες. Γιατί είναι γραμμένο: «»Ος μνησικακεί, παράνομος» (Παροιμ. 21:24).
Του αββά Μάρκου
Ή κακία, όταν τη μελετάει κανείς με τη σκέψη του, αποθρασύνει την καρδιά• όταν όμως την καταπολεμεί με την εγκράτεια και την ελπίδα, τότε τη συντρίβει.
Του αγίου Μαξίμου
Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν ο νους φέρνει μπροστά του το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι έχει μνησικακία εναντίον του. Οι δρόμοι όμως των μνησίκακων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο (Παροιμ. 12:28), γιατί κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του θείου νόμου (Παροιμ. 21:24).
Αν εσύ έχεις μνησικακία εναντίον άλλου, να προσεύχεσαι γι’ αυτόν, και σταματάς έτσι την κίνηση του πάθους, γιατί με την προσευχή απομακρύνεται ή λύπη από τη θύμηση του κάκου πού σου έκανε. Όταν μάλιστα αποκτήσεις αγάπη και φιλανθρωπία, θα εξαφανίσεις εντελώς το πάθος από την ψυχή σου.
Αν πάλι κάποιος άλλος μνησικακεί εναντίον σου, να γίνεις ευεργετικός και ταπεινός απέναντι του, να τον καλείς σε γεύμα, να τον κάνεις παρέα, να συζητάς μαζί του, κι έτσι θα τον απαλλάξεις από το πάθος.
Του αγίου Εφραίμ
Ό καπνός διώχνει τις μέλισσες και ή μνησικακία την (πνευματική) γνώση από την καρδιά. Να προσεύχεσαι στον Κύριο και να χύνεις δάκρυα μπροστά στην αγαθότητα Του, «ως θυμίαμα ενώπιον αυτόν» (πρβλ. Ψαλμ. 140:2), και ή μνησικακία να μη βρίσκει θέση στην ψυχή σου.

ΛΖ.
ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΜΗ ΒΡΙΖΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΟ ΜΑΣ ΛΟΓΟ ΝΑ
ΚΑΤΑΠΡΑΫΝΟΥΜΕ ΤΟ ΘΥΜΟ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΒΡΙΖΟΥΝ.

Από το Γεροντικό
ΕΛΕΓΑΝ για τον άββά Μακάριο τον Αιγύπτιο ότι ανέβαινε κάποτε από τη Σκήτη προς το ορός της Νιτρίας, και όταν πλησίασε στον τόπο είπε στο μαθητή του: Προχώρα εσύ λίγο.
Καθώς προχωρούσε λοιπόν ο μαθητής, συναντάει κάποιον ειδωλολάτρη ιερέα να τρέχει, και του φωνάζει δυνατά:
Ε, ε, δαίμονα! Που τρέχεις;
Οργίστηκε τότε εκείνος και με το ραβδί του τον χτύπησε δυνατά, τον καταπλήγωσε και, αφήνοντας τον μισοπεθαμένο, συνέχισε το δρόμο του. Αφού προχώρησε λίγο, τον συναντάει ο άββάς Μακάριος να τρέχει και του λέει:
Ό Θεός μαζί σου, κουρασμένε άνθρωπε, ο Θεός μαζί σου! Εκείνος, ευχαριστημένος μ’ αυτόν το λόγο, τον πλησίασε. Τι καλό είδες σ’ εμένα και με χαιρέτησες; του είπε.
Σε είδα να κουράζεσαι, αποκρίθηκε ο γέροντας, χωρίς να ξέρεις ότι άδικα κουράζεσαι.
Εγώ, του είπε εκείνος, συγκινήθηκα από το χαιρετισμό σου και κατάλαβα ότι είσαι άνθρωπος του Θεού. Κάποιος άλλος όμως άθλιος μοναχός, όταν με συνάντησε, μ’ έβρισε κι εγώ τον χτύπησα θανάσιμα. Κατάλαβε ο γέροντας τι αυτός ήταν ο μαθητής του. Ό ειδωλολάτρης ιερέας έπεσε στο μεταξύ στα πόδια του γέροντα και του έλεγε:
Δεν θα σ’ αφήσω, αν δεν με κάνεις μοναχό.
Ήρθαν λοιπόν στον τόπο πού βρισκόταν ο μισοπεθαμένος από τα χτυπήματα μοναχός, τον σήκωσαν και τον έφεραν στην εκκλησία του ορούς. Σαν είδαν οι μοναχοί τον ειδωλολάτρη ιερέα μαζί με τον
αββά Μακάριο, έμειναν εμβρόντητοι. Δόξασαν τότε το Θεό και τον έκαναν μοναχό. Εξαιτίας του μάλιστα πολλοί ειδωλολάτρες έγιναν χριστιανοί.
Έλεγε λοιπόν ο άββάς Μακάριος :
-Ό κακός λόγος και τον καλό (άνθρωπο) τον κάνει κακό• ενώ ο καλός λόγος και τον κακό (άνθρωπο) τον κάνει καλό. Ένας από τους πατέρες είπε:
Αν κάποιος σε βρίσει, εσύ πες του καλό λόγο. Κι αν τον δεχθεί, θα ‘ναι καλό και για τους δυο σας. Αν πάλι δεν τον δεχθεί, αυτός αμείβεται από το Θεό για την προσβολή, κι εσύ για τον καλό λόγο.
Ένας γέροντας είπε:
Το Σταυρό του Χρίστου τον βλέπουμε. Για τα πάθη Του διαβάζουμε. Γιατί λοιπόν δεν ανεχόμαστε ούτε μια προσβολή;
Του αββα Ησαΐα
Αν κάποιος σου πει σκληρό λόγο, μην ξεσηκωθείς εναντίον του, αλλά φρόντισε να του βάλεις μετάνοια γρήγορα, πριν τον κατηγορήσεις μέσα στην καρδιά σου• γιατί ή οργή δεν αργεί να έρθει.
«Αν κάποιος σε βρίσει, μην του αντιμιλήσεις, ώσπου να σωπάσει. Κι αν εξετάσεις τον εαυτό σου και βρεις ότι υπάρχουν μέσα σου όσα άκουσες άπ’ αυτόν, μετανόησε, σαν ν’ αμάρτησες εσύ, και ή αγαθότητα του Θεού σε δέχεται πάλι.

ΛΗ.
ΝΑ ΜΗ ΛΕΜΕ ΨΕΜΑΤΑ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ. ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΤΙΚΑ ΤΟ ΨΕΜΑ.

Από το Γεροντικό
ΡΩΤΗΣΑΝ ένα γέροντα: – Τι είναι ή ζωή του μονάχου; Και αποκρίθηκε: Στόμα αληθινό, σώμα άγιο, καρδιά καθαρή.

Ένας γέροντας είπε:
Το ψέμα είναι «ο παλαιός άνθρωπος, ο φθειρόμενος κατά τάς επιθυμίας της απάτης» (Εφ. 4:22). Και ή αλήθεια, «ο καινός άνθρωπος, ο κατά Θεό κτισθείς» (Εφ. 4:24).
Είπε πάλι (ο ίδιος γέροντας):
Ή αλήθεια είναι ή ρίζα των καλών έργων. Και το ψέμα είναι ο (πνευματικός) θάνατος.
Κάποτε ο αββάς Αγαθών ρώτησε τον αββά ‘Αλώνιο, αν υπάρχει περίπτωση να πει κανείς ψέματα. Και ο αββάς Αλώνιος αποκρίθηκε ότι υπάρχει.
– Πότε; τον ρώτησε.
Και του λέει ο γέροντας:
Να, πες ότι δυο άνθρωποι έκαναν φονικό μπροστά σου, Και ο ένας βρήκε καταφύγιο στο κελί σου. Ό άρχοντας τον αναζητεί Και σε ρωτάει: Έγινε μπροστά σου φόνος; Αν λοιπόν εσύ δεν πεις ψέματα, παραδίνεις τον άνθρωπο στο θάνατο. Είναι όμως προτιμότερο να τον αφήσεις ελεύθερο, στην κρίση του Θεού, γιατί Εκείνος γνωρίζει τα πάντα. Άπ’ αυτό λοιπόν γίνεται φανερό, ότι μπορεί κάποτε να προτιμήσει κανείς το ψέμα από την αλήθεια.
Ό άββάς Γρηγόριος είπε:
Από κάθε άνθρωπο, πού έχει λάβει το άγιο βάπτισμα, ο Θεός απαιτεί αυτά τα τρία: από την ψυχή, ορθή πίστη• από τη γλώσσα, την αλήθεια• Και από το σώμα, σωφροσύνη.
Άντιόχου του Πανδέκτη
Όπως ακριβώς ο άνθρωπος, πού το στόμα του λέει την αλήθεια, αγιάζεται από την Αλήθεια, δηλαδή τον Κύριο – γιατί ο Ίδιος λέει, «εγώ ειμί ή αλήθεια» (Ίω. 14:6) -, έτσι κι εκείνος πού λέει ψέματα, μολύνεται από τον πατέρα του, το διάβολο• γιατί το ψέμα προέρχεται από τον πονηρό, όπως είπε καθαρά ο Σωτήρας (Ίω. 8:44).
Του αββα Ησαΐα
Να μην επαινέσεις, παρά μόνο όσα είδες• Και όσα άκουσες, να μην τα πεις σαν να τα είδες.
Μάθε τη γλώσσα σου να λέει τα λόγια του Θεού με επίγνωση, Και το ψέμα θα φύγει μακριά σου.
Το ψέμα γεννιέται από την αγάπη της τιμής (Και της επιδοκιμασίας) των ανθρώπων όταν όμως το εξουδετερώσεις με την ταπείνωση, τότε ο φόβος του Θεού μεγαλώνει μέσα στην καρδιά σου.

Φυλάξου από το ψέμα, γιατι διώχνει το φόβο του Θεού από μέσα σου.
Του αββά Μάρκου.
Το στόμα του ταπεινόφρονα θα πει την αλήθεια.
Αυτός που αντιλέγει στην αλήθεια είναι όμοιος με εκείνον τον υπηρέτη που ράπισε τον Κύριο στο πρόσωπο (Ιών, 18.22).

Του αγίου Εφραίμ

Κάποια νύχτα, χειμώνα καιρό, καθώς οι αδελφοί έκαναν μια έκτατη εργασία, ένας από αυτούς δεν άντεξε την παγωνιά και γύρισε στο κει του. Ένας άλλος τότε βαρυγκώμησε εναντίον του.
Έστειλαν λοιπόν κάποιον τρίτο αδελφό για να τον καλέσει πάλι στην εργασία. Αυτός πήγε και τον βρήκε να υποφέρει.
Οι αδελφοί ρωτάνε τι κανείς; Όσο για την εργασία σου, μη σε μέλει. Θα την κάνουμε εμείς.
Ο Θεός να θυμηθεί την αγάπη σας! Είπε εκείνος. Κι εγώ ήθελα να κοπιάσω μαζί σας μα η αδυναμία μου με εμποδίζει.
Γύρισε λοιπόν ο σταλμένος σε εκείνους που τον έστειλαν, και τους είπε.
Ο αδελφός υποφέρει πολύ, και μου είπε πως κι αυτός ήθελε
Να κοπιάσει μαζί μας, αλλά δεν μπορεί. Αυτός είναι που είπε ψέματα, ασκώντας οικονομία.

ΛΘ.
Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΌΣΟΙ ΤΗΝ ΥΠΟΜΕΝΟΥΝ ΑΓΟΓΓΥΣΤΑ ΤΕΛΙΚΑ
ΔΟΞΑΖΟΝΤΑΙ, ΕΝΩ ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΕΣ ΤΙΜΩΡΟΥΝΤΑΙ ΣΥΧΝΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΖΩΗ.

Του Παλλαδίου

ΤΗΝ Καισαρεία της Παλαιστίνης ή παρθένα θυγατέρα ενός πρεσβυτέρου διακορεύτηκε (από κάποιον) και έμεινε έγκυος. Ό διακορευτής της την ορμήνεψε να συκοφαντήσει (σαν ένοχο) κάποιον αναγνώστη της πόλης, (πού λεγόταν Ευστάθιος). Καθώς λοιπόν ανακρινόταν από τον πατέρα της, κατηγόρησε τον
αναγνώστη. Ό πρεσβύτερος ενημέρωσε τον επίσκοπο. και ο επίσκοπος,
αφού συγκάλεσε το ιερατείο, έφερε στη μέση τον αναγνώστη και άρχισε να τον ρωτάει για το ζήτημα.
Εγώ δεν έχω σχέση μ’ αυτή την υπόθεση, αποκρίθηκε εκείνος.
Ό επίσκοπος αγανάκτησε (με την άρνηση του) και του λέει αυστηρά: Δεν ομολογείς, άθλιε, την αμαρτία σου; Δεν μετανιώνεις; Εγώ, σε παρακαλώ, (δέσποτα), είπα την αλήθεια: Δεν έχω
(καμιά) σχέση μ’ αυτή την υπόθεση. Δεν είμαι ένοχος για την ανομία πού διαπράχθηκε σε βάρος εκείνης (της νέας). Αν όμως θέλετε να με ακούσετε να ομολογώ αυτό πού δεν έκανα, τότε το έχω κάνει!
Όταν είπε αυτό, ο επίσκοπος τον καθήρεσε από το αξίωμα του αναγνώστη. Εκείνος τότε έπεσε στα πόδια του και παρακαλούσε:
Αφού έτσι αποφάσισες, άγιε επίσκοπε, ότι δηλαδή, επειδή είπα πώς αμάρτησα, δεν είμαι άξιος κληρικός της αγιοσύνης σου, πρόσταξε να μου δοθεί από τώρα αυτή σαν γυναίκα μου. Ούτε εγώ πια είμαι κληρικός, ούτε εκείνη παρθένα.
Ό επίσκοπος και ο πατέρας της, νομίζοντας κοντά στα άλλα ότι είχε ξετρελαθεί μαζί της και δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να την αποχωριστεί, του την έδωσαν για σύζυγο.
Εκείνος αμέσως την οδήγησε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι, και παρακάλεσε την ηγουμένη να την κρατήσει, ώσπου να γεννήσει. και Αφού την άφησε εκεί, αποσύρθηκε σε κάποιον ξερότοπο, κλείστηκε σ’ ένα κελί και επιδόθηκε σε υπερβολικά σκληρή άσκηση.
Με την καρδιά γεμάτη συντριβή, απευθύνθηκε στο Χριστό, λέγοντας Του με πολλά δάκρυα:
Εσύ, Κύριε, πού είσαι ο καρδιογνώστης όλων, γνωρίζεις και τις δικές μου πράξεις, Αφού γνωρίζεις τα πάντα πριν γίνουν και κά θε ανθρώπου τη σκέψη. Εσύ είσαι ο γρήγορος εξεταστής των λογισμών. Εσύ είσαι ο βοηθός όσων αδικούνται και ο δίκαιος υπερασπιστής όσων συκοφαντούνται, γιατί δεν σου αρέσει καμιά αδικία. «Πάσα ροπή ζυγού δικαιοσύνη παρά σοι». (Παροιμ. 16:11). Από δω κι εμπρός λοιπόν, Κύριε, ανήκει στην αμερόληπτη και δίκαιη
κρίση Σου ή φανέρωση της αλήθειας και ή αίσια έκβαση της υποθέσεως μου.
Ενώ λοιπόν περνούσε τον καιρό του καρτερικά με τέτοιες προσευχές και με νηστείες, ήρθε ο καιρός να γεννήσει εκείνη ή ταλαίπωρη. και τότε ή δίκαιη κρίση του Θεού της φέρνει ξαφνικό και αβάσταχτο πόνο. Σκοτεινά οράματα και φοβερά βάσανα τυραννούσαν εφτά μέρες τη δύστυχη τούτη, μα το παιδί δεν έβγαινε από την κοιλιά της. και οι πόνοι γίνονταν όλο και περισσότερο πιο αφόρητοι. «Άρχισε λοιπόν με σπαραχτικές κραυγές να χτυπιέται και να φωνάζει:
– Αλίμονο μου της άθλιας! Κινδυνεύω να χαθώ, γιατί έπεσα σε
δυο κακά, στην πορνεία και τη συκοφαντία! «Άλλος είναι πού με διακόρευσε, και τον αναγνώστη κατηγόρησα!
Καθώς λοιπόν δεν μπορούσε πια ούτε να ζήσει ούτε να πεθάνει, μα ούτε και να γεννήσει, κι από τη άλλη πάλι ούτε οι αδελφές άντεχαν τις δυνατές κραυγές της, έτρεξαν γρήγορα και ήρθαν να πουν στον επίσκοπο τα καθέκαστα. και μολονότι έγινε δέηση στην εκκλησία άπ’ όλους, οι προσευχές του αθώου την έκαναν άκαρπη.
Σηκώθηκε τότε ο επίσκοπος και πήγε στο κελί, οπού ήταν κλεισμένος ο αναγνώστης. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα του και χτυπούσε πολλή ώρα. Επειδή όμως εκείνος μήτε σημασία έδινε μήτε απαντούσε, πρόσταξε ο επίσκοπος να ξηλώσουν την πόρτα. Μπήκε λοιπόν μέσα και τον βρήκε πεσμένο καταγής.
-Αδελφέ αναγνώστη Ευστάθιε, του είπε σε τόνο απολογητικό, με τις προσευχές σου φανερώθηκε από την κρίση του Θεού ή συκοφαντία σε βάρος σου. Λυπήσου τώρα πια κι εσύ εκείνη πού σου έκανε το κακό, γιατί παραβασανίστηκε από τα δεινοπαθήματα, και απάλλαξε την από την αμαρτία της. Γιατί αυτά τα υποφέρει εξαιτίας των προσευχών σου. Παρακάλεσε λοιπόν το Θεό να τη λυτρώσει από τους ανυπόφορους πόνους της γέννας.
Ό αναγνώστης έκανε μαζί με τον επίσκοπο εκτενή προσευχή. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, εκείνη ή ταλαίπωρη ελευθερώθηκε από την αγωνία και γέννησε το παιδί. και τότε ικέτευε όλους να της συγχωρήσουν την ανομία πού έκανε σε βάρος του δικαίου.
Από κει κι έπειτα θεωρούσαν όλοι τον αναγνώστη σαν μάρτυρα. Εκείνος πάλι, αφού εγκατέλειψε κάθε μέριμνα, έφτασε σε ύψη αγίας ζωής, αξιώθηκε μάλιστα να λάβει και πνευματικό χάρισμα.
Από το βίο του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού
Ο μέγας Γρηγόριος, αφού σπούδασε ολόκληρη την ελληνική σοφία και γνώρισε εμπειρικά πόσο αβάσιμες, αντιφατικές και αψήφιστες ήταν οι δοξασίες της, έγινε μαθητής του Ευαγγελίου του Χρίστου. και πριν ακόμη αναγεννηθεί με το βάπτισμα, έκανε τέτοια ζωή, ώστε καμιά κηλίδα αμαρτίας να μη φέρει στο (ιερό) λουτρό.
Έμενε λοιπόν στην Αλεξάνδρεια, όπου μαζεύονταν όλοι όσοι είχαν ζήλο για τη φιλοσοφία και την ιατρική. και ή παρουσία του ήταν ενοχλητική στους συνομηλίκους του – παρουσία ενός νέου στολισμένου με σωφροσύνη ανώτερη από των γερόντων -, γιατί του αγνού ο έπαινος αποτελούσε ντροπή για τους αμαρτωλούς.
Για να έχουν λοιπόν κάποια δικαιολογία οι ακόλαστοι και να μη φαίνονται ότι μόνο αυτοί είναι τέτοιοι (άνθρωποι), μηχανεύονται ένα τέχνασμα, για να ρίξουν λάσπη στη ζωή του μεγάλου (Γρηγορίου). και για να τον συκοφαντήσουν, παρουσιάζουν κάποια κοινή γυναίκα, από ένα παλιόσπιτο, γνωστή για την έξαχρείωσή της.
Καθώς λοιπόν εκείνος συζητούσε με σεμνότητα, όπως συνήθιζε, για κάποιο φιλοσοφικό ζήτημα με τους λόγιους άνδρες (του τόπου), πλησιάζει ή (διεφθαρμένη εκείνη) γυναίκα κουνιστή και λυγιστή, δείχνοντας, με όλα όσα έλεγε και έκανε, πώς τον γνωρίζει τάχα καλά. «Ύστερα άρχισε να παραπονιέται, ότι δεν της δίνει όσα της χρωστάει, προσθέτοντας με αδιαντροπιά και τους λόγους, για τους οποίους δεν της πλήρωνε δήθεν την αμοιβή (της ακολασίας).
«Όσοι γνώριζαν τη ζωή του αγίου, αγανάκτησαν και στράφηκαν οργισμένοι εναντίον της γυναίκας. Εκείνος, απεναντίας, ούτε ταράχθηκε, όπως αυτοί πού θύμωσαν για χάρη του, ούτε είπε τίποτα πού να δείχνει τη δυσφορία του, όπως θα ‘ταν φυσικό, για τη συκοφαντία, ούτε κάλεσε κανένα μάρτυρα για το βίο του, ούτε με όρκο αρνήθηκε την κατηγορία, ούτε καυτηρίασε την κακία εκείνων πού έστησαν τη σκευωρία εναντίον του. Άλλα με ηρεμία και με φωνή κανονική στράφηκε σ’ έναν από τους φίλους του και του είπε:
– Δώσε της τα χρήματα (πού ζητάει), για να μη μας ενοχλεί περισσότερο και να μην εμποδίζει τη συζήτηση πού κάνουμε.
Ή πόρνη του είπε πόσα ζητούσε από τον άγιο, και αμέσως της τα μέτρησε όλα. «Έτσι πήρε τέλος ή επιβουλή των ακολάστων εναντίον του αγνού.
Καθώς όμως εκείνη ή ξεδιάντροπη κρατούσε στα χέρια της τα κέρδη, τότε κιόλας έρχεται από το Θεό τόσο ή απόδειξη της αγνείας του νέου όσο και ο έλεγχος της συκοφαντίας των συνομηλίκων του. Τη στιγμή δηλαδή πού έπαιρνε στα χέρια τα χρήματα, (κυριεύθηκε από) δαιμονικό πνεύμα, (πού) την παραμόρφωσε. Έβγαλε ένα σπαραχτικό μουγκρητό – θηρίου περισσότερο παρά ανθρώπου – κι έπεσε στη γη μπρούμυτα, ανάμεσα στους συγκεντρωμένους.
Την ίδια στιγμή οι παρόντες βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα φρικτό και φοβερό θέαμα: Ξερίζωνε και μαδούσε τα μαλλιά της με τα ίδια της τα χέρια, ενώ τα μάτια της είχαν γυρίσει ανάποδα κι από το στόμα της έβγαζε αφρούς!
Το δαιμόνιο, (πού την είχε κυριέψει), δεν σταμάτησε να την καταπνίγει, ώσπου ο ίδιος ο μέγας εκείνος (Γρηγόριος) επικαλέστηκε το Θεό και Τον παρακάλεσε να τη λυπηθεί.
Τέτοια ήταν τα περιστατικά των νεανικών χρόνων του θαυμαστού Γρηγορίου – άξια προοίμια της κατοπινής βιωτής του.
Από το Γεροντικό
Ένας γέροντας διηγήθηκε, ότι στα χρόνια του μεγάλου Ισιδώρου, του πρεσβυτέρου της Σκήτης, ήταν εκεί κάποιος διάκονος (Παφνούτιος). Αυτόν, για τη μεγάλη του αρετή, (ο άββάς Ισίδωρος) θέλησε να τον κάνει ιερέα, σκοπεύοντας να τον αφήσει διάδοχο του μετά την κοίμηση του. Εκείνος όμως, από ευλάβεια, δεν δέχθηκε τη χειροτονία και παρέμεινε διάκονος.
Κάποιος λοιπόν από τους γέροντες, παρακινημένος από τον εχθρό (διάβολο), τον φθόνησε. και καθώς όλοι ήταν στην εκκλησία για την ακολουθία, πήγε κι έκρυψε το βιβλίο του στο κελί του διακόνου. Ύστερα ήρθε στον άββά Ισίδωρο και του είπε:
Κάποιος άπ’ τους αδελφούς μου έκλεψε το βιβλίο.
Κατάπληκτος ο άββάς Ισίδωρος αποκρίθηκε:
Ποτέ δεν έχει γίνει τέτοιο πράγμα στη Σκήτη!
Τότε ο γέροντας εκείνος, πού είχε κρύψει το βιβλίο, λέει στον πρεσβύτερο:
Δώσε μου δυο πατέρες, για να κάνουμε έρευνα στα κελιά.
Αφού λοιπόν πήγαν κι έψαξαν πρώτα στα κελιά των άλλων, ήρθαν υστέρα και στο κελί του διακόνου. και μόλις βρήκαν εκεί το βιβλίο, το έφεραν στον πρεσβύτερο, στην εκκλησία, και του ανακοίνωσαν που το βρήκαν.
Ό διάκονος ήταν εκεί και το άκουσε. Βάζει αμέσως μετάνοια στον αββά Ισίδωρο, μπροστά σ’ όλο το εκκλησίασμα, και του λέει:
Αμάρτησα! Βάλε μου επιτίμιο.
Του έβαλε πράγματι κανόνα να μην κοινωνήσει για τρεις εβδομάδες.
Κάθε φορά λοιπόν πού ο αδελφός ερχόταν στη (λατρευτική) σύναξη, στεκόταν μπροστά στην εκκλησία κι έβαζε μετάνοια σε όλους τους ανθρώπους, λέγοντας: Συγχωρέστε με, γιατί αμάρτησα.
Μετά από τρεις εβδομάδες έγινε δεκτός στη θεία κοινωνία. Αμέσως όμως δαιμονίστηκε ο γέροντας πού τον συκοφάντησε!
Άρχισε τότε να κραυγάζει και να ομολογεί (την αμαρτία του), λέγοντας: Συκοφάντησα το δούλο του Θεού!
Όλο το εκκλησίασμα έκανε προσευχή γι’ αυτόν, αλλά δεν θεραπευόταν. Τότε ο μέγας Ισίδωρος (γυρίζοντας προς το διάκονο) του λέει, μπροστά σ’ όλους τους αδελφούς:
Προσευχήσου γι’ αυτόν. Αφού εσύ συκοφαντήθηκες, δεν θα θεραπευθεί παρά μόνο με τη δική σου μεσολάβηση.
Πράγματι, μόλις προσευχήθηκε, αμέσως ο γέροντας έγινε καλά.
Στο ορός Σινά ζούσε, ανάμεσα στους άλλους πατέρες, και κάποιος πού λεγόταν Νίκων. «Όχι πολύ μακριά του κατοικούσε κάποιος Φαρανίτης, πού είχε μια κόρη.
Ένας άνθρωπος λοιπόν, πού πήγε στο σπίτι του Φαρανίτη και βρήκε την κόρη του μονάχη, γιατί ο ίδιος έλειπε, τη διέφθειρε. Με τα τη συμβούλεψε να πει στον πατέρα της, ότι ο άββάς Νίκων της έκανε το κακό.
Όταν γύρισε ο Φαρανίτης κι έμαθε τι είχε γίνει, άναψε άπ’ την οργή και τη στενοχώρια. Άρπαξε το ξίφος του κι έτρεξε στο γέροντα. Στάθηκε έξω (από το κελί του) και χτύπησε (την πόρτα).
Μόλις πρόβαλε ο γέροντας, ο Φαρανίτης άπλωσε το χέρι για να τον χτυπήσει με το ξίφος. Μα παρευθύς το χέρι του ξεράθηκε!
Έτσι, μην μπορώντας πια να σκοτώσει το γέροντα, πήγε και τον κατήγγειλε στους πρεσβυτέρους, πού αμέσως έστειλαν και κάλεσαν το γέροντα.
Όταν ήρθε, του επέβαλαν πολλές σωματικές τιμωρίες, και μετά αποφάσισαν να τον διώξουν. Μα εκείνος τους παρακαλούσε: Αφήστε με εδώ, για το θεό, να μετανοήσω!
και τότε τον απομάκρυναν για τρία χρόνια από την εκκλησία και τη μετάληψη των θείων Δώρων, δίνοντας εντολή να μην τον πλησιάσει κανείς (σ’ όλο αυτό το διάστημα). ,
Έτσι πέρασε τρία χρόνια, μένοντας κάθε Κυριακή γονατιστός στην είσοδο της εκκλησίας και παρακαλώντας όλους: Κάντε προσευχή για μένα!
Ύστερα όμως (άπ’ αυτόν τον κανόνα του άββά Νίκωνα), δαιμονίστηκε εκείνος πού έκανε την αμαρτία και συκοφάντησε το γέροντα. και καθώς τον τυραννούσε ο δαίμονας, ομολόγησε στην εκκλησία (την αλήθεια).
Τίποτα δεν ξέρει ο δούλος του Θεού, είπε. Εγώ έκανα την αμαρτία, και έβαλα (την κόρη) να συκοφαντήσει αυτόν!
Το εκκλησίασμα, μόλις το άκουσε, κίνησε σύσσωμο για το γέροντα, πού ησύχαζε στο κελί του. Του έβαλαν μετάνοια και του είπαν: Συγχώρεσέ μας, αββά.
Κι εκείνος τους αποκρίθηκε:
Ό Θεός να σας συγχωρέσει! Εγώ όμως δεν μένω πια μαζί σας, γιατί δεν βρέθηκε ούτε ένας (ανάμεσα σας) με διάκριση, για να μου δείξει κάποια συμπάθεια.
και αμέσως ο γέροντας αναχώρησε από κει. Νομίζω πάντως ότι ο γέροντας δεν έφυγε μόνο γι’ αυτό πού τους είπε, καυτηριάζοντας τη σκληρότητα και την αδιακρισία τους και παρακινώντας τους έτσι σε διόρθωση, αλλά και για ν’ αποφύγει την τιμή και τον έπαινο τους. Γιατί θα τον τιμούσαν βέβαια από τότε κι έπειτα, γνωρίζοντας πια τη μεγάλη του αρετή και την πνευματική ανδρεία και γενναιοφροσύνη του.

Του αγίου Μαξίμου
Όταν δουν οι δαίμονες ότι καταφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, με σκοπό να μη μισήσουμε για χάρη τους τους ανθρώπους και ξεπέσουμε έτσι από την αγάπη, τότε ξεσηκώνουν εναντίον μας
συκοφαντίες, για να μισήσουμε τους συκοφάντες, μην υποφέροντας τη λύπη.
Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος από τη συκοφαντία, είτε στην πίστη του είτε στη διαγωγή του συκοφαντείται κάποιος. και κανείς δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος μπροστά στη συκοφαντία, παρά μόνο οποίος στρέφει το βλέμμα του στο Θεό, όπως ή Σωσάννα (Δαν. Σωσ.: 35, 60, 62). Μόνο Εκείνος μπορεί να μας λυτρώσει από τις δύσκολες περιστάσεις, όπως έκανε και στην περίπτωση της Σωσάννας, και να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα.
Όσο εσύ προσεύχεσαι με την -ψυχή σου για χάρη εκείνου πού σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πληροφορεί (για την αθωότητα σου) όσους σκανδαλίστηκαν (λόγω της συκοφαντίας).
Του αγίου Έφραίμ
Αν σου συμβεί να συκοφαντηθείς, και μετά αποκαλυφθεί ή καθαρότητα της συνειδήσεως σου, να μην υψηλοφρονήσεις, αλλά να υπηρετείς με ταπεινοφροσύνη τον Κύριο, πού σε λύτρωσε από συκοφαντίες ανθρώπων (Ψαλμ. 118:134), για να μην καταντήσεις «πτώμα έξαίσιον» (Ιώβ 20:5).

Μ.
ΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΑΜΕ Η ΝΑ ΚΡΑΤΑΜΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ. Η ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ.

Από το Γεροντικό
ΕΝΑΣ γέροντας είπε:
Υπάρχει άνθρωπος πού νομίζει ότι σωπαίνει, μα ή καρδιά του κατακρίνει τους άλλους. Αυτός πάντοτε μιλάει. Και υπάρχει άλλος πού μιλάει άπ’ το πρωί ως το βράδυ, μα φυλάει τη σιωπή, γιατί δεν λέει τίποτα πού να μην είναι ωφέλιμο.
Ρώτησαν ένα γέροντα:
Ποια είναι ή σημασία του ρητού, «πάν ρήμα άργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, άποδώσουσι περί αυτόν λόγον» (Ματθ. 12: 36);
Και αποκρίθηκε:
Κάθε λόγος πού αναφέρεται σε υλικά πράγματα, εκτός από τα απαραίτητα, είναι αργολογίας. Μόνο ή ομιλία για σωτηρία «ψυχής δεν είναι αργολογία. Ωστόσο, και σ’ αύτη την περίπτωση, είναι καλύτερο ν’ αποφεύγει κανείς τα πολλά λόγια. Γιατί καθώς μιλάς για το καλό, έρχεται και το κακό.

Πήγε κάποιος αδελφός σ’ ένα γέροντα και του λέει:
Αββά, πες μου μια συμβουλή για τη σωτηρία μου.
Αν επισκεφθείς κάποιον, του απάντησε εκείνος, μη βιαστείς να μιλήσεις, πριν σκεφτείς καλά (αυτά πού πρόκειται να πεις).
Ό αδελφός κατανύχθηκε από τη συμβουλή και του έβαλε μετάνοια, λέγοντας:
Πραγματικά, πολλά βιβλία διάβασα, αλλά τέτοια σοφία πουθενά δεν συνάντησα. Και έφυγε ωφελημένος.
Ό άββάς Ησαΐας είπε:
Σοφία δεν είναι το να μιλήσεις. Σοφία είναι το να γνωρίζεις πότε πρέπει να μιλήσεις και τι να πεις. Κι αν έχεις γνώση, δείξε πώς δεν γνωρίζεις τίποτα, για να ξεφύγεις από πολλούς κόπους• γιατί εκείνος πού εμφανίζεται σαν γνωστικός, φορτώνει τον εαυτό του με κόπους. Να μην καυχιέσαι για τις γνώσεις σου, γιατί (στην πραγματικότητα) κανείς δεν γνωρίζει τίποτα.
Ό άββάς Ποιμήν είπε:
Αν ο άνθρωπος θυμηθεί το ρητό πού είναι γραμμένο (στο Ευαγγέλιο), «εκ των λόγων σον δικαίωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση» (Ματθ. 12:37), θα προτιμήσει μάλλον τη σιωπή.
Ό ίδιος (άββάς) είπε:
Ένας αδελφός ρώτησε τον άββά Παμβώ, αν είναι καλό να επαινούμε τον πλησίον. Και του είπε: Καλύτερα είναι να σωπαίνουμε».
Ό άββάς Σισώης είπε:
– Έχω τριάντα χρόνια τώρα, πού δεν παρακαλώ το Θεό για αμαρτία, δηλαδή για οποιαδήποτε άλλη, παρά για τούτο μόνο προσεύχομαι: «Κύριε Ιησού», λέω, «φύλαξε με από τη γλώσσα μου». Και όμως, μέχρι σήμερα, καθημερινά πέφτω και αμαρτάνω με τη γλώσσα.
Του αγίου Έφραίμ
Εκείνος πού λέει πολλά λόγια, (όταν βρίσκεται) ανάμεσα σε αδελφούς, θα προκαλέσει πολλές φιλονικίες και πολλή αντιπάθεια εναντίον του. «Αν όμως δύσκολα ανοίγει τα χείλη του, θα γίνει αγαπητός.
Αδελφέ, όταν ο αθλητής αγωνίζεται, κρατάει σφιχτό το στόμα του. Σφίγγε κι εσύ το στόμα σου, (συγκρατώντας το) από τα περιττά (λόγια), και θα έχεις (ψυχική) ανάπαυση.
Όποιος λέει πολλά λόγια, γίνεται αντιπαθητικός. «Όποιος όμως προσέχει το στόμα του, γίνεται αγαπητός.
Όποιος φυλάει το στόμα του, φυλάει Και την ψυχή του. Απεναντίας, ο αυθάδης αυτοκαταστρέφεται ή (πάντως) «εγγίζει συντριβή», όπως είναι κάπου γραμμένο (Παροιμ. 10:14).
Ό κήπος πού δεν έχει φράχτη, ποδοπατιέται Και ερημώνεται.
Κι αυτός πού δεν φράζει το στόμα του, χάνει τους (πνευματικούς)
καρπούς του.
Άντιόχου του Πανδέκτη
Σ όλες τις περιστάσεις μας συμφέρει ή σιωπή. «Αν πάλι ρωτήσει κανείς, γιατί ο Παύλος «παρέτεινε τον λόγον μέχρι μεσονυκτίου» (Πράξ. 20:7), θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε: Πρώτα-πρώτα, επειδή έμελλε να φύγει. Κι έπειτα, επειδή (οι ακροατές του) ήταν νεοκατήχητοι. Το κήρυγμα δηλαδή βρισκόταν τότε ακόμα στην αρχή του, Και γι’ αυτό είχαν ανάγκη από πιο πολλή στήριξη. Πέρα άπ’ αυτά όμως, ο Παύλος ήταν γεμάτος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, κι έτσι δεν μιλούσε εκείνος, αλλά το Πνεύμα με το στόμα εκείνου, καθώς Και ο ίδιος λέει: «…δοκιμήν ζητείτε του εν εμοι λαλούντος Χρίστου…» (Β’ Κορινθίους 13:3).
Οι, πνευματοφόροι λοιπόν δεν μιλάνε οπότε θέλουν αυτοί, μα όταν τους παρακινεί το Άγιο Πνεύμα, πού κατοικεί μέσα τους. Και αν κάποτε πουν πολλά, δεν βλάπτονται καθόλου, γιατί έχουν τη χάρη του Πνεύματος, πού τους φωτίζει και διατηρεί το νου τους αθόλωτο. Ωστόσο Και γι’ αυτούς είναι μάλλον πιο ωφέλιμη ή σιωπή, πού επιβάλλεται στη συγκεκριμένη ώρα από τις περιστάσεις. Όσο για τα γνωρίσματα εκείνου πού έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, είναι ή πραότητα, ή ήσυχαστικότητα, ή ταπεινοφροσύνη, συνδυασμένη με πολλή σοφία Και (πνευματική) γνώση, ή έλλειψη επιθυμίας για κάθε ηδονή και δόξα του κόσμου τούτου, καθώς Και ή ακόρεστη επιθυμία για τα επουράνια.
Του αγίου Διαδόχου
Όπως όταν ανοίγονται συνεχώς Οι πόρτες των λουτρών, διώχνουν γρήγορα την εσωτερική θερμότητα προς τα έξω, έτσι Και ή ψυχή, όταν θέλει να λέει πολλά, ακόμα Και καλά, διασκορπίζει την περισυλλογή της από τη φωνητική πύλη (δηλαδή το στόμα). Γι’ αυτό στερείται τα θεμελιώδη (πνευματικά) νοήματα και γίνεται ενοχλητική, μιλώντας στους τυχόντες για τους ανόητους λογισμούς της, καθώς δεν έχει πια το Άγιο Πνεύμα, πού της διατηρεί το νου χωρίς φαντασίες. Γιατί το αγαθό (Πνεύμα) αποφεύγει την πολυλογία, πού προξενεί κάθε ταραχή και φαντασία. Καλή είναι λοιπόν ή σιωπή, πού γίνεται στον κατάλληλο καιρό, γιατί δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μητέρα πολύ σοφών νοημάτων.
Του αγίου Μαξίμου
Εκείνος πού υποκρίνεται σιωπή για να πράξει κάτι κακό, μηχανεύεται απάτη κατά του πλησίον. Αν αποτύχει σ’ αυτήν, φεύγει, προσθέτοντας στο πάθος του οδύνη (για την αποτυχία του). Αντίθετα, εκείνος πού σωπαίνει για να ωφελήσει, αυξάνει τη φιλία Και φεύγει με χαρά, γιατί έλαβε φωτισμό πού διώχνει το σκοτάδι.
Εκείνος πού σε μια συγκέντρωση διακόπτει με αυθάδεια την ακρόαση των λόγων, δεν κρύβει ότι πάσχει από φιλοδοξία. Και, υποδουλωμένος σ’ αυτήν, παρουσιάζει μύριους λόγους και προτάσεις, θέλοντας να διασπάσει τον ειρμό των λεγομένων (από τους άλλους).
Του αββα Ισαάκ
Αν φυλάξεις τη γλώσσα σου, θα λάβεις από το Θεό τη χάρη της καρδιακής κατανύξεως, μέσα στην οποία θ’ αντικρίσεις την ψυχή σου• δηλαδή θα λάβεις το φωτισμό του νου και θα γεμίσεις με τη χαρά του Πνεύματος. «Αν όμως σε νικά ή γλώσσα σου, ποτέ δεν θα μπορέσεις να βγεις από το σκοτάδι (του νου). «Αν δεν έχεις καθαρή καρδιά, έχε τουλάχιστον καθαρό στόμα, όπως είπε κάποιος άγιος.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Από το βίο του αγίου Μαρκιανού. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Από το βίο του αγίου Μαρκιανού
Αρέσει σε %d bloggers: