Από το βίο της αγίας Συγκλητικής

.

Από το βίο της αγίας Συγκλητικής
Η ΑΓΙΑ Συγκλητική, εκτός από τις άλλες αρετές πού είχε, δεν παραμελούσε και το σωτήριο για το σώμα φάρμακο: Τη νηστεία. Τόσο πολύ την αγαπούσε, ώστε τίποτε άλλο να μη θεωρεί ισάξιο της. Γιατί πίστευε oτι ή νηστεία είναι ο φύλακας και το θεμέλιο των άλλων αρετών. Όπως από τα πολύκλαδα δέντρα κόβουν τ’ άκαρπα κλαδιά, έτσι κι εκείνη, με τη νηστεία και την προσευχή, έκοβε τ’ αγκαθωτά βλαστάρια του νου της (δηλαδή τους κακούς λογισμούς). Κι αν κανένα απ’ αυτά μάκραινε λιγάκι, το χτυπούσε με διάφορους τρόπους, υποβάλλοντας το σώμα της σε ποικίλες κακοπάθειες.
Κάθε φορά δηλαδή πού ο εχθρός (διάβολος) της σήκωνε πόλεμο, πρώτα-πρώτα καλούσε με την προσευχή τον Κύριο της να συμμαχήσει μαζί της. Στη συνέχεια χρησιμοποιούσε εναντίον του πονηρού και την αυστηρή άσκηση: Έτρωγε ψωμί από πίτουρα, κι αυτό με πολλή εγκράτεια και προσοχή. Νερό δεν έπινε πολλές φορές καθόλου. και τον ύπνο τον πολεμούσε σκληρά, ξαπλώνοντας κατάχαμα.
Όταν μ’ αυτά τα όπλα νικούσε τον εχθρό, τότε μετρίαζε τη σκληρότητα της ασκήσεως. Κι αυτό το έκανε για να μην ατονήσουν Oλα μαζί τα μέλη του σώματος και βρεθεί έτσι σε κίνδυνο γιατί και τούτο είναι απόδειξη ήττας. Όταν πέσουν τα όπλα, που θα στηρίξει πια την ελπίδα του ο στρατιώτης για να πολεμήσει;
Μερικοί λοιπόν, αφού εξαντλήθηκαν τελείως από την άμετρη και αδιάκριτη νηστεία, κατάφεραν καίριο πλήγμα στο σώμα τους και, αδιαφορώντας, θα λέγαμε, για τον εχθρό, εξολόθρεψαν τον ίδιο τον εαυτό τους.
Ή αγία Συγκλητική όμως δεν έκανε έτσι, αλλά σε κάθε περίπτωση ενεργούσε με διάκριση. και τον εχθρό πολεμούσε σφοδρά με την προσευχή και την άσκηση, αλλά και το σώμα της φρόντιζε για χάρη της ψυχικής της γαλήνης. Γιατί και οι ναυτικοί, όταν βλέπουν πώς έρχεται κακοκαιρία και θαλασσοταραχή, μένουν νηστικοί, χρησιμοποιώντας όλη τους την ικανότητα και τη φροντίδα, για ν’ αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο πού έχουν μπροστά τους. «Όταν όμως σταματήσει ή τρικυμία, τότε παίρνουν μιαν ανάσα από τους κόπους και φροντίζουν για τις άλλες ανάγκες τους. Άλλα και πάλι δεν είναι τελείως αμέριμνοι ούτε πέφτουν σε βαθύ ύπνο, επειδή είναι σε θέση να προβλέψουν τα μελλούμενα από την πείρα πού απέκτησαν στο παρελθόν. Γιατί κι αν σταμάτησε ή κακοκαιρία, ή θάλασσα όμως είναι ή ίδια. και αν ή δύσκολη περίσταση πέρασε, το μέλλον όμως μένει (άγνωστο). Για τη μεταβλητότητα λοιπόν της θάλασσας, πρέπει συνεχώς να προσέχουν και να παίρνουν μέτρα ασφαλείας.
Του αγίου Έφραίμ
Αδελφέ, να αγαπάς πάντα την εγκράτεια, και θα ωφεληθείς πάρα πολύ. «Αν όμως αρχίσεις να την παραμελείς, θα πάθεις μεγάλο κακό. και πρώτα-πρώτα θα στερηθείς τη χάρη του Θεού’ έπειτα θα γίνεις αντικείμενο χλεύης των ανθρώπων, πού θα σε βλέπουν και τέλος, θα καταντήσεις να μη σου φτάνουν τα έσοδα από την εργασία σου για τις μεγάλες δαπάνες (πού συνεπάγεται ή περιφρόνηση της εγκράτειας). Γι’ αυτό και θα πέσεις από κει και πέρα σε περισπασμούς (για την ανεύρεση χρημάτων και σε μέριμνες) δοσοληψιών και σε όσα άλλα (κακά) οδηγούν αυτές οι ασχολίες – ψέματα, αδικίες, αλλεπάλληλα ταξίδια, κολακείες των ισχυρών. Έτσι όλη σου ή ζωή θα είναι γεμάτη φροντίδες και ή μνήμη του Θεού θα χαθεί από μέσα σου. Εξαιτίας όλων αυτών, θα παραδοθείς ολοκληρωτικά στα χέρια των εχθρών σου, πού θα σε παρασύρουν στο βυθό του Άδη και θα σε πάρουν μαζί τους στην αιώνια κόλαση.
Άντιόχου του Πανδέκτη
Σε όλους είναι αναγκαία ή εγκράτεια στο φαγητό, πιο πολύ όμως σ’ αυτούς πού θέλουν να εκπληρώνουν το θέλημα του Θεού. Γιατί οποίος τρώει υπερβολικά, μοιάζει με παραφορτωμένο καράβι, πού εύκολα σκεπάζεται από τα κύματα. Το σώμα έχει ανάγκη από διατροφή και όχι από απόλαυση, από λιτότητα και όχι από αφθονία.
Ή λιτότητα στη διατροφή και την ψυχή ωφελεί και το σώμα, γιατί χαρίζει στο νου οξύτητα και καθαρότητα, ενώ στο σώμα υγεία και δύναμη. Ή αφθονία και ή απόλαυση, από το άλλο μέρος, είναι πολύ βλαβερές, γιατί και το νου αποχαυνώνουν και σκοτίζουν και μολύνουν, αλλά και στο σώμα προξενούν τόσο ερεθισμούς και αισχρές επιθυμίες όσο και αρρώστιες συνεχείς και σοβαρές. Γι’ αυτό και οι ασκητές, πού ζουν πάντα με σύντροφο τη λιτότητα, είναι πιο συνετοί, πιο αγνοί και πιο υγιείς από εκείνους πού ζουν με καλοπέραση.
Ας αποφύγουμε λοιπόν, αδελφοί, το χορτασμό, για να μην ανάψουμε σε βάρος μας περισσότερο την έμφυτη φλόγα της σάρκας. Γιατί όπως ακριβώς εκείνος πού ρίχνει πολλά ξύλα στη φωτιά, φουντώνει περισσότερο τη φλόγα, έτσι κι εκείνος πού παρέχει στο σώμα του πολλή τροφή, ξεσηκώνει και φουντώνει τη σαρκική επιθυμία. Όμοια και ή πολυτέλεια των φαγητών ευφραίνει για λίγο το λάρυγγα, τρέφει όμως και το ακοίμητο σκουλήκι της ακολασίας.
Όπως ακριβώς ο καπνός διώχνει τις μέλισσες, έτσι και ο γαστρίμαργος τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. και ο απόστολος λέει: «Σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομείσαι ου δύνανται» (Α’ Κορ. 15:50). Σάρκα και αίμα ονομάζει τα σαρκικά πάθη, με τα οποία ο νους σιγά-σιγά γλιστράει στο σαρκικό φρόνημα. Και ή σάρκα αύτη είναι τροφή των δαιμόνων, σύμφωνα με τον προφητικό λόγο: «… εν τω έγγίξειν επ’ εμε κακούντας του φαγείν τάς σάρκας μου» (Ψαλμ. 26:2). Οποίος λοιπόν καταπονεί τη σάρκα με την εγκράτεια, καταδικάζει τους δαίμονες σε λιμοκτονία Και τους κάνει πιο αδύνατους στον πόλεμο εναντίον του. Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει Και το νου του συνεχώς πιο ψηλά από τα επίγεια, ανεβασμένο στα επουράνια, Και φαντάζεται, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, τα κάλλη του ουρανού. Και εξωτερικά μεν είναι αγέλαστος Και σκυθρωπός, εσωτερικά όμως είναι ολόκληρος φαιδρός Και χαρούμενος. Μοιάζει δηλαδή ο νηστευτής με το λουλούδι της φοινικιάς, πού είναι άπ’ έξω σκοτεινόχρωμο κι από μέσα άσπρο σαν το χιόνι Και γεμάτο (σπόρους, πού θα δώσουν) καρπούς.
Του άββα Ησαΐα
Όπως ακριβώς δεν ζευγαρώνει ο λύκος με το πρόβατο για τη γέννηση παιδιών, έτσι ούτε Και ή πολυφαγία με τον αγώνα της καρδιάς για τη γέννηση αρετών. Κανείς δεν μπορεί να έχει κατά Θεό λύπη (για τις αμαρτίες του) Και καρδιακό αγώνα, αν πρώτα δεν αγαπήσει τις αιτίες τους. Και τη μεν λύπη την καλλιεργούν ο φόβος του Θεού Και ο έλεγχος (της συνειδήσεως), ενώ τον αγώνα (της καρδιάς) τον συντροφεύουν ή εγκράτεια Και ή αγρυπνία.
Τα νεανικά σώματα, πού παχαίνουν με διάφορα φαγητά Και με οινοποσίες, είναι όμοια με γουρουνόπουλα, πού τα ετοιμάζουν για σφάξιμο. Έτσι, με την πύρωση των σαρκικών ηδονών σφαγιάζεται ή ψυχή Και με τη φλόγα της κακής επιθυμίας αιχμαλωτίζεται ο νους, για να μην μπορεί να αντιστέκεται στις ηδονές της σάρκας.
Του αββά Ισαάκ
Όπως ακριβώς το σύννεφο κρύβει το φως του ήλιου Και της σελήνης, έτσι Και οι «ατμοί» της κοιλιάς (κρύβουν) τη σοφία του Θεού από την ψυχή.
Όπως ή φλόγα της φωτιάς (φουντώνει) με τα ξερά ξύλα, έτσι και το σώμα (φουντώνει από τη σαρκική επιθυμία) Όταν ή κοιλιά ειναι γεμάτη.
‘Όπως τα ξύλα, Όταν πέφτουν πάνω σε άλλα ξύλα, αυξάνουν τη φλόγα της φωτιάς, έτσι και ή ποικιλία των φαγητών (αυξάνει) τις (εμπαθείς) κι νήσεις του σώματος.
σε φιλήδονο σώμα δεν κατοικεί ή γνώση του Θεού’ και αυτός πού αγαπάει το σώμα του, δεν θ’ αξιωθεί ν’ αποκτήσει τη χάρη του Θεού.
Όπως oπατέρας φροντίζει για το παιδί του, έτσι και δ Χριστός φροντίζει για το σώμα πού κακοπαθαίνει για χάρη Του, βρίσκεται κοντά του παντοτινά, το στηρίζει και δεν το αφήνει νά καταβληθεί εντελώς.
Από το Γεροντικό
Ήρθε κάποτε στη Σκήτη ένας δαιμονισμένος. Μολονότι Όμως έμεινε πολύν καιρό, δεν θεραπεύθηκε, γιατί οι πατέρες, από τη βαθιά τους ταπείνωση, δεν αναλάμβαναν νά τον γιατρέψουν. Τελικά ένας από τούς γέροντες τον σπλαχνίστηκε, τον σφράγισε (με το σημείο του σταυρού) και αμέσως έγινε καλά δ άνθρωπος. Μόλις Όμως βγήκε το δαιμόνιο, είπε αγανακτισμένο στο γέροντα:
Τώρα θα δεις! Αφού μ’ έβγαλες (απ’ αυτόν), έρχομαι σε σένα!
Έλα, μετά χαράς! του αποκρίθηκε ο γέροντας. Το δαιμόνιο τότε μπήκε μέσα του – μάλλον ο ίδιος είχε ζητήσει από το Θεό νά γίνει αυτό.
Πέρασε λοιπόν δώδεκα χρόνια ο γέροντας έχοντας το δαιμόνιο και εξουθενώνοντάς το με την άσκηση’ γιατί έτρωγε καθημερινά (Όλ’ αυτά τα χρόνια μόνο) δώδεκα κουκούτσια χουρμάδων.
Μετά απ’ αυτό βγήκε από μέσα του ο δαίμονας. και ο γέροντας, μόλις είδε πώς βγήκε, του λέει: Γιατί φεύγεις; Μείνε κι άλλο!
Ό Θεός να σε αφανίσει! του απάντησε ο δαίμονας. Γιατί, εκτός άπ’ Αυτόν, άλλος κανείς δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα.
Ό άββάς Ιωάννης ο Κολοβός είπε: Αν ένας βασιλιάς θελήσει να κυριεύσει κάποια εχθρική πόλη, πρώτα άπ’ όλα (την πολιορκεί και) της στερεί το νερό και τα τρόφιμα. Έτσι οι εχθροί, εξαντλημένοι από την πείνα, υποτάσσονται σ’ αυτόν. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σαρκικά πάθη:Αν ο άνθρωπος ζει με νηστεία και ασιτία, τότε οι εχθροί του, δηλαδή τα πάθη και οι
δαίμονες φεύγουν εξασθενημένοι από την ψυχή του.

Είπε πάλι (ο ίδιος):Ποιος είναι τόσο δυνατός όσο το λιοντάρι; Και όμως, για χάρη της κοιλιάς του, πέφτει μέσα σε παγίδα, και ταπεινώνεται έτσι όλη ή δύναμη του.
Ό άββάς Ποιμήν είπε: Δεν μπορώ να στερηθώ εντελώς αυτά τα τρία – το φαγητό, την ενδυμασία και τον ύπνο• ως ένα σημείο όμως μπορώ να τα στερηθώ. (ο ίδιος):
Ή ψυχή με τίποτα δεν ταπεινώνεται, αν δεν της λιγοστέψεις το ψωμί, αν δηλαδή δεν την περιορίσεις μόνο στην απόλυτα αναγκαία τροφή.
Ό άββάς Δανιήλ έλεγε, πώς όσο το σώμα καλοπερνάει, τόσο ή ψυχή αδυνατίζει• και όσο το σώμα αδυνατίζει, τόσο ή ψυχή καρποφορεί.

ΚΕ. ΠΩΣ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ,
ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΕΤΗ ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ

Από το βίο του αγίου Αντωνίου
Ο ΜΕΓΑΣ Αντώνιος έλεγε:
Όλη μας την προσοχή πρέπει να τη δίνουμε στην ψυχή περισσότερο παρά στο σώμα. Να παραχωρούμε βέβαια στο σώμα λίγο χρόνο για τις (φυσικές) ανάγκες του, όλο τον καιρό μας όμως να τον αφιερώνουμε στην ψυχή και να επιδιώκουμε την ωφέλεια της,
όχι μόνο για να μην παρασύρεται από τις ηδονές του σώματος, άλλ’ απεναντίας μάλιστα, να χρησιμοποιεί αυτή το σώμα σαν δούλο.
Γιατί αυτό το νόημα έχουν τα λόγια του Σωτήρος: «Μη μεριμνήστε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν,
και μη μετεωρίζεσθε πάντα γαρ ταύτα τα έθνη τον κόσμου επιζητεί οίδε γαρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν αυτόν, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»
(πρβλ. Ματθ. 6:31-33).
Από το βίο της αγίας Συγκλητικής
Η μακαριά Συγκλητική έλεγε: Κάθε άσκηση δεν είναι γνήσια. Γιατί υπάρχει και άσκηση πού την αυξάνει ο εχθρός της ψυχής μας. Και οι μαθητές του, άλλωστε, αυτό κάνουν.
Πώς όμως θα ξεχωρίσουμε τη θεία και βασιλική άσκηση από την τυραννική και δαιμονική; Ασφαλώς από το μέτρο. Γιατί παντού βλάπτει ή έλλειψη του μέτρου.
Μη χρησιμοποιήσεις λοιπόν από την πρώτη στιγμή όλο τον οπλισμό σου, για να μη μείνεις
άοπλος στον πόλεμο και πιαστείς εύκολα αιχμάλωτος (από τον εχθρό).
Οπλισμός μας είναι το σώμα και στρατιώτης ή ψυχή. Να φροντίζεις και για τα δύο όσο χρειάζεται.
Όταν είσαι νέος και υγιής, να νηστεύεις γιατί θα έρθουν τα γεράματα με τις αρρώστιες, (και δεν θα μπορείς πια).
Να νηστεύεις με ακρίβεια αλλά και με διάκριση.
Πρόσεχε, μην τυχόν ο εχθρός (διάβολος) εισχωρήσει στην «εμπορία» σου της νηστείας.
Να φανείς έμπειρος τραπεζίτης, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου (Ματθ. 25:27) και ν’ αναγνωρίζεις
αλάθητα την (αυθεντική) βασιλική μορφή, πού είναι χαραγμένη (πάνω στα νομίσματα). Γιατί υπάρχουν και νομίσματα παραχαραγμένα.
Είναι κι αυτά φτιαγμένα από (το ίδιο υλικό, δηλαδή το) χρυσάφι, έχουν όμως
διαφορά στη χαραγμένη μορφή. Το χρυσάφι λοιπόν είναι ή νηστεία, ή εγκράτεια, ή ελεημοσύνη.
(Όσο για το χάραγμα), και οι Έλληνες (δηλαδή οι ειδωλολάτρες), αποτυπώνουν στα νομίσματα κάποια δική τους τυραννική μορφή.
Άλλα και οι αιρετικοί καμαρώνουν μ’ αυτές (τις παραχαράξεις).
Εσύ λοιπόν να τους προσέχεις, να τους αποφεύγεις σαν παραχαράκτες και να φροντίσεις με επιμέλεια να μη ζημιωθείς, μπλέκοντας, σαν άπειρος, με τα έργα τους.
Από το Γεροντικό
Ο άββάς Ποιμήν είπε: -Όλες οι υπερβολές προέρχονται από τους δαίμονες.
Ένας κυνηγός άγριων ζώων, πού βρέθηκε στην έρημο, είδε τον αββά Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς (και σκανδαλίστηκε). Θέλοντας λοιπόν ο γέροντας να του δείξει ότι πρέπει πότε-πότε να δείχνουμε συγκατάβαση στους
αδελφούς, του λέει: Βάλε ένα βέλος στο τόξο σου και τέντωσε το
Ό κυνηγός έκανε ότι του είπε και τέντωσε (το τόξο). Τέντωσε το κι άλλο, τον πρόσταξε ο αββάς.
Μα αν το τεντώσω πάρα πολύ, παρατήρησε ο κυνηγός θα σπάσει το τόξο. Έτσι συμβαίνει και στο έργο του Θεού, του εξήγησε τότε ο γέροντας.
Αν τεντώσουμε πάρα πολύ το σκοινί της -ψυχικής αντοχής των αδελφών,(ζητώντας τους υπερβολικά αυστηρή άσκηση),σύντομα θα καταβληθούν.
Πρέπει λοιπόν, όταν το ζητάει ή περίσταση, να δείχνουμε συγκατάβαση στους αδελφούς.

Ό άββάς Ισαάκ επισκέφθηκε τον άββά Ποιμένα. και όταν τον είδε να ρίχνει λίγο νερό στα πόδια του, του λέει με το θάρρος πού είχε απέναντι του:
Πώς μερικοί σκληραγώγησαν το σώμα τους με μεγάλη αυστηρότητα;
Και ο άββάς Ποιμήν αποκρίθηκε: Εμείς δεν μάθαμε να είμαστε σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι.
Ένας γέροντας είπε:
Υπάρχει άνθρωπος πού τρώει πολύ, και ακόμα πεινάει. και υπάρχει άλλος πού τρώει λίγο, και χορταίνει. Εκείνος πού τρώει πολύ και (έγκρατεύεται ώστε να) πεινάει ακόμα, θα έχει περισσότερο μισθό από αυτόν πού τρώει λίγο και χορταίνει.
Ό ίδιος γέροντας είπε: Αν το σώμα σου είναι ασθενικό, ικανοποίησε το ανάλογα με τις ανάγκες του, μην τυχόν αρρωστήσει και ζητάει (ιδιαίτερα) φαγητά και επιβαρύνει άλλον αδελφό για να το υπηρετεί.
Κάποιος αδελφός ρώτησε ένα γέροντα: Με ποιο μέτρο πρέπει να νηστεύω;
Να μη δοκιμάσεις να ξεπεράσεις ποτέ τα καθιερωμένα. Γιατί πολλοί, θέλοντας να κάνουν περισσότερα, δεν μπόρεσαν υστέρα ούτε το λίγο να πραγματοποιήσουν
Σε μια πανήγυρη, στο όρος του αββά Αντωνίου, κάποιος από τους γέροντες πήρε ένα δοχείο με κρασί, πού βρέθηκε εκεί, κι ένα ποτήρι, και πήγε στον αββά Σισώη. Γέμισε το ποτήρι και του το πρόσφερε. Εκείνος το ήπιε. Του έδωσε και δεύτερο. Το ήπιε κι αυτό. Όταν όμως του γέμισε και τρίτο, δεν το πήρε . Σταμάτα αδελφέ, του είπε. Η μήπως δεν ξέρεις πώς υπάρχει σατανάς;
Άντιόχου του Πανδέκτη
Νηστεία είναι ή λήψη τροφής όχι μόνο σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, αλλά και σε μικρή ποσότητα. και άσκηση δεν είναι το να τρώει κανείς κάθε δύο ή τρεις ήμερες, αλλά το να μην τρώει ποικιλία φαγητών. Άσκηση δηλαδή σημαίνει γεύμα λιτό, με ένα μόνο φαγητό. Ή νηστεία πάλι είναι άλογη, αν νηστεύει κανείς στον καθορισμένο καιρό, την ώρα όμως του γεύματος ορμάει ασυγκράτητα στο τραπέζι και δένει μαζί με τη σάρκα και το νου στην απόλαυση των φαγητών.
Του αββά Ησαΐα
Αν οι δαίμονες σε παρακινήσουν σε άσκηση, πού είναι πάνω από τις δυνάμεις σου, μην τους ακούσεις. Γιατί θερμαίνουν τον άνθρωπο (με ζήλο) σε κάθε πράγμα πού δεν μπορεί (να κατορθώσει), μέχρι να πέσει στα χέρια τους και να χαρούν, επειδή τον νίκησαν. Εσύ λοιπόν δώσε στο σώμα σου ό,τι χρειάζεται, ώστε να σηκωθείς (από το τραπέζι) ενώ θα θέλεις να φας λίγο ακόμα. Μην τρως τίποτα ηδονικά, με γευστική απόλαυση, είτε ωφέλιμο είτε βλαβερό. Αν χρειαστεί να πιεις κρασί, να πάρεις μόνο μέχρι τρία ποτήρια και να μην παραβείς την εντολή (Α’ Τιμ. 5:23) για χάρη φιλίας. Να μην τρως υπερβολική ποσότητα φαγητού, για να μην ξαναπέσεις στα προηγούμενα αμαρτήματα σου. Να μην αγαπήσεις τόσο το κρασί, ώστε να φτάνεις να μεθάς, για να μη στερηθείς την ευφροσύνη του Θεού.
Ή άσκηση της ψυχής είναι το μίσος του περισπασμού και (ή άσκηση) του σώματος είναι ή στέρηση. Ό ξεπεσμός της ψυχής είναι ή αγάπη του περισπασμού• και ή διόρθωση της είναι ή ησυχία (πού γίνεται) με επίγνωση (του σκοποί της).
Αν θέλεις, αδελφέ, να προσφέρεις τη μετάνοια σου στο Θεό, φυλάξου από το πολύ κρασί. Γιατί αυτό ανανεώνει όλα τα πάθη και διώχνει το φόβο του Θεού από την ψυχή.
Του αγίου Διαδόχου.

Όπως όταν το σώμα είναι βαρύ από πολλά φαγητά, κάνει το νου δειλό και δυσκίνητο, έτσι και όταν, αντίθετα, ατονεί από τη μεγάλη
εγκράτεια, κάνει το θεωρητικό μέρος της ψυχής να γίνεται σκυθρωπό και ν’ αποφεύγει τους λόγους
Πρέπει λοιπόν να κανονίζουμε τις τροφές ανάλογα με την κατάσταση του σώματος, ώστε όταν αυτό είναι υγιές, να χαλιναγωγείται όπως πρέπει, και όταν είναι άρρωστο, να περιθάλπεται με μέτρο. Γιατί δεν πρέπει να ατονεί στο σώμα ο αγωνιστής, αλλά να έχει την απαραίτητη αντοχή για τον αγώνα, ώστε και οι σωματικοί κόποι να συμβάλλουν ανάλογα στην κάθαρση της ψυχής.

Ή νηστεία βέβαια αυτή καθεαυτή είναι αφορμή για καύχηση, αλλά όχι απέναντι στο Θεό. Γιατί δεν είναι παρά ένα εργαλείο, πού βοηθάει όσους θέλουν ν’ αποκτήσουν σωφροσύνη. Δεν πρέπει λοιπόν οι αγωνιστές της ευσέβειας να έχουν μεγάλη ιδέα γι’ αυτήν, αλλά μόνο να περιμένουν με πίστη στο Θεό την εκπλήρωση του σκοποί τους. Γιατί κι εκείνοι πού γνωρίζουν καλά μια τέχνη, δεν καυχιούνται ποτέ για τα εργαλεία της τέχνης τους, αλλά περιμένει ο καθένας το αποτέλεσμα της δουλειάς του, για να δείξει μ’ αυτό την ικανότητα του.
Όταν ή γη ποτίζεται με μέτρο, αποδίδει καθαρό και πολλαπλάσιο το σπόρο πού της έριξαν, ενώ όταν δέχεται υπερβολική βροχή, φέρνει μόνο αγκάθια και τριβόλια. «Έτσι και ή γη της καρδιάς, αν μεταχειριζόμαστε με μέτρο το κρασί, παράγει καθαρά τα φυσικά σπέρματα της, και όσα σπείρονται σ’ αυτήν από το Άγιο Πνεύμα τα δίνει θαλερά και πολύκαρπα. «Αν όμως βραχεί από την πολυποσία, τότε όλοι οι λογισμοί της γίνονται πραγματικά αγκάθια και τριβόλια.
Του αββά Κασσιανού
Οι πατέρες μας δεν έχουν παραδώσει σε όλους έναν κανόνα νηστείας ούτε έναν τρόπο διατροφής ούτε την έλλειψη μέτρου, γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, λόγω είτε ηλικίας είτε ασθένειας είτε καλύτερης συνήθειας του σώματος. Έχουν όμως παραδώσει σε όλους ένα σκοπό, ν’ αποφεύγουμε την αφθονία και ν’ αποστρεφόμαστε το χορτασμό της κοιλίας.
Ή ασθένεια του σώματος δεν είναι αντίθετη με την καθαρότητα της καρδιάς, όταν δώσουμε στο σώμα εκείνα πού απαιτεί ή ασθένεια, όχι ότι θέλει ή ηδονή. Τις τροφές Τις χρησιμοποιούμε τόσο, όσο χρειάζεται για να ζήσουμε, όχι για να σκλαβωθούμε στις ορμές της επιθυμίας.
Ή μετρημένη και μέσα σε λογικά όρια τροφή βοηθάει στην υγεία του σώματος, δεν αφαιρεί την αγιότητα. Ακριβής κανόνας εγκράτειας, παραδομένος από τους πατέρες, είναι τούτος:
Αυτός πού τρώει, να σταματήσει όσο έχει ακόμα λίγη όρεξη, πριν δηλαδή χορτάσει. και ο απόστολος, πού είπε να μη φροντίζουμε για την ικανοποίηση των επιθυμιών της σάρκας (Ρωμ. 13:14), δεν
εμπόδισε την αναγκαία κυβέρνηση της ζωής, άλλ’ απαγόρευσε τη φιλήδονη φροντίδα.
ΚΣ. ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΩΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΛΑΥΣΗ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ. ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΡΩΜΕ
Από το βίο του αγίου Σάββα
Ο ΟΣΙΟΣ Σάββας, όταν ήταν ακόμα νέος και ζούσε στη μονή των Φλαβιανών, πού βρισκόταν στην Καππαδοκία, είκοσι στάδια μακριά από τη Μουταλάσκη, το χωριό του, ασκούσε τον εαυτό του και με κάθε άλλη εγκράτεια, προπαντός όμως μ’ εκείνη πού αναφέρεται στην ηδονή του λάρυγγα και στη φροντίδα και καλοπέραση της κοιλιάς.
Μια μέρα λοιπόν, ενώ δούλευε στον κήπο του μοναστηρίου, τα μήλα, πού κρέμονταν από τα δέντρα, κεντούσαν την όρεξη του και τον γαργάλιζαν να φάει πριν από την καθορισμένη ώρα. και πραγματικά, σαν άνθρωπος πού ήταν κι αυτός, ξεγελάστηκε από την ανθρώπινη επιθυμία και νικήθηκε από τη θέα των μήλων – γιατί ήταν στ’ αλήθεια λαχταριστά. Νικήθηκε όμως τόσο μόνο, όσο να πάρει ένα μήλο στο χέρι του. Αμέσως μετά κατάλαβε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα επιβουλής του πονηρού, πού συνηθίζει να ξεγελάει πάντα (τους ανθρώπους), χρησιμοποιώντας σαν δόλωμα την ηδονή. Θυμήθηκε ακόμα ότι και το φίδι (δηλαδή ο διάβολος) είχε καλυφθεί πίσω από τον καρπό, και ότι με την ηδονή και τη βρώση έβγαλε από τον παράδεισο τους προπάτορές μας, πού τους βρήκαν έπειτα μύρια κακά. Αφού λοιπόν τα συλλογίστηκε καλά όλ’ αυτά, πετάει καταγής το μήλο και το ποδοπατάει. και μαζί μ’ αυτό πατάει και την επιθυμία, πού του είχε νικήσει τα μάτια, εξουθενώνοντας την με τα πόδια του. Από τότε έβαλε κανόνα στον εαυτό του, όσο ζει να μη φάει ποτέ μήλο, ούτε να υποχωρήσει στην όρεξη της κοιλιάς του.
Από το Γεροντικό
Κάποιοι από τους πατέρες ρώτησαν τον αββά Μεγέθιο:
Αν περισσέψει φαγητό για την άλλη μέρα, θα ‘θελες να το φάνε οι αδελφοί;
Αν έχει χαλάσει, απάντησε ο γέροντας, ας πεταχτεί γιατί δεν είναι καλό να υποχρεώσουμε τους αδελφούς να το φάνε και ν’ αρρωστήσουν.
Αν όμως, ενώ είναι σε καλή κατάσταση, πεταχτεί και μαγειρευτεί άλλο για την ηδονή της κοιλιάς, αυτό είναι κακό.
Ένας από τους πατέρες είπε, ότι τα μάτια του χοίρου είναι έτσι φυσιολογικά φτιαγμένα, ώστε να βλέπουν αναγκαστικά στη γη και ποτέ να μην μπορούν να κοιτάξουν στον ουρανό. Έτσι είναι, συνέχισε, και ή ψυχή εκείνου πού γλυκάθηκε από τις ηδονές: Αν κατρακυλήσει μια φορά στο βούρκο της ηδυπάθειας, δεν μπορεί πια να συλλογιστεί τα επουράνια.
Ό άββάς Ισίδωρος είπε: Έχω ήδη σαράντα χρόνια πού αισθάνομαι την ενόχληση της αμαρτίας στο νου μου, και ποτέ δεν υποχώρησα ούτε στην επιθυμία ούτε στο θυμό.
Πρόσφεραν κάποτε στον αββά Μακάριο σταφύλια. Εκείνος όμως, μολονότι είχε την επιθυμία να τα φάει, έδειξε την εγκράτεια του, στέλνοντας τα σ’ έναν άλλον αδελφό, πού κι αυτός είχε επιθυμήσει σταφύλια. Μόλις τα είδε ο αδελφός, έγινε ολόχαρος. Άλλα δεν ήθελε ούτ’ εκείνος να ικανοποιήσει τη δική του επιθυμία, γι’ αυτό τα έστειλε σε τρίτο αδελφό, μηνώντας του ότι τάχα δεν είχε όρεξη να φάει – κι αυτό του το μήνυσε για να κρύψει την εγκράτεια του. Κι εκείνος όμως, αφού τα πήρε, έκανε το ίδιο. Για να νικήσει την επιθυμία, δεν τα έφαγε, αλλά τα έστειλε σε τέταρτο αδελφό, κι αυτός πάλι σε πέμπτο. «Έτσι, αφού τα σταφύλια πέρασαν από πολλούς αδελφούς, χωρίς κανένας να τα δοκιμάσει, ήρθαν τελικά πάλι στον αββά Μακάριο – γιατί ο τελευταίος αδελφός πού τα πήρε, δεν ήξερε ότι εκείνος τα είχε πρωτοστείλει, κι έτσι του τα πρόσφερε σαν σπουδαίο δώρο! Ό γέροντας τα αναγνώρισε και, αφού εξέτασε κι έμαθε τι είχε γίνει, θαύμασε την τόσο μεγάλη εγκράτεια των αδελφών και ευχαρίστησε γι’ αυτό το Θεό.
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισώη για το πώς πρέπει να ζει κανείς. και ο γέροντας αποκρίθηκε:
Ό προφήτης Δανιήλ είπε: «Αρτον επιθυμιών ουκ εφαγον»(Δαν.10:3).

Ένας από τους πατέρες διηγήθηκε, ότι κάποιος μεγάλος και διορατικός γέροντας κάθισε μια φορά να φάει μαζί με αρκετούς αδελφούς. και καθώς έτρωγαν, τους παρατηρούσε ο γέροντας με τα πνευματικά του μάτια, και έβλεπε άλλους να τρώνε μέλι, άλλους ψωμί και άλλους ακαθαρσίες. Απορούσε γι’ αυτό και παρακαλούσε το Θεό: «Κύριε, εξήγησε μου το μυστήριο τούτο. Πώς, ενώ πάνω στο τραπέζι βρίσκονται για όλους τα ‘ίδια φαγητά, τη στιγμή πού τα τρώνε φαίνονται τόσο διαφορετικά;». «Άκουσε τότε φωνή από τον ουρανό να του λέει: Αυτοί πού (φαίνονται ότι) τρώνε μέλι, είναι εκείνοι πού κάθονται στο τραπέζι με φόβο Θεού και πνευματική χαρά, πού προσεύχονται αδιάλειπτα και πού ή προσευχή τους σαν θυμίαμα ανεβαίνει στο Θεό. Αυτοί πού (φαίνονται ότι) τρώνε ψωμί, είναι εκείνοι πού ευχαριστούν το Θεό για τη βρώση όσων Εκείνος τους δώρισε. Αυτοί, τέλος, πού (φαίνονται ότι) τρώνε ακαθαρσίες, είναι εκείνοι πού γκρινιάζουν και λένε, Αυτό είναι καλό’, Αυτό είναι μπαγιάτικο.»
Δεν πρέπει λοιπόν να συλλογιζόμαστε μ’ αυτόν τον τρόπο, άλλ’ απεναντίας να δοξολογούμε και να υμνούμε το Θεό, εκπληρώνοντας το λόγο του αποστόλου: «Είτε εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξα Θεού ποιείτε» (Α’ Κορ. 10:31).
Κάποιος αδελφός ρώτησε ένα γέροντα:
Συμβαίνει να πάω κάπου μαζί με άλλους αδελφούς, και να μας προσφέρουν φαγητό.
Οι αδελφοί, είτε από εγκράτεια είτε γιατι είναι ίσως χορτάτοι, δεν θέλουν να φάνε.
Εγώ όμως πεινάω. Τι πρέπει να κάνω; .
Αν εσύ πεινάς, αποκρίθηκε ο γέροντας, παρατήρησε πόσοι είναι αυτοί πού κάθονται (στο τραπέζι). Συνάμα μέτρησε και τις μερίδες πού έχουν βάλει.
Αν μετά άπ’ αυτό διαπιστώσεις ότι υπάρχει και για σένα μερίδα, μπορείς να τη φας χωρίς δυσκολία, μια και ικανοποιείς έτσι τη (φυσική) ανάγκη σου. Αν όμως νικηθείς (από τη λαιμαργία) και φας παραπάνω, τότε αμαρτάνεις.
Του αββά Μάρκου
Εκείνος πού απόλαυσε τις σωματικές ηδονές πέρα από το μέτρο, με εκατονταπλάσιες θλίψεις θα πληρώσει την αφθονία (των ηδονών). Εκείνος πού πιστεύει στα μελλοντικά (αγαθά), απομακρύνεται απροφάσιστα από τα τωρινά ευχάριστα. Εκείνος όμως πού δεν πιστεύει, γίνεται φιλήδονος και αναίσθητος.
Μην πεις, «Πώς μπορεί να ζήσει ηδονικά ο φτωχός, αφού δεν έχει τις προϋποθέσεις;». Γιατί μπορεί κανείς να ζει ηδονικά και με τις σκέψεις του μόνο, και μάλιστα με τρόπο αθλιότερο.
Του αγίου Μαξίμου
Όπως τις ημέρες τις ακολουθούν οι νύχτες και τα καλοκαίρια οι χειμώνες, έτσι και την ηδονή την ακολουθούν θλίψεις και οδύνες, είτε στην παρούσα ζωή είτε στη μέλλουσα.
Του αγίου Διαδόχου
Το να τρώει και να πίνει κανείς άπ’ όλα όσα του παραθέτουν ή τον κερνούν, ευχαριστώντας το Θεό, δεν είναι καθόλου αντίθετο με την πνευματική γνώση γιατί όλα (τα δημιουργήματα) είναι «καλά λίαν» (Γεν. 1:31). Ή αποχή όμως με ευχαρίστηση από τα πολλά και ηδονικά (φαγητά) είναι γνώρισμα των πολύ διακριτικών
και πολύ προχωρημένων στην πνευματική γνώση. Δεν μπορούμε πάντως να καταφρονήσουμε με ευχαρίστηση τα ευχάριστα του κόσμου τούτου, αν δεν γευθούμε τη γλυκύτητα του Θεού με όλη μας την πνευματική αίσθηση και με
(εσωτερική) πληροφορία.
Του αγίου Εφραίμ
Είναι προτιμότερο να τρώει κανείς και να ευχαριστεί τον Κύριο, παρά να μην τρώει και να κατακρίνει αυτούς πού τρώνε και ευχαριστούν τον Κύριο.
Αδελφέ, κάθισες στο τραπέζι; Φάε ψωμί και μην κατακρίνεις τον πλησίον, για να μην καταντήσεις να φας τις σάρκες του αδελφού σου με την κατάκριση. Γιατί είναι γραμμένο: «οι εσθίοντες τον λαό μου εν βρώση άρτου τον Κύριον ουκ έπεκαλέσαντο» (Ψαλμ. 13:4).
«Αν έχεις υγιή πίστη, τρώγε ότι σου παραθέτουν στο όνομα του Κυρίου. «Αν πάλι παρατεθεί κάποιο φαγητό πού εσύ δεν το θέλεις, μην το καταφρονήσεις, όταν οι περισσότεροι θέλουν να φα ευχαριστώντας τον Κύριο.
Κάθισες στο τραπέζι; Πρόσεχε τον εαυτό σου και μην κοιτάς δεξιά κι αριστερά σαν ανάγωγος.
Έλλειψη καλής αγωγής έχει κι εκείνος πού (παίρνει και) τρώει τα ολόκληρα (ψωμιά, φρούτα κ. ά.), όταν στο τραπέζι έχουν παρατεθεί και κομμάτια (από τα ‘ίδια είδη). Μην τα περιφρονείς τα κομμάτια• γιατί και ο Κύριος είπε στους μαθητές Του να μαζέψουν «τα περισσεύσαντα κλάσματα, ίνα μη τι άπόληται» (Ίω. 6:12).
Τρώγε ήσυχα και πίνε αθόρυβα.
Αδελφέ, έφαγες καλά; Δόξασε λοιπόν το Θεό, πού σε χόρτασε.

Του αββά Ησαΐα
Όταν κάθεσαι στο τραπέζι μαζί με άλλους αδελφούς, μην
απλώνεις το χέρι σου στο φαγητό πού έχει μπροστά του ο διπλανός σου.
Όταν πίνεις νερό, να μην κάνεις θόρυβο με το λάρυγγα σου.
Να μην τεντώνεις το σώμα σου, όταν σε βλέπουν άνθρωποι.
Αν σε πιάσει χασμουρητό, μην ανοίξεις το στόμα σου μπροστά σε άλλους, και θα σου φύγει.
Να μη γελάς με το στόμα ολάνοιχτο, γιατί αυτό είναι σημάδι αναίδειας.
Αν τρώτε και κάποιος από σας δεν θέλει το φαγητό, ας μην πει ότι δεν μπορεί να το φάει. «Ας πιέσει τον εαυτό του μέχρι θανάτου, και ο Θεός θα τον αναπαύσει.
«Αν ο αδελφός σου μαγειρέψει ένα φαγητό και δεν το πετύχει, μην του πεις ότι δεν μαγείρεψε καλά• γιατί αυτό είναι θάνατος για την ψυχή σου. Εξέτασε τον εαυτό σου, πόσο θα στενοχωριόσουν εσύ αν το άκουγες από άλλον, και θα βρεις (ψυχική) ανάπαυση

ΚΖ. ΓΙΑ ΤΑ ΦΑΓΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΤΑ. ΠΟΙΑ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΙ.

Του Παλλαδίου
ΠΟΤΕ δεν θ’ αμαρτήσεις, όταν τρως με μέτρο και όταν εγκρατεύεσαι πάλι με μέτρο.
Προτιμότερο είναι να πίνεις κρασί με διάκριση, παρά να πίνεις νερό με υπερηφάνεια. και πάρε σαν παράδειγμα εκείνους πού έπιναν το κρασί με ευσεβή διάκριση, καθώς κι εκείνους πού το περιφρονούσαν από άλογη έπαρση: Ό Ιωσήφ ήπιε κάποτε κρασί, όταν ήταν στην Αίγυπτο (Γεν. 43:33). Άλλα και ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ήπιε με τους μαθητές του, και γι’ αυτό κατηγορήθηκε σαν «φάγος και οινοπότης» (Ματθ. 11:19. Λουκ. 7:34). Αντίθετα, οι Μανιχαϊοι και μερικοί από τους Έλληνες σοφούς, πού έπιναν μόνο νερό, υποδουλώθηκαν στην οίηση και δεν μπόρεσαν ν’ αποφύγουν τον όλεθρο της αγνωσίας του Θεού. Γιατί αυτά καθεαυτό τα φαγητά και τα ποτά ούτε αξιοκατάκριτα είναι ούτε επαινετά.
Αξιοκατάκριτη ή επαινετή είναι ή διάθεση εκείνων πού τα χρησιμοποιούν με κακό ή καλό τρόπο αντίστοιχα. ,
Ό Κύριος είπε γι’ αυτούς πού χρησιμοποιούν τα υλικά πράγματα ή απέχουν άπ’ αυτά, ότι «από των καρπών αυτών επιγνώσεσθε αυτούς» (Ματθ. 7:16,20). και αυτοί (οι καρποί) είναι, κατά τον απόστολο, «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστης, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ. 5:22). «Οποίος λοιπόν αγωνίζεται ν’ αποκτήσει τέτοιους καρπούς, έγκρατεύεται σε όλα (Α’Κορ. 9:25), και ανάλογα δεν θα φάει ούτε θα πιει ούτε θα μείνει μαζί με κάποιον πού έχει πονηρή συνείδηση.
Του αγίου Αναστασίου του Σιναΐτη
Ερώτηση: Αν κάποιος αποφασίσει με όρκο να πραγματοποιήσει κάτι καλό, όπως λ.χ. να μη δοκιμάσει κρασί για ορισμένο καιρό ή να νηστέψει ή να κάνει κάτι άλλο παρόμοιο, και μετά από αδυναμία δεν μπορέσει να τελειώσει αυτό πού άρχισε, τι πρέπει να κάνει;
Απόκριση: Πρώτα-πρώτα, είναι γενικά σφαλερό και απαράδεκτο το να ορίζουμε κάτι τέτοιο με όρκο γιατί δεν αγωνιζόμαστε ακατάπαυστα (για το καλό) από καταναγκασμό, άλλ’ από αυτεξούσια προαίρεση. Δεν πρέπει, επομένως, να δεσμεύουμε την ελευθερία της βουλήσεως μας με τα δεσμά του όρκου ούτε ν’ απέχουμε από κάποιο πράγμα πού δημιούργησε ο Θεός, σαν κακό τάχα, αλλά να τα χρησιμοποιούμε όλα με διάκριση. Ωστόσο οι μακάριοι Πατέρες, πού συνέταξαν για μας τις ιερές ευχές, έκαμαν και γι’ αυτή την περίπτωση μιαν ευχή, πού λύνει τον άνθρωπο μέσω του ιερέως (από την αυτοδέσμευση του όρκου) Γιατί είναι ειπωμένο στους κανονικούς ιερείς του Θεού: «Όσα εάν λύσητε επί της γης, εσται λελυμένα εν τω ούρανώ» (Ματθ. 18:18). Εκείνος πάντως πού δεν τήρησε τον όρκο, οφείλει να ομολογεί το σφάλμα του ενώπιον του Θεού και να κατηγορεί τον εαυτό του για ραθυμία και αμέλεια. Γιατί αν αυτός πού θα κάνει μια συμφωνία με θνητό βασιλιά, δεν τολμάει να την παραβεί ως το θάνατο του, πόσο μάλλον είναι ένοχος τιμωρίας εκείνος πού έδωσε ένορκη υπόσχεση στον αθάνατο και ουράνιο Βασιλιά, και μετά αθέτησε ότι υποσχέθηκε; Τελικά όμως ή μετάνοια όλα μπορεί (να τα επανορθώσει).
Από το Γεροντικό
Ανέβηκε κάποτε ο αββάς Ξανθιάς από τη Σκήτη στην Τερεμουθίν, οπού έμεινε λίγο για (ν’ αναπαυθεί από) τον κόπο της ασκήσεως. Εκεί του πρόσφεραν λίγο κρασί, ενώ συνάμα κάποιοι του έφεραν κι έναν δαιμονισμένο (για να τον θεραπεύσει). Ό δαίμονας τότε άρχισε να βρίζει το γέροντα, λέγοντας: Σ’ αυτόν εδώ το μπεκρούλιακα με φέρατε;
Ό γέροντας, (από ταπείνωση), δεν ήθελε να τον διώξει, αλλά για το χλευασμό (πού του έκανε), είπε:
Πιστεύω πώς δεν θα έχω αποπιεί τούτο το ποτήρι, όταν ο Θεός θα σε κάνει να βγεις (από τον άνθρωπο).
Και μόλις άρχισε ο γέροντας να πίνει, ο δαίμονας κραύγασε: Με καις! Με καις!
Πραγματικά, πριν αδειάσει (το ποτήρι), βγήκε (από το δαιμονισμένο) με τη χάρη του Χρίστου.

Ήρθαν κάποτε οι πατέρες στην Αλεξάνδρεια, οπού τους κάλεσε ο μακάριος αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος, για να κάνουν ευχή και να γκρεμίσει τα είδωλα. Καθώς λοιπόν έτρωγαν μαζί του, τους προσφέρθηκε μοσχαρίσιο κρέας. και το έτρωγαν χωρίς κανένα δισταγμό! Σε μια στιγμή πήρε ο αρχιεπίσκοπος ένα κομμάτι κρέας και το πρόσφερε στο γέροντα πού καθόταν δίπλα του.
Να, άββά, του είπε, αυτό είναι καλό κοψίδι, φάτο.
Μόλις το άκουσαν οι γέροντες, είπαν:
Εμείς ως τώρα τρώγαμε λάχανα. «Αν όμως είναι κρέας, εμείς δεν το τρώμε. και κανείς τους δεν έβαλε στο στόμα του πια από το κρέας εκείνο.
Του αγίου Διαδόχου
Όσοι αγωνίζονται για τη σωτηρία τους, τόσο πολύ πρέπει να μισούν όλες τις παράλογες επιθυμίες, ώστε να τους γίνει συνήθεια αυτό το μίσος. Την εγκράτεια όμως των τροφών πρέπει να την ασκούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη φτάσουν να σιχαθούν ποτέ καμιά άπ’ αυτές. Γιατί κάτι τέτοιο είναι επικατάρατο και τελείως δαιμονικό. Δεν απέχουμε από τις τροφές επειδή είναι κακές – μη γένοιτο• άλλ’ αποφεύγουμε τις πολλές και όχι αναγκαίες τροφές για να χαλιναγωγούμε, καθώς πρέπει, τα μέλη του σώματος πού βρίσκονται σε έξαψη. και επιπλέον, για να μοιράζουμε το περίσσευμα, πού εξοικονομούμε, στους φτωχούς – πράγμα πού είναι γνώρισμα γνήσιας αγάπης.

ΚΗ. ΠΩΣ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ Ο ΣΑΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ Ν`
ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ.

Του Παλλαδίου
ΚΑΠΟΤΕ ο δαίμονας της πορνείας πολέμησε σκληρά τον μακάριο διάκονο Εύάγριο. Και όπως μας διηγήθηκε ο ίδιος, έμεινε μιαν ολόκληρη νύχτα γυμνός, χειμώνα καιρό, μέσα σ’ ένα πηγάδι, ώσπου πάγωσαν οι σάρκες του.
Διηγούνται για τον μακάριο Αμμώνιο, το μαθητή του οσίου Παμβώ, ότι το σώμα του δεν το λυπήθηκε ποτέ, όταν ξεσηκωνόταν (μέσα του) κάποια έφάμαρτη σαρκική ηδονή, αλλά με πυρωμένο σίδερο έκαιγε τα μέλη του, κι ήταν έτσι πάντα πληγωμένος.
Ό γενναίος πρεσβύτερος Φιλόρωμος, στις αρχές της μοναχικής του ζωής, πολεμήθηκε φοβερά, όπως έλεγε, από την πορνεία. Κατόρθωσε όμως ν’ αποδιώξει το πάθος με σκληρή αντίσταση, σβήνοντας το όπως σβήνουμε την πυρκαγιά με άφθονο νερό: Κλείστηκε στο κελί του, φόρεσε σίδερα και επιδόθηκε σε άκρα εγκράτεια, μην
τρώγοντας φαγητό και σταρένιο ψωμί και όσα, γενικά, ψήνονται στη φωτιά. Δεκαοχτώ χρόνια έκανε υπομονή σ’ αυτά, και με τη βοήθεια του Θεού νίκησε το πάθος.
Του αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου
Καθώς ησύχαζε κάποτε ο άγιος Βενέδικτος, ήρθε κοντά του ο πειραστής (διάβολος) με τη μορφή μαύρου πουλιού – πού το λένε κοτσύφι – και με τόσο θράσος πετούσε ολόγυρα στο πρόσωπο του, ώστε, αν ήθελε ο άγιος, θα μπορούσε να το πιάσει με τα χέρια του. Μόλις όμως ο όσιος κατάλαβε την παγίδα του εχθροί, οπλίστηκε με το σημείο του ζωοποιού σταυρού και έκανε άφαντο τον εχθρό.
Μετά από λίγο όμως ξεσηκώθηκε μέσα του τέτοιος σαρκικός πόλεμος, πού ποτέ άλλοτε δεν είχε δοκιμάσει. Συγκεκριμένα ο δαίμονας της πορνείας αναπαράστησε τη μορφή μιας γυναίκας, πού ο άγιος είχε δει κάποτε, όταν ήταν νέος, και του την παρουσίασε μπροστά στα μάτια του, ανάβοντας του τόσο μεγάλη σαρκική επιθυμία, ώστε λίγο έλειψε να τον κλονίσει ή ψυχική ακηδια και να τον κάνει να γυρίσει στον κόσμο. Άλλα τότε ή σωτήρια χάρη του Θεού τον βοήθησε να καταβάλει τον εχθρό και να κερδίσει νίκη ενάντια στα πάθη. Αφού δηλαδή στήριξε τον εαυτό του με λογισμούς σώφρονες και γενναίους, έβγαλε τα ρούχα του κι έπεσε γυμνός σε μια πυκνή συστάδα από τσουκνίδες και αγκάθια, πού είδε εκεί κοντά. Κυλίστηκε πάνω σ’ αυτά πολλές ώρες, ώσπου ολόκληρο το σώμα του καταπληγώθηκε από τα κεντριά των αγκαθιών και των τσουκνίδων και λούστηκε στο αίμα. Υπομένοντας έτσι με ανδρεία τους φοβερούς πόνους, κατανίκησε τον σαρκικό πόλεμο. Και από τότε, με τη χάρη του Θεού, σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του ο δαίμονας της πορνείας δεν τον ξαναπείραξε, καθώς ο ίδιος διηγήθηκε αργότερα στους μαθητές του.
Του αββά Μάρκου
Ό νέος πρέπει να υποτάσσει τη νεότητα του στο λόγο του Θεού, όπως απαιτεί ο λόγος αυτός: «Παραστήσατε», λέει, «τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, άγίαν, εύάρεστον τω Θεώ, την λογικήν λατρείαν υμών» (Ρωμ. 12:1). Κάθε υγρότητα σαρκικής επιθυμίας να τη σβήνει και να τη μαραίνει με την εγκράτεια στη βρώση και την πόση και με ολονύκτιες αγρυπνίες, για (να μπορέσει) να πει κι αυτός μ’ όλη του την καρδιά: «Έγενήθην ως ασκός εν πάχνη• τα δικαιώματα σον ουκ έπελαθόμην» (Ψαλμ. 118:83). και αφού κατανοήσει (ο νέος) βαθιά ότι ανήκει στο Χριστό, να σταυρώσει τη σάρκα του μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες της (Γαλ. 5:24) και να νεκρώσει τα μέλη του, πού επιθυμούν τις γήινες ηδονές (Κολ. 3:5), όχι μόνο την πράξη της πορνείας, αλλά και κάθε ακαθαρσία πού ενεργείται στη σάρκα από τα πονηρά πνεύματα και δεν σταματάει μονάχα ως εδώ τον αγώνα εκείνος πού περιμένει το στεφάνι της αληθινής και αμόλυντης και ολοκληρωτικής παρθενίας, άλλ’ ακολουθώντας την αποστολική διδασκαλία, αγωνίζεται να νεκρώσει και αυτού του πάθους (της σαρκικής επιθυμίας) την έννοια και την κίνηση. Όμως ούτε και σ’ αυτό αρκείται όποιος έχει τον σφοδρό ερωτά να κατασκηνώσει στο σώμα του ή αγγελική και αμόλυντη παρθενία, αλλά προσεύχεται να εξαφανιστεί και αυτή ή ενθύμηση της ψιλής επιθυμίας, πού έρχεται με το λογισμό μόνο, χωρίς κίνηση και ενέργεια σωματικού πάθους, άλλ’ απλώς σαν παραρριπισμός του νου, (δηλαδή σαν αιφνίδια και ασυνείδητη παρεκτροπή του νου). Αυτό μόνο με την ουράνια βοήθεια και δύναμη και πλούσια παροχή του Άγιου Πνεύματος είναι δυνατόν να κατορθωθεί, αν βέβαια υπάρχουν άνθρωποι πού γίνονται άξιοι γι’ αυτή τη χάρη.
«Έτσι λοιπόν εκείνος πού περιμένει το στεφάνι της καθαρής και αμόλυντης παρθενίας και λιώνει από θείο έρωτα γι’ αυτό, σταυρώνει τη σάρκα με ασκητικούς κόπους. Νεκρώνει τα γήινα μέλη του με την ένταση και την επιμονή στην εγκράτεια. Εξασθενίζει τον εξωτερικό άνθρωπο και τον αδυνατίζει και τον λεπταίνει σαν με λίμα, καταντώντας τον σωστό σκελετό. Κι έτσι, με την πίστη και με τους αγώνες και με την ενέργεια της χάριτος, ο εσωτερικός (άνθρωπος, δηλαδή ή ψυχή,) θα ανανεώνεται μέρα με τη μέρα (Β’ Κορ. 4:16), προοδεύοντας στο καλύτερο με το ν’ αυξάνει μέσα του την αγάπη, να μεγαλώνει την ελπίδα, να ευφραίνεται με αγαλλίαση του πνεύματος, να κυριαρχείται από την ειρήνη του Χρίστου (Κολ. 3:15), να οδηγείται από την καλοσύνη, να φωτίζεται από σύνεση και (πνευματική) γνώση, να στολίζεται από σοφία, να καθοδηγείται από την ταπεινοφροσύνη.
Με αυτές και παρόμοιες αρετές ανανεώνεται ο νους από το Άγιο Πνεύμα
και αναγνωρίζει επάνω του τα χαρακτηριστικά της θεϊκής εικόνας και κατανοεί το νοητό και άρρητο κάλλος της ομοιώσεως με τον Κύριο, και κατακτά τον πλούτο της αυτοδίδακτης και αύτομάθητης σοφίας, πού περιέχει ο εσωτερικός ενδιάθετος νόμος.
Του αγίου Μαξίμου
Ο δαίμονας της πορνείας είναι πολύ δυνατός και επιτίθεται με σφοδρότητα σ’ εκείνους πού αγωνίζονται εναντίον αυτού του πάθους, και μάλιστα σε όσους δεν προσέχουν στο θέμα της τροφής και συναναστρέφονται με γυναίκες. Γιατί, ξεγελώντας επιτήδεια το νου με την απαλότητα της ηδονής, εμφανίζεται υστέρα την ώρα της ησυχίας, και με τη μνήμη φλογίζει το σώμα και παρουσιάζει στο νου διάφορες μορφές, παρακινώντας τον έτσι να δώσει τη συγκατάθεση του στην αμαρτία. «Αν δεν θέλεις να χρονίζουν μέσα σου αυτές (οι μορφές), καταπιάσου με τη νηστεία και τους κόπους και την αγρυπνία και την καλή ησυχία με διαρκή προσευχή. Όταν οι δαίμονες βγάλουν το νου σου από τη σωφροσύνη και τον περικυκλώσουν με τους λογισμούς της πορνείας, τότε λέγε με δάκρυα στον Κύριο: «Εκβαλόντες με νυνί περίεκύκλωσάν με» (Ψαλμ. 16:11)• «το άγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με από των κνκλωσάντων με» (Ψαλμ. 31:7).
Από το Γεροντικό
Ρώτησαν ένα γέροντα: Από που προέρχεται ο πόλεμος της πορνείας; Και απάντησε:Από το πολύ φαγητό κι από τον πολύ ύπνο.
Είπε πάλι (ο ίδιος γέροντας):
Ή φύση (του ανθρώπου) γεννάει τις επιθυμίες, αλλά ή εντατική άσκηση τις εξαφανίζει.
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Παλλάδιο:
Πες μου, πάτερ, τι να κάνω; Τρία χρόνια τώρα νηστεύω δυο μέρες συνεχόμενες και τρώγω την τρίτη. και όμως δεν μπορώ να λυτρωθώ από το δαίμονα της πορνείας.
Παιδί μου, αποκρίθηκε ο γέροντας, όταν ο Θεός έστειλε στους Ισραηλίτες τον προφήτη Ησαΐα, του είπε: «Αναβόησαν εν ισχύ και μη φείση, και ανάγγειλαν τω λαό τάς αμαρτίας αυτών εμέ ήμέραν εξ ημέρας ζητούσι και έγγίζειν μοι έπιθυμούσι λέγοντες• τι ότι ένηστεύσαμεν και ουκ είδες; έταπεινώσαμεν τάς ψυχάς ημών και ουκ έγνως;» (πρβλ. Ήσ. 58:1-3). και τους έδωσε αυτή την απόκριση: «Εν τοις ημέρες των νηστειών υμών ευρίσκεστε ποιούντες τα θελήματα υμών και τους υποχείριους υμών κακοποιείτε και πάντας τους ύπεναντίους υμών κατανύσσετε και νηστεύετε εις κρίσεις και
μάχας, ώστε άκονστήν γενέσθαι ενώπιον Κυρίου την κραυγή υμών. Ου ταύτην την νηστεία έξελεξάμην, λέγει Κύριος, ουδέ αν κάμψης ως κρίκον τον τράχηλόν σου και σάκκον και σποδόν ύποστρώση ούδ’ ούτω κληθήσεται νηστεία δεκτή» (πρβλ. Ήσ. 58:3-5).Κι εσύ λοιπόν, παιδί μου, αν νηστεύεις από φαγητά και κακολογείς κάποιον ή κατακρίνεις ή μνησικακείς ή αποδέχεσαι πονηρούς λογισμούς ή επιθυμείς κάτι ηδονικό ή απαγορευμένο και με το νου σου συγκατατίθεσαι στην επιθυμία, πώς θέλεις να λυτρωθείς από
τον πόλεμο της πορνείας; «Η μήπως δεν ξέρεις, πώς οποίος ικανοποιεί νοερά την επιθυμία του, αυτός χορταίνει και μεθάει ακόμα και χωρίς τα υλικά φαγητά (και ποτά); «Αν λοιπόν θέλεις να γίνει
δεκτή ή νηστεία σου από το Θεό, φυλάξου πρώτα-πρώτα από κάθε πονηρό λόγο, από κάθε καταλαλιά και κατάκριση, και (γενικά), όπως είναι γραμμένο, «ου παραδέξη άκοήν ματαίαν» (Εξ. 23:1). Καθάρισε την καρδιά σου «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος» (Β’ Κορ. 7:1), από κάθε μνησικακία και αισχροκέρδεια. Δάμασε το σώμα σου με πολλές μετάνοιες και αγρυπνίες και άλλους κόπους, καθώς και με ιδιαίτερη μελέτη (του λόγου του Θεού). και όταν πηγαίνεις για ύπνο, να μην ξαπλώνεις αναπαυτικά στο κρεβάτι, αλλά να κοιμάσαι καθιστός. Μ’ αυτά και τα παρόμοια όταν παιδαγωγούνται οι νέοι, μπορούν, με τη χάρη του Θεού, να επιβληθούν στον πόλεμο της πορνείας. Γι’ αυτό και οι πατέρες θέσπισαν να μη μένουμε σε κελί ή ερημητήριο, αλλά να ζούμε σε κοινόβιο και να δαμάζουμε τον εαυτό μας με πολλούς κόπους.

Ό άββάς Αντώνιος είπε:
Κατά τη γνώμη μου, το σώμα έχει φυσική και έμφυτη κλίση προς τις επιθυμίες, ή οποία όμως δεν ενεργεί χωρίς να θέλει ή ψυχή. Παραμένει απλά στο σώμα σαν μια κλίση απαθής. Υπάρχει βέβαια και άλλη κλίση, (πού γεννιέται) από τη διατροφή και την καλοπέραση του σώματος με φαγητά και ποτά. Άπ’ αυτά παράγεται θέρμη, πού διεγείρει το σώμα προς την πραγματοποίηση των επιθυμιών. Γι’ αυτό και ο απόστολος παραγγέλλει: «Μη μεθύσκεσθε οίνο, εν ω εστίν ασωτία» (Εφ. 5:18). και ο Κύριος στο Ευαγγέλιο (λέει): «Προσέχετε εαυτοΐς μήποτε βαρηθώσιν υμών αϊ καρδιαι εν κραιπάλη και μέθη» (Λουκ. 21:34). Υπάρχει, τέλος, και μια τρίτη κλίση, πού προκαλείται από την επιβουλή και το φθόνο των δαιμόνων σε όσους αγωνίζονται. Πρέπει λοιπόν να γνωρίζουμε, ότι υπάρχουν τρεις κλίσεις σωματικής επιθυμίας: μία φυσική, μία από κατάχρηση φαγητών και μία από τους δαίμονες. Γι’ αυτό, οποίος αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζει καλά τη διαφορά τους και να μην αγνοεί τα αίτια τους, ώστε ν’ αντιμετωπίζει την καθεμιά με τον πιο κατάλληλο και πρόσφορο τρόπο.
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα: Τι να κάνω, πού με πολεμούν ή πορνεία και ο θυμός;
και ο γέροντας του απάντησε:
Ό Δαβίδ έλεγε: «Τον μεν λέοντα επάτασσον, την δε άρκτον άπέπνιγον» (πρβλ. Α’ Βασ. 17:34-37). Αυτό (συμβολικά) σημαίνει, ότι το θυμό πρέπει να τον κόβουμε με τη μακροθυμία, και τη σαρκική επιθυμία να την καταστέλλουμε με (σωματικούς) κόπους και με νηστεία.
Ένας γέροντας είπε σε κάποιον αδελφό, πού τον πολεμούσε ή πορνεία:
Αδελφέ, θέλεις να σωθείς ενώ κοιμάσαι; Πήγαινε, μόχθησε, κοπίασε, ζήτησε και θα βρεις• ξύπνα, χτύπησε (τη θύρα του θείου ελέους), και θα σου ανοιχθεί (πρβλ. Ματθ. 7:7-8. Λουκ. 11:9-10). Υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι, πού καλοτυχίζονται άπ’ όλους και στεφανώνονται επειδή, αν και δέχονται πολλά χτυπήματα, όμως στέκονται ακλόνητοι. Πολλές φορές μάλιστα και ένας μόνο, μολονότι χτυπιόταν από δύο, έκανε κουράγιο στις πληγές και νίκησε αυτούς πού τον χτυπούσαν. Αν λοιπόν εκείνοι δείχνουν τέτοιον υπομονή για επίγειο κέρδος, δεν πρέπει να σταθείς εσύ με μεγαλύτερη καρτερία για τη βασιλεία των ουρανών, τη στιγμή μάλιστα πού έχεις και το Θεό σύμμαχο;

ΚΘ. Η ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΑΡΚΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΜΟΝΟ
ΜΕ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ.

Του Παλλαδίου
Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ Μωυσής ο Αιθίοψ, πού πρώτα ήταν αρχηγός μεγάλης συμμορίας ληστών και μετά έγινε μοναχός δοκιμότατος και ιερέας και ένας από τους μεγάλους πατέρες, στις αρχές της μοναχικής του ζωής πολεμήθηκε τόσο πολύ από το δαίμονα της πορνείας, ώστε παρά λίγο να παραιτηθεί από το σκοπό του. Αντιστάθηκε όμως στον εχθρό με αυστηρή νηστεία και ησυχία. Με συμβουλή του μεγάλου Ισιδώρου της Σκήτης, κλείστηκε μέσα στο κελί του, και για πολύν καιρό ούτε έβγαινε έξω ούτε έτρωγε τίποτε άλλο, εκτός από μια λίτρα παξιμάδι. Επιπλέον δούλευε πολύ και έκανε πενήντα ευχές την ημέρα.
Πολέμησε έπειτα (το δαίμονα) και με συνεχή αγρυπνία. Έξι χρόνια δεν κοιμήθηκε καθόλου τη νύχτα. και μολονότι έλιωσε τελείως το σώμα του, ή πύρωση της σάρκας και τα πειρασμικά όνειρα συνεχίζονταν όπως πριν.
Μετά άπ’ αυτό υποβλήθηκε σε άλλη σκληραγωγία: Έβγαινε τις νύχτες, πήγαινε στα κελιά των ηλικιωμένων αδελφών, πού δεν μπορούσαν να μεταφέρουν νερό για τις ανάγκες τους, έπαιρνε τις στάμνες τους, χωρίς εκείνοι να παίρνουν είδηση, και τις γέμιζε νερό γιατί ή πηγή ήταν πέντε σημεία (μίλια) μακριά από τα κελιά μερικών.
Μια νύχτα λοιπόν, καθώς είχε σκύψει στο πηγάδι για να γεμίσει τη στάμνα κάποιου μονάχου, ο δαίμονας τον χτύπησε από πίσω μ’ ένα ρόπαλο και τον έριξε κάτω, αφήνοντας τον (να κείτεται) στον τόπο εκείνο σαν νεκρός. Την άλλη μέρα ήρθε ένας μοναχός και τον βρήκε πεσμένο και μισοπεθαμένο. Έτρεξε και το είπε στον μεγάλο Ισίδωρο. Εκείνος λοιπόν πήγε μαζί με μερικούς άλλους, τον σήκωσε και τον έφερε στην εκκλησία (της Σκήτης). Τόσο βαριά ήταν, πού μόλις μετά από ένα χρόνο μπόρεσε να συνέλθει.
Τότε ο μεγάλος ιερέας του Χριστού Ισίδωρος του λέει: Αδελφέ Μωϋσή, σταμάτα πια να πολεμάς τους δαίμονες και να τους εξοργίζεις τόσο. Γιατί ή άσκηση έχει όρια και στην πάλη με τους δαίμονες.
Όμως ο Μωυσής, το διαμάντι του Χριστού, του αποκρίθηκε:Δεν θα πάψω να τους πολεμώ, ώσπου να πάψουν οι ονειρικές φαντασίες μου. Μετά άπ’ αυτό, του ξανάλεει ο μέγας Ισίδωρος:
Στο όνομα του Ιησού Χριστού, παύουν άπ’ αύτη τη στιγμή τα άπρεπα όνειρα σου. Από τώρα να έρχεσαι χωρίς δισταγμό και να κοινωνείς τα θεία Μυστήρια. Βασανίστηκες τόσο σκληρά άπ’ αυτό
το πάθος, για να μην καυχηθείς ότι με την άσκηση σου τάχα το νίκησες. (Βασανίστηκες) για το συμφέρον σου, για να μην πέσεις στην έπαρση.
Όταν (ο Μωυσής) άκουσε αυτά (τα λόγια), γύρισε στο κελί του. Από τότε φρόντισε ν’ αγωνίζεται στην ησυχία με μέτρο, και απαλλάχθηκε από το πάθος της ακολασίας.
Του αββά Ησαΐα
Αν αγωνίζεσαι, να μη στηρίξει ή καρδιά σου το θάρρος της στον αγώνα σου, ότι τάχα αυτός σε προφυλάσσει, αλλά να πεις με το νου σου, ότι, επειδή καταπονώ το σώμα μου, ο Θεός δέχεται με ευμένεια την ταλαιπωρία μου.
Του αββά Κασσιανού
Αν υπάρχει μέσα μας ο ζήλος ν’ αγωνιστούμε νόμιμα και να στεφανωθούμε, όπως λέει ο απόστολος (Β’ Τιμ. 2:5), αφού νικήσουμε το ακάθαρτο πνεύμα της πορνείας, να μην έχουμε θάρρος στη δική μας δύναμη και άσκηση, αλλά στη βοήθεια του Δεσπότη μας Θεού. Γιατί δεν παύει ο άνθρωπος να πολεμείται άπ’ αυτό το πνεύμα, ώσπου να πιστέψει αληθινά ότι όχι με τη δική του επιμέλεια και με τον δικό του κόπο, αλλά με την προστασία και τη βοήθεια του Θεού απαλλάσσεται άπ’ αυτή την αρρώστια και ανεβαίνει στο ύψος της αγνείας. Γιατί αυτό είναι, βέβαια, κάτι πού υπερβαίνει τη φύση και κάνει κατά κάποιο τρόπο ασώματο εκείνον πού έχει υποτάξει τους ερεθισμούς της σάρκας και τις ηδονές της. Γι’ αυτό λοιπόν είναι αδύνατον – για να το πω έτσι – να πετάξει με τα δικά του φτερά προς το υψηλό και ουράνιο τούτο βραβείο της αγιοσύνης και να γίνει μιμητής των αγγέλων, αν δεν τον σηκώσει ή χάρη του Θεού από τη γη και τη λάσπη. Γιατί καμιά άλλη αρετή δεν εξομοιώνει περισσότερο με τους αγγέλους τους δεμένους με τη σάρκα ανθρώπους όσο ή αρετή της αγνείας. Μ’ αυτή την αρετή, ενώ βρίσκονται και ζουν ακόμα στη γη, έχουν το πολίτευμα στους ουρανούς, σύμφωνα με τον απόστολο (Φιλιπ. 3:20).
Δείγμα του ότι αποκτήσαμε τελείως αυτή την αρετή είναι το να μην προσηλώνεται ή ψυχή σε καμιά εικόνα αισχρής φαντασίας κατά τη διάρκεια του ύπνου. Γιατί αν και δεν λογαριάζεται σαν αμαρτία αυτή ή κίνηση (στον ύπνο), αποτελεί όμως απόδειξη πώς ή ψυχή είναι άρρωστη και δεν έχει ακόμα ελευθερωθεί από το (σαρκικό) πάθος. Γι’ αυτό πρέπει να πιστεύουμε, πώς οι αισχρές φαντασίες, πού μας έρχονται στον ύπνο, είναι τεκμήρια της προηγούμενης αμέλειας και της αρρώστιας μας. Ακόμα περισσότερο κάνει φανερή την κρυμμένη μέσα στα βάθη της ψυχής μας ασθένεια ή ρεύση, πού μας συμβαίνει στην ανάπαυση του ύπνου. Γιατί όσοι έφτασαν στο έπακρο της αγιοσύνης και της αγνείας, ούτε όταν κοιμούνται προσηλώνονται στις φαντασίες (των ονείρων) ούτε όταν είναι ξύπνιοι αισθάνονται καμιά κίνηση (αμαρτωλής επιθυμίας).
Από το Γεροντικό
Έλεγαν για την αμμά Σάρα, ότι για δεκατρία χρόνια βασανιζόταν από το δαίμονα της πορνείας, και ποτέ δεν προσευχήθηκε να υποχωρήσει ο πόλεμος. Απεναντίας, έλεγε: «Θεέ μου, δώσε μου δύναμη! Μια μέρα λοιπόν, πού είχε σφοδρό σαρκικό πόλεμο, ανέβηκε στο κελί της για να προσευχηθεί. και τότε της φανερώθηκε το πνεύμα της πορνείας με ανθρώπινη μορφή και τη ρώτησε: Εσύ με νίκησες, Σάρα;
Δεν σε νίκησα εγώ, αλλά ο Κύριος μου, ο Χριστός, απάντησε εκείνη.

Κάποιος άνθρωπος αρνήθηκε τον κόσμο, ήρθε στη Σκήτη και έγινε μοναχός. Ήταν μάλιστα αγωνιστής. Από φθόνο του πονηρού όμως πολεμήθηκε από την επιθυμία γυναίκας. Μόλις άρχισε ο πόλεμος αυτός, τον φανέρωσε στους πατέρες. Κι εκείνοι, επειδή ήξεραν ότι ήταν (καλός πνευματικός) εργάτης, του όρισαν (διάφορες) ασκήσεις. Τις δέχθηκε και τις εκτελούσε πρόθυμα, αλλά το σώμα του εξαντλήθηκε τόσο πολύ άπ’ αυτές, ώστε δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί.
Τότε, με οικονομία του Θεού, ήρθε στη Σκήτη ένας ξενομερίτης γέροντας. Αφού επισκέφθηκε άλλους πατέρες, πέρασε κι από το δικό του κελί. Απόρησε όμως, γιατί, ενώ το βρήκε ανοιχτό, δεν βγήκε κανείς να τον προϋπαντήσει. Μήπως είναι άρρωστος αυτός πού μένει εδώ; είπε μέσα του.
Πλησίασε και χτύπησε. Καθώς δεν παρουσιάστηκε κανείς, μπήκε μέσα και βρήκε τον αδελφό να κείτεται άρρωστος. Τι έχεις, πάτερ; τον ρώτησε.
Εκείνος τότε του διηγήθηκε τα βάσανα του, ότι δηλαδή πολεμήθηκε από την επιθυμία γυναίκας, ότι το φανέρωσε στους πατέρες και ότι εκείνοι του έβαλαν διάφορες ασκήσεις, πού, μολονότι τις έκανε – κατέληξε -, από τη μια το σώμα του εξασθένησε και από την άλλη ο πόλεμος μεγάλωσε.
Σαν τ’ άκουσε όλα αυτά ο γέροντας, του είπε:
Οι πατέρες βέβαια, σαν δυνατοί (πού είναι), καλά σου όρισαν αυτές τις ασκήσεις. «Αν όμως θέλεις ν’ ακούσεις κι εμένα τον ταπεινό, άφησε από δω κι εμπρός τις ασκήσεις, αφού καμιά ωφέλεια δεν βρήκες άπ’ αυτές, τρώγε το λίγο φαγητό σου στον καιρό του, κάνε τη μικρή σου ακολουθία και «έπίρριψον επί Κύριον την μέριμνα σου» (Ψαλμ. 54:23) και την αδυναμία σου. Γιατί με τους δικούς σου μόνο κόπους δεν θα μπορέσεις να νικήσεις σ’ αυτόν τον πόλεμο. Το σώμα μας, βλέπεις, είναι σαν ένα ρούχο: «Αν το φροντίσεις, θα διατηρηθεί- αν το παραμελήσεις, θα καταστραφεί.
Ό αδελφός έκανε έτσι (πού του είπε ο γέροντας), και σε λίγες μέρες λυτρώθηκε από τον πόλεμο.

Ένας γέροντας είπε:
Όπως λίγη αψιθιά φτάνει για ν’ αχρηστέψει (με την πικράδα της) ολόκληρο δοχείο με μέλι, έτσι και μια σωματική αμαρτία είναι αρκετή για να μας στερήσει τη βασιλεία των ουρανών και να μας στείλει στη γέεννα του πυρός.
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον γέροντα: Τι να κάνω, άββά, πού πολεμούμαι φοβερά από την πορνεία;
Και ο γέροντας του είπε:
Με όση δύναμη έχεις, προφυλάξου άπ’ το λογισμό τούτο για τι οποίος νικηθεί άπ’ αυτόν (και αμαρτήσει), απελπίζεται για τη σωτηρία του. Όπως ακριβώς ένα πλοίο, πού παλεύει με την τρικυμία και τη θύελλα και τη θαλασσοταραχή, αν του φύγει το πηδάλιο, κινδυνεύει μεν, αλλά πλέει ακόμα• και όμοια, αν του σπάσει το κατάρτι ή χαθεί κάτι άλλο άπ’ αυτά πού του χρειάζονται για να πλέει με ασφάλεια, μπορούν ακόμα οι επιβάτες να ελπίζουν βάσιμα ότι τελικά το σκάφος θα σωθεί. «Έτσι και ο άνθρωπος, αν είναι ράθυμος με τ’ άλλα πάθη, αν δηλαδή υποχωρεί από ραθυμία σε κάποιο άπ’ αυτά, έχει την προσδοκία ότι με τη μετάνοια θα βγει τελικά νικητής• αν όμως πέσει έστω και μια φορά στο πάθος της πορνείας, τότε απελπίζεται, όπως ο ναυαγός τη στιγμή πού βουλιάζει το πλοίο.
Του αγίου Έφραίμ
Θέλεις, αδελφέ, να μάθεις πόσο φοβερή και ολέθρια είναι ή πορνεία; Αναλογίσου, ότι εκείνους πού δεν μπόρεσαν να θανατώσουν στην έρημο τα δαγκώματα των φιδιών (βλ. Άριθ. 21:4-9),τους έριξε κάτω (νεκρούς) ή πορνεία στη Μαδιάμ. Για χάρη της δεν δίστασαν να φάνε ακόμα και ειδωλόθυτα. Γι’ αυτό θανατώθηκαν,
μέσα σε μια μόνο μέρα, είκοσι τρεις χιλιάδες λάου (Α’ Κορ. 10:8.Πρβλ. Αριθ. 25:1-9).
Όπως με το θυμίαμα ευφραίνεται ή όσφρηση, έτσι και με την άγνεία ευφραίνεται το Άγιο Πνεύμα και κατοικεί στον άνθρωπο. Απεναντίας, όπως ο χοίρος χαίρεται να κυλιέται στη λάσπη, έτσι και οι δαίμονες χαίρονται με τη βρωμιά της πορνείας.
Φως λαμπρό και χαρά και ειρήνη και υπομονή κατοικούν στην άγνεία. Λύπη και άκηδία και ύπνος αχόρταστος και σκοτάδι ζοφερό βρίσκονται μαζί με την πορνεία.
Αδελφέ, να μην περιποιείσαι και να μη στολίζεις ελεύθερα το σώμα σου. Άκουσε τι λέει ο απόστολος: «Τάς δε νεωτερικάς Επιθυμίας φεύγε» (Β’ Τιμ. 2:22). Δεν ξέρεις με τι εχθρό παλεύεις; Δεν ξέρεις, ότι είναι φοβερό να γίνεσαι παγίδα για άλλη ψυχή; Μάθε μάλιστα και τούτο, ότι αν ο εξωτερικός άνθρωπος είναι ωραίος και στολισμένος, ή ψυχή όμως μέσα του έχει μολυνθεί, δεν θα αργήσει και ή σωματική ομορφιά να χαθεί• αν όμως αποκτήσει κανείς ψυχική ωραιότητα, αυτή θα ξεχυθεί και στον εξωτερικό άνθρωπο, προπαντός όμως θα μείνει αναλλοίωτη.

Λ. ΝΑ ΜΗ ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΑΙΣΧΡΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ
ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΖΟΥΜΕ ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΟΥΤΕ ΝΑ ΛΕΜΕ
Η ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ ΑΙΣΧΡΑ ΛΟΓΙΑ.
Η ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΕΝΟΧΗ
ΟΣΟ ΚΑΙ Η ΠΡΑΞΗ.
Από το βίο του αγίου Σάββα
ΒΑΔΙΖΕ κάποτε ο μακάριος Σάββας προς τον Ιορδάνη μαζί μ’ ένα δόκιμο μοναχό, νέο στην ηλικία. Στο δρόμο συναντούσαν πολλούς κοσμικούς. Ανάμεσα τους ήταν και μια όμορφη κοπέλα – παγίδα, από την οποία δεν ήταν εύκολο να ξεφύγει το βλέμμα του απρόσεκτου.
Αφού την προσπέρασαν, ο Σάββας, για να δοκιμάσει το μαθητή του, τον ρωτάει:
Πώς σου φάνηκε εσένα εκείνη ή νέα; Γιατί είχε, θαρρώ, ένα μονάχα μάτι.
Όχι, πάτερ, απάντησε ο δόκιμος. Είχε και τα δυο της μάτια.
Μήπως έχεις κάνει λάθος, παιδί μου; επέμεινε ο όσιος. Γιατί ήταν βγαλμένο, και μάλιστα κάπως αδέξια, το ένα μάτι της κοπέλας.
Ό δόκιμος δεν κατάλαβε πώς ή ερώτηση του σοφού (Σάββα) είχε σκοπό να τον δοκιμάσει, και πώς ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά εκείνο πού ζητούσε τάχα να μάθει. Γι’ αυτό του είπε:
Όχι, πάτερ. Απεναντίας, και τα δυο της μάτια ήταν λαμπερά πολύ και πανέμορφα.
και πώς το ξέρεις αυτό τόσο καλά, ώστε να το βεβαιώνεις με τέτοια σιγουριά; τον ρώτησε ο Σάββας. Μα την παρατήρησα επίμονα, γι’ αυτό ξέρω καλά πώς έχει και τα δυο της μάτια.
Αφού λοιπόν παγιδεύτηκε έτσι ο δόκιμος, ο θείος Σάββας άρχισε φανερά πια να τον ελέγχει.
Που πέταξες, του λέει, την παραγγελία, «μη επιστήσεις το σον όμμα προς αυτήν» (Παροιμ. 9:18) και «μη συναρπασθής από των αυτής βλεφάρων» (Παροιμ. 6:25);
Λοιπόν, δεν θα μένεις πια μαζί μου ούτε θα ξαναπατήσεις στο κελί μου, ώσπου να συνηθίσεις να μη φέρνεις γύρω τα μάτια σου, αλλά να τα έχεις κατεβασμένα στη γη.
Από το βίο της αγίας Συγκλητικής
Ή μακαριά Συγκλητική έλεγε στις συγκεντρωμένες αδελφές:
Καθεμιά μας πρέπει να γνωρίζει καλά την αποστολή της και να μη γλιστράει προς τα κάτω, αλλά να ζητάει πάντα τα υψηλότερα.
Δεν αγνοείτε, βέβαια, την παραβολή του Ευαγγελίου για τα εκατό και τα εξήντα και τα τριάντα (Ματθ. 13:8. Μάρκ. 4:8, 20). Λοιπόν, τα εκατό αφορούν τη δική μας ιδιότητα, (των μοναχών)• τα εξήντα αναφέρονται σ’ εκείνους πού ασκούνται στην εγκράτεια• και τα τριάντα, σ’ αυτούς πού ζουν με σωφροσύνη.
Είναι λοιπόν καλό να προχωράμε από τα τριάντα στα εξήντα. Είναι δηλαδή καλό να προκόβουμε από τα μικρότερα στα μεγαλύτερα. Απεναντίας, δεν είναι ακίνδυνο να πέφτουμε από τα μεγαλύτερα στα μικρότερα. Γιατί εκείνος πού μια φορά θα στραφεί στα χειρότερα, δεν μπορεί να σταθεί πια ούτε σ’ αυτά (σταθερός), αλλά κατρακυλάει ως τα βάθη της απώλειας.
Μερικές λοιπόν, πού υποσχέθηκαν (να ζήσουν με) παρθενία, παρασύρονται με το λογισμό τους, από αστάθεια προαιρέσεως, και «προφασίζονται προφάσεις εν αμαρτίαις» (πρβλ. Ψαλμ. 140:4), λέγοντας μέσα τους: Αν ζήσουμε με σωφροσύνη – (εγώ θα έλεγα), μάλλον με αφροσύνη – θα κερδίσουμε τουλάχιστον τα τριάντα. Αυτή όμως ή σκέψη είναι του εχθροί). Γιατί εκείνος πού πηγαίνει από τα ανώτερα στα κατώτερα, εμπαίζεται από τον εχθρό. Οποίος κάνει κάτι τέτοιο, λογαριάζεται σαν στρατιώτης πού λιποτάκτησε, και όχι σαν στρατιώτης πού προτίμησε να καταταχθεί σε κατώτερο στρατιωτικό σώμα. Δεν συγχωρείται λοιπόν, αλλά τιμωρείται, επειδή εγκατέλειψε το ανώτερο σώμα.
Πρέπει, επομένως, να προχωράμε συνεχώς από τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, «τα μεν οπίσω επιλανθανόμεναί», σύμφωνα με την αποστολική παραγγελία, «τοις δε έμπροσθεν έπεκτεινόμεναι» (πρβλ. Φιλιπ. 3:14), και να τηρούμε την απόλυτη σωφροσύνη πού μας επιβάλλει ή ιδιότητα μας. Γιατί και οι κοσμικές γυναίκες πιστεύουν ότι ζουν με σωφροσύνη, μαζί μ’ αυτήν όμως υπάρχει και αφροσύνη, αφού εκείνες αμαρτάνουν με όλες τις άλλες αισθήσεις. και κοιτάζουν αδιάντροπα και γελούν με αναίδεια… Εμείς ας τ’ αφήσουμε αυτά και ας ανέβουμε στα όψη των αρετών. Από τα μάτια μας ας διώξουμε κάθε μάταιο θέαμα• γιατί και ή Γραφή λέει, «οι οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν» (Παροιμ. 4:25). Άλλα και τη γλώσσα μας πρέπει να εμποδίζουμε από τα σχετικά αμαρτήματα• γιατί δεν είναι σωστό να λέει αισχρά λόγια (αυτή, πού είναι) το όργανο της υμνολογίας (του Θεού).
Αυτά θα μπορέσουμε να τα εφαρμόσουμε, αν δεν βγαίνουμε συχνά έξω από το μοναστήρι, αφού οι κλέφτες, κι αν ακόμα δεν το θέλουμε, μπαίνουν στην ψυχή μας μέσω των αισθήσεων. Γιατί πώς είναι δυνατόν να μη μαυρίσει ένα σπίτι από τον καπνό πού υπάρχει έξω, όταν ανοιχθούν οι πόρτες του;
Αναγκαστικά λοιπόν πρέπει ν’ αποφεύγουμε να πηγαίνουμε στην αγορά. Γιατί αν θεωρούμε βαρύ και άπρεπο το να δούμε γυμνούς τους γονείς ή τ’ αδέλφια μας, πόσο μάλλον θα είναι για μας βλαβερό να βλέπουμε στις πλατείες αυτούς πού έχουν ξεγυμνωθεί αδιάντροπα ή ν’ ακούμε αισχρόλογα; Μα και στα σπίτια μας ακόμα όταν κλειστούμε, ούτε και τότε πρέπει να είμαστε αμέριμνες, αλλά να βρισκόμαστε σε συνεχή επαγρύπνηση, όπως είναι γραμμένο (Ματθ. 26:41. Α’ Θεσ 5:6). Γιατί Όσο περισσότερο προσέχουμε να διατηρούμε τη σωφροσύνη μας, τόσο και με ερεθιστικότερους λογισμούς παλεύουμε. Όσο προκόβουν, βλέπετε, οι αθλητές, τόσο και ισχυρότερους αντιπάλους έχουν να αντιμετωπίσουν.
Κοίταξε λοιπόν πόσο προχώρησες, και δεν θα λιποψυχήσεις για τις παρούσες δυσκολίες. Νίκησες τη σωματική και έμπρακτη πορνεία; Ό εχθρός θα σε πολεμήσει με την πορνεία (πού διαπράττεται) μέσω των αισθήσεων. Όταν κι άπ’ αυτή φυλάξεις τον εαυτό σου, τότε θα φωλιάσει μέσα στο νου σου και θα σου κηρύξει τον αόρατο πόλεμο, παρουσιάζοντας σου όμορφα πρόσωπα και (θυμίζοντας σου) παλιές γνωριμίες, (πού είχες ξεχάσει).
Πρέπει, επομένως, να μην αποδεχόμαστε τις φανταστικές (αυτές) εικόνες. Γιατί λέει ή Γραφή: «Εάν πνεύμα του εξουσιάζοντας άναβή επί σε, τόπον σου μη αφής» (Έκκλ. 10:4). Ή συγκατάθεση μας στις φανταστικές πορνικές παραστάσεις είναι τόσο ενοχή, όσο και ή πορνεία για τους κοσμικούς. Γιατί λέει (πάλι) ή Γραφή: «Δυνατοί δυνατώς έτασθήσονται» (Σοφ. Σολ. 6:6).
Είναι λοιπόν μεγάλος ο αγώνας ενάντια στο δαιμόνιο της πορνείας. Αυτή είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο του εχθρού για την απώλεια μιας ψυχής. Αυτό εννοούσε και ο μακάριος Ιώβ, όταν έλεγε για το διάβολο, «ή δύναμις αυτόν έπ’ ομφαλού γάστρας» (Ιώβ 40:16).
Να γιατί πρέπει να βρισκόμαστε πάντα σε κατάσταση νίψεως, και, αφού καταλάβουμε καλά πόσο φοβερός είναι ο εχθρός, να φυλαγόμαστε από τις διάφορες επιβουλές του, επειδή, όπως είπα, και με τα εξωτερικά πράγματα μας πολεμάει και με τους εσωτερικούς λογισμούς μας χτυπάει, πολύ περισσότερο μάλιστα μ’ αυτούς.
Σε τούτον τον πόλεμο μας χρειάζονται επίπονη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή. Αυτά, βέβαια, μας προστατεύουν γενικά από κάθε κακό λογισμό. Συγκεκριμένα όμως εναντίον του ολέθριου αυτού εχθρού, (δηλαδή του δαίμονα της πορνείας), πρέπει να χρησιμοποιούμε και κάποιους ειδικούς συλλογισμούς, πολεμώντας τον με αντίθετες φαντασίες. Αν λ.χ. σχηματιστεί στη διάνοια μας ή εικόνα ενός ωραίου προσώπου, ο νους, με τη δύναμη του λογικού, ας καταστρέφει (νοερά) το είδωλο εκείνο• ας του βγάζει τα μάτια, ας του ξεσκίζει τις σάρκες από τα μάγουλα, ας του κόβει τα χείλια, και ας βλέπει στο έξης ένα αποκρουστικό σύμπλεγμα από γυμνά
κόκαλα. Και τότε ας σκεφτεί τι ήταν εκείνο πού ποθούσε. Ας αντικρίσει ακόμα ο νους Και το σώμα όλο του αγαπημένου (προσώπου) γεμάτο από κακοφορμισμένες Και δύσοσμες πληγές, να διαλύεται όπως τα σώματα των νεκρών. Ας δει, τέλος, καθεμιά μας, με τα μάτια της ψυχής της, Και τον ίδιο της τον εαυτό νεκρό.
Έτσι ο νους θα γεμίσει με αηδία, θα σβήσει τον πόθο προς εκείνο (το πρόσωπο, πού του προκαλεί σαρκική επιθυμία), θα μπορέσει να αναχαιτίσει τον εαυτό του από τη μάταιη πλάνη, αφού θα σκέφτεται πώς αυτό πού ποθούσε δεν ήταν τίποτε άλλο παρά αίμα και φλέγμα πού περιβάλλει τους ζωντανούς οργανισμούς, Και θ’ αποτραβηχτεί στο εξής από την ηδυπάθεια. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί κανείς να επιβληθεί εύκολα, με τη βοήθεια του Θεού, στις σαρκικές ηδονές.
Του αγίου Έφραίμ
Ν’ αντιμετωπίζεις με σκληρότητα το δαίμονα της πορνείας, σαν (να έχεις μπροστά σου) σκυλί, και να μη θελήσεις διόλου να παρασυρθείς από σχετικό λογισμό. Γιατί όπως από μια σπίθα φουντώνει ή φωτιά, έτσι κι από μια κακή ενθύμηση πληθαίνουν οι κακές επιθυμίες. Δίωξε λοιπόν μακριά σου την ανάμνηση τους με περισσότερη αηδία άπ’ σήν αισθάνεσαι για τη δυσοσμία του βούρκου.
Αν, καθώς εργάζεσαι, σε ενοχλήσει το πνεύμα της πορνείας, μη βαρεθείς να σηκώσεις τα χέρια σου σε προσευχή. Κι αν τότε σου επιτεθεί πιο άγρια, σήκω και προσευχήσου γονατιστός. Ή προσευχή πού θα κάνεις με πίστη, θα πολεμήσει για χάρη σου (το πονηρό πνεύμα).
Αν μας ενοχλεί ή σαρκική επιθυμία, ας σκύψουμε σ’ έναν τάφο και ας δούμε τα μυστήρια της φύσεως μας – σωρό τα οστά, το ένα πάνω στο άλλο, κρανία γυμνωμένα από τις σάρκες, κόκαλα, κόκαλα. Και βλέποντας τα, ας θεωρήσουμε πώς βλέπουμε σ’ εκείνα τους εαυτούς μας. Και ας στοχαστούμε τότε, που κατέληξαν ή
ανθηρή ομορφιά της ζωής αυτής και το ζωηρό χρώμα του προσώπου και ή υπόλοιπη ωραιότητα. Μ’ αύτη τη σκέψη θα σβηστεί ή φλόγωση της σάρκας.
Είναι δυνατόν όμως να πολεμήσουμε και με τη βοήθεια του Θεού να νικήσουμε αυτό το πάθος και με άλλους λογισμούς. Γιατί ο εχθρός, πού ενοχλεί συνεχώς τον αδελφό με την έξαψη (της σαρκικής επιθυμίας), του βάζει τέτοιους λογισμούς:
Ως πότε θα υπομένεις τον κόπο και την ενόχληση του πάθους; Ικανοποίησε μόνο μια φορά την επιθυμία σου, για να σου φύγει πια ο πόλεμος, και υστέρα μετανοείς. Δεν είναι δα και σπουδαίο πράγμα. Λίγης ώρας υπόθεση, και μετά πέρασε. Ό Θεός, από την άλλη, είναι φιλάνθρωπος και σπλαχνικός, και θα σε δεχθεί πάλι όταν μετανοήσεις».
Ό αδελφός τότε ας τον αντικρούσει με μιαν απάντηση σαν κι αυτή:
Εχθρέ του γένους μας και πολέμιε της σωτηρίας μας, με ρωτάς ως πότε θα υπομένω τον κόπο; Σου αποκρίνομαι: Ώσπου να δει ο Κύριος την ταπείνωση μου και τον κόπο μου, και να συγχωρήσει όλες τις αμαρτίες μου (Ψαλμ. 24:18)• ώσπου να μ’ ελευθερώσει, όπως τη χήρα (Λουκ. 18:1-8), από σένα, τον αντίδικο μου. Δεν ξέρεις, εξάλλου, διάβολε, πώς αν ένα θηρίο συνηθίσει να τρώει σάρκες, γίνεται όλο και πιο αιμοβόρο; Πώς λοιπόν μου βάζεις τη σκέψη, ότι αν μια φορά ικανοποιήσω την επιθυμία μου, δεν θα ξαναπολεμηθώ; Και ποιος με βεβαιώνει, ότι αν μολύνω το σώμα μου, θα βρω καιρό για να μετανοήσω, και δεν θα ριχθώ στην κόλαση μαζί με «τους εργαζομένους την ανομία» (Ψαλμ. 5:6); Γιατί ή ζωή μας πάνω στη γη είναι σκιά (πρβλ. Ιώβ 8:9). και τι δεν μπορεί να γίνει μέσα σε λίγη ώρα; «Αν πάρω ένα μαχαίρι και σχίσω τον εαυτό μου;… Γι’ αυτό ακριβώς λοιπόν δεν πρέπει να σ’ ακούσω, για να μη χάσω μέσα σε λίγη ώρα πλούτο αιώνιο και για να μη γίνω αιχμάλωτος σου, σκορπίζοντας μέσα σε μια στιγμή όσα μάζεψα τόσα χρόνια, φυλάγοντας με τόσους κόπους τις αρετές. Λες ακόμα ότι δεν είναι σπουδαίο πράγμα;
Άκουσε λοιπόν, εχθρέ και επίβουλε της ζωής μας, ποια τιμή
έχει οριστεί (από το Θεό) για όσους νίκησαν με την ευσέβεια τους τούτο το πάθος, πού εσύ ονομάζεις μικρό, και ποια τιμωρία έχει ετοιμαστεί για όσους νικήθηκαν άπ’ αυτό. Μήπως ο σώφρων Ιωσήφ δεν επαινείται άπ’ όλες τις γενιές και δεν δοξάζεται στον ουρανό και στη γη, επειδή νίκησε αυτό το πάθος (Γεν. 39:12), ενώ, απεναντίας, ή ντροπή της Αιγύπτιας χλευάζεται, καθώς κηρύσσεται σ’ όλο τον κόσμο; Το ίδιο άλλωστε δεν εγκωμιάζεται και ή μακαριά Σωσάννα άπ’ όλους μέχρι σήμερα κι ως τη συντέλεια του κόσμου, επειδή δεν υποχώρησε σ’ αυτή την επιθυμία, αλλά καταφρόνησε και το θάνατο ακόμα για να διατηρήσει τη σωφροσύνη της (Δαν., Σωσ:23); Οι πρεσβύτεροι όμως και οι κριτές (του λάου), πού θεωρούνταν ότι κυβερνούν το λαό, επειδή νικήθηκαν άπ’ αυτό το πάθος, θανατώθηκαν με λιθοβολισμό (Δαν., Σωσ.:62), αλλά (συνάμα) άφησαν και κακό όνομα στις γενιές πού ακολούθησαν.
Φύγε λοιπόν από κοντά μου, εργάτη της ανομίας και πολέμιε
των ψυχών! Ό Κύριος και Θεός, πού έδωσε στους ανθρώπους το
Πνεύμα Του το Άγιο, να σε επιτιμήσει και ν’ αχρηστέψει τα τεχνάσματα και τις παγίδες σου, γιατί παραμονεύεις σαν το λιοντάρι, θέλοντας να καταβροχθίσεις την ψυχή μου (πρβλ. Α’ Πετρ. 5:8). Ή γλυκύτητα σου είναι πίκρα και το ίσιωμα σου είναι βάραθρο πού οδηγεί στην απώλεια και τα δώρα σου είναι γεμάτα φθορά και θάνατο. Τι με παρακινείς να κάνω; Να αρνηθώ την τόση χάρη, πού πήρα από τον Κύριο μου, και να λυπήσω το Άγιο Πνεύμα, με το όποιο σφραγίστηκα για την ήμερα της απολυτρώσεως (Εφ. 4:30); Να κάνω τα μέλη του Χρίστου μέλη πόρνης (Α’ Κορ. 6:15) και να χάσω τον αγιασμό, χωρίς τον όποιο κανείς δεν θα δει τον Κύριο (Έβρ. 12:14); Να στερηθώ ακόμα την ατελεύτητη χαρά και δόξα του Κυρίου μου και να κληρονομήσω μαζί μ’ εσένα την άσβηστη φωτιά και τον ακοίμητο σκώληκα (Μάρκ. 9:48) και τις υπόλοιπες αιώνιες τιμωρίες, πού έχουν ετοιμαστεί από το Θεό για σένα και τους αγγέλους σου (Ματθ. 25:41); Αυτά με συμβουλεύεις να κάνω και να πάθω μέσα σε λίγη ώρα, και λες ότι δεν είναι τίποτα το πράγμα; Ξέρω καλά, πώς, αν σ’ ακούσω, εσύ θα τρέξεις να φέρεις
στον πατέρα σου, το σατανά, σαν ευχάριστη είδηση τη δική μου απώλεια, και θα χαρείς μαζί του για την πτώση μου• εγώ όμως θα παρουσιαστώ ντροπιασμένος μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου. «Όχι, δεν θα με πείσεις, διάβολε! Καλύτερα να μ’ ενοχλείς σαν σκυλί, παρά να γελάσεις έτσι σε βάρος μου. Γιατί «Κύριος στερέωμα μου και καταφυγή μου και αντιλήπτωρ της σωτηρίας μου• Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου και έπ’ αυτόν έλπιώ» (πρβλ. Ψαλμ. 17:3• 26:1) και θα σωθώ από τις παγίδες σου».
Έκτος άπ’ αυτά, αγαπητέ, να προβάλλεις εναντίον του το φόβο της γέεννας και την πικρότητα των βασανιστηρίων. Κι έτσι, με το φόβο εκείνης της φωτιάς θα μαραθεί μέσα σου ή φωτιά (της σαρκικής επιθυμίας).
Αν θέλεις, θα σου παρουσιάσω και μια μικρή εικόνα της τιμωρίας στη γέεννα, για να συμπεράνεις νοερά, άπ’ αυτό το μικρό παράδειγμα, πόσο μεγάλος και αφόρητος είναι εκείνος ο πόνος.
Δεν μπήκες ποτέ σε λουτρό; Δεν έχεις δει εκεί ανθρώπους, παραλυμένους από τη θερμότητα, να ρίχνονται (για ν’ ανακουφιστούν) στο δροσερό νερό; Σ’ εκείνη όμως τη φλόγα, πού μέλλει να δεχθεί τους αμαρτωλούς, ούτε δεξαμενή (με δροσερό νερό) βρίσκεται κοντά, ούτε πόρτα και έξοδος υπάρχει, ούτε φωτισμός, ούτε αέρας δροσερός. Ούτε κι αν βάλει κανείς τις φωνές, καθώς θα καίγεται από τη φλόγα, θα βρεθεί άλλος να τον βοηθήσει ή να τον παρηγορήσει. Γιατί είναι γραμμένο: «Η κρίσης άνέλεος τω μη ποιήσαντι έλεος» (Ίακ. 2:13).
Δεν έχεις δει ακόμα και το ίδιο το καμίνι, πού καίει κάτω άπ’ το λουτρό; Πόσο φόβο εμπνέει σ’ εκείνον πού θα το πλησιάσει μονάχα; Εκεί όμως, (στην κόλαση), κατακαίγονται από τη θεϊκή φωτιά οι ασεβείς, και οι, αμαρτίες τους φουντώνουν πιο πολύ τις φλόγες και τους κάνουν ανυπόφορη την τιμωρία. Γιατί είναι γραμμένο: «Θυμός και οργή, θλίψις και στενοχώρια επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατ εργαζομένου το κακόν» (Ρωμ. 2:8-9).
Αυτά λοιπόν, αδελφέ, να συλλογίζεσαι, και θα διαλυθεί από τη διάνοια σου ή επιθυμία της ηδονής, όπως διαλύεται το κερί από τη φωτιά. Φύλαγε τα μάτια σου και γύριζε τα άλλοι), για να μη βλέπουν μάταια πράγματα. Το μάτι, πού στρέφεται εδώ κι εκεί, είναι φοβερός προδότης. Γιατί με τις άλλες αισθήσεις ο νους πολεμείται μόνο όσο υπάρχει και ή αιτία πού τον προκαλεί• όταν όμως απομακρυνθεί ή αιτία ή συμβεί κάτι ενάντιο, τότε διώχνεται και φεύγει (από το νου) και ο πόλεμος. Απεναντίας, εκείνος (ο πόλεμος) πού προκαλείται από τα μάτια, είναι φοβερός όχι μόνο όσο είναι παρούσα ή αιτία, αλλά και όταν απουσιάζει και μάλλον περισσότερο θλίβει την ψυχή όταν απουσιάζει ή αιτία, παρά όταν είναι παρούσα, γιατί τότε ανάβει (πιο πολύ) την επιθυμία.
Τι εννοώ; Άκουσε κάποιος μελωδίες μουσικών, και πέρασε• έπειτα όμως άκουσε πένθιμες φωνές και μοιρολόγια, και με το θρήνο εξουδετερώθηκε ή μελωδία των μουσικών. Με τον ίδιο τρόπο, κάποιος δοκίμασε μέλι• έπειτα όμως δοκίμασε και κάτι πικρό, κι έτσι ή γλύκα του μελιού χάθηκε από την πικράδα πού την ακολούθησε. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την όσφρηση: Μύρισε κάποιος κάτι ευωδιαστό• έπειτα μύρισε και κάτι δύσοσμο, και ή ευφροσύνη της ευωδιάς διώχθηκε από την αηδία της δυσωδίας. Το ίδιο και με την αφή: Άγγιξε κάποιος κρύο νερό• έπειτα άγγιξε νερό βραστό, και ή θερμότητα του βραστού νερού μετρίασε την προηγούμενη ψυχρότητα (του κρύου νερού). Ό πόλεμος όμως του περιπλανώμενου ματιού κατακαίγει το νου με την επιθυμία, είτε είναι παρόν είτε απουσιάζει το αντικείμενο. και όχι μόνο αυτό, αλλά και με αισχρά όνειρα γεμίζει φαντασίες την καρδιά• γιατί οι δαίμονες, όταν βρουν πέρασμα και μπουν (στο νου) με το λογισμό, αναπαριστούν τον πειρασμό στη διάνοια. και απασχολώντας μ’ αυτόν το νου, τον παρασύρουν σε φιλήδονες σκέψεις. Γι’ αυτό λέει ή Γραφή: «Ρεμβασμός επιθυμίας μεταλλεύει νουν άκακον» (Σοφ. Σολ. 4:12). Γιατί στην ήττα των ματιών βρίσκεται ή αρχή της αμαρτίας, στην οποία οπωσδήποτε θα κατρακυλήσει σιγά-σιγά ο νους, αν δεν συνέλθει γρήγορα, καθώς βεβαίωσε και ο Κύριος: «Πάς ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμείσαι αυτήν ήδη έμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. 5:28). Αυτή ή μοιχεία ξεριζώνεται, αν έχουμε πάντα το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω και την ψυχή προς τα πάνω. Σε τούτο βοηθάει και ή εγκράτεια• γιατί αυτός, λένε, πού συγκρατεί την κοιλιά του, μπορεί να συγκρατήσει και το βλέμμα του. «Αν, τέλος, αποφεύγεις τα αισχρά λόγια, τότε θ’ αποφύγεις και τους ακάθαρτους λογισμούς.
Του αββα Ησαΐα
Αν βρίσκεσαι σε πόλη ή σε χωριό, τα μάτια σου ας βλέπουν προς τα κάτω, για να μην ξεσηκώσεις πολέμους εναντίον σου, όταν θα είσαι μόνος. «Αν σταθείς κάπου για να πιεις νερό ή καθίσεις για κάποια σοβαρή ανάγκη, μη χαλαρώσεις την προσοχή σου• θυμήσου ότι ο Θεός σε προσέχει. Όταν πρόκειται να κοιμηθείς, να είσαι ζωσμένος. και συνήθισε να μη βάζεις τα χέρια σου μέσα (από τα ρούχα σου), γιατί το σώμα έχει πολλά πάθη, πού εκτελούνται από την καρδιά.
Φυλάξου, να μην αιχμαλωτιστείς από τις αμαρτίες πού ήδη έκανες, για να μην ανανεωθούν μέσα σου. Φύλαξε τα μάτια σου, και ή καρδιά σου ας μην κοιτάζει πονηρά. Αυτός πού βλέπει άλλο πρόσωπο με ηδονική διάθεση, κάνει μοιχεία. Αν τραβάει την καρδιά σου ή ομορφιά κάποιου σώματος, θυμήσου τη δυσωδία του και θα ησυχάσεις. Αν σου είναι ποθητή πολύ ή ηδονή των γυναικών, σκέψου που βρίσκονται τώρα όσες ήδη πέθαναν, και θα βρεις ανάπαυση.
Πρόσεχε καλά, ώστε, όπως φυλάγεσαι από την πορνεία, έτσι να φυλάγεσαι και από τις επιθυμίες των ματιών, της ακοής, της γλώσσας και της αφής. Τα μάτια σου να είναι πάντα προσηλωμένα στον εαυτό σου και στη δουλειά σου. Να μην παρατηρήσεις άνθρωπο με περίεργη διάθεση, εκτός κι αν διαπιστώσεις ότι υπάρχει σοβαρή ανάγκη. Ωραία γυναίκα ή και άνδρα να μην κοιτάξεις χωρίς λόγο. Τ’ αυτιά σου μην τ’ αφήσεις ν’ ακούσουν λόγια ανώφελα. και το στόμα σου ας είναι κλειστό και ας μη μιλάει καθόλου, αν δεν είναι απαραίτητο.
Του αββά Κασσιανού
Τα άλλα πάθη κάνουν τη μάχη μόνο μέσα στην ψυχή• ο σαρκικός πόλεμος όμως είναι διπλός, γίνεται δηλαδή και στην ψυχή και στο σώμα. Γι’ αυτό πρέπει να παλέψουμε διπλά εναντίον του. Δεν είναι αρκετή ή σωματική νηστεία για την απόκτηση της τέλειας σωφροσύνης και της αληθινής αγνείας, αν δεν ακολουθούν και συντριβή καρδιάς και πολλή προσευχή στο Θεό και συχνή μελέτη των Γραφών και κόπος και χειρωνακτική εργασία. Αυτά μπορούν να περιορίζουν τις άτακτες ορμές της ψυχής και να την αποτρέπουν από τις αισχρές φαντασίες. Περισσότερο όμως άπ’ όλα βοηθάει ή ταπείνωση της ψυχής, χωρίς την οποία δεν θα μπορέσει κανείς να νικήσει ούτε την πορνεία ούτε τα άλλα πάθη.
Πρώτα-πρώτα λοιπόν πρέπει με κάθε προσοχή να φυλάει κανείς την καρδιά του (Παροιμ. 4:23) από ρυπαρούς λογισμούς. Γιατί από την καρδιά προέρχονται, όπως είπε ο Κύριος, πονηρές σκέψεις, φόνοι, μοιχείες, πορνείες και τα άλλα (Ματθ. 15:19). και ή νηστεία δεν μας έχει οριστεί μόνο για την κακοπάθεια του σώματος, αλλά και για την προσοχή του νου, για να μη σκοτιστεί δηλαδή (ο νους) από την πολυφαγία και χαλαρώσει την επιτήρηση των λογισμών. Πρέπει λοιπόν όχι μόνο στη σωματική νηστεία να βάζουμε όλη την επιμέλεια μας, αλλά και στην προσοχή των λογισμών και στην πνευματική μελέτη, χωρίς τα οποία είναι αδύνατον ν’ ανέβουμε στο ύψος της καθαρής αγνείας.
Ας φροντίζουμε λοιπόν να καθαρίζουμε πρώτα, όπως λέει ο Κύριος, «το εντός του ποτηριού και της παροψίδος, ίνα γένηται και το εκτός αυτών καθαρόν» (Ματθ. 23:26). Γιατί ο Γιατρός των ψυχών μας, γνωρίζοντας ότι ή αρρώστια βρίσκεται κρυμμένη στα βάθη της ψυχής, εκεί έβαλε και το φάρμακο, αφού ήξερε πώς εκεί υπάρχει και το νοσογόνο αίτιο. Γι’ αυτό είπε: «Πάς ο βλέπων γυναίκα προς το έπιθυμήσαι αυτήν ήδη έμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. 5:28). (και αυτό το είπε) για να διορθώσει όχι τόσο τα περίεργα και φιλήδονα μάτια, όσο την ψυχή, πού κατοικεί μέσα μας, και χρησιμοποιεί με κακό τρόπο τα μάτια, τα δοσμένα από το Θεό στον άνθρωπο για το καλό του. Γι’ αυτό και ή σοφή παροιμία δεν λέει «πάση φυλακή τηρεί σους οφθαλμούς», αλλά «πάση φυλακή τηρεί σήν καρδίαν» (Παροιμ. 4:23), βάζοντας έτσι το φάρμακο της προσοχής στην καρδιά, πού μεταχειρίζεται τα μάτια για ότι θέλει.
Αυτή λοιπόν ας είναι ή αρχή της καθάρσεώς μας• όταν έρθει στο νου μας ενθύμηση γυναίκας, ξεφυτρωμένη από τη διαβολική δολιότητα, είτε μητέρας είτε αδελφής είτε άλλων γυναικών, και ευλαβών ακόμα, αμέσως να τη διώξουμε από την καρδιά μας, μην τυχόν, αν επιμείνουμε πολύ σ’ αυτή την ενθύμηση, ο πλανευτής των ψυχών μας κυλήσει, μέσω των προσώπων αυτών, και ρίξει τη διάνοια μας μέσα στο γκρεμό των αισχρών και βλαβερών σκέψεων.
Έξαλλου και ή εντολή, πού δόθηκε από το Θεό στον πρωτόπλαστο, προστάζει να συντρίβουμε το κεφάλι του φιδιού (Γεν. 3:15), δηλαδή τις απαρχές των βλαβερών λογισμών, μέσω των οποίων επιχειρεί (το φίδι) να συρθεί μέσα στις ψυχές μας. Γιατί αν δεχθούμε το κεφάλι, πού θα είναι ή αρχική προσβολή του λογισμού, θα δεχτούμε και το υπόλοιπο σώμα του φιδιού, πού είναι ή συγκατάθεση στην ηδονή, και αυτό θα ρίξει στη συνέχεια τη διάνοια μας στην παράνομη πράξη. Πρέπει λοιπόν, όπως λέει ή Γραφή, «εις τάς πρωίας άποκτείνειν πάντας τους αμαρτωλούς της γης» (πρβλ Ψαλμ. 100:8), δηλαδή με το φως της γνώσεως να διακρίνουμε και να εξολοθρεύουμε τους αμαρτωλούς λογισμούς από τη γη, πού είναι ή καρδιά μας, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κυρίου. και μάλιστα τους πονηρούς αυτούς λογισμούς, πού ή Γραφή αποκαλεί γιους της Βαβυλώνας (βλ. Ψαλμ. 136:8, 9), (να τους εξολοθρεύουμε) όσο ακόμα βρίσκονται σε νηπιακή κατάσταση. Γιατί αν μεγαλώσουν με τη δική μας συγκατάθεση, τότε δεν θα νικηθούν χωρίς μεγάλο στεναγμό και κόπο.
Πρέπει ακόμα να γνωρίζουμε, ότι στον πόλεμο τούτο πολύ βοηθάει και ή αγρυπνία. Γιατί όπως ή προσοχή της ημέρας ετοιμάζει την αγιοσύνη της νύχτας, έτσι και ή κατά Θεό αγρυπνία της νύχτας ετοιμάζει στην ψυχή την καθαρότητα της ημέρας.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Από το βίο της αγίας Συγκλητικής. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Από το βίο της αγίας Συγκλητικής
Αρέσει σε %d bloggers: