ε΄Περί της νοεράς ησυχίας και της Καθαράς Προσευχής


Η προσευχή είναι δημιουργία δημιουργία υψηλοτάτη δημιουργία και ποίησις κατ’ εξοχήν.
… η προσευχή συμπίπτει προς τα στάδια της φυσικής αναπτύξεως του ανθρωπίνου πνεύματος }169} Πρώτη κίνησις του νοός είναι η προς τα έξω. Δευτέρα η εις εαυτόν επιστροφή, και τρίτη η κίνησις προς τον Θεόν δια του έσω ανθρώπου.
Εν συμφωνία προς την τοιαύτην τάξιν οι Άγιοι Πατέρες διακρίνουν τρεις τρόπους προσευχής: Ο πρώτος, ένεκα της ανικανότητος εισέτι του νοός να αναβαίνη αμέσως εις την καθαράν έννοιαν του Θεού, χαρακτηρίζεται εκ της «φαντασίας», ο δεύτερος εκ της «νοήσεως» και ο τρίτος εκ της καταδύσεως εις την «θεωρίαν». Κυρίως ορθήν και καρποφόρον οι Πατέρες θεωρούν την προσευχήν του τρίτου τρόπου αλλά .. θεωρούν και τους δύο πρώτους τρόπους φυσικούς και ωφελίμους εις τον καιρόν αυτών. Ταυτοχρόνως όμως υποδεικνύουν ότι εάν ο άνθρωπος μένη ικανοποιημένος εκ του πρώτου τρόπου προσευχής και καλλιεργή αυτόν εν τη ζωή αυτού τότε εκτός της στειρότητος εν τη προσευχή είναι δυνατόν να προκύψουν και σοβαρά πνευματικά νοσήματα. Όσον αφορά εις τον δεύτερον τρόπον προσευχής, καίτοι υπερβαίνει κατά πολύ τον πρώτον εις αξίαν όμως είναι ωσαύτως ολιγόκαρπος. Δεν εξάγει τον άνθρωπον εκ του αδιακόπου αγώνος προς τους λογισμούς και δεν οδηγεί αυτόν ούτε εις την απελευθέρωσιν εκ των παθών ούτε έτι πλείον εις την καθαράν θεωρίαν. Ο τρίτος ο τελειότερος τρόπος προσευχής είναι η στάσις του νοός εν τη καρδία κατά την οποίαν ο προσευχόμενος εκ βαθέων του είναι αυτού άνευ εικόνων και μορφών καθαρώ νοΐ παρίσταται τω Θεώ.
Το πρώτον είδος προσευχής κρατεί τον άνθρωπον εις διαρκή παραπλάνησιν εις τον κόσμον της φαντασιοκοπίας, της ονειροπολήσεως και εάν θέλητε της ποιητικής δημιουργίας. Το θείον και γενικώς παν πνευματικόν λαμβάνει διαφόρους φανταστικάς μορφάς, ύστερον δε }170} βαθμηδόν και η πραγματική ζωή καθίσταται κατά το μάλλον και ήττον έμπλεως στοιχείων εκ της σφαίρας της φαντασίας.
Κατά τον δεύτερον τρόπον προσευχής αι εσωτερικαί είσοδοι της καρδίας και του νοός είναι ανοικταί προς εύκολον διείσδυσιν παντός αλλοτρίου. Δυνάμει τούτου ο άνθρωπος ζη συνεχώς υποβαλλόμενος εις τας πλέον διαφόρους επιδράσεις εκ των έξω. Μη εννοών όμως τι ακριβώς συμβαίνει μετ’ αυτού αντικειμενικώς, ήγουν τίνι τρόπω αναφύονται εντός αυτού πάντες ούτοι οι λογισμοί και οι πόλεμοι, αποδεικνύεται ανίκανος να αντισταθή δεόντως εις την ορμήν των παθών. Κατ’ αυτό το είδος προσευχής ο άνθρωπος λαμβάνει ενίοτε χάριν και έρχεται εις αγαθήν κατάστασιν, αλλ’ εξ αιτίας της εσφαλμένης εσωτερικής αυτού καταστάσεως δεν δύναται να διαμένη σταθερώς εν αυτή. Αποκτήσας ωρισμένας θεολογικάς γνώσεις και σχετικώς ευσχήμονα διαγωγήν, ικανοποιημένος υπ’ αυτής της καταστάσεως, έλκεται βαθμηδόν προς την διανοητικήν θεολογίαν. Κατά το μέτρον δε της προόδου εις τούτο το είδος της θεολογίας δυσχεραίνεται ο εσωτερικός πόλεμος των λεπτών ψυχικών παθών, της κενοδοξίας και υπερηφανίας, επιδεινούται η απώλεια της χάριτος και εξασθενεί η προσευχή. Εν τη περαιτέρω εξελίξει αυτού ο τρόπος ούτος της προσευχής ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν του οποίου είναι η συγκέντρωσις της προσοχής εις τον εγκέφαλον, οδηγεί τον άνθρωπον μάλλον εις φιλοσοφικάς θεωρίας, αίτινες ωσαύτως ως και ο πρώτος τρόπος προσευχής εισάγουν τον νουν εις την σφαίραν των αφηρημένων εννοιών και της φαντασίας. Τω όντι τούτο το είδος της αφηρημένης νοητικής φαντασίας είναι ολιγώτερον αφελές και ολιγώτερον απομεμακρυσμένον της αληθείας, ή το πρώτον.
Ο τρίτος τρόπος προσευχής η ένωσις του νοός μετά της καρδίας, είναι εν γένει η φυσική θρησκευτική κατάστασις }171} του ανθρωπίνου πνεύματος, ποθουμένη, ζητουμένη, άνωθεν διδομένη. Την ένωσιν του νοός μετά της καρδίας αισθάνεται έκαστος όταν προσεύχηται προσεκτικώς «εκ καρδίας». Εις έτι μεγαλύτερον βαθμόν γνωρίζει ταύτην όταν έρχηται προς αυτόν η κατάνυξις και η γλυκεία αίσθησις της αγάπης του Θεού. Τα δάκρυα της κατανύξεως κατά την προσευχήν είναι πιστή ένδειξις ότι ο νους ηνώθη μετά της καρδίας και ότι η προσευχή εύρε τον πρώτον αυτής τόπον την πρώτην αναβαθμίδα της προς τον Θεόν αναβάσεως. Ιδού δια τι τοσούτον τιμάται η κατάνυξις υφ’ όλων των ασκητών. Ομιλούντες όμως, επί του προκειμένου, περί του τρίτου τρόπου προσευχής έχομεν υπ’ όψιν άλλο τι, μεγαλύτερον: νουν εν ευκτική προσοχή ιστάμενον εν τη καρδία.
Χαρακτηριστικόν αποτέλεσμα ή ιδίωμα της τοιαύτης κινήσεως και εγκατοικήσεως του νοός εις τα έσω είναι η διακοπή της ενεργείας της φαντασίας και η απαλλαγή του νοός από πάσης εικόνος ευρισκομένης εν αυτώ. Τότε ο νους γίνεται όλος ακοή και όρασις, και βλέπει και ακούει πάντα λογισμόν πλησιάζοντα έξωθεν, πριν ή ούτος διεισδύση εις την καρδίαν. Κατά την τέλεσιν της προσευχής αυτής ο νους ουχί μόνον δεν επιτρέπει την είσοδον λογισμών εις την καρδίαν, αλλά και απωθεί αυτούς και ο ίδιος τηρείται από της μετ’ αυτών κράσεως. Ούτως επιτυγχάνεται η καταστολή της ενεργείας παντός πάθους εν τη εμβρυώδει καταστάσει αυτού εν αυτή τη γενέσει αυτού. Το ζήτημα τούτο είναι άκρως βαθύ και περίπλοκον, ημείς δε ενταύθα προτιθέμεθα να δώσωμεν μόνον την πλέον στοιχειώδη σκιαγραφίαν. }172}
Το πρωταρχικόν στάδιον μορφοποιήσεως είναι η εμφάνισις εντός του εσωτερικού «οπτικού» πεδίου του ανθρώπου «εικόνος» τινος. Καθ’ όσον τούτο δεν εξαρτάται εκ της θελήσεως του ανθρώπου δεν λογίζεται εις αμαρτίαν. Αι εικόνες εν άλλαις μεν περιπτώσεσι φέρουν χαρακτήρα μάλλον εποπτικόν, εν άλλαις δε κυρίως νοητικόν συχνότερον δε μικτόν. Εφ’ όσον όμως και αι εποπτικαί εικόνες έλκουν οπίσω αυτών ταύτην ή εκείνην την σκέψιν, πάσαι αι εικόνες καλούνται υπό των ασκητών «λογισμοί».
Εις τον απαθή άνθρωπον ο «κυρίαρχος» νους ως γνωστική του είναι δύναμις δύναται να προσηλώση την προσοχήν αυτού επί του προσερχομένου λογισμού μένων πλήρως ελεύθερος εκ της εξουσίας αυτού. Αλλ’ εάν εντός του ανθρώπου υπάρχη «τόπος», κατάλληλον έδαφος, ευνοϊκόν προς το περιεχόμενον εις τον λογισμόν πνεύμα, τότε η ενέργεια αυτού του τελευταίου επιδιώκει να καταλάβη βιαίως τον ψυχικόν κόσμον του ανθρώπου. Επιτυγχάνει δε τούτο προκαλούσα εις την προδιατεθειμένην προς το πάθος ψυχήν αίσθημα ηδονής, ίδιον του ενός ή άλλου πάθους. Εις αυτήν ακριβώς την ηδονήν συνίσταται ο «πειρασμός». Εν τούτοις και η στιγμή αύτη της ηδονής καίτοι μαρτυρεί περί της ατελείας του ανθρώπου, όμως δεν λογίζεται εις αμαρτίαν. Είναι απλώς η «πρότασις» αυτής.
Η περαιτέρω εξέλιξις του εφαμάρτου λογισμού εν αδραίς γραμμαίς δύναται να χαραχθή ως εξής: Η προτεινόμενη εμπαθής ηδονή προσελκύει την προσοχήν του νοός. Στιγμή άκρως σοβαρά και υπεύθυνος διότι η ένωσις του νοός μετά του λογισμού αποτελεί την ευνοϊκήν προϋπόθεσιν δια την ανάπτυξιν του τελευταίου. Εάν δια τινος εσωτερικής βουλητικής πράξεως ο νους δεν αποκοπή από της προτεινομένης ηδονής, αλλά παρατείνει την εν αυτή διαμονήν αυτού δια της προσοχής τότε εμφανίζεται }173} η συμπάθεια προς αυτήν και άρχεται η ευνοϊκή μετ’ αυτής συνομιλία εξ ής έπεται ο «συνδυασμός», όστις δύναται να εξελιχθή εις την πλήρη και ενεργητικήν «συγκατάθεσιν». Ακολούθως η συνεχώς αυξανομένη ηδονή δύναται πλέον να δεσπόση του νοός και της θελήσεως του ανθρώπου όπερ λέγεται «αιχμαλωσία». Μετά τούτο πάσαι αι δυνάμεις του αιχμαλωτισθέντος υπό του πάθους κατευθύνονται προς την κατά το μάλλον και ήττον αποφασιστικήν έργω πραγματοποίησιν της αμαρτίας, εάν δεν υπάρχουν προς τούτο εξωτερικά εμπόδια, ή επί παρουσία εμποδίων, προς την αναζήτησιν δυνατότητος της τοιαύτης πραγματοποιήσεως.
Η παρομοία αιχμαλωσία δύναται να μείνη μοναδική και ποτέ πλέον να μη επαναληφθή εάν ήτο αποτέλεσμα απλώς απειρίας αγωνιζομένου ασκητού. Εάν όμως αι αιχμαλωσίαι επαναλαμβάνωνται οδηγούν πλέον εις την «έξιν» του πάθους, οπότε πάσαι αι φυσικαί του ανθρώπου δυνάμεις αρχίζουν να δουλεύουν εις το πάθος αυτό.
Πάντως από της στιγμής της αμφιταλαντεύσεως της θελήσεως υφίσταται το στοιχείον της αμαρτίας και οφείλει ο άνθρωπος να μετανοήση ίνα μη απολέση την χάριν.
Ο πνευματικώς αδόκιμος συναντάται συνήθως μετά του εφαμάρτου λογισμού όταν ο τελευταίος απαραιτήτως έχη διέλθει τας πρώτας φάσεις της εξελίξεως αυτού και έχη ήδη αποκτήσει ωρισμένην δύναμιν, έτι δε πλέον όταν εγγίζη ο κίνδυνος της έργω τελέσεως της αμαρτίας. Ούτω προς αποφυγήν της αμαρτίας είναι ανάγκη να εγκατασταθή ο νους δια προσευχής εντός της καρδίας. Τούτο είναι απαραίτητον δι’ εκείνον όστις επιθυμεί να }174} στερεωθή εις την πνευματικήν ζωήν δια της αληθούς μετανοίας, διότι ως ελέχθη ανωτέρω η αμαρτία αναχαιτίζεται δια της τοιαύτης εσωτερικής στάσεως του νοός εν αυτή τη συλλήψει αυτής.
… συν τω χρόνω ο ασκητής δύναται να μελετήσει τον χαρακτήρα εκάστου λογισμού μέχρι καταπληκτικής λεπτότητος τοσούτον ώστε αν και δεν διαπράττη έργω την αντίστοιχον αμαρτίαν μανθάνει την ενέργειαν εκάστου πάθους πολύ βαθύτερον και λεπτότερον ή ο κατεχόμενος υπ’ αυτού. Ο τελευταίος δύναται να παρατηρή εις εαυτόν και εις άλλους τας εκδηλώσεις της ενεργείας εκείνου ή του άλλου πάθους αλλά ίνα κατορθώση βαθυτέραν γνώσιν αυτού είναι απαραίτητον να φθάση μέχρις εκείνου του πνευματικού τόπου, ένθα διαμένει ο προσευχόμενος κατά τον τρίτον τρόπον, και ούτω βλέπει παν πάθος εν τη εμβρυώδει φάσει αυτού.
Ο ασκητής κλείων τας εις την καρδίαν εισόδους, τοποθετών εκεί ως φρουρόν τον απηλλαγμένον φαντασίας και διαλογισμών αλλά καθωπλισμένον δια της προσευχής και του ονόματος του Ιησού Χριστού νουν εισέρχεται εις αγώνα κατά πάσης επιδράσεως έξωθεν, εκ της κοσμικής σφαίρας εκπορευομένης. Εις τούτο έγκειται η ουσία της νοεράς νήψεως, ήτις σκοπόν έχει τον υπέρ απαθείας αγώνα. }175}
Δια της υποταγής του θελήματος αυτού εις τον λογισμόν ο άνθρωπος εξομοιούται πνευματικώς και ταυτίζεται προσέτι μετ’ εκείνου του πνεύματος, του οποίου η ενέργεια περιέχεται εις τον λογισμόν. Αποδεχόμενος εν τη ψυχή εμπαθή λογισμόν όστις κατά το πλείστον είναι αποτέλεσμα δαιμονικής επιδράσεως ο άνθρωπος γίνεται όργανον δαιμονικής ενεργείας. }176}
Ενίοτε εν βαθεία προσευχή συμβαίνει τι δυσκόλως εξηγούμενον. Πλησίον του νοός διέρχονται φωτοφόροι εμφανίσεις, αίτινες προσπαθούν να ελκύσουν προς εαυτάς την προσοχήν αυτού. Εάν ο νους δεν δίδη εις αυτάς προσοχήν, τότε επιμένουν, ως να λέγουν: «Θα φέρω εις σε σοφιάν και σύνεσιν και εάν δεν με αποδεχθής τότε ίσως ποτέ πλέον δεν θα δυνηθής να με ίδης». Ο έμπειρος όμως νους κατ’ ουδένα τρόπον προσέχει εις αυτάς και αύται φεύγουν ουχί μόνον ως απαράδεκτοι αλλά και ως μη εγνωσμέναι. Ο νους ουδόλως γνωρίζει ασφαλώς αν ήτο πονηρός εχθρός ή καλός άγγελος. Γνωρίζει όμως εκ πείρας ότι εάν προσηλώση την προσοχήν αυτού εις την προτεινόμενην φωτοφόρον σκέψιν, δύναται να απολέση την προσευχήν και ύστερον μετά μεγάλου κόπου αναζητεί αυτήν. Η πράξις έδειξεν ότι κατά την ώραν της προσευχής απαιτείται τελεία εγκράτεια, έτι δε και από των καλών σκέψεων, διότι άλλως ο νους συναντάται μετά της ατέρμονος εξελίξεως του λογισμού και ως έλεγεν ο Γέρων «καθαρός δεν εξέρχεται». Η απώλεια της καθαράς προσευχής είναι ζημία δι’ ουδενός ανταμειβομένη. }177}
Αρχή της οδού προς την καθαράν προσευχήν είναι ο αγών κατά των παθών. … Η καρδία ελευθερουμένη εκ του σκοτασμού των παθών, άρχεται να βλέπη παν το πνευματικόν εναργέστερον σαφέστερον, μέχρις επιβλητικής καταφανείας.
Προτιμητέα είναι υπό του μοναχού η οδός αύτη ή η της επιστημονικής θεολογίας. Υφίσταται βεβαίως η δυνατότης και μέσω της αφηρημένης φιλοσοφικής θεωρίας να φθάση τις μέχρι της κατανοήσεως του ανεφαρμόστου επί του Θεού των εμπειρικών ημών εννοιών και καταλήψεων, και ούτως εις την επίτευξιν της καταστάσεως εκείνης κατά την οποίαν ο νους άρχεται να «σιωπά» (ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ) Όμως η «σιωπή του νοός» του θεολόγου-φιλοσόφου ευρίσκεται μακράν του να είναι πάντοτε γνησία θεωρία του Θεού, έστω και αν ούτος πλησιάζη τα όρια αυτής.
Η επίτευξις της αληθούς θεωρίας άνευ της καθάρσεως της καρδίας είναι αδύνατος. }178}
Ο νους ενούμενος μετά της καρδίας διαμένει ως ελέχθη ανωτέρω εις τοιαύτην στάσιν ήτις επιτρέπει εις αυτόν να παρατηρή πάσαν κίνησιν συμβαίνουσαν εν τη «σφαίρα του υποσυνειδήτου».
Ιστάμενος εντός της καρδίας ο νους διακρίνει τας εμφανιζομένας πέριξ αυτού εικόνας και επιδράσεις, εξερχομένας εκ του κοσμικού είναι και αποπειρωμένας να κατακυριεύσουν της καρδίας και του νοός του ανθρώπου. Υπό την μορφήν του λογισμού, του συνδεομένου μετ’ εκείνης ή της άλλης εικόνος αντιστοίχως, συνοδεύεται ενέργεια εκείνου ή του άλλου πνεύματος. Η επίθεσις των έξωθεν επερχομένων λογισμών είναι άκρως βιαία και ίνα μειωθεί η έντασις αυτής ο μοναχός υποχρεούται κατά την διάρκειαν της ημέρας να μη ανεχθή ουδέ μίαν εμπαθή βλέψιν, να μη επιτρέψη εις εαυτόν «προσπάθειαν» εις ό,τιδήποτε αλλά συνεχώς να επιδιώκη να φέρη τον αριθμόν των εξωτερικών εντυπώσεων μέχρι του εσχάτου δυνατού ελαχίστου. Άλλως την ώραν της εσωτερικής νοεράς προσευχής παν το αποτυπωθέν επιτίθεται κατά της καρδίας ως άκρατος μαχητική παράταξις και επιφέρει μεγάλην σύγχυσιν.
Το εκζητούμενον δια της ασκήσεως ταύτης είναι η }179} αδιάκοπος ευκτική εν τη καρδία προσοχή. Και όταν μετά παρέλευσιν πολλών ετών τοιαύτης πράξεως της δυσκολωτάτης πασών των άλλων ασκήσεων, λεπτυνθή η πνευματική αίσθησις της καρδίας ο δε νους εκ του πολλού πένθους λάβη την δύναμιν να απωθή πάσαν προσβολήν των εμπαθών λογισμών, τότε η ευκτική κατάστασις γίνεται αδιάλειπτος και η αίσθησις του Θεού παρόντος και ενεργούντος αποκτά μεγάλην δύναμιν και ενέργειαν.
Η οδός των «αρεοπαγιτικών», τ.ε. η οδός της φιλοσοφικής και επιστημονικής θεολογίας είναι διάφορος. Κατ’ αυτήν επικρατεί η διανόησις και ουχί η προσευχή. Οι πορευόμενοι ταύτην ουχί σπανίως απατώνται, διότι ευχερώς επιτυγχάνοντες την διανοητικήν αφομοίωσιν, εισέτι και των αποφατικών μορφών της θεολογίας, ικανοποιούνται δια της διανοητικής ηδονής, της οποίας λαμβάνουν γεύσιν τινα. Μη αποδίδοντες την οφειλομένην προσοχήν εις τα ακυριάρχητα εισέτι πάθη, φαντάζονται ότι επέτυχον εκείνο περί του οποίου γίνεται λόγος εν τοις έργοις του «Αρεοπαγίτου», ενώ εις την συντριπτικήν πλειοψηφίαν των περιπτώσεων, συλλαμβάνοντες την λογικήν δομήν του θεολογικού αυτού συστήματος, δεν επιτυγχάνουν όντως του Ζητουμένου, του Ενός, «ού μόνον εστί χρεία».
Την ουσίαν της «ιεράς ησυχίας» έβλεπεν ο Γέρων ουχί εις τον εγκλεισμόν, ουδέ εις την προς την έρημον αναχώρησιν αλλ’ εις την διηνεκή εν τω Θεώ διαμονήν.
… η έγκλειστος ζωή και η απομάκρυνσις εις την έρημον καθ’ εαυτήν ουδέν έτερον είναι ει μη βοηθητικά μέσα και ουδόλως σκοπός. Δύνανται }180} … να ευνοήσουν την καθαράν προσευχήν, αλλά μόνον εις την περίπτωσιν κατά την οποίαν αύτη η απομάκρυνσις εγένετο κατ’ ευδοκίαν Θεού, και ουχί κατά το ίδιον θέλημα προς αναζήτησιν ανωτέρας δήθεν ζωής. Αλλέως, και ο εγκλεισμός και η έρημος και πάσα άλλη άσκησις μένουν άκαρποι, διότι η ουσία της ζωής ημών δεν έγκειται εις την αυτόβουλον άσκησιν, αλλ’ εις την υπακοήν του θελήματος του Θεού.
Πολλοί νομίζουν ότι ο υψηλότερος τρόπος ζωής είναι η ησυχία εν τη ερήμω, άλλοι θεωρούν ως τοιούτον τον εγκλεισμόν, τινές προτιμούν την δια Χριστόν «μωρίαν», άλλοι πάλιν την ποιμαντικήν διακονίαν ή το επιστημονικο-θεολογικόν έργον κ.τ.λ. Ο Γέρων εθεώρει ότι ουδέν των ειδών τούτων της ασκήσεως συνιστά καθ’ εαυτό τον υψηλότερον τρόπον πνευματικής ζωής, αλλ’ έκαστον είδος εξ αυτών δύναται να αποβή τοιούτος τρόπος δι’ εκείνο ή το άλλο πρόσωπον, εάν συμφωνή προς το θέλημα του Θεού περί του δοθέντος προσώπου. Το θέλημα δε του Θεού δι’ έκαστον άνθρωπον δύναται να είναι διάφορον.
Αλλ’ οιονδήποτε ήθελεν είναι το θέλημα του Θεού … εις πάσας τας περιπτώσεις μένει υποχρεωτική η εκζήτησις της καθαράς προσευχής.
Καθαράν προσευχήν ο Γέρων εθεώρει εκείνην ήτις προσφέρεται μετά κατανύξεως, ίδιον της οποίας είναι ότι και η καρδία και ο νους ζουν εν συμφωνία τας λέξεις της προφερομένης προσευχής, απηλλαγμένης παντός ξένου προς αυτήν στοιχείου. Τούτο το είδος προσευχής είναι κατά το μάλλον και ήττον γνωστόν εις πλείστους πιστούς, εις σπανίας όμως περιπτώσεις οδηγεί εις την τελείαν προσευχήν.
Άλλο είδος καθαράς προσευχής είναι εκείνο κατά }181} το οποίον ο νους μένει έγκλειστος εν τη καρδία και εκεί εκτός σκέψεων και εικόνων μελετά εν τη μνήμη το Όνομα του Θεού. Η προσευχή αύτη συνδέεται μετά συνεχούς αγώνος είναι ενέργεια εξαρτωμένη εν μέρει εκ της προαιρέσεως του ανθρώπου· είναι έργον εργασία ασκητική. Πάντα όσα ελέχθησαν ανωτέρω περί του θαυμαστού τούτου τρόπου της νοεράς προσευχής –ότι δίδει την δυνατότητα να ίδη τις τον λογισμόν, πριν ή ούτος εισέλθη εις την καρδίαν, ή συμβατικώς εκφραζόμενοι, να ελέγχη τα βάθη του υποσυνειδήτου, να ελευθερούται εκ της ταραχής, εις την οποίαν κρατείται ο άνθρωπος εξ αιτίας της συνεχούς εμφανίσεως παντοειδών επιδράσεων εκ της σκοτεινής περιοχής του υποσυνειδήτου, ορθότερον της βαθείας αβύσσου της αμαρτωλού κοσμικής ζωής– συνιστούν την αρνητικήν μάλλον άποψιν της εργασίας αυτής. Η θετική άποψις υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην ιδέαν.
Ο Θεός Φως εστιν απρόσιτον. Η ύπαρξις Αυτού είναι υπεράνω πάσης εικόνος ουχί μόνον υλικής αλλά και νοητής. Δια τούτο εν όσω ο νους του ανθρώπου ασχολείται περί την διανόησιν, τας λέξεις τας εννοίας τας εικόνας δεν επιτυγχάνει την τελειότητα της προσευχής.
Η κτιστή ανθρωπίνη υπόστασις παρισταμένη ενώπιον του Υποστατικού Θεού, ο κτιστός ανθρώπινος νους παριστάμενος «Νοΐ τω Πρώτω» τότε μόνον φθάνει την αληθώς καθαράν και τελείαν προσευχήν όταν εξ αγάπης προς τον Θεόν εγκαταλείπη οπίσω αυτού παν κτίσμα ή ως ηγάπα να λέγη ο Γέρων, όταν επιλανθάνηται τελείως του κόσμου και του ιδίου σώματος ούτως ώστε να μη γνωρίζη πλέον ο άνθρωπος εάν είναι εν σώματι ή εκτός του σώματος κατά την ώραν της προσευχής.
Τοιαύτη κυρίως ειπείν καθαρά προσευχή είναι σπάνιον δώρον του Θεού. Ουδόλως εξαρτάται εκ της ανθρωπίνης μόνον προσπαθείας, αλλ’ έρχεται δύναμις Θεού }182} και μετά τινος ακαταλήπτου πραότητος και ανεκλαλήτου τρυφερότητος μεταφέρει τον άνθρωπον εις τον κόσμον του Θείου φωτός, ή ίνα είπωμεν καλύτερον εμφανίζεται το Θείον φως και εν αγάπη περιπτύσσεται τον όλον άνθρωπον, ούτως ώστε αυτός ουδέν πλέον δύναται να ενθυμηθή ουδέν να σκεφθή.
Έχων υπ’ όψιν αυτήν την τελευταίαν προσευχήν ο Γέρων έλεγεν:
«Όστις προσεύχεται καθαρώς εκείνος είναι θεολόγος».
Νους μηδέποτε γευθείς της καθαρότητος νους μηδέποτε θεασάμενος το αιώνιον Θείον Φως, όσον και αν ελεπτύνθη εν τη διανοητική αυτού εμπειρία, αφεύκτως υπόκειται εις την φαντασίαν και αποπειρώμενος να γνωρίση το Θείο ζη δι’ εικασιών και κατασκευάζει επινοήματα, άτινα, δυστυχώς, ουχί σπανίως εκλαμβάνει ως αληθείς αποκαλύψεις και θεοπτίας, μη αντιλαμβανόμενος το σφάλμα αυτού. }183}
Εν τη ασκητική πείρα της καθαράς προσευχής ο νους απεκδυθείς πάσαν εικόνα και έννοιαν αξιούται κατόπιν βαθείας μετανοίας και πολλών δακρύων, της αυθεντικής θεοπτίας. }184}
Ο υπερήφανος άνθρωπος οιασδήποτε μεθόδους και αν μετέλθη δεν θα αξιωθή της αληθινής θεοκοινωνίας. Δια της επιθυμίας του ανθρώπου ο νους δεν ενούται μετά της «βαθείας καρδίας». Εάν δε εισδύση έστω και κατά τι εις την καρδίαν τότε βλέπει εαυτόν μόνον την κτιστήν αυτού ωραιότητα, ήτις είναι μεγαλειώδης, επειδή εκτίσθη κατ’ εικόνα Θεού, αλλά τον Θεόν τον αληθινόν δεν ευρίσκει.
Η ανθρωπολογία του Γέροντος δύναται να εκφρασθή δια των λόγων των Οσίων Μακαρίου του Αιγυπτίου και Ισαάκη του Σύρου, τα έργα των οποίων εγνώριζεν άριστα.
… ο νους ιστάμενος ευκτικώς εν τη καρδία βλέπει εκείθεν πάντα πλησιάζοντα λογισμόν, πριν ή ούτος εισέλθη εντός, … }186}
Είναι όμως δυνατή και έτι βαθυτέρα τις κατάβασις του νοός εις την καρδίαν. Όταν κατ’ ενέργειαν Θεού συνενούται ο νους μετά της καρδίας κατά τοιούτον τρόπον ώστε να απεκδύηται θετικώς πάσαν εικόνα και έννοιαν, ενώ ταυτοχρόνως αι είσοδοι της καρδίας κλείονται εις παν αλλότριον, τότε η ψυχή εισέρχεται εις «γνόφον» όλως ιδιαιτέρας τάξεως, και κατόπιν αξιούται αφάτου παραστάσεως ενώπιον του Θεού καθαρώ νοΐ.
Και όμως υπάρχει τι έτι ανώτερον: κατάστασις κατά την οποίαν ο άνθρωπος υπαρξιακώς και μετ’ ακαταμαχήτου οφθαλμοφανείας κοινωνεί της αιωνίου ζωής και της ανεκφράστου εν τω Θεώ αναπαύσεως. Αλλ’ εάν ο Κύριος, κατά τας μόνον εις Αυτόν γνωστάς βουλάς, ευδοκήση να παρατείνη την ζωήν του ανθρώπου επί της γης η τοιαύτη κατάστασις δεν διαρκεί επί πολύ. Και επιστρέφει ούτος εκ νέου εις τον κόσμον, δεόμενος ως ο Πέτρος επί του Θαβώρ: }187}
… ο χρόνος είναι ο τρόπος της κτιστής της διηνεκώς γιγνομένης και εξελισσομένης εν τη κινήσει αυτής υπάρξεως ακαταλήπτως εκ του μηδενός δημιουργουμένης υπό του Θεού. Ο δε δεύτερος, ήτοι η αιωνιότης, είναι ο τρόπος της Θείας υπάρξεως, εις την οποίαν αι έννοιαι της εκτάσεως και της ακολουθίας δεν εφαρμόζονται. Η αιωνιότης είναι μοναδική ανέκτατος ακαταλήπτου πληρώματος ενέργεια (actus) του Θείου Είναι, όπερ, όν υπερκόσμιον, ανεπεκτάτως περιβάλλει πάσας τας εκτάσεις του κτιστού κόσμου. … Η αιωνιότης δεν είναι τι το αφηρημένον ή καθ’ εαυτό υπάρχον, αλλ’ ο Ίδιος ο Θεός εν τη υπάρξει Αυτού. Όταν ο άνθρωπος κατά την ευδοκίαν του Θεού λαμβάνη την δωρεάν της χάριτος τότε ως κοινωνός Θείας ζωής, γίνεται ουχί μόνον αθάνατος εν τη εννοία της ατελευτήτου παρατάσεως της ζωής αυτού αλλά και άναρχος, διότι εκείνη η σφαίρα της Θείας υπάρξεως εις την οποίαν εισήχθη δεν είχει ούτε αρχήν ούτε τέλος. }188}
Της οράσεως προηγούνται μεγάλα παθήματα, βαθύ πένθος και ζέοντα δάκρυα μετανοίας, κατακαίοντα την σωματικήν, ψυχικήν και πνευματικήν υπερηφανίαν εν τοις ενδομύχοις του ανθρώπου. }189}
Η αγιότης δεν είναι έννοια ηθική αλλ’ οντολογική. Άγιος δεν είναι εκείνος όστις είναι άμεπτος κατά την ανθρωπίνην ηθικήν ή κατά το φαινόμενον της πολιτείας αυτού, υπό την έννοιαν της ασκήσεως ή εισέτι και της προσευχής, αλλ’ εκείνος όστις κατέστη φορεύς του Πνεύματος του Αγίου. Μόνος ο Θεός είναι Αλήθεια και Ζωή, και οι κοινωνοί του Αγίου Πνεύματος γίνονται ζωντες και αληθινοί, ενώ οι μακρυνόμενοι από του Θεού αποθνήσκουν πνευματικώς και πορεύονται εις το «σκότος το εξώτερον». }190}
Τούτο δε το σκότος δεν είναι εκείνο το «μηδέν», εκείνο το μη όν εξ ού εκλήθη ο άνθρωπος εις την ύπαρξιν. Πρόκειται περί καταστάσεως του λογικού κτίσματος, όντος ανεκμηδενίστου κατά την ουσίαν αυτού. Αλλ’ η αγάπη του Θεού και εις τον άδην περιβάλλει τους πάντας ούσα όμως χαρά και αγαλλίασις δια τους αγαπώντας τον Θεόν, γίνεται βάσανος δια τους μισούντας Αυτόν.
Η πείρα της πτώσεως και των παθημάτων αποκαλύπτει την ιδίαν τραγωδίαν και εις πάντα άνθρωπον. Η πείρα της προσωπικής αθανασίας καθιστά αυτόν ικανόν να βλέπη και εις πάντα άλλον άνθρωπον τον αθάνατον αδελφόν. Η ζώσα πείρα της αιωνιότητος και της εσωτερικής θεωρίας του Θεού έξω της κτίσεως πληροί κατ’ ανεκλάλητον τρόπον την ψυχήν μετ’ αγάπης προς τον άνθρωπον και προς παν κτίσμα.
Κατά τον χρόνον της θείας εποπτείας ο κόσμος κατά την έκφρασιν }191} του Γέροντος, «εντελώς λησμονείται». Η ώρα της θεωρίας ουδόλως είναι ώρα στοχασμού. Η συνήθης διαλεκτική σκέψις παύει. Η ενέργεια του νου συνεχίζεται ως ενέργεια όμως όλως ιδιαιτέρου είδους. Και είναι εκπληκτικόν ότι εκείνη η αορασία κατά την μείωσιν της εντάσεως αυτής λαμβάνει μορφήν σκέψεων και αισθημάτων …
Οι λογισμοί δύνανται να είναι φυσικοί υπό τας συνθήκας του επιγείου βίου, αλλά δύνανται να είναι και αποτελέσματα δαιμονικών επιδράσεων. Υποπίπτων εις δαιμονικήν επίδρασιν ο άνθρωπος υφίσταται ήτταν της καθ’ ομοίωσιν Θεού ελευθερίας αυτού, και ως εκ τούτου στερείται της θείας ζωής. Η τοιαύτη κατάστασις ονομάζεται «πάθος». Δια του όρου τούτου }192} εκφράζεται αφ’ ενός μεν η ιδέα της παθητικότητος υπό την έννοιαν της νωθρότητος και της δουλείας, αφ’ ετέρου δε η ιδέα του πάσχειν υπό την έννοιαν του ολέθρου και του θανάτου. … Ο «δούλος της αμαρτίας» δεν δύναται να έχη ζώσαν συνείδησιν του μεγαλείου της θεομόρφου ελευθερίας του ανθρώπου ως υιού του Θεού.
Τα πάθη κέκτηνται ελκτικήν τινα δύναμιν. Η ερρίζωσις όμως ή η στερέωσις έστω και μιάς εμπαθούς εικόνος ή λογισμού εις την ψυχήν δεν επέρχεται άνευ της επί τούτου συγκαταθέσεως του ανθρώπου. Διότι εν όλω τω είναι ουδέν υπάρχει τοσούτον δυνατόν, ώστε να στερήση τον ελεύθερον άνθρωπον της δυνατότητος να αντισταθή και να απορρίψη ο,τιδήποτε. Όταν εμπαθής τις λογισμός ή εικών ριζωθή εν τη ψυχή τότε ο άνθρωπος γίνεται «κατεχόμενος» εις διάφορον εκάστοτε βαθμόν εντάσεως.
Η ελκτική δύναμις του πάθους έγκειται εις την δελεαστικήν πρότασιν τέρψεως ή ευχαριστήσεως. Ο δε όλεθρος είναι επακόλουθον των εμπαθών ηδονών. … Το πάθος ως βάσανος και θάνατος, γίνεται παρευθύς αντιληπτόν μόνον εις τον πνευματικόν άνθρωπον, τον γνωρίσαντα την ζωοποιούσαν ενέργειαν της θείας χάριτος, ήτις γεννά εν τη ψυχή αποστροφήν «μίσος» προς τας αμαρτωλάς εν αυτή κινήσεις.
Αρχή της πνευματικής ζωής είναι ο αγών κατά των παθών. Εάν ο αγών ούτος συνεδέετο μόνον μετά της παραιτήσεως εκ της ηδονής θα ήτο εύκολος. Το δυσκολώτερον όμως εν αυτώ είναι το δεύτερον στάδιον, ήτοι, όταν }193} το μη ικανοποιηθέν πάθος άρχηται να τυραννή τον άνθρωπον δια των πλέον ποικίλων ασθενειών. Εν τη περιπτώσει ταύτη απαραίτητος δια τον ασκητήν είναι υπομονή μεγάλη και επιμονή, διότι το ευεργετικόν αποτέλεσμα της αντιστάσεως εις τα πάθη έρχεται ουχί συντόμως.
Υπάρχουν δύο ακραίοι καταστάσεις χαρακτηριστικόν των οποίων είναι η απουσία αγώνος. Ο απαθής δεν έχει αγώνα υπό την έννοιαν ότι η προτεινομένη εμπαθής ηδονή ουδόλως προσελκύει αυτόν και τα πάντα λήγουν εις τον «ψιλόν» λογισμόν. Απαθής όμως δύναται να ονομασθή και εκείνος όστις καίτοι υπόκειται εις προσβολάς λογισμών, μένει απρόσιτος εις τας ελκτικάς αυτών δυνάμεις. Σημείον πάλιν πλήρους υποδουλώσεως είναι η απουσία αγώνος, διότι εις πάσας τας φάσεις της εξελίξεως του παθοκινήτου λογισμού ο άνθρωπος ουχί μόνον δεν επιδεικνύει αντίστασιν αλλ’ ο ίδιος σπεύδει προς συνάντησιν αυτού και ζη δι’ αυτού. }194}
Καταβαίνων εις την βαθείαν καρδίαν ο νους, εν αυτή τη πράξει της ευκτικής ταύτης καταβάσεως, απεκδύεται πάσαν εικόνα, ουχί μόνον ορατήν, αλλά και νοητήν, και εν τη καταστάσει της καθαρότητος ταύτης αξιούται της παραστάσεως ενώπιον του Θεού. Και εκείνο όπερ προέρχεται εκ του ανειδέου τούτου βάθους καίτοι λαμβάνει κατόπιν μορφήν σκέψεως ή ενδύεται την μίαν ή την άλλην εικόνα, δεν είναι πλέον πάθος, αλλ’ αληθής εν Θεώ ζωή.
Εν τη καταστάσει ταύτη αποκαλύπτεται ότι η ψυχή φυσικώ τω τρόπω τείνει προς τον Θεόν, ότι είναι ομοία προς Αυτόν και ότι είναι απαθής κατά την φύσιν αυτής.
Εκ της εναλλαγής των καταστάσεων κοινωνίας χάριτος και άρσεως αυτής ο άνθρωπος πείθεται μετά βεβαιότητος ότι «ουκ έχει ζωήν εν εαυτώ»· ότι η ζωή αυτού είναι εν τω Θεώ, εκτός δε Αυτού θάνατος.
Ούτως θρηνεί και οδύρεται πας ο γνωρίσας εν τω Θεώ την πρωτόκτιστον ωραιότητα του ανθρώπου, όταν επιστρέψας εκ του αρρήτου πνευματικού Δείπνου εν τω βαθεί νυμφώνι της καρδίας ορά την βασιλεύουσαν εν τω κόσμω αμορφίαν και αδοξίαν. }196}

ΣΤ’ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΤ’ ΑΥΤΗΣ ΑΓΩΝΟΣ

Η ικανότης της φαντασίας εκδηλούται λίαν ποικιλομόρφως. Ο ασκητής εν πρώτοις παλαίει προς το είδος εκείνο της φαντασίας, όπερ συνδέεται προς την ενέργειαν των τραχέων σαρκικών παθών. Γνωρίζει ότι παν πάθος έχει την μορφήν αυτού, επειδή ανήκει εις την σφαίραν του κτιστού κόσμου, αναποφεύκτως υφισταμένου εν εκείνη ή τη άλλη μορφή, φέροντος εκείνην ή την άλλην εικόνα. Υπό κανονικάς συνθήκας εν τω ανθρώπω η ενέργεια της εμπαθούς επιθυμίας τότε μόνον αποκτά δύναμιν όταν η εσωτερικώς γενομένη δεκτή εμπαθής εικών προσελκύση προς εαυτήν τον νουν. Εάν ο νους απορρίψη την προτεινομένην αυτώ μορφήν του πάθους, αύτη δεν δύναται να εξελιχθή και σβέννυται. Επί παραδείγματι όταν έρχηται σαρκική επιθυμία, έστω και φυσιολογική, ο ασκητής φυλάττει τον νουν αυτού από της έξωθεν φερομένης εικόνος του πάθους. (Ομιλούντες ενταύθα περί νοός, έχομεν υπ’ όψιν ουχί το λογικόν, την λογικήν σκέψιν, αλλ’ ότι ωρίζετο ίσως καλύτερον ως «προσοχή»). Εάν ο νους δεν δεχθή ταύτην την εικόνα, το πάθος δεν δύναται να αναπτύξη την ενέργειαν αυτού. Τοιαύτη τήρησις του νοός από της εικόνος του πάθους δίδει εις τον άνθρωπον την πραγματικήν δυνατότητα, αποδεδειγμένην }198} δια χιλιετούς ασκητικής πείρας να φυλάξη πλήρως δι’ όλου του βίου την σώφρονα εγκράτειαν, εισέτι και όταν το σώμα είναι ισχυρόν, ως τούτο βλέπομεν εις το παράδειγμα του Γέροντος. Αντιθέτως εάν ο νους του ανθρώπου δέχηται ενηδόνως την εμπαθή εικόνα, η ενέργεια αυτής υποβάλλει εις τυραννικόν βιασμόν εισέτι και το ανίκανον ασθενικόν και εξηντλημένον σώμα.

Το άλλο είδος φαντασίας προς το οποίον παλαίει ο ασκητής ονομάζεται συνήθως ονειροπόλησις-ρεμβασμός. Ο άνθρωπος εξέρχεται της αντικειμενικής καταστάσεως των εν τω κόσμω πραγμάτων και ζη εν τη σφαίρα της φαντασίας. Επειδή δε η φαντασία είναι ανίσχυρος να δημιουργήση τι «εκ του μη όντος», τα απότοκα αυτής οπωσδήποτε θα φέρουν χαρακτήρα του πέριξ κόσμου.
.. μεταβαίνομεν εις έτερον είδος εκδηλώσεως της δυνάμεως της φαντασίας. Ο άνθρωπος επωφελούμενος }199} της ικανότητος της μνήμης και παραστάσεως δύναται να σκέπτηται, ίνα εύρη την λύσιν προβλήματος τινος επί παραδείγματι τεχνικού και τότε ο νους αυτού δια της νοήσεως ζητεί την δυνατότητα εμπράκτου πραγματοποιήσεως εκείνης ή της άλλης ιδέας. Τούτο το είδος της εργασίας του νοός, συνοδευόμενον υπό της φαντασίας, έχει μεγίστην σημασίαν δια τον πολιτισμόν και είναι απαραίτητον εις την δομήν της ζωής. Ο μεριμνών όμως περί της καθαράς προσευχής ασκητής προσπαθεί δια της ακτημοσύνης να περιορίση εαυτόν εν πάσιν ίνα και τούτο το είδος της φαντασίας μη εμποδίση αυτόν «να δίδη εις τον Θεόν την πρώτην αυτού σκέψιν και την πρώτην αυτού δύναμιν», τουτέστι να συγκεντρούται πλήρως εν τω Θεώ.
Τέλος έν προσέτι είδος φαντασίας περί ού θέλομεν να ομιλήσωμεν συνθέτουν αι απόπειραι του λογικού να εισδύση εις τα μυστήρια του είναι και να συλλάβη τον Θείον κόσμον. Αι τοιαύται απόπειραι αφεύκτως συνοδεύονται υπό της φαντασίας, την οποίαν πολλοί τείνουν να καλέσουν δια του υψηλού ονόματος της «θεολογικής δημιουργίας» (ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ). Ο αθλητής της νοεράς ησυχίας και της καθαράς προσευχής παλαίει εντός αυτού αποφασιστικώς κατά του τοιούτου είδους «δημιουργίας», ήτις δύναται να είναι διαδικασία αντίστροφος της τάξεως του αυθεντικού είναι, τουτέστι να δημιουργή ο άνθρωπος τον Θεόν κατά την ιδίαν αυτού εικόνα και ομοίωσιν.
… εν τη αποσπάσει αυτού από πάσης θεολογικής ή φιλοσοφικής δημιουργίας, στρέφεται προς τον Θεόν δι’ ανειδέου ευχής. Και εάν συγκαταβή η θεία ευδοκία }200} επί του ευχομένου και δοθή εις αυτόν να γευθή της εγγύτητος του Θεού η περί του πάντων επέκεινα Θεού γνώσις θα προσλάβη την μίαν ή την άλλην μορφήν, μη «επινοηθείσαν» όμως υπό του ασκητού ή του προφήτου, αλλ’ «άνωθεν δεδομένην».
Ο ασκητής δια της προσευχής ζητεί τον Θεόν, τον Ποιητήν αυτού και ο Θεός κατά την συγκατάβασιν και ευδοκίαν Αυτού δίδει την περί Αυτού γνώσιν δι’ εικόνων εφικτών εις τον άνθρωπον. Αι δοθείσαι υπό του Θεού εικόνες καταναλίσκουν τα πάθη εν τω ανθρώπω και αγιάζουν αυτόν. Εάν όμως ούτος δεχθή αυτάς ως τελείωσιν της αποκαλύψεως πλανάται οπότε και οι άνωθεν δοθείσαι εικόνες δύνανται να αποτελέσουν ανυπέρβλητον εμπόδιον προς τελειοτέραν θεογνωσίαν.
Η δημιουργική ιδέα του Θεού πραγματοποιείται και υλοποιείται εν τω κόσμω η κτιστή όμως ελευθερία πορεύεται αντίστροφον οδόν: Ζητεί τον Ίδιον τον Θεόν, εις τον Οποίον ευρίσκεται το άκρον τέλος και η εσχάτη έννοια του είναι αυτής. Ο σκοπός του κτιστού κόσμου δεν ευρίσκεται εν αυτώ τω ιδίω τω είναι αυτού και χάριν αυτού εν τη μορφή και τω τρόπω της υπάρξεως αυτού, αλλ’ έγκειται εις την γνώσιν του Κτίστου και την θέωσιν του κτίσματος.
Η συγκατάβασις του Λόγου δεν είναι ένδειξις ενδογενούς αξίας του κόσμου. }201}
Ο Θεός δεν είναι ο ιδεατός κόσμος ήτοι ο κόσμος των ιδεών. Και η μορφή του δοθέντος εμπειρικού όντος δεν είναι υλοποίησις του θείου ιδεατού κόσμου, τουτέστι τοιαύτη άνευ της οποίας και αυτό το Θείον Όν θα εφαίνετο ως ελλιπές, ατελές.
Η πνευματική προσευχή δεν είναι ούτε καλλιτεχνική δημιουργία ούτε επιστημονική εργασία ούτε φιλοσοφική έρευνα και στοχασμός, ούτε αφηρημένη διανοητική θεολογία. Η πνευματική ζωή δεν είναι ικανοποίησις των συναισθηματικών ημών επιδιώξεων δια της πραγματοποιήσεως αυτών, τουτέστι της μετατροπής αυτών εις βιώματα ή υλοποιημένας μορφάς, επί παραδείγματι της τέχνης. Πάντα ταύτα αποτελούν διαφόρους όψεις εκδηλώσεως της φανταστικής ενεργείας του ανθρώπου. Άλλαι δύνανται να τεθούν υψηλότερον άλλαι χαμηλότερον· είναι τουτέστι δυνατή η σύστασις αξιολογικής ιεραρχίας αυτών των μορφών. Αλλ’ ούτως ή άλλως πάντα ταύτα αποτελούν τας εκδηλώσεις της φανταστικής ενεργείας, αίτινες δέον όπως υπερπηδηθούν, ει δ’ άλλως είναι αδύνατον να φθάσωμεν την τελείαν προσευχήν ή την αυθεντικήν θεολογίαν ή την αληθώς θεάρεστον ζωήν.
Ώστε τοιαύτη είναι η οδός του ορθοδόξου ασκητού: Ζητεί τον Ποιητής αυτού Θεόν εις το υπερβατικόν Αυτού }202} Είναι. Διατούτο εν τη πράξει της νοεράς προσευχής διεξάγει αγώνα προς μυριάδας παντοίων εικόνων, και εποπτικών … και διανοητικών, ήτοι των εννοιών, ίνα γυμνός πάσης κτιστής εικόνος προσεύχηται εις τον Θεόν ενώπιος Ενωπίω, πρόσωπον προς Πρόσωπον.
… κατά την ανάβασιν αυτού (ο άνθρωπος) εκ της κτίσεως προς τον Θεόν δεν αρνείται την πραγματικότητα και την αξίαν της κτίσεως, αλλ’ απλώς δεν απολυτοποιεί και δεν θεοποιεί αυτήν· δεν προσάπτει εις αυτήν αυτοσκοπόν και αυταξίαν. Ο Θεός εποίησε τον κόσμον, ουχί ίνα ζη ο Ίδιος την ζωήν της κτίσεως, αλλ’ ίνα η λογική κτίσις κοινωνήση της Θείας Αυτού υπάρξεως. Όταν ο λογικός άνθρωπος δεν επιτυγχάνη την θέωσιν, ήτις δεν δύναται να τελεσθή άνευ της μετοχής αυτού, τότε εξαφανίζεται και αυτή η έννοια της υπάρξεως αυτού. Εκ της συνειδήσεως του μεγαλείου της κλήσεως αυτού ηνωμένης μετά της θεωρίας της θείας δημιουργίας, γεννάται εν τη ψυχή του ανθρώπου θάμβος μέγα ενώπιον του Ποιητού των πάντων, αλλά και η πλέον ρεαλιστική αντίληψις παντός πράγματος εν τω κόσμω (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ). Ταυτοχρόνως όμως η αυτή συνείδησις οδηγεί εις την απόσπασιν από παντός κτιστού χάριν της θεωρίας του Μόνου Θεού. Η απόσπασις αύτη δεν είναι απέκδυσις του πραγματικού κτιστού είναι υπό την έννοιαν της απορρίψεως ή της αρνήσεως αυτού ως «φάσματος». Δεν είναι η απόσπασις αύτη ποιητική ή φιλοσοφική αεροβασία εις την σφαίραν των υψηλών και ωραίων μορφών ή των «καθαρών» ιδεών, όσον υψηλαί αξιολογικώς και αν }203} είναι αύται, διότι η τοιαύτη στάσις μεταφέρει εκ νέου εις φαντασιώδη κόσμον. Ουχί. Η απόσπασις ή η αποχή εκ πάντων εν τη πνευματική προσευχή είναι συνέπεια της ολοκληρωτικής εφέσεως προς τον Θεόν τον ζώντα και αληθινόν, ένεκα της προς Αυτόν ακράτου αγάπης και της κλήσεως ημών να ζώμεν εν Αυτώ, Όστις είναι ο Αυτοσκοπός και η Αυταξία.
Εις τον απλούν και ταπεινόν πιστόν η απαλλαγή από της εξουσίας της φαντασίας επιτυγχάνεται δια της ακεραίας και διακαούς επιθυμίας να ζη ούτος κατά το άγιον θέλημα του Θεού. Τούτο είναι τοσούτον απλούν, και εν ταυτώ τοσούτον «αποκεκρυμμένον από σοφών και συνετών», ώστε δεν υπάρχει δυνατότης εξηγήσεως αυτού δια λόγων.
Εις την αναζήτησιν αυτήν του θελήματος του Θεού περικλείεται και η «αποταγή» του κόσμου. Η ψυχή θέλει να ζη μετά του Θεού και δια τούτο «αποτάσσεται» του θελήματος και της φαντασίας αυτής άτινα δεν δύνανται να δημιουργήσουν πραγματικήν ύπαρξιν, αλλ’ εμφανίζονται ως «σκότος εξώτερον».
Ο κόσμος της ανθρωπίνης φαντασίας είναι κόσμος των «φασμάτων» της αληθείας. Είναι δε κοινός εις τους ανθρώπους και τους πεσόντας αγγέλους, και δια τούτο η φαντασία πολλάκις γίνεται αγωγός δαιμονικής ενεργείας.
Και αι δαιμονικαί εικόνες, και αι υπό του ιδίου του ανθρώπου επινοούμεναι, δύνανται να επιδρούν επί των ανθρώπων μετασχηματίζουσαι ή μεταμορφούσαι αυτούς, αλλά πάντως έν είναι αναπόφευκτον: Πάσα εικών σχηματισθείσα υπό του ιδίου του ανθρώπου ή εμπνεομένη υπό των δαιμόνων, γενομένη δεκτή υπό της ψυχής, διαστρέφει την πνευματικήν μορφήν του ανθρώπου του κτισθέντος κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού. Η ενέργεια της φαντασίας εν τη εσχάτη εξελίξει αυτής οδηγεί εις αυτοθέωσιν }204} του κτίσματος, ήτοι εις αναγνώρισιν θείας αρχής εν αυτή τη φύσει του ανθρώπου. Δυνάμει τούτου η φυσική θρησκεία, ήτοι η θρησκεία του ανθρωπίνου λογικού μοιραίως λαμβάνει πανθεϊστικόν χαρακτήρα.
Και αι ανθρώπιναι και αι δαιμονικαί εικόνες έχουν την εαυτών δύναμιν, συχνάκις μεγίστην ουχί όμως διότι είναι καθ’ εαυτάς δημιουργικαί κατά την πλήρη έννοιαν της λέξεως, ως η εκ του μηδενός κτίζουσα θεία δύναμις, αλλ’ επειδή η ανθρωπίνη θέλησις κλίνει προς αυτάς και μόνον λόγω της υποταγής εις αυτάς μορφοποιείται υπ’ αυτών ο άνθρωπος. Ο Κύριος όμως ελευθεροί τους μετανοούντας εκ του κράτους των παθών και της φαντασίας και ο απελευθερωθείς εξ αυτών χριστιανός καταφρονεί την δύναμιν των φανταστικών εικόνων.
Η εξουσία του κοσμικού κακού επί του ανθρώπου είναι τεραστία και ουδείς των απογόνων του Αδάμ δύναται να καταβάλη αυτήν άνευ και έξω του Χριστού.
(ΜΟΡΦΕΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ)
Η πρώτη μορφή αφορά εις τον προς τα πάθη γενικόν αγώνα.
Η δευτέρα μορφή είναι χαρακτηριστική εις όσους προσεύχονται κατά τον πρώτον τρόπον. Εις αυτήν ωσαύτως την }205} μορφήν φαντασίας ανάγεται η γνωστή μέθοδος του «διαλογισμού» (meditation), όταν δια της προσπαθείας της φαντασίας ο άνθρωπος δημιουργή εν τω νοΐ αυτού εποπτικάς εικόνας εκ της ζωής του Χριστού ή άλλας ιεράς παραστάσεις. Συνήθως εις αυτήν την εργασίαν καταφεύγουν οι αρχάριοι ή άπειροι ασκηταί. … τέλος φθάνει μέχρι παραισθήσεως και ασθενεί ψυχικώς ή εις τας πλέον ευτυχείς περιπτώσεις μένει «εν τη πλάνη» διερχόμενος τον βίον αυτού εν φανταστικώ κόσμω.
Περί της τρίτης και τετάρτης μορφής της φαντασίας δυνάμεθα να είπωμεν ότι ευρίσκονται εις την βάσιν όλου του ορθολογιστικού πολιτισμού. Δια τούτο η απ’ αυτών απόσπασις είναι ιδιαιτέρως δύσκολος εις τον πεπαιδευμένον άνθρωπον, τον βλέποντα εν τω πολυτισμώ τούτω τον πνευματικόν αυτού πλούτον, η εκ του οποίου απόσπασις είναι ασυγκρίτως δυσκολωτέρα της εκ του υλικού.
Πας προσευχόμενος κατά τον τρίτον τρόπον γνωρίζει το λίαν αλγεινόν της αποταγής ταύτης. Έτυχεν εις ημάς να παρατηρήσωμεν παράδοξον τι φαινόμενον: Μεταξύ των αγαπησάντων την νοεράν προσευχήν απλών και ολιγογραμμάτων ασκητών συναντάται συχνότερον η }206} ανάβασις εις μέγα ύψος και καθαρότητα ή μεταξύ των πεπαιδευμένων οίτινες εις την συντριπτικήν πλειοψηφίαν αυτών παραμένουν εις τον δεύτερον τρόπον προσευχής.
Οι βαθέως θρησκευτικώς και ασκητικώς διατεθειμένοι άνθρωποι ταχέως εννοούν το τρίτον είδος της φαντασίας ως στροφήν προς την γην. Ως εκ τούτου είναι οφθαλμοφανής η προς την προσευχήν ετερογένεια αυτής, ο δε κατ’ αυτής αγών κατά την ώραν της προσευχής απλοποιείται. Άλλως έχει η υπόθεσις ως προς το τέταρτον είδος όπερ δύναται να προσλαμβάνη ιδιαιτέραν λεπτότητα και να παρουσιάζηται ως εν Θεώ ζωή. Η αποκλειστική σπουδαιότης του προβλήματος αυτού εις την ασκητικήν αναγκάζει ημάς να παρατείνωμεν επ’ αυτού τον λόγον.
Εις τους κατά τον πρώτον τρόπον προσευχομένους επικρατεί η ρεμβάζουσα φαντασία, ενώ εις τους προσευχομένους κατά τον δεύτερον κυριαρχεί ο πειρασμός να κατορθωθή το παν δια της λογικής οδού. Εις τους τελευταίους αυτούς η ζωή συγκεντρούται εις τον εγκέφαλον. Ο νους αυτών δεν είναι ηνωμένος μετά της καρδίας, αλλά συνεχώς ορμά προς τα έξω, αγωνιζόμενος να κατακτήση το παν δια της νοήσεως. Κάτοχοι όντες ωρισμένης πνευματικής πείρας, ανεπαρκούς εισέτι, προσπαθούν «δια του νοός αυτών» να συμπληρώσουν τα κενά της πείρας αυτής και να εισχωρήσουν διανοητικώς εις τα μυστήρια της Θείας υπάρξεως. Ούτως εισχωρούν αφεύκτως εις τας θεωρίας αυτών στοιχεία τινα γεννήματα φανταστικής ενεργείας. Η ιδεώδης εκείνη σφαίρα, εις την οποίαν τότε κινούνται, εάν κέκτηνται μεγάλα διανοητικά προσόντα, δίδει εις αυτούς «φαινομενικήν» υπεροχήν έναντι των άλλων ήτις επί πλέον επιτείνει την αυτοπεποίθησιν αυτών.
Χαρακτηριστική διαστροφή εις την οποίαν οδηγεί ο }207} δεύτερος τρόπος προσευχής είναι ο ορθολογισμός.
Ο ορθολογιστής θεολόγος οικοδομεί το σύστημα αυτού καθώς ο αρχιτέκτων οικοδομεί ανάκτορον τι ή ναόν, χρησιμοποιών εμπειρικάς και μεταφυσικάς εννοίας ως υλικά οικοδομής και φροντίζων ουχί τοσούτον περί της συμφωνίας της ιδεώδους οικοδομής αυτού προς την αντικειμενικήν αλήθειαν του είναι, όσον περί του μεγαλείου και της αρμονικής ακεραιότητος του συστήματος αυτού από λογικής απόψεως.
Πολλοί μεγάλοι άνθρωποι όσον παράδοξον και αν είναι τούτο δεν ηδυνήθησαν να αντισταθούν εις τον κατ’ ουσίαν αφελή αυτόν πειρασμόν του οποίου κεκρυμμένη αρχή είναι η υπερηφανία.
Τα γεννήματα της ευφυΐας του διανοητικού θεολόγου είναι δι’ αυτόν πολύτιμα, ως εις την μητέρα είναι ηγαπημένα τα τέκνα ο καρπός της κοιλίας αυτής. Αγαπά την δημιουργίαν αυτού ως εαυτόν διότι ταυτίζεται μετ’ αυτής, εγκλωβισμένος εις την σφαίραν αυτής. Εις τοιαύτας περιπτώσεις ουδεμία εξωτερική επέμβασις δύναται να βοηθήση αυτόν και εάν ο ίδιος δεν αποκολληθή από του νομιζομένου πλούτου αυτού τότε ουδέποτε θα φθάσει εις την καθαράν προσευχήν και την αληθή θεωρίαν.
Πολλοί θεολόγοι-φιλόσοφοι, όντες κατ’ ουσίαν ορθολογισταί ανέρχονται εις την υπερλογικήν, θα ελέγομεν, σφαίραν της διανοήσεως, αλλ’ αύτη η σφαίρα δεν είναι εισέτι ο Θείος κόσμος. Περικλείεται εις τα όρια της ανθρωπίνης κτιστής φύσεως, και ως τοιαύτη είναι εφικτή εις το λογικόν κατά την φυσικήν τάξιν των πραγμάτων.
Αι ενοράσεις του νοός αυτών δεν χωρούν εις τα πλαίσια του εννομικού συλλογισμού, τουτέστι της τυπικής λογικής, αλλά μεταβαίνουν εις την σφαίραν της μεταλογικής και του αντινομικού συλλογισμού, αλλά και εν τούτω δεν παύουν να είναι κατ’ ουσίαν αποτέλεσμα διανοητικής }208} εργασίας.
Η υπερνίκησις του στενού εννομικού ορθολογισμού είναι ένδειξις υψηλής διανοητικής καλλιεργείας αλλά δεν είναι εισέτι η «αληθής πίστις» και η αυθεντική θεωρία του Θεού.
Οι άνθρωποι ούτοι πολλάκις κατέχοντες αξιολόγους ικανότητας προς λογικήν διανόησιν, ένεκα ακριβώς αυτών των ικανοτήτων και εν πλήρει συνεπεία προς αυτάς ανέρχονται εις την επίγνωσιν της σχετικότητος των νόμων της ανθρωπίνης διανοήσεως και του αδυνάτου της συμπεριλήψεως παντός του είναι εν τοις χαλυβδίνοις στεφάνοις των λογικών συλλογισμών. Δια της επιγνώσεως αυτής αναβαίνουν εις θεωρίαν υπερβαίνουσαν την τυπικήν λογικήν, αλλά και τότε θεώνται απλώς την ωραιότητα του κτισθέντος κατ’ εικόνα Θεού νοός. Επειδή δε οι το πρώτον εισερχόμενοι εις την σφαίραν ταύτην της «σιωπής του νοός» αισθάνονται «μυστικιστικόν τι δέος» νομίζουν ότι η θεωρία αυτών είναι πείρα μυστικής Θεοκοινωνίας, ενώ τω όντι ίστανται εισέτι εντός των ορίων της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως.
Αι κατηγορίαι τας οποίας χειρίζεται ο νους-λογικόν εις παρομοίας καταστάσεις εξέρχονται πέραν των ορίων των διαστάσεων του χρόνου και του χώρου, εις δε τον επόπτην αυτών δίδουν αίσθημα τι αιωνίου σοφίας. Ταύτα είναι τα τελευταία όρια εις τα οποία δύναται να φθάση ο διανοούμενος νους κατά τας οδούς της φυσικής αναπτύξεως και αυτογνωσίας αυτού ήτις δυνατόν να λάβη μορφήν φωτοειδούς αυτοθεωρίας. Η εμπειρία αύτη, ανεξαρτήτως πώς θα ερμηνευθή ήτοι ποίαν δογματικήν διατύπωσιν θα προσλάβη είναι κατ’ ουσίαν εμπειρία «πανθεϊστικής» τάξεως.
Φθάνων «μέχρι συντελείας φωτός μετά σκότους», ο άνθρωπος θεάται την νοεράν αυτού ωραιότητα, την οποίαν πλείστοι εξέλαβον ως Θεότητα. Το υπ’ αυτών θεώμενον φως είναι φως, ουχί όμως το Φως }209} εκείνο το Αληθινόν, «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία», αλλά το φυσικόν φως του νοός του κατ’ εικόνα Θεού κτισθέντος ανθρώπου.
Τούτο το φως του νοός υπερέχον κατ’ αξίαν του φωτός πάσης άλλης εμπειρικής γνώσεως δικαίως δύναται να κληθή σκότος, διότι είναι το «κενόν» της απεκδύσεως και ο Θεός εν αυτώ ουκ έστι. Και ίσως εν τη περιπτώσει ταύτη ή εν άλλη τινί, αρμόζει να μνησθώμεν των λόγων του Κυρίου: «Σκόπει ουν μη το φως το εν σοι σκότος εστί;». Όντως η πρώτη κοσμική προϊστορική καταστροφή η πτώσις του Εωσφόρου, υιού της πρωΐας, γενομένου πρίγκιπος του σκότους, ήτο αποτέλεσμα αυτοερωτικής θεωρίας της ωραιότητος αυτού· θεωρίας ήτις κατέληξεν εις αυτοθέωσιν.
… η εγγύησις της αληθούς Θεοκοινωνίας … υποκειμένη εις τον λογικόν ημών έλεγχον είναι η προς τους εχθρούς αγάπη.
Ας μη τολμά τις να υποτιμά το «ψυχολογικόν» τούτο κριτήριον διότι τοιαύτη ψυχική κατάστασις είναι αποτέλεσμα αληθούς Θεϊκής ενεργείας. Ο σώζων Θεός, }210} σώζει τον όλον άνθρωπον, ούτως ώστε ουχί μόνον ο νους-πνεύμα αλλά και τα ψυχικά συναισθήματα και το λογικόν και αυτό το σώμα το παν καθαγιάζεται υπό του Θεού.
… είμεθα πλήρως πεπεισμένοι ότι η μόνη οδός προς κατανόησιν της αληθείας διέρχεται δια της πίστεως και της ζώσης πείρας, τουτέστιν είναι η οδός της ιδίας της υπάρξεως. Ενταύθα όμως οφείλομεν να υποδείξωμεν ότι η αυθεντική εκείνη πείρα την οποίαν εννοούμεν δεν εξαρτάται εκ μόνης της προαιρέσεως του ανθρώπου, αλλά δίδεται εις αυτόν άνωθεν, ως δώρον ευδοκίας. Η φιλοσοφική και πανθεϊστική πείρα είναι δυνατή εντός των ορίων της φυσικής ικανότητος και προαιρέσεως του ανθρώπου, αλλ’ η χριστιανική πείρα της υπέρ φύσιν κοινωνίας μετά του Υποστατικού Θεού εξέρχεται των ορίων της προαιρέσεως του ανθρώπου.
Η χριστιανική ζωή είναι συμφωνία δύο θελήσεων, της Θείας-ακτίστου και της κτιστής-ανθρωπίνης. Ο Θεός δύναται να εμφανισθή εις τον άνθρωπον εν πάσαις ταις οδοίς ανά πάσαν στιγμήν χρόνου και εν παντί πνευματικώ ή φυσικώ τρόπω, αλλ’ ο Ίδιος, επέκεινα ών παντός εξαναγκασμού ουδέποτε παραβιάζει το αυτεξούσιον της εικόνος Αυτού. Εάν η κτιστή ελευθερία στρέφεται αυτοερωτικώς προς εαυτήν ή θεωρεί εαυτήν ως άκτιστον θείαν αρχήν, παρά το κατά το φαινόμενον ύψος }211} της θεωρίας αυτής την οποίαν και περιεγράψαμεν ανωτέρω, ο άνθρωπος μένει κλειστός εις την ενέργειαν της Θείας χάριτος.
Εις πάσαν απόπειραν λογικοποιήσεως της πνευματικής πείρας βλέπομεν την δυνατότητα των πλέον διαφόρων αντιρρήσεων. Αύτη η δυνατότης των αντιρρήσεων προέρχεται εκ του ότι έκαστος εξ ημών εν τη ιδεώδει σφαίρα της κοσμοθεωρίας αυτού είναι ελεύθερος να εκλέξη οιανδήποτε ιεραρχίαν αξιών.
Δια προσεκτικής αυτοαναλύσεως ο άνθρωπος ανακαλύπτει το ψυχολογικόν προσόν της λογικής σκέψεως, όπερ δύναται να καθορισθή ως η εσωτερική αξιοπιστία της διανοήσεως ημών, ή άλλως ως το υποκειμενικώς προφανές του ορθού των λογικών ημών συμπερασμάτων. Υπάρχει καταναγκασμός τις εις τα επιχειρήματα του λογικού ημών, εις τας αποδείξεις αυτού και απαιτείται μεγάλη καλλιέργεια και βαθεία πνευματική πείρα ίνα καταστή φανερά η παράδοξος αύτη απάτη. Δια την απαλλαγήν εκ της εξουσίας αυτής απαραίτητος τυγχάνει η Θεία βοήθεια. }212}
Η ανακάλυψις της «γοητείας» αυτής μέχρις ωρισμένου ορίου είναι δυνατή και εις τας οδούς της θεωρητικής αναλύσεως των βασικών αρχών της διανοήσεως ημών, ήτοι των αρχών της ταυτότητος και της επαρκούς αιτιολογήσεως.
Η πρώτη ήτοι η αρχή της ταυτότητος είναι η στατική θέσις της διανοήσεως ημών η ασάλευτος βάσις αυτής νεκρά εν τη ακινησία αυτής.
Η δυναμική θέσις της διανοήσεως ημών εκφράζεται δια της δευτέρας αρχής της «επαρκούς» αιτιολογήσεως. Η αιωνόβιος πείρα της ιστορίας απέδειξε μετά μεγάλης πειστικότητος την συμβατικότητα της αρχής ταύτης. Η κρίσις περί της επαρκούς αιτιολογήσεως είναι πάντοτε υποκειμενική: Ό,τι  ο είς θεωρεί ως επαρκές δεν είναι κατ’ ανάγκην τοιούτον και δια τους άλλους. Και εάν εξετάσωμεν βαθύτερον το πρόβλημα, θα ίδωμεν ότι κατ’ ουσίαν η τελείως επαρκής αιτιολόγησις απαιτεί απόλυτον παγγνωσίαν.
Ο ορθόδοξος ασκητής ανακαλύπτει την σχετικότητα της ανθρωπίνης σκέψεως δι’ άλλου τρόπου και γενικώς αναζητεί την λύσιν των υπαρξιακών προβλημάτων εις τας οδούς της πίστεως και της προσευχής. Στηρίζεται ουχί επί της αδυνάτου κρίσεως αυτού αλλ’ εις τον Μέγαν Θεόν. Πιστεύει ότι αι εντολαί του Χριστού αποτελούν το αλάνθαστον μέτρον «τον κανόνα της αληθείας». Πιστεύει ότι αι εντολαί ως εκ της φύσεως αυτών δεν είναι ει μη η Θεία δύναμις, αυτή αύτη η αιώνιος ζωή, και ούτως οδηγείται εις αδιάκοπον τοποθέτησιν ενώπιον της κρίσεως του Θεού, της μόνης δικαίας. Παν έργον πας λόγος εκάστη εσωτερική κίνησις της σκέψεως ή της αισθήσεως έστω και η μικροτέρα το παν, υποβάλλεται εις την κρίσιν του λόγου του Χριστού. }213}
Η υπερηφάνια είναι εχθρά προς τον Θείον νόμον. Διαστρέφουσα αύτη την Θείαν τάξιν των όντων, φέρει πανταχού την διάσπασιν και τον θάνατον. … Εγκαθιστώσα εαυτήν εις την πρώτην θέσιν διεξάγει αγώνα προς κυριαρχίαν επί πάντων έχουσα κεφαλαιώδες αυτής όπλον το λογικόν (ratio).
Το λογικόν προβάλλει τα ίδια αυτού επιχειρήματα και απορρίπτει ως παραλόγους τας εντολάς του Χριστού, και μάλιστα την λέγουσαν «Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε». Λέγει ότι η ικανότης της κρίσεως αποτελεί το διακριτικόν προτέρημα του ανθρώπου εις αυτήν την ικανότητα περικλείεται η υπεροχή αυτού έναντι όλου του κόσμου, χάρις δε εις αυτήν και μόνον δύναται ο άνθρωπος να δεσπόζη του παντός.
Απρόσωπον κατά τους νόμους της λειτουργίας αυτού το λογικόν, όν κατ’ ουσίαν μία εκ των εκδηλώσεων της ανθρωπίνης υποστάσεως, μία εκ των ενεργειών αυτής }214} –εν ή περιπτώσει παρέχεται εις αυτό πρωτεύουσα θέσις εν τη πνευματική οντότητι του ανθρώπου-, βαθμηδόν καταλήγει εις το σημείον να αγωνίζηται πλέον κατά της πηγής αυτού τουτέστι της «υποστατικής» αρχής.
Αναβαίνον ως φαντάζεται μέχρι των υψίστων κορυφών, καταβαίνον ως νομίζει, μέχρι των εσχάτων αβύσσων, το λογικόν προσπαθεί να ψηλαφήση τα όρια του είναι, ίνα δώση εις παν τον ιδιάζοντα εις τούτο (το λογικόν) «ορισμόν». Μη επιτυγχάνον δε του σκοπού τούτου, καταπίπτει εξηντλημένον και αποφαίνεται: «Ουκ έστι Θεός».
Συνεχίζον τον αγώνα επικρατήσεως μετά τόλμης εν ταυτώ και μετά νοσταλγίας λέγει:
«Εάν υπάρχει Θεός πώς είναι δυνατόν να αποδεχθώ ότι ούτος ο Θεός δεν είμαι εγώ;»
Μη εγγίσαν τα όρια του κοσμικού είναι και αποδούν εις εαυτό το άπειρον εγείρεται υπερήφανον έγερσιν και συμπεραίνει:
«Εξηρεύνησα το παν και ουδαμού εύρον τι μείζον εμού· άρα εγώ ειμί Θεός».
Τω όντι ο νους-λογικόν, όταν επ’ αυτού και εν αυτώ συγκεντρούται η πνευματική ύπαρξις του ανθρώπου, βασιλεύει και εξουσιάζει επί της προσιδιαζούσης αυτώ αφηρημένης σφαίρας τοσούτον ώστε δεν ευρίσκει τι υψηλότερον αυτού και ως εκ τούτου αποδέχεται εν τέλει θείαν εν αυτώ αρχήν.
Τούτο αποτελεί το έσχατον όριον της διανοητικής φαντασίας και συγχρόνως το έσχατον βάθος πτώσεως και σκότους.
Υπάρχουν άνθρωποι οίτινες σπεύδουν εις συνάντησιν των απαιτήσεων αυτών του λογικού και αποδέχονται αυτάς ως την αλήθειαν, αλλ’ ο ορθόδοξος ασκητής έρχεται }215} εις πόλεμον κατ’ αυτών. Κατά την σύγκρουσιν ταύτην εμφανίζεται η επέμβασις αλλοτρίων δυνάμεων. Ο κατ’ αυτών αγών προσλαμβάνει τραγικόν χαρακτήρα και μεγίστην έντασιν, η δε νικητήριος έκβασις δια τον ασκητήν δεν καθίσταται δυνατή ει μη μόνον δια της πίστεως της νικώσης τον κόσμον. «Παν το γεγεννημένον εκ του Θεού νικά τον κόσμον· και αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον η πίστις ημών».
Προς λύσιν των προβλημάτων τούτων ο μοναχός δεν κάθηται επί ανέτου καθίσματος γραφείου, αλλ’ εν τη σιγή της νυκτός, μακράν του κόσμου, κεκρυμμένος από των οφθαλμών και των ακοών των ανθρώπων, προσπίπτει μετά μεγάλου κλαυθμού ενώπιον του Θεού εν προσευχή:
Πνεύματι ατενίζει την χαίνουσαν ενώπιον αυτού άβυσσον του «εξωτέρου σκότους» και δια τούτο η προσευχή αυτού ζέει … Ο λόγος αυτού καθίσταται ανίσχυρος ίνα καταδείξη το μυστήριον του θεάματος τούτου και την δύναμιν του αγώνος αυτού όστις δυνατόν να διαρκέση επί έτη, έως ότου καθαρθή ο άνθρωπος εκ των παθών αυτού έως ότου έλθη το Θείον Φως, όπερ θα αποκαλύψη το ψευδές των κρίσεων ημών, ενώ συγχρόνως θα μεταρσιώση την ψυχήν εις τας απείρους διαστάσεις της αληθούς ζωής.
Έλεγεν (ο Σιλουανός) ότι η αιτία του πολέμου έγκειται ουχί εις το λογικόν καθ’ εαυτό αλλ’ εις την υπερηφανίαν του πνεύματος ημών. Εκ της υπερηφανίας ενδυναμούται η ενέργεια της φαντασίας, ενώ δια της ταπεινώσεως αναχαιτίζεται. Η υπερηφανία φυσιούται εκ της επιθυμίας να δημιουργήση τον ίδιον αυτής κόσμον, }216} ενώ η ταπείνωσις ευγνωμόνως δέχεται την ζωήν παρά του Θεού. }217}
Ο Γέρων υπεγράμμιζε μετ’ επιμονής ότι η οδός των αγίων έγκειται εις το ότι ταπεινούμενοι καθαίρουν τον νουν αυτών από πάσης φαντασίας.
«… Δια της αυτοκατακρίσεως η ψυχή ταπεινούται και δεν υπάρχουν πλέον εντός αυτής λογισμοί αλλά καθαρώ νοΐ ίσταται ενώπιον του Θεού.
Ιδού η πνευματική σοφία».
Δια του λογικού διαπερά ο άνθρωπος }219} τον ουρανόν σκοπεύων να αρπάση το πυρ της Θεότητος αλλ’ ένεκα του τύφου αυτού απωθείται υπό του Θεού (ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ).
Αι Θείαι θεωρίαι παρέχονται εις τον άνθρωπον ουχί όταν επιδιώκη αυτάς σκοπεύων προ παντός αυτάς, αλλ’ όταν η ψυχή κατέρχηται εις τον άδην της μετανοίας και αληθώς αισθάνηται εαυτήν χείρονα πάσης της κτίσεως. Αι δε θεωρίαι αι βιαίως κατακτώμεναι δια του λογικού δεν είναι αληθιναί ήγουν θείας προελεύσεως αλλά «κατά το δοκούν». Και όταν το δοκούν τούτο εκλαμβάνηται ως η αλήθεια τότε εν τη ψυχή του ανθρώπου δημιουργείται κατάστασις παρακωλύουσα και αυτήν την δυνατότητα ενεργείας της χάριτος τουτέστι της αληθούς θεωρίας.
Δια της κατά χάριν θεωρίας αποκαλύπτονται πράγματα υπερβαίνοντα και την πλέον δημιουργικήν φαντασίαν, ως περί τούτου λέγει ο θείος Παύλος: «ά οφθαλμός ουκ είδε …». Όταν παρομοίως προς τους Αποστόλους, ο άνθρωπος δια της χάριτος αρπαγή εις την όρασιν του Θείου Φωτός, κατόπιν θεολογεί «διηγούμενος» ό,τι είδε και εγνώρισεν. Η πραγματική θεολογία δεν είναι επινόησις του ανθρωπίνου λογικού ή αποτέλεσμα κριτικών μελετών αλλ’ εκμυστήρευσις περί της κρείττονος εκείνης υπάρξεως εις την οποίαν εισήχθη ο άνθρωπος τη επενεργεία του Αγίου Πνεύματος. Άλλοτε παρέχεται και λόγος προς έκφρασιν του ορωμένου, άλλοτε συναντώνται δυσκολίαι προς εξεύρεσιν λόγων και εννοιών δι’ ών δύναται να εκφρασθή έστω και παραπλησίως εκείνο όπερ κείται πέραν πάσης γηΐνης εικόνος και εννοίας. Όμως παρά πάσας τας δυσκολίας ταύτας και το αναπόφευκτον των διαφόρων μορφών εκφράσεως, εκείνος όστις εγνώρισεν, ούτος και εν άλλη λεκτική μορφή δύναται να διακρίνη την αυθεντικήν θεωρίαν από της απατηλής θεωρίας του λογικού στοχασμού, όσον και αν ο στοχασμός ούτος τυγχάνη μεγαλοφυής. }220}

Ζ’ ΠΕΡΙ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΥΤΗΣ

Η γνώσις η αποκτωμένη δια της κατανικήσεως των παθών οδηγεί εις την εκ πείρας διορατικότητα. Η διορατικότης ήτις εμφανίζεται ως αποτέλεσμα πείρας μακρού αγώνος κατά των παθών, δεν φθάνει την τελειότητα εκείνην την οποίαν έχει το άνωθεν καταβαίνον χάρισμα της διορατικότητος. Η πρώτη εξ ωρισμένων κινήσεων, εκ της εκφράσεως του προσώπου, εκ τινων λέξεων, εκ του είδους της σιωπής ή της ομιλίας, εκ της πνευματικής ατμοσφαίρας την οποίαν δημιουργεί ο άνθρωπος, αντιλαμβάνεται την πνευματικήν αυτού κατάστασιν. Βεβαίως πλέον πιστήν βάσιν δια την περί του ανθρώπου κρίσιν παρέχει η συνομιλία μετ’ αυτού, επειδή εκ του λόγου αυτού καθίσταται εκδηλότερον αφ’ ενός μεν το μέτρον της αυθεντικής πνευματικής αυτού πείρας, αφ’ ετέρου δε εκείνο όπερ δεν είναι άλλο τι ει μη αποτέλεσμα εξωτερικής μαθήσεως. Η δευτέρα ήτοι η εκ της χάριτος διορατικότης, τα πάντα διορά μέσω της προσευχής και δεν έχει ανάγκην της παρουσίας του ανθρώπου.
Κατά την πορείαν του συνεχούς εσωτερικού πολέμου ο ασκητής συναντάται μετά τριών ειδών διορατικότητος: Πρώτον είδος είναι η φυσική εις ωρισμένους ανθρώπους διαίσθησις, ήτις λεπτύνεται δια της ασκητικής βιοτής· δεύτερον η κατά δαινομικήν ενέργειαν και τρίτον η κατά }221} την δωρεάν της χάριτος.
Και τα τρία ταύτα είδη διορατικότητος είναι αίτια βασάνων. Κατά το πρώτον ήτοι της εκ φύσεως διαισθήσεως, ο πόνος εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της οξείας λεπτότητος και ευαισθησίας του νευροψυχικού συστήματος. … Κατά το δεύτερον … εμφανίζηται ενίοτε η δυνατότης να «διαβλέψης» την ξένην σκέψιν, όμως ο βαθύς εσωτερικός άνθρωπος παραμένει απρόσιτος.
Η χαρισματική πνευματική διορατικότης αποκαλύπτει τα βάθη της ανθρωπίνης ψυχής, συχνάκις κεκρυμμένα από του ιδίου του ανθρώπου. }222} … Δώρον ούσα του Θεού είναι έμπλεως αγάπης, βλέπει δε, ως επί το πλείστον την αμορφίαν και αδοξίαν του ανθρώπου, και πονεί και οδυνάται υπέρ αυτού. Είναι πάθος αγάπης. Οι φορείς του χαρίσματος τούτου ουδέποτε επιδιώκουν να διατηρήσουν αυτό. }223}
Ηνωμένη αύτη (η εκ πείρας διορατικότητα) μέχρι τινος μετά της χαρισματικής διορατικότητος αποτελεί το λεγόμενον «χάρισμα διακρίσεως», όπερ οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν ως ανώτατον ασκητικόν επίτευγμα. Η ουσία της διακρίσεως έγκειται αφ’ ενός μεν εις την ικανότητα διαγνώσεως της προελεύσεως εκείνου ή του άλλου πνευματικού φαινομένου, εάν τουτέστι προέρχηται εκ της χάριτος ή εκ δαιμονικής επιδράσεως ή είναι απλώς αποτέλεσμα φυσικής ικανότητος του προσώπου· αφ’ ετέρου δε εις την γνώσιν της τάξεως της πνευματικής ζωής ήτοι της ακολουθίας των πνευματικών καταστάσεων και της σχετικής αυτών τιμής ή αξίας.
Είναι πολύτιμον εις τους πνευματικούς καθοδηγητάς διότι ο εχθρός αρέσκεται να ενδύηται μορφήν αγγέλου φωτός, και σπάνιοι είναι εκείνοι οίτινες δύνανται να διακρίνουν αυτόν μετά βεβαιότητος. }223}
Σύνηθες φαινόμενον εν τη πνευματική ζωή μοναχών και μη μοναχών είναι η απόκλισις ή και η ανατροπή αυτής της ιεραρχίας (των πνευματικών καταστάσεων), ήτις έγκειται εις το ότι ωρισμένη τις πνευματική κατάστασις ή ασκητική εργασία ικανοποιεί τον άνθρωπον και αυτός αρνείται να προχωρήση εις το επόμενον στάδιον της οδού θεωρών (ΥΠΑΚΟΗΣ ΑΝΑΓΚΗ) την νέαν παρουσιασθείσαν χάριν και γνώσιν κατωτέραν της προηγουμένης μορφής της ασκήσεως αυτού και ούτω θέτει όριον εις την περαιτέρω ευδοκίμησιν αυτού. }224}
Πολλοί έλαβον την χάριν και ουχί μόνον εκ των μελών της Εκκλησίας αλλά και εκ των εκτός Αυτής όντων (διότι παρά τω Κυρίω «ουκ έστι προσωποληψία»), αλλ’ ουδείς διεφύλαξε την πρώτην χάριν, και μόνον ολίγοι επανέκτησαν αυτήν. Όστις αγνοεί την περίοδον της εκ δευτέρου ελεύσεως της χάριτος, όστις δεν διήλθε τον αγώνα δια την επιστροφήν αυτής ούτος κατ’ ουσίαν δεν έχει ει μη ακρωτηριασμένην τινά πνευματικήν πείραν. }225}
Να ενθυμήται τις πνευματικόν τι είναι δύσκολον διότι εν τη πνευματική σφαίρα ελάχιστοι εξωτερικαί μορφαί και εικόνες υπάρχουν, ώστε να στηριχθή επ’ αυτών η υλική μνήμη. Μήπως δι’ αυτόν τον λόγον ο Παντογνώστης Κύριος εκήρυξεν εις τον λαόν την διδαχήν Αυτού περί των μυστηρίων της Εκκλησίας δια παραστατικών εικόνων εκ της καθημερινής πραγματικότητος και εν παραβολαίς; … Να ενθυμήται όμως πραγματικώς την πνευματικήν διδασκαλίαν των Πατέρων δύναται μόνον εκείνος όστις εβίωσεν αυτήν εκείνος εις τον οποίον εδόθη άνωθεν η υπαρξιακή γνώσις των μυστηρίων του πνευματικού κόσμου (ΑΝΑΓΩΓΗ).
Ο Γέρων … ηδύνατο μετ’ εκπληκτικής οξυδερκείας να διακρίνη την πραγματικήν αλήθειαν εκ των προσωπείων εκείνων και των φασμάτων αυτής, άτινα αφεύκτως συναντούν τον άνθρωπον αναβαίνοντα εις το όρος της Θεοπτίας. }226}

Η’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΘΕΩΡΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

Επί τη θέα του ακτίστου Φωτός επικρατεί προ παντός άλλου η αίσθησις του ζώντος Θεού, απορροφώσα τον όλον άνθρωπον· άϋλος αίσθησις του Αΰλου· αίσθησις νοερά, ουχί δε λογική· αίσθησις μετ’ εξουσιαστικής δυνάμεως απράζουσα τον άνθρωπον εις άλλον κόσμον, όμως τοσούτον γαληνώς, ώστε δεν αντιλαμβάνεται ούτος την στιγμήν καθ’ ήν ετελέσθη τούτο μετ’ αυτού, και δεν γινώσκει περί εαυτού εάν είναι εν σώματι ή εκτός του σώματος. Λαμβάνει τότε συνείδησιν εαυτού τοσούτον ενεργώς και βαθέως, όσον ποτέ άλλοτε εις την συνήθη αυτού ζωήν, και εν ταυτώ επιλανθάνεται εαυτού και του κόσμου, εμπλησθείς υπό της γλυκύτητος της αγάπης του Θεού. Πνεύματι ορά τον Αόρατον, αναπνέει Αυτόν, όλος ών εν Αυτώ.
Μετά της υπερλόγου και υπερπλήρους αυτής αισθήσεως του ζώντος Θεού συνενούται όρασις φωτός αλλά φωτός ετερογενούς του φυσικού. Τότε ο ίδιος ο άνθρωπος μένει εν τω φωτί και εξομοιούται προς το θεώμενον φως πνευματοποιείται υπ’ αυτού, και δεν βλέπει και }227} δεν αισθάνεται ούτε την ιδίαν αυτού υλικότητα, ούτε την υλικότητα του κόσμου (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ).
Η όρασις έρχεται ακαταλήπτω τρόπω εις καιρόν κατά τον οποίον δεν αναμένεται. Δεν έρχεται έξωθεν ουδέ έτι έσωθεν, αλλ’ ανεκφράστως περιπτύσσεται το πνεύμα του ανθρώπου εισάγουσα αυτό εις τον κόσμον του Θείου Φωτός. Και δεν δύναται ούτος να είπη εάν εγένετο εν εκστάσει, τουτέστιν εκτός του σώματος, διότι ουδέ την εις το σώμα επιστροφήν αντιλαμβάνεται.
Το Θείον Φως θεωρείται ανεξαρτήτως συνθηκών και εις το αφεγγές της νυκτός και εις το φαεινόν της ημέρας. Η ευδοκία του Θεού καταβαίνει ενίοτε κατά τοιούτον τρόπον, ώστε διατηρείται η αντίληψις και του σώματος και του πέριξ κόσμου. Τότε ο άνθρωπος δύναται να μένη ανοικτοίς οφθαλμοίς και εν ταυτώ να βλέπη δύο φώτα, και το φυσικόν και το Θείον Φως. Η τοιαύτη όρασις καλείται υπό των Αγίων Πατέρων όρασις φυσικοίς οφθαλμοίς. Τούτο δεν σημαίνει όμως ότι η όρασις του Θείου Φωτός είναι κατά πάντα ανάλογος της συνήθους ψυχοφυσιολογικής πορείας της φυσικής οράσεως. Τουτέστι δεν σημαίνει ότι το Θείον Φως είναι όμοιον του φυσικού, όπερ ανεξαρτήτως της επιστημονικής περί φωτός θεωρίας την οποίαν αποδεχόμεθα, προκαλεί την γνωστήν διέγερσιν του οπτικού νεύρου, ήτις εν συνεχεία μεταβαίνει εις την ψυχολογικήν διαδικασίαν της οράσεως. Το Θείον Φως είναι διάφορον κατά την φύσιν αυτού, είναι φως νοερόν, }228} φως πνευματικόν, φως αγάπης, φως ζωής.
Εικών του Θείου Φωτός εν τω φυσικώ κόσμω είναι το φυσικόν φως. Ως η θέα των πέριξ ημών αντικειμένων είναι δυνατή μόνον όταν υπάρχη φως, και εάν το φως είναι αμυδρόν ο οφθαλμός μόλις διακρίνει τα αντικείμενα, εάν δε είναι αφθονώτερον, τότε ευκρινέστερον βλέπει, τέλος δε εν τω πλήρει ηλιακώ φωτί η όρασις φθάνει το γνωστόν πλήρωμα, ούτω και εν τω πνευματικώ κόσμω πάσα αληθής όρασις είναι δυνατή μόνον εν τω Θείω Φωτί και ουχί άλλως. Τούτο το φως παρέχεται εις τον άνθρωπον εις διάφορον μέτρον. Και η πίστις είναι φως, αλλ’ ανεπαρκές. Και η ελπίς είναι φως, αλλ’ έτι ατελές. Και η αγάπη είναι φως, αλλ’ ήδη τέλειον.
Όστις προ της οράσεως του ακτίστου Φωτός αυθαδώς «δια του νοός αυτού» απλούται εις την θεωρίαν των μυστηρίων του πνεύματος, ούτος ουχί μόνον δεν επιτυγχάνει του σκοπού αυτού αλλ’ έτι και την οδόν φράσσει έμπροσθεν αυτού. Θα ίδη μόνον προσωπεία της αληθείας, φανταζόμενα υπ’ αυτού του ιδίου ή προσφερόμενα παρ’ απατηλών δαιμονικών δυνάμεων (ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ).
Η γνησία θεωρία έρχεται άνωθεν ηρέμα. Η υπαρξιακή θεωρία δεν είναι ό,τι η αφηρημένη, η διανοητική. Είναι ποιοτικώς διάφορος, είναι το φως της ζωής διδόμενον }229} παρά της ευδοκίας του Θεού και η οργανική προς αυτό οδός είναι ουχί η διανόησις αλλ’ η μετάνοια.
Το Θείο Φως είναι η αιώνιος ζωή, η Βασιλεία του Θεού, η άκτιστος ενέργεια της Θεότητος. Όν ετεροφυές ως προς την κτιστήν ημών φύσιν, δεν περιλαμβάνεται φυσικώς εν τω ανθρώπω, και ως εκ τούτου δεν δύναται να φανερωθή εν ημίν δι’ οιωνδήποτε ασκητικών μέσων, αλλ’ έρχεται αποκλειστικώς ως δώρον του Ενός Αγαθού.
… Ο μακάριος Γέρων εβεβαίου ότι όταν ο Θεός εμφανίζηται εν μεγάλω φωτί τότε ο άνθρωπος ουδόλως αμφιβάλλει ότι ο επιφανής είναι ο Κύριος ο Δημιουργός ο Παντοκράτωρ. Αλλ’ όστις ηξιώθη αμυδράς εισέτι θεωρίας του φωτός ούτος δεν δύναται να αντιληφθή σαφώς το ετεροφυές του θεωρουμένου φωτός ως προς την ψυχήν αυτού, (ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ) και δι’ αυτόν η οδός προς την βεβαιοτέραν επίγνωσιν δύναται να είναι ή η πλήρης εμπιστοσύνη εις την πείραν των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, αξιωθέντων της αυθεντικής θεωρίας, ή η περαιτέρω επανάληψις την επισκέψεων και των άρσεων της χάριτος, αίτινες θα διδάξουν αυτόν να διακρίνη την άκτιστον θείαν ενέργειαν από της φυσικής ενεργείας του ανθρώπου. }230}
Η ψυχή κατά την όρασιν αυτήν και μετ’ αυτήν είναι πεπληρωμένη βαθείας ειρήνης και γλυκείας θείας αγάπης. Τότε δεν υπάρχει εν αυτή επιθυμία ούτε δόξης ούτε πλούτου ούτε οιασδήποτε γηΐνης ευτυχίας ουδ’ εισέτι και αυτής της ιδίας της ζωής. Πάντα ταύτα λογίζονται «σκύβαλα είναι» και έλκεται επιθυμητικώς προς το ζών άπειρον τον Χριστόν …
Εκ των ως άνω περιγραφέντων δύο τρόπων θεωρίας του Θείου φωτός ο Γέρων έδιδε την προτίμησιν εις εκείνον, καθ’ όν «ο κόσμος λησμονείται εντελώς», ήτοι όταν κατά την ώραν της προσευχής το πνεύμα του ανθρώπου έξω των εικόνων του κόσμου εισέρχηται εις την σφαίραν του αλήκτου φωτός, διότι η τοιαύτη όρασις παρέχει μεγαλυτέραν γνώσιν των μυστηρίων του «μέλλοντος αιώνος».
Ο άνθρωπος είναι εικών του Θεού. Αλλ’ ερωτάται: Εις τι συνίσταται η εν αυτώ εικών του Θεού; Ή άλλως: Εις τι περιέχεται η εικών αύτη: Εν τω σώματι; Εν τη ψυχική ή εν τη ψυχοσωματική συστάσει του ανθρώπου; Εν τω τριμερεί των ψυχικών αυτού δυνάμεων ή εκδηλώσεων; … Η απάντησις εις το ερώτημα τούτο είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκος. Διαθλάσεις τινές και ανταύγειαι της εικόνος του Θεού δεν αποκλείονται εξ όλων όσων ηριθμήσαμεν }231} ανωτέρω αλλά το ουσιωδέστερον είναι η μορφή της υπάρξεως. Το κτιστόν όν κατά την δωρεάν της θείας ευδοκίας κοινωνεί της ακτίστου ανάρχου Υπάρξεως … Πώς είναι δυνατόν; Τούτο είναι τοσούτον ανεξήγητον όσον ακατάληπτον και ανεξιχνίαστον είναι το μυστήριον της εκ του «μηδενός» δημιουργίας του κόσμου. Και όμως τοιαύτη είναι η ευδοκία του Ουρανίου Πατρός, ώστε ο κτισθείς «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού να είναι πεπροικισμένος δι’ ικανότητος να δεχθή την θέωσιν, να γίνη δηλαδή κοινωνός της Θείας ζωής, όπως δεχθή τον θείον τρόπον υπάρξεως, να καταστή θεός κατά χάριν.
Ο άνθρωπος αποδέχεται την θέωσιν, ήγουν εν τη πραγματώσει της θεώσεως ο Θεός είναι η ενεργούσα αρχή ο δε άνθρωπος η προσλαμβάνουσα. Η πρόσληψις όμως αύτη δεν είναι καθαρώς παθητική, η δε θέωσις δεν δύναται να συντελεσθή άλλως ει μη δια της συμφωνίας και δη της συνεργίας του ιδίου του ανθρώπου. Εν εναντία περιπτώσει αφανίζεται και αυτή η δυνατότης της θεώσεως. Εις τούτο έγκειται η ουσιώδης διαφορά της αρχικής πράξεως της δημιουργίας από του ακολουθούντος αυτής σταδίου της θεώσεως της λογικής κτίσεως. }232}
Η χριστιανική απάθεια δεν είναι απέκδυσις της υπάρξεως, αλλ’ επένδυσις νέας ζωής, αγίας, αιωνίας, τουτέστιν επένδυσις Θεού. Ως ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Ου θέλομεν εκδύσασθαι, αλλ’ επενδύσασθαι, ίνα καταποθή το θνητόν υπό της ζωής».
Η απάθεια του Θεού δεν είναι απουσία εν Αυτώ κινήσεως, συμπαθείας, αγάπης. … Η κίνησις η συμπάθεια η αγάπη και τα όμοια δεν εισάγουν εν γένει την σχετικότητα εις το Είναι του Θεού; Ούτως ομιλούντες δεν αποδίδομεν εις τον Θεόν ανάξιον Αυτού ανθρωπομορφισμόν; }233}
Ο Θεός είναι όλος ζωή, όλος αγάπη. Ο Θεός είναι όλος φως … Ο Θεός είναι Θεός ζων και δυναμικός, αλλά το δυναμικόν της Θείας ζωής είναι ατελεύτητον και άναρχον πλήρωμα υπάρξεως αποκλείον οιανδήποτε θεογονικήν εξέλιξιν.
Ο Θεός αγαπά τον κόσμον, ενεργεί εν τω κόσμω, έρχεται εις τον κόσμον, σαρκούται, πάσχει και εισέτι θνήσκει εν σαρκί μη παύων να είναι απαράλλακτος εις το υπερκόσμιον Αυτού Είναι. Πάντα ταύτα τελεί ωσαύτως απαθώς, ως και έξω εκτάσεως περιβάλλει ολοκληρωτικώς εν τη αιωνιότητι Αυτού πάσας τας εκτάσεις και πάσας τας εξελίξεις του κτιστού όντος. }234}
Επιδιώκων την θεομίμητον απάθειαν ο ορθόδοξος ασκητής εννοεί αυτήν ουχί ως «ψυχράν αδιαφορίαν», ουχί ως «απέκδυσιν της φασματικής υπάρξεως», ουχί ως θεωρίαν «πέραν του καλού και του κακού», αλλ’ ως την εν Αγίω Πνεύματι ζωήν.
Ο απαθής είναι πλήρης αγάπης, συμπαθείας και ευσπλαχνίας, αλλά πάντα ταύτα προέρχονται εκ του Θεού του ενεργούντος εν αυτώ. Η απάθεια δύναται να ορισθή ως «η απόκτησις του Αγίου Πνεύματος»· ως ο ζων εν ημίν Χριστός.
Η οργανική οδός προς την απάθειαν είναι η πίστις εννοουμένη ουχί ως λογική πεποίθησις αλλ’ ως αίσθησις του ζώντος Θεού.
Και η πίστις είναι αγάπη αλλ’ αμυδρά. Και η ελπίς είναι αγάπη αλλ’ ατελής. Οσάκις η ψυχή αναβαίνει εκ κατωτέρου βαθμού αγάπης εις ανώτερον απαραιτήτως }235} διέρχεται δια του φόβου. Η αγάπη δια της εμφανίσεως αυτής διώκει τον φόβον, αλλ’ ούτος διωχθείς δια της μικράς αγάπης γεννάται εκ νέου κατά την διάβασιν της ψυχής προς μεγαλυτέραν αγάπην, ίνα υπερνικηθή και πάλιν δια της αγάπης. Και μόνον η τελεία αγάπη, κατά την μαρτυρίαν του Μεγάλου της αγάπης Αποστόλου, εντελώς έξω βάλλει τον φόβον, αλλά τον φόβον εκείνον, όστις «κόλασιν έχει».
Υπάρχει όμως και άλλος τις φόβος Θεού πλήρης χαράς και πνοής αγίας αιωνιότητος. Περί του φόβου τούτου όστις δεν πρέπει να εγκαταλείπη τον άνθρωπον εν όσω ευρίσκεται επί της γης ο Γέρων λέγει τα εξής:
«Ενώπιον του Θεού πρέπει να ζης εν φόβω και αγάπη. Εν φόβω διότι Εκείνος είναι ο Κύριος εν φόβω, ίνα μη θλίψης τον Κύριον δια κακού λογισμού· εν αγάπη δε, διότι ο Κύριος είναι αγάπη».
Η νοερά ησυχία του ορθοδόξου μοναχού γεννάται οργανικώς εκ της βαθείας μετανοίας και εκζητήσεως της τηρήσεως των εντολών του Χριστού. Ουδόλως είναι τεχνητή τις εφαρμογή εν τη πνευματική ζωή της αρεοπαγιτικής θεολογίας. Αι θεολογικαί θέσεις των «αρεοπαγιτικών» δεν αντιφάσκουν προς τα αποτελέσματα της ησυχίας και υπ’ αυτήν την έννοιαν συνορεύουν και συμπίπτουν μετ’ αυτής· αλλά θεωρούμεν αναγκαίον να υπογραμμίσωμεν ως τα μάλα ουσιώδες σημείον ότι βάσις και αφετηρία της ησυχίας δεν είναι η αφηρημένη φιλοσοφία της αποφατικής θεολογίας, αλλ’ η μετάνοια και ο αγών κατά του ενεργούντος εν ημίν «νόμου της αμαρτίας». Και εις αυτήν ακριβώς την οδόν επεκτεινόμενοι προκειμένου να καταστήσωμεν τας εντολάς του Χριστού μοναδικόν και καθολικόν νόμον της προσκαίρου και της αιωνίου ημών υπάρξεως, πνεύματι απτόμεθα του ακαταλήπτου της Θεότητος. Εν αυτή ακριβώς τη οδώ απεκδύεται το πνεύμα του ανθρώπου πάσας τας εικόνας του κόσμου }236} και ενδιαίταται υπέρ τον κόσμον.
Το τελευταίον τούτο τελείται εν τω ανθρώπω όταν ούτος συνειδητοποιήση εαυτόν «χείρονα πάσης κτίσεως».

Το Θείον Όν απολύτως ενεργοποιούμενον, αποκλείει την εν Αυτώ παρουσίαν μη ενεργοποιημένων δυνάμεων, και ως τοιούτον δύναται να ορισθή ως Καθαρά Ενέργεια (actus purus).
Το Θείον Όν ως Αυτο-Όν, ουδεμίαν έχον αιτίαν εκτός Εαυτού παντέλειον εξ αρχής είναι δια το κτιστόν όν δεδομένον (datum), και ως τοιούτον δύναται να καθορισθή ως Καθαρόν Γεγονός (factus purus).
Ως Ενέργεια μεν το Θείον Όν είναι κοινωνητόν εις το κατ’ εικόνα λογικόν κτίσμα, και τούτο εν πάση τη πληρότητι και απειρία Αυτού· ως Γεγονός δε είναι απολύτως υπερβατικόν και ακοινώνητον Μυστήριον, δια παντός παραμένον ανέφικτον και ακατανόητον εις το κτιστόν όν.
Ότι η Ενέργεια του Θείου Όντος είναι κοινωνητή εις την ανθρωπίνην φύσιν εν όλω αυτής τω πληρώματι, εδείχθη υπό του «ανθρώπου Χριστού Ιησού». Όστις είναι το μέτρον παντός πράγματος θείου τε και ανθρωπίνου και η υστάτη βάσις δια πάσαν κρίσιν. Ο Απόστολος Φίλιππος είπεν εις τον Χριστόν «δείξον ημίν τον Πατέρα», και έλαβε την απάντησιν: «Ο εωρακώς Εμέ εώρακε τον Πατέρα». Αλλά θα ηδύνατο επίσης να λεχθή: Ο εωρακώς τον Χριστόν εώρακεν εαυτόν ως ώφειλε να είναι κατά την βουλήν του Πατρός «προ καταβολής κόσμου». }237}
Το Θείον Όν είναι ως είπομεν Καθαρά Ενέργεια, και ο άνθρωπος δημιουργηθείς εν αρχή ως καθαρά δυναμικότης, όταν πλήρως ενεργοποιηθή (actualisé) και τελειωθή, τότε και αυτός καθίσταται καθαρά ενέργεια.
Η Θεία Γραφή λέγει «εν τω φωτί Σου οψόμεθα Φως». Τούτο δε διότι η θεωρία του Ακτίστου Θείου Φωτός είναι αδύνατος, εκτός εάν ευρίσκηταί τις εν καταστάσει φωτισμού δια της χάριτος, καταστάσει δυνάμει της οποίας η πράξις της θεωρίας καθ’ εαυτήν είναι προ παντός άλλου κοινωνία μετά του Ζώντος Θεού, μετοχή της Θείας Ζωής. Όταν όμως ο νους ευρισκόμενος εν τη Θεία θεωρία, επεκτείνηται να γνωρίση και εν τη Ουσία Αυτού τον Θεόν, τότε συναντά το απολύτως αδιείσδυτον μυστήριον του Καθαρού Γεγονότος, και τούτο αποτελεί τον λεγόμενον «Θείον γνόφον».
Το άφθαστον το απολύτως υπερβατικόν της ουσίας του Θείου Είναι, εκφράζει ο Απόστολος Παύλος ούτως: }238} «Ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων … φως οικών απρόσιτον, Όν είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται». Και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος λέγει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ών εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο».

Κατά την τέλεσιν της «επιστημονικής» νοεράς προσευχής η ψυχή του ανθρώπου εισέρχεται εις τινα ιδιαιτέρου χαρακτήρος γνόφον.
Εις τον περί ου ο λόγος «γνόφον» βυθίζεται εσωτερικώς η ψυχή του ασκητού όταν ούτος εθελουσίως μέσω ειδικών μεθόδων απεκδύηται πάσαν παράστασιν και }239} φαντασίαν των ορατών πραγμάτων και των λοιπών συλλογισμών και εννοιών, όταν υπ’ αυτού «καθηλούνται» ο νους και η φαντασία. Δια τούτο δυνατόν να κληθή «γνόφος απεκδύσεως». Την προσευχήν δε αυτήν καλούν συνήθως «επιστημονικήν», διότι τελείται κατά ειδικήν επί τούτω μέθοδον.
Εάν ζητήσωμεν ορισμόν της πνευματικής «θέσεως» του γνόφου αυτού δυνάμεθα να είπωμεν ότι ίσταται εις τα όρια της θεωρίας του ακτίστου Φωτός. Όταν όμως η εργασία της νοεράς προσευχής τελήται άνευ της βαθείας μετανοίας και της προς τον Θεόν ευκτικής εφέσεως τότε η γυμνή εξ όλων των παραστάσεων ψυχή δύναται να διαμείνη επί απροσδιόριστον χρονικόν διάστημα εν τω γνόφω τούτω μη βλέπουσα τον Θεόν διότι εν τω γνόφω τούτω ο Θεός καθ’ εαυτόν δεν εμφανίζεται.
Διαμένων εν τω γνόφω της απεκδύσεως από παντός ορατού και νοητού ο νους λαμβάνει πείραν ιδιομόρφου τερπνότητος και αναπαύσεως, εάν δε τότε στραφή πως εφ’ εαυτόν, δύναται να αισθανθή ομοίωσίν τινα φωτός· τούτο όμως δεν είναι το άκτιστον Φως της Θεότητος, αλλά φυσικόν ιδίωμα του νοός, κτισθέντος κατ’ εικόνα του Πρώτου Νοός, τουτέστι του Θεού.
Ως έξοδος πέραν των ορίων του χρόνου, η θεωρία αύτη δυνατόν να οδηγήση τον νουν εις διαίσθησιν της αχρόνου διαστάσεως και να καταστήση τον άνθρωπον κάτοχον νέας γνώσεως, εν τούτοις αφηρημένης εισέτι. Ουαί δε εις εκείνον όστις εκλαμβάνει την σοφίαν ταύτην ως γνώσιν του αληθινού Θεού και την θεωρίαν ταύτην ως μετοχήν εις την θείαν ύπαρξιν. Ουαί, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει ο γνόφος της απεκδύσεως ιστάμενος επί των ορίων της αληθούς θεοπτίας, αποβαίνει αδιαπέραστον κάλυμμα της Θεότητος και ισχυρόν μεσότοιχον χωρίζον εκ του Θεού πλείον ή τα βάναυσα και υλώδη πάθη, ή ο σκοτισμός των φανερών δαιμονικών υποβολών, ή η συσκότισις }240} εκ της απωλείας της χάριτος ή της εγκαταλείψεως υπό του Θεού. Ουαί διότι θα επρόκειτο περί απάτης, «πλάνης». Εν τω γνόφω της απεκδύσεως δεν είναι εισέτι ο Θεός.
Ο γνόφος της ασκητικής απεκδύσεως δεν είναι απαραίτητος προς εμφάνισιν του ακτίστου Φωτός. Ο Θεός δύναται να εμφανισθή εις πάσαν οδόν εις πάντα άνθρωπον, προσέτι και εις τους διώκτας Αυτού. }241}
Μετά την έκλειψιν του επιφανέντος φωτός η ψυχή του ανθρώπου νοσταλγεί και διψαλέως ζητεί αυτό πάλιν δι’ όλων των τρόπων (Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ), εξ ών και ο της επιστημονικής νοεράς προσευχής. Η καταφυσή εις την ασκητικήν αυτήν τέχνην ως έδειξεν αιωνόβιος πείρα είναι πάντη νόμιμος, αλλά δεν πρέπει να υπερτιμάται η σπουδαιότης αυτής καθώς και αντιστρόφως δεν πρέπει να απορρίπτηται όπως απορρίπτουν αυτήν ένιοι ασύνετοι. }242}
Προς εφαρμογήν της «επιστημονικής» νοεράς προσευχής ευνοϊκαί εξωτερικαί συνθήκαι είναι η πλήρης κατά το δυνατόν ανάπαυσις από παντός ερεθισμού των αισθήσεων και προ παντός το σκότος και η σιωπή. }243}

Θ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞ ΑΥΤΗΣ ΓΕΝΝΩΜΕΝΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ

Η εντολή του Χριστού δεν είναι ως ήδη είπομεν ηθικός κανών αλλ’ αυτή καθ’ εαυτήν η προβολή της αιωνίου θείας ζωής εν τω κόσμω τούτω. Ο γηγενής δεν έχει αυτήν την ζωήν εν τω κτιστώ είναι αυτού, και δια τούτο δεν δύναται να ζη κατά τας εντολάς του Θεού δια των φυσικών αυτού δυνάμεων.
Εκ της πείρας ο χριστιανός πείθεται ότι η χάρις κατά την ενέργειαν και ιδιότητα αυτής, δύναται να είναι μόνον θείας προελεύσεως. Δια της πείρας περαιτέρω βεβαιούται ότι ουχί μόνον ο άνθρωπος ζωτεί τον Θεόν, αλλά και ο Ίδιος ο Θεός ζητεί τον άνθρωπον και δη εις βαθμόν ασυγκρίτως μεγαλύτερον. Ο Θεός ζητεί τον άνθρωπον δια παντός και δια τούτο ευθύς ως ο άνθρωπος εκδηλώση την έφεσιν αυτού προς το αγαθόν και την επιθυμίαν προς πραγματοποίησιν αυτού η χάρις «προλαμβάνει» αυτόν. Η επενέργεια της χάριτος όμως δεν υπόκειται εις την προαίρεσιν του ανθρώπου.
Γνωρίσας τούτο δια πείρας ο ορθόδοξος μοναχός θέτει όλον το νόημα της ζωής αυτού εις την απόκτησιν της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. }246}
Επί τη βάσει των δεδομένων της ιστορίας της Εκκλησίας και της επικοινωνίας ημών μετά πολλών ασκητών κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα ότι η πείρα της χάριτος εις όσους ηξιώθησαν μεγάλων επισκέψεων και οράσεων, μόνον μετά παρέλευσιν πολλών χρόνων ασκήσεως αφομοιούται βαθύτερον και λαμβάνει μορφήν πνευματικής γνώσεως. Αυτήν ακριβώς την γνώσιν προτιμώμεν να ορίσωμεν ως «δογματικήν συνείδησιν».
Η ιστορική πείρα της Εκκλησίας … παρέχει την δυνατότητα να καθορίσωμεν ως απαραίτητον προς αφομοίωσιν της χάριτος το διάστημα δεκαπέντε ετών και πλέον.
Εις την ζωήν του Γέροντος Σιλουανού βλέπομεν ότι παρήλθον τριάκοντα και πλέον έτη πριν ή εκμυστηρευθή την πείραν αυτού εγγράφως μεθ’ ωρίμου δογματικής συνειδήσεως. Τοσούτον μακρά είναι η πορεία της αφομοιώσεως της χάριτος.
Η δογματική εκείνη συνείδησις την οποίαν έχομεν υπ’ όψιν είναι καταστάλαγμα μακροχρονίου πείρας της χάριτος ουχί δε διανοητικής εργασίας. }247}
Η ασκητική δογματική συνείδησις δεν είναι λογική ανάλυσις πνευματικών βιωμάτων, πράγμα εν γένει ψυχολογικώς φυσικόν. Διότι η λογική αυτοεξέτασις κατά την ώραν της θείας επισκέψεως ουχί μόνον υποστέλλει την έντασιν της θεωρίας του Φωτός, αλλ’ οδηγεί και εις την κατάπαυσιν της ενεργουμένης θεωρίας. Τότε η απογεγυμνωμένη εκ της χάριτος ψυχή βυθίζεται εις κενόν, και δεν απομένει εν αυτή ει μη απλώς αφηρημένη τις γνώσις εστερημένη δυνάμεως ζωής.
Τι το όφελος να πραγματεύησαι περί της φύσεως της χάριτος μη έχων εν σοι την ενέργειαν αυτής; Τι το όφελος να καλλιλογής περί Θαβωρίου Φωτός, μη διαμένων εν αυτώ υπαρξιακώς;
Όταν εκχέηται επί του ανθρώπου η ευδοκία του Θεού τότε απουσιάζει εκ της ψυχής πάσα τάσις προς έκφρασιν της πείρας εις λογικάς εννοίας και ερμηνείας. Η ψυχή γνωρίζει αληθώς δι’ αναποδείκτου αλλά και μη εχούσης χρείαν αποδείξεων, γνώσεως ότι ζη εν τω αληθινώ Θεώ. Και εάν υπάρχη εισέτι δύναμις τις εν αυτή τότε ορέγεται μείζονος πληρώματος εάν δε πάλιν η ενέργεια του Θεού υπερβαίνη τας δυνάμεις αυτής τότε αναπαύεται εν μακαρία εξαντλήσει. }248} … Ο Θεός γνωρίζεται δια της πίστεως και της ζώσης μετ’ Αυτού κοινωνίας, όταν δε εισέρχηται ο ανθρώπινος λόγος δια της ιδιαζούσης εις αυτόν σχετικότητος και ρευστότητος τότε διανοίγεται πεδίον προς ατελευτήτους απορίας και αντιφάσεις.
Δυνατόν να λεχθή μετά βεβαιότητος ότι ουδείς των Αγίων θα επεδίωκε την δια λόγων έκφρασιν βιωθείσης άνωθεν δωρεάς· μάλλον θα ετήρουν σιγήν περί του μυστηρίου του μέλλοντος αιώνος, εάν δεν προεβάλλετο ενώπιον αυτών το καθήκον να συμμερισθούν ταύτην μετά του πλησίον, εάν η αγάπη δεν εγέννα την ελπίδα ότι τινές «έστω και μια ψυχή» ως γράφει ο Γέρων θα ακούσουν τον λόγον και θα αναλάβουν μετάνοιαν προς σωτηρίαν.
Αι βάσεις της δογματικής γνώσεως δίδονται ακεραίως κατά την πρώτην ήδη πείραν της χάριτος … η αφομοίωσις του δώρου τούτου υπό του ανθρώπου συνδέεται μετά μακράς εσωτερικής διαδικασίας.
Αλλ’ όσον μέγα και αν είναι το πρώτον δώρον της Θείας χάριτος, εφ’ όσον δεν έχει αφομοιωθή είναι δυνατόν }249} ο άνθρωπος να υποστή ουχί μόνον κλονισμόν, αλλά και πτώσιν.
Η πρώτη πείρα Θείας επισκέψεως πλήττει βαθέως τον όλον άνθρωπον και έλκει αυτόν καθ’ ολοκληρίαν προς την εσωτερικήν ζωήν, την προσευχήν, τον αγώνα κατά των παθών. Είναι περίοδος πλουσία καρδιακών αισθημάτων και γέμει βιωμάτων τοσούτων ισχυρών ώστε ο νους όλος προσελκύεται εις την συμμετοχήν αυτών (Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ). … Μόνον μετά παρέλευσιν πολλών ετών … ο άνθρωπος ανακαλύπτει εντός αυτού το φως της γνώσεως των οδών του Πνεύματος, το ελθόν μυστικώς «άνευ παρατηρήσεως». Αύτη είναι η υφ’ ημών κληθείσα δογματική συνείδησις, η βαθεία ζωή του πνεύματος, και ουχί η αφηρημένη γνώσις.
Ο Θεός δεν είναι φθονερός. Ο Θεός δεν είναι φίλαυτος ούτε φιλόδοξος. Αυτός ο Ίδιος ταπεινώς και υπομονητικώς ζητεί έκαστον άνθρωπον εν πάσαις ταις οδοίς }250} αυτού. Δια τούτο έκαστος δύναται κατά τούτο ή εκείνο το μέτρο να γνωρίση τον Θεόν ουχί μόνον εν τη Εκκλησία, αλλά και εκτός Αυτής, αν και η τελεία επίγνωσις του Θεού άνευ του Χριστού ή και εκτός Χριστού, δεν είναι δυνατή. }251}
Αι αφηρημέναι παραστάσεις δυνατόν να αντιστοιχούν προς την αληθινήν ύπαρξιν. Αλλά και εν τοιαύτη εισέτι περιπτώσει, ένεκα ελλείψεως θετικής πείρας της χάριτος δεν συνιστούν την γνώσιν εκείνην του Θεού, ήτις ως εκ της φύσεως αυτής είναι η αιώνιος ζωή. Είναι πάντως πολύτιμοι διότι δύνανται να οδηγήσουν τον άνθρωπον εις την ασφαλή οδόν της πνευματικής ζωής (ΔΟΓΜΑΤΑ).
Ο θεολόγος-ορθολογιστής γνωρίζει πλήθος προβλημάτων και ζητεί λύσιν εν ταις οδοίς της εγκεφαλικής διανοήσεως. Η πραγματική θρησκευτική πείρα δυνατόν να μη είναι μεγάλη. Η πείρα αυτού κυρίως ανήκει εις την σφαίραν του λογικού και ουχί της ζώσης Θεοκοινωνίας. Την επιστημονικήν πολυμάθειαν και την λογικήν αυτού πείραν εκλαμβάνει ως πνευματικόν πλούτον και εκτιμά αυτόν τοσούτον, ώστε πάσα άλλη γνώσις και πείρα εν τοις οφθαλμοίς αυτού υποχωρούν εις δευτερεύουσαν θέσιν.
Δια τον γνησίως πνευματικόν άνθρωπον τον ζητούντα την ζώσαν Θεοκοινωνίαν, τον ζώντα Θεόν, οφθαλμοφανής είναι η αφέλεια της στάσεως του ορθολογιστού. Απορεί κατά τινα τρόπον δεν εννοεί, πως δύναται ο γνωστικός άνθρωπος να ικανοποιήται δια των εικασιών και των αφηρημένων οικοδομημάτων αυτού. Οι ορθολογισταί επί παραδείγματι επί αιώνας μάχονται δια την επίλυσιν του προβλήματος της σχέσεως χάριτος και κτιστής ελευθερίας. Ούτοι επιλανθάνονται θα έλεγε τις ότι }252} υπάρχει άλλη οδός προς επίλυσιν των πνευματικών ζητημάτων: η οδός της υπαρξιακής γνώσεως, της αμοιβαίας ενεργείας Θείας χάριτος και ανθρωπίνης ελευθερίας. Την οδόν ταύτην επορεύθη ο Γέρων Σιλουανός. Αύτη είναι εν γένει η οδός της Εκκλησίας, ήτις είναι ισχυρά και πλουσία ουχί λόγω της επιστημονικής αυτής πολυμαθείας, αλλά προ πάντων δια της πραγματικής κατοχής των δωρεών της χάριτος. Η Εκκλησία ζη δια του Αγίου Πνεύματος, αναπνέει δι’ Αυτού και γνωρίζει τίνι τρόπω ενεργεί Εκείνο.
Κατά την μαρτυρίαν των Πατέρων της Εκκλησίας και του Γέροντος, όταν ο Κύριος έρχηται εις την ψυχήν του ανθρώπου, όταν το Θείον Φως περιπτύσσηται τον όλον άνθρωπον, όταν όλος ο άνθρωπος μένη εν τω Θεώ, τότε, τρόπον τινα, αίρεται η ελευθερία αυτού· τότε η ελευθερία αυτού εμφανίζεται παραδεδομένη ολοκληρωτικώς εις τον Θεόν και ο άνθρωπος δεν ενεργεί πλέον αφ’ εαυτού, αλλ’ αποδέχεται μόνον το υπό του Θεού δωρούμενον. Εν τη καταστάσει αυτή ο άνθρωπος «ουκ ερωτά ουδέν». Άλλαις λέξεσι τότε απορρίπτεται παν ερώτημα, πας προβληματισμός.
Ο ορθολογιστής ίνα ικανοποιήση τα διανοητικά αυτού ενδιαφέροντα οικοδομεί }253} τα πλέον πολύπλοκα θεολογικο-φιλοσοφικά συστήματα. Εκτελεί κολοσσιαίαν τινα εργασίαν αποσκοπών εάν ουχί να αποδείξη, τουλάχιστον να αναπτύξη διαλεκτικώς την κατάστασιν των πραγμάτων, ως παρουσιάζεται εις αυτόν. Συχνάκις αφιεροί προς τούτο πάσας τας δυνάμεις αυτού πάντα τα χαρίσματα αυτού, πάσαν την ζωήν αυτού. Κατά παράδοξον όμως τρόπον διαφεύγει του οπτικού αυτού πεδίου το ανυπόστατον τοιαύτης αναζητήσεως (ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ).
Η ιστορία της ανθρωπίνης σκέψεως και της πνευματικής πείρας γνωρίζει την σημαντικήν στιγμήν ότε προεφέρθησαν οι λόγοι εκείνοι: «Cogito, ergo sum» – «Σκέφτομαι άρα υπάρχω» (Καρτέσιος). Άλλος φιλόσοφος της εποχής ημών διαφόρως κατενόησε την ζωήν: «Εγώ θα έλεγον: Αγαπώ άρα υπάρχω, διότι βαθυτέραν βάσιν προς κατανόησιν της υπάρξεως ημών θεωρώ την αγάπην». Άλλοι είπον: «Τρώγω, περιπατώ, άρα υπάρχω». Τουτέστι πάσα ενέργεια και εκδήλωσις του «εγώ» του ανθρώπου αποτελεί ένδειξιν της υπάρξεως αυτού.
Πάσαι αι εκφράσεις αύται φέρουν εν εαυτοίς στοιχειά λογικών συλλογισμών επί του ερωτήματος: Άρα γε υπάρχω; Αλλά και έξω αυτού του στοχασμού, εν τη σφαίρα }254} της αμέσου αυτοσυνειδησίας πας άνθρωπος συνειδητοποιεί εαυτόν υπάρχοντα.
… Ενταύθα δεν δύναται να υπάρξη «πλούτος» σκέψεων και θεολογικών θεωριών. Ο ανθρώπινος λόγος δεν έχει την δύναμιν να εκφράση την κατάστασιν εκείνην εις την οποίαν }255} εκλήθημεν, την οποίαν δωρείται ο Θεός. Προσέτι και ο Ίδιος ο Κύριος απέφυγε να περιγράψη αυτήν λόγω, αλλ’ είπεν: «Όταν δε έλθη Εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν … και εν εκείνη τη ημέρα Εμέ ουκ ερωτήσετε ουδέν». }256}

Ι’ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΙ

Γνωρίσασα τον Θεόν, γνωρίσασα την εν τω φωτί του Προσώπου του Θεού ζωήν η ψυχή εις ουδέν πλέον εν τω κόσμω ευρίσκει χαράν ή ικανοποίησιν και επ’ ουδενός δύναται να αναπαυθή (Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ). }257}
Τον καιρόν της δοκιμασίας η ψυχή δεν δύναται να δεχθή τούτο ως εκδήλωσιν του μεγαλείου της αγάπης ή της εκτιμήσεως του Θεού προς αυτήν, ως επιθυμίαν Αυτού να καταστήση τον ασκητήν κατ’ εικόνα Αυτού, τουτέστι κύριον και βασιλέα, να μεταδώση εις αυτόν την αγιότητα και το πλήρωμα της θείας υπάρξεως. Η ψυχή έν μόνον γνωρίζει: Ο Θεός εγκατέλειψεν αυτήν, επιλάμψας εις αυτήν το Φως Αυτού ούτω δε επλήθυνεν αμέτρως τας οδύνας αυτής. Και όταν εξηντλημένη έως τέλους δεν βλέπη τον Θεόν να κλίνη προς αυτήν εν τη ευσπλαχνία Αυτού τότε επιπίπτουν επ’ αυτήν τοιαύται σκέψεις και αισθήματα περί ών τηρείται σιωπή. Η ψυχή καταβιβάζεται εις τον άδην, αλλ’ ουχί ως οι μη γνωρίσαντες το Πνεύμα του Θεού, οι μη έχοντες εν εαυτοίς το φως της αληθούς Θεογνωσίας, και ως εκ τούτου τυφλοί. Ουχί. Αύτη κατέρχεται εκεί ικανή προς κατανόησιν του ορωμένου ερέβους.
… Ο άνθρωπος μετά μεγάλου }258} θρήνου αποτείνεται προς τον Θεόν εξ όλης της ισχύος αυτού, εξ όλου του είναι αυτού και μανθάνει ούτω την προσευχήν ήτις αποσπά αυτόν εκ του κόσμου τούτου εις άλλον ένθα ακούει άρρητα δια ανθρωπίνην γλώσσαν ρήματα. Άρρητα διότι ευθύς ως ενδυθούν συνήθεις λέξεις και εννοίας επιτρέπουν εις τον ακούοντα να βλέπη και να εννοή μόνον ό,τι εγνώρισεν εκ πείρας και ουδέν πλείον.
Ουδείς άγιος δύναται να ελευθερώση ημάς από του αναποφεύκτου αγώνος κατά της ενεργούσης εν ημίν αμαρτίας. … Όταν δε ο άγιος προσκαλεί και έλκη ημάς να ζήσωμεν κατά τας εντολάς τότε δυνατόν να φανή και «σκληρός». … Ούτω και ο λόγος των αγίων όταν απαιτούν παρ’ ημών }259} την φύλαξιν των ευαγγελικών εντολών γίνεται δυσβάστακτος και «σκληρός».
Μεγάλη και λεπτή είναι η πονηρία της συνειδήσεως του εμπαθούς ανθρώπου. Εν τη θρησκευτική ζωή ο διακρατούμενος υπό του πάθους άνθρωπος συχνάκις παρουσιάζει τούτο ως αναζήτησιν της αληθείας και της ωφελείας ουχί δε σπανίως και ως αγώνα προς δόξαν Θεού. Εν ονόματι του Χριστού του παραδόντος Εαυτόν εις θάνατον υπέρ των εχθρών οι άνθρωποι είναι ενίοτε έτοιμοι να χύσουν και αίμα εισέτι, ουχί όμως το εαυτών, αλλά του «αδελφού-εχθρού». }261}
… ενίοτε συναντάται εις τους ανθρώπους η επιθυμία του δια Χριστόν μαρτυρίου, αλλ’ εάν δεν υπάρχη χάρις και εις το σώμα ο άνθρωπος δυνατόν να μη ανθέξη εις τας βασάνους. Ως εκ τούτου δεν πρέπει να επιζητή τις τοιούτον άθλον.
Η οδός του χριστιανού εν γένει είναι μαρτύριον. Και όστις πορεύεται αυτήν μετά του οφειλομένου τρόπου διστάζει να προβή εις το κήρυγμα. Η ψυχή αυτού επιποθεί να ίδη τον αδελφόν κοινωνόν του αιωνίου φωτός αλλά τον πόνον του αγώνος προτίθεται να υποστή μόνος, και δια τον λόγον τούτον προ πάντων και πλείον πάντων καταφεύγει εις την υπέρ του κόσμου προσευχήν.
Εντός των ορίων της επιγείου ζωής }262} … ουδείς και ουδέν δύναται να αναχαιτίση εντελώς την εκδήλωσιν του κακού. Η δέησις της αγάπης όμως δύναται να μεταβάλλη εις μέγαν βαθμόν τον ρουν των κοσμικών γεγονότων και να συντέμνη επί πολύ την έκτασιν του κακού.

Η σκοτία της μη-υπάρξεως δεν δύναται να καταβροχθίση το φως της ζωής. Παν αγαθόν εκπορευόμενον εκ του Θεού και επιστρέφον εις τον Θεόν, είναι ακατάλυτον. Η προσευχή είναι μια των υψηλοτέρων μορφών της αγαθής υπάρξεως του ακαταλύτου του αιωνίου. Είναι εκείνη «η αγαθή μερίς ήτις ουκ αφαιρεθήσεται» εις τον αιώνα.
Βλέπων ότι ο αμαρτία «αποκτείνει» αυτόν παρά την προς το αγαθόν έφεσιν, οδηγείται εις απελπισίαν, και ευρισκόμενος εν τη καταθλιπτική αυτή καταστάσει, προσεύχεται.
Ενθυμούμεθα αξιόλογον επίσκεψιν μοναχού ερημίτου, προβεβηκότος τη ηλικία. Έζη εις χαράδραν απομεμακρυσμένου δασώδους τόπου πλησίον χειμάρρου. Είχεν ούτος πρόσωπον καταπεπονημένον, από πολλού χρόνου άπλυτον, κεκαλυμμένον δια ρυτίδων, ωχρόν, φαιού χρώματος. Ατημέλητος μετά λελευκασμένης κόμης και γενείου μετά βαθυνομένων φαιοκυανών οφθαλμών. Συνωμιλήσαμεν επί πολύ. Διηγήθη περί εαυτού το εξής:
«Πολλούς χρόνους ωδυνάτο η ψυχή μου εκ του λογισμού ότι ιδού ημείς οι μοναχοί απηρνήθημεν τον κόσμον, αφήκαμεν και συγγενείς και πατρίδα, εγκατελείψαμεν }265} το παν, ό,τι συνήθως αποτελεί την ζωήν των ανθρώπων· εδώκαμεν υποσχέσεις ενώπιον Θεού και αγίων αγγέλων και ανθρώπων όπως ζώμεν κατά τον νόμον του Χριστού· απετάγημεν του ιδίου θελήματος και διάγομεν, κατ’ ουσίαν, μαρτυρικόν βίον, και παρά ταύτα δεν ευδοκιμούμεν εις το καλόν. Άρα γε είναι πολλοί εξ ημών οι σωζόμενοι; Εγώ πρώτος απόλλυμαι. Παρατηρώ και τους άλλους τα πάθη κατέχουν αυτούς. Όταν δε συναντώ τους κοσμικούς βλέπω ότι ούτοι ζουν εν μεγάλη αμαθεία και αμελεία και δεν μετανοούν. Και ιδού ολίγον κατ’ ολίγον μη εννοών τούτο έμαθον να προσεύχωμαι υπέρ του κόσμου. Έχυσα πολλά δάκρυα εκ της σκέψεως ότι εάν ημείς οι μοναχοί οι απαρνηθέντες τον κόσμον δεν σωζώμεθα τότε τι γίνεται γενικώς εις τον κόσμον; Ούτω βαθμηδόν ηύξανεν η θλίψις μου και ήρχισα να χέω δάκρυα απογνώσεως. Και ιδού πέρυσι ότε ήμην εν τη απελπισία ταύτη εξηντλημένος εκ του κλαυθμού, κατακείμενος επί γης, ενεφανίσθη ο Κύριος και ηρώτησεν εμέ: «Διατί ούτω θρηνείς …»; Εγώ εσιώπησα μη δυνάμενος να ατενίσω εις τον εμφανισθέντα … «Δεν γνωρίζεις ότι Εγώ θα κρίνω τον κόσμον»; … Εγώ πάλιν εσιώπησα παραμένων πρηνής … Ο Κύριος λέγει: «Θα ελεήσω πάντα άνθρωπον όστις έστω και άπαξ εν τη ζωή αυτού επεκαλέσθη τον Θεόν …». Ήλθεν εις εμέ η σκέψις: «Τότε διατί ημείς πάσχομεν ούτω καθ’ εκάστην»; Ο Κύριος εις την κίνησιν αυτήν της σκέψεώς μου απήντησεν: «Εκείνοι, οίτινες πάσχουν δια την εντολήν Μου, εν τη Βασιλεία των Ουρανών θα είναι φίλοι Μου, τους άλλους δε μόνον θα ελεήσω». Και ο Κύριος απήλθε».
Συνέβη τούτο ενώ ο ασκητής ήτο εν εγρηγόρσει. }264}
Ηκούσαμεν αυτού άνευ ελαχίστης εκδηλώσεως της στάσεως ημών έναντι των διηγηθέντων, ακολουθούντες την αυστηράν υπόδειξιν των πατέρων του Άθω, περί ανάγκης ιδιαιτέρας προσοχής, προκειμένου περί οράσεων. Δυνατόν όμως η ξηρά ημών στάσις ή άλλο τι αδέξιον εκ μέρους ημών να ελύπησε τον γέροντα-μοναχόν. Πάντως έκτοτε δεν επανήλθε.
Κατά τον χρόνον της επικοινωνίας ημών μετά των πατέρων του Αγίου Όρους συνηντήσαμεν εννέα ανθρώπους, οίτινες ηγάπων να προσεύχωνται υπέρ του κόσμου, και προσηύχοντο μετά δακρύων αγάπης. Ηκούσαμεν ημέραν τινα την εξής συνομιλίαν δύο μοναχών. Ο είς εξ αυτών έλεγε:
-Δεν δύναμαι να εννοήσω δια τι ο Κύριος δεν δίδει την ειρήνην εις τον κόσμον, εάν έστω και είς άνθρωπος εκλιπαρή Αυτόν προς τούτο;
Ο άλλος απήντησε:
-Και πώς είναι δυνατή η πλήρης ειρήνη επί της γης, εάν μένη έστω και είς μόνον άνθρωπος μετά πονηράς θελήσεως;
Αιώνες παρέρχονται και εν τη μακρά αυτών ροή η αυτή πείρα επαναλαμβάνεται σχεδόν απαραλλάκτως και παρά ταύτα ολίγοι γνωρίζουν την ακολουθίαν της χριστιανικής ασκήσεως, οι δε πλείστοι απόλλυνται εν τη οδώ ταύτη. }265}
Εν τη αρχή ο άνθρωπος ελκύεται προς τον Θεόν δια της δωρεάς της χάριτος, όταν δε προσελκυσθή άρχεται η μακρά περίοδος της δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη αυτού εις τον Θεόν, και δοκιμάζεται «σκληρώς». Κατ’ αρχάς αι προς τον Θεόν αιτήσεις, μικραί και μεγάλαι, αι μόλις εκφραζόμεναι παρακλήσεις, συνήθως εκπληρούνται ταχέως και θαυμαστώς υπό του Θεού. Όταν όμως επέλθη η περίοδος της δοκιμασίας, τότε το παν αλλάσσει και ο ουρανός φαίνεται ως να κλείηται και να γίνηται κωφός εις όλας τας δεήσεις. Εις τον θερμόν χριστιανόν τα πάντα εν τω βίω γίνονται δύσκολα. Η προς αυτόν συμπεριφορά των ανθρώπων επιδεινούται· παύουν να εκτιμούν αυτόν· ό,τι εις τους άλλους λογίζεται ανεκτόν, εις αυτόν δεν συγχωρείται· η εργασία αυτού αμείβεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω του κανονικού· το σώμα ευκόλως προσβάλλεται υπό ασθενειών. Η φύσις, αι περιστάσεις, οι άνθρωποι, το παν στρέφεται κατ’ αυτού. Παρά τα φυσικά αυτού χαρίσματα –ουχί μικρότερα των άλλων- δεν ευρίσκει ευνοϊκούς όρους προς αξιοποίησιν αυτών. Επί πλέον υπομένει πολλάς επιθέσεις των δαιμονικών δυνάμεων· και το έσχατον, η ανυπόφορος οδύνη της θείας εγκαταλείψεως. Τότε κορυφούται το πάθος αυτού, διότι πλήττεται ο όλος άνθρωπος εφ’ όλων των επιπέδων της υπάρξεως αυτού. }266}
Ο βίος καθίσταται πλήρης μόχθων και αναφύεται εις τον άνθρωπον το αίσθημα ότι επ’ αυτού βαρύνει η κατάρα και η οργή του Θεού. Όταν όμως παρέλθουν αι δοκιμασίαι αύται, τότε θα ίδη ότι η θαυμαστή πρόνοια του Θεού εφύλαττεν αυτόν προσεκτικώς εν πάσαις ταις οδοίς αυτού.
Πείρα χιλιετής παραδιδομένη από γενεάς εις γενεάν, μαρτυρεί ότι, όταν ο Θεός βλέπη την εις Αυτόν πίστιν της ψυχής του αγωνιστού, ως είδε την πίστιν του Ιώβ, τότε θα οδηγήση αυτόν εις απροσίτους δι’ οιονδήποτε άλλον αβύσσους και απροσπέλαστα ύψη. Όσον πληρεστέρα και ισχυροτέρα η πίστις και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου προς τον Θεόν, τοσούτον μεγαλύτερον και το μέτρον των δοκιμασιών και το πλήρωμα της πείρας, ήτις δύναται να φθάση εις ύψιστον βαθμόν. Τότε γίνεται καταφανής η προσέγγισις εκείνων των ορίων πέραν των οποίων ο άνθρωπος αδυνατεί να προχωρήση.
Όσον ο άνθρωπος κατέχεται υπό της υπερηφανίας υποβάλλεται εις τας επιθυμίας της ιδιαιτέρως οδυνηράς απελπισίας, ήτις παραμορφοί πάσας τας περί του Θεού και των οδών της προνοίας Αυτού παραστάσεις (ΕΠΑΡΣΗ). Η υπερήφανος ψυχή ερριμένη εις τα ερέβη του άδου θεωρεί υπεύθυνον των βασάνων αυτής τον Θεόν και σκέπτεται Αυτόν ως αμέτρως σκληρόν. Εστερημένη της πραγματικής εν Θεώ υπάρξεως, ερμηνεύει τα πάντα δια της ενωδύνου αυτής καταστάσεως και άρχεται να μισή και την ζωήν αυτής και γενικώς πάσαν την ύπαρξιν του κόσμου. Μένουσα εκτός του Θείου φωτός, φθάνει εν τη απογνώσει αυτής μέχρι τοιούτου σημείου ώστε και η ύπαρξις του Ιδίου του Θεού αρχίζει να παρουσιάζηται εις αυτήν }267} ως άπελπις παραλογισμός, ένεκα του οποίου η απώθησις του Θεού και το μίσος προς πάσαν ύπαρξιν συνεχώς αυξάνουν.
Την τοιαύτην απόγνωσιν και το μίσος εκφεύγουν οι άνθρωποι της πίστεως, διότι δια της πίστεως σώζεται ο άνθρωπος· δια της πίστεως εις τον λόγον του Θεού, δια της παραδόσεως εις την αγάπην και την ευσπλαγχνίαν Αυτού δια της εμπιστοσύνης εις την μαρτυρίαν των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι πλείστοι των ευσεβών χριστιανών εν τη ροή του βίου δεν εβίωσαν ίσως την ανάστασιν της ψυχής, αλλ’ η εις αυτήν πίστις φυλάττει αυτούς. Περί της πίστεως αυτής πολλάκις ωμίλει ο Γέρων παραπέμπων εις τους λόγους του Κυρίου: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Έρχεται ώρα, καθ’ ήν η πίστις αύτη θα εξαγάγη τον άνθρωπον εκ του σκότους και της στενότητος της δουλείας προς την ελευθερίαν της αληθώς αφθάρτου ζωής το μεγαλείον της οποίας είναι τελείως ιδιαίτερον ανόμοιον της συνήθους ανθρωπίνης ιδέας περί μεγάλου και ωραίου.
Άλλη η οδύνη της υπερηφάνου απογνώσεως, και άλλη η της ευσεβούς ψυχής όταν ο Θεός παραχωρή εις τον διάβολον να ποιήση πόλεμον μετ’ αυτής. Ο τελευταίος ούτος πειρασμός είναι άκρως βαρύς και παραχωρείται σπανίως.
Όταν το πρώτον ο κατά πρόνοιαν Θεού εγκαταλελειμμένος άνθρωπος αισθάνηται να πλησιάζη εις αυτόν ο σατανάς, τότε όλον το είναι αυτού, και η ψυχή και το σώμα, δεινώς καταλαμβάνονται υπό οδύνης και φόβου μεγάλου, όστις δεν συγκρίνεται προς τον φόβον τον προκαλούμενον εκ των εγκληματιών και των φονέων, επειδή εν τούτω ενυπάρχει σκότος αιωνίου απωλείας. Η ψυχή τότε γνωρίζει ΤΙ εστι διάβολος. Γνωρίζει την συντριπτικήν }268} δύναμιν και την φοβεράν σκληρότητα αυτού, έκπληκτος δε εκ του κολοσσιαίου του ισταμένου ενώπιον αυτής κακού συνθλίβεται όλη. Εκ της φρίκης και του τρόμου συσφίγγεται, και διαμένει παραλελυμένη, μη ευρίσκουσα εν εαυτή δύναμιν να προσευχηθή. Απουσιάζει ο Θεός-Αντιλήπτωρ, και μόνον ο εχθρός είναι παρών και λέγει εις αυτήν: «Είσαι υπό την εξουσίαν μου … Και επί Θεόν μη έλπιζε·´ αλλ’ επιλάθου Αυτού». Εν αυτή τη ώρα η ψυχή, μη επιθυμούσα να δεχθή τον διάβολον, είτε άνευ λόγων μνημονεύει του Θεού είτε, εν τη καλυτέρα περιπτώσει, επικαλείται το Όνομα Αυτού. Μόνον μετά παρέλευσιν χρόνου έρχεται εις επίγνωσιν ότι κατά τον αγώνα τούτον ο Θεός ιδιαιτέρως προσέχει αυτήν.
Εις εκάστην προσέγγισιν αυτού η ψυχή στρέφει προς εαυτήν όλην την δύναμιν του μίσους αυτής, και ως έσχατον εχθρόν αυτής καταδικάζει εαυτήν εις την αιώνιον κόλασιν προσθέτουσα: «Ο Θεός άγιος, αληθινός και ευλογητός εις τους αιώνας».
Καθωπλισμένη δια τοιούτου όπλου η ψυχή ελευθερούται υπό παντός φόβου και γίνεται απόρθητος υπό του εχθρού. Τοιαύτη «έμπειρος» ψυχή εις εκάστην προσέγγισιν του εχθρού ρίπτει εαυτήν μετά μεγάληςξ οργής εις την άβυσσον του σκότους, ως ούσαν αξίαν της αιωνίου καταδίκης, και ο εχθρός φίλαυτος ών, υποχωρεί μη }269} υποφέρων την δύναμιν του συναντωμένου πυρός. Ελευθερωθείσα εξ αυτού η ψυχή μετά καθαρού νοός στρέφεται εν προσευχή προς τον Θεόν.
Όταν ο άνθρωπος «πλανάται» υπό του εχθρού και ακολουθή αυτόν δεν κατανοεί ΤΙ είναι ο εχθρός, δεν γνωρίζει την έντασιν του αμέσου μετ’ αυτού αγώνος, και πάσχει, διότι οδηγείται υπ’ αυτού εκ του φωτός της αληθούς ζωής εις το σκότος εν ώ εκείνος διαμένει. Τα πάθη }270} ταύτα φέρουν επ’ αυτών την σφραγίδα της πνευματικής τυφλότητος. Εις ωρισμένας περιπτώσεις ο εχθρός επιφέρει ανήσυχον τινα τέρψιν δια της υπερηφάνου συνειδήσεως του δήθεν μεγαλείου αυτού. Εις άλλας, προξενών εις την ψυχήν μέγαν πόνον, παρακινεί αυτήν κατά του Θεού. Και εκείνη, μη εννοούσα την πραγματικήν αιτίαν των πόνων αυτής μετά μίσους στρέφεται κατά του Θεού.
… διότι δεν είναι ίση η δύναμις των ψυχών. }271}
Εις πολλούς ανθρώπους η σαρκική αίσθησις του κόσμου είναι τοσούτον συνεχής, ώστε ούτοι σχεδόν δεν γνωρίζουν άλλο τι, και τότε γίνονται «σαρξ», ήτις δεν δέχεται τον νόμον του Θεού. Ο ασκητής όμως βιοί την επιστροφήν εκ της καθαράς προσευχής εις την παχύτητα της σαρκικής αντιλήψεως του κόσμου ως αποδημίαν εκ του Κυρίου. }272}
Δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος εδόθη εις αυτόν η θεωρία της τελείας αγιότητος του Θεού, και επεδίωκε την απόκτησιν αυτής της }273} αγιότητος δι’ όλης της καρδίας, δι’ όλου του είναι αυτού.
Ο ιστάμενος εν τη οδώ ταύτη δεν δύναται να παραδοθή εις τον αφηρημένον λογικόν στοχασμόν, έτι και περί των μυστηρίων της πίστεως. Η ψυχή αυτού αποφεύγει πάσαν διανοητικήν προσπάθειαν φέρουσαν την ιδιάζουσαν εις αυτήν αποσύνθεσιν της ακεραιότητος και του ενιαίου της ζωής του ανυψουμένου εν προσευχή προς τον Θεόν πνεύματος. Εκ της συνεχούς διαμονής εν τη προσευχή εξασθενεί η μνήμη παντός εξωτερικού πράγματος, και εάν δεν ήρχετο εις βοήθειαν η έξις των βιοτικών μεριμνών και ενασχολήσεων των προηγουμένων ετών, ελευθερούσα αυτόν εκ του σκέπτεσθαι τας ανάγκας της καθ’ ημέραν ζωής, τότε δεν θα ηδύνατο να εκτελή αυτάς κανονικώς.
«Η ψυχή εκ της αγάπης του Κυρίου είναι ως να εγένετο παράφρων· κάθηται σιωπά δεν θέλει να ομιλή· και ως παράφρων ορά τον κόσμον και δεν επιθυμεί αυτόν και δεν βλέπει αυτόν. Και οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ότι αύτη ενορά τον ηγαπημένον Κύριον, και ο κόσμος έμεινεν ως εις τα οπίσω και περιέπεσεν εις λήθην, και η ψυχή δεν θέλει να προσέχη εις αυτόν, διότι δεν υπάρχει εν αυτώ η άφθορος γλυκύτης». }274}

ΙΑ’ «ΚΡΑΤΕΙ ΤΟΝ ΝΟΥΝ ΣΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΔΗΝ ΚΑΙ ΜΗ ΑΠΕΛΠΙΖΟΥ»

Η γλώσσα των ανθρωπίνων λέξεων και εννοιών δίδει πολύ περιωρισμένην δυνατότητα μεταδόσεως της εσωτερικής καταστάσεως του ενός εις τον άλλον. Απαραίτητος προϋπόθεσις της αμοιβαίας κατανοήσεως είναι η κοινότης ή η ταυτότης της πείρας. Εφ’ όσον η κοινότης αύτη δεν υπάρχει δεν κατορθούται η αμοιβαία κατανόησις, διότι το περιεχόμενον των εννοιών, δι’ ών πάντες εκφραζόμεθα αντιστοιχεί προς την έκτασιν της διανοητικής ή και υπαρξιακής πείρας εκάστου προσώπου. Εις πάσαν έννοιαν έκαστος εξ ημών εγκλείει τον όγκον της πείρας αυτού, και δια τούτο οι πάντες αφεύκτως ομιλούμεν διαφόρους γλώσσας. Λόγω όμως του ομοουσίου του ανθρωπίνου γένους είναι δυνατόν και δια του λόγου να προκαλέσης νέαν τινά εμπειρίαν εν τη ψυχή του ακούοντος ούτως ως να εγέννας εν αυτώ νέαν ζωήν. Εάν ούτως έχη επί των ανθρωπίνων σχέσεων, τούτο πολλώ μάλλον συμβαίνει επί της Θείας ενεργείας. Ο λόγος του Θεού εις δεδομένην στιγμήν ήτοι όταν η ανθρωπίνη ψυχή δέχηται αυτόν δια }275} καταλλήλου εσωτερικής διαθέσεως, δια της εμφανείας αυτού εμπνέει πραγματικώς νέαν ζωήν εκπορευομένην εκ του Θεού ήτοι την αιώνιον ζωήν. }276}
Εις τον Σιλουανόν ως και εις ωρισμένους μεγάλους Πατέρας, όπως τον Αντώνιον τον Μέγαν τον Σισώην, Μακάριον και Ποιμένα τους Μεγάλους και εις άλλους εδόθη κατά τον χρόνον της ζωής αυτών να βιούν πραγματικώς την κατάστασιν των βασάνων του άδου. Η επανάληψις της καταστάσεως ταύτης εν τέλει τυπούται βαθέως εν τη καρδία αυτών και ούτω δι’ αυτούς καθίσταται πλέον δυνατόν να ανανεούν αυτήν εν τη ψυχή αυτών δι’ αναλόγου εσωτερικής κινήσεως του πνεύματος και να επανέρχωνται εις αυτήν κατά βούλησιν. Κατέφευγον δε εις την εργασίαν αυτήν ευθύς ως εντός της ψυχής αυτών ενεφανίζετο πάθος τι και ιδίως το βαθύτερον και το λεπτότερον όλων η υπερηφανία. }278}
Έλεγεν ο μακάριος Γέρων Σιλουανός ότι πολλοί ασκηταί εγγίζοντες την κατάστασιν ταύτην –απαραίτητον δια την εκ των παθών κάθαρσιν- απελπίζονται και ως εκ τούτου δεν δύνανται να προχωρήσουν. Εκείνος όμως όστις γνωρίζει ότι «ο Κύριος αγαπά ημάς απείρως», αποδιώκει την πανώλεθρον ενέργειαν της εσχάτης απογνώσεως και γνωρίζει σοφώς να ίσταται επί του χείλους αυτής και δια της δυνάμεως των φλογών του άδου να κατακαίη εντός αυτού παν πάθος, και θύμα της απογνώσεως δεν γίνεται: «Και μη απελπίζου».
… αλλ’ η δύναμις του λόγου αυτών και το βάθος του μυστηρίου της εργασίας αυτής παραμένουν άγνωστα εις τους μη έχοντας παρομοίαν πείραν των βασάνων του άδου αφ’ ενός, και των μεγάλων δωρεών της χάριτος αφ’ ετέρου. }280}
Ότε έλεγεν «η τάλαινα μου ψυχή κατέρχεται εις τον άδην» δεν ηννόει μόνον λόγους αλλά πραγματικόν βίωμα των κολάσεων του άδου, αίτινες ενεφυτεύθησαν εν τη καρδία αυτού τοσούτον ώστε ηδύνατο δι’ ωρισμένης κινήσεως του πνεύματος αυτού να επαναφέρη αυτάς εν εαυτώ άλλοτε εις μεγαλύτερον και άλλοτε εις μικρότερον βαθμόν. Και ότε το πυρ των κολάσεων του άδου προεκάλει την ζητουμένην ενέργειαν, τουτέστιν εφόνευε τον εμπαθή λογισμόν, τότε εις την παμφάγον ενέργειαν τούτου αντέτασσε την σωτήριον ενέργειαν της αγάπης του Χριστού, την οποίαν ωσαύτως εγνώρισε και έφερεν εν τη καρδία αυτού.
Εκ της συνεχούς διαμονής εν τω αγώνι τούτω η ψυχή αποκτά ιδιαιτέραν τινά έξιν και αντοχήν τοσούτον δε εθίζεται εις την μνήμην του άδου, ώστε αύτη γίνεται εις αυτήν σχεδόν αχώριστος. Το απαραίτητον }281} της μονιμότητος αυτής προκύπτει εκ του ότι ο άνθρωπος «εν τω κόσμω οικών και σάρκα φορών», αδιαλείπτως υπόκειται εις τας επιδράσεις της περί αυτόν αμαρτίας, εξ ής, ως δια θώρακος, περιφρουρείται η ψυχή ταπεινουμένη έως άδου κατωτάτου.
«Όταν όμως ο νους μου εκπίπτη της μνήμης του πυρός του άδου τότε οι λογισμοί εκ νέου αποκτούν δύναμιν».
… συνδυάζονται η εσχάτη οδύνη προς την εσχάτην μακαριότητα, την οποίαν δύναται να βαστάση η ανθρωπίνη φύσις. Η μία συνυπάρχει μετά της άλλης κατά παράδοξον τρόπον. Και εάν ήτο μόνον η οδύνη, θα ήτο αφόρητος, και εάν μόνον η μακαριότης, και τότε θα ήτο αβάστακτος. }282}

ΙΒ’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΔΥΝΑΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΚΤΙΣΤΟΝ ΟΝ

Εκάστη ανθρωπίνη σκέψις, έκαστος λόγος ανθρώπινος είναι ενέργεια-δύναμις. }283}
Το ανθρώπινον πνεύμα δια του λόγου του Χριστού έρχεται εις επίγνωσιν του Θεού επίγνωσιν υπαρξιακήν, ούτως ώστε η λέξις γνώσις να σημαίνει ουχί την αφηρημένην διανοητικήν εκμάθησιν, την λογικήν κατανόησιν αλλά την είσοδον εις την θείαν ύπαρξιν· γνώσις εννοουμένη ως κοινωνία εν τη υπάρξει.
Όταν λέγωμεν ότι προ του χριστιανού ασκητού διανοίγονται τα όρια του δυνατού εις τον άνθρωπον, όταν ομιλώμεν περί του πληρώματος της χριστιανικής ήτοι της πανανθρωπίνης πείρας, … ομιλούμεν περί της δυνατής δια τον άνθρωπον πείρας της αβύσσου της πτώσεως και της πείρας της δια μετανοίας εν Χριστώ αναστάσεως. }287}
Η πείρα της δευτέρας τάξεως εν τω εσχάτω βάθει αυτής δεν εξαρτάται εκ των εμπειρικών εξωτερικών συνθηκών του βίου του ανθρώπου. Εν άλλοις λόγοις αι εντολαί του Χριστού έχουν απόλυτον χαρακτήρα, τουτέστι δεν υπάρχουν και είναι αδύνατον να υπάρχουν τοιαύται εξωτερικαί συνθήκαι υπό τας οποίας η παραμονή εις τας εντολάς του Θεού να καθίσταται αδύνατος (ΙΣΤΟΡΙΑ).
Ομιλούντες περί του πληρώματος της πανανθρωπίνης πείρας είμεθα πεπεισμένοι ότι είναι εφικτή εις τον άνθρωπον υπό οιασδήποτε συνθήκας· ούτω και ο μοναχισμός ως τοιούτος δεν αποτελεί εξαίρεσιν της γενικής καταστάσεως. Εις έκαστον εξ ημών εδόθη η ιδία εντολή· εν άλλοις λόγοις, ουδείς εξ ημών είναι ηδικημένος ενώπιον του Θεού αλλά πάντες τιμώνται κατ’ ίσον μέτρον. Εις έκαστον εξ ημών εδόθη και το αυτό «ποσόν» εάν δυνάμεθα να εκφρασθώμεν ούτως δια του οποίου αποκτάται η εσχάτη εφικτή εις τον άνθρωπον τελειότης της αγάπης, το τίμημα της οποίας δια πάντας και δι’ έκαστον είναι το αυτό: να μη φεισθή εαυτού εις τέλος. Τούτο δεν σημαίνει μόνον να «ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου και παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσωμαι», αλλά να αποταχθώ «πάσι τοις εμαυτού υπάρχουσιν» εν τοις ορίοις του κτιστού είναι …
Ίσως είπη τις: Δεν είναι άραγε υπερβολική αξίωσις να λέγωμεν ότι η χριστιανική πείρα εξαντλεί το πλήρωμα της πανανθρωπίνης υπάρξεως; Δεν είναι και η πείρα αύτη, ως και αι άλλαι, απλώς μία εκ των πολλών πλευρών της ατελευτήτως πλουσίας κοσμικής υπάρξεως, ήτις συναποτελείται εκ πολλών σφαιρών πραγματικοτήτων, εφικτών εις το έν ή το άλλο είδος πείρας, επί παραδείγματι, η μία εις την επιστήμην, η άλλη εις την τέχνην, η τρίτη εις την φιλοσοφίαν, η τετάρτη εις τον πανθεϊσμόν, }288} η πέμπτη εις τον χριστιανισμόν κ.ο.κ.;
… η ύπαρξις παντός λογικού κτιστού όντος κινείται μεταξύ δύο ορίων: το έν, η προς τον Θεόν αγάπη έως του καθ’ εαυτού μίσους· το άλλο η προς εαυτόν αγάπη έως του κατά του Θεού μίσους.
Ουδέν των λογικών όντων δύναται να εξέλθη των ορίων τούτων εν ουδεμιά των πράξεων αυτού. Παν ό,τι τελείται εν τη προσωπική ημών υπάρξει προέρχεται εκ της πνευματικής ημών αυτοδιαθέσεως ακριβώς εντός των ορίων αυτών, ασχέτως αν αντιλαμβανώμεθα τούτο δια του λογικού ή αν η αυτοδιάθεσις αύτη τελήται εν τω ακαθορίστω εκείνω βάθει του πνεύματος ημών οπόθεν εκπηγάζει και αυτή αύτη η λογική ημών σκέψις.
Εις τον καθορισμόν και των δύο άλλων ορίων βλέπωμεν τας αυτάς λέξεις –αγάπη και μίσος- αλλ’ εις διάφορον λογικήν ακολουθίαν, εις διάφορον συσχετισμόν. Η διαφορά όμως ενταύθα δεν έγκειται μόνον εις της ακολουθίαν, αλλά και εις την βαθείαν σημασίαν αυτών των λέξεων. Εν τη πρώτη περιπτώσει, η αγία και τελεία αγάπη, και το άγιον και τέλειον μίσος. Εν τη δευτέρα, η αμαρτωλός φιλαυτία και το αμαρτωλόν μίσος. Το πρώτον μίσος είναι αποτέλεσμα του πληρώματος της προς τον Θεόν αγάπης, της πλήρους συγκεντρώσεως πασών των δυνάμεων του είναι ημών εις τον Θεόν, μέχρι λήθης εαυτού, μέχρις απροθυμίας στροφής προς εαυτόν. Η απροθυμία αύτη της προς εαυτόν στροφής λαμβάνει κατηγορηματικόν χαρακτήρα, και τότε ορίζεται ως «οργή», είτε ως «μίσος» καθ’ εαυτού. Πάσα προς εαυτόν στροφή μειοί ή και παύει την διαμονήν εις το φως της Θεότητος, και δια τούτο ο γνωρίσας την αγάπην του Θεού και συγχρόνως την πικρίαν της απωλείας αυτής αποστρέφεται εν οργή παν ό,τι οδηγεί εις την απώλειαν ταύτην. }289}
Ο Θεός καλεί πάντας. Αλλ’ ουχί πάντες δέχονται την κλήσιν Αυτού. Όσοι δε προθύμως αποδέχονται αυτήν δοκιμάζονται αυστηρώς υπό του Θεού, και ο βαθμός της αυστηρότητος της δοκιμασίας κανονίζεται υπό του Θεού αναλόγως του βαθμού της προς Αυτόν πίστεως και αφοσιώσεως. Οι αγαπώντες τον Θεόν διέρχονται δια πολλών και βαρυτάτων πειρατηρίων.
Ο αγαπών τον Θεόν διέρχεται δια μέσου τοιούτων οδυνών τας οποίας ο μη έχων βαθείαν πίστιν δεν δύναται να υπομείνη και ασθενεί ψυχικώς. Εκ της πίστεως και της αγάπης γεννάται η νικηφόρος ανδρεία, περί ής ομιλεί ο Γέρων. Η ανδρεία εκείνη, ήτις σώζει τον άνθρωπον εκ της ασθενείας, της δυναμένης να προέλθη εκ της συναντήσεως μετά πονηρών πνευμάτων.
Ο αγαπών τον Θεόν γνωρίζει τας οδύνας ταύτας αλλά παρά την πείραν των μαρτυρίων αυτών διαμένει ουχί μόνον πλήρως εχέφρων, τουτέστιν ουχί μόνον διαφυλάττει την ικανότητα της αυτοκυριαρχίας του λογικού και ηθικού αυτοελέγχου και παντός στοιχείου ψυχικής υγείας, αλλά και αποκτά ασυγκρίτως μεγαλύτερον βάθος και λεπτότητα εις πάσας τας ικανότητας ταύτας, παρ’ όσον παρατηρείται εις τον μέσον άνθρωπον. }290}
Ο γνωρίσας εκ πείρας το μεγαλείον αλλά και το δυσχερές της χριστιανικής οδού διχάζεται μεταξύ δύο τάσεων: αφ’ ενός μεν του φλογερού πόθου ίνα πάντες γνωρίσουν τον Αληθινόν Θεόν και ζήσουν εν τω φωτί  της αιωνίου υπάρξεως, αφ’ ετέρου δε του φόβου μήπως οι κλητοί δεν βαστάσουν το βάρος της δοκιμασίας. Ιδού διατί στρέφεται μάλλον προς τον Θεόν δια της προσευχής υπέρ της σωτηρίας πάντων και εκάστου ή εις το κήρυγμα. Ο αληθής Χριστιανισμός εν τω κόσμω σχεδόν δεν κηρύττεται, διότι το ευαγγελικόν κήρυγμα «ουκ έστι κατά άνθρωπον», αλλ’ έχει υπερβατικόν χαρακτήρα. Προσέτι δε ο αληθής Χριστιανισμός, εξ αυτής ταύτης της φύσεως αυτού ουδέποτε αποβαίνει επιθετικός.
Δια μέσου όλης της ιστορίας του Χριστιανισμού δύναταί τις να παρακολουθήση την μεγάλην επιφύλαξιν των αγίων ασκητών ότε ως φαίνεται απέκειτο εις αυτούς να αποκαλύψουν την δοθείσαν εις αυτούς πείραν. Αφ’ ενός η επιφύλαξις αύτη προεκαλείτο εκ της συνειδήσεως ότι εάν οι άνθρωποι, οίτινες εν γένει φοβούνται τον πόνον και μετ’ ολιγοψυχίας μετέρχονται εισέτι και μικράν άσκησιν, θα ήκουον τους κόπους και τας θλίψεις τας οποίας ούτοι υπέφερον, τότε απλώς θα απεμακρύνοντο από του Χριστιανισμού. Αφ’ ετέρου εγνώριζον οι Άγιοι Πατέρες ότι, όταν ο Θεός καλή δια της χάριτος Αυτού εις την άσκησιν ταύτην τότε ό,τι εις εκείνους οίτινες δεν εγνώρισαν την αγάπην του Θεού φαίνεται αφόρητον, εις τους κεκλημένους παρουσιάζεται υπό εντελώς άλλην μορφήν. }291}
Ο Θεός φυλάττει το αυτεξούσιον του ανθρώπου ως την πλέον πολύτιμον αρχήν εν αυτώ, και δια τούτο έλκει την ψυχήν προς την αγάπην Αυτού δια της ταπεινώσεως. Καθ’ οδόν όμως προς την αγάπην αυτήν ο άνθρωπος συναντάται μετά του βιαστού διαβόλου. Ο Κύριος παραχωρεί τούτο. Παιδαγωγεί την ψυχήν του ανθρώπου ουχί δια της απαλλαγής από της συναντήσεως μετά του κακού, αλλά δια της παροχής εις αυτόν δυνάμεως προς υπερνίκησιν παντός κακού.
Από της αγάπης του Θεού αποσπούν τον ασκητήν αι διαμαρτυρίαι του λογικού αυτού, όπερ δεν δύναται να περιλάβη ή να δεχθή τον νόμον του Χριστού, όστις φαίνεται εις αυτόν μωρία. Κατά τας στιγμάς της Θεοεγκαταλείψεως αι διαμαρτυρίαι αύται είναι δυνατόν να προσλάβουν εξαίρετον δύναμιν.
Από της αγάπης του Θεού θα χωρίζουν τον αγωνιστήν: άλλοτε η επιθυμία της ζωής, άλλοτε ο φόβος του θανάτου· άλλοτε η τάσις προς τας ηδονάς, άλλοτε αι ασθένειαι, η πείνα ή ο διωγμός και τα παρόμοια παθήματα· άλλοτε το ύψος και το φως ετέρων τινών αποκαλύψεων και επιτευγμάτων, άλλοτε το βάθος και το υπέροχον βιωμάτων τινών· άλλοτε το μεγαλείον άλλων τινών κατακτήσεων ή το εύρος άλλων τινών δυνατοτήτων· άλλοτε αι οράσεις αγγέλων και ουρανίων όντων, άλλοτε αι προσβολαί των φρικαλέων σκονεινών πνευμάτων.
Δυνάμεθα να βεβαιώσωμεν πλήρως ότι, καθ’ οδόν προς την απόκτησιν της θείας αγάπης, ο χριστιανός αθλητής }292} συναντά όλην την σειράν των δυνατών πειρασμών και δοκιμασιών εκ μέρους των εν τω κόσμω πνευμάτων. Ούτως, βραδύτερον είς τοιούτος ασκητής θα δύναται να συλλαμβάνη όλον το σύμπλεγμα καταστάσεων βεβιωμένων υπό ανθρώπων οιασδήποτε προελεύσεως. Εκ τούτου προέρχεται η ικανότης την οποίαν έχουν οι πνευματικοί οδηγοί να κατανοούν την ψυχήν παντός ανθρώπου, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσεως ηλικίας πνευματικού επιπέδου ή εμπειρίας εις την κατά των παθών πάλην.
Η μετά του Γέροντος επικοινωνία έπεισεν ημάς ότι πάσαι αι ανθρώπιναι οδοί είναι γνωσταί εις τον χριστιανόν αθλητήν, ενώ αι οδοί αυτού παραμένουν κεκρυμμέναι από των αλλοτρίων οφθαλμών.

ΙΓ’ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Η προσευχή δι’ όλον τον κόσμον δι’ όλον τον Αδάμ οδηγεί πολλάκις εις την απομάκρυνσιν από της ειδικής υπηρεσίας προς τους ανθρώπους. Ίσως ερωτήση τις: Η απομάκρυνσις αύτη δεν είναι άραγε άρνησις υπηρεσίας προς το συγκεκριμένον όν χάριν αφηρημένης }294} τινός ιδέας; Ουχί βεβαίως διότι ο όλος Αδάμ δεν είναι αφηρημένη ιδέα, αλλά το πλέον συγκεκριμένον πλήρωμα της ανθρωπίνης υπάρξεως.
Η φύσις της πανανθρωπίνης υπάρξεως είναι τοιαύτη ώστε έκαστον ιδιαίτερον πρόσωπον, νικών εν εαυτώ το κακόν, επιφέρει δια της νίκης ταύτης ήτταν κατά του κοσμικού κακού τοσούτον μεγάλην ώστε τα αποτελέσματα επενεργούν ευεργετικώς επί των πεπρωμένων όλου του κόσμου. Αφ’ ετέρου δε η φύσις του κοσμικού κακού είναι τοιαύτη ώστε νικώμενον εις ωρισμένας μόνον ανθρωπίνας υποστάσεις (πρόσωπα) υφίσταται ήτταν η σημασία και η έκτασις της οποίας είναι αμέτρως δυσανάλογοι προς τον αριθμόν των νικητών.
Είς άγιος είναι φαινόμενον εξόχως πολύτιμον δι’ όλην την ανθρωπότητα. Οι άγιοι, δια του γεγονότος της υπάρξεως αυτών, έστω και αφανούς εις τον κόσμον αλλά φανεράς εις τον Θεόν, επιφέρουν επί της γης εφ’ όλης της ανθρωπότητος, πλουσίαν την ευλογίαν του Θεού.
«Ο κόσμος ίσταται δια των προσευχών των Αγίων, και όταν εξασθενήση η προσευχή τότε ο κόσμος θα απολεσθή …» }295}
Ο Άγιος Βαρσανούφιος μαρτυρεί ότι επί της εποχής αυτού η προσευχή τριών ανδρών συνεκράτει τον κόσμον εκ της καταστροφής. Χάρις εις τους αγνώστους εις τον κόσμον αγίους μεταβάλλεται η ροή των ιστορικών έτι δε και των κοσμικών γεγονότων. Ως εκ τούτου έκαστος άγιος είναι φαινόμενον κοσμικού χαρακτήρος η σπουδαιότης του οποίου εξέρχεται των ορίων της επιγείου ιστορίας και εκτείνεται εις τον κόσμον της αιωνιότητος. Οι άγιοι είναι το άλας της γης, η έννοια της υπάρξεως αυτής, ο καρπός χάριν του οποίου φυλάττεται αύτη. Και όταν η γη παύση να γεννά αγίους, τότε θα αρθή απ’ αυτής η δύναμις η συγκρατούσα τον κόσμον εκ της καταστροφής.
… εκείνος (Σιλουανός) εθεώρει τας πνευματικάς καταστάσεις ως εξόχως μεγάλας, ένεκα της αιωνίου οντολογικής αυτών σπουδαιότητος. Την προσευχήν δια τους εχθρούς και δι’ όλον τον κόσμον ησθάνετο ως αιωνίαν ζωήν, ως Θείαν ενέργειαν εν τη ψυχή }296} του ανθρώπου, ως άκτιστον χάριν και δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Και έως ότου θα αποδέχηται ο κόσμος το δώρον τούτο θα υφίσταται· όταν όμως εις όλον το πλήθος των ανθρώπων δεν απομείνουν επί της γης έστω και ολίγοι φορείς της χάριτος ταύτης τότε θα λάβη πέρας η γηΐνη ιστορία εν τη εξάψει της γενικής συμπλοκής και ουδεμία ανθρωπίνη επιστήμη ή πολιτισμός θα προλάβουν τον όλεθρον τούτον.
Η καθ’ ημέραν πείρα βεβαιοί ημάς ότι εισέτι και άνθρωποι αποδεχόμενοι εκ ψυχής την εντολήν του Χριστού περί αγάπης προς τους εχθρούς δεν πραγματοποιούν αυτήν εν τη ζωή. Διατί; Κυρίως διότι είναι αδύνατον να αγαπώμεν τους εχθρούς άνευ της χάριτος. Εάν όμως οι άνθρωποι αντιλαμβανόμενοι ότι τούτο υπερβαίνει τας φυσικάς αυτών δυνάμεις εζήτουν ως λέγει ο Γέρων παρά του Θεού την βοήθειαν της χάριτος τότε αναμφιβόλως θα ελάμβανον το δώρον τούτο.
Δυστυχώς κυριαρχεί το αντίθετον φαινόμενον, τουτέστιν ουχί μόνον οι άπιστοι αλλά και οι ομολογούντες εαυτούς χριστιανούς φοβούνται να ενεργούν κατά την εντολήν του Χριστού περί της αγάπης προς τους εχθρούς. Υποθέτουν ότι τούτο είναι επωφελές μόνον δια τους εχθρούς. Οι εχθροί οίτινες δια του μέλανος πρίσματος του μίσους παρουσιάζονται συνήθως ως μη έχοντες εν εαυτοίς ουδέν καλόν θα επωφεληθούν ως νομίζουν της «αδυναμίας» αυτών και θα απαντήσουν εις την αγάπην δια μίσους και εκβιασμού και τότε θα θριαμβεύση το κακόν, προσωποποίησις του οποίου εν γένει είναι ο εχθρός.
Η σκέψις περί «αδυναμίας» του Χριστιανισμού είναι βαθέως εσφαλμένη. Οι άγιοι κατέχουν δύναμιν αρκετήν δια να κυριαρχούν επί τω ανθρώπων, επί των μαζών αλλά πορεύονται την αντίθετον οδόν. Υποδουλούνται εις τον αδελφόν, και ούτως αποκτούν δι’ εαυτούς τοιαύτην αγάπην ήτις κατά την ουσίαν αυτής είναι }297} άφθαρτος. Επ’ αυτής της οδού νικούν νίκην ήτις μένει εις τους αιώνας, ενώ η δια της βίας νίκη ουδέποτε είναι σταθερά και κατά το είδος αυτής αποτελεί μάλλον όνειδος της ανθρωπότητος παρά δόξαν αυτής.
Οι άνθρωποι φοβούνται να ριφθούν εις το πυρ εκείνο όπερ έφερεν επί της γης ο Κύριος. Φοβούνται να «καταναλωθούν» εν αυτώ και να «απολέσουν» την ψυχήν αυτών.
Επί πολλά έτη η ζωή του Γέροντος ήτο προσευχή δια τον κόσμον· και δι’ αγνώστου εις ημάς τρόπου η χάρις του Θεού επληροφόρει αυτόν ότι άχρις ου εν τω κόσμω υπάρχει τοιαύτη αγάπη και προσευχή ο κόσμος θα }298} διαφυλάττηται υπό του Θεού αλλ’ όταν εκλείψη εντελώς από του προσώπου της γης η αγάπη προς τους εχθρούς τότε ο κόσμος θα απολεσθή εν τω πυρί της γενικής συρράξεως.
Αγωνιζόμενοι κατά του φυσικώς εμφανιζομένου κακού οι άνθρωποι καταφεύγουν εις την φυσικήν δύναμιν. Την οδόν ταύτην ηκολούθησαν πολλάκις και χριστιανοί. Εν τη Δυτική Εκκλησία κατά τον μεσαίωνα η φυσική πάλη μετά του κακού έλαβε δογματικήν δικαίωσιν, την οποίαν και μέχρι του νυν δεν απέρριψε. Τότε αυτό ελάμβανε την μορφήν «Ιεράς Εξετάσεως», νυν δε προσλαμβάνει άλλας μορφάς αίτινες εν τούτοις κατά την πνευματικήν αυτών ουσίαν αποτελούν το αυτό φαινόμενον. Εν τη ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ωσαύτως γνωσταί περιπτώσεις τάσεως προς την ιδέαν της φυσικής πάλης μετά του κακού, αλλ’ ευτυχώς αύται περιορίζονται εις μεμονωμένας περιπτώσεις ιεραρχών ή εκκλησιαστικών ομάδων. Αυτή αύτη η Εκκλησία όμως ουχί μόνον δεν ηυλόγησε και δεν εδικαίωσεν δογματικώς αυτά τα μέσα αλλά πάντοτε επορεύετο οδόν ακολουθούσαν τον Εσταυρωμένον Χριστόν τον αίροντα επ’ Αυτού το βάρος του κόσμου.
Είχεν ο Γέρων βαθείαν συνείδησιν ότι το κακόν νικάται πραγματικώς μόνον εν τω αγαθώ, ότι ο δια της φυσικής ισχύος αγών οδηγεί απλώς εις την αντικατάστασιν της μιάς βίας δια της άλλης. … «Ότε οι Σαμαρείται δεν ήθελον να δεχθούν τον Χριστόν, οι Απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης ήθελον να ρίψουν πυρ εξ ουρανού }299} ίνα εξολοθρεύσουν αυτούς. Αλλά ο Κύριος απηγόρευσε τούτο και είπεν: «Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστε … ουκ ήλθον ψυχάς ανθρώπων απολέσαι αλλά σώσαι» Και ημείς οφείλομεν να έχωμεν αυτήν μόνον την σκέψιν ίνα οι πάντες σωθούν».
Όταν όμως ο ασκητής απομακρύνηται εκ του κόσμου, κατ’ αρχάς η ζωή αυτού συγκεντρούται κυρίως εις την πρώτην εντολήν και εις την προσωπικήν μετάνοιαν, λαμβάνουσαν χαρακτήρα «εγωϊστικόν». Βραδύτερον όταν η μετάνοια φθάση εις ωρισμένον μέτρον πληρώματος και η ψυχή του ασκητού γευθή της χάριτος, τότε αρχίζει εντός αυτού να ενεργή η αγάπη του Χριστού, εκχεομένη επί του κόσμου και εφ’ όλης της ανθρωπότητος. Τότε, παραμένων έτι και εν τη ερήμω και μη βλέπων τον κόσμον δια των σωματικών οφθαλμών βλέπει αυτόν δια πνεύματος και ζη βαθέως τα παθήματα του κόσμου δια της χριστιανικής συνειδήσεως του ανεπαναλήπτου και της μεγάλης αιωνίου αξίας εκάστου ανθρώπου.
Όπου και αν υπάγη ο άνθρωπος, εις οιανδήποτε έρημον και αν απομονωθή εάν ευρίσκηται εις τας οδούς της πραγματικής εν Θεώ ζωής θα ζήση την τραγωδίαν του κόσμου, και μάλιστα πολύ εντονώτερον και βαθύτερον ή οι ίδιοι οι εν τω κόσμω ζώντες, διότι ούτοι δεν γνωρίζουν τίνος στερούνται. Οι άνθρωποι πάσχουν εκ }300} πολλών στερήσεων, αλλά εκτός σπανίων εξαιρέσεων δεν γνωρίζουν την κυρίαν αυτών στέρησιν.
Εν τη ψυχή του ανθρώπου όστις δεν εγνώρισε την τελείαν αγάπην αι δύο εντολαί του Χριστού ουχί σπανίως ευρίσκονται εν οξεία αμοιβαία αντιθέσει. Ο αγαπών τον Θεόν εξέρχεται του κόσμου και καταδύεται εις πνευματικόν τινα «εγωϊσμόν» και ως αδιάφορος δια τα συμβαίνοντα εν τω κόσμω σώζει την εαυτού ψυχήν. Ο αγαπών πάλιν εμπαθώς τον ανθρώπινον κόσμον ζη τον πόνον αυτού όστις κατακλύζει τον κόσμον όλον και εγείρεται κατά του Θεού θεωρών Εκείνον αίτιον του πόνου αυτού όστις κατακλύζει τον κόσμον όλον και εγείρεται ενίοτε μέχρις έχθρας.
Ενθυμούμαι ότε ενθουσιασθείς  ποτε εκ των έργων των Αγίων Πατέρων είπον εις αυτόν: «Λυπούμαι διότι δεν έχω ούτε δυνάμεις ούτε χρόνον να ασχοληθώ περισσότερον εις την μελέτην της θεολογίας». Και ο Γέρων απήντησε: }302}
«Θεωρείτε τούτο σπουδαίον πράγμα»; … Εσιώπησεν ολίγον και ύστερον προσέθεσε: «Κατ’ εμέ, μέγα είναι μόνον έν, να ταπεινωθή τις διότι η υπερηφανία εμποδίζει ημάς να αγαπώμεν». }303}
… η αγάπη προς τους εχθρούς είναι το μόνον ασφαλές κριτήριον της αληθείας ουχί μόνον επί του σωτηριολογικού επιπέδου του αφορώντος εις το πολίτευμα του πνευματικοηθικού βίου όπερ σώζει τον άνθρωπον, αλλά και επί του δογματικού επιπέδου εις τας θεωρητικάς τουτέστι παραστάσεις του Όντος.
Όλος ο κόσμος ζητεί το κριτήριον της αληθείας άχρι της σήμερον ημέρας. Ο πιστός ως τοιούτον ομολογεί την Εκκλησίαν … Αλλ’ εν τη ιστορική πείρα εφάνη ότι η τοιαύτη υπόδειξις δεν είναι επαρκώς σαφής. Διότι πλην της Μιάς αληθούς, και αι ψευδο-εκκλησίαι αποκαλούν εαυτάς Εκκλησίας, εξωτερικόν δε σημείον διακρίνον αδιαφιλονικήτως την αληθή Εκκλησίαν από των ψευδο-εκκλησιών δεν υπάρχει. Το υποδειχθέν όμως υπό του Γέροντος κριτήριον δύναται να κληθή παγκόσμιον, διότι δίδει εις έκαστον εξ ημών την δυνατότητα δια της υποκειμένης εις τον έλεγχον της συνειδήσεως πνευματικής ζωής εν τη ψυχική αυτής εκδηλώσει, ουχί μόνον να ορίσωμεν τον πνευματικόν τόπον ημών, ήτοι να εννοήσωμεν την αλήθειαν ή το ψεύδος της ατομικής ημών πορείας }304} ενώπιον του Θεού, αλλά και να διακρίνωμεν την διδαχήν της αληθούς Εκκλησίας από πάντων των αλλοτρίων και των νόθων, άτινα παρεμβάλλονται εις αυτήν. }305}
Η αληθής Εκκλησία πάντοτε φυλάττει άθικτον την διδασκαλίαν του Χριστού αλλ’ ουχί πάντες οι θεωρούντες εαυτούς μέλη της Εκκλησίας και ομιλούντες προσέτι εξ ονόματος Αυτής κατανοούν αυτήν. Διότι αι θύραι της αγάπης Αυτής είναι ευρέως ανεωγμέναι εις πάντα άνθρωπον ανεξαρτήτως της πνευματικής αυτού προόδου, αρκεί να ομολογήση πίστιν και πόθον σωτηρίας. Ένεκα τούτου εν τη δεδομένη εμπειρική ζωή της Εκκλησίας πάντοτε παρουσιάζεται ανάμιξις της εκδηλουμένης εν τη αγιότητι του βίου αληθείας μετά της αναληθείας της εισαγομένης εκ των αμαρτιών των ασθενών μελών Αυτής, μη αποκλειομένων και ωρισμένων εκπροσώπων της αγίας ιεραρχίας.
Η περίπτωσις αύτη λίαν δυσχεραίνει το πρόβλημα της διακρίσεως της αληθούς Εκκλησίας εκ των ψευδο-εκκλησιών, αίτινες ωσαύτως δύνανται να επιδεικνύουν την ιστορικήν διαδοχήν αυτών από των αποστολικών χρόνων και κηρύττουν δογματικήν διδαχήν ηντλημένην εκ της Αγίας Γραφής, αλλά μετ’ εκείνων των προσθηκών αίτινες είναι αλλότριοι της Θείας αληθείας και του Θείου θελήματος. Πηγήν των εισαχθεισών καινοτομιών και διαστροφών αποτελεί η αμαρτωλός θέλησις –ανθρωπίνη ή δαιμονική- ήτις συνήθως ουχί μόνον δεν δύναται να αποδειχθή λογικώς εις τους άλλους αλλ’ ουδέ υπ’ αυτών των ιδίων να διασαφηθή. Και ιδού εις όλας αυτάς τας περιπτώσεις το υποδεικνυόμενον υπό του Γέροντος Σιλουανού κριτήριον είναι πολύτιμον, διότι δίδει την δυνατότητα να διακρίνωμεν αλαθήτως την παρουσίαν θελήματος αλλοτρίου του θελήματος του Θεού, «Όστις θέλει πάντας σωθήναι» και Όστις }306} έδωκεν εις ημάς την εντολήν «αγαπάτε τους εχθρούς υμών».
Η εντολή αύτη του Χριστού ούσα ανταύγεια εν τω κόσμω της παντελείου αγάπης του Τριαδικού Θεού, είναι ο «εις κεφαλήν γωνίας λίθος» όλης της διδασκαλίας της Εκκλησίας, η ύστατη σύνθεσις όλης της θεολογίας, η «εξ ύψους δύναμις» και εκείνο «το περισσόν» ζωής, όπερ εχαρίσατο εις ημάς ο Χριστός· εκείνο το «βάπτισμα εν Πνεύματι Αγίω» περί του οποίου ομιλεί ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Ο λόγος ούτος –«αγαπάτε τους εχθρούς υμών»- είναι το πυρ εκείνο όπερ κατεβίβασεν ο Κύριος επί της γης δια της επιδημίας Αυτού, εκείνο το άκτιστον Θείον Φως, όπερ περιέλαμψε τους Αποστόλους επί του Θαβώρ, εκείναι αι πύριναι γλώσσαι, εν ταις οποίαις κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον επί των Αποστόλων εν τω υπερώω της Σιών· είναι η εν ημίν Βασιλεία του Θεού, «εληλυθυΐα εν δυνάμει», το πλήρωμα της ανθρωπότητος και η τελείωσις της κατά Θεόν ομοιώσεως.
Όσον και εάν είναι ο άνθρωπος σοφός, επιστήμων, ευσχήμων, εάν δεν αγαπά τους εχθρούς τουτέστι πάντα συνάνθρωπον δεν έφθασεν εις την τελείαν γνώσιν του Θεού. Και αντιθέτως όσον και εάν είναι τις απλούς, πένης και αμαθής, αλλά φέρει εν τη καρδία αυτού την αγάπην ταύτην, «μένει εν τω Θεώ και ο Θεός εν αυτώ μένει». Η χριστοειδής προς τους εχθρούς αγάπη έξω του Ενός Αληθινού Θεού είναι αδύνατος, εβεβαίου ο Γέρων. Ο φορεύς τοιαύτης αγάπης είναι κοινωνός ζωής αιωνίου έχων αναμφίβολον την περί τούτου μαρτυρίαν εν τη καρδία αυτού. Είναι κατοικία Πνεύματος Αγίου και δια Πνεύματος Αγίου γνωρίζει τον Πατέρα και τον Υιόν δια της υπαρξιακής και ζωηφόρου γνώσεως και εν Πνεύματι Αγίω γίνεται αδελφός και φίλος του Χριστού }307} υιός του Θεού και θεός κατά χάριν.
Ο χριστιανός απομακρύνεται του κόσμου. Μεριμνών «εγωϊσιτκώς» περί της σωτηρίας αυτού, εγκαταλείτει το παν ως άχρηστον· «μισεί» πατέρα, μητέρα, τέκνα· αρνείται πάντα σαρκικόν δεσμόν· εκζητών τον Θεόν, «μισεί» τον κόσμον και όλος εγκλείεται εν τω βάθει της καρδίας αυτού. Και όταν όντως εισέλθη εκεί ίναι ποιήση πόλεμον μετά του σατανά όπως καθάρη την καρδίαν αυτού από παντός αμαρτωλού πάθους, τότε εντός της ιδίας αυτού καρδίας συναντάται μετά του Θεού και εν τω Θεώ άρχεται να βλέπη εαυτόν συνδεδεμένον αρρήκτως μεθ’ όλου του κοσμικού είναι και ουδέν πλέον υπάρχει δι’ αυτόν ξένον ή αλλότριον.
Αποτασσόμενος εν αρχή τον κόσμον επανευρίσκει αυτόν δια του Χριστού εντός αυτού αλλ’ ήδη δι’ εντελώς άλλου τρόπου και συνδέεται μετ’ αυτού τω «συνδέσμω της αγάπης» δι’ όλην την αιωνιότητα. Τότε πας άνθρωπος ανεξαρτήτως αποστάσεως τόπου ή ιστορικής εποχής καθ’ ήν έζησε, περικλείεται δια της προσευχής εις την αιώνιον ζωήν αυτού. Τότε γνωρίζει ότι η καρδία αυτού δεν είναι μόνον φυσικόν τι όργανον ή το όργανον της ψυχικής ζωής, αλλά μεταφυσικόν τι μη υπαγόμενον εις ορισμόν, ικανόν να εγγίση τον Θεόν, την πηγήν πάσης υπάρξεως. Εν τη «βαθεία καρδία» αυτού ο χριστιανός }308} κατά τινα τρόπον βιοί όλην την ιστορίαν του κόσμου ως προσωπικήν και βλέπει ουχί μόνον εαυτόν αλλά και όλον τον ανθρώπινον κόσμον, και δεν υπάρχει τότε δι’ αυτόν άνθρωπος ξένος, αλλ’ αγαπά τους πάντας ως παρήγγειλεν ο Χριστός.
Ίνα κρατηθή τις εν τη αγάπη του Θεού είναι απαραίτητον όπως και η οργή και το «μίσος» φθάσουν την εσχάτην έντασιν, κατευθυνόμενα όμως εναντίον της «εν εμοί» ζώσης αμαρτίας, εναντίον του εν εμοί ενεργούντος κακού εν εμοί και ουχί εν τω αδελφώ.
Όλη η δύναμις της προς το κοσμικόν κακόν αντιστάσεως συγκεντρούται εις την βαθείαν καρδίαν του χριστιανού ενώ εξωτερικώς κατά την εντολήν του Κυρίου, «ουκ ανθίσταται τω πονηρώ».
Η καρδία του χριστιανού φοβείται το παν, προσέτι και την ελαφροτέραν κίνησιν σκέψεως ή μη αγαθού αισθήματος. Ανησυχεί δια το παν, και πονεί και θλίβεται, ταυτοχρόνως όμως υπ’ ουδενός πτοείται· έστω και αν ο «ουρανός συγκρουσθή μετά της γης», έστω και αν τα όρη πέσουν εκκωφαντικώς επί των κεφαλών ημών, η βαθεία καρδία του χριστιανού θα παραμείνη εν ειρήνη.
Ο χριστιανός είναι το πλέον ανυπεράσπιστον όν. Ευρίσκεται υπό την πίεσιν πάντων και εκάστου. Ο χριστιανός είναι πάντων δούλος, και «πάντων περίψημα», συγχρόνως δε ούτος και μόνον ούτος είναι ελεύθερος και απαραβίαστος, εν τη πλέον βαθεία εννοία της λέξεως. }309}
… εγκαταλείπων και «μισών» το παν διακόπτων τας σχέσεις μετά πάντων, ο χριστιανός λαμβάνει εκ του Θεού την δωρεάν της αιωνίου πνευματικής αγάπης προς τους πάντας και το παν. }310}

ΙΔ’ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ

Να ζη τις χριστιανικώς είναι ανεπίτευκτον. Χριστιανικώς δύναταί τις μόνον να αποθνήσκη καθώς και ο Απόστολος Παύλος απέθνησκε καθ’ ημέραν. }311}
«Ο Κύριος ενίοτε εγκαταλείπει την ψυχήν ίνα δοκιμάση αυτήν ίνα δείξη η ψυχή την σύνεσιν και την προαίρεσιν αυτής· εάν όμως ο άνθρωπος δεν βιάζη εαυτόν εις το έργον της ασκήσεως τότε η χάρις εγκαταλείπει αυτόν· εάν όμως δεικνύη προαίρεσιν η χάρις θα αγαπήση αυτόν και πλέον δεν θα εγκαταλείπη αυτόν».
Εν τη δομή του κόσμου παρατηρείται ιεραρχική τάξις διαίρεσις εις ανώτερον και κατώτερον: πυραμίς του είναι. Εν τω ανθρωπίνω δε πνεύματι ευρίσκομεν την ιδέαν της ισότητος ως έμμονον απαίτησιν των εγκάτων της συνειδήσεως ημών.
Οι μεν παρατηρούντες τον ψυχο-φυσικόν κόσμον αφ’ ενός και το εμπειρικώς δεδομένον πνευματικόν είναι της ανθρωπότητος αφ’ ετέρου, και εις το έν και εις το άλλον διαπιστούντες πυραμίδα ανισότητος, καταλήγουν εις το συμπέρασμα του οντολογικώς αναποφεύκτου της ανισότητος εις την κοσμικήν ύπαρξιν και εις το ανθρώπινον είναι· ούτως ή κατά το πάθος αυτών, ή κατά την απαθή φιλοσοφικήν αυτών πεποίθησιν καταπνίγουν την αξίωσιν της συνειδήσεως αυτών. Οι δε, εδραζόμενοι ακριβώς επ’ αυτής της συνεχούς αξιώσεως του ανθρωπίνου πνεύματος, επιδιώκουν εμμόνως την αποκατάστασιν της κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδος πρωτογόνου ισότητος εις την ύπαρξιν της ανθρωπότητος.
Αλλ’ είναι άραγε δυνατή η ισότης εκεί όπου θεμελιώδης αρχή υπάρξεως είναι η ελευθερία; Εκ της πείρας των χιλιετιών της ιστορίας της ανθρωπότητος επιβάλλεται η απάντησις: ουχί. }312}
Ο Κύριος δεν αρνείται το γεγονός της ανισότητος, την ιεραρχίαν, την διαίρεσιν εις ανώτερον και κατώτερον, μείζον και έλαττον, αλλ’ ανατρέπει αυτήν την πυραμίδα του είναι θέτων την κορυφήν αυτής προς τα κάτω, και τοιουτοτρόπως εγκαθιστά την εσχάτην τελειότητα.
Αναμφίβολος κορυφή της πυραμίδος του είναι τυγχάνει ο Ίδιος ο Υιός του ανθρώπου, ο Μόνος αληθινός, αιώνιος Κύριος. Και λέγει περί Εαυτού ότι «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν Αυτού λύτρον αντί πολλών». Περί των αγγέλων ελάβομεν διδασκαλίαν, ως περί όντων ανωτέρων ημών κατά την γνώσιν και τον τρόπον της υπάρξεως, εν συγκρίσει προς την επίγειον ημών ύπαρξιν, αλλ’ ο Απόστολος ομιλεί περί αυτών ως περί «λειτουργικών πνευμάτων εις διακονίαν αποστελλομένων δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν». Εις τους μαθητάς Αυτού ο Κύριος εντέλλεται να ακολουθούν το υπόδειγμα όπερ Εκείνος έδωκε, νίπτων τους πόδας αυτών. }313}
Ο χριστιανός πορεύεται προς τα κάτω εκεί εις το βάθος της ανεστραμμένης πυραμίδος όπου συγκεντρούται η φοβερά πίεσις, όπου είναι ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου Χριστός.
Όταν εγγίση την καρδίαν η μεγάλη χάρις του Θεού τότε άρχεται να ενεργή εν αυτή η δύναμις της αγάπης του Χριστού και η ψυχή ελκομένη υπό της αγάπης ταύτης κατέρχεται όντως εις το βάθος της ανεστραμμένης πυραμίδος ποθούσα τον Χριστόν, εξομοιουμένη προς Αυτόν. }314} Εν τοις ορίοις των δυνάμεων αυτού ο άνθρωπος αίρει επ’ αυτού το βάρος των αδελφών αυτού. Και τότε δημιουργείται κατάστασις περί της οποίας η δια λόγου πληροφορία καθίσταται αδύνατος.
Το βάθος και η δύναμις των βεβιωμένων εν τη ζωή οδυνών επλήρωσαν την καρδίαν υπό ευσπλαγχνίας μεγάλης δι’ έκαστον πάσχοντα. Η συμπάσχουσα αγάπη γεννά την ετοιμότητα προς αυτοθυσίαν δια το καλόν του πλησίον και συγχρόνως η αγάπη έλκει αρρήτως προς τον Θεόν τον όλον άνθρωπον. Ο νους, η καρδία και αυτό το σώμα, η όλη ύπαρξις του ανθρώπου έλκεται προς τον Θεόν εν βαθεία μετά δακρύων φλογερά προσευχή δια τους ανθρώπους ενίοτε δι’ ωρισμένους γνωστούς ή και αγνώστους, ενίοτε δι’ όλην την «απ’ αιώνος» ανθρωπότητα· άλλοτε δε η ψυχή εξηντλημένη υπό του μεγάλου πόνου της αγάπης παραδίδεται ολοκληρωτικώς εις τον Θεόν και επιλανθάνεται του κόσμου.
Εν τω βυθώ της ανεστραμμένης πυραμίδας εν τη βαθυτάτη κορυφή πυθμήν της οποίας τυγχάνει ο εκ της προς τον κόσμον αγάπης εσταυρωμένος Χριστός, ενεργείται όλως ιδιαιτέρα ζωή, φανερούται όλως ιδιαίτερον φως και πνέει ιδιαιτέρα ευωδία· εκεί ελκύεται δι’ αγάπης ο ασκητής. Η αγάπη του Χριστού τιτρώσκει τον εκλεκτόν αυτής, επιφορτίζει και καθιστά την ζωήν αυτού επίπονον, μέχρις ότου επιτύχη την τελευταίαν αυτού επιθυμίαν· προς επίτευξιν δε αυτού του εσχάτου σκοπού εκλέγει ασυνήθεις οδούς. }315}
Η τοιαύτη προσευχή είναι μετάνοια δια τα αμαρτήματα των ανθρώπων, και ως μετάνοια είναι ανάληψις της ευθύνης των παραβάσεων αυτών· ως προσευχή δε πάλιν δι’ όλον τον κόσμον είναι μέχρι σημείου τινός άρσις του βάρους του κόσμου. Αλλά ίνα εμφανισθή εις τον άνθρωπον το θάρρος δια τοιαύτην προσευχήν, δέον πρώτον όπως εν αυτώ τω ιδίω η προσωπική μετάνοια φθάση εις τελείωσιν, διότι, εάν ούτος ο ιδιος ζη εν τη αμαρτία και τοις πάθεσι, τότε αντί της επ’ αυτού άρσεως των βαρών των αδελφών επιθέτει επ’ αυτών τα οικεία βάρη.
Να αγαπάς δια της αγάπης του Χριστού σημαίνει να πίνης το ποτήριον του Χριστού· εκείνο το ποτήριονξ όπερ Αυτός ο Άνθρωπος-Χριστός εδεήθη του Πατρός «παρελθείν» απ’ Αυτού. Η αγάπη του Χριστού είναι μακαριότης μη συγκρινομένη προς ουδέν των εν τω κόσμω τούτω και συγχρόνως είναι πάθος μεγαλύτερον παντός άλλου πάθος μέχρι θανάτου. Ο τελευταίος ούτος ο θάνατος, είναι και η τελευταία δοκιμασία της αγάπης και της ελευθερίας ημών. Εκείνος όστις έστω και εκ μέρους έστω και μακρόθεν ακολουθεί τον Χριστόν «αναβαίνοντα εις Ιεροσόλυμα», ούτος εννοεί τον φόβον εκείνον, του οποίου έλαβον πείραν οι ακολουθήσαντες }316} Αυτόν Μαθηταί Αυτού. Τούτο συμβαίνει διότι πάσα πράξις κατά την εντολήν του Χριστού διέρχεται δια δοκιμασίας και άλλως δεν γίνεται. Και μόνον μετά την δοκιμασίαν λαμβάνει αύτη την αιώνιαν αξίαν αυτής.
… «πας άνθρωπος ψεύστης». Ψεύστης διότι δεν μένει αμετάβλητος, και εάν σήμερον λέγη αγαπώ, αύριον δεν ευρίσκεται εν τω ιδίω μέτρω της αγάπης. Ούτω βαθμηδόν δημιουργείται εν τη ψυχή του ανθρώπου η τάσις να υπερνικήση το ψεύδος της ζωής αυτού και να επεκτείνη την προσευχήν μέχρι της τελικής πληρότητος, όπερ επιτυγχάνεται μόνον εν τω θανάτω.
Η τελειότης της χριστιανικής ζωής παρίσταται άφθαστος. Χριστιανικός δύναταί τις μόνον να αποθνήσκη. Εν όσω ο άνθρωπος ζη εν τω κόσμω τούτω «σάρκα φορών» ευρίσκεται πάντοτε ως υπό τι κάλυμμα, και το κάλυμμα τούτο παρεμποδίζει αυτόν να μένη τελείως και αδιαλείπτως εν τω Θεώ, τον Οποίον ποθεί η ψυχή. Εν όσω ο άνθρωπος παραμένει δέσμιος της σαρκός αυτού, }317} δεν δύναται να φθάση το απόλυτον, αλλά πάντοτε μετέχει της σχετικότητος της γηΐνης «μορφής υπάρξεως», και δια τούτο πάσα ενέργεια αυτού φέρει αναποφεύκτως σχετικόν χαρακτήρα και δεν κατορθοί την τελειότητα άλλως, ει μη μέσω του μεγάλου μυστηρίου του θανάτου, το οποίον θα επιθέση την σφραγίδα της αιωνίου δικαιοσύνης εφ’ όλης της διανυθείσης βιοτικής οδού ή αντιθέτως θα αποκαλύψη το άδικον αυτής. }318}
Ετελειώθη ο μακάριος Γέρων Μεγαλόσχημος Σιλουανός την δευτέραν πρωϊνήν ώραν της 11ης /24ης Σεπτεμβρίου 1938 και ετάφη το εσπέρας της ιδίας ημέρας την τετάρτην ώραν. }323}
Ο αθωνικός μοναχισμός εν τη νηπτική αυτού δυσπιστία προς τον άνθρωπον κρατεί τον αρχαίον κανόνα: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Η θετική αύτη νήψις ως και παν άλλο εν τη ανθρωπίνη ζωή δύναται να υπερβή τα όρια του δέοντος λαμβάνουσα χαρακτήρα μεγαλοποιημένης φοβίας περί της ανθρωπίνης αδυναμίας. Ο αθωνικός μοναχισμός ίσως έχει κλίσιν μάλλον προς το τελευταίον. }324}

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

«Τοσούτον πρέπει να τρώγωμεν ώστε μετά την λήψιν της τροφής να επιθυμώμεν όπως διαμένωμεν προσευχόμενοι» … Θα ήτο παράλογον να θέσω ως σκοπόν την εξάντλησιν του υλικού ή ένεκα της αφθονίας των θεμάτων να αποσπάσω την προσοχήν του αναγνώστου εξ εκείνου του ουσιώδους επί του οποίου ήτο προσηλωμένον το πνεύμα του πατρός μου. }333}
Η ιστορία γνωρίζει πλήθος περιπτώσεων θεραπείας και διορατικότητος και εις μη αγίους. Δεν είναι η πλευρά αύτη της ζωής αυτού η όντως μεγάλη. }334}
Advertisements
Αναρτήθηκε στις ε΄Περί της νοεράς ησυχίας και της Καθαράς Προσευχής. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ε΄Περί της νοεράς ησυχίας και της Καθαράς Προσευχής
Αρέσει σε %d bloggers: