Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

ΕΚΔ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ 1999, ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΓΔΟΗ. Μετάφρασις εκ του Ρωσικού υπό του συγγραφέως και υπό του Ιερομονάχου Ζαχαρίου.
Επιλεγμένα κείμενα από το βιβλίο.
Πηγή: www.nektarios.gr

.. 65

Α’ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Πεδίον του πνευματικού αγώνος δι’ έκαστον άνθρωπον είναι πρωτίστως η εαυτού καρδία. Όστις δε αγαπά να εισέρχηται εις αυτήν κατανοεί τον λόγον του προφήτου Δαβίδ: «Προσελεύσεται άνθρωπος και καρδία βαθεία». Η γνησία εν Χριστώ ζωή ρέει εκεί, εν τη βαθεία καρδία, κεκρυμμένη ουχί μόνον από των ξένων βλεμμάτων, αλλ’ εν τω πληρώματι αυτής και από αυτού του ιδίου του ανθρώπου. Όστις εισήλθεν εις τον μυστικόν τούτον νυμφώνα, ούτος αναμφιβόλως κατελήφθη υπό αφράστου εκπλήξεως προ του μυστηρίου της υπάρξεως. Όστις κεκαθαρμένη διανοία παρεδόθη εις την εντατικήν παρατήρησιν της βαθείας αυτού καρδίας, ούτος κατανοεί ότι είναι αδύνατον να παρακολουθήση πλήρως την ροήν της ιδίας ζωής, έστω και επί βραχύ τι χρονικόν διάστημα. Ούτος συνειδητοποιεί το αδύνατον να συλλάβη την πορείαν της πνευματικής ζωής της καρδίας, το βάθος της οποίας έρχεται εις επαφήν μετ’ εκείνου του Είναι, ένθα δεν υπάρχουν πλέον πορείαι. Εν τούτοις αυτός ακριβώς ο σκοπός προβάλλεται ενώπιον ημών εν τη παρούση βιογραφία: να διαζωγραφήσωμεν την εσωτερικήν πορείαν της ανόδου ενός μεγάλου ασκητού.
Ουχί· ημείς δεν θα θέσωμεν προ ημών ανεκπλήρωτον σκοπόν. Μόνον εν μέρει θα εγγίσωμεν εκείνα τα στάδια της ζωής αυτού, άτινα γνωρίζομεν ακριβέστερον. Έτι ατοπωτέραν θεωρούμεν πάσαν απόπειραν επιστημονικής ψυχαναλύσεως, διότι, εκεί όπου ενεργεί ο Θεός, αργεί η επιστήμη. }012}
… απαραίτητος προϋπόθεσις δια την ειρήνην μεταξύ των ανθρώπων είναι να έχη έκαστος επίγνωσιν του εαυτού πταίσματος.
«Άγιε Πάτερ (Ιωάννη της Κρονστάνδης) θέλω να γίνω μοναχός. Προσευχήθητε να μη κρατήση εμέ ο κόσμος».
… την επομένην ήδη ημέραν ησθάνετο κύκλω αυτού «να βουίζουν αι φλόγες του άδου».
Από της ημέρας όμως εκείνης, καθ’ ήν προσηυχήθη δι’ αυτόν ο Πατήρ Ιωάννης «αι φλόγες του άδου εβούϊζον» κύκλω αυτού συνεχώς: εις την αμαξοστοιχίαν, εις την Οδησσόν, εις το πλοίον, προσέτι και εις τον Άθωνα, εις την Μονήν, εις τον ναόν, πανταχού. }024}
Η απλή και πιστή ψυχή του Συμεών, ως ήκουσε παρά του γέροντος-πνευματικού ότι συνεχωρήθησαν αι αμαρτίαι αυτού, παρεδόθη εις την χαράν κατά τον λόγον (του πνευματικού): «Πορεύου εν ειρήνη και χαίρε».
Άπειρος και αφελής, δεν εγνώριζεν εισέτι ότι εις τον ασκητήν επιβάλλεται η εγκράτεια και εις την χαράν, και δια τούτο ευθύς απώλεσεν εκείνην την πνευματικήν έντασιν, εν ή ευρίσκετο η ψυχή αυτού μετά την επίσκεψιν αυτού εις την Κρονστάνδην. Κατά την επακολουθήσασαν εξασθένησιν εγένετο αντικείμενον σαρκικής επιθυμίας }025} και εστάθη ο νους αυτού εις δελεαστικάς εικόνας, τας οποίας επρότεινεν εις αυτόν το πάθος. Έλεγεν εις αυτόν ο λογισμός: «Ύπαγε εις τον κόσμον και νυμφεύσου».
Τι υπέστη κατά μόνας ο νεαρός δόκιμος, δεν γνωρίζομεν. Ότε μετέβη, ίνα εξομολογηθή, ο πνευματικός είπεν εις αυτόν:
«Μη συγκατατίθεσαι ποτέ εις τους λογισμούς και ευθύς ως έρχονται δίωκε αυτούς».
… κατά την διάρκειαν τεσσαράκοντα και έξ χρόνων μοναχικής ζωής, ουδέποτε απεδέχθη ουδέ ένα πορνικόν λογισμόν. }026}
… εσπέραν τινα, ενώ προσηύχετο ενώπιον της εικόνος της Θεοτόκου, η προσευχή εισέδυσεν εις την καρδίαν αυτού και ήρχισε να τελήται εκεί ημέρας και νυκτός. Τότε όμως δεν ηννόησεν εισέτι το μεγαλείον και την σπανιότητα της δωρεάς, την οποίαν εδέχθη υπό της Θεομήτορος.
Εν καιρώ νυκτός τινος το κελλίον αυτού επληρώθη ασυνήθους φωτός όπερ διεπέρασεν εισέτι και το σώμα }028} αυτού ούτως, ώστε είδε τα εντός του θώρακος. Ο λογισμός λέγει εις αυτόν: «Δέξαι, είναι η χάρις». Η ψυχή όμως του δοκίμου εταράχθη, και έμεινεν εν μεγάλη απορία. Η προσευχή και μετά τούτο εξηκολούθει να ενεργήται εντός αυτού, αλλά το πνεύμα της συντριβής απεμακρύνθη τοσούτον, ώστε εν ώρα προσευχής ήλθεν εις αυτόν γέλως. Εκτύπησεν ισχυρώς εαυτόν εις το μέτωπον δια της πυγμής. Έπαυσεν ο γέλως, αλλά το πνεύμα της μετανοίας δεν επανήλθε και η προσευχή αυτού εσυνεχίσθη άνευ κατανύξεως. Τότε αντελήφθη ότι έπαθεν ανάρμοστόν τι.
Μετά την όρασιν αυτήν του παραδόξου φωτός ενεφανίζοντο εις αυτόν δαίμονες, και αυτός, αφελής ών, συνωμίλει μετ’ αυτών «ως μετά ανθρώπων». Αι επιθέσεις βαθμηδόν εδυνάμωσαν· άλλοτε μεν έλεγον εις αυτόν: «Νυν είσαι άγιος», άλλοτε δε: «Δεν θα σωθής». Ο αδελφός Συμεών ηρώτησε ποτε ένα δαίμονα: «Διατί αντιφάσκετε λέγοντες άλλοτε ότι είμαι άγιος, άλλοτε δε ότι δεν θα σωθώ»; Και ο δαίμων απήντησεν ειρωνικώς: «Ημείς ουδέποτε λέγομεν την αλήθειαν». }029}
Έφθασε μέχρι της εσχάτης απογνώσεως· και ημέραν τινά, προ του εσπερινού, καθήμενος εν τω κελλίω αυτού εσκέφθη: «Θεόν εκδυσωπήσαι αδύνατον»! Δια του λογισμού τούτου ησθάνθη πλήρη εγκατάλειψιν, και η ψυχή αυτού επί μίαν περίπου ώραν εβυθίσθη εις σκότος απεριγράπτου αγωνίας.
Μεταβάς δια τον εσπερινόν εις τον ναόν του Αγίου Προφήτου Ηλιού, όστις είναι παρά τον Μύλον, εκ δεξιών της Ωραίας Πύλης, εις τον τόπον της εικόνος του Σωτήρος είδε τον ζώντα Χριστόν.
«Ο Κύριος δι’ ακαταλήπτου τρόπου» ώφθη εις τον νεαρόν δόκιμον, και όλη αυτού η ύπαρξις και αυτό τούτο }030} το σώμα ενεπλήσθησαν του πυρός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, εκείνου του πυρός όπερ ο Κύριος κατεβίβασεν εις την γην δια της ελεύσεως Αυτού.
Εκ του οράματος τούτου ο Συμεών περιήλθεν εις εξάντλησιν και ο Κύριος εγένετο άφαντος απ’ αυτού.
Αδύνατον να περιγράψωμεν την κατάστασιν, εν τη οποία ευρίσκετο ούτος εκείνην την ώραν. Γνωρίζομεν εκ του στόματος και εκ των γραφών του μακαρίου Γέροντος ότι περιέλαμψεν αυτόν τότε το μέγα Θείον Φως· ότι εξήλθεν εκ του κόσμου τούτου και ανέβη εν πνεύματι εις τον ουρανόν, ένθα ήκουσεν άρρητα ρήματα· ότι εκείνην την στιγμήν έλαβε νέαν τινά γέννησιν άνωθεν. Το γαλήνιον βλέμμα του τα πάντα συγχωρούντος, του απείρως αγαπώντος, του πλήρους ανεκλαλήτου χαράς Χριστού είλκυσε τον όλον άνθρωπον· και ότε εγένετο άφαντος, η ψυχή αυτού εκ της γλυκύτητος της αγάπης του Θεού ηρπάγη εις την θεωρίαν της Θεότητος, πέραν των σχημάτων του κόσμου.
Είναι όντως θαυμαστόν ότι κατά την εμφάνισιν του Κυρίου ο δόκιμος Συμεών, άνθρωπος απλούς και άδολος, «ανεγνώρισεν ευθύς» και τον εμφανισθέντα εις αυτόν Χριστόν, και το Πνεύμα το Άγιον το ενεργήσαν εν αυτώ. }031}
Έκαστος άνθρωπος είναι φαινόμενον μοναδικόν και ιδιόμορφον. … οι άνθρωποι επιδιώκοντες την σαφήνειαν, εισάγουν … την ταξινόμησιν.
Κατά τους διαρρεύσαντας αιώνας της ιστορίας του Χριστιανισμού η πείρα των Πατέρων της Εκκλησίας διέγραψε τρία είδη ή τύπους τάξεως της εν Χριστώ πνευματικής ζωής.
Εις το πρώτον είδος ανήκει η πλειονότης των ανθρώπων. Ούτοι ελκύονται εις την πίστιν δια μικράς χάριτος και διανύουν τον βίον αυτών εις μέτριον αγώνα τηρήσεως των εντολών. Μόνον δε κατά το τέλος της ζωής }032} αυτών, λόγω των παθημάτων, γίνονται επιδεκτικοί μεγαλυτέρας χάριτος. Τινές όμως εξ αυτών αγωνίζονται εντονώτερον και προ της εαυτών τελευτής λαμβάνουν μεγάλην χάριν. Ούτω συμβαίνει εις πολλούς μοναχούς.
Το δεύτερον είδος αποτελείται εκ των ελκυομένων κατ’ αρχάς δια μετρίας αναλόγως χάριτος, οίτινες όμως ασκούνται μετά προθυμίας εις την προσευχήν και την κατά των παθών πάλην, και εν τη οδυνηρά ταύτη ασκήσει καταξιούνται εις το μέσον της οδού αυτών μεγαλυτέρας χάριτος, και ζώντες το υπόλοιπον του βίου εν εντονωτέρω έτι αγώνι φθάνουν εις υψηλά μέτρα τελειότητος.
Το τρίτον, σπανιώτερον είδος είναι όταν από της ενάρξεως του ασκητικού βίου ο άνθρωπος λαμβάνη ένεκα του ενθέρμου ζήλου αυτού είτε ορθότερον κατά πρόγνωσιν του Θεού, την μεγάλην χάριν των τελείων.
Τούτο το τελευταίον γένος των ασκητών πάσχει επί της γης πλείον πάντων, επειδή μετά την γεύσιν της χάριτος, μετά την θεωρίαν του Θείου Φωτός, το σκότος της θεοεγκαταλείψεως και ο τάραχος των παθών βιούνται ασυγκρίτως βαθύτερον και οδυνηρότερον ένεκα της οξείας αντιθέσεως: Ούτοι γνωρίζουν ΤΙ απώλεσαν. Εκτός δε τούτου, η βίωσις της χάριτος μεταβάλλει δια της ενεργείας αυτής τον όλον άνθρωπον και καθιστά αυτόν ασυγκρίτως }033} περισσότερον ευαίσθητον εις παν πνευματικόν φαινόμενον. }034}
Και η πίστις και η μετάνοια ημών εξαρτώνται μέχρις ακαθορίστου τινος βαθμού εκ της ελευθερίας ημών και εν ταυτώ αποτελούν δώρον της Θείας χάριτος. … το μέτρον του δωρήματος του Θεού εξαρτάται εκ της συγκαταθέσεως του ανθρώπου. Αι δωρεαί του Θεού συνεπάγονται ωρισμένην άσκησιν. Όταν δε ο Θεός προβλέπη ότι ο άνθρωπος θα δεχθή το δώρημα Αυτού κατά τον δέοντα τρόπον τότε εκχέει τούτο «αφθόνως». Θα ελέγομεν ότι αιτία του μεγάλου ή μικρού δωρήματος είναι η προεγνωσμένη υπό του Θεού απάντησις του ανθρώπου εις την ενέργειαν της χάριτος. }035}
Υποθέτωμεν ότι η εκλογή δια την μαρτυρίαν της αγάπης είναι σπανία, διότι αύτη συνδέεται αναποφεύκτως προς την ολοκληρωτικήν αυτοθυσίαν.
Αι εντολαί του Χριστού δια τον Γέροντα Σιλουανόν δεν ήσαν ηθικός κανών. Δεν κατεβίβαζε τον Χριστιανισμόν εις το επίπεδον ενός ηθικού συστήματος, ως πράττουν οι εστερημένοι της αυθεντικής πνευματικής πείρας εκπρόσωποι του ανθρωπιστικού πολιτισμού, οίτινες καταλήγουν εις το συμπέρασμα ότι η θρησκεία δεν είναι άλλο τι ει μη «αναχαιτιστική τις αρχή» δια τους αμαθείς, άχρηστος «δι’ αυτούς». Ουχί! Ο Γέρων αντελαμβάνετο }036} τον λόγον του Χριστού ως … «ρήματα ζωής αιωνίου», ως πνεύμα και ζωή κατά τον λόγον του Ιδίου του Κυρίου:
Ο λόγος του Χριστού δια τον Σιλουανόν ήτο το Ζωοποιούν Πνεύμα, αυτή αύτη η αιώνιος ζωή, ο Θεός εν τη ενεργεία Αυτού.
Τί είναι η αμαρτία εξ επόψεως χριστιανικής;
… Η ουσία της αμαρτίας συνίσταται ουχί εις την κατάλυσιν ηθικών αρχών, αλλ’ εις την αποστασίαν εκ της αιωνίου Θείας ζωής, δια την οποίαν εκτίσθη ο άνθρωπος …
Η αμαρτία διαπράττεται προ παντός εν τω μυστικώ }037} βάθει του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά τα οψώνια αυτής πλήττουν τον όλον άνθρωπον. Όταν αύτη συντελεσθή, αντανακλάται εις την ψυχικήν και φυσικήν κατάστασιν του ανθρώπου, εις την εξωτερικήν αυτού εμφάνισιν, εις τα πεπρωμένα του αμαρτήσαντος, εξέρχεται αναποφεύκτως πέραν των ορίων της ατομικής αυτού ζωής και βαρύνει δια του κακού την ζωήν ολοκλήρου της ανθρωπότητος, και συνεπώς αντανακλάται και εις τα πεπρωμένα του σύμπαντος κόσμου.
Συνεπείας κοσμικής σημασίας δεν είχε μόνον το αμάρτημα του Προπάτορος Αδάμ. Παν αμάρτημα, φανερόν ή αφανές, εκάστου εξ ημών, επηρεάζει τα πεπρωμένα του κόσμου παντός.
Ο σαρκικός, μη έχων εισέτι πείραν της αιωνίου ζωής του Πνεύματος, δεν αντιλαμβάνεται την αλλαγήν της καταστάσεως αυτού μετά την διάπραξιν της αμαρτίας, διότι διαμένει πάντοτε εις πνευματικόν θάνατον. Αντιθέτως ο πνευματικός άνθρωπος, εις εκάστην κλίσιν του θελήματος αυτού προς την αμαρτίαν, βλέπει εν εαυτώ την αλλαγήν της καταστάσεως αυτού λόγω της υποστολής της χάριτος. }038}
Μετανοών δια την αμαρτίαν δεν εζήτει μόνον συγγνώμην ήτις ευκόλως παρέχεται υπό του Θεού και δι’ ενός ίσως στεναγμού μεταμελείας. Εζήτει πλήρη άφεσιν, ούτως ώστε η χάρις αισθητώς να επανακάμψη εις την ψυχήν. Εζήτει παρά του Θεού την δύναμιν όπως μη επαναλάβη ποτέ, ει δυνατόν, το αμάρτημα. Προσηύχετο ίνα λυτρώση αυτόν από του εν ημίν ενεργούντος «νόμου της αμαρτίας».
Ούτω λοιπόν ο Θεός προέγνω προ των αιώνων τον Συμεών-Σιλουανόν και δι’ ακαταλήπτου εις ημάς τρόπου έδωκεν εις αυτόν να γνωρίση την ουσίαν της αμαρτίας μετά τοσαύτης δυνάμεως, ώστε όντως έζησε την κόλασιν του άδου και εβόα εξ «άδου κατωτάτου», μέχρις ότου συγκατέβη ο Κύριος και εμφανισθείς έδωκεν εις αυτόν να γνωρίση, πριν ή γευθή θανάτου, την ανάστασιν της ψυχής και να ίδη «τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη Βασιλεία Αυτού». }039}

Β’ ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Το σφάλμα του Γέροντος Ανατολίου δεν ήτο μόνον παιδαγωγικόν, αλλά και κατά της χάριτος. Η χάρις του Θεού δεν επιτρέπει εις τον αληθή ασκητήν να είπη εις τον αδελφόν έπαινον, τον οποίον έτι και οι τέλειοι συχνάκις δεν δύνανται να βαστάσουν άνευ ζημίας. Έπαινοι λέγονται μόνον, όταν τις αποκάμνη εκ της απογνώσεως. Να ανοίγωνται όμως οι οφθαλμοί της «αριστεράς» εις εκείνα άτινα ποιεί μεθ’ ημών η δεξιά του Υψίστου, ή ουδόλως επιτρέπεται ή πρέπει να γίνηται μετ’ άκρας τέχνης και προσοχής. }043}
… Η εξωτερική μορφή την οποίαν ενδύεται ο λογισμός συχνάκις δεν επιτρέπει να αντιληφθής ΠΟΘΕΝ προέρχεται ούτος. Ουχί σπανίως ο λογισμός πλησιάζει αθορύβως ως κλέπτης, η δε πρώτη λογική αυτού μορφή δύναται να φανή ουχί μόνον εντελώς φυσική αλλά και σοφή, έτι δε και αγία. Και όμως ενίοτε αρκεί και η πλέον ελαφρά προσέγγισις τοιούτου }044} λογισμού, ίνα προκαλέση βαθείαν αλλαγήν εις την ψυχήν. Η κρίσις περί της φύσεως του λογισμού δεν πρέπει να στηρίζεται επί της εξωτερικής αυτού μορφής. Μόνον η πείρα οδηγεί εις την γνώσιν περί του ποίαν δύναμιν και λεπτότητα και ποίας ποικιλομόρφους όψεις δύνανται να προσλαμβάνουν αι δαιμονικαί υποβολαί. Προσέτι και όταν ο λογισμός κατά την φύσιν αυτού είναι αγαθός, δυνατόν να παρεισφρήση εις αυτόν αλλότριον στοιχείον, ούτω δε να αλλάξη ουσιωδώς το πνευματικόν αυτού περιεχόμενον και την εφ’ ημάς ενέργειαν.
Ο λογισμός είναι το πρώτον στάδιον της αμαρτίας. Η εμφάνισις αυτού εις την σφαίραν της συνειδήσεως δεν λογίζεται ως αμαρτία, αλλ’ είναι μόνον η πρότασις αυτής. Η απόκρουσις του λογισμού αποκλείει την περαιτέρω ανάπτυξιν της αμαρτίας.
… Νους ιστάμενος εν ησυχαστική προσοχή εν τη καρδία βλέπει πώς ο λογισμός πλησιάζει έξωθεν προσπαθών να εισχωρήση εις την καρδίαν, και εκδιώκει αυτόν δια της προσευχής. Τούτο το έργον, το καλούμενον «νοερά νήψις» ή «νοερά ησυχία» ή «τήρησις του νοός», ήρχισε να διδάσκηται ο Συμεών. … Δια της φλογεράς ορμής }045} αυτών φθάνουν εις την αδιάλειπτον προσευχήν αλλά μη όντες κεκαθαρμένοι από των παθών δια της μακράς ασκήσεως, παρά την ενέργειαν της προσευχής πίπτουν εις την κατά το πάθος αμαρτίαν. Ο ασκητής δεν δύναται να ικανοποιηθή δια τοιαύτης καταστάσεως.
Ο αδελφός Συμεών δεν εγνώριζεν εισέτι να «τηρή τον νουν», και ούτω προσευχόμενος δεν ανεχαίτιζε την ενέργειαν της φαντασίας, δια της οποίας επενεργούν οι δαίμονες. Η αναπόφευκτος εις πάντα αρχάριον φαντασία επιφέρει παραμόρφωσιν εις την πνευματικήν ζωήν, ήτις όμως καθ’ ό αναπόφευκτος κατά την αρχικήν περίοδον, δεν θεωρείται «πλάνη». Οπωσδήποτε όμως ο αρχάριος οδηγείται βαθμηδόν εξ αυτού του είδους προσευχής εις έτερον, όπερ συνίσταται εις το «περικλείειν τον νουν εις τους λόγους της προσευχής». Η μορφή αύτη της προσευχής είναι δυσκολωτέρα πως και ξηροτέρα, αλλά προτιμάται ως ορθοτέρα και ολιγώτερον επικίνδυνος. }046}
Πόσαι αυτοκτονίαι και παντός είδους εγκλήματα δεν διεπράττοντο εν τω κόσμω ως επακόλουθα δαιμονιώδους πνευματικότητος;
Η πάλη προς τους δαίμονας δεν πρέπει να εμβάλλη εις φόβον. Ο φόβος είναι ήδη ήττα κατά το ήμισυ· η εμφάνισις αυτού ατονεί την ψυχήν και καθιστά αυτήν προσιτήν εις τον δαιμονικόν βιασμόν. }047}
Ο νους αυτού έτι και έτι συχνότερον ευρίσκει εν τη καρδία εκείνο «το σημείον της προσοχής», το οποίον έδιδεν εις αυτόν την δυνατότητα να επιτηρή τα τελούμενα εν τω εσωτερικώ κόσμω της ψυχής. … Αποκτάται η διάκρισις περί του πώς πλησιάζουν αθορύβως οι λογισμοί των διαφόρων παθών και πώς ενεργεί η χάρις. Ο Σιλουανός εισέρχεται εις την ζωήν του συνετού ασκητού και συνειδητοποιεί ότι το κύριον νόημα της ασκήσεως συνίσταται εις την απόκτησιν της χάριτος. Ούτως το ερώτημα περί του πώς ενεργεί η χάρις, πώς διαφυλάττεται υπό του ανθρώπου (όστις είδε το φως του ανάρχου Είναι εγεύθη του πληρώματος της χαράς και της ανεκλαλήτου γλυκύτητος της αγάπης του Θεού), διατί και προς τι αύτη εγκαταλείπει την ψυχήν, γίνεται έν εκ των βασικών και κεφαλαιωδών μελημάτων της ζωής αυτού.
Εις τον αγώνα προς διαφύλαξιν της χάριτος ο μοναχός Σιλουανός έφθασεν εις μέτρα τα οποία εις ανθρώπους }048} άλλου τύπου θα φανούν ανεπιτρέπτως σκληρά, δυνατόν δε και να προκαλέσουν εισέτι την σκέψιν ότι τοιούτου είδους ασπλαγχνία προς εαυτόν είναι διαστροφή του Χριστιανισμού. Τούτο βεβαίως δεν είναι ορθόν. Ψυχή γνωρίσασα τον Θεόν, υψωθείσα εις την θεωρίαν του κόσμου του αιωνίου φωτός και ακολούθως απολέσασα την χάριν αυτήν, ευρίσκεται εν τοιαύτη καταστάσει, την οποίαν, όστις δεν εγνώρισεν εις το αυτό μέτρον, ουδόλως δύναται να φαντασθή. Το μαρτύριον και η οδύνη της ψυχής αυτής είναι άφατα· αισθάνεται ιδιαίτερόν τι μεταφυσικόν άλγος. Δια τον άνθρωπον, όστις εβίωσε την απερίγραπτον γλυκύτητα της αγάπης του Θεού, ουδέν πλέον παραμένει εν τω κόσμω τούτω δυνάμενον να γοητεύση ή να πλανήση αυτόν. Υπό τινα έποψιν η επίγειος ζωή αποβαίνει δι’ αυτόν καταθλιπτικόν φορτίον, ούτος δε μετά κλαυθμού ζητεί  πάλιν εκείνην την ζωήν της οποίας προ τινος ήψατο. Ανήρ απολέσας την εαυτού γυναίκα, ύπαρξιν θερμώς και βαθέως ηγαπημένην, ή μήτηρ στερηθείσα μονογενούς και ηγαπημένου υιού, μόνον εν μέρει δύναται να συλλάβη την οδύνην του απολέσαντος την χάριν, διότι η αγάπη του Θεού λόγω της δυνάμεως, της αξίας και της γλυκύτητος αυτής του ασυγκρίτου κάλλους και της εξουσίας αυτής, υπερβαίνει απείρως πάσαν άλλην ανθρωπίνην αγάπην. Ως εκ τούτου ο Άγιος Ιωάννης ο της Κλίμακος λέγει περί των απολεσάντων την χάριν ότι η βάσανος αυτών υπερβαίνει τας βασάνους των εις θάνατον καταδίκων, το δε πένθος αυτών το πένθος των επί «νεκροίς κοπτομένων». }049}
«Κύριε βλέπεις ότι θέλω να προσευχηθώ μετά καθαρού νου, αλλ’ οι δαίμονες δεν με αφήνουν. Δίδαξόν με τί πρέπει να πράττω δια να μη με ενοχλούν;»
Και ήκουσεν εν τη ψυχή την απάντησιν:
«Οι υπερήφανοι πάντοτε ούτως υποφέρουν εκ των δαιμόνων».
«Κύριε δίδαξόν με τί πρέπει να πράττω, ίνα ταπεινωθή η ψυχή μου», λέγει ο Σιλουανός.
Και εκ νέου ήλθεν απάντησις εκ του Θεού εν τη καρδία:
«Κράτει τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου». }051}
Αλλ΄ εις τι συνίσταται η ουσία της υποδείξεως του Θεού προς τον πατέρα Σιλουανόν;
Εις το ότι από του νυν απεκαλύφθη εις την ψυχήν αυτού, και τούτο ουχί αφηρημένως ή διανοητικώς αλλ’ υπαρξιακώς, ότι ρίζα πασών των αμαρτιών, σπόρος του θανάτου, τυγχάνει η υπερηφανία· ότι ο Θεός είναι ταπείνωσις. Εγνώρισεν ότι εκείνη η ανεκλαλήτως γλυκεία και μεγάλη ταπείνωσις του Χριστού, της οποίας έλαβε πείραν κατά την στιγμήν της Εμφανείας είναι αναφαίρετον ιδίωμα της Θείας αγάπης, του Θείου Είναι. Ως εκ τούτου όστις επιθυμεί να ενωθή μετά του Θεού δέον όπως ενδυθή την ταπείνωσιν.
… Εδόθη εις αυτόν να γνωρίση το μέγα }052} μυστήριον του Είναι, να γνωρίση τούτο οντολογικώς. }053}
Ω, πόσον ελεήμων ο Κύριος! Δίδει εις τον ταπεινόν δούλον αυτού Σιλουανόν να γνωρίση τα μυστήρια Αυτού, αποκαλύπτει εις αυτόν οδούς ζωής· αποκαλύπτει ουχί κατά τρόπον αφηρημένον, διανοητικόν, αλλά δια του «ιδίου του πράγματος», ήτοι οντολογικώς.
Εγνώρισε πλέον εκ πείρας ότι πεδίον των πνευματικών συγκρούσεων μετά του κακού του κοσμικού κακού τυγχάνει αυτή αύτη η καρδία του ανθρώπου. }054}
… Αύτη (η υπερηφάνεια) είναι η μάστιξ της ανθρωπότητος, το διαβολικόν εκείνο σπέρμα του θανάτου, όπερ βυθίζει όλην την γην εις το σκότος της απογνώσεως. … Μεταφερόμενος πνεύματι εις την ζωήν των Πατέρων, κατενόησεν ότι η γνώσις της οδού προς την θείαν αιωνιότητα διαφυλάττεται πάντοτε εν τη Εκκλησία και ότι τη ενεργεία του Αγίου Πνεύματος παραδίδεται ανά τους αιώνας από γενεάς εις γενεάν.
Πολλοί ερχόμενοι εις επαφήν μετά των μοναχών ουδέν το αξιόλογον βλέπουν εις αυτούς και απομακρύνονται ανικανοποίητοι, και δη «απογοητευμένοι». Συμβαίνει δε τούτο επειδή πλησιάζουν τον μοναχόν μετ’ εσφαλμένου κριτηρίου και ακαταλλήλων αναζητήσεων.
Ο μοναχός εγκαρτερεί εις ακατάπαυστον αγώνα, και ουχί σπανίως εις άκρως έντονον. Αλλ’ ο ορθόδοξος μοναχός δεν είναι φακίρης. … Ο μοναχός διεξάγει ισχυρόν και επίμονον πόλεμον. Τινές εξ αυτών ως ο Σιλουανός διεξάγουν τιτάνιον αγώνα άγνωστον εις τον κόσμον, ίνα φονεύσουν τον υπερήφανον όφιν, τον εμφωλεύοντα εις τα άδηλα βάθη της ψυχής, ίνα γένωνται άνθρωποι, αληθινοί άνθρωποι, κατ’ εικόνα του τελείου Ανθρώπου Χριστού, ήγουν πραείς και ταπεινοί.
Ξένοι και ακατάληπτος εις τον κόσμον η χριστιανική ζωή. Το πάν εν αυτή παρουσιάζεται παράδοξον, εις τάξιν αντίθετον της τάξεως του κόσμου, και είναι αδύνατον να παραστήσωμεν αυτήν δια λόγων. Η μόνη οδός προς επίγνωσιν είναι να ποιήσωμεν το θέλημα του Θεού, τουτέστι }055} να τηρήσωμεν τας εντολάς του Χριστού, οδόν υποδειχθείσαν υπ’ Αυτού του Ιδίου.
Άλλα δεκαπέντε έτη παρήλθον μέχρις ότου λάβη την δύναμιν να αποκρούη δι’ απλής εσωτερικής κινήσεως του νοός, απαρατηρήτου έξωθεν, παν ό,τι προηγουμένως έπληττεν αυτόν βαρέως. }056}
Δια της καθαράς προσευχής διδάσκεται ο ασκητής τα μεγάλα μυστήρια του Πνεύματος. Εισερχόμενος δια του νοός εις την καρδίαν, πρώτον εις αυτήν την σαρκίνην καρδίαν, διεισδύει εις εκείνα τα βάθη αυτής, τα οποία δεν είναι πλέον σάρξ. Ευρίσκει την «βαθείαν» καρδίαν, την πνευματικήν, την μεταφυσικήν, και εν αυτή βλέπει ότι το είναι όλης της ανθρωπότητος δεν είναι δι’ αυτόν ξένον τι, αλλότριον, αλλ’ αχωρίστως συνδεδεμένον μετά της προσωπικής αυτού υπάρξεως.
«Ο αδελφός ημών είναι η ζωή ημών», έλεγεν ο Γέρων.
Δια της αγάπης του Χριστού αισθανόμεθα όλους τους ανθρώπους ως αναπόσπαστον μέρος της υποστατικής ημών υπάρξεως. Ο Γέρων ήρχισε να αντιλαμβάνηται την εντολήν «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» }057} ουχί ως ηθικόν κανόνα. Εις την λέξιν «ως» διέβλεπεν αναφοράν ουχί εις το μέτρον της αγάπης, αλλ’ εις την οντολογικήν κοινότητα του είναι πάντων των ανθρώπων.
Ούτος ο Υιός του ανθρώπου ο Μέγας Κριτής του κόσμου θα είπη κατά την Κρίσιν ότι ο «είς τούτων των ελαχίστων» είναι Αυτός ο Ίδιος. Εν άλλαις λόγοις την ύπαρξιν εκάστου ανθρώπου περικλείει εν τη ιδία Αυτού υποστατική υπάρξει. Ο Υιός του ανθρώπου φέρει εν Εαυτώ ολόκληρον την ανθρωπότητα και έπαθε δι’ «όλον τον Αδάμ». Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι και ημείς οφείλομεν να οικειοποιηθώμεν τον ίδιον τρόπον ζωής να έχωμεν το αυτό φρόνημα, «ό και εν Χριστώ Ιησού».
Δια της υστάτης εντάσεως προσευχής, μετά βαθέος πένθους υπέρ όλου του κόσμου κατέστη ούτος (ο Σιλουανός) οικείος του «όλου Αδάμ» και συνεδέθη μετ’ αυτού δια δεσμών ισχυρών. … Εν τη επιγείω ζωή υπάρχει διαδοχική τις σειρά, αλλ’ εν τη αιωνιότητι οι πάντες είμεθα έν, και δια τούτο έκαστος εξ ημών οφείλει να μεριμνά ουχί μόνον περί εαυτού αλλά και περί της πανενότητος. }058}
Ενθυμούμενος την συνομιλίαν αυτού μετά τινος ερημίτου όστις έλεγεν:
-Ο Θεός θα τιμωρήση όλους τους αθέους. Θα καίωνται εις το αιώνιον πυρ.
Οφθαλμοφανώς η ιδέα ότι οι άθεοι θα ετιμωρούντο εις το αιώνιον πυρ προεξένει εις αυτόν ικανοποίησιν … Μετά καταφανούς συγκινήσεως ο Γέρων απήντησε:
-Λοιπόν ειπέ εις εμέ παρακαλώ εάν σε βάλουν εις τον παράδεισον και ίδης εκείθεν ότι καίεταί τις εν τη φλογί του άδου, θα είσαι άραγε αναπεπαυμένος;
-Αλλά τι δύναται γενέσθαι; Αυτοί οι ίδιοι είναι ένοχοι λέγει εκείνος.
Τότε ο Γέρων μετά τεθλιμμένου βλέμματος απεκρίθη:
-Η αγάπη δεν δύναται να υποφέρη τούτο … Πρέπει να προσευχώμεθα υπέρ πάντων. }059}
Αι λέξεις των προσευχών αυτών προφέρονται βραδέως η μία μετά την άλλην. Εκάστη λέξις συναρπάζει μετά δυνάμεως όλον το είναι του ανθρώπου. Όλος ο άνθρωπος συνάγεται «εν ενί», συνάγεται έτι και σωματικώς. Η αναπνοή αλλάσσει, αναχαιτίζεται ή καλύτερον γίνεται συνεσταλμένη ίνα μη κωλύη δια της «τόλμης» αυτής την ορμήν και την συγκέντρωσιν του πνεύματος.
Ο όλος νους, η όλη καρδία, όλον το σώμα άχρις οστέων και μυελών, το παν συνενούται επί το αυτό.
Συχνάκις η προσευχή πορεύεται άνευ λόγων· ο νους εν τινι ιδιαιτέρα καταστάσει νοεί τα πάντα εν ταυτώ. Η ψυχή τότε, ανά πάσαν στιγμήν, δύναται να απολέση την αντίληψιν του κόσμου και την αίσθησιν του σώματος. Ο }060} νους παύει να νοή δια κεχωρισμένων εννοιών. Τότε το πνεύμα του ανθρώπου εν ηρέμω εκπλήξει καθορά αοράτως μόνον τον Θεόν. }061}

Γ’ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ

Περιεβάλλετο χονδροειδή ενδύματα, ως οι εργάται μοναχοί, έφερε δε πολλά ενδύματα, έτι και κατά το θέρος, επειδή εις τους χρόνους της πλήρους αδιαφορίας δια το σώμα αυτού συχνάκις ησθένει και έπασχεν εκ ρευματισμών. }063}
Ενίοτε εφαίνετο εις ημάς ότι εις τον Γέροντα εδόθη η δύναμις να επιδρά δια της προσευχής επί των συνομιλητών αυτού. Τούτο ήτο απαραίτητον διότι ο λόγος αυτού εξωτερικώς ήτο απλούς, ως εάν ουδέν το «ιδιαίτερον» να περικλείετο εις αυτόν. Κατ’ ουσίαν όμως ήτο λόγος περί καταστάσεως υπερφυσικής και, ως εκ τούτου, ήτο αναγκαίον να μεταδοθή δια της προσευχής, ει δε μη ο λόγος αυτού θα παρέμενεν ακατανόητος ασύλληπτος, κεκρυμμένος.
Ο Γέρων ηδύνατο να ομιλή μεθ’ απλότητος άνευ κενοδοξίας περί πραγμάτων εξερχομένων των κοινών ανθρωπίνων ορίων. Εάν ο ακροατής είχε πίστιν εις αυτόν, τότε δια της απλής αυτής εξωτερικής συνομιλίας εδέχετο, εις μέτρον εφικτόν δι’ αυτόν, την υπερφυσικήν εκείνην κατάστασιν, εν τη οποία ευρίσκετο ο ίδιος ο Γέρων. }067}
Την προηγουμένην ημέραν ακούων μετά προσοχής ο Σιλουανός τον Πατέρα Στρατόνικον, παρετήρησεν ότι ο }069} τελευταίος ωμίλει «εκ του νοός αυτού» και ότι οι λόγοι αυτού περί της συναντήσεως του ανθρωπίνου θελήματος μετά του θελήματος του Θεού και περί της υπακοής ήσαν «ασαφείς».
Ήρξατο την συνομιλίαν δια τριών ερωτήσεων:
«Πώς ομιλούν οι τέλειοι»;
«Τί σημαίνει να παραδίδης εαυτόν εις το θέλημα του Θεού»;
«Εις τι συνίσταται η ουσία της υπακοής»;
Ως φαίνεται η θαυμαστή εκείνη ατμόσφαιρα πνεύματος, εντός της οποίας ευρίσκετο ο Σιλουανός, επέδρασεν αμέσως επί του Πατρός Στρατονίκου. Ησθάνθη την σπουδαιότητα και το βάθος των ερωτήσεων και παρέμεινε σκεπτικός. Κατόπιν μικράς σιωπής είπεν:
– Αυτό δεν το γνωρίζω … Σεις να μοι ειπήτε.
Ο Σιλουανός απεκρίθη:
– Οι τέλειοι ουδέν λέγουν εξ εαυτών … Ούτοι λέγουν μόνον ό,τι το Πνεύμα δίδει εις αυτούς.
Ο Πατήρ Στρατόνικος κατ’ εκείνην την στιγμήν πιθανώς έζησε την κατάστασιν περί της οποίας ωμίλει ο Σιλουανός. Απεκαλύφθη εις αυτόν νέον μυστήριον της πνευματικής ζωής έως τότε άγνωστον εις αυτόν: το μυστήριον της εν τη καρδία γεννήσεως λόγου εμπεπνευσμένου υπό της Θείας χάριτος. Ησθάνθη τα κενά αυτού κατά το παρελθόν, ηννόησεν ότι ήτο μακράν εισέτι της τελειότητος. }070}
Ότε ο Πατήρ Σιλουανός κατεστάθη οικονόμος, επιστρέφων εκ του ηγουμενείου εις το κελλίον αυτού, προσηύχετο θερμώς να βοηθή αυτόν ο Κύριος όπως εκτελή δεόντως το υπεύθυνον διακόνημα. Μετά εκτενή προσευχήν έλαβεν απάντησιν εις την ψυχήν αυτού: «Φύλαττε την χάριν την δοθείσαν σοι». Τότε αντελήφθη ότι να φυλάττη τις την χάριν είναι σπουδαίον και πολυτιμότερον παντός άλλου έργου, και δια τούτο αναλαβών το νέον αυτού διακόνημα, επηγρύπνει, ίνα μη δώση πρόσκομμα εις την προσευχήν αυτού.
«Η καρδία ομιλεί εις την καρδίαν», λέγει η παροιμία. Μυστικώς προσηύχετο ο Γέρων υπέρ «του λαού του Θεού». Οι εργάται ησθάνοντο τούτο και ηγάπων αυτόν. Ουδέποτε επεβάρυνεν αυτούς δια της παρουσίας και της επιτηρήσεως κατά την εργασίαν· εκείνοι δε περιποιητικοί, ειργάζοντο μάλλον χαίροντες και έτι πλέον δραστηρίως ή εις τους άλλους οικονόμους, οίτινες «ηγρύπνουν δια τα συμφέροντα» της Μονής. Αλλά ποίος αγνοεί ότι όταν υπεισέρχηται η μέριμνα του «συμφέροντος», τότε ο άνθρωπος παραθεωρείται; Το συμφέρον το πραγματικόν συμφέρον της Μονής έβλεπεν ο Γέρων προ παντός εις την εργασίαν των εντολών του Χριστού.
«Να προσεύχησαι υπέρ των ανθρώπων σημαίνει να χέης αίμα», έλεγεν ο Γέρων. }077}
Οικονόμος εγενόμην χάριν υπακοής, και δια της ευλογίας του Ηγουμένου η προσευχή μου ήτο θερμοτέρα ή εν τω Παλαιώ Ρωσικώ, όπου εγώ κατά το θέλημά μου εζήτησα να υπάγω χάριν της ησυχίας … Εάν η ψυχή αγαπά τον λαόν και σπλαγχνίζηται αυτόν τότε η προσευχή δεν δύναται να παύση. }078}
– Αλλ’ όμως Άγιε Αρχιμανδρίτα, η ψυχή αυτών γνωρίζει ότι καλώς πράττουν πιστεύοντες εις τον Ιησούν Χριστόν, τιμώντες την Θεομήτορα και τους Αγίους, επικαλούμενοι αυτούς εις τας προσευχάς, δια τούτο όταν λέγητε εις αυτούς ότι η πίστις αυτών είναι αμαρτωλός ούτοι δεν θα ακούσουν υμών … Αλλ’ εάν λέγητε εις τον λαόν ότι καλώς πράττουν πιστεύοντες εις τον Θεόν, τιμώντες την Παναγίαν και τους Αγίους προσερχόμενοι εις τον ναόν δια τας λειτουργίας και προσευχόμενοι εν ταις οικίαις αυτών αναγινώσκοντες τον λόγον του Θεού και τα τοιαύτα, είς τινα όμως σημεία υπάρχουν σφάλματα άτινα πρέπει να διορθωθούν τότε τα πάντα θα είναι καλά και θεάρεστα και ο Κύριος θα χαίρη δι’ αυτούς και χάριτι Θεού πάντες θα σωθώμεν … «Ο Θεός αγάπη }079} εστί» και δια τούτο και το κήρυγμα πάντοτε οφείλει να προέρχηται εξ αγάπης· τότε θα έχη όφελος και ο κηρύττων και ο ακούων αυτού. Αλλ’ εάν μέμφησθε αυτούς τότε η ψυχή του λαού δεν θα ακούση υμάς και δεν θα προέλθη όφελος.
«… συνήθως οι άνθρωποι ζητούν την ελευθερίαν ίνα πράττουν «ό,τι θέλουν». Τούτο όμως δεν είναι ελευθερία, αλλ’ η εξουσία της αμαρτίας επί σε» }080}
… ο καλύτερος (τρόπος πολέμου προς τον λογισμόν) είναι να μη έρχησαι κατ’ ουδένα τρόπον εις συνομιλίαν μετ’ αυτού. }081}
Όταν τις εκκλίνη από της ορθής οδού και υποπέση εις πλάνην, τότε προ πάντων είναι απαραίτητον να εξομολογηθή ειλικρινώς ενώπιον πνευματικού. Δυνάμει της καθαράς εξομολογήσεως η ενέργεια της πλάνης οπωσδήποτε θα εξασθενήση μετά τινα δε καιρόν θα επέλθη και η πλήρης διόρθωσις.
Πολλοί πλανώνται αλλ’ ολίγοι δυστυχώς διορθούνται.
Πολλοί λαμβάνουν εξ αρχής μεγάλην χάριν ελάχιστοι όμως απολέσαντες ταύτην επανακτούν αυτήν. }083}
Ώστε το κατ’ εμέ, προτιμητέον είναι επ’ ουδενί να δέχηται ο ασκητής τους λογισμούς, αλλ’ εξ όλης της ισχύος της ψυχής αυτού να προσεύχηται διότι ο νους }084} προσευχόμενος καθαρώς φωτίζεται υπό του Θεού.
Ηρώτησεν ο μοναχός: Πως είναι δυνατόν να διαφυλάττω τον νουν καθαρόν;
-Οι Άγιοι Πατέρες παρέδωκαν εις ημάς την διδασκαλίαν περί της νοεράς καρδιακής προσευχής. Δι’ αυτής φυλάττεται ο νους. Και εγώ δεν γνωρίζω άλλην οδόν καλυτέραν προς τήρησιν των εντολών του Θεού.
… Ο Γέρων Σιλουανός επίστευεν ότι ήλθεν ο καιρός εκείνος περί του οποίου προείπεν ο Πατήρ Στρατόνικος, κατά τον οποίον πολλοί «διανοούμενοι» θα διάγουν μοναχικώς εν τω κόσμω.
Εις τον Γέροντα παρετηρήσαμεν την σταθεράν πεποίθησιν ότι η πνευματική ζωή ήτοι η άσκησις της νοεράς προσευχής συνοδευομένης μετά βαθείας πίστεως, είναι ανωτέρα πάσης άλλης ενεργείας του ανθρωπίνου πνεύματος. Και δια τούτο εκείνος εις τον οποίον εδόθη η χάρις αύτη, οφείλει να προτιμήση αυτήν παντός άλλου έτι δε και των «σπουδών», φυλάττων αυτήν ως τον πολύτιμον μαργαρίτην. }085}
Εθεώρει ότι, εάν ο πνευματικός άνθρωπος στραφή προς την επιστήμην, εγκαταλείπων την ασκητικήν ζωήν, θα εμφανίση μεγαλυτέρας ικανότητας εις την επιστήμην ή εκείνος όστις είναι ολιγώτερον πνευματικώς πεπροικισμένος. Εν άλλοις λόγοις, ο «πνευματικός άνθρωπος» ζη εις σφαίραν υψηλοτέρας και μεγαλυτέρας αξίας της σφαίρας της λογικής διανοήσεως και επιστημονικής γνώσεως. Ούτως έχων υψηλοτέραν μορφήν υπάρξεως και καταβαίνων εις χαμηλότερον επίπεδον, επιδεικνύει και εις τούτο την ανωτερότητα αυτού, αν και ουχί πάραυτα. }086}
-Ηδύνασθε να είπητε εις τον διδάκτορα Μπ. ότι οι μοναχοί ημών ουχί μόνον αναγινώσκουν αυτά τα βιβλία, αλλά και οι ίδιοι θα ηδύναντο να συγγράψουν παρόμοια … Οι μοναχοί δεν συγγράφουν, διότι ήδη υπάρχουν πολλά ωραία βιβλία και ικανοποιούνται δι’ αυτών. Εάν όμως τα βιβλία αυτά δι’ οιονδήποτε λόγον εξηφανίζοντο, τότε οι μοναχοί θα συνέγραφον νέα.
-Δεν αρέσει εις εμέ, Άγιε Πνευματικέ, να αναγινώσκω εφημερίδας και να μανθάνω τα νέα αυτών, απήντησεν ούτος.
-Διά τί;
-Διότι τα γραφόμενα εις τας εφημερίδας σκοτίζουν τον νουν και δυσχεραίνουν την καθαράν προσευχήν. }089}
-Η ψυχή, όταν προσεύχηται δια τον κόσμον άνευ εφημερίδων, γνωρίζει καλύτερον πώς θλίβεται όλη η γη, γνωρίζει ωσαύτως και ποίας ανάγκας έχουν οι άνθρωποι και λυπείται δι’ αυτούς.
-Πώς δύναται αφ’ εαυτής η ψυχή να γνωρίση τι γίνεται εις τον κόσμον; Ηρώτησεν ο πνευματικός.
-Αι εφημερίδες γράφουν ουχί περί των ανθρώπων αλλά περί των γεγονότων, και πολλάκις αναληθώς. Οδηγούν τον νουν εις την σύγχυσιν, και αλήθειαν εξ αυτών δεν μανθάνεις. Ενώ η προσευχή καθαίρει τον νουν και διακρίνει καλύτερον τα πάντα.
-Δυσκολεύομαι να συλλάβω τι θέλετε να είπητε, επανέλαβεν ο πνευματικός.
Πάντες ανέμενον την απάντησιν του Γέροντος Σιλουανού, αλλ’ ούτος κύψας την κεφαλήν εκάθητο σιωπών, και δεν επέτρεψεν εις εαυτόν επί παρουσία πνευματικού και γηραιών μοναχών να εξηγήση πώς η ψυχή απομεμακρυσμένη παντός, δια της προσευχής υπέρ όλου του κόσμου, δύναται εν πνεύματι να γνωρίζη την ζωήν του κόσμου και τας χρείας και τα παθήματα των ανθρώπων.
Αξιωθείς γνώσεως, της οποίας αξιούνται ελάχιστοι κατά γενεάν, ήτο ως να συνεστέλλετο εις τας συνομιλίας να προχωρήση πέραν του υπαινιγμού. Ένεκα τούτου η μεγάλη σοφία και η εντελώς εξαίρετος πείρα αυτού συχνάκις παρέμενον κεκρυμμέναι από του συνομιλητού. }090} Συνήθως βλέπων ο Γέρων ότι οι πρώτοι αυτού λόγοι δεν εγένοντο αντιληπτοί, δεν ήλπιζε πλέον δι’ «επεξηγήσεων» να καταστήση ευνόητον εκείνο όπερ γνωρίζεται προ πάντων δια της πείρας. Δεν απεφάσιζε δε να αποκαλύψη την εαυτού πείραν ένεκα της πνευματικής αυτού σωφροσύνης. Ούτω κατά τον βίον αυτού παρέμεινεν «αφανής». Αναμφιβόλως τούτο ήτο ουχί μόνον το θέλημα του Θεού περί αυτού, αλλά και η προσωπική αυτού επιθυμία, την οποίαν ο Θεός εδέχθη και εξεπλήρωσεν αποκρύπτων αυτόν εισέτι και από των Πατέρων του Αγίου Όρους. Εν τούτοις ουχί μέχρι τέλους.
Εφιλοξενήθη επί πολύ εν τη Μονή αλλοδαπός τις ορθόδοξος, εις τον οποίον η συνάντησις μετά του Γέροντος προεκάλεσε βαθείαν εντύπωσιν. Ηγάπησε τον Γέροντα και συχνάκις επεσκέπτετο αυτόν. Περί τούτου έμαθον οι μοναχοί. Συναντήσας αυτόν ημέραν τινα εις τους διαδρόμους της Μονής ο Ιερομόναχος Ν., είς των πλέον ισχυρών μελών του ηγουμενοσυμβουλίου, είπε προς αυτόν:
-Δεν κατανοώ δια τι υμείς, πολυμαθής θεολόγος, επισκέπτεσθε τον Πατέρα Σιλουανόν, αγράμματον χωρικόν. Δεν υπάρχει άρα γε οιδείς ευφυέστερος αυτού;
-Ίνα κατανοήση τις τον Γέροντα Σιλουανόν,πρέπει να είναι «πολυμαθής», απήντησεν ο φιλοξενούμενος, ουχί άνευ πόνου ψυχής. }091}

Δ’ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ

Κυρίως ειπείν, ουδεμίαν «διδασκαλίαν», υπό την συνήθη έννοιαν της λέξεως, είχεν. Ό,τι ημείς παραθέτομεν ενταύθα είναι απόπειρα περιλήψεως των όσων ηκούσαμεν κατά τους χρόνους της μετ’ αυτού επικοινωνίας.
Υποβάλλοντες εις αυτόν ερωτήματα ή απλώς ακροώμενοι αυτού, είχομεν την βεβαιότητα ότι οι λόγοι αυτού εκπορεύονται εκ της άνωθεν δοθείσης εις αυτόν πείρας και εδεχόμεθα αυτούς μέχρι σημείου τινός, καθώς όλος ο χριστιανικός κόσμος δέχεται την Αγίαν Γραφήν, ήτις παρέχει εις ημάς πληροφορίαν περί αληθειών, ως περί γεγονότων γνωστών και αναμφιβόλων. Ό,τι έλεγεν ο Γέρων δεν ήτο καρπός διανοητικής επινοήσεως. Ουχί. Η εσωτερική αυτού πορεία ήτο εντελώς διάφορος. Αληθινή πείρα και υπαρκτική γνώσις προελάμβανον τους λόγους αυτού. Ένεκα τούτου οι λόγοι αυτού έφερον τον χαρακτήρα θετικής μαρτυρίας περί γεγονότων του πνευματικού κόσμου. Εις αυτόν ήτο ξένον ως τι περιττόν η αναζήτησις των εκ των κάτω πορευομένων λογικών αποδείξεων, ασυνήθων εξ άλλου και εις την Αγίαν Γραφήν.
Δια των απλών ως προς την μορφήν συνομιλιών αυτού δια της προσευχής αυτού εγνώριζε να μεταφέρη τον συνομιλητήν εις ιδιαίτερον κόσμον. Το σπουδαιότερον εις τούτο ήτο ότι ο συνομιλητής εισήρχετο εις τον κόσμον εκείνον ουχί αφηρημένως αλλά δια της εσωτερικής πείρας, ήτις μετεδίδετο εις αυτόν. }094}
Και όμως είναι πλέον λυπηρόν πως και άπεπλι να αγνοής παντελώς αυτό το φως προσέτι δε, όπερ συχνάκις παρατηρείται, ουδέ να υποψιάζησαι την ύπαρξιν αυτού. Γνωρίζομεν αξιοπίστως ότι πολλοί επλησίαζον μετ’ αγάπης τον Γέροντα προς νουθεσίαν, ύστερον όμως απεμακρύνοντο μη δυνάμενοι να ζουν συμφώνως προς τον λόγον αυτού. Ο λόγος αυτού ήτο απλούς, ήρεμος, αγαθός, ιλαρός, αλλά ίνα ακολουθήση τις τούτον έπρεπε να έχη εκείνο το ανίλεων προς εαυτόν, όπερ είχεν ο ίδιος ο Γέρων. Έπρεπε να έχη την τόλμην εκείνην την οποίαν ο Κύριος απαιτεί παρά των ακολουθούντων Αυτόν, τουτέστι το «μισείν την εαυτών ψυχήν».
Η εκζήτησις του θελήματος του Θεού είναι το σπουδαιότερον έργον της ζωής ημών, διότι «οδεύοντες την οδόν» του θελήματος του Θεού γινόμεθα μέτοχοι της αιωνίου θείας ζωής.
Η γνώσις του θελήματος του Θεού είναι δυνατή δια διαφόρων οδών. Μία εξ αυτών είναι ο λόγος του Θεού, αι εντολαί του Χριστού. }095}
Ο αποκτήσας εν τη καρδία αυτού την αγάπην του Θεού, και φερόμενος υπ’ αυτής, ενεργεί ωθούμενος υπό κινήτρων τα οποία προσεγγίζουν το θέλημα του Θεού· προσεγγίζουν μεν, αλλά δεν είναι τέλεια. Το άφθαστον της πλήρους τελειότητος καθιστά υποχρεωτικήν δι’ όλους ανεξαιρέτως την ακατάπαυστον εν προσευχή στροφήν προς τον Θεόν προς συνετισμόν και βοήθειαν.
Ουχί μόνον η τελειότης της αγάπης είναι ανέφικτος, αλλά και το πλήρωμα της γνώσεως. Πράξις προερχομένη θα έλεγε τις εκ της καλυτέρας προαιρέσεως συχνάκις έχει αποτελέσματα ανεπιθύμητα. Τούτο συμβαίνει διότι τα μέσα ή ο τρόπος της πραγματοποιήσεως είναι ανάρμοστα προς την δοθείσαν περίπτωσιν. Πολλάκις ακούομεν να δικαιολογήται τις ότι είχε καλήν πρόθεσιν· τούτο όμως είναι ανεπαρκές. … ο αγαπών τον Θεόν πάντοτε εκζητεί την άνωθεν υπόδειξιν τείνων διαρκώς το ούς της καρδίας αυτού εις την φωνήν του Θεού.
Εν τη πράξει τούτο γίνεται ως εξής: Πας χριστιανός, και ιδίως ο επίσκοπος ή ο ιερεύς, ενώπιον της ανάγκης όπως εύρη εις αυτήν ή εκείνην την περίπτωσιν λύσιν σύμφωνον προς το θέλημα του Θεού, αποσπάται εσωτερικώς εξ όλων των γνώσεων αυτού, των προειλημμένων σκέψεων, των επιθυμιών και σχεδίων. Τότε, ελεύθερος παντός «ιδικού του», προσεύχεται μετά προσοχής εν τη }096} καρδία αυτού προς τον Θεόν, και το πρώτον, όπερ γεννάται εν τη ψυχή εξ αυτής της προσευχής, δέχεται ως άνωθεν υπόδειξιν.
«… οι πάντες πρέπει να μανθάνωμεν να αναγνωρίζωμεν το θέλημα του Θεού, διότι, αν δεν μανθάνωμεν, ποτέ δεν θα γνωρίσωμεν αυτήν την οδόν».
Η εργασία αύτη εν τη τελειοτέρα αυτής μορφή προϋποθέτει την έξιν της αδιαλείπτου προσευχής μετά προσοχής κεκρατημένης εν τη καρδία. Ίνα ακούση όμως πλέον αξιοπίστως την φωνήν του Κυρίου εντός αυτού ο άνθρωπος οφείλει να απεκδυθή του ιδίου θελήματος και να είναι έτοιμος προς πάσαν θυσίαν ως ο Αβραάμ, και δη κατά τους λόγους του Αποστόλου Παύλου, ως ο Ίδιος ο Χριστός, Όστις εγένετο υπήκοος τω Πατρί μέχρι θανάτου.
Ο εισελθών εις την οδόν ταύτην θα προοδεύση εάν εκ πείρας εγνώρισε πώς ενεργεί η χάρις του Αγίου Πνεύματος εν τω ανθρώπω, και εάν εις την καρδίαν αυτού ερρίζωσε βαθέως η αυταπάρνησις, ήτοι η αποφασιστική εκκοπή του ιδίου θελήματος, χάριν της επιτεύξεως και εκπληρώσεως του αγίου θελήματος του Θεού. }097}
… οι πλείστοι ούτε ακούουν ούτε κατανοούν εν τη καρδία αυτών την πραείαν φωνήν του Θεού, αλλ’ ακολουθούν μάλλον την θορυβώδην φωνήν του πάθους του ενοικούντος εν τη ψυχή αυτών.
Εν τη Εκκλησία ως διέξοδος εκ της τοιαύτης αξιοθρηνήτου καταστάσεως, παρουσιάζεται άλλη τις οδός: η επερώτησις του πνευματικού πατρός και η εις αυτόν υπακοή. Ο ίδιος ο Γέρων ηγάπα την οδόν ταύτην αυτήν επορεύετο αυτήν υπεδείκνυε και έγραφε περί αυτής. Την ταπεινήν οδόν της υπακοής εθεώρει γενικώς ως την πλέον ασφαλή. Επίστευε σταθερώς ότι ένεκα της πίστεως του επερωτώντος η απάντησις του πνευματικού θα είναι πάντοτε ωφέλιμος και θεάρεστος. Η πίστις αυτού εις την δύναμιν του μυστηρίου της Εκκλησίας και εις την χάριν της ιερωσύνης ιδιαιτέρως εστερεώθη ότε εν τω Παλαιώ Ρωσικώ κατά την διάρκειαν ενός εσπερινού της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είδε τον πνευματικόν Γέροντα Αβράαμιον ηλλοιωμένον, «κατ’ εικόνα του Χριστού», «ανεκφράστως εξαστράπτοντα».
Πλήρης ών κεχαριτωμένης πίστεως έζη εν τη πραγματικότητι των μυστηρίων της Εκκλησίας, αλλά ενθυμούμεθα εύρισκεν ότι και «κατ’ άνθρωπον», ήγουν και επί του ψυχολογικού επιπέδου, είναι εύκολον να ίδη τις την υπεροχήν της υπακοής εις τον πνευματικόν. Έλεγεν }098} ότι ο πνευματικός εκτελών την διακονίαν αυτού δίδει απάντησιν εις το ερώτημα, ελεύθερος ών κατ’ εκείνην την στιγμήν εκ της ενεργείας του πάθους υπό την επίδρασιν του οποίου ευρίσκεται ο ερωτών.
Η απάντησις του πνευματικού κατά το πλείστον θα φέρη σφραγίδα ατελείας. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο πνευματικός στερείται της χάριτος της γνώσεως του τελείου, αλλ’ ότι το τέλειον υπερβαίνει τας δυνάμεις του ερωτώντος. Παρά το ατελές της υποδείξεως του πνευματικού εάν αύτη γίνη δεκτή μετά πίστεως και όντως εκπληρωθή οδηγεί πάντοτε εις την επ’ αγαθώ αύξησιν. Διαστρέφεται δε η οδός αύτη συνήθως όταν ο ερωτών βλέπων ενώπιον αυτού «άνθρωπον», κλονίζηται εις την πίστιν και δεν αποδέχηται τον πρώτον λόγον του πνευματικού, αλλ’ αντιλέγει, αντιπαραθέτων τας εαυτού ιδέας και αμφιβολίας.
-Πώς ο μοναχός δύναται να γνωρίση το θέλημα του Θεού;
-Οφείλει να δέχηται τον πρώτον λόγον μου ως το θέλημα του Θεού, είπεν ο Ηγούμενος. Όστις ούτω πράττει, εις αυτόν επαναπαύεται η χάρις του Θεού. Εάν τις όμως αντιτίθηται εις εμέ, τότε εγώ, ως άνθρωπος, υποχωρώ. }099}
Ο πνευματικός εν τη προσπαθεία αυτού να μη σφάλη ο ίδιος δίδων συμβουλήν ή υπόδειξιν, υπόκειται εις την κρίσιν του Θεού και δια τούτο μόλις συναντήση αντίρρησιν ή και εσωτερικήν αντίστασιν του ερωτώντος ως επί το πλείστον δεν επιμένει εις τον λόγον αυτού δεν τολμά να επιβεβαιώση αυτόν ως έκφρασιν του θελήματος του Θεού και «ως άνθρωπος υποχωρεί».
Και ο Γέρων Σιλουανός ωσαύτως συναντών αντίστασιν παρευθύς εσιώπα.
Δια τι ούτω; Διότι αφ’ ενός μεν το Πνεύμα του Θεού δεν επιδέχεται ούτε βίαν ούτε έριν, αφ’ ετέρου δε το θέλημα του Θεού, ως έχον υπερβατικόν χαρακτήρα, δεν εκφράζεται μετ’ αποχρώσης πληρότητος, δεν δύναται να }100} περικλεισθή εις τον λόγον του πνευματικού φέροντα αφεύκτως σφραγίδα σχετικότητος. Ώστε μόνον εκείνος όστις δέχεται τον λόγον ως αρεστόν τω Θεώ, μη υποβάλλων αυτόν εις την ιδίαν αυτού κρίσιν, ή ως συνήθως λέγουν «χωρίς αντιλογίας», μόνον ούτος ευρίσκει την αληθή οδόν, διότι όντως πιστεύει ότι «παρά τω Θεώ πάντα δυνατά εστι».
Τοιαύτη είναι η οδός της πίστεως η εγνωσμένη και βεβαιουμένη υπό της μακραίωνος πείρας της Εκκλησίας. }101}
… Έλεγεν ότι πολλάκις ο Κύριος εισέτι και εις τους αγίους δεν αποκαλύπτει το θέλημα Αυτού επειδή ο ερωτών αυτούς απηυθύνθη μετά διψύχου καρδίας.
Όταν όμως έλθη η καθαρά προσευχή, και ο νους ηνωμένος μετά της καρδίας, παρίσταται ησύχως τω Θεώ, και η ψυχή αισθητώς έχει εν εαυτή την χάριν και παραδίδεται εις το θέλημα του Θεού, ελευθέρα της σκοτιζούσης ενεργείας των παθών και της φαντασίας, τότε ο προσευχόμενος σαφώς ακούει την υπόδειξιν της χάριτος.
Όταν εις το έργον τούτο της δια της προσευχής αναζητήσεως του θελήματος του Θεού επιδίδηται τις μη έχων εισέτι αποχρώσαν πείραν μη δυνάμενος «εκ της γεύσεως» να διακρίνη επακριβώς την ενέργειαν της χάριτος εκ των εκδηλώσεων των παθών ιδίως δε της υπερηφανίας, τότε είναι απαραίτητον να απευθύνηται εις τον πνευματικόν οδηγόν. Ο ίδιος όμως αντικρύζων οιονδήποτε πνευματικόν φαινόμενον προ της κρίσεως του οδηγού δέον όπως κρατή αυστηρώς την ασκητικήν αρχήν: «Μη δέχου και μη απόρριπτε».
«Μη δεχόμενος» ο χριστιανός περιφρουρεί εαυτόν από του κινδύνου αποδοχής δαιμονικής ενεργείας ή υποβολής ως εκ του Θεού προερχομένης και ούτως εθίζεται }102} «προσέχειν πνεύμασι πλάνοις και διδασκαλίαις διαμονίων» και δεν προσφέρει θείαν προσκύνησιν εις τους δαίμονας.
«Μη απορρίπτων» ο άνθρωπος αποφεύγει άλλον κίνδυνον: να αποδώση την θείαν ενέργειαν εις τους δαίμονας και ούτω να πέση εις το αμάρτημα της «βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος», ως οι Φαρισαίοι, οίτινες την εκδίωξιν των δαιμονίων υπό του Χριστού απέδωκαν «τω Βεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων».
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι φοβερώτερος του πρώτου, διότι η ψυχή δύναται να συνηθίση να αρνήται την χάριν και να μισή αυτήν. Τοσούτον δε δύναται να εθισθή εις την κατάστασιν της Θεομαχίας, ώστε ούτω να προσδιορισθή και δια την αιωνιότητα. Ένεκα τούτου η αμαρτία αύτη «ουκ αφεθήσεται ούτι εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι». Κατά την πρώτην πλάνην η ψυχή δύναται ευκολώτερον να αναγνωρίση το ψεύδος και δια της μετανοίας να επιτύχη την σωτηρίαν διότι πάσα αμαρτία συγχωρείται πλην της αμετανοήτου.
Η δια της προσευχής επίγνωσις του θελήματος του Θεού εν τη τελειοτέρα αυτής μορφή είναι φαινόμενον σπάνιον, κατορθωτόν μόνον δια μακρών κόπων, βαθείας πείρας, πάλης κατά των παθών, πολλών βαρέων πειρασμών εκ των δαιμόνων αφ’ ενός και μεγάλων αντιλήψεων υπό του Θεού αφ’ ετέρου. }103}
Όλως ιδιαιτέραν προσοχήν έδιδεν εις την εσωτερικήν υπακοήν εις τον ηγούμενον και τον πνευματικόν, θεωρών αυτήν Μυστήριον της Εκκλησίας και δώρημα της χάριτος. Απευθυνόμενος εις τον πνευματικόν, προσηύχετο να ελεήση αυτόν ο Κύριος δια του λειτουργού Αυτού και να αποκαλύψη εις αυτόν το θέλημα Αυτού και την }104} προς σωτηρίαν οδόν. Γνωρίζων δε ότι η πρώτη σκέψις ήτις γεννάται εν τη ψυχή μετά την προσευχήν είναι άνωθεν πληροφορία, εδράττετο του πρώτου λόγου του πνευματικού της πρώτης αυτού νύξεως, μη επιζητών την περαιτέρω συνομιλίαν. Εις τούτο έγκειται η σοφία και το μυστήριον της αληθούς υπακοής, σκοπός της οποίας είναι η γνώσις και η εκπλήρωσις ουχί ανθρωπίνου αλλά Θείου θελήματος. Τοιαύτη πνευματική υπακοή, άνευ αντιρρήσεων και εναντιώσεων, (ουχί μόνον εκφραζομένων, αλλ’ ούτε και εσωτερικών και ανεκδηλώτων) είναι απαραίτητος προϋπόθεσις δια την πρόσληψιν και αφομοίωσιν της ζώσης παραδόσεως.
Η ζώσα παράδοσις της Εκκλησίας ρέουσα δια μέσου των αιώνων από γενεάς εις γενεάν, είναι μία των πλέον ουσιωδών και ταυτοχρόνως λεπτών πλευρών της ζωής Αυτής. … Ευθύς δε ως υπεισέλθη έστω και μικρά τις αντίθεσις προς τον πνευματικόν πατέρα, η ψυχή του διδασκάλου αναποφεύκτως κλείεται και το νήμα της αμιάντου παραδόσεως διακόπτεται.
Εκείνος όστις διαφωνεί μετά του πνευματικού και διορθοί αυτόν, θέτει εαυτόν υψηλότερον του τελευταίου και παύει πλέον να είναι μαθητής. … εν τοις «οστρακίνοις σκεύεσι» }105} φυλάττεται ο ατίμητος θησαυρός των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Ουχί μόνον ατίμητος, αλλά και ως εκ του χαρακτήρος αυτού κεκρυμμένος. Μόνον ο πορευόμενος την οδόν της αψευδούς και πλήρους υπακοής εισέρχεται εις αυτό το μυστικόν θησαυροφυλάκιον.
Ο εχέφρων υποτακτικός ή εξομολογούμενος ιδού πώς συμπεριφέρεται προς τον πνευματικόν. Εκθέτει εν ολίγοις το πλέον ουσιώδες περί του λογισμού ή της καταστάσεως αυτού και κατόπιν αφίνει τον πνευματικόν ελεύθερον. Ο πνευματικός, προσευχόμενος από της πρώτης στιγμής της συναντήσεως, αναμένει φωτισμόν εκ του Θεού, και εάν αισθάνηται εν τη ψυχή αυτού «πληροφορίαν», τότε δίδει την απάντησιν, την οποίαν και δέχονται ως τελικήν. Διότι εάν ο εξομολογούμενος παραβλέψη τον «πρώτον λόγον» του πνευματικού τότε συγχρόνως θα μειωθή η ενέργεια του μυστηρίου και η εξομολόγησις δυνατόν να μεταβληθή εις απλήν ανθρωπίνην συζήτησιν.
Η πίστις εις την δύναμιν του μυστηρίου, η πίστις ότι ο Κύριος αγαπά τον άνθρωπον και ουδέποτε θα εγκαταλείψη εκείνον όστις αρνείται το ίδιον θέλημα χάριν }106} του αγίου Αυτού θελήματος αναδεικνύει τον υποτακτικόν ακλόνητον και άφοβον.
Η οδός του Γέροντος ήτο τοιαύτη ώστε ο πορευόμενος αυτήν να λαμβάνη ευκόλως το δώρον του μεγάλου ελέους του Θεού· αλλά οι έχοντες ίδιον θέλημα και ίδιον νουν, όσον και αν είναι πολυμαθείς και ευφυείς και εάν εισέτι φονεύσουν εαυτούς δια των πλέον αυστηρών ασκήσεων ή εργασιών πολυμαθείαςξ θεολογικής δεν θα επιτύχουν να περισυλλέξουν ει μη ψυχία πίπτοντα εκ του Θρόνου του Ελέους.
Εν τω ωκεανώ της εκκλησιαστικής ζωής η γνησία και αμίαντος παράδοσις του Πνεύματος ρέει ως λεπτόν ρεύμα και όστις θέλει να εμποτισθή εκ τούτου του λεπτού ρεύματος οφείλει να αποκοπή εκ της «ιδίας αυτού κρίσεως». Όπου εμφανίζεται η «ιδία» κρίσις εκεί αναποφεύκτως εκλείπει η καθαρότης της παραδόσεως επειδή εις την αποκεκαλυμμένην θείαν σοφίαν και δικαιοσύνην αντιτίθεται η ανθρωπίνη «σοφία» και «δικαιοσύνη». Τούτο φαίνεται εις τους πολλούς αφορήτως βαρύ έτι δε και μωρία· αλλ’ όστις δεν εφοβήθη να γίνη «μωρός» }107} ούτος εγνώρισε την αληθινήν ζωήν και την προαιώνιον σοφίαν.
Την ζωήν της Εκκλησίας ησθάνετο ως την εν Αγίω Πνεύματι ζωήν και την Ιεράν Παράδοσιν ως την αδιάλειπτον ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία. Η Παράδοσις ως η αιωνία και αμετάβλητος παραμονή του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία είναι το πλέον βαθύ θεμέλιον της υπάρξεως Αυτής. Δια τούτο η Παράδοσις περιλαμβάνει εν εαυτή άπασαν την ζωήν της Εκκλησίας, τοσούτον ώστε και αυτή η Αγία Γραφή να εμφανίζηται μόνον ως μία των μορφών αυτής.
Εάν η Εκκλησία εστερείτο της Παραδόσεως Αυτής, θα έπαυε να είναι ό,τι είναι, διότι η διακονία της Καινής Διαθήκης είναι διακονία Πνεύματος «εγγεγραμένη ου μέλανι αλλά Πνεύματι Θεού ζώντος, ουκ εν πλαξί λιθίναις αλλά εν πλαξί καρδίας σαρκίναις».
Εάν πάλιν υποτεθή ότι δια την μίαν ή την άλλην αιτίαν η Εκκλησία εστερείτο όλων των βιβλίων Αυτής ήτοι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, των έργων των Αγίων Πατέρων και των Λειτουργικών βιβλίων, τότε η Παράδοσις έστω ουχί αυτολεξεί, έστω και εις άλλην «γλώσσαν», πάντως θα αποκαθίστα την Αγίαν Γραφήν. Εν τη ουσία δε αυτής και η «νέα» αύτη Γραφή θα ήτο η έκφρασις της αυτής «άπαξ παραδοθείσης τοις αγίοις πίστεως», εκδήλωσις του αυτού Ενός Πνεύματος, }108} του ακαταπαύστως ενεργούντος εν τη Εκκλησία, του όντως θεμελίου Αυτής και της ουσίας Αυτής.
… Απομεμονωμένη όμως εκ του ρεύματος της Ιεράς Παραδόσεως η Γραφή δεν δύναται να κατανοηθή δεόντως δι’ ουδεμιάς επιστημονικής ερεύνης.
Ενεργούν εσφαλμένως όσοι αποκόπτοντες εαυτούς από της Παραδόσεως της Εκκλησίας πορεύονται ως νομίζουν προς τας πηγάς Αυτής τουτέστι προς την Αγίαν Γραφήν. Δεν είναι η Αγία Γραφή η πηγή της Εκκλησίας, αλλ’ η Ιερά Παράδοσις.
Πασίγνωστον είναι ότι όλοι οι αιρεσιάρχαι εστηρίζοντο επί της Αγίας Γραφής, η μόνη δε διαφορά αυτών ήτο ότι εξήγουν αυτήν κατά την γνώμην αυτών.
Μεμονωμένα μέλη της Εκκλησίας, μηδέ των καλυτέρων }109} Αυτής τέκνων και διδασκάλων εξαιρουμένων δεν επιτυγχάνουν να χωρήσουν εν εαυτοίς άπαν το πλήρωμα των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Ως εκ τούτου εις τας διδασκαλίας και τας γραφάς αυτών παρουσιάζουν ατελείας τινάς, ενίοτε δε και παρεκκλίσεις, αλλ’ εν τω συνόλω η διδασκαλία της Εκκλησίας κατεχούσης το πλήρωμα των δωρεών και της γνώσεως μένει αληθής εις τους αιώνας.
Έκαστον νέον βιβλίον έχον αξίωσιν να περιληφθή εις την διδασκαλίαν της Εκκλησίας ή να εκφράση αυτήν υπόκειται εις την κρίσιν της Εκκλησίας. Αύτη βραδέως αλλά λεπτομερώς τα πάντα ερευνά και δοκιμάζει εξ όλων των πλευρών και προ παντός εκ της πλευράς της επιδράσεως της διδασκαλίας επί του βίου. Τούτο το κριτήριον ήγουν της επιδράσεως της διδασκαλίας επί του βίου, έχει άκρως σοβαράν σπουδαιότητα ένεκα του αρρήκτου }110} δεσμού της δογματικής συνειδήσεως και της πνευματικής ζωής. Ούτως απορρίπτει παν ό,τι αποδεικνύεται αντιφάσκον ή μη συμφωνούν προς το πνεύμα της κατά Χριστόν αγάπης, δι’ ής ζη η Εκκλησία.
Ημείς φρονούμεν ότι ο μακάριος Γέρων Σιλουανός αληθής υιός της Εκκλησίας υποδεικνύει εν ταις γραφαίς αυτού το έσχατον και πλέον αξιόπιστον κριτήριον της αληθείας εν τη Εκκλησία: την κατά Χριστόν θείαν αγάπην προς τους εχθρούς και την κατά Χριστόν ταπείνωσιν. }111}
… ο Γέρων μετά ακραδάντου πεποιθήσεως και εσωτερικής αυθεντίας έλεγεν ότι δεν δύναται ο άνθρωπος «δια του νοός αυτού» να συλλάβη το Θείον, όπερ γνωρίζεται «μόνον δια Πνεύματος Αγίου». Δια τούτο και η Αγία Γραφή, «Πνεύματι Αγίω γεγραμμένη» δεν δύναται να κατανοηθή μέσω επιστημονικής ερεύνης όπου μόνον εξωτερικαί τινες πλευραί και λεπτομέρειαι είναι προσιταί ουδόλως δε η ουσία.
Πριν ή δοθή άνωθεν εις τον άνθρωπον το «συνιέναι τας Γραφάς» και «γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού», πριν ή εν τω μακρώ κατά των παθών αγώνι ταπεινωθή ο άνθρωπος και γνωρίση εν πείρα και αισθήσει την ανάστασιν της ψυχής αυτού και παν ό,τι ευρίσκεται εν αυτή τη μεγάλη και μυστηριώδει οδώ είναι απαραίτητον να κρατήται στερρώς εκ της παραδόσεως και της διδασκαλίας της Εκκλησίας και να μη τολμά να διδάσκη αφ’ εαυτού όσον και αν είναι διδακτός «κατ’ άνθρωπον». Διότι εισέτι και αι ευφυέστεραι επίνοιαι των ανθρώπων πόρρω απέχουν της αυθεντικής ζωής του Πνεύματος.
Το Πνεύμα το Άγιον το Πνεύμα της Αληθείας εις τι μέτρον ζη εν εκάστω ανθρώπω, έτι δε πλέον εν τω χριστιανώ. Αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι δύναται πας χριστιανός να μεγαλοποιή την μικράν σχετικώς πείραν της χάριτος και να στηρίζηται μετά παρρησίας επ’ αυτής. }112}
Συχνάκις συμβαίνει κατόπιν πείρας τινός της χάριτος ο άνθρωπος να μη αυξάνη εν αυτή αλλά να υφίσταται την άρσιν αυτής· η πνευματική αυτού ζωή συγκεντρούται εις τον εγκέφαλον ως διανοητική αντίληψις. Διαμένων εν αυτή τη καταστάσει ουχί σπανίως θεωρεί εαυτόν κάτοχον πνευματικής γνώσεως μη εννοών ότι παρομοία αφηρημένη αντίληψις αν και είναι ενδεικτική δοκιμής χάριτος τινος είναι ιδιότυπος διαστροφή του λόγου του Θεού, και η Αγία Γραφή κατ’ ουσίαν παραμένει δι’ αυτόν «βιβλίον … κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά».
… αι διατυπώσεις των Αγίων δεν είναι τι το εντελώς ανεξάρτητον του νοητικού επιπέδου και της πνευματικής καταστάσεως εκείνων προς τους οποίους απηυθύνοντο.
«τοις πάσι γέγονε τα πάντα, ίνα πάντως τινας σώση». Άλλαις λέξεσιν, ο Παύλος }113} προς πάντας ωμίλει κατά διάφορον τρόπον. Και εάν πλησιάση τις τας επιστολάς αυτού μόνον μετά επιστημονικής αναλύσεως τότε η ουσία του «θεολογικού αυτού συστήματος» αφεύκτως θα μείνη αδιασάφητος.
Η σκέψις του Γέροντος είναι ότι η αληθινή κατανόησις του Λόγου του Θεού κείται εις την οδόν της τηρήσεως των εντολών του Χριστού και ουχί εις την οδόν της επιστημονικής μελέτης. Ούτως ο Ίδιος ο Κύριος εδίδασκεν.
Ο Κύριος όλην την Αγίαν Γραφήν συνώψισεν εις τον βραχύν λόγον: Αγαπάτε τον Θεόν και τον πλησίον, αλλ’ ο όρος «αγάπη» θα παραμένη μυστήριον εις πάντας τους αιώνας δι’ όλους τους φιλολόγους. Η λέξις αύτη είναι το όνομα του Ιδίου του Θεού, και η αληθής αυτής έννοια δεν αποκαλύπτεται άλλως πως ει μη τη ενεργεία Αυτού του Θεού. }114}
Εγνώριζεν ότι δια της ευχής του Ιησού έρχεται εις την καρδίαν η χάρις του Αγίου Πνεύματος ότι }115} η επίκλησις του Θείου Ονόματος του Ιησού αγιάζει όλον τον άνθρωπον καίουσα εν αυτώ τα πάθη.
Έλεγεν ο Γέρων ότι το Πνεύμα του Θεού διδάσκει την ευσπλαχνίαν προς πάσαν την κτίσιν, ούτως ώστε και τα φύλλα του δένδρου «άνευ ανάγκης» να μη κόπτωμεν. }117}
… μεριμνών δια τα ζώα να παραβλέπης τον πόνον του πλησίον σου ή να ερίζης ένεκα αυτών μετά των ανθρώπων πάντα ταύτα ήσαν δια τον Γέροντα παράβασις των εντολών του Θεού, η πιστή τήρησις των οποίων αναδεικνύει τον άνθρωπον τέλειον. }118}
Όστις αληθώς αγαπά τον άνθρωπον και εις τας προσευχάς αυτού πενθεί δι’ όλον τον κόσμον ούτος ουδέποτε προσκολλάται εις τα ζώα. }119}
… αλλ’ ότε εστρέφετο το βλέμμα αυτού εις την ωραιότητα του κόσμου τούτου εγίνετο νέα αφορμή θεωρίας της δόξης του Θεού και νέας στροφής της καρδίας προς τον Θεόν.
Εις τούτο ωμοίαζε προς τα παιδία· τα πάντα εξέπληττον αυτόν. Ορθώς παρατηρεί εις τας σημειώσεις αυτού ότι όστις απώλεσε την χάριν δεν αισθάνεται πρεπόντως την ωραιότητα του ορατού κόσμου και υπ’ ουδενός εκπλήττεται. Όλη η αφράστως μεγαλειώδης δημιουργία του Θεού δεν συγκινεί αυτόν. Αντιθέτως όταν η χάρις του Θεού είναι μετά του ανθρώπου τότε το παν εν τω κόσμω καταπλήττει την καρδίαν δια της ασυλλήπτου ωραιότητος αυτού, και η ψυχή εκ της θεωρίας ορατού κάλλους έρχεται εις την κατάστασιν της αισθήσεως του Θεού, του ζώντος και θαυμαστού εν πάσιν.
… ίστατο επί βραχύ τι διάστημα επί της θεωρίας του ορατού κάλλους και της δόξης του Θεού εν αυτώ, εκ νέου δε επέστρεφεν εις την προσευχήν υπέρ του λαού. }120}
«Ο Κύριος έδωκεν εις ημάς τας εκκλησιαστικάς ακολουθίας μετά ψαλμωδίας ως εις αδύναμα παιδία. Δεν γνωρίζομεν εισέτι να προσευχώμεθα, ως θα έπρεπε και ούτως η ψαλμωδία είναι ωφέλιμος δι’ όλους όταν ψάλλωμεν μετά ταπεινώσεως. Αλλ’ είναι καλύτερον όταν η καρδία ημών καθίσταται ναός του Κυρίου και ο νους θρόνος Αυτού» έγραφεν ούτος.
«… Η καρδία του ερημίτου γίνεται ναός ο δε νους αυτού θυσιαστήριον διότι ο Κύριος αγαπά να κατοική εν τη καρδία του ανθρώπου».
Έλεγε δε προσέτι ότι όταν η αένναος προσευχή ριζωθή εις τα βάθη της καρδίας όλος ο κόσμος μεταβάλλεται εις ναόν Θεού. }121}
Να θεωρής αυτήν την δόξαν ών αμέτοχος αυτής είναι αδύνατον. Ως εκ τούτου οι λόγοι «ίνα θεωρώσι την δόξαν την Εμήν» σημαίνουν ίνα και εις αυτούς δοθή η δόξα αύτη.
Και εάν η δόξα αύτη δοθή εις τους ανθρώπους τότε καίτοι κατά την ουσίαν αυτού ο άνθρωπος μένει κτίσμα, γίνεται θεός κατά χάριν, ήτοι δέχεται την μορφήν της θείας υπάρξεως. Ως ο Χριστός, … ούτω και ο άνθρωπος έχων μορφήν }122} δουλικού είναι προσλαμβάνει εν Χριστώ την μορφήν του Θείου είναι.
Περί τούτου εν σώφρονι εγκρατεία δεν αγαπά να ομιλή ούτε και η Αγία Γραφή.
Διατί; Ίσως επειδή εξεγείρεται η φαντασία των ακουόντων και ονειροπόλως υψούνται εις τα νεφελώδη ύψη, επιλανθανόμενοι ή αγνοούντες ότι ο Θεός Ταπείνωσίς εστιν. }123}
Ο Γέρων είχεν ιδιότυπον τινα ιδέαν ότι τον Θεόν δύναται να εκζητή μόνον εκείνος όστις εγνώρισε και ύστερον απώλεσε Αυτόν. Εθεώρει ότι εκάστη αναζήτησις του Θεού προϋποθέτει γεύσιν τινα του Θεού.
Έκαστος των ανθρώπων βλέπει εις τους άλλους εκείνο μόνον το οποίον δια της πνευματικής αυτού πείρας εγνώρισε περί εαυτού του ιδίου.
Όστις έμαθεν εξ εαυτού αφ’ ενός μεν εις ποίον βάθος εις ποίαν έντασιν δύνανται να φθάσουν αι οδύναι του ανθρωπίνου πνεύματος, όταν χωρισθή από του φωτός της αληθινής υπάρξεως, αφ’ ετέρου δε το μεγαλείον του ανθρώπου όταν ευρίσκηται εν τω Θεώ, εκείνος γνωρίζει ότι εκάστη ανθρωπίνη ύπαρξις έχει αιώνιον αξίαν, μεγαλυτέραν όλου του άλλου κόσμου. }124}
Και όστις ασπλάγχνως «χάριν του ιδίου συμφέροντος» ζημιοί τους άλλους ή και διαπράττει φόνον ούτος είτε εξομοιώθη προς τα κτήνη και εν τω βάθει αυτού αυτογινώσκει εαυτόν όντα θηριόμορφον, τουτέστι δεν πιστεύει εις την αιώνιον ζωήν, είτε ίσταται εν οδώ δαιμονιώδους πνευματικότητος.
Εκείνος δε, όστις διαμένει εν τη χάριτι, βλέπει αυτήν και εις τους άλλους. Όστις όμως δεν αισθάνεται εντός αυτού την χάριν, ούτος και εις τους άλλους δεν βλέπει αυτήν. … «Εάν ο άνθρωπος βλέπη εις τον αδελφόν αυτού την παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος, σημαίνει ότι και ο ίδιος έχει μεγάλην χάριν. Εάν τις όμως μισή τον αδελφόν αυτού σημαίνει ότι ο ίδιος κατέχεται υπό πονηρού πνεύματος». }125}
Ο Γέρων ήτο βέβαιος ότι οι Άγιοι ακούουν των προσευχών ημών. … Εν Πνεύματι Αγίω ήδη επί της γης οι Άγιοι λαμβάνουν «εκ μέρους» τούτο το χάρισμα, το οποίον μετά την έξοδον αυτών προσλαμβάνει ασυγκρίτως ευρυτέρας διαστάσεις. }126}
« Ο πνευματικός άνθρωπος ίπταται ως αετός εις τα ύψη και δια της ψυχής αυτού αισθάνεται τον Θεόν και βλέπει όλον τον κόσμον καίτοι προσεύχεται εν τω σκότει της νυκτός»
Η καθαρά προσευχή έλκει τον νουν εντός της καρδίας και συνάγει εν ενί τον όλον άνθρωπον, έτι δε και το σώμα αυτού. Ο νους βυθιζόμενος εν τη καρδία εξέρχεται των μορφών του κόσμου και η ψυχή, δι’  όλων των δυνάμεων αυτής στρεφομένη προς τον Θεόν δι’ εσωτερικής προσευχής, βλέπει εαυτήν εν τω Φωτί τω εξ Αυτού εκπορευομένω κατά εντελώς ιδιαίτερον τρόπον. Βλέπει δε ουχί τα εξωτερικά φαινόμενα ή τας συνθήκας της επί γης υπάρξεως αλλά αυτήν καθ’ εαυτήν γεγυμνωμένην εν τη φύσει αυτής και αποκεκαλυμμένην εν τω βάθει αυτής. }127}
Παρά το αόρατον το απλούν και «συνεσταλμένον» της θεωρίας αυτής ήτις κατευθύνεται προς την πηγήν της υπάρξεως, τουτέστι προς τον Θεόν αποκαλύπτονται εν αυτή τα όρια μεταξύ των οποίων κινείται το είναι όλου του κτιστού πνευματικού κόσμου, και η ψυχή, κεχωρισμένη από παντός ορατού και ουδέν βλέπουσα, βλέπει εν τω Θεώ τον κόσμον άπαντα και συναισθάνεται την ενότητα αυτής μετ’ αυτού προσευχομένη υπέρ αυτού.
«Αλλ’ εγώ έν μόνον πράγμα επιθυμώ: να προσεύχωμαι υπέρ πάντων ως και δι εμέ τον ίδιον» γράφει ο Γέρων.
«Και όταν η ψυχή εν Πνεύματι Αγίω γνωρίση τον Κύριον εκ της χαράς αυτής επιλανθάνεται του ηλίου και }128} πάσης της κτίσεως και εγκαταλείπει την μέριμναν της επιγείου γνώσεως».
Η συνήθης και εις όλους γνωστή οδός προς την γνώσιν συνίσταται εις το ότι η γνωστική δύναμις του ανθρωπίνου πνεύματος, κατευθυνομένη προς τα έξω, συναντάται μετ’ αναριθμήτου πολυμορφίας φαινομένων, ειδών, μορφών και ατελευτήτου διαφοροποιήσεως παντός γεγονότος. Και ως εκ τούτου η γνώσις ποτέ δεν φθάνει ούτε εις το πλήρωμα, ούτε εις την αληθώς πραγματικήν ενότητα.
Δια του τρόπου αυτού της γνώσεως ο νους ζητών επιμόνως την ενότητα, καταφεύγει εις σύνθεσιν πάντοτε και αναποφεύκτως τεχνητήν. Και η ενότης εκείνη εις την οποίαν καταλήγει ακολουθών την οδόν αυτήν δεν είναι τι πραγματικώς και αντικειμενικώς υπάρχον, αλλ’ απλώς ιδιάζουσα τις εις αυτόν μορφή αφηρημένης διανοήσεως.
Η άλλη οδός προς την γνώσιν των όντων έγκειται εις την στροφήν του ανθρωπίνου πνεύματος προς εαυτό και εν συνεχεία προς τον Θεόν. Τότε έρχεται τι αντίστροφον εκείνου το οποίον είδομεν εις τον πρώτον τρόπον γνώσεως: Ο νους εξέρχεται από του ατελευτήτου πλήθους και του κατακερματισμού των φαινομένων του κόσμου και δι’ όλης της δυνάμεως αυτού στρέφεται προς τον Θεόν, μένων δε εν τω Θεώ βλέπει και εαυτόν και όλον τον κόσμον(ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ). }129}
Πόσον αφελείς είναι εκείνοι οίτινες ελπίζουν να φθάσουν εις τελείαν και πλήρη γνώσιν δια των οδών της εμπειρικής επιστήμης! }130}
«Το Άγιον Πνεύμα είναι αγάπη ειρήνη γλυκύτης και διδάσκει την αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον. Το πνεύμα δε της πλάνης είναι υπερήφανον και δεν οικτίρει τον άνθρωπον, ούτε την λοιπήν δημιουργίαν. Μη όν τούτο δημιουργός των όντων ενεργεί ως κλέπτης και άρπαξ και η οδός αυτού γέμει ολέθρου».
«Το Άγιον Πνεύμα διδάσκει την αγάπην του Θεού και η ψυχή επιποθεί τον Θεόν και ηδέως εκζητεί Αυτόν μετά δακρύων ημέρας και νυκτός, ενώ ο εχθρός μεταδίδει την εαυτού μελαγχολίαν επαχθή και ζοφεράν αποκτείνουσαν την ψυχήν. }131}
Η ζωή του Γέροντος διέρρευσε πρωτίστως εν προσευχή ο δε προσευχόμενος νους δεν σκέπτεται ήτοι δεν συλλογίζεται αλλά ζη. Η ενέργεια του προσευχομένου νοός δεν είναι χειρισμός αφηρημένων εννοιών αλλά συμμετοχή εν τη υπάρξει. Νους αληθώς προσευχόμενος δεν χειρίζεται ορθολογικάς κατηγορίας αλλά κατηγορίας ποιοτικώς διαφόρους. Και το είδος τούτο των κατηγοριών είναι αυτή η ύπαρξις εν ενεργεία, μη δυναμένη να περιληφθή εις τα στενά πλαίσια των αφηρημένων εννοιών.
Ο Γέρων δεν ήτο φιλόσοφος υπό την συνήθη σημασίαν της λέξεως αλλ’ ήτο τω όντι σοφός κατέχων γνώσιν εκείνου όπερ εξέρχεται των ορίων της φιλοσοφίας.
Ας φέρωμεν ως παράδειγμα την πείραν της «μνήμης του θανάτου». Υπό τον όρον αυτόν εν τη ασκητική γραμματεία των Πατέρων εννοείται ουχί η συνηθισμένη συνείδησις του ανθρώπου περί της θνητότητος αυτού, τ.ε. η απλή μνήμη ότι θα αποθάνωμεν, αλλ’ ιδιαιτέρα τις πνευματική αίσθησις εμπνεομένη υπό της χάριτος. Άρχεται η μνήμη του θανάτου δια της συναισθήσεως της βραχύτητος της επιγείου υπάρξεως ημών· άλλοτε εξασθενούσα άλλοτε δε δυναμουμένη κατά καιρούς γίνεται βαθύ «αίσθημα» της φθοράς και του παροδικού παντός επιγείου μεταβάλλουσα τοιτουτοτρόπως την στάσιν του ανθρώπου έναντι παντός πράγματος εν τω κόσμω. Παν ό,τι δεν μένει αιωνίως παύει να έχη αξίαν εις την συνείδησιν του ανθρώπου και γεννά το αίσθημα της ματαιότητος πασών των επί γης κτήσεων. Η προσοχή του νοός χωριζεται από του περιβάλλοντος εξωτερικού κόσμου και συγκεντρούται εις τα έσω, όπου η ψυχή ίσταται κατά πρόσωπον προ της ακαταλήπτου αβύσσου του σκότους. Η θέα αύτη εμβάλλει την ψυχήν εις τρόμον γεννώσα σύντονον προσευχήν ακράτητον ημέρας και νυκτός. Καταργείται η έκτασις του χρόνου κατ’ αρχάς όμως ουχί }133} διότι η ψυχή είδε το φως της αιωνίου ζωής αλλ’ αντιθέτως, διότι το παν κατεβροχθίσθη υπό του αισθήματος του αιωνίου θανάτου. Εν τέλει διερχομένη πολλά και διάφορα στάδια η ψυχή τη επενεργεία της χάριτος εισάγεται εις την σφαίραν του ανάρχου Θείου φωτός. Και τούτο δεν είναι φιλοσοφική «υπέρβασις» αλλά ζωή εν τη πραγματική αυτής εκδηλώσει μη έχουσα ανάγκην διαλεκτικών «αποδείξεων». Τούτο είναι γνώσις απροσδιόριστος, αναπόδεικτος, ανεκδήλωτος, αλλά παρά το απροσδιόριστον αυτής ως αυθεντική ζωή, είναι ασυγκρίτως κραταιοτέρα και εσωτερικώς πειστικωτέρα της πλέον αψόγου αφηρημένης διαλεκτικής.
Εν τη άνωθεν διδομένη προσευχή η υπαρξιακή ή }134} ως έλεγεν ο Γέρων «έμπειρος» γνώσις της ανθρωπίνης ελευθερίας είναι άκρως βαθεία. Εκείνος εγνώριζεν εξ όλης ψυχής ότι η πραγματική δουλεία είναι μόνον μία η δουλεία εις την αμαρτίαν η δε αληθινή ελευθερία είναι ωσαύτως μία η ανάστασις εν τω Θεώ.
Εν όσω ο άνθρωπος δεν ηξιώθη να βιώση την εν Χριστώ ανάστασιν αυτού το παν εν αυτώ είναι ηλλοιωμένον εκ του φόβου του θανάτου, και επομένως εκ της δουλείας εις την αμαρτίαν. Εξ όσων όμως δεν εγνώρισαν εισέτι την χάριν της αναστάσεως, εκφεύγουν της παραμορφώσεως μόνον εκείνοι δια τους οποίους ελέχθη: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».
… η πνευματική ζωή εμφανίζεται διττώς: ως πνευματική κατάστασις ή βίωμα, και ως δογματική συνείδησις. Αι δύο αύται επόψεις, διάφοροι και μέχρι τινός, κεχωρισμέναι εν τη «ενσαρκώσει» αυτών (ήγουν εν τη μορφοποιημένη εκδηλώσει αυτών εντός της εμπειρικής ημών ζωής) κατά την ουσίαν αυτών είναι ενιαία και αδιαίρετος ζωή. Δυνάμει τούτου εκάστη ασκητική πράξις, εκάστη πνευματική κατάστασις, είναι αχωρίστως συνδεδεμένη προς την αντίστοιχον αυτή δογματικήν συνείδησιν. }135}
Εν αληθεία χριστιανικώς δύνασαι να σώσης μόνον δια της αγάπης, ήτοι «ελκύων». Δι’ οιανδήποτε βίαν δεν υπάρχει τόπος. Εν τη αναζητήσει της σωτηρίας πάντων η αγάπη περιπτύσσεται ουχί μόνον τον κόσμον των ζώντων, αλλά και των ήδη αποθανόντων και αυτόν τον άδην και εκείνους οίτινες μέλλουν να γεννηθούν, τουτέστι τον Αδάμ παγγενή.
Ηρωτήσαμεν τον Γέροντα:
-Πώς δύναταί τις να αγαπά πάντας τους ανθρώπους; }136} Και πού να εύρη τοιαύτην αγάπην ώστε να είναι έν μετά πάντων;
Ο Γέρων απήντησεν:
-Ίνα γενώμεθα έν μετά πάντων καθώς λέγει ο Κύριος, «ίνα πάντες έν ώσι», ουδέν είναι αναγκαίον να επινοήσωμεν· πάντες ημείς έχομεν μίαν και την ιδίαν φύσιν. Ως εκ τούτου φυσικόν θα ήτο δι’ ημάς να αγαπώμεν τους πάντας. Την δε δύναμιν της αγάπης δίδει το Πνεύμα το Άγιον.
Η δύναμις της αγάπης είναι μεγάλη και νικηφόρος, αλλ’ ουχί έως τέλους. Εν τω ανθρωπίνω είναι ενυπάρχει εξουσία τις ήτις θέτει και εις την αγάπην προσέτι όριόν τι, ώστε και αύτη να μη έχη το απόλυτον. Τι άραγε είναι τούτο;
Το αυτεξούσιον.
Το αυτεξούσιον του ανθρώπου είναι αληθώς πραγματικόν και τοσούτον μέγα, ώστε ούτε η θυσία του Ιδίου του Χριστού, ούτε η θυσία πάντων, όσοι ηκολούθησαν τον Χριστόν, δύναται να οδηγήση αναγκαστικώς εις την νίκην.
… η αγάπη του Χριστού ελπίζει να ελκύση τους πάντας προς εαυτήν και δια τούτο πορεύεται μέχρις άδου κατωτάτου. Άλλ’ έτι και εις αυτήν την τελείαν αγάπην και την τελείαν θυσίαν τινές –άγνωστον ποίοι και πόσοι- δυνατόν να απαντήσουν δι’ αιωνίου απορρίψεως του Θεού: «Εγώ δεν θέλω».
Αναμφιβόλως εκ της «ωριγενιστικής» συνειδήσεως }137} δεν δύναται να γεννηθή τοιαύτη προσευχή την οποίαν βλέπομεν εις τον Γέροντα.
… Εγνώρισεν εν Πνεύματι Αγίω ότι ο Θεός είναι άπειρος αγάπη και άμετρος ευσπλαχνία και όμως η γνώσις αυτής της αληθείας δεν ωδήγησεν αυτόν εις την σκέψιν ότι «απαραιτήτως θα σωθούν οι πάντες». Η συνείδησις της δυνατότητος της αιωνίου απωλείας παρέμεινε βαθέως εν τω πνεύματι αυτού, και τούτο διότι εν τη καταστάσει της χάριτος αποκαλύπτονται εις την ψυχήν τα μέτρα της ελευθερίας του ανθρώπου αποκλειούσης πάσαν ιδέαν ετεραρχίας.
Η ουσία της απολύτου ελευθερίας έγκειται εις το εξής: να ορίζη η ιδία εν πάσι τον τρόπον της υπάρξεως αυτής έξω πάσης εξαρτήσεως ή αναγκαιότητος έξω παντός περιορισμού. Αύτη είναι η ελευθερία του Θεού· ο άνθρωπος δεν έχει τοιαύτην ελευθερίαν ως μη έχων την εξουσίαν της δημιουργίας «εκ του μηδενός».
Ο έσχατος πειρασμός δια την κτιστήν ελευθερίαν του ανθρώπου (ως και εν γένει των υποστατικών πνευμάτων) έγκειται εις το να δημιουργήση η ιδία την μορφήν της υπάρξεως αυτής να καθορίση η ιδία αυτήν εν πάσιν, η ιδία να γίνη «θεός» και να μη δεχθή μόνον εκείνο, όπερ δίδεται διότι ούτως εγείρεται το αίσθημα της εξαρτήσεως. }138}
Δι’ όλου του είναι αυτού ο Γέρων εμαρτύρει ότι η γνώσις των υψίστων πνευματικών αληθειών έγκειται εις την οδόν της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και ουχί εις την «θύραθεν παιδείαν». Έζη εν τω Θεώ και άνωθεν ελάμβανε τον φωτισμόν, η δε γνώσις αυτού δεν ήτο η αφηρημένη κατανόησις αλλ’ η υπαρκτική, τουτέστιν αυτή αύτη η ζωή. }139}
Ο Χριστιανισμός δεν είναι «φιλοσοφία» ή «διδασκαλία» αλλά ζωή και πάσαι αι συνομιλίαι και αι γραφαί του Γέροντος δεν είναι ει μη μαρτυρία «περί της ζωής ταύτης».
Ο Πιλάτος είχε δίκαιον: Εις το ερώτημα «ΤΙ εστιν αλήθεια;» εάν έχης υπ’ όψιν την υστάτην αλήθειαν, ήτις αποτελεί το θεμέλιον της όλης υπάρξεως του κόσμου, απάντησις δεν υπάρχει.
Αλλ’ εάν ο Πιλάτος έχων υπ’ όψιν την Αρχιαλήθειαν ή την Αυτοαλήθειαν, έθετε το ερώτημα, καθώς έπρεπε να θέση αυτό, και δή, «ΤΙΣ εστιν η αλήθεια;», τότε θα ελάμβανεν ως απάντησιν … «Εγώ ειμι η αλήθεια».
Η επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν δι’ αυτάς το ερώτημα: ΤΙ εστιν αλήθεια; Ενώ η γνησία χριστιανική συνείδησις πάντοτε στρέφεται προς την αλήθειαν «ΤΙΣ».
Οι εκπρόσωποι της επιστήμης και της φιλοσοφίας ουχί σπανίως θεωρούν τους χριστιανούς ανεδαφικούς ονειροπόλους, ενώ υπολογίζουν εαυτούς ισταμένους επί }140} βεβαίας βάσεως, και δια τούτο αυτοονομάζονται «θετικισταί». Κατά παράδοξον τρόπον δεν αντιλαμβάνονται τον αφηρημένον χαρακτήρα του «ΤΙ» αυτών. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η Αλήθεια η συγκεκριμένη η απόλυτος, δύναται να είναι μόνον «ΤΙΣ» και κατ’ ουδένα τρόπον «ΤΙ». Διότι η αλήθεια δεν είναι θεωρητικός τύπος ή αφηρημένη ιδέα, αλλ’ είναι η Αυτοζωή «Εγώ ειμι».
Τω όντι, τι δύναται να είναι πλέον αφηρημένον της αληθείας ΤΙ; Και τούτο το μέγα παράδοξον βλέπομεν καθ’ όλην την μετά την πτώσιν του Αδάμ ιστορικήν πορείαν της ανθρωπότητος. Γοητευμένη υπό του λογικού αυτής η ανθρωπότης ζη εν ναρκώσει. Ούτως ουχί μόνον η «θετική» επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν εις εαυτάς, ως και ο Πιλάτος το ερώτημα «ΤΙ εστιν αλήθεια;», αλλ’ έτι και εν τη θρησκευτική ζωή της ανθρωπότητος παρατηρείται ωσαύτως η ιδία μεγάλη απάτη. Και διαρκώς οι άνθρωποι ολισθαίνουν εις την οδόν της αναζητήσεως της αληθείας «ΤΙ».
Το λογικόν υποθέτει ότι εάν γνωρίση την ζητουμένην αλήθειαν «ΤΙ», θα κατακτήση μαγικήν τινα δύναμιν και θα καταστή ελεύθερος εξουσιαστής του όντος.
Εν τη θρησκευτική ζωή ο άνθρωπος κατερχόμενος εις τας οδούς των λογικών αναζητήσεων αναποφεύκτως πίπτει εις πανθεϊστικήν κοσμοθεωρίαν. Εκάστοτε, όταν ο θεολογών νους αποπειράται να γνωρίση την περί Θεού αλήθειαν δια της δυνάμεως αυτού είτε συνειδητώς είτε ασυνειδήτως εμπίπτει μοιραίως εις το αυτό σφάλμα, εις το οποίον είναι βεβυθισμέναι και η επιστήμη δια της αιτιοκρατικής αυτής αρχής και η φιλοσοφία δια του ορθολογισμού αυτής και ο πανθεϊσμός εν τη αναζητήσει και τη θεωρία της αληθείας «ΤΙ».
Η αλήθεια «ΤΙΣ» δεν γνωρίζεται δια της λογικής πορείας. Ο προσωπικός Θεός «ΤΙΣ» γνωρίζεται μόνον δια της κοινωνίας εν τη υπάρξει, ήτοι μόνον δια της εν }141} Πνεύματι Αγίω αποκαλύψεως. Τούτο υπεγράμμιζε συνεχώς ο Γέρων Σιλουανός.
Εν τη ορθοδόξω ασκητική πείρα η οδός των αφηρημένων θεωριών απορρίπτεται ως εσφαλμένη. Εκείνος όστις εις τας περί του Θεού σκέψεις ίσταται εις την αφηρημένην θεωρίαν του Αγαθού, του Ωραίου, της Αιωνιότητος, της Αγάπης κ.τ.λ., ίσταται εις απατηλήν οδόν. Όστις πάλιν μόνον απεκδύεται πάσας τας εμπειρικάς εικόνας και εννοίας, ωσαύτως δεν εγνώρισεν εισέτι την αληθή οδόν.
Η ορθόδοξος ενόρασις του Θεού δεν είναι αφηρημένη θεωρία του Αγαθού, της Αγάπης και των λοιπών. Δεν είναι ούτε και απλή απέκδυσις του νοός από πασών των εικόνων και εννοιών. Η αληθής θεωρία δίδεται υπό του Θεού δια της ελεύσεως Αυτού εις την ψυχήν. Τότε η ψυχή ενορά τον Θεόν και βλέπει ότι Αυτός αγαπά, ότι είναι αγαθός, μεγαλοπρεπής, αιώνιος, βλέπει το άρρητον και υπερβατικόν Αυτού. Αφηρημένως όμως ουδέν ενοράται.
Η αυθεντική πνευματική ζωή είναι αλλότριος της φαντασίας, αλλ’ εν παντί και έως τέλους συγκεκριμένη και θετική. Η αληθής κοινωνία μετά του Θεού δεν αναζητείται υπό του ανθρώπου άλλως, ει μη δια της προσωπικής προσευχής προς τον προσωπικόν Θεόν. Η γνησία πνευματική χριστιανική πείρα είναι κοινωνία μετά του Θεού απολύτως ελευθέρα, και ως εκ τούτου δεν εξαρτάται μόνον εκ των προσπαθειών ή της θελήσεως του ανθρώπου, καθώς τούτο παρατηρείται εις την μη χριστιανική πείραν (πανθεϊσμόν). }142}
Εν τη προσευχή αυτού (άγιος Σιλουανός) συνωμίλει μετά του Θεού πρόσωπον προς Πρόσωπον. Η αίσθησις του Προσωπικού Θεού καθαίρει την προσευχήν εκ της φαντασίας και των αφηρημένων συλλογισμών μεταφέρουσα το παν εις αόρατον τι κέντρον ζώσης εσωτερικής κοινωνίας. Η προσευχή συνηγμένη εις τα έσω παύει να είναι «έκκλησις προς το διάστημα» και ο νους γίνεται όλος προσοχή και ακοή. Επικαλούμενος το όνομα του Θεού και λέγων «Πάτερ», «Κύριε», και τα άλλα, ο Γέρων ευρίσκετο εν τοιαύτη καταστάσει, περί της οποίας «ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Όστις έλαβε πείραν της παρουσίας του ζώντος Θεού, ούτος θα εννοήση.
Το έσχατον στάδιον της Αποκαλύψεως είναι η αποκάλυψις του Προσωπικού, Υποστατικού Θεού. Όταν αύτη δοθή εις τον άνθρωπον, όταν ο άνθρωπος λάβη }143} γνώσιν-βίωμα Αυτού ακριβώς του Προσωπικού Θεού τότε και ο ίδιος εισέρχεται εις την ορθήν οδόν προς την εν αυτώ πραγματοποίησιν της προσωπικής υποστατικής αρχής και η προσευχή αυτού εξερχομένη των ορίων του προσκαίρου και του υλώδους προσλαμβάνει άλλον χαρακτήρα. Εν τη υποστατική αυτού διαστάσει ο άνθρωπος είναι προ πάντων και πλείον πάντων «εικών και ομοίωσις» Θεού. Εις αυτήν την υποστατικήν αρχήν κυρίως ανήκει η αιωνιότης. Όταν αναδύηται η υπόστασις, τότε ο άνθρωπος, όστις συνήθως έχει πείραν της περιωρισμένης ατομικότητος αυτού αισθάνεται εαυτόν ενεργώς εισαγόμενον εις την Θείαν αιωνιότητα και ο Χρόνος-Αιών δι’ αυτόν λαμβάνει τέλος. Οι Απόστολοι δια της δοθείσης εις αυτούς αποκαλύψεως της Θείας Υποστάσεως του Λόγου, μένοντες εισέτι επί της γης έμενον πνεύματι και εν τη αιωνιότητι. Και εκ τούτου ακριβώς προήρχοντο παρ’ αυτών τα «ξένα ρήματα», τα «ξένα δόγματα», η ιδιόμορφος γλώσσα, αι έννοιαι, τα αισθήματα. «Μία ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μία» …
Ποία η έννοια των λόγων: «έσχατοι χρόνοι», «τα τέλη των αιώνων»; Ή τι το εν τη Λειτουργία λεγόμενον, «και την Βασιλείαν Σου εχαρίσω την μέλλουσαν» ή «είδομεν της Αναστάσεως Σου τον τύπον· ενεπλήσθημεν της ατελευτήτου Σου ζωής»; }144}
Η Ευαγγελική περί χρόνου αντίληψις είναι διάφορος της περί χρόνου ιδέας του Νεύτωνος, του Αϊνστάϊν ή των φιλοσόφων και γνωστικών των διαφόρων τύπων. Χρόνος έξω της Θείας αιωνιότητος δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη, ως και πας τρισδιάστατος χώρος δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη έξω της τα πάντα φερούσης εν εαυτή Θείας απειρίας. Όταν δια του νοός ημών βυθιζώμεθα εις την σκέψιν ή εάν θέλητε την θεωρίαν του πάντοτε ασαφούς και καταπλήσσοντος ημάς απείρου του χώρου και αλήκτου του χρόνου, τότε παν γεγονός, παν πράγμα, έστω και κοσμικόν, θεωρείται ως «μετεωρούμενον επ’ ουδενός», και ουδέν κτίσμα δύναται να καθορίση εν απολύτω εννοία τον «χώρον» ή τον «χρόνον» του γεγονότος, του πράγματος. Ούτε ημερομηνίαι, ούτε τόποι υπάρχουν. Το παν γίνεται σχετικόν. Πάντες ημείς κληθέντες «εκ του μη όντος» ζώμεν εν τοις ορίοις της επιγείου υπάρξεως, εν τοις δεσμοίς του σχετικού χρόνου και του σχετικού χώρου ημών. Εις το πνεύμα του ανθρώπου τα πλαίσια του κόσμου αυτού είναι στενά, στενά μέχρις απελπισίας. Εν τούτοις πέραν των ορίων της απογνώσεως αυτής άρχεται προσευχή άλλης εντάσεως, άλλων διαστάσεων· προσευχή «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι».
… εν τη ζωή ημών ουδέν συμβαίνει εν τη τάξει της θείας μόνης }145} ενεργείας· πάντοτε είναι αναγκαία και η ημετέρα ανθρωπίνη ενέργεια (συνεργία), διότι ο Θεός εις ουδένα επιβάλλεται. Η τοιαύτη θεόσδοτος προσευχή τοποθετεί τον άνθρωπον μεταξύ χρόνου και αιωνιότητος.
Όταν εις άμεσον τινα κοινωνίαν μετά του Προσωπικού Θεού αποκαλύπτηται Ούτος εις τον άνθρωπον, έστω και «εν εσόπτρω», τότε τελείται μετάβασις εις την Αιωνιότητα, παύουν οι χρονικοί αιώνες και καταντώμεν εις τα «τέλη των αιώνων». Ο άνθρωπος εν όσω ενεργεί εν αυτώ η τοιαύτη προσευχή παραμένει εκτός του χρόνου και πέραν της επ’ αυτού εξουσίας του θανάτου. Αλλά και τούτο δεν είναι εισέτι το τέλος. }146}
… εν τη ροή ολοκλήρου της ιστορίας της ανθρωπότητος δεν υπήρξε πολιτεία υψηλοτέρα και τελειοτέρα της δοθείσης ημίν Πνεύματι Αγίω. Σήμερον η θεία αύτη καλλιέργεια απέβη δια πολλούς ακατάληπτος, αλλοτρία, επιλελησμένη, απολεσθείσα.
Η στάσις του εμπείρου υποτακτικού χαρακτηρίζεται εκ του ότι ούτος εντείνει την προσοχήν και την θέλησιν αυτού όπως αντιληφθή την ιδέαν και την θέλησιν άλλου προσώπου, εν συνεχεία δε δια τινος πράξεως πνευματικής αγάπης, όπως πραγματοποιήση την θέλησιν αυτήν, την ιδέαν αυτήν του αδελφού. Δια της τοιαύτης πράξεως της υπακοής ο άνθρωπος δέχεται εν εαυτώ νέαν ζωήν, διευρύνει την καρδίαν εμπλουτίζει τον νουν αυτού. Εν τη περαιτέρω εξελίξει αυτής η εργασία της υπακοής οδηγεί τον υποτακτικόν να αρχίζη να αισθάνηται εν τω άλλω προσώπω την «υπόστασιν» αυτού, όπερ δεικνύει ότι και εν αυτώ τω ιδίω αποκαλύπτεται η υποστατική αρχή. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Εάν τις }147} είπη ότι αγαπώ τον Θεόν και τον αδελφόν αυτού μισή ψεύστης εστίν· …»
Εν τω μαρτυρικώ αγώνι της εις τον αδελφόν υπακοής αναπτύσσομεν εν εαυτοίς την ικανότητα πλατυτέρας και βαθυτέρας αποδοχής και του Θείου θελήματος, τούτο δε εξομοιοί ημάς προς τον Μονογενή Υιόν του Πατρός, ποιεί το πνεύμα του ανθρώπου φορέα όλης της ανθρωπότητος, τουτέστι παγκόσμιον καθ’ ομοίωσιν της παγκοσμιότητος Αυτού του Χριστού, προσευχομένου υπέρ όλου του Αδάμ. Άνευ αυτής της καλλιέργειας της υπακοής ο άνθρωπος αναποφεύκτως μένει «κύκλος κλειστός», πάντοτε μηδαμινός ενώπιον της θείας αιωνιότητος. Όσον και αν είναι «μορφωμένος» ο άνθρωπος, άνευ της ευαγγελικής υπακοής η θύρα του εσωτερικού αυτού κόσμου παραμένει ερμητικώς κεκλεισμένη και η αγάπη του Χριστού δεν δύναται να εισχωρήση και να διαποτίση δι’ εαυτής τον κόσμον τούτον.
Η έλλειψις διαθέσεως υπακοής είναι βέβαιον σύμπτωμα }148} της ψυχικής ασθενείας. Οι ψυχικώς ασθενείς είναι ανίκανοι να αντιληφθούν την σκέψιν ή την θέλησιν ετέρου προσώπου. Άνευ της υπακοής ο άνθρωπος θα μένη πάντοτε εντός των στενών συνδηκτόρων της εγωϊστικής αυτού «ατομικότητος», αντιθέτου προς την αρχήν της «υποστάσεως». Έξω της χριστιανικής καλλιεργείας της υπακοής ο άνθρωπος μένει και κωφός και τυφλός προς την Θείαν Αποκάλυψιν, ήτις εδόθη εις ημάς εν τη Πράξει της Υποστατικής σαρκώσεως του Λόγου, διότι εν τω ιδίω τω ανθρώπω δεν δύναται να αναπτυχθή η υποστατική αρχή. Ως εκ τούτου είναι δυνατόν να είπωμεν ότι αληθής θεολογία έξω του αγώνος της υπακοής είναι ακατόρθωτος.
Η επιστήμη της αγίας υπακοής είναι όντως μεγίστη και απαιτείται εντατική προσευχή, όπως διανοιχθούν οι πνευματικοί ημών οφθαλμοί, ίνα ίδωμεν το υπερέχον της μοναχικής αυτής επιστήμης ή κάλλιον ειπείν της χριστιανικής υπακοής. Άνευ της αφομοιώσεως αυτής ο κόσμος ουδέποτε θα κατορθώση την ειρήνην, αλλά θα μένη εν τω αλύτω δεσμώ της παγγενούς έχθρας.
Μανθάνων ο υποτακτικός να αποδέχηται εν εαυτώ τας σκέψεις και το θέλημα των άλλων προσώπων, μανθάνει ταυτοχρόνως να ζη τας διαφόρους καταστάσεις ουχί μόνον ως ατομικάς αλλά και ως αποκάλυψιν των συμβαινόντων εις πάντα άνθρωπον εν τω κόσμω. }149} Βιοί παν άλγος πάσαν βάσανον, πάσαν επιτυχίαν αυτού ουχί μόνον εν εαυτώ τω ιδίω εγωκεντρικώς αλλά μεταφέρεται εν πνεύματι και εις το πάθος όλων των ανθρώπων διότι ανά πάσαν στιγμήν χρόνου εκατομμύρια ανθρώπων ασφαλώς ευρίσκονται εν παρομοία προς ημάς καταστάσει. Εκ τούτου αναδύεται φυσικώς η υπέρ του κόσμου προσευχή. Προσευχόμενος υπέρ των ζώντων, διαμοιράζεται την χαράν της αγάπης αυτών ή την φρίκην της απογνώσεως αυτών. Λαμβάνων πείραν του πόνου, προσεύχεται δι’ όλους τους πάσχοντας εν τω κόσμω, κύπτει επι της κλίνης όσων αποθνήσκουν εν θλίψει, εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι ενώπιον του τρόμου του θανάτου. Μνημονεύων τους τεθνεώτας μεταφέρεται δια του νοός εις τα βάθη των αιώνων ή ίσταται πνεύματι εις την αθέατον αλλά φοβεράν οδόν, δι’ ής καθ’ ημέραν διέρχονται εκατοντάδες χιλιάδων ψυχαί αίτινες εγκατέλειψαν το σώμα αυτών ως επί το πλείστον εν φοβερά αγωνία. Ούτω και εν τη ψυχή του υποτακτικού αναπτύσσεται η χριστιανική συμπάθεια προς όλην την ανθρωπότητα και η προσευχή αυτού γίνεται φορεύς ολοκλήρου του κόσμου τουτέστιν «υποστατική» καθ’ ομοίωσιν της προσευχής του Χριστού εν Γεθσημανή. Δι’ αυτής της προσευχής ο υποτακτικός αισθάνεται την ενότητα αυτού μεθ’ όλης της ανθρωπότητος, και η αγάπη προς τον πλησίον ήτοι προς πάντα άνθρωπον αποβαίνει φυσικόν τι. Η τοιαύτη προσευχή συντελεί αληθώς εις την σωτηρίαν του κόσμου και πας χριστιανός οφείλει να τείνη προς αυτήν ιδίως δε οι ιερείς κατά την τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας. }150}
… Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς να έχωμεν ορθήν θεωρίαν της Υποστατικής αρχής, ως φορέως παντός του απολύτου πληρώματος εν τω Θείω Είναι, ίνα τούτο πραγματοποιηθή και εν τω ανθρωπίνω ημών είναι. Εν τω Θείω Όντι πέραν των ορίων τούτων ήτοι επέκεινα της Υποστάσεως, ουδέν υπάρχει ουδεμία «υπέρ-υποστατική» Ουσία. Υπόστασις και Ουσία συμπίπτουν τελείως. Ουδέν υπάρχει εν τη Ουσία όπερ δεν είναι «ενυπόστατον». Από των χρόνων των μεγάλων Καππαδοκών έως την ημερών ημών οι Πατέρες της Εκκλησίας προσεπάθουν και προσπαθούν να εμβάλουν εντός της συνειδήσεως των χριστιανών την αληθή αντίληψιν περί της Αγίας Τριάδος.
… Η απώλεια της ορθοδόξου }151} θεολογίας περί του Προσώπου-Υποστάσεως αφεύκτως θα οδηγήση εις την απόδοσιν πρωτείου εις το «γενικόν» επί του «μερικού» εις την αναζήτησιν «υπερ-προσωπικής (τινος) αρχής». Η υπακοή θα απαιτήται ηδη ουχί εν σχέσει προς τον άνθρωπον-πρόσωπον, αλλά προς τον «Κανόνα», τον «Νόμον», το «Τυπικόν», την «Διοίκησιν», τον «Θεσμόν» (Institution) κ.τ.τ. Μελετήσατε τα ειρημένα και θη ίδητε ότι εις την τοιαύτην «απρόσωπον» προσέγγισιν των εκδηλώσεων της ανθρωπίνης ζωής απόλλυται η υψίστη έννοια της υπακοής, της περικλειομένης εις τας ευαγγελικάς εντολάς και εις την θέσιν αυτής εισέρχεται η «πειθαρχία». Και η τελευταία αύτη είναι αναπόφευκτος μεν εις την από κοινού ζωήν των ανθρώπων, αλλά μόνον μέχρις ωρισμένου ορίου. Η απώλεια της «προσωπικής» χριστιανικής υπακοής θα μείνη άνευ ανταμοιβής, παρά τας τυχόν εξωτερικάς επιτυχίας του «οργανισμού». Την πραγματοποίησιν της Εκκλησίας του Χριστού εν τη ιστορία δεν πρέπει να βλέπη τις ούτε εις την απόκτησιν υλικής ισχύος ή πολιτικής επιδράσεως, έστω και παγκοσμίου ούτε εισέτι εις την επίτευξιν αρμονικής διαρθρώσεως του «όλου». Υψηλότερον και τελειότερον παντός είναι η ανύψωσις των πιστών εις «μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Είναι σπουδαιότατον και βαθύτατον πρόβλημα δι’ όλον τον χριστιανικόν κόσμον, και θα ήτο ευχής έργον να συγκεντρώσουν επ’ αυτού την πλέον σοβαράν αυτών προσοχήν οι καλούντες εαυτούς χριστιανούς. Είναι απαραίτητον να εννοήσωμεν ότι η «προδογματική» ζωή περιστρέφεται επί του επιπέδου των ηθικών εννοιών και αξιών κειμένων κατωτέρω των διαστάσεων της δοθείσης εις ημάς Αποκαλύψεως. Ο λόγος του Χριστού και αι εντολαί Αυτού δεν είναι κατ’ άνθρωπον, ουδέ παρά ανθρώπου αλλ’ αποτελούν την προβολήν της Θείας Αιωνιότητος επί του επιπέδου της Γης. }152}
Όπως εκάστη ορθολογιστική κοσμοθεωρία έχει την λογικήν αυτής ακολουθίαν την διαλεκτικήν αυτής ούτω και ο πνευματικός κόσμος έχει την ιδίαν αυτού δομήν και διαλεκτικήν. Η διαλεκτική όμως της πνευματικής εμπειρίας είναι κατά το πλείστον ιδιότυπος και δεν συμπίπτει προς την πορείαν της συνήθους διανοήσεως.
Ούτως εις τους ορθολογιστάς δυνατόν να φανή παράδοξον το υποδεικνυόμενον υπό του μακαρίου Γέροντος κριτήριον της αληθούς πίστεως, της γνησίας θεοκοινωνίας, το γνώρισμα της ενεργείας της χάριτος τουτέστιν η αγάπη προς τους εχθρούς.
… αλλ’ επί γης γνωρίζει μόνον «τον αρραβώνα» της μελλούσης καταστάσεως. Εντός των οριων της επιγείου πείρας εις τον ενδεδυμένον την σάρκα άνθρωπον εδόθη κατά τον καιρόν της προσευχής να συνδυάζη την εν τω Θεώ διαμονήν μετά της μνήμης του κόσμου. Όταν όμως η εν τω Θεώ διαμονή φθάνη εις μεγαλύτερον πλήρωμα, τότε «λησμονείται ο κόσμος» καθώς ο ολοσχερώς «προσκολλώμενος προς την γην» επιλαμθάνεται του Θεού. }153}
Ο κατά την ουσίαν Αυτού υπερκόσμιος Θεός δια των ενεργειών Αυτού μένει εν τω κόσμω. Το πλήρωμα και η τελειότης της επέκεινα του κόσμου καταστάσεως του Θεού ουδόλως καταστρέφονται εκ της αδιαλείπτου ενεργείας Αυτού εν τω κόσμω. Ο επί γης όμως άνθρωπος ο σάρκα ενδεδυμένος δεν έχει τοιαύτην τελειότητα, και δια τούτο όταν συγγίγνηται τω Θεώ εξ ολοκλήρου, ήτοι δι’ όλων των δυνάμεων του νοός και της καρδίας αυτού ουδεμίαν πλέον συνείδησιν έχει του κόσμου. Εκ τούτου όμως δεν εξάγεται ότι το πλήρωμα της εν τω Θεώ διαμονής δεν συνδέεται μετά της αγάπης προς τους εχθρούς. Ο Γέρων εβεβαίου το εναντίον ήγουν τον στενώτατον σύνδεσμον του ενός μετά του ετέρου. }154}
«Ο Θεός αγάπη εστίν» αγάπη απόλυτος, περιβάλλουσα εν υπεραφθονία πάσαν την κτίσιν. Ο Θεός και εν τω άδη παρίσταται ως αγάπη. Το Πνεύμα το Άγιον χορηγεί εις τον άνθρωπον κατά τον βαθμόν της δεκτικότητος αυτού την ενεργόν γνώσιν αυτής της αγάπης, και ούτως ανοίγει εις αυτόν την οδόν προς το πλήρωμα της υπάρξεως.
Εκεί όπου υπάρχουν «εχθροί» εκεί υπάρχει και απόρριψις. Δια της απορρίψεως ο άνθρωπος εκπίπτει αναποφεύκτως του Θείου πληρώματος και ευρίσκεται ήδη εκτός του Θεού. … Μένοντες εν τω «ουρανώ» οι Άγιοι βλέπουν τον άδην και τον περιβάλλουν ωσαύτως δια της αγάπης αυτών.
Το δια τον άνθρωπον ασυμβίβαστον του πληρώματος της εν τω Θεώ παραμονής προς το πλήρωμα της παραμονής εν τω κόσμω, υπό την έννοιαν του «άμα», οδηγεί }155} εις το ότι η κρίσις περί του γνησίου ή αντιθέτως του «απατηλού» της θεωρίας γίνεται δυνατή μόνον «μετά την επιστροφήν» εις την μνήμην και την αίσθησιν του κόσμου. Εμαρτύρει ο Γέρων ότι εάν μετά την πνευματική κατάστασιν εκλαμβανομένην ως Θεοπτίαν ή Θεοκοινωνίαν, δεν υπάρχει αγάπη προς τους εχθρούς και άρα προς όλην την κτίσιν τούτο είναι σαφής ένδειξις ότι η θεωρία δεν είναι γνησία τουτέστιν αληθής κοινωνία μετά του Θεού.
Η «αρπαγή» εις την θεωρίαν δύναται να έλθη εις τον άνθρωπον, πριν ή ο ίδιος σκεφθή περί τούτου. Εν τη καταστάσει της αρπαγής και όταν εισέτι αύτη δεν είναι εκ Θεού, ο άνθρωπος δύναται να μη αντιληφθή τι υπέστη. Εάν «μετά την επιστροφήν» εμφανίζηται ως καρπός της θεωρίας ο τύφος και η αδιαφορία δια τα πεπρωμένα του κόσμου και του ανθρώπου τότε άνευ αμφιβολίας η θεωρία είναι ψευδής. Όθεν το γνήσιον ή μη της θεωρίας γνωρίζεται εκ των καρπών αυτής.
… Δια την διάκρισιν του καλού και του κακού η ασφαλής ένδειξις είναι ουχί τοσούτον ο άγιος και υψηλός κατά την εξωτερικήν αυτού διατύπωσιν σκοπός όσον τα μέσα άτινα εκλέγονται δια την πραγματοποίησιν του σκοπού τούτου. }156}
Πάν κακόν τελούμενον υπό των ελευθέρων κτισμάτων ζη αναγκαίως ως παράσιτον επί του «σώματος» του αγαθού. … Το κακόν αναμιγνύεται πάντοτε και αναποφεύκτως μετά τινος δόσεως θετικής αναζητήσεως και ένεκα τούτο «πλανά» τον άνθρωπον. Την θετικήν αυτού άποψιν το κακόν προσπαθεί να παρουσιάση εις τον άνθρωπον ως αξίαν τοσούτον σπουδαίαν ώστε δια την επιτυχίαν αυτής να είναι επιτρεπτά όλα τα μέσα.
Εις την εμπειρικήν ύπαρξιν του ανθρώπου το απόλυτον καλόν δεν επιτυγχάνεται. Εν παντί ανθρωπίνω εγχειρήματι υπάρχει δόσις τις ατελείας. Η ύπαρξις ατελειών εις το ανθρώπινον καλόν αφ’ ενός και η αναπόφευκτος παρουσία του αγαθού προσχήματος εν τω κακώ αφ’ ετέρου καθιστούν δυσχερή την διάκρισιν του καλού από του κακού.
Το καλόν δεν επιτυγχάνεται δια κακών μέσων ούτε ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.  … Εάν ενίοτε νικά το καλόν και δια της εμφανίσεως αυτού διορθώνη το κακόν, θα ήτο σοβαρόν σφάλμα }157} να σκέπτηται τις ότι το κακόν ωδήγησεν εις το καλόν, ότι το καλόν υπήρξεν αποτέλεσμα του κακού. Τούτο είναι αδύνατον. Η δύναμις όμως του Θεού είναι τοιαύτη, ώστε εκεί όπου εμφανίζεται να ιατρεύη το παν, διότι ο Θεός είναι πλήρωμα της ζωής και δημιουργεί την ζωήν εκ του μηδενός.
Καλούσα τους πάντας όπως φυλάσσουν την εντολήν του Χριστού «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» η Εκκλησία ίσταται εις το μέσον όλων των εχθρικών δυνάμεων. Και η οργή δια της οποίας είναι εμπεπλησμέναι αύται συναντώσα την Εκκλησίαν  εν τη οδώ αυτής φυσικώς εκσπά κατ’ Αυτής. Η δε Εκκλησία πραγματοποιούσα το έργον του Χριστού επί της γης ήτοι την σωτηρίαν όλου του κόσμου, δέχεται επ’ Αυτής ενσυνειδήτως το βάρος της γενικής οργής καθώς και ο Χριστός ήρεν επ’ Αυτού τας αμαρτίας του κόσμου. Και εάν ο Χριστός εις τον κόσμον τούτον της αμαρτίας ήτο δεδιωγμένος και ώφειλε να πάθη –«παθητός ο Χριστός»-, τότε και η αληθής του Χριστού Εκκλησία }158} αναποφεύκτως θα διωχθή και θα υποστή το μαρτύριον.
Και το κήρυγμα της Εκκλησίας το οποίον είναι ο ίδιος ο λόγος «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» ου χωρεί εν τω κόσμω και δια τούτο ο κόσμος κατά την διάρκειαν πάντων των αιώνων εδίωκε και θα διώκη την αληθινήν Εκκλησίαν, εφόνευε και θα φονεύη τους διακόνους Αυτής. }159}
Τον άγιον και καθαρόν λόγον του Γέροντος δυστυχώς απρόσιτον εις την αντίληψιν πολλών ένεκα ακριβώς της απλότητος αυτού απεφασίσαμεν να συνοδεύσωμεν μέχρι τινός δια του ημετέρου ξηρού και βαρέος, υποθέτοντες ίσως εσφαλμένως ότι ούτω θα διευκολύνωμεν τινας οίτινες είναι συνηθισμένοι εις άλλον τρόπον ζωής και εκφράσεως να κατανοήσουν τούτον. }160}
Ομιλών περί ειρήνης εν τη ψυχή και τω σώματι έχει υπ’ όψιν ο Γέρων την κατάστασιν εκείνην, κατά την οποίαν ουχί μόνον εις την ψυχήν αλλά και εις το σώμα μεταδίδεται αισθητώς η επενέργεια της χάριτος.
Η νομική αντίληψις περί δικαιοσύνης προσιδιάζει συνήθως εις τους ανθρώπους. Την απόδοσιν της ευθύνης επί τινος δι’ ενοχήν άλλου απορρίπτουν ως αδικίαν μη συμβιβαζομένην προς την νομικήν συνείδησιν αυτών. Άλλως όμως ομιλεί το πνεύμα της αγάπης του Χριστού. Κατά το πνεύμα της αγάπης αυτής η αποδοχή συνυπευθυνότητος δια την ενοχήν εκείνου, τον οποίον αγαπώμεν προσέτι δε και η πλήρης ανάληψις της ευθύνης ουχί μόνον δεν είναι ξένον τι, αλλά είναι και τελείως φυσικόν. … Όταν δεν επωφελήται τις μόνον της ευχαρίστου πλευράς της αγάπης αλλ’ ελευθέρως και εν γνώσει αναλαμβάνει την ευθύνην και τα παθήματα του ηγαπημένου τότε η αγάπη επιτυγχάνει την παμμερή τελειότητα αυτής. }161}
«…Είμαι έτοιμος να φέρω την ευθύνην δια τα αμαρτήματα μου αλλά μόνον δια τα προσωπικά μου ουδόλως όμως δια τα αλλότρια». Και δεν κατανοεί ο άνθρωπος ούτος ότι δια της τοιαύτης κινήσεως της καρδίας αυτού επαναλαμβάνει εν εαυτώ το αμάρτημα του Προπάτορος και αφομοιοί τούτο ως προσωπικόν αυτού αμάρτημα και πτώσιν. Ο Αδάμ ηρνήθη την ευθύνην επιρρίπτων την ενοχήν εις την Εύαν και εις τον Θεόν, Όστις έδωκεν εις αυτόν την γυναίκα ταύτην, και ούτω διέσπασε την ενότητα του Ανθρώπου και την ένωσιν αυτού μετά του Θεού. Ομοίως οσάκις αρνούμεθα την ανάληψιν της ευθύνης δια το κοινόν κακόν, δια τα έργα των πλησίον ημών, επαναλαμβάνομεν την ιδίαν αμαρτίαν και διασπώμεν ωσαύτως την ενότητα του Ανθρώπου. Ο Κύριος ηρώτησε τον Αδάμ προ της Εύας. Και πρέπει να αντιληφθώμεν ότι εάν ούτος δεν εδικαιολογείτο αλλά ελάμβανεν επ’ αυτού την ευθύνην δια την κοινήν αυτών αμαρτίαν, τότε άλλα θα ήσαν τα πεπρωμένα του κόσμου, καθώς και άλλα θα γίνουν εάν και ημείς αναλάβωμεν το βάρος της ενοχής των πλησίον.
Δικαιολογείται διότι δεν γνωρίζει ότι είναι πεπροικισμένος δι’ ελευθερίας κατ’ εικόνα του Θεού, αλλά νομίζει ότι είναι απλώς φαινόμενον τι του κόσμου τούτου, και άρα εξαρτώμενος εξ αυτού. Αλλ’ η τοιαύτη συνείδησις είναι μάλλον δουλοπρεπής, και δια τούτο το δικαιολογείσθαι }162} είναι δουλικόν έργον, και ουχί έργον απεργαζόμενον υιούς του Θεού.
Εις τον μη πνευματικόν φαίνεται απίθανον ότι είναι δυνατόν να αισθανθή τις όλην την ανθρωπότητα ως μίαν καθολικήν ύπαρξιν εμπεριεχομένην εν τη προσωπική-υποστατική υπάρξει αυτού άνευ μειώσεως της υπάρξεως όλων των άλλων υποστάσεως.
Κατά την έννοιαν της δευτέρας εντολής, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», δέον και είναι δυνατόν όπως περιλάβη ο άνθρωπος εις την υποστατικήν αυτού ύπαρξιν άπαν το σύνολον της πανανθρωπίνης υπάρξεως. Τότε παν κακόν ερχόμενον εις τον κόσμον, θα γίνηται δεκτόν ουχί ως αλλότριον αλλά και ως προσωπικόν.
Εάν εκάστη ανθρωπίνη υπόστασις εκτισμένη κατ’ εικόνα των απολύτων Θείων Υποστάσεων, είναι ικανή να χωρήση εντός αυτής το σύνολον της ανθρωπίνης υπάρξεως ως εκάστη των Θείων Υποστάσεων τυγχάνει φορεύς του απολύτου πληρώματος του Θείου Είναι –και τοιαύτη εστίν η αληθής διάστασις της δευτέρας εντολής-, τότε έκαστος θα αναλάβη τον αγώνα κατά του κοσμικού κακού, αρχόμενος αφ’ εαυτού του ιδίου. }163}
Οι Άγγελοι όμως πλήρεις όντες αγάπης, και οι ίδιοι έχουν τον πόθον να διακονούν ημάς και εις αυτήν την διακονίαν φέρουν πολλήν θλίψιν. Αλλ’ ιδού ο Θεός και τα άλογα ζώα και την άλλην κτίσιν παρέδωκεν εις τον νόμον της φθοράς, διότι δεν ήρμοζε να αφήση αυτήν ελευθέραν από του νόμου τούτου εφ’ όσον ο άνθρωπος, χάριν του οποίου αύτη εδημιουργήθη, κατέστη δούλος της φθοράς εξ αιτίας της αμαρτίας αυτού. }164}
Ούτω κρατείς, κρατείς την προσευχήν, και όμως, όταν ασχοληθής μετά τινος εργασίας ήτις απαιτεί να σκεφθής τότε διακόπτεται η προσευχή … Συμβαίνει να υπάγης ίναι καθαρίσης τας ελαίας, και όταν βλέπης τους κλάδους και σκέπτησαι πώς θα ήτο καλύτερον να κλαδεύης αυτούς, τότε φεύγει η προσευχή, έλεγεν ο πατήρ Σπυρίδων.
Ενώ έλεγεν αυτούς τους λόγους ο Γέρων Σιλουανός ηγέρθη εκ της κλίνης εφόρεσε τας αρβύλας αυτού και τον ζεστόν επενδύτην και ειπών γαληνώς «εις ημάς δεν συμβαίνει ούτως» ανεχώρησεν εκ του νοσοκομείου δια το κελλίον αυτού.
Ή πλανάται ή είναι μέγας! }168}
Advertisements
Αναρτήθηκε στις Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ. Ετικέτες: . Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Αρέσει σε %d bloggers: