«Επιφάνιον επαινών αρετήν επαινέσομαι».

Κλείνοντας την πτωχή και ατελή, λόγω ελλείψεως χρόνου και ιδίως της απαιτουμένης πνευματικής επάρκειας του γράφοντος, για την παρουσίαση μιας τόσο πολυσύνθετης και αγίας μορφής, ως ο μακαριστός π. Επιφάνιος, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ δι’ ολίγων εις την εμπειρία από την προσωπική με αυτόν ευλογημένη δι’ εμέ και αγία συναναστροφή και στενότατη συνεργασία, η οποία διήρκεσε 18 περίπου χρόνια.
Όταν η παρουσίαση της εμπειρίας αυτής γίνεται υπεύθυνα, ανεπιτήδευτα και ανόθευτα και συμπίπτει ή εκφράζει χιλιάδες άλλες παρόμοιες απόψεις τότε συμβάλλει κατά την γνώμη μου αποφασιστικά στην προβολή της γνησίας, αληθινής και αυθεντικής εικόνος της προσωπικότητος εις την οποία αναφέρεται.
Το έτος 1972 ότε ενοσηλευόμην εις το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» με επεσκέφθη ένας νέος κληρικός. Με εντυπωσίασε η ιεροπρεπής παρουσία του και με ενεθουσίασε το άκουσμα του ονόματος του: π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Η φήμη του ως ενός των πλέον διακεκριμένων κληρικών για την πνευματικότητα του και την λαμπρά πατερική του συγκρότηση είχε φθάσει και μέχρις εμού. Η ήμερα της συναντήσεως μου αυτής με τον π. Επιφάνιο απετέλεσε δι’ εμέ ιστορικό ορόσημο, για την περαιτέρω πνευματική μου πορεία και θεολογική μου διακονία.
Από το 1954, που μελετούσα νυχθημερόν τον ανεξάντλητο πνευματικό θησαυρό των μεγάλων Γερόντων και Καθηγητών της Ερήμου (Αποφθέγματα Πατέρων τής Αιγυπτιακής Ερήμου και άλλα συγγράμματα μεγάλων ασκητών Πατέρων) για την συγγραφή της διδακτορικής μου εργασίας με τίτλο «Η μοναχική υπακοή εις την αρχαία Εκκλησία», και εντρυφούσα στο θαυμαστό κόσμο των υπερφυών χαρισμάτων των ασκητών Πατέρων, αυξάνετο συνεχώς ο πόθος να συναντήσω στο δρόμο της ζωής μου ένα χαρισματικό Γέροντα, απλανή οδηγό στον χώρο της θεολογίας, που είναι κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης «Όρος άναντες ως αληθώς και δυσπρόσιτον…». Γι’ αυτό και όσοι επιθυμούν να προχωρήσουν εκ του ασφαλούς προς την κορυφή της Θεολογίας έχουν οπωσδήποτε ανάγκη, όπως παρατηρεί ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ενός «Μωυσέως», ο οποίος θα είναι μεσίτης μας προς τον Θεόν και οδηγός μας μετά τον Θεόν, για να προσθέσει «ηπατήθησαν τοίνυν οι εαυτοίς θαρρήσαντες και μηδενός του προηγουμένου (δηλαδή του χαρισματικού και απλανούς οδηγού) χρήζειν υπονοήσαντες». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσω, ότι εγνώρισα και στο παρελθόν λαμπρούς πνευματικούς αλλά δεν υπήρχαν αι προϋποθέσεις για ευρύτερη συνεργασία.
Και ο πόθος αυτός εκπληρώθηκε την ιστορική δι’ εμέ ημέρα της συναντήσεως στον «Ευαγγελισμό» με τον π. Επιφάνιο, στο πρόσωπο του οποίου είδα τον χαρισματικό Γέροντα. Εκέρδισε από την πρώτη στιγμή την απόλυτη εμπιστοσύνη μου. Τον παρεκάλεσα να γίνει πνευματικός πατέρας μου. Εδέχθη την παράκληση μου με κάποια έκπληξη. Και με ρώτησε: Εγώ;
Η ενέργεια μου αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα συναισθηματικής παρορμήσεως, ήμουν ήδη ώριμος την ηλικία, 54 ετών και Καθηγητής εις το Παν/μιο Αθηνών και μεγαλύτερος από τον π. Επιφάνια κατά 12 ολόκληρα χρόνια, αλλά εδραίας και αμετακίνητου πεποιθήσεως, ότι μπορούσα να εμπιστευθώ τον εαυτό μου εις τον νέον αυτόν κληρικό, στο πρόσωπο του οποίου έβλεπα τον γνήσιο αντιπρόσωπο του Θεού και τον λόγο του σαν λόγο του Θεού.
Η ενέργεια μου αύτη, απεδείχθη, ότι προήλθε από θεία φώτιση, γιατί εδικαιώθη απολύτως, και μου χάρισε ένα χαρισματικό Γέροντα, ό,τι δηλαδή πολυτιμότερο μπορεί να αποκτήσει ο πιστός και μάλιστα ο θεολόγος σ’ αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο.
Από την ήμερα εκείνη η Χάρις του Θεού εσφυρηλάτησε τον πολυτιμότερο πνευματικό δεσμό της ζωής μου. Με αφετηρία τον χώρο της Ιεράς Εξομολογήσεως, άρχισε ένας δεσμός απόλυτης από μέρους μου εν Χριστώ αγάπης, στενότατης φιλίας και συνεργασίας στον Αμπελώνα του Κυρίου.
Δεν νομίζω, ότι θα μπορούσα να αγαπήσω άλλον άνθρωπο, περισσότερο από ότι αγάπησα τον π. Επιφάνιο. Θα μου ήταν όμως δύσκολο και να τήν περιγράψω. Ο μακαριστός Γέροντας ήταν δι’ εμέ κάτι το ιερό, το άγιο, ο γνήσιος, όπως είπα, αντιπρόσωπος του Θεού. Από την ημέρα που τον γνώρισα και συνεδέθην μαζί του μια ανεκλάλητη γαλήνη, πλημμύρισε την ύπαρξή μου. Ήταν το επίγειο καταφύγιο, το λιμάνι στο πέλαγος του βίου, το στήριγμα στις δοκιμασίες της ζωής. Και μόνο η σκέψη ότι στην οδό Μακεδονίας 24 ήταν ο μακαριστός Γέροντας ειρήνευε τη ψυχή μου και ο αγαπημένος σε τόσους και τόσους πιστούς αριθμός του τηλεφώνου του πόσες φορές δεν έδωσε τις πρώτες βοήθειες.
Ο π. Επιφάνιος ήταν γεννημένος Πνευματικός Ηγέτης. Ουδέποτε χρησιμοποίησε την θέση υπεροχής στις σχέσεις μας πού ολόψυχα και με χαρά του προσέφερα. Σχέση δηλαδή υποτακτικού προς Γέροντα. Αντιθέτως μάλιστα αναβάθμισε την στενότατη επί διετία περίπου συνεργασία μας στο επίπεδο ίσαδελφης φιλίας και ισοτιμίας. Μία από τις μεγαλύτερες ευλογίες στο σπίτι μου ήταν οι συχνές επισκέψεις του π. Επιφανίου. Όταν έμπαινε στο σπίτι και πήγαινε να καθίσει στην ίδια θέση, στην άκρη του καναπέ, όπως συνήθιζε, είχα τήν συνείδηση, ότι ένας άγιος ευρίσκετο ανάμεσα μας.
Και όταν αναχωρούσε είχα το προνόμιο να τον συνοδεύω με το ασανσέρ μέχρι την έξοδο και στην συνέχεια μέχρι το αυτοκίνητο ενός από τα πνευματικά του τέκνα που τον περίμενε. Δείγμα χαρακτηριστικό της ταπεινοφροσύνης του Γέροντα είναι και το εξής: Όταν στην αρχή τον επεσκέφθην στην οδό Μακεδονίας 24 ηθέλησε και αυτός να με συνοδεύσει μέχρι την έξοδο της πολυκατοικίας και όπως ήταν αυτονόητο τον παρεκάλεσα να μην επιμείνει και βεβαίως του υπενθύμισα, ότι οι σχέσεις μας είναι υποτακτικού και Γέροντα, όχι μόνο στο εξομολογητήριο, αλλά και παντού και ακόμη ότι η σχέση αυτή αποτελεί προνόμιο δι’ εμέ και έφυγα από τη σκάλα, ενώ ο μακαριστός Γέροντας με αποχαιρετούσε με το γνωστό εγκάρδιο και πατρικό μειδίαμα του.
Και ήταν υψίστη ευλογία και δωρεά δι’ εμέ, ότι η βαθειά αυτή αγάπη μου προς τον π. Επιφάνιο είχε βρει πλήρη, ανταπόκριση, όπως μου έλεγε η μακαρία θεία του Αλεξάνδρα σε μια τηλεφωνική μας συνομιλία. «Σας αγαπώ γιατί σας αγαπά πολύ ο Γέροντας».
Μια συγκλονιστική έκφραση της αγάπης αυτής του π. Επιφανίου έλαβε χώρα, όταν νοσηλευόμουν και πάλι στον «Ευαγγελισμό», τον Μάιο του 1979, με σοβαρή καρδιακή πάθηση που επέβαλε την άμεση αποστολή μου στο Χιούστον των ΗΠΑ για να υποβληθώ σε εγχείρηση των στεφανιαίων αρτηριών (Μπάϊ -πας). Τα δε προγνωστικά ήσαν δυσοίωνα, αφού και άλλοι σκόλοπες επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την όλη κατάσταση, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση κλπ.
Ο π. Επιφάνιος με επεσκέπτετο τακτικά στον «Ευαγγελισμό», την δε τελευταία ημέρα προ της αναχωρήσεως μου έδωσε ένα κλειστό φάκελο, τονίζοντας μου, ότι πρόκειται για δωρεά και όχι για δάνειο και προσέθεσε: Όταν συν Θεώ γυρίσετε από την Αμερική και έχετε την ευχέρεια τα δίδετε κατά την κρίση σας σε όσους έχουν ανάγκη.
Όταν άνοιξα τον φάκελο διαπίστωσα με έκπληξη ,ότι περιείχε μια επιταγή με μεγάλο ποσό σε δολάρια που κάλυπτε σχεδόν τα 2/3 της όλης δαπάνης. Το μεγαλείο της αγάπης του μακαριστού Γέροντα υπογραμμίζει το γεγονός, ότι ουδέποτε εγένετο και απλή έστω νύξη μεταξύ μας για τα πράγματι μεγάλα έξοδα που απαιτούντο για την εγχείρηση αυτή στις Η.Π.Α. Η πλήρης αγάπης χειρονομία του αύτη ήταν αποκλειστικώς από δική του πρωτοβουλία.
Και βεβαίως όταν με θαυμαστό τρόπο απεφεύχθη η εγχείρηση και αποκατεστάθη η κανονική λειτουργία της καρδίας μου, με αξίωσε ο Θεός να διαθέσω εις το πολλαπλάσιο το ποσό που μου έδωσε ο Γέροντας, αλλά το μεγαλείο της αγάπης του έθεσε ανεξίτηλη την σφραγίδα της στην ευγνωμονούσα καρδία μου, μιας αγάπης που την ένοιωθε κάθε ένας που πλησίαζε και συνδέετο με τον μακαριστό π. Επιφάνιο.
Αλλ’ η απεριόριστη, αγάπη του π. Επιφανίου δεν εκδηλωνόταν μόνο στις μεγάλες και δύσκολες περιπτώσεις. Φρόντιζε και μεριμνούσε ακόμη και για τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες σαν στοργικός πατέρας. Θα αναφερθώ μόνο σε δύο περιπτώσεις. Όταν τον επισκέφθηκα στο νοσοκομείο σε προάστιο της Αθήνας μετά τη δεύτερη εγχείρηση που έκανε και στη συνέχεια τον αποχαιρέτησα και προχωρούσα προς την έξοδο, έφθασε ένα πνευματικό του τέκνο και μου είπε: Ο Γέροντας ρωτά αν έχετε μεταφορικό μέσο. Και με μετέφερε ο ίδιος στο σπίτι μου. Μέσα στις τόσες μετεγχειρητικές ταλαιπωρίες του ο Γέροντας φρόντιζε για το πως θα επιστρέψω στην Αθήνα!
Η δεύτερη περίπτωση αφορά την επίσκεψη μαζί με τον π. Επιφάνιο τον Ιούνιο του 1989 στον Σεβ. Μητροπολίτη Νικαίας κ. Γεώργιο, που ενοσηλεύετο στο Κ.Α.Τ. και ήταν κατενθουσιασμένος με τις καθημερινές σχεδόν επισκέψεις του π. Επιφανίου, ο οποίος τον είχε εντυπωσιάσει σε τέτοιο βαθμό με τον ανεξάντλητο πλούτο των πνευματικών του χαρισμάτων και την ικανότητα να δημιουργεί κατάσταση ευφροσύνης ακόμη και στις πιο δύσκολες περιπτώσεις, ώστε να λέει με ενθουσιασμό. «Μας έχει γίνει τόσο απαραίτητος, δεν μπορούμε χωρίς αυτόν».
Όταν επιστρέψαμε από την επίσκεψη αυτή στην Μακεδονίας 24 ήταν περίπου 10 μ.μ. ο Γέροντας ήταν κατάκοπος από την εξομολόγηση, και την επίσκεψη και αισθανόταν ενοχλήσεις από την ασθένεία του. Το πνευματικό του τέκνο ανέβηκε στο διαμέρισμα του Γέροντα για να φέρει μερικά πράγματα. Στο μεταξύ ο Γέροντας και εγώ περιμέναμε όρθιοι την επιστροφή του. Πέρασαν περίπου 5 λεπτά. Και εγώ μάταια τον παρακαλούσα και τον πίεζα να ανεβεί στο διαμέρισμα να ξεκουραστεί. Έμεινε μαζί μου όρθιος στην ενοχλητική υγρασία της νύχτας για να μη με αφήσει μόνο.
Εκτός της συναντήσεως μας στον χώρο της Ιεράς εξομολογήσεως από την οποία έφευγα πάντοτε ενισχυμένος, άρχισε και μία στενότατη, συνεργασία με τον μακαριστό π. Επιφάνιο για την αντιμετώπιση των μεγάλων εκκλησιαστικών θεμάτων που ήρχοντο στην επικαιρότητα. Πόσο πολύτιμος, ευλογημένη και απαραίτητος ήταν δι’ εμέ αυτή η συνεργασία με τον μακαριστό Γέροντα, και πόση ασφάλεια παρείχε στην ταπεινή συμβολή μου στην αντιμετώπιση των συγχρόνων μεγάλων εκκλησιαστικών και συγγενών προς αυτά πολιτειακών θεμάτων, φαίνεται από το γεγονός, ότι έθετα προ της δημοσιεύσεως τους όλες τις εργασίες μου υπό την κρίση του, με την θερμή παράκληση να είναι αυστηρός στον έλεγχο και όχι απλώς να διαγράφει, ό,τι κατά την γνώμη του δεν ήταν ορθό, αλλά ακόμα και να απορρίψει ολόκληρη την εργασία, εάν δεν ανταπεκρίνετο προς τον σκοπό της, χωρίς να λαμβάνει οπ’ όψει, εάν διά την συγγραφή της εχρειάσθη εργασία μηνών.
Και μου έδινε μεγάλη ψυχική ενθάρρυνση για να προχωρήσω στην ιερή διακονία μου στον χώρο της Θεολογίας το γεγονός, ότι εκτός ορισμένων γλωσσικών διορθώσεων ή και βελτιώσεων, ενίοτε αξιόλογων, υπήρχε πλήρης συμφωνία στις θεολογικές θέσεις και απόψεις μας. Κατά την διάρκεια της πολυχρονίου μας συνεργασίας δεν παρουσιάσθηκε καμιά απολύτως διαφωνία είτε αυτό αφορούσε την ουσία, είτε την διαδικασία αντιμετωπίσεως του προβλήματος. Αλλά και εάν παρουσιάζετο ποτέ κάποια επουσιώδης διαφοροποίηση στον τρόπο αντιμετωπίσεως ενός θέματος στην συνέχεια απεδεικνύετο πόσο δίκαιο είχε ο π. Επιφάνιος. Θα αναφερθώ σε μια μόνο περίπτωση γιατί δεν ενθυμούμαι να υπήρξε και άλλη. Ένα βράδυ γύρω στις 8 μου τηλεφωνεί ο π. Επιφάνιος, ότι σε μισή ώρα θα περάσει από το σπίτι και επειδή είναι βιαστικός με παρεκάλεσε να τον περιμένω στην είσοδο της πολυκατοικίας, γιατί το θέμα είναι επείγον και πολύ σοβαρό. Πράγματι. Κατέβηκα στην είσοδο και όταν έφθασε ο π. Επιφάνιος μου είπε, ότι καλόν θα ήτο να συναντήσω έναν ανώτατο κρατικό αξιωματούχο για να του εκθέσω ορισμένες βασικές απόψεις σχετικές με την διασφάλιση του αυτοδιοικήτου της Εκκλησίας και της μοναστηριακής περιουσίας. Ήταν η εποχή που ο π. Επιφάνιος είχε αναπτύξει, όπως είπαμε, καταπληκτική δραστηριότητα για την προάσπιση των δικαίων της Εκκλησίας. Είχα ορισμένες επιφυλάξεις. Πίστευα, ότι όλα ήσαν προαποφασισμένα και συνεπώς θα ήταν ματαία κάθε σχετική προσπάθεια. Παρά ταύτα του είπα «επί τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον», για να αποδειχθεί τελικά πόσο δίκαιο είχε ο Γέροντας.
Και η διαπίστωση, της απολύτου αυτής συμπτώσεως ήταν δείγμα μεγάλης ευλογίας δι’ εμέ, αλλά και ασφαλείας, ότι τα γραφόμενά μου δεν ήρχοντο σε αντίθεση με την Ορθόδοξη διδασκαλία.
Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας αυτής εδραιώθηκε μέσα μου η απόλυτη πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει τίποτε πολυτιμότερο για ένα μαχόμενο θεολόγο από το να κατευθύνεται από ένα απλανή οδηγό, ένα χαρισματικό Γέροντα. Χαρακτηριστικό της ταπεινοφροσύνης του μακαριστού π. Επιφανίου είναι και το γεγονός ότι έθετε και αυτός υπό την κρίση, μου πριν από την δημοσίευσή τους κείμενα του επί σοβαρών εκκλησιαστικών, θεολογικών και κανονικού δικαίου θεμάτων.
Παράλληλα με την πολύτιμη αυτή προσωπική προσφορά εις εμέ του μακαριστού Γέροντα αναπτύχθηκε μια εξόχως σημαντική συλλογική συνεργασία και με άλλα εξέχοντα μέλη του πιστού λαού του Θεού, με σκοπό την συμπαράσταση και ενίσχυση του αγώνος της Ιεραρχίας εναντίον των πολεμίων της Εκκλησίας.
Βεβαίως θα εχρειάζετο πολύς χώρος και χρόνος για να περιγραφεί και να αξιολογηθεί επαξίως η μεγάλη προσφορά του π. Επιφανίου στους μεγάλους αυτούς πνευματικούς αγώνες. Γι’ αυτό και περιορίζομαι να τονίσω, ότι η παρουσία και η συμβολή του στους αγώνες αυτούς, η προετοιμασία των οποίων εγίνετο πολλές φορές στο σπίτι μου, ήταν πράγματι καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία τους.
Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να αναφερθώ και στην αγάπη του π. Επιφανίου για την Π.Ε.Θ. Ένα δείγμα της οποίας ήταν και η επιμονή του να μην αποχωρήσω από την ηγεσία της Ενώσεώς μας. Όταν του έλεγα, ότι συμπληρώθηκαν πάνω από δεκαπέντε χρόνια (τότε, σήμερα 17 χρόνια) συνεχούς διακονίας μου εις την Π.Ε.Θ. και ότι λόγοι υγείας και άλλες επείγουσες υποχρεώσεις συγγραφικές και οικογενειακές έθεταν επί τάπητος το θέμα ο π. Επιφάνιος, δεν έδιδε συνέχεια λέγοντας μου, ότι η Π.Ε.Θ. είναι σημαντική πνευματική έπαλξη.
Αλλ’ η μεγάλη, δραστηριότης που ανέπτυξε ο μακαριστός π. Επιφάνιος μετά την δεύτερη εγχείρηση συνωδεύετο, όπως είπαμε, και από σοβαρότερες ενοχλήσεις από τις ασθένειες που υπέφερε. Βεβαίως είχαμε συνηθίσει στο γεγονός των ασθενειών του γι’ αυτό και δεν μας ανησύχησε ιδιαιτέρως. Μετά όμως από την δεύτερη χειρουργική επέμβαση που υπέστη άρχισα να συνειδητοποιώ, ότι δεν απεκλείετο στο σχέδιο του Θεού να προβλέπετο και η κλήση του π. Επιφανίου στην Άνω Βασιλεία. Αλλ’ η ζωή χωρίς την παρουσία του, μου εφαίνετο αδιανόητη, και παρακαλούσα τον Θεό να μην επιτρέψει να δω τον θάνατό του.
Όταν στις αρχές Ιουλίου 1989 μου τηλεφώνησε ένας ευλαβής κληρικός, ότι ο π. Επιφάνιος έχει προσβληθεί από την επάρατη νόσο και οδεύει προς το τέλος συνταράχθηκε κυριολεκτικώς ολόκληρη η ύπαρξή μου και μια σιωπηλή κραυγή ικεσίας απευθύνθηκε αυθόρμητα προς τον Κύριο της Ζωής και του θανάτου «μη τον Επιφάνιο — όχι τον Επιφάνιο».
Αλλά όπως ήταν αυτονόητο, την κραυγή της ικεσίας επακολούθησε η απόλυτη εμπιστοσύνη προς τον Εσταυρωμένο Θεό της Αγάπης που μας χάρισε τόσα χρόνια τον μακαριστό Γέροντα, την μεγάλη αυτή δωρεά στο πλήρωμα της Εκκλησίας, που καταλήγει με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη στην πλήρη αποδοχή, όσο οδυνηρή και αν είναι, του θελήματος Του. Γενηθήτω το θέλημα Σου.
Παρά ταύτα, όπως συμβαίνει στις έκτακτες και μοναδικές αυτές περιπτώσεις ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει κάποια παρηγοριά στην σκέψη μήπως δεν είναι ορθή η διάγνωση, μήπως δεν μετεδόθη σωστά, μήπως υπάρχει ακόμη κάποια ελπίδα; Την σκέψη αυτή ενίσχυε το γεγονός, ότι με τον Γέροντα που ευρίσκετο στο Ησυχαστήριο της Τροιζήνος είχα επικοινωνήσει τηλεφωνικώς λίγες μέρες πριν από την φοβερή είδηση και η φωνή του ακούετο σταθερή, όπως πάντα, αν και μου είπε, ότι οι ενοχλήσεις από την ασθένεια εγίνοντο πιό έντονες.
Με την αμυδρή αυτή ελπίδα έσπευσα περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου να συναντήσω τον μακαριστό Γέροντα μου στο ί. Ησυχαστήριο της «Κεχαριτωμένης Θεοτόκου». Έφθασα το μεσημέρι. Ο π. Επιφάνιος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ωχρός και αδύνατος. Του φίλησα το χέρι, τον ασπάσθηκα, ήταν εξασθενημένος, αλλά γαλήνιος και αμετακίνητος στην πίστη του στο έλεος και στην παντοδύναμη σκέπη και προστασία του Θεού. Έφαγε με δυσκολία λίγο από το μεσημβρινό φαγητό. Βαθειά οδύνη με συνείχε βλέποντας τόσο ανήμπορο τον Γέροντα. Όταν ήλθε η ώρα να τον αποχαιρετήσω μου είπε να επανέλθω το βράδυ κατά τις εννιά.
Όταν πήγα μου είπε ο θεράπων ιατρός ότι ο Γέροντας εκοιμάτο και να επανέλθω σε μισή ώρα. Ανέβηκα στο κελλί μου. Επάνω στο γραφείο ήταν ο δίσκος με το λιτό βραδινό φαγητό. Δεν πέρασε πολύ ώρα και άκουσα ένα κτύπημα και την πόρτα να ανοίγει. Κατάπληκτος είδα να μπαίνει μόνος του ο Γέροντας. Όρθιος, και αδύνατος όπως ήταν μου φάνηκε σαν ουράνια οπτασία. Με πλημμύρισε μια άρρητη χαρά που έβλεπα και πάλι τον Γέροντα όρθιο. Έσπευσα να τον υποδεχθώ. Κάθισε σε μια πολυθρόνα και εγώ απέναντι του σε μια καρέκλα. Μου υπέδειξε να επανέλθω στην θέση μου και να συνεχίσω το φαγητό.
Αυθόρμητα, όπως ήταν φυσικό, του είπα: —Μα Γέροντα….
—Εάν δεν συνεχίσετε μου είπε θα με έχετε λιγότερο χρόνο μαζί σας.
Έσπευσα να καθίσω, αλλά για να τον ακούσω.
Ήταν η τελευταία μας συνομιλία. Παρά την συντομία της, τα λόγια του μακαριστού π. Επιφανίου ήταν, όπως πάντοτε «εν χάριτι, άλατι ηρτυμένα» και διανθισμένα όπως συνήθιζε με ένα πολύ επιτυχημένο ανέκδοτο από τα αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου.
Όταν ήλθε η ώρα να επιστρέψει στο κελλί του, του είπα: —π. Επιφάνιε, προσευχόμαστε και περιμένουμε να επανέλθετε για να μας στηρίζετε και να μας ευλογείτε.
Και όπως ήταν ο Γέροντας καθισμένος στην πολυθρόνα με το κσμποσχοίνι στο χέρι, μου απάντησε με το βλέμμα του, δείχνοντας την Εικόνα της Θεοτόκου με τον Χριστό, που ήταν απέναντι. (Εννοώντας ότι έχει εμπιστευθεί τον εαυτό του απολύτως εις το θέλημα του Θεού). Ήταν τόσο εκφραστικό και γλυκύτατο το βλέμμα αυτό του π. Επιφανίου που νόμιζε κανείς ότι έβλεπε μέσα του μια θεϊκή ανταύγεια.
Για τον π. ‘Επιφάνιο και το βλέμμα του ο γνωστός χαρισματικός Αγιορείτης Γέροντας π. Εφραίμ (ο Κατουνακιώτης) είχε πει: «το φωτεινό αστέρι της Αθήνας με το διορατικό βλέμμα».
Κι’ αυτό το βλέμμα δεν θα το ξεχάσω ποτε στην ζωή μου.
Πόσο αλήθεια, μας λείπει ο Γέροντας, πόσο μεγάλο το αναντικατάστατο κενό που μας άφησε, πόση οδύνη προκαλεί η απουσία του. Ουδέποτε έκλαυσα τόσο πολύ στην ζωή μου, όσο για τον μακαριστό π. Επιφάνιο. Μια οδύνη όμως που συνοδεύεται από μια ολόψυχη ευγνωμοσύνη προς τον Πανάγαθο Θεό, γιατί μας αξίωσε να τον γνωρίσουμε, να προχωρήσουμε τόσα χρόνια μαζί του, να συμπορευθούμε έχοντας επί κεφαλής ένα χαρισματικό Ποιμένα κεκοσμημένο με πλήθος αρετών μέχρι δε τέτοιου σημείου ώστε να ταυτίζεται με αυτές. Γι’ αυτό και μπορούμε να επαναλάβουμε για τον μακαριστό π. Επιφάνιο, το λεχθέν από τον Άγιο Γρηγόριο τον θεολόγο για τον Μέγα Αθανάσιο: «Ε π ι φ ά ν ι ο ν «επαινών, αρετήν επαινέσομαι· ταυτόν γάρ εκείνον τε ειπείν και αρετήν επαιν έσαι».
Η οδύνη για τον πρόσκαιρο χωρισμό από τον μακαριστό Γέροντα συνοδεύεται από την βεβαιότητα, ότι στις 10 Νοεμβρίου 1989 η στρατευόμενη επί γης Αγία του Χριστού Εκκλησία παρέδωσε στην θριαμβεύουσα ένα επίγειο Άγγελο, τον π. Επιφάνιο Ι. Θεοδωρόπουλο. Και ότι ο εν Τριάδι προσκυνητός Θεός, τον Οποίον με όλη την ύπαρξη του, εν λόγω και έργω, αγάπησε διακόνησε και εδόξασε θα του απονείμει τον στέφανο της δικαιοσύνης.
Εμπρός στον θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού ο αείμνηστος Γέροντας μας θα δέεται ασφαλώς για όλα τα πνευματικά του παιδιά και για όσους επικαλούνται τις πρεσβείες του.
Είθε ο διά την σωτηρία του γένους των ανθρώπων σταυρωθείς και αναστάς Κύριος να μας αξιώσει «εν τη ανεσπέρω ημέρα της Βασιλείας Του», να συναντήσουμε και πάλι τον πολυσέβαστο και μακαριστό Γέροντα μας π. Επιφάνιο, για να υμνούμε και να δοξολογούμε από κοινού το πάντιμο και μεγαλοπρεπές όνομα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος εις τους απέραντους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
(Άρθρο του Καθηγητή Κων/νου Δωρ. Μουρατίδου δημοσιευμένο στην «ΚΟΙΝΩΝΙΑ» Δελτίον της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων» Έτος ΛΒ΄- Οκτώβριος- Δεκέμβριος 1989- τεύχος 4, σ. 373-398).

Advertisements
Αναρτήθηκε στις «Επιφάνιον επαινών αρετήν επαινέσομαι».. Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Επιφάνιον επαινών αρετήν επαινέσομαι».
Αρέσει σε %d bloggers: